Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Βιτσέντσος Κορνάρος, Ερωτόκριτος

Αρχείο:Erotokritos and Arethousa.jpg
Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα σε πίνακα του Θεόφιλου.
Ο Ερωτόκριτος είναι μία έμμετρη μυθιστορία που συντέθηκε από τον Βιτσέντζο Κορνάρο στην Κρήτη τον 17ο αιώνα. Αποτελείται από 10.012 (οι τελευταίοι δώδεκα αναφέρονται στον ποιητή) ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους στην Κρητική διάλεκτο. Κεντρικό θέμα του είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους, τον Ερωτόκριτο (που στο έργο αναφέρεται μόνο ως Ρωτόκριτος ή Ρώκριτος) και την Αρετούσα, και γύρω από αυτό περιστρέφονται και άλλα θέματα όπως η τιμή, η φιλία, η γενναιότητα και το κουράγιο. Μαζί με την Ερωφίλη του Γεώργιου Χορτάτση είναι τα σημαντικότερα έργα της κρητικής λογοτεχνίας. Ο Ερωτόκριτος πέρασε στην λαϊκή παράδοση και παραμένει δημοφιλές κλασικό έργο, χάρη και στη μουσική με την οποία έχει μελοποιηθεί. [πηγή: http://el.wikipedia.]



Η Υπόθεση του έργου

Το έργο διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα, ο κόσμος όμως που απεικονίζει είναι ένα σύνθετο κατασκεύασμα που δεν ανταποκρίνεται σε κάποια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα: παράλληλα με τις αρχαιοελληνικές αναφορές, εμφανίζονται αναχρονισμοί και πολλά στοιχεία του δυτικού κόσμου, όπως η κονταρομαχία. Η υπόθεση χωρίζεται σε πέντε τμήματα και είναι συνοπτικά η εξής:

Α. Ο βασιλιάς της Αθήνας Ηράκλης και η σύζυγός του αποκτούν μετά από πολλά χρόνια γάμου μια κόρη, την Αρετούσα. Τη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο γιος του πιστού συμβούλου του βασιλιά, Ερωτόκριτος. Επειδή δεν μπορεί να φανερώσει τον έρωτά του, πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τα βράδια και της τραγουδά. Η κοπέλα σταδιακά ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή. Ο Ηράκλης, όταν μαθαίνει για τον τραγουδιστή, του στήνει ενέδρα για να τον συλλάβει, ο Ερωτόκριτος όμως μαζί με τον αγαπημένο του φίλο σκοτώνει τους στρατιώτες του βασιλιά. Ο Ερωτόκριτος, καταλαβαίνοντας ότι ο έρωτάς του δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, ταξιδεύει στη Χαλκίδα για να ξεχάσει. Στο διάστημα αυτό ο πατέρας του αρρωσταίνει και όταν η Αρετούσα τον επισκέπτεται, βρίσκει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου μια ζωγραφιά που την απεικονίζει και τους στίχους που της τραγουδούσε. Όταν εκείνος επιστρέφει, ανακαλύπτει την απουσία της ζωγραφιάς και των τραγουδιών και μαθαίνει ότι μόνο η Αρετούσα τους είχε επισκεφτεί. Επειδή καταλαβαίνει ότι αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και ότι μπορεί να κινδυνεύει, μένει στο σπίτι προσποιούμενος ασθένεια και η Αρετούσα του στέλνει για περαστικά ένα καλάθι με μήλα, ως ένδειξη ότι ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του.





Ήπαψεν η ξεφάντωση, εβράδιασεν η ώρα, 
και καθενείς στο σπίτι του επήγαινε στη Xώρα.

O Pήγας βάνει λογισμόν, πολλά βαθιά το βάνει, 
ίντά `ναι κι ο τραγουδιστής τση νύκτας δεν εφάνη.
Kαι μ’ άλλον τρόπο εβάλθηκε, ποιος είναι να κατέχει, 
κι ώστε να μάθει και να δει, μεγάλην έγνοιαν έχει.
Kαι κράζει, μιαν αργατινή, δέκα από την Aυλή του, 
οπού τσ’ επλέρωνε καλά να βλέπουν το κορμί του.

Λέγει τως· "Πιάστε τ’ άρματα χωστά, και μη μιλείτε, 
κι αμέτε σε παραχωστό κρουφά, και φυλαχτείτε.
Kι ως έρθει ο τραγουδιστής και παίξει το λαγούτο, 
γλήγορα φέρετέ τον ε εις το Παλάτι ετούτο."

Kινούν, και πάσιν το ζιμιό κι οι δέκα αρματωμένοι.
Kαθένας τον τραγουδιστήν ήστεκεν κι ανιμένει.
Eις ώραν ολιγούτσικην, οπού `σανε χωσμένοι, 
θωρούν τον με τη συντροφιάν αξάφνου και προβαίνει.
Aρχίζει πάλι το σκοπόν το γλυκοζαχαρένιο, 
κι εκτύπα το λαγούτο του, σαν το `χε μαθημένο.
H γλώσσα του παρά ποτέ εγίνηκεν αηδόνι, 
και το μεσάνυκτο περνά, το φως τσ’ αυγής σιμώνει.

Tότες, από το χάλασμα εβγαίνουν οι αντρειωμένοι, 
κι ως τσ’ είδεν ο Pωτόκριτος, σκολάζει και σωπαίνει
και το λαγούτο εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια, 
να μην τον εγνωρίσουνε κείνα τα ξένα μάτια. (Α, 491-514)






Β. Ο βασιλιάς οργανώνει κονταροχτύπημα για να διασκεδάσει την κόρη του. Παίρνουν μέρος πολλά αρχοντόπουλα από όλον τον γνωστό κόσμο και ο Ερωτόκριτος είναι ο νικητής.

Γ. Το ζευγάρι αρχίζει να συναντιέται κρυφά στο παράθυρο της Αρετούσας. Η κοπέλα παρακινεί τον Ερωτόκριτο να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Όπως είναι φυσικό, ο βασιλιάς εξοργίζεται με το «θράσος» του νέου και τον εξορίζει. Ταυτόχρονα φτάνουν προξενιά για την Αρετούσα από το βασιλιά του Βυζαντίου. Η κοπέλα αμέσως αρραβωνιάζεται κρυφά με τον Ερωτόκριτο, πριν αυτός εγκαταλείψει την πόλη.




Δ. Η Αρετούσα αρνείται να δεχθεί το προξενιό και ο βασιλιάς τη φυλακίζει μαζί με την πιστή παραμάνα της. Έπειτα από τρία χρόνια, όταν οι Βλάχοι πολιορκούν την Αθήνα, εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος μεταμφιεσμένος από μαγεία. Σε μια μάχη σώζει τη ζωή του βασιλιά και τραυματίζεται.

Ε. Ο βασιλιάς για να ευχαριστήσει τον τραυματισμένο ξένο του προσφέρει σύζυγο την κόρη του. Η Αρετούσα αρνείται και αυτόν τον γάμο και στη συζήτηση με τον μεταμφιεσμένο Ερωτόκριτο επιμένει στην άρνησή της. Ο Ερωτόκριτος την υποβάλλει σε δοκιμασίες για να επιβεβαιώσει την πίστη της και τελικά της αποκαλύπτεται αφού λύνει τα μαγικά που τον είχαν μεταμορφώσει. Ο βασιλιάς αποδέχεται το γάμο και συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του και ο Ερωτόκριτος ανεβαίνει στο θρόνο της Αθήνας.[πηγή: http://el.wikipedia.]




Πρότυπο και άλλες πηγές

Άμεσο πρότυπο του έργου είναι η γαλλική δημοφιλής μεσαιωνική μυθιστορία Paris et Vienne του Pierre de la Cypède, που τυπώθηκε το 1487 και γνώρισε μεγάλη διάδοση με μεταφράσεις σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Ο Κορνάρος γνώρισε το γαλλικό έργο πιθανότατα από ιταλική μετάφραση, καθώς είναι απίθανο να γνώριζε γαλλικά. Δεν πρόκειται όμως για δουλική μίμηση αλλά δημιουργική διασκευή, στην οποία αναγνωρίζονται αρετές σε σχέση με το γαλλικό πρότυπο και τις άλλες διασκευές: η πλοκή είναι περισσότερο οργανωμένη, τα πρόσωπα λιγότερα, περιορίζονται κάποιες επαναλήψεις και επιπλέον υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη σκιαγράφηση της ψυχολογίας των προσώπων. Μέχρι το πρώτο μισό του έργου, ο Κορνάρος ακολουθεί την πλοκή του προτύπου του. Από το σημείο όμως της αποτυχημένης πρότασης γάμου προς τον Βασιλιά, τα δύο έργα παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές. Στο Paris et Vienne οι δύο νέοι απάγονται και επιχειρούν να δραπετεύσουν, μετά όμως από λίγο καιρό η κοπέλα συλλαμβάνεται από ανθρώπους του πατέρα της ενώ ο Paris ταξιδεύει στην ανατολή. Η ευεργεσία του προς τον πατέρα της Vienne, που συντελεί στην επανασύνδεση του ζευγαριού, δεν είναι η σωτηρία του βασιλείου από εχθρούς, όπως στον Ερωτόκριτο, αλλά η απελευθέρωση του βασιλιά από την αιχμαλωσία, όταν εκείνος, επιχειρώντας να οργανώσει σταυροφορία, συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Αλεξάνδρεια. Το τέλος των δύο έργων είναι ανάλογο, με τον «άγνωστο» ευεργέτη να κάνει πρόταση γάμου στη Vienne και εκείνη να δέχεται μόνο μετά την αναγνώρισή του.

