Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιλή Λαμπρέλλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιλή Λαμπρέλλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

"Εσύ μέρεψες λύκο κι έναν άντρα δε θα μπορέσεις να μερέψεις;"


Στα παραμύθια δεν υπάρχει αθεράπευτη πληγή.....

«Στα παραμύθια δεν υπάρχει αθεράπευτη πληγή», ισχυρίζεται ο Κλοντ Λεβί-Στρος και μάλλον έχει δίκιο.

«Τα παραμύθια μιλάνε για ένα πράγμα, πάντα το ίδιο: για τη Ζωή. Μιλάνε για μεταβάσεις από τη μια περίοδο της ζωής μας στην άλλη, για απώλειες, θανάτους, αρρώστιες, χωρισμούς, αναπάντεχες δυσκολίες, κάθε μορφής οδύνες, που μας επιβάλλουν πένθη, ικανά να μας εγκλωβίσουν ή να μας ελευθερώσουν. 


Μόνο αν έχουμε επίγνωση ότι πάντα υπάρχουν απώλειες στα μικρά και τα μεγάλα που φέρνει η ζωή, ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο και άφθαρτο, ότι συχνά στο δρόμο μας θα φυτρώνουν αγκάθια, ότι κάποιες φορές θα υπάρχει στις σχέσεις μας κάτι που “δε μεγάλωσε”, που δε λέχτηκε, θα μπορούμε να λάβουμε το δώρο να ζούμε κάποια πράγματα (αλίμονο, όχι όλα) που ωριμάζουν μαζί μας και καρποφορούν. 

Ας το θυμόμαστε: οι σχέσεις μας δε “μεγαλώνουν” πάντα, κάποιες φορές δεν αντέχουν το χρόνο, δεν αντέχουν τα γηρατειά, δεν αντέχουν τον “ενήλικο” λόγο, δεν αντέχουν το διάλογο, ίσως γιατί εμείς συχνά - πυκνά δεν έχουμε το κουράγιο που έχουν οι ήρωες στα μαγικά παραμύθια.

Δεν αντέχουμε να βουτήξουμε στα βαθιά, δεν αντέχουμε να περάσουμε δοκιμασίες, δε θέλουμε να έχουμε απώλειες (ούτε να ξεριζώνουμε αγκάθια, να βάζουμε λίπασμα, να ποτίζουμε τις σχέσεις μας), θέλουμε μόνο χάδια και κανακέματα, ενίσχυση και επιβράβευση, και παραμένουμε μικροί. 

Ότι πάντα κάτι λείπει ισχύει για όλες μας τις σχέσεις, όλες μας τις αλλαγές, όλες τις “συναλλαγές”, όλα τα σταυροδρόμια - είτε διαλέξαμε δρόμο και τα προσπεράσαμε είτε πισωγυρίσαμε -, όλους τους αποχαιρετισμούς, με ζωντανούς και πεθαμένους, όλους τους μικρούς και μεγάλους χωρισμούς. Κάτι αφήνουμε πίσω, πάντα με φόβο μήπως είναι το “καλύτερο”, κάτι υποδεχόμαστε, πάντα με ελπίδα ότι θα είναι το “καλύτερο”», εξηγεί η Λίλη Λαμπρέλλη και συνεχίζει: 



Η γυναικεία δύναμη ή ο λύκος που κρύβουμε μέσα μας...

«Το παραμύθι με τις τρεις τρίχες του λύκου βρίσκεται σε πολλές παραδόσεις, κυρίως την κινεζική, αλλά εγώ το παρέλαβα από το στόμα του Ανρί Γκουγκό. Στα ελληνικά το είπα για πρώτη φορά στην πατρίδα μου, τη Μυτιλήνη, τον Οκτώβρη του 2013.

Είναι κι ένα παραμύθι που έχει να κάνει με τη σχέση άνδρα - γυναίκας και τη δύναμη της γυναίκας, και πιστεύω ότι αυτό ταιριάζει στη Μυτιλήνη που, όπως τη θυμάμαι και μέχρι τώρα, έχει ένα κατάλοιπο μητριαρχίας. Βλέπεις δηλαδή ότι και προελληνικά, πριν έρθουν οι Έλληνες στο χώρο, οι Πελασγοί είχαν τη Μεγάλη Θεά, όπως και σε πολλούς παλιούς πολιτισμούς. Αυτό έχει ξεχαστεί σε πάρα πολλά μέρη, σε άλλα όμως έχει επιβιώσει, και για εμένα αυτό είναι η Μυτιλήνη.

Για εμένα είναι ο τόπος όπου η γυναίκα είναι σε θρόνο.Όλες οι Μυτιληνιές που γνώρισα - άλλες πεθαμένες από καιρό, άλλες ολοζώντανες- είναι η ηρωίδα», καταλήγει η  Λίλη Λαμπρέλλη.




Ο λύκος....ο δυνατός εαυτός μας. 

Α
φιερωμένο, λοιπόν, στις γυναίκες που έχουν το κουράγιο να βρουν τρεις τρίχες λύκου και να γερέψουν τον άντρα τους ή το "άλλο μισό" του εαυτού τους απ' τα μαράζια της ζωής. 

Αφιερωμένο στη θηλυκή ενέργεια, που δεν κρατάει μαστίγιο, ούτε όπλο, δεν είναι βάναυση ούτε κτηνώδης. Αντικρίζει κατάματα την αλήθεια, αποδέχεται τη δοκιμασία και πορεύεται μονάχη και αποφασισμένη να νικήσει τους φόβους της και να μεγαλώσει... με επιμονή, υπομονή, εντιμότητα, αγάπη........

Το μέσα μας θηρίο, αν αφεθεί ελεύθερο, θα κατασπαράξει και θα καταβροχθίσει τα πάντα, αν όμως δαμαστεί, μπορεί να προσφέρει απεριόριστες υπηρεσίες σ’ εκείνον που το έχει εξημερώσει. 

Δε χρειάζεται, λοιπόν, να εξοντώσουμε το λύκο που έχουμε μέσα μας, γιατί, όσο κι αν μοιάζει επικίνδυνος, έχει ιδιότητες που εξυπηρετούν κάποιο σκοπό. Αληθινή κυριαρχία είναι να αναγνωρίσουμε τον εχθρό και να τον μετατρέψουμε σε σύμμαχο και ευεργέτη.

Ο λύκος που κρύβουμε μέσα μας μπορεί να είναι κι ο δυνατός εαυτός μας. Αυτός που προσαρμόζεται σε κάθε καινούρια αρχή, έχει ανεξάντλητη αντοχή, καταφέρνει να ανταπεξέρχεται συνεχώς σε νέα δεδομένα, να ανακαλύπτει νέα μονοπάτια, να ελίσσεται, να βλέπει μπροστά και να μη φοβάται. Αυτό το λύκο, ανάγκη πάσα να τον μερέψουμε, κι αν όχι να τον υποτάξουμε, να ζήσουμε μαζί του...



Κι ο άντρας γύρισε απ' τον πόλεμο ζωντανός μα παγωμένος....

Ζούσε κάποτε, σ’ ένα μικρό χωριό, ένας άντρας και μια γυναίκα νιόπαντροι κι αγαπημένοι αληθι­νά. Όμως, πριν ακόμα σβήσει ο ήχος απ’ τα τρα­γούδια του γάμου, χτύπησαν οι καμπάνες για πό­λεμο κι ο γαμπρός έφυγε μαζί με τ’ άλλα παλικά­ρια του χωριού, να πάει να πολεμήσει. Η γυναίκα τον περίμενε, μετρώντας τις μέρες και τις νύχτες και τις εποχές...


