Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

«Πυροτεχνουργός ετών εννέα», Βασίλης Ραφαηλίδης, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο


Όποιος συλλέγει σφαίρες, συλλέγει θάνατο...

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 1934 στα Σέρβια της Κοζάνης. Το 1943 ακολούθησε στο βουνό τους αντάρτες γονείς του, μαζί με τον αδερφό του, γεννημένον κι εκείνον το 1934 αλλά τον Δεκέμβρη. Ο πατέρας του, ο Απόστολος Ραφαηλίδης, Κωνσταντινουπολίτης απόφοιτος της μεγάλης του Γένους Σχολής, λιποτάχτησε από τον τουρκικό στρατό και ήρθε στην Ελλάδα, διορίστηκε δάσκαλος σ' ενα χωριό των Γρεβενών και παράλληλα, φοιτώντας στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, προήχθη σε καθηγητή φιλόλογο. «Ο αντάρτης με την γραβάτα», όπως περιγράφει τον πατέρα του ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ήταν το 1943 πολιτικός υπεύθυνος σε μια αντάρτικη μονάδα στα βόρεια των Χασίων. Η μητέρα του έτρεχε από χωριό σε χωριό, άλλοτε ως στέλεχος της Αλληλεγγύης κι άλλοτε σα δασκάλα, μάθαινε γράμματα στους αγράμματους ΕΛΑΣίτες κι οργάνωνε λαϊκές γιορτές για τους αντάρτες και τους χωρικούς. 

Το 1944 φτάνει στο Λιβαδερό Κοζάνης η είδηση ότι οι Γερμανοί φεύγουν από την Ελλάδα και ο Βασίλης με τον αδελφό του βρίσκουν ευκαιρία, εκμεταλλευόμενοι την απουσία της μάνας τους, να προετοιμαστούν για τη δική τους συμμετοχή στο μεγάλο γλέντι της επόμενης μέρας. 


Όπως τα καλά παιδιά σε καιρούς ειρηνικούς μαζεύουν γραμματόσημα, έτσι κι εμείς, τα κακά παιδιά, εκεί πάνω στο βουνό, μαζεύαμε μπαρούτι. Είχαμε γίνει σχεδόν πυροτεχνουργοί, σε ηλικία εννιά χρονών εγώ, οκτώ ο άλλος.

Αδύνατο να φανταστείτε πόσες ποικιλίες μπαρουτιού υπάρχουν. Μαύρο, ξανθό, καστανό, κοφτό, τρυπητό, ατρύπητο, λεπτό, παχύ, μακρύ, κοντό, σκόνη, σβώλοι, κλπ, κλπ. Κάθε είδος και σακουλάκι, κάθε σακουλάκι και μπόμπα.

Το 'χαμε τάμα να κάψουμε τη μπαρουτοσυλλογή μας τη μέρα που θα 'φευγαν οι Γερμανοί απ' την Ελλάδα. Και πάνω κει ήταν που με (μας, επιμένει η μάνα μου) βρήκε η συμφορά.

Κάθε σφαίρα που μπαίνει στη συλλογή, αποκλείεται να σκοτώσει άλλον, εκτός απ' τον συλλέκτη. Ο συλλέκτης σφαιρών και βλημάτων φονικών όπλων προστατεύει μεν τους άλλους απ' το θάνατο, αφού δεν επιτρέπει στο Χάρο να κυκλοφορεί ασύδοτος, αλλά δυσκολεύεται να προστατεύσει και τον εαυτό του. Κυρίως όταν είναι παιδί. Και ειδικότερα, παιδί αντάρτη. Τα επικίνδυνα παιχνίδια δεν είναι για τα παιδιά. Εκτός κι αν έχουν μια τόσο μεγάλη εξοικείωση με τον κίνδυνο, που δυσκολεύονται να τον επισημάνουν. Όσο ήμασταν στο βουνό κοντά στους αντάρτες γονείς μας, εγώ και ο αδερφός μου παίζαμε μόνο επικίνδυνα παιχνίδια, για τον απλό λόγο πως δεν είχαμε ακίνδυνα.

[...] Η μάνα μου, ούτε καν παρατήρηση μας έκανε στο Λιβαδερό, όταν μας έβλεπε να μαζεύουμε σφαίρες. Σου λέει, προφανώς, η γυναίκα, αφού όλος ο κόσμος με σφαίρες ασχολείται εδώ πάνω, αφού και τ' άλλα παιδιά του χωριού μαζεύουν σφαίρες, κι αφού, εν πάση περιπτώσει, κανείς δεν θα ήταν δυνατό να εμποδίσει τα παιδιά να βρίσκουν ή να κλέβουν σφαίρες, δε μπορώ παρά να κάνω τα στραβά μάτια, που ούτως ή άλλως τα παίρνω μαζί μου όταν γυρίζω δώθε-κείθε στα χωριά για τις ανάγκες του αγώνα.

Ο θάνατος είναι κλεισμένος σε μια μικρή κονσέρβα, που λέγεται σφαίρα. Ανοίγεις την κονσέρβα πατώντας τη σκανδάλη του όπλου. Αυτός είναι ο κανονικός τρόπος. Όμως, μπορείς να την ανοίξεις και χωρίς ανοιχτήρι. Με μια πέτρα...

[...] Δεν ήταν καθόλου εύκολο να βρίσκουμε σφαίρες, εμείς οι συλλέκτες πυρίτιδος. Δεν ήταν τρύπιες όλες οι τσέπες των ανταρτών. Αλλά κι αν ήταν, λίγοι ήταν αυτοί που κουβαλούσαν τις σφαίρες στην τσέπη τους. Συνεπώς, μια σφαίρα θα ‘πρεπε να την κλέψεις από αντάρτη, ή από κάποιον που την έκλεψε από αντάρτη. Εγώ και ο αδερφός μου είχαμε μεγάλη ευχέρεια στην κλοπή πυρομαχικών. Όχι μόνο γιατί ήμασταν γιοι αντάρτη, αλλά κυρίως διότι στο σπίτι μας μπαινόβγαιναν συνέχεια αντάρτες. Μια σφαίρα απ' τα φυσεκλίκια του καθένα αν έπαιρνες τη μέρα, θα μπορούσες να μαζέψεις σφαίρες και για τον επόμενο πόλεμο, που λέει ο λόγος. Ουδέν συλλεκτικόν πρόβλημα για μας τους δύο. Που είχαμε τη σπάνια ευχέρεια να ανταλλάσσουμε τρία πρός ένα τα κοινά κομμάτια με σπάνια που υπήρχαν στις συλλογές άλλων συλλεκτών. Τα άλλα παιδιά του χωριού, που γνώριζαν τα κατατόπια σε ακτίνα πέντε χιλιόμετρα γύρω από' το χωριό, μάζευαν σφαίρες κυρίως απ' τα πεδία ρίψεως πυρομαχικών δι' αλεξιπτώτου. Όλο και θα διαλυόταν κανένα κιβώτιο. Και, βέβαια, τα αετόπουλα, που ήταν κάτι ανάλογο με τους προσκόπους, πήγαιναν πάντα πρόθυμα να βοηθήσουν τους αντάρτες να μαζέψουν τα χυμένα πυρομαχικά. Όπως είπα ήδη, είχαμε κάνει ένα τάμα. Να κάψουμε το μπαρούτι που παίρναμε ανοίγοντας τις σφαίρες, τη μέρα που θα 'φευγαν οι Γερμανοί απ' την Ελλάδα. 


Σπύρος Μελετζής, Με τους αντάρτες στα βουνά
____________

Ένα δάχτυλο για τον Μολώχ

Ή
ρθε κάποτε η μέρα, που έπρεπε να εκπληρωθεί το τάμα. Τόσο η μάνα μου όσο κι ο πατέρας μου, έλειπαν εκείνη τη μέρα απ' το Λιβαδερό. Ως συνήθως, βρίσκονταν σε «υπηρεσία». Και, βέβαια, θα πανηγύριζαν κι αυτοί εκεί που βρίσκονταν, όπως και οι λιβαδεριώτες. Που βαρούσαν συνέχεια τις καμπάνες, τα σήμαντρα, τους τενεκέδες, ό,τι τέλος πάντων θα ήταν δυνατό να κάνει θόρυβο.

Μέσα σ' αυτόν το σαματά, αρπάζουμε τις σακούλες όπου είχαμε το μπαρούτι και δρόμο για την πλατεία. Το τάμα έπρεπε να εκπληρωθεί χωρίς καθυστέρηση, κι όχι σαν μερικούς μερικούς που σήμερα τάζουν ασημικάντηλο στην Παναγία και εκπληρώνουν το τάμα όποτε τους έρθει βολικό και κάνουν καμιά απάτη για να τα κονομήσουν.