Εκτός από τη γαλλική μυθιστορία, εμφανής είναι και η επίδραση του Orlando Furioso του Αριόστο, στα σημεία με περισσότερο επικό χαρακτήρα.

Εκτός από τη δυτική επίδραση, ρόλο στη σύνθεση του Ερωτόκριτου έπαιξε και η ελληνική λογοτεχνική παράδοση, δημοτική (δημοτικά τραγούδια και παροιμίες) και έντεχνη (Ερωφίλη, Απόκοπος, Πένθος θανάτου και άλλα δημώδη κείμενα).[πηγή: http://el.wikipedia.]


Ο Γιώργος Σεφέρης για τον Ερωτόκριτο




Εξάμβλωμα της ταλαιπώρου Ελλάδος.....

«Ομολογώ ότι δεν είναι νόστιμος διατριβή» γράφει στα 1805 ο Αδαμάντιος Κοραής «να αναγινώσκη τις τον Ερωτόκριτον και άλλα τοιαύτα εξαμβλώματα της ταλαίπωρου Ελλάδος, αλλ' όστις αγαπα την ευειδεστάτην δέσποιναν, δεν πρέπει να αμελή να κολακεύη και την δυσειδή θεράπαιναν, εάν η προς την δέσποιναν είσοδος ευκολύνεται οπωσδήποτε δι' αυτής».

Η κρίση αυτή του Κοραή μ' ενδιαφέρει για δυο λόγους: α) Πρώτα, γιατί δείχνει ότι ο Κάλβος, που καθώς μου φαίνεται επηρεάζεται από τη γλωσσική διδασκαλία του Κοραή, μοιάζει να τον ακολουθεί ακόμη και στην εκτίμησή του για ένα ορισμένο είδος ποίησης. Ξέρουμε ότι ο Κάλβος κατηγορεί «το μονότονον των κρητικών επών» και «την βαρβαρότητα των ομοιοκαταλήξεων». β) Έπειτα, γιατί η παρομοίωση της γλώσσας του Ερωτόκριτου με μιαν άσκημη υπηρέτρια και κάπως μαστροπό, καθιερώνει ένα στερεότυπο αντίκρισμα του ποιήματος από τον «καθωσπρέπει» κόσμο. Δεν είναι πολλά χρόνια που ο Ερωτόκριτος, για ένα ορισμένο είδος αστών, ήταν ένα βιβλίο που διαβαζότανε στην κουζίνα. Αλλά και πολύ αργότερα, στα 1909, καθώς το σημειώνει ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, «κατατάχτηκε ο Ερωτόκριτος από διδασκάλους πανεπιστημιακούς στα βιβλία "τα κοσμούντα τας βιβλιοθήκας των θεραπαινίδων"».


Μια φυλλάδα ελεεινά τυπωμένη σε χαρτί εφημερίδας, όπου, χωρίς να λογαριάσει κανείς τα τυπογραφικά λάθη, ο εκδότης παίρνει την άδεια να αλλάζει κάθε λέξη όπως του αρέσει• μ’ ένα εξώφυλλο χρώμα κουφέτου, είτε τριανταφυλλί, είτε φυστικί – μ’ αυτή την όψη κυκλοφορούσε, από τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, ο Ερωτόκριτος, “ποίημα ερωτικών (το ον με με ωμέγα στο αντίτυπό μου), συνταχθέν παρά Βικεντίου Κορνάρου, του εκ της Σιτίας χώρας, εν τη νήσω της Κρήτης”. Κυκλοφορούσε ανάμεσα στις ταπεινές τάξεις, στα νησιά, στις επαρχίες του ελλαδικού κράτους, στις μεγάλες μητροπόλεις του Έθνους. Τις περισσότερες φορές το πουλούσαν γυρολόγοι. Θυμάμαι, παιδί στη Σμύρνη, κάθε απόγεμα, την ίδια ώρα, την ίδια φωνή στο δρόμο: “Έχω βιβλία διάφορα! Τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα! Την Ιστορία της Γενοβέφας! Την Ιστορία της Χαλιμάς!…” Την εποχή εκείνη οι άθλιες αυτές εκδόσεις με γοητεύανε. Στο ξώφυλλο ο Ερωτόκριτος, ένας λεβέντης κοιτάζοντας αγριωπά και κάπως λοξά, με περικεφαλαία θυσανωτή, μ’ αναδιπλωμένο μανδύα πάνω απ’ το θώρακα, έχοντας πίσω του ένα αχαμνό βυζαντινό περιστύλιο, το σκουτάρι και το κοντάρι αεροκρέμαστα ανάμεσα στις κολόνες. Ήταν για μένα η ίδια ψυχή με τον Διγενή και τον Μεγαλέξαντρο, ένας τρίδυμος αδερφός. Αν με ρωτούσαν, δε θα μπορούσα να ξεχωρίσω τον ένα από τον άλλον, όπως, το ίδιο, δε θα μπορούσα να βρω τίποτα που να ξεχωρίζει την Αρετούσα από τη γοργόνα του Μεγαλέξαντρου. Κι οι δυο γυναίκες βασανίζονταν από μια μεγάλη στέρηση. Τι είδους στέρηση ήταν αυτή, δεν μπορούσα τότε να το καταλάβω. Καταλάβαινα όμως πως ήταν αρκετή για να τις πολιτογραφήσει στον κόσμο που με τριγυρνούσε. Κι αυτός ο κόσμος -άνθρωποι του αμπελιού και της θάλασσας- βασανιζότανε, καθώς έβλεπα, από μια μεγάλη στέρηση• αργότερα έμαθα πως ήταν η στέρηση της ελευθερίας.



Η γοητεία της επανάληψης

Ο Ερωτόκριτος είναι ένα πολύ μακρύ ποίημα. Έχει δέκα χιλιάδες πενήντα δύο στίχους. Και όμως είναι ποίημα χωρίς ρητορεία. Κάποτε, πραγματικά τραβάει του μάκρους. Αλλά το μάκρος δεν οφείλεται στην επισώρευση λέξεων ή φράσεων χωρίς περιεχόμενο, που είναι μονάχα θόρυβος, μήτε στις ρηματικές υπερβασίες του αντικειμένου που έχει να εκφράσει ο ποιητής. Οφείλεται στις επαναλήψεις που, καθώς νομίζω, αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει. Λέω αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει, γιατί έχω την εντύπωση ότι αυτές οι επαναλήψεις γίνουνται “κατ’ απαίτησιν του κοινού”. Είναι με κάποιον τρόπο “μπιζαρίσματα”. Στο κονταροχτύπημα λ.χ. παρουσιάζει δεκατέσσερεις αρχοντόπουλους που χτυπιούνται. Και το κονταροχτύπημα του καθενός με τον αντίπαλό του περιγράφεται πάντα με την ίδια φροντίδα της λεπτομέρειας. Αν οι αρχοντόπουλοι ήταν οι μισοί, δε θα πάθαινε τίποτε το ποίημα. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς για τους διαλόγους της Αρετούσας με τη νένα Φροσύνη. Το ίδιο και για άλλα. Όλα αυτά θα ήταν καλύτερα να περιοριστούν. Τέτοιες κρίσεις είναι αυτονόητες για τον σημερινό αναγνώστη, που διαβάζει γρήγορα ένα βιβλίο κι ύστερα το πετά. Αλλά για τους πρώτους αναγνώστες, το διάβασμα ή το άκουσμα ενός ποιήματος σαν τον Ερωτόκριτο ήτανε μια γοητεία. Και η γοητεία αρέσκεται στην επανάληψη. Είναι η ίδια φύση με τη μαγική επωδό. Μια γοητεία που έπρεπε να κρατήσει πολλές βραδυές, ίσως τις βραδυές ενός ολόκληρου χειμώνα. Όταν τέλειωνε το ποίημα, το ξανάπαιρναν από την αρχή. Στο τέλος το μάθαιναν απέξω. Η επανάληψη, κοιταγμένη από αυτή την πλευρά, μοιάζει να είναι μέσα στη φύση των πραγμάτων. Ήτανε μέσα στην ψυχή του ακροατή ή του αναγνώστη, που την περίμεναν προτού μιλήσει ο ποιητής. Και ο ποιητής την εποχή εκείνη δεν ήταν, όπως οι σημερινοί, χωρισμένος από το κοινό του, ήτανε σύμφωνος με τους άλλους ανθρώπους.
Ο ποιητής του Ερωτόκριτου ξέρει να αφηγηθεί και, όταν χρειάζεται, ξέρει να ξεδιπλώσει τη δύναμη του πάθους. Αλλά ο χαρακτήρας του είναι να μιλά “με γνώση και με τρόπο”. Δεν έχει συμπάθεια για τα “μεγάλα φτερουγίσματα”, όπως συνηθίσαμε να λέμε από την εποχή του ρομαντισμού: Απ’ ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια ‘χουν τη χάρη να κάνουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει, κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο, κάνει να κλαίσιν και γελού τα μάτια των ανθρώπω. (Α 887-90)
Όταν δε χρειάζεται να ξεσπάσει, προτιμά να βηματίζει, και ο βηματισμός του αυτός, όπως κάθε βηματισμός, είναι ένας τρόπος αλυσιδωτός, ο ένας κρίκος βαστιέται από τον άλλον και τον επαναλαμβάνει. Γι’ αυτό, φαντάζομαι, παρατηρούμε ένα είδος εμπειρισμό στην πρόοδο του ποιήματος. Δεν εννοώ με τούτο πως ο ποιητής γίνεται κάποτε πεζός. Υπάρχει ένας ποιητικός βηματισμός, ένας ίσος και χαμηλός τόνος που είναι από τα πιο χαριτωμένα πράγματα που μας προσφέρει η ποίηση. Είναι αυτό που θα λέγαμε στη μουσική το ρετσιτατίβο.»