"Portrait of Jessie Willcox Smith" by Violet Oakley 1900


Τέσσερα χρόνια πέρασαν. Μια μέρα, άρχισαν πάλι να χτυπούν οι καμπάνες - τούτη τη φορά για το τέλος του πολέμου. Κι όλοι ξεχύθηκαν στους δρόμους να γιορτάσουνε. Κι η γυναίκα έβαλε ένα κόκκινο φουστάνι, έχωσε κι ένα λουλούδι στα μαλ­λιά κι έτρεξε ως τη δημοσιά. Κι εκεί, με σφιγμένη την καρδιά, κοιτούσε ως πέρα απ’ τον κάμπο, να δει αν ο άντρας της ήταν ανάμεσα στους ζωντα­νούς που είχαν την τύχη να γυρίζουν πίσω.




Έξαφνα τον είδε, μες στο πλήθος. Του φώναξε από μακριά, όμως αυτός είχε το κεφάλι του σκυμ­μένο. Εκείνη έτρεξε, έτρεξε και χύθηκε πάνω του - τον αγκάλιασε σα θάλασσα, σα μάνα, σα μικρό παιδί και σα γυναίκα νιόπαντρη. Αυτός, παγωμέ­νος, στεγνός, αγέλαστος, σαν η φλόγα της ζωής να ’χε σβήσει στη ματιά του.

— Πήγαινε σπίτι, της είπε. Άσε με μένα, θα κοιμηθώ στο δάσος.

Και χώθηκε στο δάσος σαν αγρίμι.



La Vie, 1903 (detail) Pablo Picasso



Θέλω γιατρικό να γερέψω τον άντρα μου....

Εκείνη γύρισε στο σπίτι κι έκλαψε, έκλαψε για ώρα πολλή... Κοντά μεσάνυχτα, σκούπισε τα μά­τια, τυλίχτηκε με μάλλινη μαντίλα, ξεμαντάλωσε την πόρτα και κίνησε να πάει να βρει τη γριά του χωριού που όλοι τη λέγαν μάισσα γιατί ήξερε να λέει ξόρκια και συμβουλές, και να φτιάχνει μαντζούνια για όλα τα κακά. Η μάισσα ζούσε μονά­χη σ’ ένα χαμηλό σπιτάκι, στην άκρη του χωριού.

Σαν έφτασε η γυναίκα και χτύπησε την πόρτα: 


— Μπες, άκουσε από μέσα, σαν η γριά να την περίμενε.


Εκείνη μπήκε κι έπεσε στα γόνατα:

— Θεια, βοήθεια. Θέλω γιατρικό να γερέψω τον άντρα μου που πέτρωσε στον πόλεμο.

Η γριά την κοίταξε από πάνω ως κάτω, με ήσυ­χη ματιά.

— Πες πως έγινε, της είπε. Αρκεί να τον ποτί­σεις ένα μαντζούνι μαγικό που θα σου φτιάξω εγώ. Μόνο που πρέπει να ρίξω μέσα τρεις τρίχες λύκου και δεν τις έχω. Θα πρέπει να τις βρεις εσύ.

— Τρεις τρίχες λύκου; Πού θα της βρω, θεια;

— Α, αν θες να ζωντανέψει ο άντρας σου, θα τις βρεις. Και θυμήσου, κόρη μου. Ο λύκος πρέπει να ναι ζωντανός.

Αυτά είπε και σώπασε η γριά, απλώνοντας τα χέρια στη φωτιά. Κι η γυναίκα γύρισε σκυφτή στο σπίτι.



L'Envoûteuse (The Sorceress), Georges Merle, 1883


..τρεις μέρες κρέας για τρεις τρίχες, μοιάζει δίκαιο...

Την άλλη μέρα, αχάραγα, πήρε ψωμί, νερό κι ένα χοιρομέρι καπνιστό, τυλίχτηκε σε μια κάπα και πή­ρε το μονοπάτι για τα βαθιά του δάσους. Περπά­τησε, περπάτησε, ενώ ο ήλιος ανέβαινε κι ανέβαινε και μίκραιναν οι σκιές, κι ύστερα, ο ήλιος πήρε να χαμηλώνει, και χαμήλωνε και μεγαλώναν οι σκιές, ώσπου έφτασε στο ξέφωτο που το λεγαν το ξέφωτο των λύκων. Σε μια πέτρα πλατιά στη μέση του ξέφωτου απόθεσε ένα κομμάτι από το κρέας.Ύστερα ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο και περίμενε.

Μόλις πήρε να νυχτώνει, ακούστηκαν οι λύκοι που αλυχτούσαν. Γύρω στα μεσάνυχτα, η γυναίκα είδε μια μαύρη σκιά να πλησιάζει. Έφτασε στην πέ­τρα, μύρισε το κρέας, κοίταξε δεξιά ζερβά, το πήρε κι έφυγε. Η γυναίκα βάλθηκε να τραγουδά κι ένιωθε πως εκεί κοντά, κάτω από τα πόδια της, μια σκοτεινή μορφή έτρωγε κρέας και την άκουγε.

Την άλλη μέρα, έβαλε πάλι η γυναίκα ένα κομ­μάτι κρέας πάνω στην πέτρα κι ύστερα, κρυμμένη πίσω απ’ τους πυκνούς θάμνους, περίμενε να νυ­χτώσει. Κι ήρθε πάλι θεόρατη η μαύρη σκιά, πήρε το κρέας κι αφουγκράστηκε. Τότε αυτή ξανάπιασε το τραγούδι κι η σκιά έμεινε εκεί, στην καρδιά του ξέφωτου. Έφαγε το κρέας, όμως δεν έφυγε. Έμεινε στο ξέφωτο σε απόσταση ανάσας από τη γυναίκα κι άκουγε όλη τη νύχτα. Με το πρώτο φως, χάθηκε μαζί με τις άλλες σκιές.

Την τρίτη μέρα, η γυναίκα έβαλε το τελευταίο κομμάτι από το κρέας πάνω στην πέτρα κι ύστερα στάθηκε δίπλα εκεί - δεν πήγε να κρυφτεί. Σα νύ­χτωσε, ένιωσε τη μυρωδιά του ζώου που πλησίαζε. Σαν ήρθε δίπλα της, γύρισε και το κοίταξε μέσα στα κόκκινά του μάτια. Του είπε:

— Δεν έχω άλλο κρέας να σου δώσω. Αυτό εί­ναι το τελευταίο. Γι’ αυτό θα φύγω. Όμως, πριν φύγω, μια χάρη σου ζητώ. Τρεις τρίχες απ’ το τρί­χωμά σου, να φτιάξω γιατρικό για να μερέψει ο άντρας μου. Τέσσερα χρόνια τον περίμενα κι αυ­τός γύρισε πίσω αλλιώτικος, αγριεμένος απ’ τον τρόμο του πολέμου - πετρωμένος.

— Γυναίκα, τρεις μέρες κρέας για τρεις τρίχες απ’ το τρίχωμά μου, μοιάζει το δίκιο να ’ναι με το μέρος σου. Πάρ’ τες, όμως μη φεύγεις. Μείνε και τούτη τη νύχτα και τραγούδα.


...κι ο άντρας της ζωντάνεψε στην αγκαλιά της...