Εκεί που τρέχαμε του σκοτωμού μέσα σ' ένα κατηφορικό χωράφι, σκοντάφτω και πέφτω. Και, ω του θαύματος, εκεί που είμαι πεσμένος φαρδύς πλατύς χωρίς να πάθω τίποτα, βλέπω μέσα στο πολύ περιορισμένο οπτικό μου πεδίο το πιο σπάνιο συλλεκτικό κομμάτι που θα μπορούσε να υπάρξει, κάτι σαν τις κεφαλές Ερμού στα ελληνικά γραμματόσημα. Μια σφαίρα γερμανικού αυτομάτου Στάγιερ. Ξέραμε, βέβαια, το σουλούπι της, όμως δεν ξέραμε τι είδους μπαρούτι έχει μέσα. Είχα ανοίξει εκατοντάδες σφαίρες, και η παιδική πυροτεχνουργία δεν είχε για μένα μυστικά. Πιάνω, λοιπόν τη σφαίρα με τον αντίχειρα και τον δείκτη του δεξιού μου χεριού, κι όπως είμαι αριστερόχειρας αρχίζω να την κοπανάω με μια πέτρα με το αριστερό, βιαστικά και αφηρημένα. Η καμπάνα από την εκκλησία εκεί δίπλα βαρούσε δαιμονισμένα, σα να κουνούσαν το γλωσσίδι οι διαόλοι. Ούτε που άκουσα το μπαμ. Είδα μόνο το αίμα να τρέχει ποτάμι, κι αντί να χάσω τις αισθήσεις έχασα τη μιλιά μου απ' το σοκ. Ο αδερφός μου, που προπορεύονταν, ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα. Είχε φτάσει ήδη στην πλατεία της εκκλησίας και ετοιμαζόταν να βάλει φωτιά στο δικό του μπαρούτι.

Μόνο τότε με είδε ξαπλωμένο κι ακίνητο στο χωράφι, πενήντα μέτρα πιο κει. Τρέχει κοντά μου κι όταν βλέπει το πτώμα αρχίζει να ουρλιάζει: Σκοτώθηκε ο Βασίλης, σκοτώθηκε ο Βασίλης! Αλλά κανείς δεν του δίνει σημασία. Όλοι είναι απασχολημένοι με τους πανηγυρισμούς και τις κωδονοκρουσίες.

Ύστερα από πεντέξι λεπτά, έρχονται τρέχοντας κοντά μου δυο αντάρτες και διαπιστώνουν πως είμαι ζωντανός μεν, ετοιμοθάνατος δε. Το αίμα έτρεχε απ' τον κομμένο δείκτη του δεξιού χεριού σαν από κάνουλα, και ήταν ζήτημα αν είχαν απομείνει στις φλέβες κάτι κατακάθια. Και εγώ να μη βγάζω άχνα, και να περιπλέκω ακόμα περισσότερο με την αφασία μου μια υπόθεση ήδη πάρα πολύ περιπεπλεγμένη από ιατροφαρμακευτικής απόψεως. Στο Λιβαδερό δεν υπήρχε γιατρός. Ούτε νοσοκόμος. Μου δένουν, λοιπόν, σφιχτά το χέρι στο μπράτσο για να μπλοκάρουν το λιγοστο αίμα που είχε απομείνει και να το υποχρεώσουν να λειτουργήσει σα μαγιά για να φκιαχτεί καινούργιο, με φορτώνουν σ' ένα μουλάρι, και δρόμο για την κόλαση. Ούτε ξέρω πού με πήγαν, ούτε ξέρω τι συνέβη κατά τη διαδρομή. Θυμάμαι μόνο τον καλπασμό του θανάτου μέσα από ένα ρουμάνι. Και τα κλαδιά των δέντρων να γρατσουνάν και να πληγιάζουν κι άλλο και εμένα και τον αντάρτη και το μουλάρι. Και καλά εγώ. Τα ' θελα και τα 'παθα. Και καλά ο αντάρτης. Ήθελε-δεν ήθελε με φορτώθηκε, και τώρα μ' έσφιγγε δυνατά με το ένα του χέρι, κρατώντας με το άλλο τα ηνία. Αλλά το καημένο το μουλάρι που πήγαινε να σκάσει απ' την τρεχάλα;

Φτάνουμε κάποτε σ' ένα χωριό, δεν ξέρω σε ποιο, όπου υπήρχε γιατρός. 'Ομως, τι να σου κάνει ο γιατρός, που μόνο γάζες είχε; Και ψαλίδια. Και μαχαίρια. Αλλά αυτά δε χρειάστηκαν στην περίπτωσή μου. Με ξαπλώνουν, που λέτε, ανάσκελα σ' ένα τραπέζι κουζίνας, με πιάνουν τέσσερις αντάρτες απ' τα χέρια και τα πόδια, ένας για κάθε άκρο, με κρατούν γερά σα δύστροπο σφάγιο και ο γιατρός, χρατς χρουτς, αρχίζει να κόβει μια ματωμένη μάζα από σάρκα, κόκκαλο και νύχι. Ένας μικρός άψητος κεφτές κρεμόταν απ' το χέρι χωρίς να πέφτει, σα σταγόνα που αρνείται να εγκαταλείψει το σταγονόμετρο.

Κάτι περισσότερο από το μισό της πρώτης φάλαγγας του δείκτη του δεξιού μου χεριού πετάχτηκε στα σκουπίδια. Ούτε καν το έθαψαν. Ήταν πολύ μικρό το κοψίδι για να ασχοληθεί κανείς λιγάκι μαζί του. Τόσο λίγο, όσο χρειάζεται για να θάψεις ένα ψόφιο καναρίνι.

Έτσι που χτυπούσα αφηρημένα τη σφαίρα με την πέτρα, αντί το βλήμα να κουνηθεί προς τα έξω και να αποσπασθεί απ' τον κάλυκα, όπως προβλέπει ο πιο απλός κανόνας της πυροτεχνουργίας, κουνήθηκε προς τα μέσα και έκανε το μπαρούτι ν' ανάψει απ' την πίεση. Μπαμ, και ο κάλυκας ανοίγει σαν την αγριομαργαρίτα, εκεί δίπλα μου. Λεπίδες που δεν αποσπάστηκαν και που έμειναν κολλημένες στη βάση του κάλυκα, που έσκασε υπό πίεση τερατώδη κατά τη λογική της βόμβας ναπάλμ, μου έκαναν το δάχτυλο κιμά. Το βλήμα έμεινε επί τόπου. Το βλήμα δε βρήκε το στόχο για τον οποίο το προόριζε ο κατασκευαστής. Τζάμπα και βερεσέ τόση δουλειά, τόσα έξοδα! Τουλάχιστον ας έκοβε το δάχτυλό μου το βλήμα, τώρα που ο πόλεμος τέλειωσε. Και μαζί του, και τα επί του παρόντος διαθέσιμα για τρύπημα κρανία . Άκου, να κόψεις το δάχτυλό σου με τον κάλυκα κι όχι με το βλήμα μιας μικροσκοπικής σφαίρας γερμανικού αυτομάτου Στάγιερ!

Πάλι καλά, να λες, που η σφαίρα ήταν εχθρική εκ κατασκευής. Σκέψου να μου έκοβε το δάχτυλο συμμαχική σφαίρα. Το πράγμα θα έμοιαζε με αυτοτραυματισμό. Ή με εκτέλεση συντρόφου από σύντροφο, Τώρα, μπορώ να λέω: Παρόλο που δε με χτύπησε κανένας, με χτύπησαν οι Γερμανοί! Δώστε μου μια μικρή σύνταξη αντιστασιακού, που έδωσε ένα μικρό μέρος απ' το σώμα του για τον «αγώνα».


Σπύρος Μελετζής
________

«Σκάσε γιατί θα σε διώξουμε απ' τον ΕΛΑΣ»

Ε
πίλογος σ' ένα δακτυλικό μελόδραμα: Πέρασαν χρόνια πολλά και δυστυχισμένα και βρισκόμαστε στο χιλιοστό, εννιακοσιοστό, εξηκοστό τέταρτο έτος από γεννήσεως περιέργου βρέφους αγνώστου πατρός εις φάτνην των αλόγων, που δεν εκλογικεύτηκαν σαν τον άνθρωπο για να προκόψουν κι αυτά. Μόλις έχω επιστρέψει απ' την Αλγερία, όπου μόνο τα νύχια μου έκοβα, όχι τα δάχτυλά μου, κι ας ήταν δύσκολα τα πράγματα εκεί. Έχω ήδη ένα όνομα στους κύκλους των αριστερών διανοουμένων, που διανοούνται κυκλικά και αιωνίως περί τα αυτά. Απ' το 1962 γράφω περί κινηματογράφου στην Επιθεώρηση Τέχνης, ένα αριστερό περιοδικό λόγου και τέχνης, όπου βρέθηκα εντελώς κατά λάθος, χωρίς κανείς να βρεθεί να διορθώσει το λάθος, όπως τόσο συχνά γινόταν εκεί μέσα. Τηλεφωνεί, λοιπόν, μια μέρα στη μάνα μου ένας άγνωστος και με ζητάει. Η μάνα μου μού δίνει το τηλεφωνό του και του τηλεφωνώ. Ο κύριος τάδε; ρωτώ. Ναι, μου λέει. Εγώ είμαι ο κύριος τάδε, του λέω. Ω, κάνει. Μου 'πε κι άλλα εντελώς μυστηριώδη, και κλείνουμε ένα ραντεβού σ' ενα καφενείο της πλατείας Συντάγματος. Συναντιόμαστε έξω απ' το καφενείο. Απλώνω το χέρι για χειραψία, αλλά δεν μου το σφίγγει. Το κρατάει απαλά, όπως στην περίπτωση που ετοιμαζόμαστε να σκύψουμε στο χέρι μιας κυρίας για χειροφίλημα. Χαμογελάει. Χαμογελώ κι εγώ αμήχανα. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν καταλαβαίνω ούτε όταν μου ζητάει να τεντώσω τα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Τα τεντώνω. Χμ, κάνει, δεν είναι και πολύ κομμένο Επιτέλους αρχίζω να καταλαβαίνω.