Τι βλέπει ο ποιητής του Ερωτόκριτου;


Τη σύγκρουση της ορμής της νιότης και του ερωτικού πάθους, με τη φρόνηση" τίς οδύνες του πάθους, και, στο τέλος, τη συμφιλίωση και το συμβιβασμό των δυο αυτών αντίθετων δυνάμεων. Αυτό είναι το σχηματικό πλαίσιό του. Δεν απλουστεύω εγώ, ο ποιητής βλέπει με πολύ απλές γραμμές. Ο Ερωτόκριτος είναι αντρειωμένος και αγαπά, η Αρετούσα είναι γενναία και αγαπά χωρίς να επεμβαίνουν οι θεοί των σωμάτων, χωρίς καμιάν άλλη περιπλοκή: τη ζήλια, το φθόνο, το μίσος, την αμφιβολία, λ.χ.Ο ρήγας Ηράκλης και η νένα Φροσύνη αντιπροσωπεύουν τη "φρόνηση" ο ρήγας με απονιά, η νένα με συμπόνια. Αυτό είναι όλο. Επίσης όλη η οικονομία των κινήσεων του ποιήματος είναι πολύ απλή.Όπως έλεγα πρωτύτερα για τις επαναλήψεις, αισθάνεσαι τον ποιητή να βηματίζει πάντα με τον ίδιο ζυγό τρόπο. Συζυγίες προσώπων: Αρετούσα - Ερωτόκριτος, Ερωτόκριτος - Πολύδωρος, Ερωτόκριτος - Άριστος, Αρετούσα - νένα, κτλ. Το ίδιο και στην πρόοδο των συναισθημάτων και των καταστάσεων: πάντα το αντίθετο με το αντίθετο, η θέση και η άρση, η θέση και η άρση: φρόνηση - πάθος, σιγανό - γρήγορο, νερό - φωτιά, σκοτάδι - φως, ασκήμια - ομορφιά, κρύο - ζεστό, αποχωρισμός - σμίξιμο, κατάρες - ευκές... Θα μπορούσα να προσθέσω άπειρα τέτοια παραδείγματα. Αλλά τα αντικείμενα αυτά, όσο περιορισμένα και αν είναι, ο ποιητής τα βλέπει τέλεια, τα βλέπει από κοντά.


(Γ. Σεφέρης, «Ερωτόκριτος», Δοκιμές Α΄, σελ. 268-319, Αθήνα, 24 Φλεβάρη 1946




ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΡΗΓΑ ΗΡΑΚΛΗ ΚΑΙ ΠΕΖΟΣΤΡΑΤΟΥ : Το προξενιό και η οργισμένη αντίδραση του βασιλιά




Σχηματική ανάλυση περιεχομένου και μορφής


Β. Κορνάρος, Ερωτόκριτος from Georgia Dimitropoulou



ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

 Ο Μπάμπα και ο γιος του Αμίρ, Αφγανοί που ανήκουν στη φυλή των Παστούν, εγκατέλειψαν την Καμπούλ μετά την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων το Δεκέμβρη του 1979 και βρίσκονται εγκατεστημένοι στο Φρήμοντ της Καλιφόρνια(δεκαετία του 80). Το προηγούμενο βράδυ ο Μπάμπα έχει ζητήσει από το στρατηγό Ταχέρι το χέρι της κόρης του Σοράγια, για λογαριασμό του γιου του Αλί κι εκείνος έχει συμφωνήσει.

Όταν το επόμενο βράδυ φτάσαμε στο σπίτι των Ταχέρι για το λαφζ, την τελετή της λογοδοσίας, αναγκάστηκα να παρκάρω το Φορντ στο απέναντι πεζοδρόμιο, γιατί η αλέα τους ήταν ήδη γεμάτη από αυτοκίνητα. Φορούσα ενα σκούρο μπλε κοστούμι που είχα αγοράσει την προη¬γούμενη ημέρα, αφού έφερα τον Μπάμπα σπίτι μετά το καστεγκάρι. .....................
Από το εσωτερικό του σπιτιού ακούγονταν γέλια και απαλή αφγανική μουσική. Χτύπησα το κουδούνι. Κάποιος παραμέρισε τις κουρτίνες, κοίταξε την είσοδο κι αμέσως μετά εξαφανίστηκε. «Έφτασαν», άκουσα να λέει η φωνή μιας γυναίκας. Οι ομιλίες σταμάτησαν και κάποιος έκλεισε τη μουσική. Η χανούμ Ταχέρι άνοιξε την πόρτα. «Σαλαάμ αλέικουμ», είπε λαμποκοπώντας.
Φίλησα το χέρι της, έτσι όπως μου είχε πει να κάνω ο Μπάμπα. Τότε εκείνη μας οδήγησε στο καθιστικό μέσα από ένα λαμπρά φωτισμένο διάδρομο. Στο καθιστικό υπήρχαν περίπου δυο δωδεκάδες καλεσμένοι, καθισμένοι σε καρέκλες τοποθετημένες κατά μήκος των τοίχων. Όταν μπήκε ο Μπάμπα, όλοι σηκώθηκαν όρθιοι. Κάναμε το γύρο του καθιστικού. Ο Μπάμπα προχωρούσε αργά —εγώ πίσω του — , έσφιγγε χέρια και χαιρετούσε τους καλεσμένους. Ο στρατηγός, πάντα μέσα στο γκρίζο κοστούμι του, και ο Μπάμπα αγκαλιάστηκαν και χτύπησαν απαλά ο ένας τον άλλο στην πλάτη. Είπαν τα «σαλαάμ» τους σεβάσμια και χαμηλόφωνα.
Ο στρατηγός έτεινε τα χέρια του να με αγκαλιάσει κρατώντας τα όμως τεντωμένα, σαν να μου έλεγε την ώρα που μου χαμογελούσε με κατανόηση: «Αυτός είναι ο σωστός τρόπος —ο αφγανικός τρόπος— να το κάνεις, μπάσεμ». Φιληθήκαμε τρεις φορές σταυρωτά. Ο Μπάμπα κι εγώ —εγώ δίπλα του— καθίσαμε μέσα στο γεμάτο κόσμο καθιστικό, έχοντας απέναντί μας το στρατηγό και τη γυναίκα του. Σύμφωνα με την παράδοση, η Σοράγια δεν ήταν παρούσα.
Αφού μιλήσαμε λίγο για πολλά και διάφορα, ο στρατηγός ξερόβηξε. Τότε απλώθηκε σιωπή στο καθιστικό κι όλοι χαμήλωσαν τα μάτια τους και βάλθηκαν να κοιτάνε τα χέρια τους. Ο στρατηγός έγνεψε με το κεφάλι του στον Μπάμπα. Ο Μπάμπα ξερόβηξε. Όταν άρχισε να μιλάει, αναγκαζόταν να κόβει στη μέση τις προτάσεις του, για να παίρνει ανάσα. «Στρατηγέ σαχίμπ και χανούμ Τζαμίλα τζαν... Εγώ κι ο γιος μου... ήρθαμε σήμερα στο σπίτι σας με μεγάλη ταπεινοφροσύνη. Είστε αξιοσέβαστοι άνθρωποι... από διακεκριμένες και ευυπόληπτες οικογένειες... με περήφανους προγόνους. Έρχομαι με υπέρτατο σεβασμό για εσάς... το οικογενειακό σας όνομα και τη μνήμη των προγόνων σας». Σταμάτησε, πήρε βαθιά αναπνοή και σκούπισε το μέτωπο του. «Ο Αμίρ τζαν είναι ο μοναχογιός μου... το μοναχοπαίδι μου... και υπήρξε για μένα καλός γιος. Ελπίζω να αποδειχθεί αντάξιος της καλοσύνης σας. Σας ζητώ να μας κάνετε την τιμή... να δεχτείτε τον Αμίρ κι εμένα... στην οικογένεια σας».
Ο στρατηγός κούνησε ευγενικά το κεφάλι του. «Είναι τιμή μας που καλωσορίζουμε στην οικογένεια μας το γιο κάποιου σαν κι εσάς», είπε. «Η φήμη σας προηγείται. Στην Καμπούλ ήμουν ταπεινός θαυμαστής σας και παραμένω θαυμαστής σας κι εδώ. Είναι τιμή μας που η οικογένεια σας θα σμίξει με τη δική μας. Όσο για σένα, Αμίρ τζαν, σε καλωσορίζω στο σπίτι μου ως γιο δικό μου και σύζυγο της θυγατέρας μου, που είναι η κόρη των οφθαλμών μου. Ο πόνος σου θα είναι και πόνος μας και η χαρά σου χαρά μας. Ελπίζω να θεωρήσεις την κάλα Τζαμίλα κι εμένα ως δεύτερους γονείς σου και προσεύχομαι τόσο για την ευτυχία της χαριτωμένης μας Σοράγια τζαν όσο και για τη δική σου. Έχετε κι οι δυο σας την ευλογία μας».
Όλοι χειροκρότησαν. Στη συνέχεια όλα τα κεφάλια στράφηκαν προς το χολ. Είχε φτάσει η στιγμή που περίμεναν οι πάντες. Η Σοράγια έκανε τελικά την εμφάνιση της μ' ένα εκθαμβωτικό άσπρο παραδοσιακό αφγανικό φόρεμα, με μακριά μανίκια και χρυσά κεντίδια. Ο Μπάμπα μου έπιασε το χέρι και το έσφιξε. Η χανούμ Ταχέρι αναλύθηκε σε καινούργια δάκρυα. Η Σοράγια προχώρησε αργά αργά προς το μέρος μας. Την ακολουθούσαν νεαρές συγγένισσές της. Φίλησε τα χέρια του πατέρα μου και κάθισε πλάι μου, με τα μάτια της χαμηλωμένα. Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα.