Και το τεράστιο ζώο ξαπλώθηκε στα πόδια της. Η γυναίκα το χάιδεψε. Τράβηξε τις τρεις τρίχες, ενώ του τραγουδούσε. Κι ύστερα συνέχισε να τραγουδά ως λίγο πριν χαράξει. Με το πρώτο αχνό φως, ο λύκος πήρε το μονοπάτι του βουνού κι η γυναίκα το μονοπάτι του χωριού, σφίγγοντας στον κόρφο της τις τρίχες για το γιατρικό της. Πήγε γραμμή στην καλύβα της γριάς.

— Θεια, έφερα τις τρίχες. Φτιάξε μου το μαντζούνι.
— Για δώσ’ τες μου να δω αν πραγματικά είναι από λύκο, είπε η γριά κι άπλωσε το χέρι.

Τις πήρε, τις κοίταξε στο θάμπος της φωτιάς κι είπε:

— Ναι, από λύκο είναι. Κι ύστερα, τις φύσηξε μέσα στη φωτιά.

— Θεία, τι έκανες, θεία; Τώρα, πώς θα ζωντα­νέψει ο άντρας μου;

— Κυρά μου, μονάχα εσύ μπορείς να τον για­τρέψεις. Εσύ μέρεψες λύκο κι έναν άντρα δε θα μπορέσεις να μερέψεις; Τώρα, ξέρεις πώς γίνεται. Τράβα και κάμε αυτό που ξέρεις.

Η γυναίκα γύρισε στο σπίτι, άναψε τη φωτιά κι έβαλε πάνω το τσουκάλι. Δεν πέρασαν τρεις μέρες, κι ο άντρας της ζωντάνεψε στην αγκαλιά της... Και ζήσανε καλά...

Marc Chagall, Blue Lovers, 1914

Λίλη Λαμπρέλλη, Τρεις τρίχες λύκου, Η γυναίκα με τα χέρια από φως, εκδόσεις Πατάκη

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Το "για πάντα" είναι πολύς καιρός .........


...Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές, είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα........ 
 
Γ. Σεφέρης, Ο τελευταίος σταθμός

Επειδή το " για πάντα" είναι πολύς καιρός .........

Ζούσε κάποτε σε μια σπηλιά, στην κορφή ενός βουνού, ένας γέρος ερημίτης που λογιζότανε σοφός ή άγιος ή τρελός - πέρασε τόσος καιρός που τώρα κανείς πια δεν ξέρει. Πάντως, λένε πως πολλοί ερχόντουσαν από μακριά να τον γνωρίσουνε, ν’ ακούσουνε τα λόγια του και να τον συμβουλευτούνε.

Και λένε πως μια μέρα, ένα νέο ζευγάρι που ετοιμαζότανε να παντρευτεί σκαρφάλωσε σε κείνο το βουνό, βρήκε τον γέρο και του ζήτησε μια συμβουλή για το πώς να ζήσουνε μαζί, για πάντα, ευτυχισμένοι. Κι ο γέροντας τους αποκρίθηκε:

- Το για πάντα είναι πολύς καιρός. Όμως θα σας δώσω δυο συμβουλές - μια για τον καθένα- για κάθε καινούρια μέρα.

Και πρώτα στράφηκε στο αγόρι που θα γινότανε γαμπρός.

- Γιε μου, να είσαι λεύτερος σαν αϊτός. Όμως κάθε πρωί, όταν ανοίγεις τα μάτια σου στο φως, η πρώτη σου σκέψη θα είναι για τη γυναίκα σου - τι θα μπορούσες να κάνεις εκείνη τη στιγμή για να την ευχαριστήσεις. Κι ο ήλιος θ’ ανεβαίνει στον ουρανό κι εσύ ό,τι κι αν κάνεις μέσα στη μέρα δε θα πάψεις να σκέφτεσαι πώς θα ευχαριστήσεις τη γυναίκα σου, τι θα της προσφέρεις, πώς θα τη βοηθήσεις, πώς θα την ξαφνιάσεις, πώς θα τη στηρίξεις στα δύσκολα, πώς θα μοιραστείς μαζί της τις ομορφιές του κόσμου. Κι η τελευταία σου σκέψη όταν βαθιά νυχτώσει και σβήσεις το λυχνάρι, θα ναι γι’ αυτήν.

Σώπασε ο γέρος. Το κορίτσι έπεσε στα γόνατα και φιλούσε τα χέρια του ερημίτη:

- Σ’ ευχαριστώ, γέροντα. Θα κεντήσω με χρυσή κλωστή τα λόγια σου.


Τότε, ο ερημίτης της χάιδεψε το κεφάλι και της είπε:

- Άκου και τη συμβουλή μου σε σένα, κόρη μου. Να είσαι λεύτερη σαν περιστέρα. Όμως κάθε πρωί, όταν ανοίγεις τα μάτια στην καινούρια μέρα, η πρώτη σου σκέψη θα είναι για τον άντρα σου - τι θα μπορούσες να κάνεις για να του δώσεις χαρά. Κι ό,τι κι αν κάνεις μέσα στη μέρα δε θα πάψεις να σκέφτεσαι τι θα του προσφέρεις, πώς θα τον βοηθήσεις, πώς θα τον ξαφνιάσεις, πώς θα τον στηρίξεις, πώς θα μοιραστείς μαζί του την ομορφιά. Κι η τελευταία σου σκέψη πριν σε πάρει ο ύπνος στον κόσμο των ονείρων, θα ’ναι γι’ αυτόν.



Και λένε πως αυτοί οι δυο ζήσανε μαζί για πάντα, που πάει να πει όλες τους τις καλές και τις δύσκολες στιγμές, ευτυχισμένοι.

Κι όλοι το ξέρουμε πως το για πάντα είναι πολύς καιρός...

Λιλή Λαμπρέλλη, Το παραμύθι του γάμου, Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών, εκδόσεις Πατάκη

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Όλα περνούν κι όλα ξανάρχονται....

Atelier Robert Doisneau

Έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε για το άλογο που ονειρευόταν...

Ήταν μια φορά ένας τόπος φτωχός. Και στον τόπο εκείνο ζούσε ένας χήρος χωρικός μαζί με το γιο του, που τον ανάθρεψε μονάχος κι εκείνος ξεπετάχτηκε κι έγινε πια κοτζάμ παλικαράκι.

Μια μέρα, ο χωρικός πούλησε τη λιγοστή σοδειά του και πήγε στο παζάρι ν' αγοράσει ένα άλογο που από καιρό ονειρευότανε γι' αυτόν και για το γιο του. Παζάρεψε, έδωσε ό,τι είχε κερδίσει απ' όλη του τη σοδειά, κι απόκτησε μια όμορφη φοράδα. Όταν γυρνούσε σπίτι του, ένιωθε περηφάνια που ήτανε καβαλάρης πάνω στη φοράδα του κι όλοι οι συχωριανοί του τον μακαρίζανε.


Και το άλογο το'σκασε... και ξανάρθε.....

Ό
μως την άλλη μέρα, η φοράδα το 'σκασε και πήρε τα βουνά.
- Τι ατυχία, λέγανε όλοι γύρω του. Έδωσες ό,τι είχες και δεν είχες για δαύτηνα και τώρα τίποτα δε σου 'μεινε.

Κι αυτός τους αποκρίθηκε: 

- Όσο ζω, ελπίζω. Η ατυχία είναι σαν την τύχη, δεν κρατάει παντοτινά.......

Και πέρασαν μέρες, πέρασαν βδομάδες και, ένα απομεσήμερο, η φοράδα γύρισε πίσω, μαζί μ' ένα πανώριο άγριο άλογο που είχε μαζί του ζευγαρώσει.

- Τι τύχη! είπανε όλοι στο χωριό. Ποτέ δεν έχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο! Είσαι απ' τον ουρανό ευλογημένος! 

