Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκριες και Καθαρή Δευτέρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκριες και Καθαρή Δευτέρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Και να το δείτε: μια μέρα θα γυρίσει……Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ο πιερότος



Thomas Cantrell Dugdale, The Arrival of the Jarrow Marchers in London

....ώρα τρυφερή των αναμνήσεων...

Είμαστε καθισμένοι στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ήταν η ώρα που αρχίζει και βραδιάζει — ώρα τρυφερή των αναμνήσεων.

Είχα καιρό να πάω να τη δω. Κι ένιωθα ένα είδος τύψεως γι’ αυτή μου την αμέλεια, επειδή ήξερα πως μ’ αγαπούσε εξαιρετικά, και πως ευχαριστείτο πραγματικά στη συντροφιά μου — αν κι εγώ δεν ήμουν απέναντί της, παρά ένα παιδί κάπως υπερβολικά ζωηρό, που αποτελούσε μια φανταχτερή αντίθεση με τη γεροντική της σοβαρότητα, με τη λεπτήν αξιοπρέπεια των τρόπων της, με το επίσημο και τυπικό της φέρσιμο. 


Μια ερωτική περιπέτεια, που βάσταξε δεν ξέρω πόσους μήνες, με είχε απομακρύνει. Για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, δικαιολογίες δε χωρούσαν. Της είπα, ωστόσο, αρκετά ψέματα: ένα μικρό ταξίδι στην Ευρώπη, κάποιες ασχολίες ιδιαίτερες, έπειτα μιαν αρρώστια ξαφνική…

Με κοίταζε χαμογελώντας, με το λεπτό ειρωνικό εκείνο βλέμμα, το γεμάτο καλοσύνη κι επιείκεια, των ανθρώπων που μας αγαπούν, και που προσπαθούν να μας πιστέψουν. Κι έτσι στα τελευταία, αναγκάστηκα να της φανερώσω την αλήθεια. Της διηγήθηκα όλη μου την ιστορία, απ’ την αρχή ως το τέλος. Δεν παρέλειψα παρά μια μικρή λεπτομέρεια, που ήταν ολόκληρη εις βάρος μου, και που φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να της μειώσει κάπως την εκτίμησή της προς εμένα. Με άκουσε χωρίς διακοπή.

Έπειτα άλλαξα κουβέντα. Της είπα νέα που δεν ήξερε, μερικά κοινωνικά μικροσκανδαλάκια, που τη διασκέδαζαν πολύ.




La mélancholie by Edmond De Grimberghe


Εκείνη, όμως, τώρα, δε μιλούσε. Είχε τα μάτια γυρισμένα στο παράθυρο, και κοίταζε τον ουρανό, με τα χλωμά, τα λυπημένα χρώματα. Ο ήλιος ήταν τώρα δίχως φως, ακουμπισμένος σ’ ένα κυπαρίσσι, σα μια μεγάλη σφαίρα πεθαμένη.

Έπειτα γύρισε τα μάτια, και με κοίταξε. Μου φάνηκε πως ήθελε κάτι να πει, και δίσταζε. Έπειτα πάλι κοίταξε τη μελαγχολικήν εικόνα του παραθυριού.

Έξαφνα με ρώτησε:

— Και γιατρευτήκατε τελείως απ’ το αίσθημα;…

Της είπα: ναι, χωρίς περιστροφές.

Κοίταξε πάλι το θλιμμένον ουρανό. Κι έπειτα, σα να νικούσε τον κρυφό της δισταγμό, είπε σιγά, σα να μονολογούσε:

— Κι όμως, εγώ, δεν έχω γιατρευτεί ακόμα…

Περίμενα να μου εξηγηθεί. Η φράση εκείνη, στα γεροντικά εκείνα χείλη —γιατί να το κρύψω;— μου φάνηκε λιγάκι κωμική… Αλλά ο σεβασμός μου προς τη γυναίκα, που αποτελούσε για μένα σαν ένα σύμβολο, σχεδόν ιερό, του Παρελθόντος, μου εξαφάνισε αμέσως από το μυαλό, το ιλαρό συναίσθημα, που πήγε μια στιγμή να γεννηθεί…

Και τότε πάλι, ξαφνικά, σα να της είχα γγίξει, δίχως να το θέλω, κάποια βαθειά και μυστική πληγή —ίσως σ’ αυτό να συντελούσε και η γοητεία, η λεπτή και ακουσία νοσταλγία της υποβλητικής εκείνης ώρας— άρχισε, με τη σειρά της, να μου διηγείται:



Old Woman Drinking Tea Antonio Mancini


Ήταν ένα μπουκέτο μενεξέδες…

— Δεν είχα παντρευτεί ακόμα. Ο πατέρας ζούσε. Το σπίτι μας ήταν πάντα, καθώς ξέρετε, ανοιχτό• ο πατέρας, ακόμα και στα γερατειά του, αγαπούσε πολύ τις διασκεδάσεις. Η μητέρα, όχι και τόσο. Εντούτοις, για να μη χαλάσει το χατίρι του πατέρα, πήγαινε και κείνη μαζί του, στους χορούς. Η κοινωνική μας θέση, άλλως τε, ήταν τέτοια, που οι διασκεδάσεις αυτές έπαιρναν το χαρακτήρα καθημερινών υποχρεώσεων. Γι’ αυτό και το δικό μας σπίτι, καθώς σας είπα, ήταν πάντα ανοιχτό. Δεν υπήρχε ξένος, περαστικός στην πόλη, που να μην το θεωρούσε απαραίτητο, να ρθει να πάρει το τσάι σπίτι, και να μας επισκεφθεί.

 Η μητέρα μου είχε μια φανερή προτίμηση στον αδελφό μου. Και, όπως συμβαίνει πάντα —για να έρθει ίσως η ισορροπία— ο πατέρας είχε ρίξει όλη τη συμπάθειά του σε μένα. Μ’ έπαιρνε διαρκώς μαζί, και κάθε φορά που πηγαίναμε σε καμιά διασκέδαση, με κρατούσε επιδειχτικά στο πλευρό του. Ήμουν η αγαπημένη του. Κι όμως δεν ήμουν παρά μια κοπελίτσα δεκαεφτά χρονών, άμυαλη και ξένοιαστη για όλα — μια πεταλουδίτσα, έτοιμη να καεί στο πρώτο φως, που θα την τραβούσε με τη λάμψη του…



Pablo Picasso, Pierrot And Colombina (1900) 



Την ημέρα εκείνη, θυμάμαι, είχα ξυπνήσει δίχως κέφι. Και το βράδυ επρόκειτο να πάμε σ’ ένα χορό. Ήταν η προτελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Και παρ’ όλο τον ενθουσιασμό της ηλικίας, ένιωθα πως θα μου ήταν αδύνατο να πάω μαζί τους. Είχα έναν πονοκέφαλο ανυπόφορο — κι ένας πονοκέφαλος, στην ηλικία εκείνη, είναι ήδη μια μεγάλη τραγωδία. Κι έπειτα η μοδίστρα δεν είχ’ έτοιμη τη φορεσιά μου — αυτή που λογάριαζα να βάλω εκείνο το βράδυ. Κι αυτό ήταν η μεγάλη συμφορά. Αργότερα, έμαθα καλύτερα τι θα πει «μεγάλη συμφορά»… Ας είναι.