Καλέντ Χοσεϊνι, Χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη, εκδόσεις Ψυχογιός




ΕΡΓΑΣΙΕΣ

1. Να συγκρίνετε τη σκηνή κατά την οποία ο Αφγανός πατέρας ζητάει το χέρι της υποψήφιας νύφης με την αντίστοιχη σκηνή στον Ερωτόκριτο. Ποιες αξίες επικαλείται ο κάθε πατέρας προκειμένου να υποστηρίξει το αίτημά του και ποια ανταπόκριση βρίσκει;

2. Πόσο διαφέρουν τα γαμήλια ήθη στην βενετοκρατούμενη Κρήτη του 17ου αιώνα από εκείνα της Ινδίας του 21ου αιώνα; Διαβάστε το άρθρο που ακολουθεί και συγκρίνετε την αντίδραση του βασιλιά Ηράκλη με την αντίδραση της οικογένειας της νεαρής Ινδής στο θέμα της επιλογής συζύγου.



Η Ινδία, οι κάστες και τα εγκλήματα τιμής





Όταν η Νιρουπάμα Παθάκ έφυγε από την Κοντέρμα, μια απομονωμένη περιοχή ορυχείων, για μεταπτυχιακές σπουδές στο Νέο Δελχί, φαινόταν ότι άφηνε πίσω της την παλιά Ινδία για να γνωρίσει τη νέα. Οι γονείς της πλήρωσαν τα δίδακτρα και την άφησαν να επιλέξει ελεύθερα το επάγγελμα που θα κάνει. Οταν, όμως, ήρθε η ώρα να επιλέξει σύζυγο, τα πράγματα ήταν διαφορετικά.

Η οικογένεια της Νιρουπάμα Παθάκ ανήκει στην κάστα των Βραχμάνων, την ανώτερη στην Ινδία, και όταν η 22χρονη Παθάκ τους ανακοίνωσε ότι αρραβωνιάστηκε κρυφά ένα νεαρό από μια κατώτερη κάστα, η οικογένεια της άρχισε να την πιέζει να αλλάξει γνώμη.
Λίγες μέρες αφότου η Παθάκ επέστρεψε σπίτι της στα τέλη Απριλίου, βρέθηκε νεκρή στην κρεβατοκάμαρα της. Η αστυνομία συνέλαβε τη μητέρα της, Σούντα Παθάκ, ως ύποπτη για δολοφονία, ενώ η οικογένεια ισχυρίζεται ότι πρόκειται για αυτοκτονία. Η ιατροδικαστική έκθεση αποκάλυψε ένα άλλο απροσδόκητο στοιχείο της υπόθεσης: η Παθάκ ήταν έγκυος.
Στην ινδική κοινωνία, όπου η πάλη ανάμεσα στα παραδοσιακά και τα σύγχρονα ήθη κυριαρχεί, ο θάνατος της Παθάκ προέκυψε εν μέσω μιας προφανούς αναζωπύρωσης των λεγόμενων εγκλημάτων τιμής, θύματα των οποίων πέφτουν ζευγάρια που παραβαίνουν τις ινδικές γαμήλιες παραδόσεις.
Το φαινόμενο των εγκλημάτων τιμής είναι συνηθέστερο σε κάποιες βόρειες πολιτείες, ειδικά στη Χαριάνα, όπου τα τοπικά συμβούλια καστών συχνά λειτουργούν ως αστυνομική δύναμη ηθών η οποία δεν υπάγεται στο νόμο και εκδίδουν διατάγματα εναντίον των ζευγαριών που προέρχονται από διαφορετικές κάστες ή που κατάγονται από το ίδιο χωριό, κάτι το οποίο θεωρείται ότι παραβιάζει την παράδοση. «Η σύναψη γάμων ανάμεσα σε άτομα που ανήκουν στην ίδια κάστα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας. Ολες οι κοινωνίες έχουν το δικό τους πολιτισμό. Ολες οι κοινωνίες έχουν τις δικές τους παραδόσεις», τόνισε ο Νταρμέντρα Παθάκ, ο πατέρας της άτυχης Παθάκ.
Στην Κοντέρμα, όσοι τάσσονται στο πλευρό της οικογένειας Παθάκ διαδηλώνουν υπέρ της αποφυλάκισης της μητέρας, ενώ την ίδια στιγμή στο Νέο Δελχί πρώην συμφοιτητές της Παθάκ και άλλοι κάνουν ολονυχτίες με αναμμένα κεριά, ζητώντας την εκδίκαση της υπόθεσης ως έγκλημα τιμής. Η Τζιρίγια Βίας, ινδή βουλευτής και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Γυναικών της χώρας, δήλωσε σχετικά: «Αυτό το φαινόμενο γίνεται όλο και πιο συχνό. Δεν θα έπρεπε να γίνονται τέτοια πράγματα τον 21ο αιώνα. Πρέπει να σταματήσουν οπωσδήποτε». 


 ΚΕ, 18 Ιουλίου 2010


Έφηβη σκότωσε τον πατέρα και τον αδελφό της


ΑΘΗΝΑ 02/07/2012

Μια Ινδή έφηβη 14 ετών συνελήφθη διότι δηλητηρίασε και σκότωσε τον πατέρα και τον αδελφό της επειδή εκδήλωσαν την αντίθεσή τους στον έρωτά της με ένα αγόρι κατώτερης κάστας, σε μια αντεστραμμένη υπόθεση "εγκλήματος τιμής", ανακοίνωσε η αστυνομία.

Η νεαρή κοπέλα έριξε δηλητήριο χθες σε μια σούπα κάρυ με λαχανικά, την οποία κατόπιν έδωσε στον πατέρα της και το νεότερο αδελφό της, που υπέκυψαν λίγη ώρα μετά το γεύμα, σύμφωνα με την αστυνομία. Η μητέρα της έφηβης, η Σουνίτα Ντέβι, εξήγησε στους αστυνομικούς ότι επέζησε διότι ήταν άρρωστη και αρνήθηκε να φάει.

Η διπλή ανθρωποκτονία σημειώθηκε στο χωριό Μαλπούρ, 75 χλμ. από την Πάτνα, πρωτεύουσα της πολιτείας Μπιχάρ, στην ανατολική Ινδία.

"Η νέα έκανε αυτήν την ακραία κίνηση διότι τα μέλη της οικογένειάς της, ανάμεσά τους ο πατέρας της, ο αδελφός της και η μητέρα της, είχαν εκδηλώσει την αντίθεσή τους στον έρωτά της με ένα αγόρι και το σχέδιό της να τον παντρευτεί", είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο ένας αξιωματικός της τοπικής αστυνομίας, ο Απέντρα Κουμάρ Σίνχα.

Ο νεαρός ανήκε στη χαμηλότερη κάστα βάσει του πολύπλοκου ινδικού συστήματος κοινωνικής διαστρωμάτωσης στην Ινδία, στους Νταλίτ, ή "ανέγγιχτους".

Η κοινότητα αυτή, η οποία ζει στο περιθώριο της κοινωνίας και υφίσταται διακρίσεις στους τομείς της παιδείας και της εργασίας, συχνά αναλαμβάνει κατώτερες, θεωρούμενες ως "ακάθαρτες" δουλειές, όπως η αποκομιδή των απορριμμάτων και των ακαθαρσιών.

Η οικογένεια της νεαρής, που ανήκε σε μια υψηλότερη κάστα, είχε ξυλοκοπήσει τον έφηβο όταν το ζευγάρι είχε προσπαθήσει να κλεφτεί.

Τα εγκλήματα που αποδίδονται σε ερωτικές σχέσεις μεταξύ μελών διαφορετικών καστών συνήθως αφορούν δολοφονίες θυγατέρων από γονείς ή αδελφών από αδελφούς διότι "ατιμάζεται η τιμή" της οικογένειας.


Δεν υπάρχουν επίσημες στατιστικές σε ό,τι αφορά τα "εγκλήματα τιμής" στην Ινδία, αλλά, σύμφωνα με μία ανεξάρτητη έρευνα που έγινε το 2010, είχαν σημειωθεί 900 ανθρωποκτονίες του είδους αυτού στις πολιτείες Χαριάνα, Παντζάμπ και Ούταρ Πραντές.








3. Στην περίπτωση του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, εμπόδιο στην ένωσή τους αποτελεί η μεγάλη κοινωνική διαφορά. Ποιο είναι το εμπόδιο στους γάμους, ακόμα και σήμερα στη Ν.Αφρική, σύμφωνα με το άρθρο που ακολουθεί;



Ταμπού οι μεικτοί γάμοι



Η Νότια Αφρική ήταν ανέκαθεν μια κλειστή, συντηρητική κοινωνία.Το τέλος του απαρτχάιντ σηματοδότησε και μια αλλαγή στα ήθη. Ωστόσο, οι μεικτοί γάμοι, που επί απαρτχάιντ απαγορεύονταν διά ροπάλου και συνιστούσαν σοβαρότατο ποινικό αδίκημα που τιμωρούνταν με φυλάκιση, εξακολουθούν να αποτελούν ταμπού. Μόνο το 4% των γάμων γίνεται ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής φυλής. Η Χέιζελ και ο Φίλιπ αποτελούν χαρακτηριστικό παρά¬δειγμα. Εκείνη μαύρη, εκείνος λευκός, είναι παντρεμένοι εδώ και 14 χρόνια και έχουν δυο παιδιά. Η σχέση τους προ¬κάλεσε απανωτά εγκεφαλικά στις οικογένειες τους, πολύ περισσότερο μάλιστα – αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς – στην οικογένεια της κοπέλας. Η αγαπημένη της θεία, με την οποία μοιραζόταν όλα της τα μυστικά, μόλις έμαθε ότι έβγαινε με ένα λευκό αγόρι, την έβαλε να της ορκιστεί ότι δεν θα τον ξαναδεί. «Μου είπε: "Είναι χαμένο κορμί. Για να βγαίνει μαζί σου, καμία λευκή δεν θα τον θέλει"». Σήμερα, τόσα χρόνια μετά το γάμο τους, δεν έχουν ζήσει ακραίες ρατσιστικές συμπεριφορές όπως παλιά, όταν τα μεικτά ζευγάρια που εμφανίζονταν δημόσια δέχονταν χυδαίες βρισιές και προπηλακισμούς. Ωστόσο, τα υποτιμητικά βλέμματα δεν λείπουν. Οι περισσότεροι φίλοι του ζευγαριού είναι μαύροι, καθώς οι λευκοί τους αντιμετωπίζουν με υπεροψία.