Ο ηλικιωμένος κύριος κάποια σχέση έχει με το κομμένο μου δάχτυλο. Ποιος είσαι, του λέω με ειλικρινή περιέργεια. Είμαι, λέει, ο αντάρτης που σου είπε «σκάσε γιατί θα σε διώξουμε απ' τον ΕΛΑΣ». Πάλι με μπέρδεψε. Εικόνες φλου σχηματίζονται στο κεφάλι μου. Βλέπω μέσα απ' το φίλτρο των δακρύων θολό το κεφάλι ενός αντάρτη, που είναι σκυμμένος πάνω μου. Τον βλέπω ανάποδα, έτσι που με κοιτάει ανάποδα καθώς πιέζει το δεξί μου χέρι πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, όπου τελείται μια χονδροειδής επέμβαση σ'ένα λεπτό μέλος του σώματος, γεμάτο αισθητήρια νεύρα. Ουρλιάζω. Πονώ όσο δεν πόνεσα ποτέ στη ζωή μου. Μου κόβουν τον παραπανίσιο κιμά χωρίς αναισθητικό. Δεν υπάρχει αναισθητικό. Δεν υπάρχουν φάρμακα. Μόνο γάζες υπάρχουν στο αντάρτικο χειρουργείο. Χτυπιέμαι απ' τον πόνο. Γιαυτό με πιάνουν τέσσερις. Σκάσε, μου λέει ο ένας γιατί θα σε διώξουν απ' τον ΕΛΑΣ.

Είμαι εννιά χρονών και θέλω να παραμείνω στον ΕΛΑΣ ισοβίως. Είμαι γιος αντάρτη. Αλλά ο αντάρτης πατέρας μου δεν είναι κοντά μου. Ούτε η αντάρτισσα μάνα μου. Ούτε ο αδερφός μου. Είμαστε εκεί μόνο εγώ κι ο πόνος. Και η απειλή της καθαίρεσης να κρέμεται πάνω απ' το κεφάλι μου. Αποφασίζω να παραμείνω ΕΛΑΣίτης. Και το βουλώνω. Και δεν κάνω κιχ στο υπόλοιπο του χρόνου που ο γιατρός καθαρίζει τη βρώμα από ένα γραμμάριο σάπιας σάρκας, που ήδη πήγε στην κόλαση, εγκαταλείποντας προσωρινά στη γη τον κορμό απ' τον οποίο αποσπάστηκε βιαίως. Άραγε έχουν ψυχή τα δάχτυλα;

Περνούν τρεις μήνες και μαζεύω χρήματα για να κάνω το τραπέζι στον παλιό σύντροφο που ανακάλυψε ένα καινούργιο αναισθητικό. Μου χρειάζεται κουμπαράς για να του κάνω το τραπέζι. Τηλεφωνώ. Η φωνή της γυναίκας του με πληροφορεί πως ο Γιάννης πέθανε από καρδιά, πριν από έναν μήνα, δυο μήνες μετά τη συνάντηση. Δεν ξέρω τι να πω. Δε λέω τίποτα. Ούτε συλλυπητήρια. Κλείνω το τηλέφωνο, σαν η γυναίκα του πεθαμένου αντάρτη να με είχε προσβάλει. Ένιωθα γελοίος. Δεν πρόλαβα να του κάνω το τραπέζι.


Σπύρος Μελετζής, Αντάρτης, Βίνιανη, Ευρυτανία, 1944
______________

«Για το κομμένο μου δάχτυλο φταίνε οι Γερμανοί κι ο πατέρας μου
»

Από φιλοσοφικής απόψεως, είναι καλό να σου λείπει ένα μέλος του σώματος. Ένας ακρωτηριασμός, είναι κάτι σαν εισαγωγή στην τραγωδία του θανάτου. Άλλωστε ξεπερνάς ευκολότερα το φόβο του θανάτου αν σου λείπει ένα πόδι, ένα χέρι, ένα δάχτυλο, ή, έστω, ένα μέρος του δάχτυλου. Αυτό που κάποτε θα συμβεί σ' ολόκληρο το σώμα σου, έχει ήδη συμβεί σ' ένα μέρος του. Που διαλύθηκε σχετικά πρόωρα, και ερήμην του υπολοίπου σώματος, εις τα εξ ων συνετέθη.

[...] Όχι πως μου έκοψαν το δάχτυλο Γερμανοί ναζιστές επιστήμονες για να κάνουν τα γνωστά πειράματά τους, αλλά, να, έχω την αίσθηση πως οι Γερμανοί, σε τελική ανάλυση, μου έκοψαν το δάχτυλο. Αν οι Γερμανοί δεν καταχτούσαν την Ελλάδα, το δάχτυλο θα βρισκόταν στη θέση του. Στη θέση του θα βρισκόταν κι αν ο πατέρας μου ήταν ένας καλός νοικοκύρης από κείνους που πάντα κοιτούν τη δουλειά τους και ποτέ δε βλέπουν περ' απ' τη μύτη τους. Θέλω να πω πως, για το κομμένο μου δάχτυλο φταίει και ο πατέρας μου, κι όχι μόνο οι Γερμανοί. Αν δεν έβγαινε αντάρτης κουβαλώντας μαζί του στο βουνό τα δυο του παιδιά για να μην τα πιάσουν οι Γερμανοί σαν ομήρους και τον υποχρεσουν να ξεχάσει το καθήκον του, το δάχτυλό μου θα βρισκόταν στη θέση του. Όπως και να ναι πάντως, τώρα δε βρίσκεται στη θέση του. Και επειδή δε βρίσκεται στη θέση του από τότε που ήμουν κοντά στα δέκα, έχω την αίσθηση πως έτσι γεννήθηκα.


Σπύρος Μελετζής
_____________


Αριστερόχειρας, δεξιόχειρας, αμφιδέξιος...

Έκοψα δάχτυλο του δεξιού χεριού γιατί γεννήθηκα αριστερόχειρας. Αν γεννιόμουν δεξιόχειρας θα είχα κόψει δάχτυλο του αριστερού χεριού. Πιάνει κανείς το σφυρί ή την πέτρα για να κοπανήσει κάτι, ας πούμε μια σφαίρα, με το «καλό» του χέρι, το δυνατό.

Το κωμικό στην περίπτωσή μου είναι πως σήμερα είμαι μάλλον δεξιόχειρας, αλλά όχι εντελώς. Δηλαδή, το «καλό» μου χέρι σήμερα νομίζω πως είναι το δεξί. Αυτό δηλαδή που έχει το ελάττωμα. Και που δεν θα το είχε, αν από μικρός ήμουν δεξιόχειρας. Διότι αν από μικρός ήμουν δεξιόχειρας, θα έπιανα την πέτρα με το δεξιό και τη σφαίρα με το αριστερό, και συνεπς θα έκοβα δάχτυλο του αριστερού χεριού, εν σήμερα έχω κομμένο δάχτυλο του δεξιού χεριού, αυτού δηλαδή που τότε ήταν «κακό» και που έγινε «καλό» αργότερα. Οι γονείς μου δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να με μετατρέψουν σε δεξιόχειρα από μικρό. Πράγμα που ίσως το επιχειρούσαν, αν δεν είχε αντίθετη άποψη ο τότε μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ, που ήταν και αντάρτης και οικογενειακός μας φίλος. Και που δεν είχε καμιά αντίρρηση, ακόμα και το σταυρό τους να κάνουν οι χριστιανοί με το αριστερό. 

Πάντως, του άρεσε του αριστερού πατέρα μου να λέει πως ο πρώτος γιος του γεννήθηκε αριστερός. Ήταν ένα λογοπαίγνιο με το οποίο υποθέτω ήθελε να δείξει τη σημασία που έχει το περιβάλλον στη διαμόρφωση των ιδεών. Από μικρός, λοιπόν, ήμουν αριστερός φύσει και θέσει. Φύσει, γιατί η φύση μ ' έκανε αριστερό κατά τις επιδεξιότητες, και θέσει διότι το περιβάλλον που μεγάλωσα μ' έκανε αριστερό κατά τις ιδέες.