Ο πατέρας ήθελε, σώνει και καλά, να με πάρει. Η μητέρα συμφωνούσε μαζί μου, επειδή και κείνη, όπως συνήθως, έτυχε να μην έχει και μεγάλη διάθεση. Ο Νίκος μόνο χαλούσε τον κόσμο• αυτός ήθελε να πάει στο χορό, οπωσδήποτε, και ήξερε ότι η δική μου αδιαθεσία ήταν ικανή να κάμει τον πατέρα ν’ αλλάξει απόφαση. Στο τέλος, όμως, ο πατέρας δεν επέμεινε. Όταν ήρθε η ώρα που θα πήγαιναν, για πρώτη φορά στη ζωή του πήγε χωρίς εμένα, μόνο με τη μητέρα και το Νίκο. 

Η βραδιά ήταν αρκετά ζεστή• είχα μισανοιγμένο το παράθυρο (κοιμόμουν μαζί με τη μητέρα), και πλάγιασα νωρίτερα. Θα με είχε πάρει, υποθέτω, ο ύπνος όταν ξύπνησα λιγάκι τρομαγμένη. Ένιωσα μέσ’ στο σκοτάδι, σαν κάτι να ’πεσε στην κάμαρά μου, δίπλα στο κεφάλι μου… Τινάχτηκα, όπως ήμουν. Παρά λίγο να βάλω τις φωνές. Μου φάνηκε σα να ’πεσε, ξαφνικά, δίπλα μου, ένα μικρό πουλάκι πεθαμένο… Άναψα το φως. Ήταν ένα μπουκέτο μενεξέδες… Από πού να έπεσε στην κάμαρά μου; Ο νους μου πήγε αμέσως στο παράθυρο.



Stanisław Wyspiański, Girl with Violets, 1896



 Πήγα με περιέργεια και κοίταξα. Έξω ήταν ησυχία. Η ώρα ήταν περασμένη. Από μακριά, πολύ μακριά —ξέρετε το πατρικό μου σπίτι; ήταν πολύ μακριά απ’ την πόλη— ακουγόταν, μόλις, η φασαρία της τρελής Αποκριάς• ο ουρανός ήταν γεμάτος φως, από τη λάμψη των ηλεκτρικών. Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Δε φαινόταν τίποτε στον κήπο. Μια παρέα με μασκαράδες περνούσε με τ’ αμάξι —τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα— αλλ’ αυτή, τώρα μόλις έφτανε μπροστά στη σιδερένια πόρτα• κι εξ άλλου, η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη…

 Δεν ήξερα τι να βάλω με το νου μου. Ποιος να είχε ρίξει το μπουκετάκι αυτό; Κανένα ειδύλλιο νεανικό κάπως τολμηρότερο, δεν είχε πλεχτεί ακόμη γύρω στη ζωή μου. Ήμουν σε μεγάλη απορία. Επειδή όμως η ώρα ήταν περασμένη, κι από στιγμή σε στιγμή μπορούσε να προβάλουν οι δικοί μου, ανέβαλα τη λύση του αινίγματος — αν και με είχε τρομερά βάλει σε πειρασμό… Πλάγιασα, πάλι, αλλά χωρίς να κλείσω μάτι, όλη νύχτα. Φαίνεται, όμως, να κοιμήθηκα στο τέλος.

 Οι δικοί μου ήρθαν τα χαράματα. Όλη εκείνη τη βδομάδα, δεν έφυγε απ’ το μυαλό μου αυτό το περιστατικό. Βρήκα μια λύση πρόχειρη — αλλά που δε με ικανοποιούσε εντελώς: είπα ότι κάποιος θα είδε το ανοιχτό παράθυρο, και πέταξε, απλούστατα, στην τύχη το μπουκέτο…


Pierrot's Dream Raphael Kirchner


Δυο μάτια φλογερά που έριχναν μεγάλες αστραπές...

Μετά μια βδομάδα, την άλλη Κυριακή, ήμαστε πάλι καλεσμένοι σ’ ένα σπίτι, που θα δεχόταν μασκαράδες. Εκείνο το βράδυ, τελείωναν οι Αποκριές. Δεν είχα πονοκέφαλο, και η τουαλέτα μου ήταν επιτέλους έτοιμη. Πήγα με το Νίκο. Ο πατέρας είχε λείψει λίγες μέρες, για μια επείγουσα δουλειά. Δε θέλησα να βάλω μάσκα. Φορούσα, θυμάμαι, την καινούρια φορεσιά μου — ένα φόρεμα σαξ μεταξωτό, με νταντέλες μαύρες γύρω γύρω: το φόρεμα αυτό υπάρχει ακόμα —καμιά μέρα θα σας το δείξω• το ’χω κλειδωμένο στην παλιά μου την κασέλα, μαζί με χίλια άλλα μπιχλιμπίδια του καιρού εκείνου• είναι φαγωμένο απ’ το σκόρο, οι δαντέλες έγιναν κουρέλι — αλλά δεν θέλησα ποτέ να το πετάξω…

Το βράδυ εκείνο είχα, ίσα ίσα, ένα κέφι εξαιρετικό. Και ήμουν, φαίνεται, εξαιρετικά όμορφη. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, μπορεί κανένας να έχει την ειλικρίνεια ν’ αναφέρει μερικά πράματα, χωρίς να έχει φόβο να παρεξηγηθεί —τι λέτε;

 Ήμουν τρομερά ευχαριστημένη από τον εαυτό μου. Η φορεσιά μου μού ταίριαζε περίφημα. Κάποιος, εκείνο το βράδυ, μου είχε πει πως έμοιαζα με «γαλανό λουλούδι του αγρού»… Ας είναι!

 Διασκέδαζα πολύ με τις παρέες που είχαν πλημμυρίσει τις δύο σάλες. Η μουσική έπαιζε τους πιο τρελούς χορούς της εποχής εκείνης — τρελούς, όχι σαν τους δικούς σας, βέβαια, τους τωρινούς, αλλ’ αρκετά, για κείνο τον καιρό… Λουλούδια, σερπαντίνες, κονφετί — σωστός πανζουρλισμός! Ο Νίκος χόρευε χωρίς διακοπή.

 Εγώ ήμουν ακουμπισμένη στο πιάνο. Είχα παίξει μάλιστα κι ένα κομμάτι —έπαιζα στα νιάτα μου καλούτσικα— και τα λουλούδια, και τα κομπλιμέντα, έπεφταν απάνω μου βροχή. Οι μάσκες με πειράζανε πολύ, κι είχα αρχίσει, πράγματι, να ντρέπομαι λιγάκι. Ήμουν ξαναμμένη απ’ το παίξιμο —ο χορός δε με τραβούσε και πολύ— κι έκανα αέρα, θυμάμαι, με μια βεντάλια —χρυσή και κόκκινη, κι αυτό το θυμάμαι— που βρήκα εκεί δίπλα, αφημένη.