Περιοδικό We, ΚΕ, 4 Ιουλίου 2010

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Μέρες του 36: Από το Γιώργο Σεφέρη στο Θόδωρο Αγγελόπουλο


Ο φωτογράφος Σεφέρης. Κύπρος. Μνήμη και αγάπη. Με το φακό του Γιώργου Σεφέρη, πρόλογος - σχεδιασμός - επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλης. Λευκωσία 1990.


Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου....

Στο ποίημα
 «Με τον τρόπο του Γ. Σ», ο Γ. Σεφέρης σκιαγραφεί αδρά την παρακμιακή κατάσταση της Ελλάδας, η οποία κυοφορούσε τη δικτατορία του Μεταξά. Ο ποιητής βιώνει με δραματικό τρόπο τη διάστασή του από μια καθημερινότητα με φθοροποιά στοιχεία που απειλούν τον ελληνισμό. 

« Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονώτερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσοι σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά δεν είναι ο τόπος μας αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό.», γράφει ο ίδιος στις 22 Αυγούστου του 1936, από την Αίγινα, που βρίσκεται.



Από τη χρεοκοπία του ’32 στη δικτατορία του ’36

Πώς η πίεση των ξένων δανειστών και οι κοινωνικές συνέπειες της πτώχευσης έφεραν τον Μεταξά στην εξουσία

Αν και η κοινή συνείδηση έχει καταγράψει την 4η Αυγούστου 1936 ως την ημέρα της ανόδου του Ιωάννη Μεταξά στην εξουσία, η πραγματικότητα είναι διαφορετική: ο Μεταξάς έγινε πρωθυπουργός αρκετούς μήνες πριν, στις 29 Απριλίου του ίδιου έτους. Όχι μέσα από κίνημα, αλλά μέσα από την ίδια τη Βουλή, η οποία του έδωσε μάλιστα πρωτοφανή πλειοψηφία 241 ψήφων, επικυρώνοντας τον διορισμό του ως πρωθυπουργού από τον βασιλέα Γεώργιο Β’ μετά τον ξαφνικό θάνατο του πρωθυπουργού Δεμερτζή. Το πώς και το γιατί η χώρα κατέληξε στα χέρια του Μεταξά είναι μια ιστορία που ξεκινά τέσσερα χρόνια πριν, τον Απρίλιο του 1932, όταν η Ελλάδα κήρυττε πτώχευση με την παραίτηση του υπουργού Οικονομικών Γεωργίου Μαρή, για να περιδινηθεί έκτοτε στην εναλλαγή σειράς κυβερνήσεων, που, τελικά, δεν κατάφεραν να βρουν βιώσιμη λύση στο ζήτημα του χρέους.

Το 1932 το συνάλλαγμα από τις εξαγωγές της χώρας πήγαινε σε ποσοστό 81% για την εξυπηρέτηση του χρέους, τη στιγμή που στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16% και στην Ουγγαρία, όπου ήταν και το μεγαλύτερο όλων των άλλων χωρών πλην της Ελλάδας, στο 48%. Η κρίση είχε γίνει πια ασφυξία. Τους τελευταίους μήνες της πρωθυπουργίας του, το 1932, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχει καταβάλει δραματικές προσπάθειες νέας δανειοδότησης της χώρας από το Παρίσι, το Λονδίνο και τη Ρώμη, που έχουν καταλήξει άκαρπες. Για την Ουάσιγκτον, η οποία βρισκόταν ακόμη μεταξύ του Κραχ και του «Νιου Ντιλ», δεν υπήρχε θέμα συζήτησης, όπως και για το Βερολίνο, το οποίο ήταν ακόμη εξαιρετικά επιβαρυμένο με τις πολεμικές αποζημιώσεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και έμπαινε ήδη στην τροχιά της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία.

Η πολύ έντονη κοινωνική πίεση που είχε προκαλέσει η πτώχευση γεννούσε άλλωστε και τον έντονο φόβο της ανόδου του ΚΚΕ - σε μια εποχή που η Οκτωβριανή Επανάσταση έστηνε το διεθνικό καθεστώς της και σκορπούσε τον φόβο στον «αστικό» πολιτικό κόσμο. Ο συνδυασμός της κοινωνικής πίεσης από τις επιπτώσεις της χρεοκοπίας και της εσωτερικής αίσθησης αστάθειας και της διαρκώς αυξανόμενης εξωτερικής πίεσης στη χώρα από τους ξένους ομολογιούχους έδωσε όμως και πολύ έδαφος στις ιδέες του ολοκληρωτισμού. Αργότερα το Σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα, το οποίο δημιούργησε τον φόβο μιας έμμεσης ανόδου του νεαρού ΚΚΕ στην εξουσία, συνέβαλε ακόμη περισσότερο σε εκείνη την κατεύθυνση.


25 Νοεμβρίου 1935. Ο πρωθυπουργός Γ. Κονδύλης υποδέχεται στο Φάληρο το Γεώργιο Β' που επιστρέφει στην Ελλάδα. (Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α. ) 

Με την ψήφο των δύο μεγάλων κομμάτων

Η τελευταία προπολεμική Βουλή, που είχε προκύψει από τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936, οι οποίες διεξήχθησαν με απλή αναλογική, ήταν και η τελευταία στην οποία συγκρούστηκαν οι δύο μεγάλες ελληνικές παρατάξεις, οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί. Η μεγάλη ιστορική ειρωνεία είναι ότι εκείνη η Βουλή ήταν μάλιστα αναθεωρητική... 

Αμέσως μετά τον σχηματισμό της σε σώμα, η Βουλή, η οποία είχε μπροστά της το μέγα πρόβλημα της διαπραγμάτευσης του χρέους, αλλά και το διχαστικό ζήτημα της επανόδου των βενιζελικών αξιωματικών που είχαν φύγει από το στράτευμα μετά το Κίνημα του '35, αδυνατούσε να δώσει άλλη κυβέρνηση και διχοτομήθηκε σε δύο στρατόπεδα με συμμετοχή πολλών κομμάτων το καθένα: η βενιζελική / δημοκρατική παράταξη οχυρώθηκε με ένα συνολικό ποσοστό λίγο πάνω από το 45% και 142 έδρες και η αντιβενιζελική με ποσοστό αθροιστικά λίγο πάνω από 47,5% και 143 έδρες. Το Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε 5,6% και εξέλεξε 15 βουλευτές. 

Στην αρχή, λόγω του Συμφώνου Σοφούλη - Σκλάβαινα, θεωρήθηκε βέβαιο ότι οι βουλευτές του ΚΚΕ θα παίξουν τον ρόλο του «ρυθμιστή» στον σχηματισμό κυβέρνησης. Τελικά ήταν η μόνη ομάδα που είχε κάθετη άρνηση στην παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στον Ιωάννη Μεταξά και η άνοδος του Μεταξά στην εξουσία, αν και τυπικά κοινοβουλευτική, είχε από την αρχή σαφή χαρακτηριστικά δικτατορικού τύπου: με απόφασή της η Βουλή αυτοκαταργήθηκε εκείνη την ίδια ημέρα για τους επόμενους μήνες, δίνοντας στον Μεταξά το δικαίωμα να κυβερνά με βασιλικά διατάγματα ως την επαναφορά στις πλήρεις δραστηριότητές της, η οποία όμως δεν πρόλαβε να συντελεστεί, καθώς ο αρχηγός του μικρού κόμματος των έξι βουλευτών κήρυξε στις 4 Αυγούστου και τυπικά τη δικτατορία...

Την πραγματικότητα περιγράφει με ενάργεια στην αγόρευσή του στη Βουλή στις 29 Απριλίου ο βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος Βάσος Στεφανόπουλος: «Χθες ακόμη εις μίαν μακράν ολονύκτιον συνεδρίασιν ηναγκάσθημεν να κηρύξωμεν την χρεωκοπίαν του λεγομένου κοινοβουλευτισμού. [...] Και τα 240 ΝΑΙ, τα οποία εξεφώνησαν εις την αίθουσαν ημών εις την ψήφον εμπιστοσύνης, ήσαν 240 υπογραφαί κάτωθι της τρομεράς διαπιστώσεως ότι εχρεωκοπήσαμεν ως κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως Συνέλευσις, εχάσαμεν την συνείδησιν του προορισμού μας ως εθνική κυριαρχία. Και έτι πλέον, κύριοι βουλευταί. Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδεσμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν να διακυβερνήσωμεν. Διότι τι είδους ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθεί όταν ο μεν λαός φωνάζει "δεν θέλω να με κυβερνήσει ο κ. Μεταξάς", ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην απαντώμεν: "Και όμως, θα σε κυβερνήσει ο Μεταξάς!"»...


Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης στο στρατηγείο του στην Σάμο το 1912


Με τη φυγή του Βενιζέλου στην Γαλλία, ο Σοφούλης ανέλαβε την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936,το κόμμα του δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία, οπότε υπέγραψε με το Παλλαϊκό Μέτωπο (το οποίο ελέγχονταν από το ΚΚΕ) σύμφωνο, χάρη στο οποίο εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής. (Το σύμφωνο αυτό έμεινε στην ιστορία ως «σύμφωνο Σκλάβαινα–Σοφούλη».)
Η προειδοποίηση Σοφούλη

Από την άλλη πλευρά, ένα πολύ «βαρύ» πολιτικό όνομα, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του μεγαλύτερου στη Βουλή, και διάδοχος του Ελευθερίου Βενιζέλου, έλεγε την ίδια ημέρα στη Βουλή: «Μέσα εις την ατμόσφαιραν η οποία περιβάλλει την ζωή μας, εισπνέομεν όλοι, χωρίς να το καταλάβωμεν, μία γενναίαν δόσιν υποκρισίας. Κοπτόμεθα πάντες και εκτραγωδούμεν τον κίνδυνον τον απώτερον του κομμουνισμού, διά να καλύψωμεν τον κίνδυνον τον οποίον ημείς οι ίδιοι δημιουργούμεν, οι προστάται δήθεν και υπερασπισταί του αστικού καθεστώτος. [...] Και η καταφρόνησις προς πάσαν ηθικήν αξίαν και προς πάσαν ηθικήν έννοιαν έχει κλονίσει πλέον τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος, ώστε να μη υπολείπεται πλέον εις τους ενδεχόμενους ανατροπείς του κοινωνικού καθεστώτος βαρύ το έργον».




"Μέρες του '36", Θόδωρος Αγγελόπουλος (1972)

Με άμεσο και διεισδυτικό τρόπο, στη μεταξική περίοδοαναφέρεται   η ταινία «Μέρες του '36» (1972), του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Αυτή η ταινία προετοιμάζει τη μελέτη του σκηνοθέτη για τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας, η οποία θα συνεχιστεί με το «Θίασο» (1975), τους «Κυνηγούς» (1977 και το «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984). Είναι η δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη, μετά την «Αναπαράσταση» (1970) και τη μικρού μήκους «Εκπομπή» (1968).

Ο Αγγελόπουλος με τις πρώτες ταινίες του, την «Αναπαράσταση» (1970) και τις «Μέρες του '36» (1972), «προσπαθεί να σκηνοθετήσει τη σιωπή που επέβαλλαν στον ελληνικό λαό οι διαδοχικές δικτατορίες» γράφει η Σιλβί Ρολέ.




Oι «Μέρες του ’36» είναι αυτές που προετοίμασαν την εγκατάσταση της φιλοφασιστικής δικτατορίας του στρατηγού Μεταξά. Σε μια πλατεία γεμάτη κόσμο και κάτω από έναν δυνατό ήλιο, δολοφονείται ένας συνδικαλιστής. Oι υποψίες στρέφονται στον Σοφιανό, έναν πρώην συνεργάτη της αστυνομίας που έχει πέσει σε δυσμένεια. O Σοφιανός αγωνίζεται μάταια ν' αποδείξει την αθωότητά του. Απελπισμένος, κρατάει όμηρο στο κελί του ένα φίλο βουλευτή που τον επισκέπτεται στη φυλακή, κι απειλεί να τον σκοτώσει αν δεν τον ελευθερώσουν. 

Είμαστε στις παραμονές των εκλογών του 1936, και η κυβέρνηση Μεταξά, που μόλις στέκεται όρθια χάρη σ' έναν δύσκολο συμβιβασμό ανάμεσα στις δυνάμεις της Δεξιάς και του Κέντρου, βρίσκεται σε μια πολύ λεπτή θέση: αν αντισταθεί στον εκβιασμό του Σοφιανού, προκαλώντας το θάνατο του βουλευτή, θα χάσει τη στήριξη της Δεξιάς· κι αν, αντίθετα, υποκύψει στον εκβιασμό κι αφήσει ελεύθερο τον κρατούμενο, θα χάσει τη στήριξη του Κέντρου. 

Το ποια «τάξη» αποκαταστάθηκε τελικά, το φανερώνει ξεκάθαρα η σκηνή της εκτέλεσης των διαδηλωτών που κλείνει την ταινία.
(Η υπόθεση της ταινίας από το επίσημο site του Θ. Αγγελόπουλου )


......ένα άρρωστο πολιτικό σύστημα 

Είναι οι παραμονές της δικτατορίας του Μεταξά. Ο Αγγελόπουλος μας δείχνει με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο την ηθική και πολιτική κατάπτωση στην ελληνική κοινωνία, το 1936. Με μικρές εξόδους από την κλασική αφήγηση, έχουμε τελικά έναν ποιητικό κινηματογράφο που παραφράζει την πραγματικότητα. Βλέπουμε την κατολίσθηση της αστικής τάξης, τόσο σε ηθικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Η αδυναμία μιας ψύχραιμης ανάλυσης της κατάστασης λίγο πριν να αναλάβει τη διακυβέρνηση ο Μεταξάς και να οδηγήσει την Ελλάδα μέσα από ένα αβέβαιο δρόμο στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι εμφανής στην ταινία. Το Κράτος είναι τυπικά και ουσιαστικά ο υπηρέτης της πολιτικής εξουσίας και η εκμετάλλευση του λαού μας δείχνει τις τρομερές ταξικές αντιθέσεις που δυναμώνουν το αριστερό κίνημα, το οποίο θα φανεί στην Κατοχή και, μετά, στον Εμφύλιο Πόλεμο.

Ο Αγγελόπουλος δε δικαιολογεί τη φασιστική κίνηση του Μεταξά, απλά δείχνει αυτό που υπήρχε τότε: ένα άρρωστο πολιτικό σύστημα που είχε πεθάνει, αξιακά, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Καταφέρνει, παρόλα αυτά, να επιβιώνει, με «ενέσεις» συμπαράστασης από τις ξένες δυνάμεις, ακριβώς όπως λύνεται τελικά αυτή η ομηρία με ένα πυροβολισμό που φαίνεται ότι θα έχει σα θύμα το βουλευτή, θα αποδειχτεί όμως ότι ο κρατούμενος θα αυτοκτονήσει, ενώ ο όμηρός του θα λιποθυμήσει από το φόβο του.

Παράλληλα, ο Αγγελόπουλος μας αφηγείται και την αδυναμία της Αριστεράς να αναλάβει συγκεκριμένες δράσεις, να βρει ένα δρόμο για την έξοδο από την κρίση και να κάνει τελικά την επανάστασή της. Η δικτατορία του Μεταξά βόλεψε και κάποιους αριστερούς που αγιοποιήθηκαν, μέσα από τις πρωτοφανείς διώξεις, βασανιστήρια και δολοφονίες που ασκήθηκαν εναντίον τους.


«Ωχ! Τώρα θα μας πιάσουνε»

Η πρώτη μου επαφή με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, έγινε το 1971, όταν μού ζήτησε να έχω τη μουσική επιμέλεια στις «Μέρες του 36». Εγώ γενικά, τις μουσικές επιμέλειες σε έργα στο θέατρο και στο ραδιόφωνο τις βαριόμουνα, όμως στο Θόδωρο δε μου πήγαινε να πω «όχι», γιατί η «Αναπαράστασή» του, που ήδη είχα δει, μού άρεσε πολύ. Η συνεργασία μου μαζί του ήταν άψογη και βεβαίως ούτε που διανοήθηκα να ζητήσω αμοιβή.

Είχαμε δικτατορία και η «επίσημη» πρώτη είχε γίνει νομίζω στο Παλλάς, σε μια κατάμεστη αίθουσα, τοποθετημένη πολιτικά εκ προοιμίου! Όταν στους τίτλους της ταινίας, είδα γραμμένο το όνομά μου, ψιθύρισα στην αδελφή μου «Ωχ! Τώρα θα μας πιάσουνε». Κι όταν στη σκηνή της φυλακής, μόλις ακούστηκε η φωνή της Κάκιας Μένδρη, οι θεατές ξέσπασαν σε ένα αυθόρμητο, πηγαίο χειροκρότημα, σκέφτηκα «τουλάχιστον συμμετέχω σε μια ταινία που θα μείνει!».
Γιώργος Παπαστεφάνου



Εικόνες του '36

Στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Βούλα Σαββίδη 
Τα χαμένα χρόνια (1977)

Έξω απ’ το παράθυρό μου
τ’ Αυγουστιάτικο φεγγάρι
ώρα, λέω, να ποτίσω το βασιλικό
Μπρος στην ξώπορτα καπνίζουν
σέρτικο οι φαντάροι
πήρα Singer και θα ράβω
κα 'να νυφικό

Βλέπω, ακούω και σωπαίνω
τα καράβια πάνε πέρα
εσύ φεύγεις κι εγώ μένω
κι άλλοι τραγουδάν:
Γιατί χαίρεται ο κόσμος
και χαμογελάει, πατέρα;

Στο μεταγωγών απ’ έξω
περιμένω πέντε ώρες
το Λενάκι με το Γιάννη παίζουνε κρυφτό
Το δελτίο μας προβλέπει
για το μήνα μπόρες
το ψιλόβροχο αρχίζει
τρέχω να κρυφτώ

Βλέπω, ακούω και σωπαίνω
τα καράβια πάνε πέρα
Γιατί χαίρεται ο κόσμος
και χαμογελάει, πατέρα;
Γιατί λάμπει ο ήλιος έτσι
γιατί φέγγει έτσι πέρα; 





Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Ενότητα 3, Η κατοχή της εξουσίας δεν εγγυάται την ευτυχία

http://rogerios.files.wordpress.com/2010/05/damocles-westallpc20080120-8842a.jpg?w=450&h=573
Η "Δαμόκλειος Σπάθη", 1812 του Richard Westall. Πίνακας που παρουσιάζει τον Τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο τον Πρεσβύτερο και τον Δαμοκλή να κάθεται στον θρόνο του Διονύσιου με το σπαθί να αιωρείται πάνω από το κεφάλι του.