Κι εκείνος είπε: 

- Η τύχη, η ατυχία, όλα περαστικά είναι. Ας είμαστε καλά μονάχα......


Το σπασμένο ποδάρι είναι μικρότερο κακό απ΄του πολέμου τη συμφορά....

Τι ήτανε να το πει! Την άλλη μέρα, όταν ο γιος του πήγε να δαμάσει το άγριο άτι, εκείνο τον έριξε απ' την πλάτη του και του τσάκισε το πόδι.

- Συμφορά σου, λέγανε όλοι οι γύρω. Τι ατυχία σε βρήκε πάλι! 

Κι αυτός: 

- Ατυχία, ευλογία, πώς μπορεί κανείς να ξέρει πώς προχωράει η ζωή; .......

Δεν πέρασε ούτε βδομάδα κι ήρθε μήνυμα για πόλεμο σε τόπο μακρινό, ανάμεσα σ' άγνωστους φίλους κι άγνωστους εχθρούς. Όλοι οι νέοι ντυθήκανε, θέλοντας και μη θέλοντας. Κλαίγανε μανάδες κι αρραβωνιαστικές, κλαίγανε αδερφάδες, κλαίγανε πατεράδες. Μονάχα ο χωρικός δεν έκλαψε, γιατί ο γιος του ήτανε ο μόνος νέος απ' το χωριό που, με σπασμένο το ποδάρι του, έμεινε πίσω.

Κι είπε ο χωρικός στο γιο του: 

- Ας είναι ευλογημένο το άλογο που σ' έριξε στο στρώμα, γιατί πιο μεγάλη συμφορά απ' του πολέμου το κακό δεν έχει. Να το θυμάσαι: η ατυχία, η ευλογία, όλα περνούν κι όλα ξανάρχονται. Κι αφού πολλά κακά βγαίνουνε σε καλό, πάντα να ελπίζεις......

Durer Tarot, La Fortuna

Λιλή Λαμπρέλλη, Η ατυχία και η ευλογία,
Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών, εκδόσεις Πατάκη


Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

«Τον αγαπούσα... Όμως, αν δε με θέλει, εγώ για πάντα θα χαθώ... », Λιλή Λαμπρέλλη, Η γυναίκα του Σοολυνλάν



Τούτο το παραμύθι που έρχεται από τις στέπες της Σιβηρίας, μιλάει για τη δύναμη της προδομένης, της βαθιά πληγωμένης γυναίκας:  «Τον αγαπούσα... Όμως, αν δε με θέλει, εγώ για πάντα θα χαθώ... » 

Και η γυναίκα χάνεται, γίνεται χίλιοι κόκκοι σκόνης λαμπερής. Ο άντρας θα την αναζητήσει, γιατί το σπίτι μυρίζει απουσία και παγώνει την καρδιά του, θα την βρει στον ουρανό, διάσπαρτη σε χίλια κομμάτια αστέρια και ξανά από την αρχή θα την κατακτήσει, για να τη φέρει πίσω εκεί που ανήκει: στο σπιτικό τους. 




Μια φορά κι έναν καιρό, έναν παλιό καιρό, τόσο παλιό που τ’ όνομα της γυναίκας που θα σας πω την ιστορία της έχει πια ξεχαστεί - όμως, δεν έχει σημασία, γιατί ακόμα και τότε, όλοι στο μικρό χωριό στις παρυφές της τάιγκας, τη φώναζαν με τ’ όνομα του άντρα της. Την έλεγαν: η γυναίκα του Σοολυνλάν.

Και ποιος την είδε τη γυναίκα του Σοολυνλάν και δεν την ελιμπίστηκε! Όλοι, όλοι, όλοι, μικροί μεγάλοι, όλοι την καμαρώνανε! Γιατί ήτανε όμορφη σαν το φεγγάρι, κι άξια όσο καμιά, και καλόψυχη και γενναιόδωρη και περήφανη! Και ποιος δεν θα ’θελε να την έχει σπίτι του γυναίκα και κορόνα στο κεφάλι του; Όλοι στο χωριό θα το ’θελαν - όλοι... εκτός από τον Σοολυνλάν, τον άντρα της.

Η ομορφιά, η αξιοσύνη, η καλοσύνη της γυναίκας του δεν του αρκούσαν - κι ήθελε άλλη να πάρει για γυναίκα. Βλέπετε, πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν άντρες - και γυναίκες - σαν κι αυτόν. Μόλις σιγουρευτούν πως βρήκανε το ταίρι τους, ανοίγουνε πανιά γι’ αλλού - άλλα ζητώντας...

Όμως, σαν η γυναίκα του Σοολυνλάν έμαθε τη λαχτάρα του άντρα της, μια σκοτεινή σπηλιά σκάφτηκε στην καρδιά της. Βγήκε στη στέπα κι έτρεξε, έτρεξε, έτρεξε στην ερημιά. Το σούρουπο σταμάτησε να πάρει ανάσα. Μπροστά της, βρύα, λειχήνες, θάμνοι μικροί. Έσκυψε πάνω τους και τους ψιθύρισε:

— Ο Σοολυνλάν θέλει να μ’ αφήσει. Όμως, τι του ’κανα; Δεν του ’ραβα τα ρούχα από δέρμα αρκούδας; Δεν του κρατούσα αναμμένη στο σπίτι τη φωτιά, δεν του κρατούσα ζεστή τη χύτρα, ζεστό το κρεβάτι του; Όλα τούτα τα ’κανα - και κάτι ακόμα: Τον αγαπούσα... Όμως, αν δε με θέλει, εγώ για πάντα θα χαθώ και κανείς σας να μην του πει πού είμαι!

Αφού μίλησε έτσι στα πλάσματα της γης, η γυναίκα του Σοολυνλάν στράφηκε στον ουρανό και φώναξε:

— Μεγάλη αρκούδα και μικρή αρκούδα, πάρτε τα χέρια και τα πόδια και το στήθος μου. Πάρτε τα σπλάχνα και τους πνεύμονες. Πάρτε την καρδιά μου. Κι εσύ, Αποσπερίτη, πάρε την κεφαλή μου - τα χείλια μου, τα μάτια, τα μαλλιά μου...
Δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει αυτά τα λόγια, κι η γυναίκα του Σοολυνλάν δεν ήταν πια γυναίκα! Έγινε χίλιοι κόκκοι σκόνης λαμπερής και πέταξε ψηλά στ’ αστέρια...




Σαν έπεσε η νύχτα κι ο Σοολυνλάν γύρισε σπίτι, βρήκε τη φωτιά σβηστή - όμως δεν ήταν αυτό που πάγωσε την καρδιά του. Ήταν που το σπίτι μύριζε απουσία - μια απουσία παντοτινή...

Βγήκε στη στέπα. Φώναξε τη γυναίκα του. Δεν πήρε απόκριση...

Όλη τη νύχτα έτρεχε πέρα δώθε σαν πληγωμένο ζώο και ούρλιαζε τ’ όνομα της γυναίκας του. Το χάραμα, κατάκοπος, έπεσε στα γόνατα. Μπροστά του, το λιγοστό χορτάρι. Το ρώτησε:

— Μην είδες τη γυναίκα μου;

Κι εκείνο του αποκρίθηκε:

— Την είδα. Αλίμονο σε σένα, χαμένε! Δεν σου άξιζε να ’χεις τέτοια γυναίκα! Μονάχος σου την έστειλες στα πέρατα της θλίψης. Την πάτησες χάμω, όπως με πατάς τρέχοντας στη στέπα με τ’ άλογό σου. Ποτέ μου δε θα σου πω πού είναι!