Πολύ αργότερα, για να ξεπεράσω την αναπηρία μου, έγινα και δεξιός. Δηλαδή δεξιόχειρας, να εξηγούμαστε. Έτσι, από μόνος μου και χωρίς κανείς να μου το επιβάλλει. Σήμερα γράφω εξίσου καλά και με τα δυο χέρια. Με το αριστερό καλλιγραφικά και με το δεξιό ταχυγραφικά. Και η δύναμη είναι μοιρασμένη και στα δυο χέρια, αν και είναι αδύνατο να πιάσω μαχαίρι με το αριστερό και ψαλίδι με το δεξιό. Πολύ με μπέρδεψε αυτή η ιστορία. Δεν έχω ιδέα αν είμαι αριστερόχειρας ή δεξιόχειρας. Πάντως χρησιμοποιώ το δεξί καλύτερα. Στο σχολείο, όταν οι καθηγητές με σήκωναν στον πίνακα, έγραφα το κείμενο με το δεξί και τις σημαίνουσες λέξεις μέσα σε μια πρόταση με το αριστερό. Δηλαδή χρησιμοποιούσα δυο «οικογένειες» στοιχείων. Όπως οι τυπογράφοι που χρησιμοποιούν διαφορετική οικογένεια στοιχείων για να αναδείξουν το νόημα μιας λέξης.

Όλοι οι δάσκαλοι αποδέχτηκαν το απλό γεγονός πως μπορούσα να γράφω και με τα δυο χέρια και να αναπαράγω στον πίνακα ένα κείμενο ως καλός και ευσυνείδητος τυπογράφος. Όλοι, εκτός από έναν φιλόλογο, που παραμένει ο ηλιθιωδέστερος μεταξύ των πολλών ηλιθίων που γνώρισα στη ζωή μου. [...] Λοιπόν, ο εν λόγω ηλίθιος φιλόλογος μου απαγόρευε να γράφω και με τα δυο χέρια. Είτε δεξιά, μου λεγε, θα πας, είτε αριστερά. Και εννοούσε πως έπρεπε να διαλέξω ή τον φιλόλογο πατέρα μου, που τότε ήταν φυλακή, ή τον «εθνικόφρονα» συνάδελφό του. Βέβαια, διάλεξα να πάω με τη μεριά του πατέρα μου. Κι όταν την επόμενη φορά με σήκωσε στον πίνακα, έγραφα μόνο με το αριστερό. Ήταν η πρώτη ενσυνείδητη «αντιστασιακή» πράξη στη ζωή μου, χαρακτήρα καθαρά συμβολικού. Στους άλλους καθηγητές, συνέχιζα τις επιδείξεις αμφιγραφικής επιδεξιότητας, πράγμα που νόμιζα πως με ανέβαζε στα μάτια των συμμαθητριών μου Αλλωστε αυτό που έκαμνα, γιαυτές το έκαμνα. 

Επειδή, όμως, κανείς μέσα στην τάξη δεν έδινε τη σημασία που θα ήθελα στις επιδείξεις μου, μια μέρα βρήκα την ευκαιρία, στο μάθημα της ιστορίας, να πετάξω στα καλά-καθούμενα μια πληροφορία που δεν υπήρχε στο σχολικό εγχειρίδιο. Ο Μέγας Ναπολέων, λέω, όχι μόνο έγραφε με τα δυο του χέρια, αλλά με το καθένα έγραφε δυο διαφορετικά κείμενα ταυτόχρονα. Τους έκανα και μια επίδειξη για να αποδείξω πως κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Αλλά, αντί να μου βγουν δυο διαφορετικά κείμενα, όπως του Ναπολέοντα, μου βγήκε το ίδιο σε δυο κόπιες. Πάλι καλά. Δεν έγινα εντελώς ρεζίλι. Ωστόσο, όλοι κατάλαβαν πως δεν είχα καμιά πιθανότητα να γίνω Μέγας Ναπολέων. Εκτός κι αν κάποτε τρελλαινόμουν. 

Με τον καιρό, αν και αριστερόχειρας, περιορίστηκα να γράφω μόνο με το δεξί. Ήταν ο τρόπος που βρήκα να αντισταθμίσω μια αναπηρία, που στα εφηβικά μου μάτια έπαιρνε διαστάσεις τρομερές και φοβερές, αν και αυτό που λείπει απ' το σώμα μου είναι μόνο η μισή φάλαγγα του δείκτη του δεξιού μου χεριού. Αστεία πράγματα, δηλαδή. Για σκέψου και τον Τζόννυ στο «Τζόννυ πάρε το όπλο σου» του Ντάλτον Τράμπο! 

Πάντως, έχει και τα πλεονεκτήματά της μια τέτοια μικρή έλλειψη. Έτσι που γέρνει το μολύβι και το πιάνεις στραβά, μπορείς να το κάνεις να τρέχει γρηγορότερα πάνω στο άσπρο χαρτί. Σπουδαία τα λάχανα, θα μου πείτε. Καθόλου σπουδαία, αν αναλογιστεί κανείς πως, ανάπηροι που τους λείπουν και τα δυο χέρια ζωγραφίζουν υπέροχα με το στόμα, ή με τα πόδια. 

Πάντως, χωρίς το κομμένο μου δάχτυλο θα δυσκολευόμουν ίσως να καταλάβω την αλήθεια του ρητού που λέει «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Όμως, υπάρχει και η διαλεκτική αντιστροφή του ρητού, που την απορρίπτουν μετά βδελυγμίας οι μεταφυσικοί: «Ουδέν καλόν αμιγές κακού». 



Τα πλεονεκτήματα του μειονεκτήματος ή μήπως εξιδανικεύσεις φροϋδικού τύπου;

Είχα, λοιπόν, από μικρός σαφή επίγνωση του πλεονεκτήματος που μπορεί να προσφέρει ένα μειονέκτημα. Όμως, αργότερα, που άρχισα να γράφω στη γραφομηχανή και σήμερα που γράφω στον κομπιούτερ, τα πλεονεκτήματα της ταχυγραφίας λόγω αναπηρίας σπέσιαλ για γραφιάδες, εξαφανίστηκαν. Αυτά κάνει η τεχνολογία. Δεν σε αφήνει να χαρείς μια νίκη που δεν τη χρωστάς στα όπλα. Εκτός κι αν επιμείνεις με πείσμα σε μια εξοικείωση με τις μηχανές τόσο μεγάλη, όσο και με το κομμένο σου δάχτυλο. Κι έτσι, χάρη στην εξοικείωση με τις μηχανές, παράγω σήμερα κείμενα σα μηχανάκι, με μια τερατώδη ευκολία. Αυτό σημαίνει πως τη δουλειά μιας βδομάδας τη βγάζω σε δυο μέρες και έχω τις άλλες πέντε εντελώς δικές μου. Βέβαια, δε γράφω ποτέ ένα κείμενο δυο φορές. Διότι μια φορά μου το πληρώνουν. Είμαι επαγγελματίας γραφιάς και δεν εννοώ να είμαι τίποτ' άλλο από επαγγελματίας γραφιάς. Αν μπορούσα να είμαι επαγγελματίας αναγνώστης, θα το έκαμνα με πολύ μεγάλη χαρά. Αλλά ο επαγγελματίας αναγνώστης είναι άγνωστο προς το παρόν επάγγελμα. Ίσως εμφανιστεί στη μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία.

[...] Πιστεύω πως όλα αυτά, τα κάθε άλλο παρά ορθόδοξα, τα οφείλω στον κάθε άλλο παρά ορθόδοξο τρόπο με τον οποίο έκοψα το δάχτυλό μου. Ο ορθόδοξος τρόπος να κόψεις το δάχτυλό σου είναι να πάρεις ένα χασαπομάχαιρο και να αντιμετωπίσεις το χέρι σου ως μπριζόλα που την καθαρίζεις απ' τα περιττά κοκαλάκια.

Δεν σας συνιστώ την ορθοδοξία, γενικώς. Αλλωστε για να κόψει κανείς το δάχτυλό του, δεν είναι ανάγκη να καταφύγει στον ορθόδοξο τρόπο του εργατικού ατυχήματος ή του ατυχήματος σκέτα. Είναι προτιμότερο να περιμένει τον επόμενο κατακτητή. Κι αν δεν έρθει, τόσο το καλύτερο για το δάχτυλο. Εγώ θα ήθελα να το έχω το δάχτυλό μου. Κι όσα είπα παραπάνω για τα πλεονεκτήματα που προσφέρει ένα κομμένο δάχτυλο, δεν είναι παρά εξιδανικεύσεις φροϋδικού τύπου.

Βασίλης Ραφαηλίδης, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, 
Η ζωή ενός ταλαίπωρου Έλληνα (σελ. 116 -130), εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου



Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

«Αν δεν υπήρχαν Τούρκοι δεν θα υπήρχα ούτε εγώ...», Βασίλης Ραφαηλίδης, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο


Ένας Έλληνας γεννιέται χάρη στους Τούρκους

Π
οτέ δεν κατάλαβα γιατί είναι τόσο σημαντικό να ’χεις γεννηθεί. Θα μπορούσες και να μην έχεις γεννηθεί, κι αυτό δεν θα άλλαζε τον «ρουν της ιστορίας». Όμως, άπαξ και γεννηθείς, θέλεις δε θέλεις θα ζήσεις μέχρι να πεθάνεις. Εκτός κι αν πεθάνεις γιατί το θέλεις, πράγμα όχι και τόσο συνηθισμένο.