Ξενοφών, Ιέρων

Το έργο είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον ποιητή Σιμωνίδη τον Κείο και τον τύραννο των Συρακουσών Ιέρωνα Α΄με θέμα την τυραννίδα. Ο ποιητής αναρωτήθηκε αν οι τύραννοι γεύονται περισσότερες ηδονές και παράλληλα θλίβονται και υποφέρουν λιγότερο από τους απλούς πολίτες. Έτσι, ο Ιέρωνας έθεσε ως βάση της σύγκρισης του τυραννικού και ιδιωτικού βίου έναν κατάλογο απολαύσεων, επιχειρώντας να δείξει ότι οι απόψεις για τον ανέφελο βίο των τυράννων αποτελούσαν απλώς προκαταλήψεις του πλήθους.
  • Οι τύραννοι στερούνται την ανιδιοτελή αγάπη και την ειλικρινή φιλία
  • Ζουν μονίμως στην ανασφάλεια που γεννά η δυσπιστία, ενώ κινδυνεύουν και από το γεγονός ότι από όλους τους δολοφόνους ο μόνος που τιμάται από τους συμπολίτες του είναι ο τυραννοκτόνος.
  • Φοβούνται τους ανδρείους, μήπως και τολμήσουν κάτι για χάρη της ελευθερίας· τους σοφούς μήπως και μηχανευτούν κάτι· τους δίκαιους, μήπως τους θελήσει το πλήθος για κυβερνήτες του. Αναγκάζονται να χρησιμοποιούν  μόνο τους άδικους, τους έκλυτους και τους δουλοπρεπείς.




Πού οφείλεται η ανάγκη για εξουσία

Όσο αντιπαθητικοί κι αν γίνονται οι αλκοολικοί της εξουσίας, της κάθε μορφής εξουσίας, μέσα στις παρέες μας, στην οικογένειά μας, στη γειτονιά μας, στο γραφείο μας, ας υποψιαστούμε πως κάτι προσπαθούν να παρηγορήσουν, να επουλώσουν, να αποκρύψουν. Έστω και τόσο ενοχλητικά. Δε μου βγαίνει από το μυαλό πως εξουσία είναι για πάρα πολλούς από εμάς το υποκατάστατο μιας στερημένης αγάπης. Πως ανάγκη για εξουσία είναι η διαστρεβλωμένη ανάγκη για αγάπη. Η έκπτωση της αγάπης, η άλλη επιλογή, η εναλλακτική «λύση» για τη στέρησή της. Θυμάστε την υπέροχη ιστορία του Ντίκενς για τον Σκρουτζ? Πρέπει με κάποιο τρόπο να μας προσέξουν, να μας εκτιμήσουν. Αφού δε μας αγαπούν, ας μας φοβηθούν τουλάχιστον. Λάθος τρόπος, δειλός τρόπος, αλλά αληθινό το δράμα από πίσω του. Είναι το υποσυνείδητο σκεπτικό του εξουσιομανή – με κάθε μορφή εξουσίας -, προκειμένου να ξεφύγει από τη μοναξιά του.


Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, Μ. Βαμβουνάκη, σσ 152-153




Είναι εθιστική σαν ένα ναρκωτικό, αλλάζει την μορφή του εγκεφάλου πυροδοτώντας την τεστοστερόνη και την ντοπαμίνη και όταν την χάσουμε.... νιώθουμε όπως οι αλκοολικοί στην απεξάρτηση. Η εξουσία επιδρά στην εγκεφαλική λειτουργία με τρόπο θεαματικό εξηγεί ο καθηγητής Ψυχολογίας του Trinity College του Δουβλίνου Ιαν Ρόμπερτσον. Η ντοπαμίνη χαρίζει καλύτερες γνωσιακές λειτουργίες – εν ολίγοις ευστροφία και εξυπνάδα.
Η υπερβολική εξουσία ωστόσο – και η υπερβολική έκκριση ντοπαμίνης – ενέχει κινδύνους και αρνητικά αποτελέσματα επιφέροντας διαταραχή τόσο των γνωσιακών όσο και των συναισθηματικών λειτουργιών. Όπως προειδοποιεί ο κ. Ρόμπερτσον, μπορεί να οδηγήσει σε χονδροειδώς λανθασμένες κρίσεις και αποφάσεις, άγνοια κινδύνου, εγωκεντρικότητα και έλλειψη οίκτου για τους άλλους.




Ο άξιος και γνωστικός άνθρωπος αποφεύγει τους μπελάδες της εξουσίας

Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα (346 e – 348 b) ο Σωκράτης, αντικρούοντας τα επιχειρήματα του σοφιστή Θρασύμαχου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι «δίκαιο είναι το συμφέρον του ισχυρότερου», λέει  «ότι κανένας δεν έχει αυτοπροαίρετα τη διάθεση να κυβερνά και να αναλαμβάνει να διορθώσει τα στραβά των αλλονών αλλά ζητάει αμοιβή, για το λόγο ότι όποιος σκοπεύει να ασκήσει σωστά την τέχνη δεν πράττει ποτέ ό,τι είναι το καλύτερο για τον εαυτό του ούτε δίνει τέτοιες εντολές ―εφόσον οι εντολές του θα είναι σύμφωνες με την τέχνη― αλλά ό,τι είναι το καλύτερο για εκείνο που έχει στην εξουσία του. Αυτή, καθώς φαίνεται, είναι η αιτία, για την οποία όσοι πρόκειται να αποφασίσουν να ασκήσουν εξουσία πρέπει να έχουν μια ανταμοιβή, είτε χρηματική είτε κάποια τιμητική διάκριση ή μια τιμωρία, αν δεν την ασκήσουν.»

Και συνεχίζει ο Σωκράτης: «Γι' αυτόν λοιπόν το λόγο, οι άξιοι άνθρωποι δεν επιδιώκουν την εξουσία ούτε για τα χρήματα ούτε για τη δόξα• γιατί ούτε πληρωμένοι θέλουν να χαρακτηριστούν, εισπράττοντας φανερά μισθό για το αξίωμα τους, ούτε κλέφτες, αποκομίζοντας κρυφά κέρδος από αυτό. Ούτε πάλι για τη δόξα• γιατί δεν είναι φιλόδοξοι. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάποιος αναγκασμός γι' αυτούς και κάποια τιμωρία προκειμένου να θελήσουν να ασκήσουν εξουσία ―έτσι που σχεδόν να θεωρείται ντροπή να αναλάβει κανείς με τη θέλησή του κυβερνητικό αξίωμα προτού να εξαναγκαστεί να το πράξει―, κι η πιο μεγάλη τιμωρία εδώ είναι να τον εξουσιάζει κάποιος χειρότερός του, αφού ο ίδιος δεν θα έχει τη διάθεση να κυβερνά. Από φόβο για αυτήν ακριβώς την τιμωρία δέχονται κατά τη γνώμη μου να ασκήσουν εξουσία οι άξιοι άνθρωποι, όταν καμιά φορά συμβεί να πάρουν εξουσία στα χέρια τους, και αναλαμβάνουν τότε να κυβερνήσουν όχι με την ιδέα ότι τους περιμένει εκεί κάτι καλό η ότι θα καλοπεράσουν αλλά σαν να προχωρούν σε κάτι που είναι ανάγκη να το πράξουν και που δεν έχουν κάποιους καλύτερούς τους ή έστω όμοιους τους για να τους το αναθέσουν. Γιατί αν υπήρχε μια πολιτεία αποτελούμενη από ανθρώπους σωστούς, στην πολιτεία αυτή κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν πολυπόθητο το να αποφεύγει κανείς να κυβερνά, ακριβώς όπως τώρα είναι πολυπόθητο το να παίρνει την εξουσία στα χέρια του, και θα γινόταν έτσι ολοφάνερο ότι από τη φύση του ο αληθινός άρχοντας τω όντι δεν κοιτάζει το δικό του συμφέρον αλλά το συμφέρον του αρχομένου• κι έτσι κάθε γνωστικός άνθρωπος θα προτιμούσε να έχει αυτός όφελος από τον άλλο παρά να ωφελεί τον άλλο μπαίνοντας ο ίδιος σε μπελάδες.»

Οὐ γὰρ τῷ ἀριθμῷ οὔτε τὰ πολλὰ κρίνεται οὔτε τὰ ὀλίγα, ἀλλὰ πρὸς τὰς χρήσεις· Ο πλούτος και η συνακόλουθη ευχαρίστηση δεν εξαρτώνται από το πλήθος των αγαθών που έχει στην κατοχή του κάποιος αλλά από τη δυνατότητα που του παρέχουν αυτά να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του.



Το κεφάλι  είναι πάντα αχόρταγο!!!!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πρίγκηπας που ζούσε σ΄ένα παλάτι και είχε ό,τι μπορούσε να επιθυμήσει, σαν κάθε πρίγκηπας του παραμυθιού. Το πρωί της ιστορίας μας, βλέπει να περνάει ένας ζητιάνος μ’ ένα πιατάκι και να ζητάει ελεημοσύνη. Ο πρίγκηπας στέλνει να τον φωνάξουν και είναι έτοιμος να πετάξει μερικά νομίσματα στο παράξενο κιτρινωπό πιατάκι του.