Τότε, ο Σοολυνλάν στράφηκε στον άνεμο και του είπε:

— Εσύ, ανάσα τ’ ουρανού, που πηγαίνεις κι έρχεσαι κι όλα τα γνωρίζεις, πες μου, αν το ξέρεις, πού είναι;

Κι ο άνεμος του αποκρίθηκε:

— Εγώ που πηγαίνω κι έρχομαι κι όλα τα γνωρίζω, δε θα σου πω. Γιατί είσαι σκληρόκαρδος, Σοολυνλάν. Κι είσαι κι αδιάφορος. Κάνεις το κακό κι ούτε που το καταλαβαίνεις...

Τότε, ο Σοολυνλάν πρόσεξε μέσα στα βρύα το μανιτάρι του σαμάνου, το κόκκινο. Έσκυψε πάνω του και του είπε:

— Ω, εσύ! Που ξέρεις όλα τα μυστικά του κόσμου τούτου κι άλλων κόσμων ακόμα, σε ικετεύω, πες μου, αν ξέρεις, πού είναι.

Και το μανιτάρι του αποκρίθηκε:

— Είδα και ξέρω. Θα σου πω... Η γυναίκα σου ήτανε για σένα δώρο τ’ ουρανού, Σοολυνλάν. Ξαναγύρισε στον ουρανό, διάσπαρτη σε χίλια κομμάτια αστέρια. Τώρα, άμα τη θέλεις, δεν αρκεί να τη φωνάζεις. Άμα τη θέλεις, πρέπει να πας εκεί που βρίσκεται και να την κατακτήσεις.

Έπειτα, τον ορμήνεψε...

Ο Σοολυνλάν άκουσε προσεκτικά πολύ όλα όσα του είπε το κόκκινο το μανιτάρι. Έτρεξε στην τάιγκα και με το τσεκούρι του έκοψε σημύδες. Είπε μια προσευχή. 'Ύστερα, σκάλισε τα ξύλα, τ’ αρμολόγησε και μαστόρεψε μια βάρκα που πετούσε. Και μπήκε μες στη βάρκα του μ’ ένα τρανό καμάκι και πέταξε ψηλά στ’ αστέρια...



Σαν έφτασε στη Μεγάλη και τη Μικρή Άρκτο, έριξε το καμάκι του - τρεις και τρεις φορές. Κι έφερε μες στη βάρκα που πετούσε τα χέρια, τα πόδια, το στήθος της γυναίκας του, τα σπλάχνα της, τους πνεύμονες. Έφερε την καρδιά της. Κι ύστερα πέταξε ως τον Αποσπερίτη. Και μ’ ένα καίριο χτύπημα, έφερε την κεφαλή της - τα χείλια της, τα μάτια, τα μαλλιά της...

Και να ’την, η γυναίκα του Σοολυνλάν! Ολοζώντανη, όμορφη σαν το σέλας, μέσα στη βάρκα που πετούσε. Και λένε, πως εκείνη τη νύχτα είχε μεγάλο άνεμο στ’ αστέρια. Κι η γυναίκα του Σοολυνλάν, του φώναζε μες στον άνεμο:

—Αν δε μ’ αγαπάς, άσε με εδώ πάνω που είμαι!

Κι ο Σοολυνλάν της αποκρίθηκε, μες στον άνεμο:

— Σ’ αγαπάω! Αν μπορείς να με δεχτείς, σε παίρνω εκεί που ανήκεις, γυναίκα: στο σπίτι σου, στο σπίτι μου, στο σπιτικό μας.



Και λένε πως απ’ τη νύχτα των αστεριών, κατεβήκανε στο σπιτικό τους, εκεί στις παρυφές της τάιγκας, δίπλα στο δάσος με τις σημύδες, πάνω στη γη που είναι γεμάτη φως. Κι η γυναίκα του Σοολυνλάν ήταν ευχαριστημένη μ’ όσα έγιναν.

Κι ο Σοολυνλάν;... Ε, λοιπόν, όλοι στο μικρό χωριό τ’ ορκίζονται: Κι αυτός!


Λιλή Λαμπρέλλη, Η γυναίκα του Σοολυνλάν,  Η γυναίκα με τα χέρια από φως, εκδόσεις Πατάκη


Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

«Δεν έφυγα μαζί του γιατί δεν τον αγαπούσα», Λιλή Λαμπρέλλη, Σαλιλά

«Στολισμένες με ωραία κοσμήματα, 
χωρίς δάκρυα, απαλλαγμένες από τη θλίψη, 
να πηδήξουν μεσ' την πυρά όπου εκείνος κείται.» 
(Ριγκ Βέδα Χ, 18: 7)


Αν αληθινή ιστορία είναι αυτή που κάνει τα μάτια σου να τρέχουν.....

Την ιστορία της Σαλιλά «τη βρήκα στη συλλογή με τα παραμύθια από τις όχθες του Γάγγη... Κι αυτή την ιστορία, που στις Ινδίες ορκίζονται ότι είναι ιστορία αληθινή, δεν την άκουσα από κανέναν παραμυθά, αλλά είναι η μόνη από τις εφτά που ούτε κι εγώ την αφηγήθηκα ποτέ μπροστά σε κοινό.... δοκίμασα τουλάχιστον τρεις φορές, αλλά κάθε φορά στο τέλος του παραμυθιού έτρεχαν τα μάτια μου σαν αυτή η ιστορία, που μιλάει για ένα μακρινό και ξένο με την Ελλάδα έθιμο, για έναν ανεξήγητο λόγο να με αφορούσε άμεσα και προσωπικά. 

Κάθε φορά, ο δάσκαλός μου μού έλεγε ότι δεν ήρθε η ώρα να αφηγηθώ τη Σαλιλά. «Πρέπει πρώτα να πάρεις απόσταση» μου έλεγε «η ευσυγκινησία του παραμυθά καταστρέφει τη συγκίνηση του ακροατή. Πρέπει εσύ ν' αφηγείσαι με ελαφράδα κι αυτός που ακούει να κλαίει - όχι το αντίστροφο» 

Λιλή Λαμπρέλλη, Η γυναίκα με τα χέρια από φως, 
Εισαγωγή, εκδόσεις Πατάκη




...για πρώτη φορά, ένιωσε πλάσμα ανθρώπινο....κι έφυγε μαζί του...

Δεν έφυγε μαζί του, γιατί δεν τον αγαπούσε. Αλλά ο ξένος... εκείνος την κοίταξε κατάματα με τ’ ανοιχτόχρωμά του μάτια, της χαμογέλασε και τη χαιρέτησε σ’ άγνω­στη γλώσσα, με τρόπο που έδειχνε σεβασμό......για πρώτη φορά, ένιωσε πλάσμα ανθρώπινο....κι έφυγε μαζί του:

«...μπήκε μες στα πυρωμένα ξύλα, ξάπλωσε πλάι του και τον αγκάλιασε. Και το ποτάμι τούς εί­δε να γίνονται ένα οι δυο, μέσα στο φως.»



John Fernandes




Δεν έφυγα μαζί του γιατί δεν τον αγαπούσα...

Τη λέγαν Σαλιλά. Όταν γεννήθηκε, σ’ ένα μικρό χωριό στις όχθες του Γάγγη, ήταν το δέκατο παιδί φτωχών. Φτώχεια και των γονέων και των παιδιών - δεν περίσσευε γι’ αυτήν ούτε ψωμί ούτε χάδι. Στα δώδεκα, την πούλησαν σ’ έναν πλούσιο γέρο για κάμποσα φλουριά. Κι αυτός, την τίμησε με γάμο.