Iosif Iser, Pierrot And Columbine (1943)

Έξαφνα, μου παρουσιάστηκε ένας πιερότος, που δεν τον είχα δει ως τότε μέσ’ στη σάλα. Φορούσε μισή μαύρη μάσκα. Είχα πάντα φοβερή αδυναμία για τα ρούχα του πιερότου. Ήρθε κοντά μου, και με κοίταξε στα μάτια. Ένα χνούδι μαύρο, απαλό, έσκαζε μόλις απάνω από δυο χείλη λεπτά και ντροπαλά. Δε μου μιλούσε. Όταν το κοίταγμά του το επίμονο άρχισε να με στενοχωρεί, θέλησα να φύγω —αλλά μου έκαμ’ ένα κίνημα τόσο ικετευτικό— ένα μικρό κίνημα απλό και συμπαθητικό — κι αυτό το κίνημα με κάρφωσε στη θέση μου… 

Τον ρώτησα, με νόημα, τι θέλει. Τα δυο του χείλη, τα ένιωθα να τρέμουν ελαφρά. Δε μου ’δωσε απάντηση. Εξακολουθούσε μονάχα να με κοιτάζει. Έβλεπα δυο μάτια φλογερά, που έριχναν μεγάλες αστραπές. Μου θύμιζαν δεν ξέρω ποιες φωτιές —κάποιες πυρκαϊές που δεν υπάρχουν…

Η στάση του αυτή, η σιγηλή, με στενοχωρούσε πιο πολύ. Έκανα να τραβηχτώ και πάλι —και τότε άπλωσε δειλά το χέρι, και με κράτησε. Αυτή η τόλμη του με ξάφνιασε —στον καιρό μου, όλ’ αυτά, τα θεωρούσαμε απρέπειες ακόμη— αλλά και συγχρόνως, μ’ άρεσε στο βάθος… 

Έμεινα καρφωμένη και τον κοίταζα. Και τότε, δίχως να το περιμένω, μου άπλωσε ένα μικρό χαρτάκι διπλωμένο. Τραβήχτηκα, δίχως να το πάρω. Έκαμα ένα: όχι, με τα μάτια. Και τότε τα δικά του πήραν μια έκφραση λύπης —τόσης, τόσης λύπης, που δεν μπορώ να την ξεχάσω στη ζωή μου…



Photo by Camilo Alvarez



 Άμα είδε την επιμονή μου, και την κάπως πειραγμένη —έτσι αυτός θα είπε— κίνησή μου, δεν επέμεινε: άπλωσε μόνο τρεμουλιαστά το διπλωμένο γράμμα στο κερί του πιάνου. Το χαρτί πήρε φωτιά. Μια φλόγα έπαιξε για μια στιγμή κι έπειτα έσβησε. Αυτό ποτέ μου δε θα το ξεχάσω… Και χάθηκε από μπροστά μου, σα σκιά…

Δεν τον ξαναείδα τη βραδιά εκείνη. Η εικόνα του έμεινε, όμως, καρφωμένη στο μυαλό μου. Σε λίγη ώρα μπήκαν νέες μάσκες. Ήμουν ταραγμένη, σαστισμένη. Είχα μιαν ακράτητη επιθυμία να τον ξαναϊδώ από μακριά.

Την ώρα που φύγαμε — κόντευε σχεδόν να ξημερώσει — τράβηξα το Νίκο απ’ το χέρι, και φύγαμε, χωρίς να πούμε καληνύχτα σε κανένα. Όταν πήγα σπίτι, όλ’ αυτά ξαναπέρασαν απ’ το νου μου, σαν όνειρο γλυκό της φαντασίας, με μια πολύ μεγάλη νοσταλγία…

Αυτή η περιπέτεια της χρονιάς εκείνης —όσο μικρή κι ασήμαντη κι αν φαίνεται— έμεινε για καιρό μέσ’ στο μυαλό μου. Έπειτα, σιγά σιγά, με την ευκολία που ξεχνούν τα νιάτα, άρχισα και γω να την ξεχνώ.



Konstantin Somov, Lady And Pierrot (1910) 

Και ο γάμος έγινε λίγο πριν απ’ τις Αποκριές.....

Μετά πέντε μήνες, ακριβώς, ήμουν αρραβωνιασμένη. Δε θέλω να σας κουράσω, με το να σας διηγηθώ εκείνη την ιστορία: τα περιστατικά εκείνα δε σας ενδιαφέρουν. Κι εμένα, τώρα, δε μ’ ενδιαφέρουν. Ένας νέος, πολύ καλός, πολύ συμπαθητικός — αυτός που ύστερα έγινε άντρας μου, τον ξέρετε — με ζήτησε απ’ τον πατέρα. Ο πατέρας τον αγαπούσε — και γω αγαπούσα τον πατέρα. Είπα: ναι, χωρίς να το πολυσκεφθώ. Δεν έχω λόγο, άλλως τε, να παραπονεθώ. Κι έτσι, ένα καλό πρωί βρέθηκα αρραβωνιασμένη… 

Το καλοκαίρι πήγαμε ταξίδι σ’ ένα νησί. Δε θα ξεχάσω το καλοκαίρι εκείνο. Ήταν το πιο χαριτωμένο, ίσως, καλοκαίρι της ζωής μου: βαρκάδες, ιππασίες, εκδρομές. Ένιωθα τον εαυτό μου περισσότερο ελεύθερο από πάντα — ίσως επειδή επρόκειτο να σκλαβωθώ για πάντα… Αυτό, μπορεί να σας φανεί παράξενο, αλλά έτσι είναι. Τέτοια ήταν η ψυχολογία της στιγμής…

Είχαμε ορίσει το γάμο πολύ σύντομα. Και ο γάμος έγινε λίγο πριν απ’ τις Αποκριές. 

Επρόκειτο να φύγουμε για την Ευρώπη, αλλ’ αναβάλαμε το ταξίδι, για να περάσουμε το καρναβάλι μαζί με τους δικούς μας.

Το καρναβάλι αυτό ήταν πολύ πιο σοβαρό για μένα. Ήμουν κυρία, και είχα πολύ διαφορετικότερες υποχρεώσεις. Ο άντρας μου μ’ αγαπούσε φοβερά. Εννοούσε, σώνει και καλά, να διασκεδάσω. Πηγαίναμε παντού.



André Kertész- From the beautiful Doll Marionette Show , Paris, 1929-30

Δεν έχω δει ποτέ μου μάτια πιο πικρά και απελπισμένα.......