Ο ζητιάνος, όμως, τον σταματάει και του λέει: “Με συγχωρείς, άρχοντά μου, είσαι ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Αν θέλεις πραγματικά να μου δώσεις ελεημοσύνη – και ομολογώ πως δεν είσαι υποχρεωμένος – δώσε μου αρκετά για να γεμίσει το πιάτο μου. Μη μου δώσεις χρήματα, αν δεν θέλεις, δώσε μου φαγητό ή ό,τι έχεις για πέταμα, δώσε μου, όμως, τόσα ώστε να γεμίσει μέχρι πάνω η γαβάθα μου. Αν δεν θέλεις άρχοντά μου, ή δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, θα προτιμούσα να περιμένεις τον επόμενο ζητιάνο για να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου να δώσεις ελεημοσύνη”.

Μένει κατάπληκτος ο πρίγκηπας, του ‘ρχεται να τον πετάξει έξω με τις κλωτσιές, σκέφτεται όμως ότι μπορεί ο ζητιάνος να έχει κάποιο δίκιο. Αν δεν μπορεί ο πρίγκηπας να ικανοποιήσει έναν ζητιάνο, ποιος θα μπορούσε να το κάνει….

Ο πρίγκηπας χτυπάει τα χέρια κι εμφανίζονται δύο υπηρέτες μ΄ένα δίσκο ξέχειλο από δερμάτινα πουγκιά γεμάτα νομίσματα. Χωρίς να πει λέξη, αρχίζει ο πρίγκηπας ν΄αδειάζει τα νομίσματα στο πιάτο, και με έκπληξη τα βλέπει να εξαφανίζονται αμέσως στον πάτο της γαβάθας. Δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που συμβαίνει, όμως, αφού έχει ρίξει και τα τελευταία νομίσματα, το πιάτο είναι τόσο άδειο όσο κι όταν ήρθε ο ζητιάνος στο παλάτι.

Ο άρχοντας καλεί τον σύμβουλό του, και σε λίγο φέρνουν ένα σεντούκι γεμάτο πολύτιμα κοσμήματα απ΄ όλα τα μέρη του κόσμου. Στην αρχή με τις χούφτες, και μετά με τη βοήθεια των υπηρετών, όλοι ρίχνουν πετράδια στο πιάτο του ζητιάνου για να καταφέρουν να το γεμίσουν, έστω και για μια στιγμή…Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση! ο κιτρινωπός πάτος της γαβάθας μοιάζει να καταπίνει αυτοστιγμή ό,τι πέφτει μέσα.

Θυμώνει ο πρίγκηπας και διατάζει να φέρουν δίσκους γεμάτους φαγητά, και γίνεται ξανά το ίδιο: το πιάτο παραμένει άδειο όπως και πριν. Ηττημένος, ο άρχοντας σταματάει τους δέκα υπηρέτες του που ακόμα ρίχνουν όλοι μαζί, ανεπιτυχώς, ψωμιά και φρούτα στο πιατάκι του ζητιάνου.

“Με νίκησες” λέει ο πρίγκηπας. “Εγώ, ο πιο ισχυρός άνθρωπος στον κόσμο, δεν μπορώ να γεμίσω το πιάτο ενός ζητιάνου. Πήρα ένα μάθημα ταπεινοφροσύνης…Σε παρακαλώ, μείνε να φας μαζί μου και πες μου που βρήκες αυτή τη μαγική γαβάθα που δεν γεμίζει ποτέ.”

“Πριν μερικούς μήνες”, του απαντάει ο ζητιάνος, “έσπασε η παλιά μου ξύλινη γαβάθα. Ψάχνοντας να βρω έναν πεσμένο κορμό δέντρου για να σκαλίσω μια καινούργια, ένα βράδυ βλέπω μπροστά μου ένα πτώμα πεταμένο στην άκρη του δρόμου. Τα ζώα είχαν καταβροχθίσει τις σάρκες του άτυχου άντρα κι απόμεινε γυμνός ο σκελετός του. Σίγουρος ότι δεν έκανα κανένα κακό, κατάφερα να δανειστώ ένα πριόνι από  κάποιους κτηνοτρόφους κι έκοψα το πάνω μέρος του κρανίου του. Το έπλυνα, κι από τότε το χρησιμοποιώ σαν πιατάκι. Αυτό που είδες, άρχοντά μου, δεν είναι κάτι μαγικό. Απλώς, αυτό το κρανίο διατηρεί ακόμα κάποιες από τις ιδιότητες που είχε όταν αποτελούσε μέρος του κεφαλιού εκείνου του ανθρώπου. Και το κεφάλι, υψηλότατε, είναι πάντα αχόρταγο!!!!”





Με δεδομένο ότι δεν είναι ποτέ δυνατόν να ικανοποιήσουμε όλες μας τις επιθυμίες – είτε είναι επιθυμία γι΄αγάπη, για σεξ, για χρήματα, για προσοχή, για ασφάλεια, για ευχαρίστηση ή για τροφή – μπορούμε να πούμε πως η ευτυχία που επιχειρούμε να ορίσουμε είναι κάτι εξ ορισμού αδύνατον.

Τα υλικά αγαθά όμως, δεν μπορούν να προσδιορίζουν την ευτυχία μας, γιατί είναι εξ ορισμού, ανεπαρκή και ανίκανα να μας προσφέρουν ικανοποίηση. Η ποσότητα της δυστυχίας ισούται με τις επιθυμίες μείον την πραγματικότητα. Όποια λοιπόν κι αν είναι η κλίμακα της δυστυχίας, εμείς ξεκινάμε αμέσως την προσπάθεια ν΄αλλάξουμε την πραγματικότητα. Είναι μια ιδέα λογική, αποτελεσματική, καταπληκτική, η οποία μας προτρέπει να δράσουμε.

Ο μόνος τρόπος για να λύσουμε αυτήν την εξίσωση ώστε να πάψει να βγάζει ένα αποτέλεσμα δυστυχίας, είναι να δουλέψουμε πάνω στην επιθυμία κι όχι μόνο πάνω στην πραγματικότητα. Γιατί, αν βελτιώσω την πραγματικότητα, αλλά μαζί μ΄αυτήν αυξηθούν αναλόγως και οι προσδοκίες μου, η δυστυχία θα παραμείνει στη θέση της.

Κάθε φορά που νοιώθουμε δυστυχισμένοι, πασχίζουμε ν΄αλλάξουμε την πραγματικότητα, να την κάνουμε να μοιάζει περισσότερο μ΄αυτό που περιμέναμε απ΄αυτήν, να πιέσουμε τα πράγματα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση – χωρίς να σκεφτόμαστε ότι, αν αυτό που θέλουμε πραγματικά είναι να είμαστε ευτυχισμένοι, η προσπάθειά μας θα μπορούσε να είναι μάλλον εσωτερική και όχι εξωτερική, να έχει να κάνει περισσότερο με τις προσδοκίες μας παρά με την πραγματικότητα, περισσότερο μ’ αυτό που προσπαθούμε να πετύχουμε παρά μ΄αυτό που αντιμετωπίζουμε στην πραγματικότητα


 Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι, Ο Δρόμος της Ευτυχίας, Φύλλα Πορείας ΙV


Και ποιος είναι στ' αλήθεια πλούσιος;;


Λένε ότι ο Διογένης τριγυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας ντυμένος με κουρέλια και κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών
Λένε πως ένα πρωί, όταν ο Διογένης ακόμα ήταν μισοκοιμισμένος μπροστά σε μια πόρτα όπου είχε περάσει τη νύχτα του,  πέρασε από εκεί ένας πλούσιος γαιοκτήμονας.
«Καλημέρα» είπε ο άρχοντας.
«Καλημέρα» αποκρίθηκε ο Διογένης.
«Αυτή η εβδομάδα μου πήγε πολύ καλά κι ήρθα να σου δώσω αυτό το πουγκί με τα χρήματα.»
Ο Διογένης τον κοίταξε αμίλητος και συνέχισε να κάθεται  ακίνητος.
«Πάρ’ τα. Δεν είναι παγίδα. Δικά μου είναι και σου τα δίνω. Ξέρω ότι τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.» «Εσύ έχεις κι άλλα;» ρώτησε ο Διογένης.
«Και βέβαια έχω» αποκρίθηκε ο πλούσιος. «Έχω κι άλλα πολλά.»
«Και δεν θα ήθελες να είχες περισσότερα απ' όσα έχεις;» 
«Ναι, και βέβαια θα ήθελα.»
«Τότε κράτησε αυτά τα χρήματα, γιατί εσύ τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.»

Ορισμένοι διηγούνται πως ο διάλογος συνεχίστηκε κάπως έτσι:

«Ναι, όμως εσύ χρειάζεσαι φαγητό, κι αυτό απαιτεί χρήματα...»
«Έχω ήδη ένα κέρμα» είπε ο Διογένης και του το έδειξε, «και θα μου φτάσει για ένα πιάτο πλιγούρι, ίσως και για μερικά πορτοκάλια.»
«Σύμφωνοι, όμως θα πρέπει να φας κι αύριο, και μεθαύριο και την επόμενη μέρα. Αύριο πού θα βρεις λεφτά;»

«Αν εσύ με διαβεβαιώσεις, χωρίς κανένα ενδεχόμενο λάθους, ότι θα είμαι ζωντανός αύριο, τότε ίσως να πάρω τα χρήματά σου….»


Χόρχε Μπουκάι, Να σου πω μια ιστορία







Επεξεργασία του κειμένου με φύλλο εργασίας