Όταν ήμουν μικρός, η μάνα μου μου ’λεγε πως πρέπει να την ευγνωμονώ, που μου χάρισε τη ζωή. Μου το ’πε μια, μου το ’πε δυο μέχρι που άρχισα να καταλαβαίνω πως είναι πάρα πολύ ύποπτο να ’σαι τόσο γενναιόδωρος ώστε να χαρίζεις ζωή, χωρίς να πολυκαταλαβαίνεις πως μαζί με τη ζωή χαρίζεις και το θάνατο. Βέβαια, τότε δεν είχα ιδέα τι είναι η διαλεκτική, αλλά όταν το ’μαθα θύμωσα πολύ που και η μάνα μου δεν είχε ιδέα, αν και δασκάλα, αν και κομουνίστρια — κυρίως το δεύτερο. Θεωρούσα τον πατέρα μου πιο σοβαρό άνθρωπο, και τώρα που το σκέφτομαι αυτό δεν οφείλεται στο ότι ήταν και φιλόλογος, και κομουνιστής, και Κωνσταντινουπολίτης, και μεγαλοσχολίτης, αλλά στο απλό γεγονός πως αυτός ποτέ δεν ένοιωσε περήφανος γιατί έπαιξε το ρόλο του στο να δει το φως της ημέρας ο πρωτότοκος υιός του.

[.....] Που λέτε, κάτι ήξερε ο πατέρας μου που δεν αισθάνθηκε ποτέ υπερήφανος που έκανε τον κοινότατο άθλο να φέρει στον κόσμο διάδοχο, κληρονόμο του ονόματος του πατέρα του και παππού μου. Άλλωστε πώς θα τολμούσε ένας μυαλωμένος άνθρωπος να ζητάει ευγνωμοσύνη απ’ τα παιδιά του, που τα έφερε στον κόσμο χωρίς να του το ζητήσουν; Και σε ποια γωνιά του μεγάλου κόσμου; Στην Ελλάδα!

Το να γεννηθείς άνθρωπος είναι ήδη ένα πρόβλημα. Και το να γεννηθείς Έλληνας είναι ένα δεύτερο πρόβλημα. Αν μάλιστα είσαι άνθρωπος, Έλληνας και κομουνιστής μαζί, χέστα! Στο αρχικό υπαρξιακό σου πρόβλημα προσθέτεις ένα αιματολογικό, και στο αιματολογικό ένα ιδεολογικό, οπότε τα πράγματα μπερδεύουνται πολύ. Εδώ οι άλλοι δυσκολεύονται να τα καταφέρουν μόνο με την ιδιότητα του Έλληνα, και συ περιμένεις να τα καταφέρεις με την πρόσθετη ιδιότητα του ανθρώπου και την επιπρόσθετη του κομουνιστή; Για σοβαρέψου λιγάκι και γίνε μόνο Έλληνας για να νοιώθεις περήφανος δυο φορές το χρόνο, την 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου. Τις άλλες μέρες κοίτα τη δουλειά σου σαν καλός νοικοκύρης. Και αν σε καλέσει η πατρίδα, κλείσε το μαγαζί και δρόμο για το μέτωπο, με το μέτωπο ψηλά. Κι αν το κεφάλι σου συνεχίσει να βρίσκεται στη θέση του, όταν με τη βοήθεια του Θεού των Ελλήνων (προσοχή μην τον μπερδέψεις με το Θεό του εχθρού) σώσεις την πατρίδα, δηλαδή το μαγαζάκι σου και το οικοπεδάκι σου, κοίτα να πάρεις κανένα δάνειο και να το εξαγάγεις στην Ελβετία, για να μεγαλώσει η Ελλάδα.

Εγώ, λοιπόν, βρέθηκα σε τούτον τον κόσμο και ειδικότερα σε τούτον τον τόπο, που δεν τον διάλεξα όπως και πολλά άλλα, διότι ο πατέρας μου είχε την πολύ ελληνική ιδέα να λιποταχτήσει απ’ τον τουρκικό στρατό, όπου η πατρίδα (ποια πατρίδα;) τον είχε καλέσει για να κάνει τη θητεία του.

Τι του ήρθε να λιποταχτήσει; Λιποτάχτησαν οι άλλοι Έλληνες, υπήκοοι του τουρκικού κράτους, κύριε; Δηλαδή, θα σε πείραζε αν έκαμνες ωραία και καλά τη θητεία σου ως νομιμόφρων στο ντοβλέτι και να ’ρχόσουν στην Ελλάδα κατά το ’60, μαζί με τους άλλους συμπατριώτες σου, που κατάλαβαν πως κι αυτοί είναι γνήσιοι Έλληνες, μόλις οι Τούρκοι τους έβαλαν το μαχαίρι στο λαιμό;

Αν ερχόσουν το 1960, κύριε καθηγητά ελληνολάτρη και κομουνιστή (αν είναι δυνατόν!), ασφαλώς δεν θα μ’ έφερνες μαζί σου. Διότι, απλούστατα, δεν θα είχα γεννηθεί. Τουλάχιστον όχι ακριβώς τέτοιος που είμαι τώρα.

[....] Κοίτα να δεις πλάκα! Χρωστάω την ύπαρξή μου στο γεγονός πως ο πατέρας μου λιποτάχτησε απ’ τον τουρκικό στρατό! Δηλαδή, αν δεν υπήρχαν Τούρκοι δεν θα υπήρχα ούτε εγώ. Γι’ αυτό, λοιπόν, μισώ τους Τούρκους και για κανέναν άλλο λόγο. Ήταν η αφορμή να ’ρθω στον κόσμο, λιποταχτώντας από τα ερέβη της προγεννητικής ανυπαρξίας. Καταραμένοι Τούρκοι, θα σας πιω το αίμα! Είστε ο προαιώνιος εχθρός μου! Εμού προσωπικά. Διότι φροντίσατε πριν από μένα για μένα, σαν υπάλληλοι των καταστημάτων Αφοί Λαμπρόπουλοι.

Και για να το πω πιο απλά, αν δε γινόταν η επανάσταση του 1821, εγώ δεν θα γεννιόμουν. Διότι η Ελλάδα θα ήταν Τουρκία και ο πατέρας μου δεν θα είχε κανένα λόγο να λιποταχτήσει.

Και για να το πάω ακόμα πιο πίσω, αν δεν έπεφτε η Πόλη το 1453 εγώ δεν θα γεννιόμουν. Διότι αν δεν έπεφτε η Πόλη, ο παππούς μου δεν θα μπορούσε να μετακομίσει στην Κωνσταντινούπολη, απ’ την τουρκική και τότε Καισάρεια, όπου βρέθηκαν οι πρόγονοί του ίσως απ’ την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, και συνεπώς δεν θα γεννιόταν ο πατέρας μου, διότι ο παππούς μου δεν θα είχε παντρευτεί τη γιαγιά μου, αλλά πιθανώς μια συμπολίτισσά του απ’ την Καισάρεια.



Καρπός ενός διδασκαλικού έρωτα που κατέληξε σε γάμο...

[...] Εν πάση περιπτώσει, ο πατέρας μου δυστυχώς λιποτάχτησε απ’ τον τουρκικό στρατό, δείχνοντας από τότε την έμφυτη έλλειψη εθνικοφροσύνης. Διότι, αν από τότε είχε συνηθίσει να είναι νομοταγής πολίτης και να υπακούει στο Σύνταγμα (ποιο Σύνταγμα; δεν υπήρχε ακόμα) και κυρίως στους νόμους του τουρκικού κράτους, δεν θα τραβούσε όσα τράβηξε αργότερα. Ελλάδα μου ήθελες, κύριε; Καλά να πάθεις. Όμως, εγώ γιατί να πάθω; Έλα ντε. Προφανώς, άλλαι αι βουλαί του πατέρα μου και άλλαι των σπερματοζωαρίων του.

Κοιτάξτε να δείτε τώρα πώς δούλεψαν τα σπερματοζωάρια. Όταν ο λιποτάχτης ήρθε στην Ελλάδα, διορίστηκε αμέσως δάσκαλος σ’ ένα χωριό των Γρεβενών, διότι ήταν απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής, και σαν τέτοιος δούλευε ήδη δάσκαλος στην Πόλη πριν πάει φαντάρος και λιποταχτήσει, ο ανόητος.

Παράλληλα, γράφτηκε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και από δάσκαλος προήχθη σε καθηγητή φιλόλογο, όντας δάσκαλος στα φοιτητικά του χρόνια πράγμα που σημαίνει πως αυτοχρηματοδότησε τις σπουδές του. (Στη Μεγάλη του Γένους Σχολή ήταν υπότροφος της ελληνικής κοινότητας).