Στην τελετή, το κορίτσι ήταν ντυμένο στα κόκ­κινα και στα χρυσά. Όλοι γύρω γλεντούσαν, κι αυτή πάνω στον θρόνο, δίπλα στον γαμπρό που είχε τα χρόνια του παππού της, άφηνε να τρέχουνε τα δάκρυα. Η τιμωρία ήρθε σαν έφυγαν οι καλε­σμένοι. Μώλωπες στα χέρια, στα πόδια, στο κεφά­λι, στην καρδιά. Κι αυτό κράτησε δέκα χρόνια...

Παιδί δεν έπιασε - μπορεί γιατί ο άκαρδος την κλοτσούσε στην κοιλιά, μπορεί γιατί ήταν πάντα τόσο πικραμένη που καμιά ψυχή παιδιού δεν τη διάλεγε για μάνα. Ώσπου, τη δέκατη χρονιά, πέθανε ο γέρος.

Στην τελετή της πυράς, κόσμος πολύς. Κι όλοι, στραμμένοι σ’ αυτήν, την κοιτούν και περιμένουν αυτό που πρέπει να κάνει κάθε γυναίκα χωρίς μι­κρό παιδί, που αγαπάει και τιμάει τον άντρα της: το σάτι - που πάει να πει, να καεί ζωντανή μαζί του. Αυτή αρνιέται με σφιγμένα χείλη και τα μάτια χαμηλά.

Σαν σκόρπισαν οι στάχτες, σκόρπισε κι ο κό­σμος, οι συγγενείς του γέρου την πέταξαν με τις κλοτσιές από το σπίτι, έτσι όπως ήταν στην κη­δεία - μονάχα μετά ρούχα που φορούσε. Έτρεξε να κρυφτεί στο πατρικό της, μα αυτοί της κλείσα­νε κατάμουτρα την πόρτα.

— Χάσου, της είπαν από μέσα, μας ατίμασες.

Κι αυτή ξάπλωσε στο κατώφλι κι έκλαιγε όλη τη νύχτα. Ψιθύριζε:

— Δεν έφυγα μαζί του γιατί δεν τον αγαπούσα



Sati, Nandalal Bose, 1943

Tην κοίταξε κατάματα .....με τρόπο που έδειχνε σεβασμό

Σαν χάραξε η μέρα, πήρε τα μάτια της και περ­πάτησε. Στον δρόμο, δεν την καλημέριζε κανείς. Τα λευκά πέπλα της χήρας που διάλεξε να είναι ακόμα ζωντανή τους τρόμαζαν.Έσκυβαν το κεφάλι για να μην την αντικρίζουν. Σιγά σιγά, έγινε αόρατη.

Έτρωγε χόρτα κι άγριους καρπούς, ώσπου ένας παρίας την πήρε στη δούλεψή του να μαζεύει κο­πριά. Ο παρίας ανακάτευε την κοπριά με άχυρα κι έφτιαχνε προσάναμμα που το πουλούσε με το κάρο του για των φτωχών τη φωτιά. Όμως, κι αυτός που ήταν ο τελευταίος των τελευταίων, ποτέ δεν την κοιτούσε. Όλη τη μέρα, ήταν σκυμμένη και μάζευε κοπριά. Σα χαμήλωνε ο ήλιος, είχε για αμοιβή λίγο ρύζι, πού και πού μια καρύδα,λίγο κάρι,λίγο αλάτι.

Μόλις τέλειωνε το μεροκάματο, πήγαινε στον ποταμό για να πλυθεί. Ύστερα, άναβε φωτιά και μαγείρευε το λιγοστό της δείπνο. Μετά, κοιμόταν μοναχή της σε μια χαμηλή καλύβα από ξερά κλα­ριά. Κι ο καιρός περνούσε...

Ένα σούρουπο, εκεί που πήγαινε να πλυθεί στον ποταμό, γεμάτη σκόνη, γεμάτη ιδρώτα, ζέχνοντας κοπριά, έξαφνα συνάντησε έναν ξένο. Κι αυτός, την κοίταξε κατάματα με τ’ ανοιχτόχρωμά του μάτια, της χαμογέλασε και τη χαιρέτησε σ’ άγνω­στη γλώσσα, με τρόπο που έδειχνε σεβασμό. Ύστερα, χάθηκε στη στροφή του δρόμου, κι αυτή για πρώτη φορά, εδώ και χρόνια, ένιωσε πλάσμα ανθρώπινο.

Την άλλη μέρα, σκυμμένη να μαζεύει κοπριά, σκεφτότανε τον ξένο. Σαν τέλειωσε το μεροκάμα­το, έτρεξε στο ποτάμι, όμως αυτός είχε φύγει. Από τότε, πήρε τη συνήθεια να πηγαίνει στο ποτάμι όποια ώρα της μέρας ή της νύχτας δε δούλευε κι είχε τα μάτια ανοιχτά, αχάραγα ή τα βαθιά μεσά­νυχτα. Ποτέ δεν τον ξανάδε.




John Fernandes, Waterfall 

...εκεί, θα είχε κάποιες ματιές να την κοιτούν....

Μια μέρα, τ’ αποφάσισε. Θα σταματούσε να μα­ζεύει κοπριά και θα κινούσε για το Βρινταβάν, την πόλη με τις χήρες. Τουλάχιστον εκεί, θα είχε κάποιες ματιές να την κοιτούν. Περπάτησε δρόμο πολύ, καιρό πολύ, κατά μήκος του Γάγγη ποτα­μού. Σαν έφτανε σε πόλη ή σε χωριό, ζητιάνευε και ψευτοζούσε. Ώσπου, ένα πρωινό, την ώρα που έπλενε τα κουρέλια που είχε για πέπλα στο ποτά­μι, τον είδε. 

Ήταν ξαπλωμένος δίπλα στην όχθη και παραμιλούσε από τον πυρετό. Εκείνη έτρεξε κι έβαλε υγρά κουρέλια στο μέτωπό του. Όμως, ο πυρετός δεν έπεφτε. Ο ξένος τρανταζόταν από τους σπασμούς κι αυτή τον πήρε αγκαλιά. Εκεί­νος δεν ησύχαζε. Αυτή σηκώθηκε, άναψε φωτιά, έβρασε βοτάνια και του έδινε σε κύπελλο μικρές γουλιές να πιει. 

Κι αυτός - άραγε να την είχε ανα­γνωρίσει ανήμπορος, την κοιτούσε μ’ ευγνωμο­σύνη. Νύχτωσε. Η Σαλιλά σκέπασε τον ξένο με ό,τι είχε και τον κράτησε αγκαλιά όλη τη νύχτα, τραγουδώντας του νανουρίσματα από τα χρόνια που ήτανε παιδί. Με το χάραμα, έσβησε μέσα στην αγκαλιά της.

Τότε αυτή, αδάκρυτη, σηκώθηκε. Με τις λίγες δεκάρες που είχε, έτρεξε κι αγόρασε λάδι και θυμία­μα. Τον έπλυνε. Τον άλειψε με λάδι.'Ύστερα, όλη τη μέρα μάζευε ξερά ξύλα κι έκανε έναν μεγάλο σω­ρό σαν κλίνη, σαν φωλιά, και σαν έπεσε ο ήλιος, τον απόθεσε εκεί, απαλά, φτιάχνοντάς του προσκεφάλι από λουλούδια. Έπειτα, μπήκε στο ποτάμι και πλύ­θηκε κι αυτή, αλείφτηκε κι αυτή με λάδι και ντύθη­κε με ρούχα καθαρά. 





Woman Commits Sati, Nandalal Bose


Σαν ήταν έτοιμη, άναψε θυ­μίαμα, άναψε δαδί και τ’ απόθεσε στον σωρό τα ξύ­λα που άρχισαν να τσιτσιρίζουν. Γονάτισε και προσευχήθηκε σ’ όλους τους θεούς - τους δικούς της, που πάντα ήταν απόμακροι, όμως τώρα σα να νιώ­θε την ανάσα τους κοντά, τους δικούς του που δεν γνώριζε ούτε τ’ όνομά τους. 

Σαν πήρε η φωτιά κι αντιφέγγισε μες στα νερά του ποταμού, σηκώθηκε και, αργά, μπήκε μες στα πυρωμένα ξύλα, ξάπλωσε πλάι του και τον αγκάλιασε. Και το ποτάμι τούς εί­δε να γίνονται ένα οι δυο, μέσα στο φως.

Λιλή Λαμπρέλλη, Σαλιλά, Η γυναίκα με τα χέρια από φως, εκδόσεις Πατάκη




Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Προς τη μεριά που είναι το φως...«Η γυναίκα με τα χέρια από φως», Λιλή Λαμπρέλλη


...αν ο σκοπός δεν είναι απλά η ύπαρξη αλλά η συν - ύπαρξη

Φ
τιαγμένη από σάρκα και οστά, ευάλωτη αλλά όχι εύθραυστη. Κυρίως, όχι άτρωτη. Αυτό που σε κάνει Γυναίκα δεν είναι κάποιο υπερτιμημένο σύμβολο θηλυκότητας, φιλαρέσκειας ή ματαιοδοξίας. 

Είναι η «βασιλεία» σου στην επικράτεια της ψυχής, το συναίσθημα, το δόσιμο, η σχέση.

Ο ανταγωνισμός, η επιβολή, η κυριαρχία, η δύναμη, ας μείνουν του αρσενικού όπλα...αν ο σκοπός δεν είναι απλά η ΥΠΑΡΞΗ αλλά η ΣΥΝ - ΥΠΑΡΞΗ. 

Kyuin Shim, «Intersection»
______


Ανταγιά – Ανταύγεια, Φωτεινή

Στο παραμύθι «Η γυναίκα με τα χέρια από φως», ελληνόφωνο παραμύθι από τον Καύκασο, η γυναίκα που ακούει στο όνομα Ανταγιά – Ανταύγεια, Φωτεινή στη γλώσσα μας – βγαίνει στο πιο ψηλό παράθυρο του σπιτιού και απλώνει τα χέρια της μπροστά. 

Στο δρόμο του φωτός των χεριών της περπατά ο σύντροφός της. Ένα φωτισμένο πέρασμα που τον οδηγεί από τον εαυτό του σε αυτήν, ξεφεύγοντας από τους εχθρούς του. Μαζεύει εκείνη τα χέρια της και όλους τους ρουφά πίσω του το σκοτάδι ή η χαράδρα.

Μα μια μέρα σαν τον ρωτάνε πώς τα καταφέρνει να περνά νύχτα το στενό πέρασμα με πλήθος εχθρούς ξωπίσω του και να φτάνει στο σπίτι του σώος κι αλώβητος κάθε φορά, αυτός ξιπάζεται και αρνιέται το φωτεινό πέρασμα της σχέσης.

-  Γιατί έχω μάτι αϊτού. Γιατί είμαι ο πιο σπουδαίος καβαλάρης που γεννήθηκε ποτέ στην πλάση. Γιατί είμαι ατρόμητος. Κανένα βέλος δεν τολμάει να μ' αγγίξει, κανείς εχθρός να μ' αντικρίσει, κανείς φίλος να με παραβγεί. 


Franz Alexeevich Roubaud:The Return from the Hunt
__________

Κι εγώ; Δε βοηθάω σε τίποτα το γυρισμό σου;


Η γυναίκα του ξαφνιάστηκε από την τόση ξιπασιά. Του είπε:

-  Κι εγώ; Δε βοηθάω σε τίποτα τον γυρισμό σου;

-  Σε τι να βοηθήσεις εσύ, γυναίκα αδύναμη κι αμάθητη στα αντρίκια πράγματα; Το μόνο που μπορείς είναι να σφάξεις έναν κόκορα και να τον μαγειρέψεις για τον ερχομό μου. Ούτε καβαλικεύεις, ούτε χειρίζεσαι το τόξο, ούτε ξέρεις τα περάσματα. Κλείσε το στόμα σου, λοιπόν, τράβα να φέρεις κι άλλο κρασί, και στις κουβέντες των αντρών μην μπαίνεις.

Τότε αυτή σηκώθηκε αργά και τον κοίταξε κατάματα. Του είπε:

-  Τι άντρας είσαι εσύ που δεν τιμάς την ίδια τη γυναίκα σου; Θυμάσαι μόνο ό,τι σε βολεύει για να παινεύεσαι κι όλα τ' άλλα τα ξεχνάς. Να μου κοπούν τα χέρια αν σε βοηθήσω να βγεις απ' το σκοτάδι. Την άλλη φορά που θα πας να πολεμήσεις, γύρνα πίσω, αν είσαι άξιος να γυρίσεις, μ' όποιον τρόπο μπορείς.

Σηκώθηκε κι αυτός με τόση βία που έριξε κάτω το τραπέζι, σπάζοντας και σκορπώντας, χύνοντας ό,τι ήταν πάνω του στρωμένο.

– Τώρα θα δεις ποιος είμαι, είπε.

Κι ευθύς ανέβηκε στ' άλογό του και κάλπασε σαν άνεμος. Φύγαν οι καλεσμένοι σιωπηλοί. Έφυγε σιγά σιγά κι η μέρα κι άρχισε να πέφτει το σκοτάδι.

Ο κλέφτης κατέβηκε στην κοιλάδα και προσπάθησε ν' αρπάξει ένα κοπάδι πρόβατα. Όμως, όχι μόνο δεν τα κατάφερε, αλλά τον πήρανε χαμπάρι και τον κυνηγήσανε. Αυτός είδε κι απόειδε πως δεν μπορούσε αλλιώς να τους ξεφύγει και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Σαν μπήκε στης χαράδρας τα στενά, είχε νυχτώσει για καλά.

Η γυναίκα δέσμια του θυμού της, κράτησε τα χέρια της από φως κλειστά . Τον καβαλάρη δέσμιο της αλαζονείας του, τον ρούφηξε το σκοτάδι. 



Franz Alexeevich Roubaud, 1856-1928
___________

Η γυναίκα του αγρυπνούσε στο πιο ψηλό της δώμα. Κάποια στιγμή, τον άκουσε από μακριά με άγριες φωνές να την προστάζει να φανεί. Έσφιξε σε γροθιές τα χέρια της και δεν κουνήθηκε. Εκείνος φώναζε, ούρλιαζε... Έξαφνα, σιωπή.

Τότε, η γυναίκα έτρεξε έξω. Άπλωσε τα χέρια της στο μονοπάτι. Ως πέρα, μακριά, δεν υπήρχε ούτε καβαλάρης, ούτε άλογο. Αλαφιασμένη, έστρεψε τα χέρια στο βάθος της χαράδρας και τον είδε - μια ακίνητη σκοτεινή κουκκίδα.Έβγαλε φωνή μεγάλη και σαν τρελό κατσίκι πηδούσε από βράχο σε βράχο όλη τη νύχτα ως να κατεβεί. Το χάραμα, φτάνοντας εκεί που ήταν πεσμένος, τον πήρε αγκαλιά. Έμεινε εκεί, χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, τρεις μέρες και τρεις νύχτες και τον έκλαιγε. Ύστερα, έσκαψε τάφο και τον έθαψε.