Μια βραδιά — πάλι τελευταία Κυριακή της Αποκριάς — (γιατί τα θυμούμαι τώρα, Θε μου, όλ’ αυτά;) πήγαμε στο σπίτι ενός μακρινού μου συγγενούς. Επρόκειτο, όπως συνήθως, να χορέψουμε. Πήγαμε οι δυο μας — οι άλλοι ήταν καλεσμένοι σ’ άλλο σπίτι. Χόρεψα με πολύ λίγους καβαλιέρους. Κατά τα μεσάνυχτα, μέσ’ στην παραζάλη του χορού, είχα καθίσει πάλι στο πιάνο, κι έπαιξα ένα εύθυμο κομμάτι. Κι ενώ στεκόμουν και μιλούσα με μια φίλη μου, παρουσιάστηκε ο ίδιος ο πιερότος. 

Μόλις τον είδα, τον θυμήθηκα αμέσως. Έμεινα άφωνη κι εκστατική. Στάθηκε κοντά μου, με τον ίδιο τρόπο. Το πρόσωπό του, όμως, ήταν αλλαγμένο —σα να είχε σηκωθεί από αρρώστια. Και τα μάτια του ήταν, τώρα, ακόμα πιο λυπημένα• έμοιαζαν, τώρα, σα φωτιές που πρόκειται να σβήσουν. Δεν έχω δει ποτέ μου, στη ζωή μου — και ξέρετε τα χρόνια μου, πιστεύω — μάτια πιο πικρά κι απελπισμένα…

Με κοίταξε και πάλι πολλή ώρα, μ’ ένα βαθύτατο ερωτηματικό. Έτρεμα όλη. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν ξέρω, έτσι, πόση ώρα πέρασε…

Οι άλλοι χόρευαν, κανένας δε μας πρόσεχε. Δεν έβλεπα τη φίλη μου. Θαρρώ να είχε φύγει μια στιγμή.

Ήμουν έτοιμη να μιλήσω πρώτη, όταν άπλωσε το χέρι ξαφνικά, και μου’ δωσε και πάλι ένα γράμμα, αλλά με τρόπο τόσο σοβαρό, τόσο σοβαρό και λυπημένο… Κι αυτή τη φορά, το πήρα. Και χάθηκε, προτού να του μιλήσω… Δεν τον ξαναείδα ποτέ πια.

Το πρωί που φύγαμε είχα το γράμμα του κρυμμένο μέσ’ στο στήθος. Το είχα βάλει, βιαστικά, σε μια μικρή τρυπίτσα, δεξιά. Όταν φθάσαμε στο σπίτι, κι έμεινα μόνη, έτρεξα γρήγορα στο φως να το διαβάσω. Έψαξα παντού, και δεν το βρήκα: μου είχε πέσει, φαίνεται, στο δρόμο…

Αυτό ειν’ όλο.



Κι από τότε, μήτε που ξαναγάπησα ποτέ μου......

Πρέπει τώρα να σας πω, αγαπητέ μου, ότι αυτή η περιπέτεια — όσο κοινή και τιποτένια κι αν τη βρίσκετε— έχει σημαδεμένη τη ζωή μου…

Ένα σωρό ερωτήσεις είναι ακόμα μέσα μου: Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Γιατί δε φάνηκε ποτέ τις άλλες μέρες; Γιατί δε θέλησε να μου φανερωθεί;… Αυτές οι ερωτήσεις με τυράννησαν πολύ, πολύν καιρό. Αν επιμένετε, με τυραννούν ακόμα…

Πολλές φορές είπα με το νου μου, πως η σκιά εκείνη δεν υπήρξε, πως ήταν η μορφή ενός ονείρου…

Δεν τον ξαναείδα ποτέ πια. Δεν έμαθα ποτέ μου τίποτ’ άλλο. Δεν τόλμησα να υποθέσω τίποτε. Έπειτ’ από κάμποσον καιρό, έμεινα χήρα. Ο πατέρας πέθανε και κείνος, στην Ευρώπη. Σε λίγο, έχασα και τη μητέρα. Εσείς, ακόμα, τότε, ήσαστε παιδί. Έμεινα μόνη. Απ’ την οικογένειά μου, δεν έμεινε παρά ο αδελφός μου.

Κι από τότε, που λέτε, φίλτατέ μου, μήτε που ξαναγάπησα ποτέ μου…

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .


Jane Morris portrait by Evelyn de Morgan
Πέρασαν σαρανταπέντε χρόνια, ακριβώς…

Σταμάτησε να λέει. Η κάμαρα, τώρα, είχε μισοσκοτεινιάσει.

Σήκωσα τα μάτια και την κοίταξα.

Είπε ακόμα, με φωνή πιο σιγανή:

— Πέρασαν πόσα χρόνια από τότε; Σαρανταπέντε χρόνια, ακριβώς…

Έκαμα μια κίνηση μικρή αδημονίας. Εκείνη δε με κοίταζε διόλου. Είχε τα μάτια στυλωμένα στο παράθυρο.

Έπειτα τα γύρισε με μιας, με κοίταξε κατάματα και πάλι, και με φωνή βαθιά, φανατική, φωνή που δεν την ήξερα ως τώρα, φωνή γριάς τρελής ξεμωραμένης, που μου’ δωσ’ ένα ρίγος στην καρδιά, αν και με κόπο βάσταξα τότε, θαρρώ, τα γέλια, (τώρα που τα θυμάμαι όλ’ αυτά, και που εκείνη είναι πεθαμένη, νιώθω μια βαθύτατη μεταμέλεια), με μάτια που δε μ’ έβλεπαν διόλου, πρόσθεσε ακόμα πιο σιγά :

— Και να το δείτε: μια μέρα θα γυρίσει…




Το διήγημα δημοσιεύτηκε στις 9 Μαΐου 1929 στο περιοδικό Μπουκέτο, το λαϊκό ποιοτικό περιοδικό στο οποίο ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος των διηγημάτων του και με το οποίο συνεργαζόταν από το πρώτο του τεύχος, το 1924, ως το τέλος της ζωής του, το 1944, αν και με μεγάλα διαστήματα διακοπής της συνεργασίας.

Amedeo Modigliani, Pierrot (Self Portrait As Pierrot), 1915 




Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

«Γιατί τα σκυλιά δεν αγαπούν τα καρναβάλια;», Γιώργος Ιωάννου, Αποκριάτικο


Ο Γ. Ιωάννου σε ηλικία 4 ετών (1931)΄
____________

Χρονικο­γράφος και "ιστορικός του μικρογεγονότος"

Πλάνης καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης, ο Γιώργος Ιωάννου, χρονικο­γράφος και "ιστορικός του μικρογεγονότος", υπήρξε απόλυτα προσηλωμένος στο δεδομένο συμ­βάν, σε πράγματα, συχνά ανάξια λόγου, μικρά δράματα της κάθε μέρας, ιστορίες τρυγημένες από κάθε πρόσφορο στόμα. Το πείσμα της πεζογραφίας του να μιλήσει για "ό,τι νιώθει αναφαίρετα δικό της" βρίσκει τον τρόπο και το χώρο που της ταιριάζει: σύντομα αφηγήματα, απαλλαγμένα από την υποτιθέμενη αναμέτρηση με τα μεγάλα προβλήματα της ζωής, γραμμένα σε καθαρά ελληνικά, χωρίς φιοριτούρες, εύκολο λυρισμό,  ναρκισσισμό και άλλα ευνόητα κουσούρια που ταλαιπωρούν αδόκιμες πένες. 