Όταν έγινε καθηγητής υπηρέτησε αρχικά στο Τσοτύλι, και στη συνέχεια στην Έδεσσα και το Κιλκίς. Απ’ το Κιλκίς, το 1932 τον μετέθεσαν στο ημιγυμνάσιο των Σερβίων Κοζάνης, διότι στο Γυμνάσιο του Κιλκίς είχε οργανώσει μαθητική βιβλιοθήκη, πράγμα που απαγορευόταν αυστηρά. Οι μαθητές δεν έπρεπε να μαθαίνουν κάτι περισσότερο απ’ αυτά που επέβαλλε το ωρολόγιον πρόγραμμα, προκειμένου να πηγαίνουν όλα ρολόι σ’ έναν κόσμο αγράμματων.

Στα Σέρβια είχε μαθητή τον αδερφό της μετ’ ολίγον συζύγου του και μητρός μου, που ήταν δασκάλα σ’ ένα χωριό εκεί δίπλα, το Πολύρραχο. Πηγαίνοντας στο χωριό της, το Βελβεντό της Κοζάνης, σταματούσε στα Σέρβια για να ρωτήσει τον κύριο καθηγητή για τις προόδους του φιλομαθούς αδερφού της. Ρώτα μια, ρώτα δυο, τελικά ανεπτύχθη διδασκαλικός έρωτας που κατέληξε σε γάμο, για να μη λεν και οι μαθητές.

Θέλω να πω πως παρά την αναμφισβήτητη συμβολή των Τούρκων στη γέννησή μου, εγώ δεν θα είχα γεννηθεί αν ο θείος μου ο Γιώργος δεν ήταν φιλομαθής, και δεν επέμενε ντε και καλά να σπουδάσει, χωριάτης αυτός, όπως και η σπουδαγμένη χωριάτισσα μάνα μου.


Γάμος στο Βελβεντό Κοζάνης
_________


Οι συνέπειες της βάφτισης στο καζάνι που ζεματίζουν τα γουρούνια!

Εις ανάμνησιν της συμβολής του σ’ αυτόν τον γάμο και συνεπώς στη γέννησή μου, ο θείος Γιώργος έγινε νονός μου, έξι χρόνια μετά τη γέννησή μου. Μας βάφτισαν πολύ καθυστερημένα μαζί με τον αφερφό μου το Μανώλη, που είναι ένα χρόνο μικρότερος μου, διότι ο πατέρας μου ήθελε, λέει, να μας βαφτίσει στην Κωνσταντινούπολη, εν καιρώ. Κοίτα να δεις φίλε μου, μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ελληνολατρία!

Συνέπεια αυτής της βάφτισης όχι σε κολυμβήθρα, αλλά 
σ’ ένα χωριάτικο καζάνι στημένο στη μέση του δωματίου κι όχι στην εκκλησία όπου μας πέταξαν μαζί με τον αδερφό μου, ήταν να γίνω ένας φρικαλέος χριστιανός. Δεν μπορείς να βαφτίζεις, κύριε, εκεί που βράζεις το γουρούνι τα Χριστούγεννα. Αντί για χριστιανός θα σου προκύψει χοίρος.

Πάντως, το καλό σ’ αυτή την ιστορία είναι πως θυμάμαι, σαν να ’ταν χτες, τα βαφτίσια μου. Που, αντί να γίνουν στην Αγιά Σόφιά ή κάπου εκεί κοντά, έγιναν τελικά όπως-όπως σ’ ένα καζάνι, απ’ αυτά που οι χωριάτες ζεματίζουν τα γουρούνια τα Χριστούγεννα. Άντε, τώρα, να δεις προκοπή σαν χριστιανός.

Λοιπόν, από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα — σήκωσε το μπαστούνι σου να μη βραχεί η ομπρέλα. Πολλά μπαστούνια σηκώθηκαν έκτοτε και καμιά ομπρέλα δεν με προφύλαξε. Ο σουρεαλισμός μπλέχτηκε στα ποδάρια μου νηπιόθεν.

Κι όλα αυτά γιατί ο πατέρας μου λιποτάχτησε απ’ τον τουρκικό στρατό. Ε, γίνεσαι Τούρκος ή δε γίνεσαι μ’ αυτά και μ’ άλλα που θα ακολουθήσουν σ’ αυτό το χρονικό της δύσκολης ζωής μου. 


Ιερός Ναός Αγίας Κυριακής Σερβίων
_________


Ήρθα στον κόσμο σε κατάσταση παρανομίας!

Παρόλο που δε γεννήθηκα σε βαπόρι πλέον στα διεθνή ύδατα, εντούτοις δεν έχω ιδιαιτέρα πατρίδα. Βέβαια, κάπου έπρεπε να με αδειάσει η μάνα μου γιατί πολύ την είχα παιδέψει. Όμως, η δική μου φάτνη δεν ήταν επιλογή του Θεού αλλά του επιθεωρητού Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Κοζάνης. Που όπως όλοι οι βαθμούχοι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Θεού επί της γης, αν και κάτω από άλλες γεωιστορικές συνθήκες θα μπορούσε να είναι ένας Ηρώδης.

Ο κύριος επιθεωρητής, λοιπόν, είχε αποφανθεί πως ο καλύτερος τόπος για να γεννηθεί ο Αντίχριστος υιός δύο όχι και τόσο πειθαρχημένων δημοσίων υπαλλήλων ήταν το χωριό Πολύρραχο, όπου η μάνα μου δούλευε δασκάλα. Όμως, όταν ήρθε η ώρα να δω το ελληνικό φως και να θαμπωθώ από τότε, η μάνα μου εγκατέλειψε και το χωριό και το σχολείο της και κατέβηκε στην κωμόπολη Σέρβια, όπου υπηρετούσε καθηγητής στο εκεί ημιγυμνάσιο ο άντρας της και πατέρας μου, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται και οι δυο. Και δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω τον ισχυρισμό τους, δεδομένου ότι είμαι ακριβές αντίγραφο του πατέρα μου.

Πρόθεσή της ήταν να προωθηθεί λίγο παραπέρα, στη διπλανή κωμόπολη που λέγεται Βελβενδό, την ιδιαιτέρα πατρίδα της, για να ’χει τη μάνα της σ’ αυτή την κρίσιμη και για κείνην και για μένα ώρα. Όμως, δεν πρόλαβε. Αν και όπως έδειξαν τα πράγματα θα προλάβαινε να φτάσει μέχρι την Αθήνα καβάλλα σε γάιδαρο. Δυο εικοσιτετράωρα η μάνα μου προσπαθούσε φιλότιμα να με φέρει στον κόσμο, αλλά πού εγώ. Πεισματάρης από τότε, αρνιόμουν να αντικρίσω τον κύριο επιθεωρητή, που σίγουρα κάπου εκεί θα την είχε στημένη για να συλλάβει τη μάνα μου παρανομούσα γιατί δε με γέννησε μέσα στο σχολείο, που το εγκατέλειψε χωρίς άδεια.

Εντέλει, ήρθα στον κόσμο σε κατάσταση παρανομίας. Πράγμα που, εκτός από μια βαθύτατη αίσθηση της αξίας και της σημασίας της παρανομίας, μου χάρισε και ένα τρυφερό συναίσθημα για κείνη την ταλαίπωρη Παρθένο Μαρία, που αν ο επιθεωρητής της εποχής, ο Ηρώδης, δεν της δημιουργούσε πρόβλημα θα είχε γεννήσει το Χριστό σε κανένα μαιευτήριο των Ιεροσολύμων, οπότε αντίο φάτνη και κάλαντα και χριστόψωμα κι όλα τα σχετικά.

Ωστόσο, ένας Ηρώδης είναι πάντα χρήσιμος, σε μια διαλεκτική αντίληψη των πραγμάτων. Το ίδιο και ένας Ιούδας. Αλλά και ένας επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, άξεστος ως Έλλην.

Είχε μισό μέτρο χιόνι έξω εκείνο το βράδυ της 14ης Ιανουάριου 1934. Πού να βγεις με τέτοιον καιρό απ’ τη ζεστή κοιλιά της μάνας σου. Έτσι αποφάσισα, με μια υποδειγματικά εμβρυακή αφέλεια, να μείνω για πάντα εκεί μέσα.

Με τα πολλά, αψηφώντας το κρύο εκείνου του Γενάρη και ολόκληρου του βίου μου, παίρνω φόρα, πιάνω τη μύτη μου και, ω του θαύματος, όταν βούτηξα με το κεφάλι στη ζωή ο επιθεωρητής δεν ήταν εκεί για να τιμωρήσει τη μάνα μου που είχε παρανομήσει.


Αυτό που δημιουργούσε το πρόβλημα ήταν το κεφάλι μου!!!

[....] Κοιτάξτε τώρα τις συνέπειες που είχε η τοποθέτηση στην επιθεώρηση Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Κοζάνης εκείνου του καταραμένου επιθεωρητή που φρόντιζε για την εκπαιδευτική «γραμμή» στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Εκείνου του γραφειοκράτη που με υποχρέωσε να γεννηθώ στα Σέρβια Κοζάνης καί όχι στο Βελβενδό Κοζάνης, ή όπου αλλού εν πάση περιπτώσει.