Franz Alexeevich Roubaud, 1856-1928
_____________


...ίδιος ο άντρας της, αλλά με γελαστά μάτια και μερεμένο πρόσωπο

Τότε,
μες στη σιωπή της ερημιάς, άκουσε καλπασμό. Γύρισε κι είδε έναν καβαλάρη - της φάνηκε ίδιος ο άντρας της, όμως με γελαστά μάτια και μερεμένο πρόσωπο. Όταν αυτός πλησίασε και κατέβηκε από τ' άλογό του, η γυναίκα κατάλαβε πως ήταν ένας ξένος. Τη ρώτησε αν θέλει βοήθεια, ποιος ήταν ο καημός της και το κλάμα της αντηχούσε στα βουνά.

-  Δεν μπορείς τίποτα για μένα. Τράβα τον δρόμο σου, του αποκρίθηκε εκείνη κι έσκυψε πάνω στο μνήμα.

-  Μια γυναίκα μόνη στο βάθος της χαράδρας χρειάζεται έναν άντρα για ν' ανεβεί.

-  Άλλη γυναίκα, μπορεί. Εγώ θ' ανέβω σαν το θελήσω, δίχως βοήθεια.

-  Φεύγω, μα θα ξανάρθω, της είπε ο καβαλάρης.

Τότε, αυτή άνοιξε τα μπράτσα της στον ουρανό κι είπε:

-  Θεά του φεγγαριού, φέρε καταιγίδα και δοκίμασε τον καβαλάρη τούτον. Δείξε μου αν είναι αντρειωμένος.

Δεν πρόλαβε ν' αποσώσει τα λόγια της κι ευθύς άνοιξαν οι κρουνοί τ' ουρανού κι άστραφτε και βροντούσε. Κι αυτή μούσκεψε ως το κόκαλο, σκυμμένη στον τάφο. Έξαφνα, ένιωσε μια ζέστα να την πλημμυρίζει. Ο καβαλάρης ήταν εκεί δίπλα της και την τύλιξε στην κάπα του.

-  Πώς κατάφερες να περάσεις τα φουσκωμένα νερά μέσα στην καταιγίδα; τον ρώτησε.

-  Δεν το κατάφερα εγώ, αλλά το άλογο μου, της αποκρίθηκε αυτός, γελώντας.

Ευθύς, σα με το γέλιο του, σταμάτησε η βροχή και βγήκε ο ήλιος. Κι απ' τη μια στιγμή στην άλλη, φύτρωσαν παντού χορτάρια και πολύχρωμα λουλούδια.
Αυτή ψιθύρισε:

-  Παντού χαρά Θεού, παντού χορτάρια και λουλούδια, παντού ζωή, εκτός απ' τον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Γιατί;

Κι ο άντρας που ήταν δίπλα της της αποκρίθηκε:

-  Μπορεί γιατί εκείνος που είναι μέσα αγαπούσε τον εαυτό του μόνο - μπορεί να μην αγαπούσε τη ζωή.

-  Εκείνος που είναι μέσα μ' αγαπούσε και τον αγαπούσα.

-  Αν στ' αλήθεια σ' αγαπούσε, ο τάφος του θα πλημμύριζε λουλούδια. Κρίνε μονάχη σου, αν μπορούσε ν' αγαπήσει. Άκου με, αν θες: Πήγαινε σπίτι σου. Κάνε το πένθος σου. Εγώ θα σε περιμένω όσο χρειαστεί από την άλλη μεριά της χαράδρας.



Απ' τη μεριά που ήταν το φως...

Αυτά είπε κι έφυγε. Κι η γυναίκα γύρισε στο σπίτι της και νίφτηκε, κι ήπιε νερό κι έφαγε ψωμί και σκεφτόταν τη ζωή της σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. 

Στο πλήρωμα της τελευταίας νύχτας, βγήκε στο πιο ψηλό παράθυρο κι άπλωσε ίσια μπροστά τα φωτεινά της χέρια.

Κι είδε στην άλλη άκρη της χαράδρας έναν άντρα που αγρυπνούσε ν' ανεβαίνει στο άλογο του και,λουσμένος στο δικό της φως, κρατώντας τα γκέμια του αλόγου με χέρι σταθερό, να έρχεται πιο κοντά, όλο και πιο κοντά, πάνω από τον γκρεμό, πάνω απ' τον χείμαρρο, πάνω απ' τον θάνατο. Απ' τη μεριά που ήταν το φως.

Λιλή Λαμπρέλλη, «Η γυναίκα με τα χέρια από φως» 
(Εφτά παραμύθια σχέσης από την προφορική παράδοση), 
από τη σειρά «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια…» των εκδόσεων Πατάκη.



Ίσια εμπρός.......προς τη μεριά που είναι το φως

Μια ιστορία ζευγαριού, αλλά ιδωμένη από την πλευρά της γυναίκας. 

Η γυναίκα οδηγεί. Ο άντρας ακολουθεί και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είτε γίνεται σύντροφος είτε χάνεται για πάντα. 


Η ερωτική σχέση στην απόλυτη μορφή της. Από συμβολική άποψη θα μπορούσε να μιλάει για τη δυσκολία της ένωσης ανάμεσα στο θηλυκό - διαισθητικό - δημιουργικό κομμάτι της ψυχής μας και στο αρσενικό - δυναμικό - εγκεφαλικό μας κομμάτι, πράγμα που αφορά και τους άντρες και τις γυναίκες – και τα δυο απαραίτητα, με ζητούμενο να συνυπάρχουν σε αρμονία. 

Ούτε οδοστρωτήρες να είμαστε, σαν αυτούς που βλέπουμε να προχωρούν με αγκωνιές και δαγκωματιές ή εκείνους που αναλώνουν τη ζωή τους σε μια παραληρηματική, δημοσιοσχεσίτικη κοινωνικότητα, ούτε εσωστρεφείς δημιουργοί, «ποιητές» σε όποιο βαθμό μπορεί ο καθένας, που για να προστατευτούν από την αγριότητα επιλέγουν την απομόνωση. 

Να προχωράμε ίσια εμπρός, με έμπνευση, τόλμη και αντοχή, αλλά πάντα προς τη μεριά που είναι το φως.




Εν ειρήνη με τον εαυτό μας και τον κόσμο...

Στο δρόμο των μαγικών παραμυθιών ο ήρωας δεν κρίνεται, δεν συγκρίνεται. Είναι αξία αυταπόδεικτη. Το φως που διαλύει το σκοτάδι στο δρόμο του ,γεννιέται στη σχέση του με τον εαυτό του κι επομένως στην δύναμη του να σχετίζεται με τους άλλους ,αναγνωρίζοντας τους ως ισότιμους, άξιους της αγάπης.

Μέσα σε αυτό το φως της αναγνώρισης μας από τον άλλο, τον αγαπημένο, δεν ανθίζουμε όλοι; Και τι αξία έχει μια πορεία αυτογνωσίας , μια πορεία ενηλικίωσης, αν όχι για να μπορέσουμε να είμαστε ικανοί να συνδεθούμε με τους ανθρώπους γύρω μας; Και μέσα στο φως των αγαπητικών σχέσεων μας να ζήσουμε εν ειρήνη με τον εαυτό μας και τον κόσμο!