"Με σοφία γυρολόγου αυτός ο αφηγητής αναδιφεί και αποστραγγίζει τη (συλλογική) μνήμη του για να διηγηθεί, όχι όμως για να δώσει πνοή σε συμβάντα που ως διά μαγείας ζουν στη σκηνή της σελίδας. 

Ο Ιωάννου χρονογραφεί, και χρονογραφεί υπέροχα, αλλά (μάλλον «επειδή») δεν μπορεί να επιτύχει την αναπαράσταση ενός «μύθου» ή, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις, μιας ανακουφιστικής «πλο­κής». Έτσι εκεί που θα περιμέναμε αφηγηματικές μεθοδεύσεις, έχουμε καλλιέργεια αισθημάτων. Και φυσικά η σειρά των υποκαταστάσεων είναι μεγάλη: ο μυθιστοριογράφος γίνεται ιστοριογράφος, ο διηγηματογράφος χρονικογράφος, ο δραματουργός απλός συλλέκτης ανεξίτηλων εντυπώσεων.

Μένοντας μεταξύ απομνημονεύματος και μυθο­πλασίας, ο ρεαλισμός του Ιωάννου, δείχνει να έχει απαλλαγεί από το σαράκι που λέγεται επινοημένη ιστορία και πλα­σματικός κόσμος. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο που ο Ιωάννου, έξοχος πάντα παρατηρητής, μεταφέρει και εγκαθιστά τη δράση του στην καθημερινότητα. Η έλλειψη δημιουργικότητας που αλλού θα βρει βοήθεια αν όχι στο άμεσο; " 

[ με τη ματιά του Κωστή Παπαγιώργη και χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το "Ένας πεζογράφος" που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του "Σιαμαία και Ετεροθαλή", εκδόσεις Ροές, (σελ. 114-126) ] 



Θα ντυθούμε ή δεν θα ντυθούμε καρναβάλια φέτος;

Προχτές ξανάρθε στο σπίτι το γνωστό Αποκριάτικο θέμα: θα ντυθούμε ή δεν θα ντυθούμε καρναβάλια φέτος; Και αν ναι, τι καρναβάλια; Στο τέλος, μετά από αρκετή συζήτηση και φωνές, απο­φασίσαμε εμείς οι μεγάλοι να μην ντυθούμε, μα να ντύσουμε μόνο το μικρό μας αδερφάκι, που είναι πέντε χρονών και τα χαίρεται πολύ κάτι τέτοια.

Και αμέσως πήραμε ν’ αραδιάζουμε τις διάφορες ιδέες μπροστά στον μικρό, που από χαρούμενος άρχισε να γίνεται ανήσυχος, ακούγοντας τις ολοένα πιο έξαλλες εμπνεύσεις μας. Πρώτα πρώτα, είπα­με, βέβαια, τα γνωστά· τσολιάς, πιερότος, ιππότης, μαρκήσιος, λόρ­δος... Ύστερα πιάσαμε τα πρωτότυπα· πουλί, ψάρι, δέντρο, λουλού­δι, ζώο... «Ναι, αλλά τι ζώο;» είπε κάποιος. Και τότε, πάλι, παρέλασαν τα ζώα, από τα πιο συνηθισμένα ως τα πιο σπάνια. Στο τέλος αποφασίσαμε να ντύσουμε τον μικρό μας λαγουδάκι. Να τον κάνουμε έναν ωραίο πηδηχτό λαγό, με ωραία μεγάλα αυτιά.




Ο δαιμόνιος Έλληνας ζαχαροπλάστης.....


Ο πατέρας μου που μας άκουγε λέει:

«Όταν πάτε στο συνοικισμό, στη θεια σας, να προσέχετε τα σκυλιά, μη μας δαγκάσουν τον Δημητράκη».

Εμείς, βέβαια, δεν καταλάβαμε και είπαμε «τι λέει ο πατέ­ρας;», Αλλά αυτός όπως αποδείχτηκε, ήθελε να μας πει και πάλι μια αστεία ιστορία από τις τόσες που ξέρει.

«Μια φορά, είπε ο πατέρας, ένας πολύ έξυπνος, δαιμόνιος, Έλλη­νας στην Αμερική, για να γίνει αγαπητός στους πελάτες του και προ­παντός στα παιδιά τους, ντύθηκε τις Αποκριές κούνελος και φορώντας αυτή τη στολή ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του να μοιράσει τα γλυκίσματα ­ που του είχαν από μέρες παραγγείλει.

Στο δρόμο ένιωθε να τον κοιτάνε με ευχαρίστηση κι αυτό τον γέμιζε χαρά. Και ήταν πραγματικά ένας έξοχος κούνελος εφάμιλλος μ’ αυτούς που βλέπουμε στα έργα με τα κινούμενα σχέδια. Τον έβλεπες κι αμέσως σε πιάνανε τα γέλια. Έτσι όπως περπατούσε κατακίτρινος, πορτοκαλής μάλλον, με τα μεγάλα του αυτιά και την κοντή χαμηλή ουρά του αποπίσω ανασηκωμένη. Αμ, εκείνα τα δυο μεγάλα δόντια; Ήθελε δεν ήθελε του εξασφαλίζανε μόνιμα ένα ανοιχτόκαρδο κουνελίσιο χαμόγελο.




Φτάνει, λοιπόν, στην πρώτη βίλα — όλο βίλες είχε η περιοχή — κατεβαίνει απ’ τ’ αυτοκίνητο και προχωρεί καμαρωτά με το ωραίο, όλο λαμπρούς φιόγκους, πακέτο στα χέρια. Περνάει πηδηχτός το δρομάκι του κήπου και μέσα του όλο έλεγε· «Τι έκπληξη! τι έκπληξη, θα τους κάνω τώρα!». Χτυπάει τό κουδούνι και παίρνει το πιο κουνε­λίσιο του χαμόγελο. Και αληθινά, η κυρία του σπιτιού, μετά την πρώ­τη έκπληξη — τρομάρα μάλλον — βάζει κάτι τρανταχτά γέλια, που αν τα γειτονικά σπίτια ήταν κοντά θα την είχαν ακούσει. «Μπράβο σας! μπράβο σας! θαυμάσια Ιδέα!». Και του δίνει ένα γενναίο φιλο­δώρημα.

Μα την ίδια στιγμή, ο κούνελος νιώθει μια γερή σουβλιά στο δεξί πόδι του και μπήγει μια κραυγή, που ωστόσο την κατάφερε να είναι αρκετά κουνελίσια. Και σκύβοντας, τι να δει! Ένα τόσο δα σκυλάκι, ένα πεκινουά, εξαγριωμένο και με τα δόντια έξω, προσπαθούσε, αν ή­ταν δυνατό, να τον κατασπαράξει. «Ω!», ξαναβγάζει μια κραυγή. «Αχ, σας δάγκασε;» ρωτάει χαριτωμένα η κυρία. «Μη φοβάστε όμως, είναι μπολιασμένο το χρυσό μου. Ζηλεύει, ξέρετε, πολύ. Χτες δάγκωσε το μανάβη, πόσο μάλλον εσάς μ’ αυτή τη στολή που φορέσατε...». Ο κούνελος, τι να κάνει, έκανε πως δεν κατάλαβε. Ξαναπήρε το χαμόγελό του και έφυγε πηδηχτός. «Εδώ θα μας ζητήσουνε και ρέστα», σκέφτηκε.



Στο επόμενο σπίτι, ήτανε πιο προσεχτικός, γιατί, βέβαια, όλα εκείνα τα εξοχικά είχανε και από κάποιο σκύλο. Περπάτησε, λοιπόν, όσο πιο ελαφρά μπορούσε στον κήπο και χτύπησε όσο πιο απαλά κι ευγενικά γινόταν το κουδούνι. Μα, δεν του άνοιγε κανείς, θα έλειπαν ίσως. 


Απάνω όμως στο τρίτο κουδούνισμα ακούει αποπίσω του ένα λαχανιασμένο γάβγισμα και ταυτόχρονα νιώθει την ουρά του να ξερι­ζώνεται με αγριότητα από τα δόντια ενός μαύρου σκύλου, όχι και πο­λύ μεγάλου στο μέγεθος. Άφησε την ουρά του στα δόντια του σκύλου και έτρεξε να σωθεί. Μα, ο σκύλος σαλτάρησε και πάλι το κατόπι του. 

Πέτρες δεν είχε εκεί πέρα για ν’ αρπάξει. Έσκυψε να βγάλει μια από αυτές με τις οποίες ήταν στρωμένο το δρομάκι του κήπου. Μα, αυτό ακριβώς το σκύψιμό του εξαγρίωσε το σκύλο ακόμα χειρότερα. Φαίνεται σκύβοντας κουνήθηκαν πολύ παράξενα τ’ αυτιά του, φάντα­ξαν τα δόντια και τα μάτια, ποιος ξέρει, πάντως ο σκύλος έγινε επιθετικότερος. 

Ευτυχώς, ο εφευρετικός ζαχαροπλάστης είχε τη θαυμάσια ιδέα να του πετάξει, την τελευταία στιγμή, το κουτί με τις σοκολάτες κι αυτό κάπως τον σταμάτησε. Αγαπούσε τις σοκολάτες ο αγριόσκυλος. Αυτές τον μάραναν...




Στα επόμενα σπίτια ο κούνελος βρήκε δεμένα τα σκυλιά κι έτσι ξεθάρρεψε και πάλι. Η σπουδαία, μάλιστα, υποδοχή που του έκαναν οι πελάτες του και τα μεγάλα φιλοδωρήματά τους, τον παρηγόρησαν για τις τρομάρες του, τού γέμισαν την καρδιά χαρά και τον έκαναν να χοροπηδάει, όσο ποτέ, χαριτωμένα.

Όμως στο έβδομο ή όγδοο σπίτι δεν πρόλαβε καν ν’ ανοίξει την πόρτα και νιώθει ένα φοβερό θηρίο να ορμάει πάνω του. Σχεδόν μαζί με το σάλτο ακούστηκε και το γάβγισμα. Το τεράστιο λυκόσκυλο — γιατί λυκόσκυλο ήτανε αυτή τη φορά — του έβγαλε με το πρώτο το ένα του αυτί — το κουνελίσιο, βέβαια — και το δάγκωνε κάτω με λύσ­σα. Αλλά, ξαφνικά, ξαναόρμησε και του έβγαλε και τ’ άλλο. 


Ο κού­νελος κατατρομαγμένος πρόσφερε το πακέτο με τις σοκολάτες. Το πέταξε δηλαδή, για να μπορέσει να σωθεί. Μα, αυτά εδώ δεν είχαν πέραση. Ο σκύλαρος αυτός δεν ήταν από κείνους που ξεγελιούνται με σοκολάτες. Έκανε νέα έφοδο και άρπαξε τον δυστυχισμένο κούνελο, αυτή τη φορά, απ’ το μπράτσο. Έχωσε τα δόντια του βαθιά. 

«Πανα­γία μου», κραύγασε στα Ελληνικά ο Έλληνας και τράβηξε με δύναμη το χέρι. Η μισή στολή του σερνόταν κιόλας απ’ το στόμα του αγριόσκυλου, που ετοιμαζόταν να ξαναορμήσει. Μόνο το πρόσωπό του καλύπτονταν απ’ την κουνελίσια μάσκα κι αυτό ίσως ήταν το χει­ρότερο.




Ένα λαμπρό σχέδιο που δε λογάριασε τους σκύλους....


Εκείνη την κρίσιμη στιγμή άνοιξε σιγά σιγά η πόρτα της βίλας και πρόβαλε ένα μικρό αγόρι, να, σαν τον Δημητράκη μας. Ο σκύ­λος, μόλις ένιωσε το παιδί, ημέρεψε κάπως, έστρωσε η ραχοκοκαλιά του, γλύκανε λίγο το γάβγισμα και άρχισε να κουνάει αδιόρατα την ουρά. Απ’ αυτό βρήκε ευκαιρία ο καημένος ο πλασιέ να υποχωρήσει σιγά σιγά και να χωθεί με μια κίνηση στο αυτοκίνητό του. 

Τράβηξε, φυσικά, για το νοσοκομείο. Σκυλιά είναι αυτά, μπορείς να τους έχεις εμπιστοσύνη; Και στο δρόμο μόνο που δεν έκλαιγε. Τέτοιο λαμπρό σχέδιο και να καταλήξει έτσι!.. Όλα τα είχε βάλει στο λογαριασμό, εκτός από τους σκύλους. Πού να φανταστεί;».

Όλοι μας είχαμε σωπάσει πια. Η ιστορία αυτή που είχε αρχίσει τόσο αστεία τελείωνε αρκετά θλιβερά. Και μόνο ο Δημητράκης ρώτη­σε:


 «Μπαμπά, γιατί τα σκυλιά δεν αγαπούν τα καρναβάλια;». Αλλά δεν έλαβε απάντηση.




Γιώργος Ιωάννου, Αποκριάτικο, Εφήβων και μη, εκδόσεις Κέδρος (σελ. 136-138)
 ("Ελεύθερη Γενιά.", τ. 28, Φεβρ. 1979)

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Όταν ξυπνήσεις Καθαρά Δευτέρα...


«Χαρταετοί», έργο του Αγήνορα Αστεριάδη, 1962, Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας
_______________


Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι...

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οι αετοί

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί», Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος




«Η τρομερή Καθαρή Δευτέρα»

Ήμουν τότε παιδί όχι πλειότερο από οχτώ χρονών και μαθήτευα στον παπα-Αντριά. Κοιμόμουν κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο εκείνο το θλιβερό συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη μεγάλη σαρακοστή και με το σκολειό. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβύθια, κουκιά, φακή και λαχανικά και να νηστεύουμε και το λάδι τα τετραδοπαράσκευα!

Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων το κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ’ αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί αυτό λογίζονταν αμαρτία! Κι όταν ακόμα το ‘φερνε ο λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι, ή-θεός φυλάξοι!- το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς» π. χ. «ζυγιάσαμε το τυρί -μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς-και βγήκε δέκα οκάδες.

Μια μέρα μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα, ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της.

Χρήστος Χρηστοβασίλης, «Καθαρή Δευτέρα»




Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά;

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα.

Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.

Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε.

Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου. [...... ]

Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο ήτανε.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδόσεις Ερμής


Γιάννης Μαγγανάρης, Χαρταετός
___________


Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου....

Τι όνειρα έβλεπα απόψε στον ύπνο μου, όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…

«Ο χαρταετός μου χάνει την ισορροπία του και το κεφάλι του ταρακουνιέται μια δω, μια κει. Πολύ μ’ αρέσει να μένω έτσι πλαγιασμένος στο στρώμα μου, εδώ στην ταράτσα και να κοιτάζω με μισόκλειστα μάτια τα τσαλίμια του αετού μου.

Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου
[.....]

Ο Αλβάν στην ταράτσα κρατάει στη φούχτα του τους σπάγκους των πολύχρωμων μπαλονιών του που σχηματίζουν πάνω από το κεφάλι του ένα ουράνιο τόξο. Όταν φυσάει ένα δροσερό αεράκι νιώθει να χάνει το βάρος του, σαν να φυτρώνουν φτερά στα πλευρά του και τα πόδια του ανάλαφρα αιωρούνται χωρίς ν’ αγγίζουν την ταράτσα.

Κοιτάζει γαλήνια τον ουρανό. Ο ουρανός δεν είναι όπως πάντα. Ήταν κάτι περίεργο. Τα χρώματά του, το σχήμα του, τα σύννεφά του… Ήταν κάτι περίεργο. Τα συννεφάκια, λευκά, μπαμπακένια, σκόρπια στον ουρανό σαν μικρές ανθοδέσμες από φως και λουλούδια, τα στριφογυρίζει ο αέρας και τους δίνει παράξενα σχήματα[...]

Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ’ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:

«Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…»


Faryad Fereydoun, Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια, 
μτφρ. Γιάννης Ρίτσος, εκδόσεις Κέδρος


«Ποίηση... χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού…»

 Θωμάς Γκόρπας
___________

Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

Ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

Τόλης Νικηφόρου, Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο. 
Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 38, Απρίλιος 2008


Χαρταετός του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, έργο του 1940
_____________


Σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί...

Άκου την, — η φωνή της τη σκεπάζει σα βαθύβουος θόλος
κι είναι ή ίδια κρεμασμένη μέσα στη φωνή της
σα γλωσσίδι καμπάνας, και χτυπιέται και χτυπάει την καμπάνα,
ενώ δεν είναι μήτε σκόλη μήτε ξόδι, μόνο ή άσπιλη ερημιά των βράχων
και κάτω η ταπεινή ησυχία του κάμπου, υπογραμμίζοντας
αυτή την αδικαίωτη παραφορά, πού γύρω της
σαλεύουν σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί τ’ αναρίθμητα αστέρια
με το χάρτινο αείροο θρόισμα της μεγάλης ουράς τους.

Γιάννης Ρίτσος,Ορέστης (απόσπασμα), 
εκδόσεις Κέδρος


Πίνακας του Σπύρου Βασιλείου
__________


...κρατώντας απ' τα μέσα την καλούμπα...


Όταν ξυπνήσεις
Καθαρά Δευτέρα
και δεις
σκοτεινιασμένο ουρανό
με σύντομες βροχές
και με αέρα
την ευκαιρία
μη φοβηθείς
και χάσεις
να αμολήσεις πάλι
τον χαρταετό
κρατώντας
απ' τα μέσα
την καλούμπα

Γιάννης Πατίλης, Η αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα, 
εμπνευσμένο από τον πίνακα ζωγραφικής της Ηρώς Νικοπούλου "Μικρή Αριάδνη"




Μη με διαβάζετε …

Μη με διαβάζετε …
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρὶς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.

Νίκος Καρούζος, Ρομαντικὸς επίλογος
Από τη συλλογή ποιημάτων «Δεύτερη Εποχή», εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1988


Πίνακας με χαρταετό του Γ. Τσαρούχη / 1959
___________


Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου...

Κάτοικε του ονείρου
μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη
και το υπόλειμμά της αυτό στη σινδόνη των δέντρων
κ’ εκείνο κει ψηλά στο σκουριασμένο βράχον
όπου οργίζεται ο γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
για τη μεγάλη αποκάλυψη
ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη:
Τη θέλω εγώ την απελπισία μου
δεν την ανταλλάσσω με θαλπωρή άλλη
έχασα.
Μα χάνουν και τ’ άνθη
τ’ άνθη ανοίγουν το μοναδικό παράθυρο…
Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου
δε θέλω πια ν’ αγγίξω τα χρώματά του
κλείνω τα μάτια μου για να δω.
Είναι η φωνή που με διασχίζει
κι άλλοτε που χτυπά στον άκμονα
χίλιες φορές.
Είναι η φωνή από ένα βάθος:
Για πάντα να μην έχεις
τίποτα για τ’ αληθινά χέρια
μονάχος
ανήμπορος εκστατικός
σ’ αυτή την άξαφνη γιορτή του δευτερόλεπτου
που
παραδίδεται ο κόσμος.

Νίκος Καρούζος, Γαλάζια σπλάχνα, 
Τα ποιήματα Α’ (1961-1978), εκδ. Ίκαρος




κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο όνειρο...

Τσιμπλιάρικα τα βλέφαρα της μέρας
ένα κορίτσι κρέμεται στο παράθυρο
σαν άνθος
ενώ τριγύρω παθητικά κελαηδούνε τα πουλιά
ένα σπασμένο ποτήρι
μ’ αόρατα τα γυαλιά μες στην καρδιά
κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο
όνειρο
βγάζει φωτιές
εμείς μαζεύουμε βελόνες
όπως άλλοτε μάζευαν λουλούδια
κι η πιο μεγάλη διάπλατα
τρυπάει το κρανίο μας

Μίλτος Σαχτούρης, Μια μέρα


Geoffrey Smith, The red kite
________


...σα χαρταετός ο Σταυραϊτός να φεύγει


Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα από τον ουρανό
λουλούδια

κι ό,τι το καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει
ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός
ο Σταυραϊτός να φεύγει

αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν
ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου

ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;

Μίλτος Σαχτούρης, Ο συλλέκτης


Fred Sklenar, Fly a kite
________

«να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο...»

«Ό,τι μπόρεσα ν' αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ' ένα είδος ειδικού θάρρους που μου 'δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.»
Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος


Αλέκος Φασιανός, Χαρταετός
_________

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν 
έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα
τιμωρημένη 
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά που αλλάζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε 
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι [...]

Οδυσσέας Ελύτης, Ο Χαρταετός, Μαρία Νεφέλη


Fly me to Paris by Christian Schloe
__________


Χαρταετοί είμαστε, μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.

Χαρταετοί είμαστε,
χαρταετοί πιασμένοι στα ηλεχτρικά σύρματα.
Μ' εκείνους τους κομμένους σπάγγους,
μ'εκείνα τα ξεσχισμένα χαρτιά,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον άνεμο,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον εμπαιγμό,
μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.
Κώστας Μόντης, Χαρταετοί


Χαρταετός, έργο του Ν. Στεφάνου
__________


Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές

Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές
Πέφτουν κάτω από το ίδιο χέρι που τους ανέβασε
Ή χάνονται
Ένας σπάγκος άλλωστε είναι όλα
Κόβονται όπως η ανάσα
Απότομα

Σταμάτης Μπουρίκος, Ο νοτιάς κοιμάται πάλι


Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Στέγες και αετοί, 1948. 
 Εκτίθεται στο Παράρτημα της ΕΠΜΑΣ στην Κέρκυρα.
__________


Δεν πετούν χαρταετοί πια εδώ...

Δεν πετούν χαρταετοί
πια εδώ,
αδειάσαν οι αλάνες
από μπερδεμένα κουβάρια
σε σπασμένους σκελετούς
από καλάμι,
φύγαν απ’ τα σύρματα
οι κομμένες ουρές.
Μόνο κάτι
μαύρα πουλιά χοροπηδούν,
και άνθρωποι σκυθρωποί
τρέχουν γρήγορα
σε ασανσέρ
τηλεοπτικής αγωνίας.

Δήμος Χλωπτσιούδης, «Καθαρά Δευτέρα»
Από τη συλλογή «ακατάλληλο», Μανδραγόρας, 2016



Έργο του Στέλιου Ζαχαρούδη
________


Τη μέρα αυτή της προσμονής την Καθαρή Δευτέρα...

Τ’ αστέρια δε φεγγοβολούν
άσπρη μου περιστέρα
και τα πουλιά δεν κελαηδούν
την Καθαρή Δευτέρα

Πάνω στον λόφο έχει στηθεί
το ρέμπελο φεγγάρι
και σε χρυσάφι έχει ντυθεί
και σε μαργαριτάρι

Μη τραγουδάς και μη πονείς
ετούτη την ημέρα
τη μέρα αυτή της προσμονής
την Καθαρή Δευτέρα

Νέστορας Μάτσας, Μίμης Πλέσσας, Τζένη Βάνου





Χαρταετός...σ' έχω ανάγκη σαν παιδί...

Έσβησαν τα όνειρα, έσβησαν
έγινε πρωί
άνοιξε την πόρτα, άνοιξε
ήλιος να με δει

Ήρθες και στο δρόμο μου
φώτισε ο ουρανός
να η καρδιά μου πέταξε
κόκκινος χαρταετός

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί
μη μ’ αφήσεις να γυρίσω εκεί
στον εαυτό μου στη σιωπή
κρύα θάλασσα έρημο νησί

Άψυχα κορμιά στα χέρια μου
άχρηστα κλειδιά
δε μου μένει τίποτα
τίποτα δε μου φτάνει πια

Έλα ας περπατήσουμε
μακριά απ’ το θόρυβο
τις πληγές να κλείσουμε
έχουμε όλο τον καιρό...

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί...

Μανώλης Φάμελος, Τάνια Τσανακλίδου



Διεύθυνση βάλαν ουρανός κι’ έφυγε ο χαρταετός...

Κάτι παιδιά στο περιγιάλι
φτιάξαν έναν χαρταετό
με εφημερίδες του μπακάλη
καλάμια από τον Κηφισό

Γράψαν με κόκκινο μελάνι
με ματωμένα κεφαλαία
όσα η ζωή τους είχε κάνει
κι όσα απωθούσε η παρέα

Διεύθυνση βάλαν ουρανός
κι’ έφυγε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης ο Θεός

Τον βρήκαν κάτι σφουγγαράδες
στο πέραμα την Κυριακή
Είχε μπλεχτεί στις καμινάδες
μιας αποθήκης με ρακί

Πίναν ρακί οι σφουγγαράδες
και το διαβάσαν ως θα φέξει
βουρκώνανε σε κάθε λέξι
και μουτζουρώναν τις αράδες

Σε λάθος χέρια δυστυχώς
έπεσε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και ο παραλήπτης πιο φτωχός

Πήγαν στ’ αφέντη τους την πόρτα
και τον πετάξαν βιαστικοί
Μέσα γιορτή είχαν και φώτα
και παίζαν τζαζ οι μουσικοί

Τον βρήκανε οι καλεσμένοι
και πως γελάσανε οι κυρίες
που είχε ανορθογραφίες
και στο μικρό περισπωμένη

Άτυχος ο Χαρταετός
τον κάψανε σε μια γωνιά
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης η απονιά

Σώτια Τσώτου, Κώστας Χατζής, Δάκης



...και ο καιρός χαρταετός έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Κάθε στιγμή κάθε ψυχή
είναι δεμένη με μία κλωστή
και ο καιρός χαρταετός
έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Ζούμε κι εμείς οι αφελείς
το τέλος μόνο της κάθε γιορτής
για ένα βαλς που μας χρωστάς
κι είναι γραμμένο μονάχα για μας

Κάθε χαρά είναι ζαριά
που κάποιοι ξέρουν και φέρνουν συχνά
και σαν λεκές το στιλ που λες
είναι που μένει και σώζει το χτες

Άκος Δασκαλόπουλος, Νότης Μαυρουδής, Αναστασία Μουτσάτσου




...γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Απόψε θέλω να σε δω, όμως το ξέρω
δεν έχω νόημα, δεν είμαι κανενός
πάνω σε ό,τι με κάνει κι υποφέρω
γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Είναι η καρδιά μου ένα σπίτι στοιχειωμένο
δε θα'πρεπε να υπάρχει τόση λύπη εκεί
ό,τι αγαπάω με αφήνει νικημένο
στ'άδειο μου σχήμα, μια σκιά που νοσταλγεί

Κοντά σου δεν μπορώ, μακριά σου τρέμω
κάτι με τρώει και δεν μπορώ να κοιμηθώ
περνάω τις μέρες μου σαν δαίμονας κλεισμένος
σ' ένα κουφάρι φαγωμένο απ' τον καιρό

Κι αν τόσα χρόνια περπατήσαμε μαζί
τον τελευταίο δρόμο θα τον κάνω μόνος
θα `χω στην χούφτα μου μια μπούκλα σου χρυσή
και μια ραγισματιά στα χείλη μου απ' τον πόνο

Διάφανα Κρίνα, Σκισμένος Χαρταετός
(από το cd/lp "Ότι Απέμεινε Απ' Την Ευτυχία", 2003)