Η πραχτική μαμή άργησε πάρα πολύ να ’ρθει. Αλλά κι όταν ήρθε, το μόνο που έκανε ήταν να διαπιστώσει πως χρειαζόταν οπωσδήποτε καισαρική τομή διότι υπήρχε πιθανότητα να αυτοκτονήσω πριν καν γεννηθώ. Η μαμή μπορούσε να ασκήσει με επάρκεια την αρχαία τέχνη της, αλλά καισαρική τομή μόνο με χασαπομάχαιρο θα ήταν δυνατό να κάνει σε εντελώς έσχατη ανάγκη.

Η μαμή εξήγησε στον πατέρα μου πως αυτό που δημιουργούσε το πρόβλημα ήταν το κεφάλι μου. Δε χωρούσε με τίποτα στο τούνελ που οδηγεί απ’ το σκότος στο φως. Ήταν τεράστιο, σωστή κολοκύθα. Για να καταλάβετε τι κεφάλας είμαι, σας λέω μόνο πως στην αγορά δεν υπάρχει καπέλο για μένα. Μου χρειάζεται οχτώ νούμερο και οι κατασκευαστές βγάζουν μέχρι έξι.

Λοιπόν, η μαμή πρότεινε να κάνει αυτή την καισαρική τομή με τον τρόπο της αν συμπληρώνονταν 48 ώρες από τότε που ξεκίνησα για έξω ευρισκόμενος πάντα μέσα. Όμως, πάνω στην εκπνοή της προθεσμίας, η φύση έλυσε τελικά το πρόβλημα που η ίδια δημιούργησε, κάνοντας ωστόσο μια ζημιά. Το κεφάλι πατήθηκε πολύ στα πλάγια έτσι που ζοριζόταν να σκάσει το φράγμα. Το παραπανίσιο πλάτος έγινε μήκος και το όλον απόχτησε ένα σχήμα ωοειδές. Αν υπήρχε μαιευτήρας θα έλυνε το πρόβλημα με την επαναστατική επέμβαση της καισαρικής τομής. Αφήνοντας όμως η μαμή τη φύση να επεμβεί επί της κεφαλής μου, τα πράγματα για μένα στράβωσαν στη γέννα. Κι άντε μετά να τα ξεστραβώσεις.

Από θεωρητικής απόψεως, τα παραπάνω σημαίνουν πως ενώ όλα έδειχναν πως θα γεννηθεί ένας επαναστάστης με τρόπο επαναστατικό, τελικά προέκυψε επαναστάτης με τρόπο σοσιαλδημοκρατικό, πράγμα που εξηγεί ίσως και την εναλλασσόμενη πολιτική συμπεριφορά μου, πάντα εντός των πλαισίων της ευρείας Αριστεράς.

Από πρακτικής απόψεως τώρα, τα παραπάνω σημαίνουν πως γεννήθηκα μ’ ένα κουσούρι, που προέκυψε ακριβώς τη στιγμή της γέννησής μου μ’ αυτόν τον ζορισμένο τρόπο. Έχω μια εντελώς παράξενη βαρυκοΐα, διαφορετικά κατανεμημένη στα δυο αυτιά. Όπως έδειξε το ακουόγραμμα, από το δεξιό αυτί λείπουν μέσες συχνότητες και από το αριστερό μπάσες. Αυτό σημαίνει πως έχω μια δυσκολία στο να ξεχωρίζω ηχητικά το δεξιό από το αριστερό, και γιαυτό ίσως εκλαμβάνω συχνά την Αριστερά ως Δεξιά και τανάπαλιν. Κι όλα αυτά εξαιτίας εκείνου του κέρατά του επιθεωρητή, που δεν έδωσε έγκαιρα άδεια στη μάνα μου να πάει να με γεννήσει στο χωριό της, το Βελβενδό, όπου εκτός από μαμή υπήρχε και μαιευτήρας, και οι πόνοι την έπιασαν καθ’ οδόν.



Γιατί δεν έχω ιδιαιτέρα πατρίδα...

Η τυχαία και περιπετειώδης γέννησή μου στα Σέρβια Κοζάνης είναι προφανώς ο λόγος που ποτέ δεν αναγνώρισα αυτή την κωμόπολη σαν ιδιαιτέρα πατρίδα μου. Κι έτσι ξέμεινα από ιδιαιτέρα πατρίδα. Απ’ τα Σέρβια έφυγα ενός μηνός. Και από τότε ξαναπήγα ύστερα από 45 χρόνια για να δω το σπίτι που γεννήθηκα. Μου είπαν πως το έκαψαν οι Γερμανοί έξι χρόνια μετά τη γέννησή μου.

Όταν με ρωτούν από πού είμαι, όταν μεν βρίσκομαι εκτός Ελλάδος λέω λίγο ντροπαλά, απ’ την Ελλάδα, κι όταν βρίσκομαι εντός Ελλάδος, οπότε η ερώτηση αφορά την ιδιαιτέρα πατρίδα, λέω, απ’ την Καστοριά. Όχι γιατί είμαι από κει, αλλά διότι εκεί πέρασα τα εφηβικά μου χρόνια. Και μιας και δεν είχα ιδιαιτέρα πατρίδα αποφάσισα να υιοθετήσω αυτή την πόλη, μόνο και μόνο γιατί είναι όμορφη.

Όμως, όταν κανείς δεν έχει ιδιαιτέρα πατρίδα δύσκολα κατανοεί την έννοια της πατρίδας. Διότι η πατρίδα είναι ένα σύνολο ιδιαιτέρων πατρίδων. Ενώ η κάθε ιδιαιτέρα πατρίδα είναι ένα σύνολο οικοπέδων. Άρα η πατρίδα είναι άθροισμα οικοπέδων. Συνεπώς, η τυπικά ελληνική οικοπεδική περί πατρίδος αντίληψη είναι απόλυτα λογική.

Να, τώρα, και ένας ρεαλιστικός ορισμός της πατρίδας: Πατρίδα λέγεται ένας τόπος όπου βρίσκεται το οικόπεδό μου, ή άλλα ακίνητα. Εγώ όμως, που ούτε ιδιαιτέρα πατρίδα έχω, ούτε οικόπεδο, πώς διάολο να γίνω καλός πατριώτης; Αν ο βλαξ επιθεωρητής μού επέτρεπε να γεννηθώ στην ιδιαιτέρα πατρίδα της μάνας μου, το Βελβεντό της Κοζάνης, κατά πάσα πιθανότητα θα ήμουν τώρα ένας καλός πατριώτης. Ξεκινώντας απ’ την ιδιαιτέρα πατρίδα, που τώρα δεν έχω, θα έφτανα κάποτε και στην πατρίδα. Οι έννοιες δομούνται επαγωγικά.


Το παλιό καμένο σχολειό (Παρθεναγωγείο Βελβεντού), 1970.
_________________



Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, την οποία και ο ίδιος αναγνώριζε ως πατρίδα του, κυρίως διότι του άρεσε ως πόλη. 

Εξάλλου είχε και άλλες «πατρίδες»: Κοζάνη και μετά Καστοριά, στην οποία πέρασε την εφηβεία, λόγω μετάθεσης των γονιών του, αμφοτέρων εκπαιδευτικών - φιλόλογος ο πατέρας Απόστολος, δασκάλα η μητέρα του Ελένη. 

«Δεν ήμουν ούτε ενός έτους, όταν έκανα το πρώτο ταξίδι της ζωής μου σαν μπόγος απ’ τα Σέρβια στην Κοζάνη.»

«Το 1939 ο φιλόλογος πατέρας μου θα μετατεθεί στην Καστοριά και η δασκάλα μάνα μου στο Βελβεντό. Τους είχαν χωρίσει για να τους τιμωρήσουν που είχαν στη βιβλιοθήκη κόκκινα βιβλία. Ψάχνοντας για κομουνιστικά βιβλία, οι χωροφύλακες που εισέβαλαν στο σπίτι μια Κυριακή του 1938, πήραν την εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού γιατί το εξώφυλλο είχε το κομουνιστικό κόκκινο χρώμα.»


(από το αρχείο του προέδρου της Νεράιδας, Ξενοφώντα Βαΐζογλου)



Ο αντάρτης με τη σαλιαρίτσα!

Το καλοκαίρι του 1944 ήμουν πια ένας τέλειος αντάρτης δέκα χρονών. Είχα πάρει το βάπτισμα του πυρός στο Καταφύγιο, είχα κάνει τη «μεγάλη πορεία» απ’ το Βελβεντό στο Λιβαδερό, είχα δει σκοτωμένους, είχα δει κρεμασμένους και δεν έμενε παρά να πιάσω όπλο στα χέρια και να πυροβολήσω.

[...] Που λέτε, κάθε άλλο παρά ηρωισμός είναι να τρέχεις πίσω απ’ τους γονείς σου στα βουνά και τα λαγγάδια, γιατί δεν έχουν πού να σ’ αφήσουν.Και είναι μάλλον κωμικό το προνόμιο να σου αποδίδουν τον χαρακτηρισμό του «πιο μικρού Έλληνα ΕΛΑΣίτη» μόνο και μόνο γιατί πάτησες μια και μοναδική φορά τη σκανδάλη ενός όπλου που το κρατούσε άλλος.

Σε μια άσκηση σκοποβολής, ο επικεφαλής της ομάδας των ασκουμένων ΕΑΑΣιτών, για να με ξεφορτωθεί και για να μη μπερδεύομαι συνεχώς στα πόδια του, μου επέτρεψε να πατήσω εγώ τη σκανδάλη του αυτομάτου Στεν που κρατούσε εκείνος. Κι ύστερα μου ’πε: Άντε σπίτι, και πες στον πατέρα σου πως έρριξες με το αυτόματο.

Τρέχω περιχαρής στο σπίτι, και λέω περήφανος στον πατέρα μου, το και το, έμαθα να πυροβολώ. Τι ήταν να το πω! Ακόμα τον βλέπω να ουρλιάζει και ν’ αφρίζει. Πάντως, ξύλο δεν έφαγα. Ποτέ δεν έφαγα ξύλο απ’ τον πατέρα μου. Κι όταν ηρέμησε, κάθησε και μου ’κάνε ένα μάθημα περί μαχητών και ηρώων. Κανείς δεν πάει στη μάχη γιατί του αρέσει, λέει ο πατέρας μου, και κανείς δε γίνεται ήρωας γιατί το προγραμματίζει.

Εκείνο τον καιρό, από σχολικά βιβλία διάβαζα μετά μανίας ελληνική ιστορία και είχα σοβαρές αντιρρήσεις για την άποψη του πατέρα μου. Μα, του λέω, εδώ πέρα λέει πως όλα στην Ελλάδα τα έκαναν ήρωες. Άνθρωποι τα έκαναν, διευκρινίζει ο πατέρας μου. Όταν σε στριμώξουν, μπορεί να γίνεις και ήρωας, συμπληρώνει. Ώστε, λοιπόν, απ’ τα πολλά στριμώγματα είναι που γέμισε η Ελλάδα αγάλματα ηρώων κι όχι απ’ την «έμφυτη» ροπή των Ελλήνων προς τον ηρωισμό!

Αυτό το μάθημα εκεί πάνω στο βουνό, από έναν άνθρωπο που στα μάτια μου φάνταζε ήρωας, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Κι έτσι, από κείνη τη μέρα, σταμάτησα να το πάω φιρί-φιρί να γίνω ήρωας σώνει και καλά. Κάθησα και περίμενα το στρίμωγμα, που θα μπορούσε να με κάνει αυτομάτως ήρωα μέσα απ’ την προσπάθεια να διαφυλάξω την αξιοπρέπειά μου, το μόνο κατ' ουσίαν που με ενδιαφέρει σε τούτον τον κόσμο.


Δύο πρότυπα για να ταυτιστώ...

[....] Οι δικοί μου γονείς, στο Λιβαδερό που βρισκόμαστε όταν οι Γερμανοί έχουν αρχίσει ήδη να καταρρέουν, μάχονται τον «δίκαιο αγώνα»! 

Ο πατέρας μου κυνηγάει τους Γερμανούς, που τα έχουν χαμένα γιατί αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως ο πόλεμος έχει ήδη χαθεί γι αυτούς, και η μάνα μου τρέχει και δε σώνει από χωριό σε χωριό, άλλοτε ως στέλεχος της Αλληλεγγύης, ας πούμε της επιμελητείας του αντάρτη, κι άλλοτε σα δασκάλα. Μαθαίνει γράμματα κυρίως στους αγράμματους ΕΛΑΣίτες, που έχουν προτεραιότητα στη γνώση έναντι ημών των μικρών μαθητών.

Ούτε ξέρω ποιος μου έμαθε την αλφαβήτα. Όχι πάντως η δασκάλα μάνα μου. Αυτή ήταν πολύ απασχολημένη με τα κομματικά της καθήκοντα. Δεν είχα ποτέ δασκάλα τη μάνα μου. Και αργότερα, δεν είχα ποτέ καθηγητή τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου συνελήφθη απ’ τους «εθνικόφρονες» τη χρονιά που μπήκα στο γυμνάσιο της Καστοριάς όπου υπηρετούσε, και απολύθηκε λίγο μετά την αποφοίτησή μου. Νομίζω πως είμαι μια περίπτωση για Γκίνες. Τον καιρό που ήμουν στην ηλικία που τα παιδιά παν στο δημοτικό σχολείο, η δασκάλα μάνα μου εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να μου κάνει μάθημα, και τον καιρό που ήμουν στην ηλικία που τα παιδιά παν στο γυμνάσιο, ο καθηγητής πατέρας μου εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να μου κάνει μάθημα! Χέσε μέσα, που λεν και οι καρραγωγείς.

Ωστόσο, από απόψεως παιδαγωγικής, χρωστάω τα πάντα στη δασκάλα μάνα μου και τον καθηγητή πατέρα μου. Τους θαύμαζα απεριόριστα και τους δυο για το ήθος τους, για την εντιμότητά τους, για τη λεβεντιά τους, για την ικανότητά τους να μη σκύβουν ποτέ το κεφάλι μπροστά σε κανέναν. Συνήθως τα παιδιά ψάχνουν ένα πρότυπο για να ταυτιστούν. Εγώ είχα δύο.

Μ’ άλλα λόγια, στάθηκα πάρα πολύ τυχερός. Αφενός γιατί είχα τέτοιους γονείς και αφετέρου διότι έχοντας τέτοιους γονείς, σχεδόν δεν πήγα σχολείο. Στο δημοτικό γιατί ήμασταν στο βουνό, και στο γυμνάσιο, διότι μέσα στον ορυμαγδό του εμφυλίου πολέμου, στο γυμνάσιο της Καστοριάς όπου με πέταξε ο άνεμος, μια μέρα κάναμε μάθημα και δυο δεν κάναμε. Το γυμνάσιο λειτουργούσε περισσότερο σα στρατώνας, παρά σα σχολείο. Και, βέβαια, τα μαθήματα ήταν σκέτο αλαλούμ. Κι έτσι, γλύτωσα απ’ την αποβλάκωση. Διότι, ως γνωστόν, ο πιο σίγουρος τρόπος να αποβλακωθεί κανείς είναι να φοιτήσει σε ελληνικό σχολείο.

Βασίλης Ραφαηλίδης, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, Η ζωή ενός ταλαίπωρου Έλληνα (σελ. 9 - 22, 99 -103), εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου



«Ο Βασίλης φεύγει μ’ ένα γαρίφαλο στ' αφτί.»

Πώς γεννιέται μια φιλία; Ίσως όπως γεννιέται ένας έρωτας: ξαφνικά. Άγνωστο τι την καθορίζει… ποιες λέξεις, ποια κίνηση. Ποια εμπιστοσύνη [……]

Ν’ αλλάξουμε τον κινηματογράφο, τον Ελληνικό - σαν να λέμε: ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.[….]

Ο Βασίλης είχε αποδεχθεί ότι ο ρόλος του ήταν η κριτική κι ο στοχασμός πάνω στον κινηματογράφο – κι όχι μόνο. Είχα αποφασίσει ότι ο ρόλος μου ήταν πίσω από μια κάμερα.
Γίνεται; Πώς δε γίνεται! […]

Πέρασε ο καιρός, γίναμε ό,τι γίναμε και οι δυο. Η φιλία, όμως, στα χρόνια που ακολούθησαν, κράτησε την παιγνιώδη συνενοχή που τη χαρακτήριζε απ’ την αρχή.

Σ’ ένα αυτοκίνητο που κατέβαινε την Κηφισίας, πήρα το μήνυμα ότι ήταν στην εντατική.
Τον πρόλαβα ν’ ανασαίνει.

- Πόσο; ρώτησα το γιατρό.

- Ώρες.

Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, αλλά η έκφραση, ίδια: αγέρωχη και παράξενα τρυφερή.

Ένας ζεστός άνεμος φυσούσε στο νεκροταφείο έξω από την Πάτρα, όπου τελικά τον έθαψαν. Την ώρα που έκλειναν το φέρετρο για να τον κατεβάσουν, ένα κόκκινο γαρίφαλο ξέφυγε απ’ τ’ άλλα λουλούδια, πέρασε απ’ τα μάτια του κι έμεινε εκεί πλάι. Το φέρετρο κατέβηκε στο χώμα μ’ ένα γαρίφαλο που έφεγγε στο πρόσωπό του. «Για κοίτα» σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή, «ο Βασίλης φεύγει μ’ ένα γαρίφαλο στ' αφτί.». Και χαμογέλασα.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γράφει για τον Βασίλη Ραφαηλίδη
«Βασίλης Ραφαηλίδης» (εκδ. Αιγόκερως, 2000, για το Φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης