Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι μήνες στην ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι μήνες στην ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Φλεβάρης των φλεβών, Φλεβάρης των ποιητών


Φλεβάρης, πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη
__________

Φλεβάρης, η σιωπηλή μεθόριος του χρόνου

Ο Φλεβάρης των ορίων: ανάμεσα στο τέλος και στην αρχή. Ούτε βαθύς χειμώνας, ούτε άνοιξη ακόμα.

Ο Φλεβάρης, το στερνοπούλι του χειμώνα, το δεύτερο εγγόνι του χρόνου, ο μήνας των φλεβών, η προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες.

Ο Φλεβάρης, ο πιο χαρούμενος και σκανδαλιάρης μήνας, που αν και κουτσός, ξέρει να χορεύει, να διασκεδάζει, να αγαπά τις σκανταλιές, να ερωτεύεται και να τρυπώνει στις πιο απίθανες νύχτες του χειμώνα σκορπώντας  γέλιο, χαρά και αναστάτωση με τις μεταμφιέσεις του.

Ο Φλεβάρης, με το λαβωμένο παιδικό πόδι και τα δακρυσμένα μάτια, «που άγρια τα κύματα κυλάει» αλλά και πλήρης ανοιξιάτικων υπαινιγμών και υποσχέσεων, γενναιόδωρα προσφέρει της μυγδαλιάς τα ευάλωτα άνθη.

Ο Φλεβάρης, της ανάληψης του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας - η ζωή πορεύεται με ερείπια, ημιτελή σχέδια και παρατημένες προθέσεις κι είναι η επιθυμία που μας κρατά ζωντανούς.

Ο Φλεβάρης δεν φωνάζει, υποχωρεί, μαζεύεται και υπόγεια προετοιμάζει το φως. Είναι ο μήνας που το σκοτάδι αρχίζει ανεπαίσθητα να χάνει τη δύναμή του — και αυτό ακριβώς τον κάνει τόσο ανθρώπινο. 


Σπύρος Βασιλείου, Καλαντάρι του 1947 με παροιμίες των μηνών
____________


«Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη...»


«…Ήρθε κάποτε μέρα κακιά κι ο ένας από τους μήνες, ο Φεβρουάριος που τα άλλα παιδιά τον φώναζαν Φλεβάρη, λαβώθηκε άσχημα στο ένα του πόδι. Δεν κατάφερνε πια να τρέξει τριάντα ολόκληρες μέρες όπως άλλοτε, μα μόνο είκοσι οκτώ και οι άλλοι τον έβγαλαν Κουτσοφλέβαρο…

- Δεν είναι μήνας σωστός! Δεν τον θέλουμε στο παιχνίδι! Mίλησαν άσπλαχνα ένα πρωί δύο από τους μήνες - παιδιά. Οι άλλοι δέκα συμφώνησαν, χωρίς να το καλοσκεφτούν. Και τον έβγαλαν από το παιχνίδι… Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη…»

Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, 
Τα παιδιά του χειμώνα, εκδόσεις Πατάκης


Έργο της Graciela Rodo Boulanger
_________


Ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο 

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.

— Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.

Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει.  Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.

— Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…  

— Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!

Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.

— Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄  αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα.  Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!

— Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης. 

— Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:

— Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;

— Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.

— Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.

— Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;

— Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.

— Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.

Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά. 

Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:

— Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!

Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι. Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.

— Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.

— Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.

Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.

— Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!

— Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.

Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.

— Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;

—Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.

Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι,  μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...

—Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...

— Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοι της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει.

Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!

—Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…

Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:

— Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.

— Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.

— Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.

Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.

— Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;

— Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.

—Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.

— Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.

«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:

— Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.

Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!



Irina Kolesnikova, Two buffoons
___________


—Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;,
παραξενεύτηκε ο παππούς.

Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:

— Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…

Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.

— Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.

Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.

Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.

Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.

— Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.

— Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.

-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.

Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος. Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:

«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»


Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου,Τα παιχνίδια του Φλεβάρη, 
εκδόσεις Πατάκης


Louise Jopling (1843-1933), Phyllis (1883)
________

Η Φυλλίς απεικονίζεται να υποφέρει από μεγάλη θλίψη αφού εγκαταλείφθηκε από τον Δημοφώντα. Μια εκδοχή της ιστορίας αναφέρει πώς η Φυλλίς άρχισε να μαραίνεται και να μαραίνεται ενώ περίμενε τον εραστή της και τελικά πέθανε από θλίψη. Ωστόσο, οι θεοί ήθελαν να τη σώσουν και έτσι τη μετέτρεψαν σε αμυγδαλιά, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να περιμένει τον εραστή της. Η αμυγδαλιά έγινε σύμβολο αγάπης και αιώνιας ελπίδας.
_______



Η αμυγδαλιά κι ο Βοριάς

«…Φλεβάρης θα΄ταν… Ηλιόλουστη μέρα από εκείνες που 'χαν ξεχαστεί από τις Αλκυονίδες του Γενάρη. Ο τόπος είχε γεμίσει πράσινο χρώμα και εμείς όλοι κατεβήκαμε στον κάμπο να βρούμε χόρτα, μάραθα που ξέραμε ένα χωράφι που ήταν γεμάτο. Και τρέχαμε χαρούμενοι κι ανέμελοι ανάμεσα στις πέτρες και τα μικρά ρυάκια και ξαφνικά, εκεί δίπλα  στις τσουκνίδες ,τις μαντιλήδες και όλα τα αγριόχορτα το τοπίο άλλαξε. Μια μεγάλη αγκαλιά από λουλούδια που μοσχομύριζαν, άσπρα και ροζ πεντάφυλλα, γέμισαν την  καρδιά μας φως, χαρά κι ελπίδα. Σαν όνειρο , σαν οπτασία μια νεράιδα με κατάξανθα μακριά μαλλιά μας προσπέρασε τρέχοντας.

 Ποια ήταν, πως; Το κατάλευκο φόρεμά της γεμάτο μικρά μικρά ανθάκια. Κι όλος ο τόπος μοσχομύρισε …Να 'ταν η Άνοιξη που βιαζόταν να έρθει. Μα δεν ήταν δυνατόν, έκανε κρύο πολύ, ακόμα Χειμώνας ήταν. Και τότε άστραψε το μυαλό, φωτίστηκε. Η Αμυγδαλιά ήταν, ντυμένη νύφη που έτρεχε να συναντήσει τον αγαπημένο της, τον Βοριά.

Θυμήθηκα όλη την ιστορία… Μας την είχε πει η δασκάλα μας στο σχολείο. Ποιος ξέρει ,έτσι μου φάνηκε, μια ομορφιά στη μέση του χειμώνα, στη μέση του κάμπου, μόνη, έρημη και πενταστόλιστη. Ένα ολάνθιστο δέντρο ανάμεσα σ΄ ένα σωρό άλλα που στέκονταν γυμνά, γκρίζα και αμίλητα. Για μια στιγμή ο άνεμος φύσηξε πολύ δυνατά και κουμπώσαμε τα παλτά μας γιατί νοιώθαμε την ψύχρα του στο σώμα μας. Εκείνη κούνησε λίγο τα κλαδιά της, λίγα ανθάκια έπεσαν, σκόρπισαν, τα πήρε εκείνος μακριά σαν να ήθελε κι αυτός να τα κρατήσει… 

Εμείς καταλάβαμε …η αμυγδαλιά ήταν κι ο Βοριάς, που συναντιόντουσαν μ΄ αυτόν τον παράξενο τρόπο …ανταλλάσσοντας λόγια αγάπης μέσα στο καταχείμωνο. Τούτα τα μικρά σκορπισμένα ανθάκια που στροβιλίζονταν ήταν το δώρο της, για τούτη την τόσο παράξενη σχέση. Ήταν τα …λόγια του αέρα …!»

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, 
Συλλογή Διηγημάτων, Ηράκλειο 2014


Edward Burne-Jones, Phyllis and Demophoon, 1870
Από τα μαλλιά της Φυλλίδας ξεπροβάλλουν άνθη αμυγδαλιάς.
Birmingham Museums and Art Gallery
__________


Ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει

Ξέρεις τ’ απάτητο βουνό που την κορφή του χιόνι
χειμώνα καλοκαίρι ζώνει;
Εκεί στη ρίζα του βουνού στέκει ένα σπίτι, κάτι
που μοιάζει του Ήλιου το παλάτι.

Μέσα στο σπίτι κάθονται δώδεκα Παλικάρια
με πρόσωπα σαν τα φεγγάρια.

[…] εκεί ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει,
γέρνει στης Μυγδαλιάς το πλάι […] 

Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη Ζωή, Κάποια Τραγούδια ακόμα, 
Οι Μήνες ( απόσπασμα), 1890.


February Rain by Scott Chitwood
_______


Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε...

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-

Τάσος Λειβαδίτης, «Φύλλα ημερολογίου», 
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990



Alex Colville, February, 1979
___________



Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα 

Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα ρούχα μια νύχτα ερειπωμένη
Αδιάκοπα ταξίδια, χιλιόμετρα αναμνήσεων κι ο σουβλερός
άνεμος στις παγωμένες λίμνες να ποδοπατεί χωρίς έλεος
την εσθήτα του καλοκαιριού
διαβαίνεις κάμπους και λαγκαδιές κρύσταλλα και
σταλαχτίτες ζεσταμένος από την πυροστιά των ματιών
της που θ’ ανθίσουν στη θέα σου
Μα κάποτε αλλάζει κι ο ρυθμός που σε κατέχει
Και οι απαντήσεις είναι πάντα τόσο φευγαλέες
Και το κορίτσι με το βιβλίο της βυζαντινολογίας ανοιχτό στα χέρια του
Δε θα σου πει τον καημό του
Κάθε βράδυ το φως θα δραπετεύει από τις γρίλιες για να
συναντήσει τον άσωτο που δεν έχει γυρισμό
και τα ερωτικά γράμματα σωρεύονται δένονται κατόπι με ροζ κορδέλες
κι ύστερα μια σιωπή μια σιωπή γιομάτη θλίψη σαν φτάνει η
ώρα η επίσημη που θα σκεφτείς εκείνον που αγαπάς
όταν εσύ που κατανίκησες τις αποστάσεις φεύγεις νικημένος
σαν ένα πλοίο με σβησμένα φώτα
ετοιμάζοντας ξανά το γυρισμό σου.


Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, 
 1943- 1997, εκδόσεις ΑΓΡΑ


Paul Cézanne - Mardi gras (Pierot et Harlequin), 1895
Μουσείο Πούσκιν, Μόσχα
__________



«Ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου»

Ο Μπασλάρ θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μας διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο Σαρλώ σ’ εκείνο το παιχνίδι με τον τσολιά τον παλαιστή και την ωραία με το μπικίνι που παίζαμε παιδιά. Χωρίς τον κουτσό που αποτελούνταν από τρία κομμάτια αντί για τέσσερα δεν θα μπορούσαμε να κινήσουμε τα πιόνια του παιχνιδιού που θα ήταν άχρηστο αφήνοντας τις φιγούρες σε συμβολική αταξία. Είναι ακόμα ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας. Είναι ο μήνας που διδάσκει, παρά την απατηλή ολότητα της ζωής των επωνύμων που καλλιεργούν οι δημοσιογράφοι, πως η ζωή όλων πορεύεται με ερείπια σχεδίων και προθέσεων και πράγματα ημιτελή και παρατημένα στη μέση. Σωστά έβαλαν εκεί τον καταναλωτικό έρωτα και τις μεταμφιέσεις του καρναβαλιού γιατί και τα δύο είναι στοιχεία της επιθυμίας. Αν συναντούσαμε το αντικείμενο της επιθυμίας μας θα είμαστε νεκροί από επιθυμίες. Δεν θα το συναντήσουμε ποτέ, αλλά σε κάθε απονενοημένη προσπάθεια θα μας δίνεται τόσο όσο να συνεχίσουμε την επόμενη. Κι έτσι ως το τέλος.

Υ.Γ. Καλύτερα θα ήταν να γράψω του Φεβρουαρίου των πόλεων.
Ο Χρίστος Παλαιοπάνος μου θύμισε ένα ακόμα πένθος. Το θεμελιώδες πένθος του ανθρώπου που έχασε το ρυθμό του χρόνου της φύσης. Γιατί εκεί, όπως ίσως θα συμπλήρωνε ο Μπασλάρ στο βιβλίο του Το Νερό και τα Όνειρα, ο Φεβρουάριος είναι μια προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες. Η παρήχηση του ρο όχι τυχαία πάει στα δύο ρω του Φεβρουαρίου και επισημαίνει τη δράση του στις ρίζες. Ο Φεβρουάριος είναι το πένθος του Μπωντλαίρ.




Χαρακτικό του καλλιτέχνη Pierre Leroy για τα «Άνθη του Κακού»
___________

   

«Η αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου Φεβρουαρίου»

«Ο Bachelard θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μάς διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας […]» γράφει σε ένα κείμενό του ο Βασίλης Λαλιώτης.

Ο Φεβρουάριος σημαίνει την κάθαρση, τον εξαγνισμό (κατά το λατινικό «februus»). Είναι το ημιτελές τραγούδι που σμίγει τους αγίους με τα καθάρματα πάνω από τα ανθρώπινα, στο ύψος της τέχνης. Εκεί που όλα αποκαθίστανται, εξαγνίζονται και επιστρέφουν ξανά στην επίγεια ταπεινότητα, αλλά και ταπείνωσή τους. 

«Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν στον παράδεισο …» έγραφε με τον λυρικό του ουτοπισμό ο Λειβαδίτης, ξεχνώντας πως εμείς χρωστάμε στον Φεβρουάριο, όχι αυτός σε εμάς.

Ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που ο Μπωντλαίρ, λίγο πριν τον θάνατό του, φοβήθηκε ότι τα «Άνθη του Κακού» θα μείνουν στην αφάνεια. Οι ευωδιές, όμως, της τέχνης του φθάνουν μέχρι σήμερα. Πιο ισχυρές από τις δυσοσμίες της τότε ζωής του.

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος με κομμένο πόδι. Για αυτό και η φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά. Για να υπενθυμίζει στον Οκταβιανό οτι δεν έχει διασωθεί κανένα κείμενό του κι ας του στέρησε μία μέρα για τη δική του αιωνιότητα. Να του θυμίζει ότι έχασε την «επιθυμία» αναζητώντας την «ολότητα», που δεν ήρθε ποτέ.

Η «αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου» Φεβρουαρίου είναι η παντοτινή νίκη του απέναντι στους άλλους, «ισχυρούς» μήνες.




Februus και Febris που αντιπροσωπεύουν τον μήνα Φεβρουάριο
Χαρακτικό του 1698, The British Museum
__________


Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι. Σε μια γωνιά ο Οκταβιανός
γογγύζει και τη φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά
καρφώνοντας βαθιά βελόνα υστεροφημίας.
Μαύρα ποτάμια ξεχύνονται στις αρτηρίες
σαν το ημιτελές τραγούδι της επιθυμίας
που ψάλλουν ματαίως οι καλένδες.
Ο Αύγουστος είναι ένας Φεβρουάριος
με περίσσιο λυγμό. Όπως τα κείμενα
του Αυτοκράτορα που θάφτηκαν στη λήθη
και ο γιος που δεν ήρθε στη μέρα που προστέθηκε
μένοντας θετό το ψεύδος της corona civica.
«Χειροκροτείστε πολίτες, χειροκροτείστε φίλοι,
η κωμωδία τελείωσε». Ώρα ν’ αρχίσει ο τρύγος.




Art by Margit J Füreder
_______



Του Φλεβάρη το πρόσωπο...

Why, what's the matter,
That you have such a February face,
So full of frost, of storm and cloudiness?

Τι συμβαίνει, λοιπόν,
κι έχεις τέτοιο φλεβαρίσιο πρόσωπο,
γεμάτο πάχνη, μπόρες και συννεφιές;

William Shakespeare, Much Ado About Nothing


Igor Grabar, February Azure, 1904, Tretyakov Gallery, Moscow
___________


Φεβρουάριος

Φεβρουάριος! Πιάσε μελάνη και κλάψε!

Θρηνώντας για τον Φλεβάρη γράψε,

Ενώ η λασπουριά βροντοκοπάει
Και καίγεται την μαύρη άνοιξη.

Βρες παϊτόνι. Δεκάρες δώσε έξι

Με τον ήχο της καμπάνας, με των τροχών την κλαγγή

Πήγαινε εκεί, όπου η νεροποντή

Βροντοκοπάει πιο πολύ από τα δάκρυα και τη μελάνη.

Εκεί, σαν καρβουνιασμένα αχλάδια,

Χιλιάδες κουρούνες από τα δέντρα

Στους λάκκους θα πέσουν, θα καταστρέψουν

Τη στεγνή θλίψη στο βυθό των ματιών.

Σαν μαύρα στίγματα εκεί που έλιωσαν τα χιόνια,

Αυλακωμένος ο αγέρας από τα κρωξίματα,

Όσο πιο τυχαία, τόσο πιο σωστά

Θρηνώντας γράφονται τα ποιήματα.





Nino Ninotti, Fiore d'inverno
__________


Afternoon in February

The day is ending,
The night is descending;
The marsh is frozen,
The river dead. 

Through clouds like ashes
The red sun flashes
On village windows
That glimmer red. 

The snow recommences;
The buried fences
Mark no longer
The road o'er the plain; 

While through the meadows,
Like fearful shadows,
Slowly passes
A funeral train. 

The bell is pealing,
And every feeling
Within me responds
To the dismal knell; 

Shadows are trailing,
My heart is bewailing
And tolling within
Like a funeral bell.

*******

Απόγευμα του Φεβρουαρίου

Η μέρα σβήνει,

η νύχτα κατεβαίνει·

ο βάλτος παγωμένος,

το ποτάμι νεκρό.

Μέσα απ’ τα σύννεφα, 
στάχτη στον ουρανό,

μια κόκκινη λάμψη του ήλιου τινάζεται

στα παράθυρα του χωριού

που αντανακλούν αίμα και φως.

Το χιόνι ξαναρχίζει·

οι θαμμένοι φράχτες

δεν ξεχωρίζουν πια
τον δρόμο 
απ’ την πεδιάδα.

Κι ανάμεσα στα λιβάδια,

σαν σκιές φοβισμένες,

αργά περνά

μια νεκρική πομπή.

Η καμπάνα χτυπά,

κι ό,τι αισθάνομαι μέσα μου

ανταποκρίνεται

στον πένθιμο ήχο της.

Οι σκιές μακραίνουν,

η καρδιά μου θρηνεί

και χτυπά από μέσα

σαν νεκρική καμπάνα.





Benjamin Williams Leader (1831–1923), February Fill Dyke
_____________



February

The month of February,
The month of frost and snow,
When grass is dead, and ways are mire,
And storm-winds blow.

*******

Φεβρουάριος

Ο μήνας ο Φεβρουάριος,
μήνας παγετού και χιονιού,
όπου το χορτάρι νεκρώνεται,
οι δρόμοι βουλιάζουν στη λάσπη
κι οι άνεμοι ξεσπούν.

Christina Rossetti (1830–1894), February 
Time Flies: A Reading Diary (1885)



Nikolai Anokhin, February Stillness
_________


On the wind in February

[...] On the wind in February
Snowflakes float still,
Half inclined to turn to rain,
Nipping, dripping, chill.
Then the thaws swell the streams,
And swollen rivers swell the sea:—
If the winter ever ends
How pleasant it will be!
[...]


**********


Στον άνεμο του Φλεβάρη

Στον άνεμο του Φλεβάρη
νιφάδες ακόμα πλέουν,
μισοδιστακτικές να γίνουν βροχή,
τσιμπώντας, στάζοντας, παγωμένες.
Κι ύστερα το λιώσιμο φουσκώνει τα ρυάκια,
κι οι φουσκωμένοι ποταμοί φουσκώνουν τη θάλασσα:—
Αν τελειώσει ποτέ ο χειμώνας,
πόσο ευχάριστο θα είναι!




Olga Vorobiova, February
___________


February Days


The icy northern blast sweeps by,
From wild wastes of the Arctic snow;
Above us droops a wintry sky,
A bleak white landscape lies below.
But, 'neath the chilly Polar blast,
A low, sweet undertone I hear:
"The wintry storms will soon be past,
And pleasant Spring-time days are near."


********

Ημέρες του Φλεβάρη


Η παγωμένη βόρεια έκρηξη σαρώνει,
από άγριες ερημιές αρκτικού χιονιού·
πάνω μας κρέμεται χειμωνιάτικος ουρανός,
κι απλώνεται από κάτω ένα άδειο, λευκό τοπίο.
Μα, κάτω από την ψυχρή πολική έκρηξη,
μια χαμηλή, γλυκιά φωνή ακούω:
«Οι χειμωνιάτικες μπόρες σύντομα θα περάσουν,
κι οι ευχάριστες ανοιξιάτικες μέρες πλησιάζουν».





Image created by pollo.ai
__________



Leap Year

Little month of February,
You are small, but worthy—very!
Will you grow up like the others,
Like your sister months and brothers?
Every four years with a bound
With a leap up from the ground,
Trying to grow tall as they—
All you stretch is one small day!
Even then you're not so tall
But just the shortest month of all.

*********

Δίσεκτο Έτος


Μικρούλη μήνα Φλεβάρη,
Είσαι μικρός, μα άξιος — πολύ!
Θα μεγαλώσεις σαν τους άλλους μήνες,
Σαν τις αδελφές σου και τ' αδέλφια σου;
Κάθε τέσσερα χρόνια με ένα πήδημα
Μ' ένα άλμα από το έδαφος,
Προσπαθώντας να ψηλώσεις όπως αυτοί —
Το μόνο που τεντώνεσαι είναι μια μικρή μέρα!
Κι ακόμα και τότε δεν είσαι τόσο ψηλός
Αλλά απλώς ο πιο σύντομος μήνας απ' όλους.




Eugène Grasset, La Belle Jardiniere, February, 1896
______________



Κυριακή 30 Απριλίου 2017

Μάης, και «η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί που 'χω στο στόμα»

Anna Ancher, Νεαρή γυναίκα ανάμεσα σε παπαρούνες(1890)
_______________________


Στο έμπα του Μάη....


Στο έμπα του Μάη που καταφθάνει δριμύς και εν πλήρει εξαρτύσει, αφήνοντας πίσω υπαινιγμούς έαρος και υπεκφυγές ψιχάλας…..

«Χαροκόπος λεβέντης που αλύπητα ξοδεύει το βιος του φρόνιμου Απρίλη», «λάγνος βασιλιάς» που «φερσίματα καλοκαιριού σφετερίζεται και, μ’ όνειρα παράλογα,πυρετούς και δίψα, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις»

Ο Μάης που με την πάροδο των λέξεων, καίγεται σε αγρούς αιμάσσοντες ενώ «οι παπαρούνες χορεύουν τοπικό κατακόκκινο»

Κι όλη αυτή η πληθώρα ζωής στο κορύφωμα του έαρος – έτσι συμβαίνει πάντα – πέπρωται οσονούπω «να παραδώσει το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος»



Paul Cezanne 1861
________


Μάης και «Η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί πούχω στο στόμα.»

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο πλόκαμος της Αλταμίρας



Γεώργιος Ιακωβίδης, Άνοιξη, 1927
_________

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω....

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω: 

Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα 
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα 
τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες 

Θα 'λεγες, έτοιμα όλα τους να παν
στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.

Οδυσσέας Ελύτης, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1 Μ, Η Πρωτοµαγιά 
Ηµερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, εκδόσεις ύψιλον

«Illusion Face» by Andre Martins de Barros
__________

Πρωτομαγιά

Αύριο θα κόψουμε κάτι λουλούδια
αύριο θα ψάλουμε κάτι τραγούδια
εις την πολύανθη Πρωτομαγιά.

Να, που δροσόβολη αύρα ξυπνάει, 
και ψιθυρίζοντας μοσχοβολάει
από τ’ αρώματα τ’ αυγερινά.

Σ’ τα φύλλα επέρναε και της καρδίας, 
σαν τα κινήματα της φαντασίας
που ζωγραφίζουνε την ευτυχιά.
Διονύσιος Σολωμός

May Day Garlands, Thomas Falcon Marshall, 1860
_________


Πρωτομαγιά


Του Μαϊου ροδοφαίνεται η μέρα 
που ωραιότερη φύση ξυπνάει 
και την κάνουν λαμπρά και γελάει

πρασινάδες, αχτίδες, νερά. 
Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι 
παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι 
ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι, 
όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά. 
Ναι, χαρείτε του χρόνου τη νιότη, 
άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.
Διονύσιος Σολωμός

Γεώργιος Ιακωβίδης
________

Κι ο Μάης με το Έρωτα τον ψυχοκυνηγάρη....


Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε
με την Πρωτομαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα [......]


γιορτή παράξενη μεγάλη
το χρόνο μια φορά,
στο έμπα του Μάη του μήνα,
στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.

Κωστής Παλαμάς, Το πανηγύρι της Κακάβας, Ο Δωδεκάλογος του γύφτου

***


Κι ο Μάης με το Έρωτα τον ψυχοκυνηγάρη
είναι ηλιογέννητο ζευγάρι…


Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη ζωή
***

… Κι ο Μάης λάγνος βασιλιάς με το Φεγγάρι πλέκει
παθητικές κι αχόρταγες αγάπες μεθυσμένες.....

Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του βασιλιά Β’

***

Το Μάη έχ’ η άνοιξη, τα χελιδόνια ο Μάρτης,
ο Απρίλης τα τριαντάφυλλα, κι ο Μάης τα κεράσια.


Κωστής Παλαμάς, Τραγούδια της καρδιάς και της ζωής


Γιάννης Μπεχράκης, «Οι ψαράδες της Λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου»
____________


Ο Μάης του ψαρά

Όλα της άνοιξης τα κάλλη,
όλα τα στέλνω στο καλό
μπροστά σε φρέσκο, παχουλό,
μισολογγίτικο πετάλι!

Ας μαζώνουνται στους κήπους λυγερές και παλικάρια
για να μάσουν τα λουλούδια τώρα στην πρωτομαγιά.
Ω λιβάδι’ ανθοσπαρμένα,
δεν ανθίζετε για μένα!
Άνθη, δέντρα και χορτάρια,
σμαραγδένια μου στεριά,
δε σ’ αλλάζω μ’ ένα μόνο, μ’ ένα ψάρι που εγεννήθη
στης μανούλας μου της λίμνης τα ζαφειρωμένα στήθη.

Μια πρωτομαγιά επέρσι μπήκα σ’ ένα περιβόλι
για να κόψω δυο λουλούδια της αγάπης μου κι εγώ,
μα σε τόσο κόσμο επάνω
έξαφνα ο φτωχός τα χάνω,
μ’ εστραβοκοιτάζαν όλοι,
κι είδα κι έπαθα να βγω.
Βλέπεις, χέρι αργασμένο σε σταλίκια και καμάκια
δεν ταιριάζει να χαζεύει στου Μαγιού τα λουλουδάκια.

Και θαρρούσες πως δε θέλαν ούτ’ αυτά να τα σκλαβώσω,
πως κοιτάζαν να γλιτώσουν απ’ τα χέρια του ψαρά,
πως ερεύαν ένα ένα
μες στα χέρια μου δεμένα.
Ε! δε μ’ έμελε και τόσο!
Αποκείθε μια χαρά
έτρεξα μες στα δικά μου τα θαλασσινά λιβάδια
και της έστειλα μπουκέτο απ’ ολόφρεσκα στειράδια·

Η πρωτομαγιά η δική μου εκεί πέρα είν’ ωστόσο!
Εκεί έχει το γιβάρι περιβόλι ανθηρό,
και για γάστρες τα πριάρια
και τα φύκια για χορτάρια,
και την άρμη έχει για δρόσο,
και το κύμα για νερό.
Και καλαμωτές, γαΐτες και πελάδες και γιβάρια
καλοκαίρι και χειμώνα λουλουδίζουν από ψάρια.

Νά! της λίμνης τ’ αγεράκι όλο του το μόσχο χύνει
και ο ουρανός τού Μάη όλα τ’ άστρα του φορεί·
το μονόξυλο που μ’ έχει
μ’ όλη τη γοργάδα τρέχει,
κι η πριά μου αναδίνει
όση αναλαμπή μπορεί·
και το άξιο καμάκι δίχως πλιότερη φροντίδα
με τον πρώτο χτύπο βγάζει μια μαγιάτικη μαρίδα. 

Στάσου, νά το Βασιλάδι, πριαράκι φτερωτό μου!
Θα το στρώσω μες στα φύκια και θα φάγω και θα πιω,
κι ύστερα σ’ ένα λιθάρι
γλυκός ύπνος θα με πάρει
και θα γίνω στ’ όνειρό μου
βασιλιάς της λίμνης πιο,
και τον κόσμο των ψαριών μου θα προστάξω να χιμήσει
όλους τους ανθούς του Μάη να μαράνει, να ρουφήσει!

Κωστής Παλαμάς, Τραγούδια της Λίμνης, Σεπτέμβριος 1882


John William Waterhouse, A Song Of Springtime (1913)
__________


Μάιος

Ο Απρίλης ξανθός, αρχοντιά φημισμένη,
ζαχαρένια θωριά, ο Απρίλης πεθαίνει·
και ο Μάης απάνου του γέρνει,
χαροκόπος λεβέντης, μα δίχως μυαλά,
και του φρόνιμου Απρίλη τα μάτια σφαλά,
και τα πλούτη του παίρνει.

Ο Απρίλης σωρούς θησαυρούς και καλούδια,
τι πουλιά, τι νερά, τι δροσιές, τι λουλούδια
στα παλάτια τα πράσιν’ αφήνει!
Κι απ’ την ίδια στιγμή και απ’ την πρώτη βραδιά
να ο Μάης· αλύπητα δίχως καρδιά
τα ξοδεύει, τα χύνει.

Με τ’ αηδόνια καλεί τη χαρά και τη χάρη·
όπου νιότη, παιδί, λυγερή, παλικάρι,
όπου φτώχεια, όπου πλούτος γελάει,
του γλυκού μηνυτή καταφτάν’ η λαλιά·
η ζωή με ολάνοιχτη τρέχει αγκαλιά
στο τραπέζι του Μάη.

Της αυγούλας το φως πολυέλαιον έχουν,
τραγουδούν κι αγαπούν και θερίζουν και τρέχουν.
Στ’ αποφάγια, σαν πρόβαλ’ η μέρα,
φεύγ’ η νιότη χορτάτη και φεύγ’ η ζωή,
στις αγάπες η χάρ’, η χαρά στη βοή,
το παιδί στη μητέρα!

«—Το στεφάνι που βλέπεις, αυτό το στεφάνι
απ’ τα πλούτη του Μάη εγώ το ’χω κάνει,
μητερούλα με λούλουδα χίλια.
Ταπεινά κι ακριβά, είναι μία χαρά.
Πώς ταιριάζουνε, κοίτα, ζαμπάκια χλωρά
με φτωχά χαμομήλια.

Όλα τ’ άνθη, μητέρα, δεν είν’ αδερφάκια;
Σε γαστρούλες και κήπους, αγρούς και ρυάκια,
μια δροσιά, και μικρά και μεγάλα;
Να πονώ τα φτωχά δε μου είπες εσύ;
Όλα τα ’θελα· τ’ άλλ’ απ’ αγάπη χρυσή,
από έλεος τ’ άλλα.

Ποιό παιδί σαν εμέ τέτοια έχει μανούλα;
Τίνος άλλου ανθοί έχουν τέτοια δροσούλα;
Τέτοια χάρη και μύρο και χρώμα;
Στου σπιτιού μας την πόρτα θ’ ανθεί κρεμαστό
ώς την άλλη χρονιά που θ’ αλλάξω κι αυτό
με καλύτερ’ ακόμα».

«—Ω παιδί μ’, ο Θεός ένα άλλο στεφάνι
στη μεγάλη μικρή σου καρδιά έχει βάνει
από άλλου Μαγιού ωραιότητα.
Μοσχομύριστο πάντα κι ολόλευκ’ ανθεί,
μα σαν γείρει ξερό δε μπορεί ν’ αλλαχθεί.
Και το λεν αθωότητα».

Κωστής Παλαμάς, Μήνες, Τραγούδια της πατρίδος μου, Μάιος 1882


Odilon Redon, Spring (1883)
________

..χωρίς την ομορφάδα σου, λειψή του Μάη η εικόνα...

Να ’ξερες… κάθε δειλινό, την ώρα που θα σβήσει
ο ήλιος μες στη θάλασσα, στο βράχο ανεβαίνω
και κάμπο, θάλασσα, ουρανό, βουνά, χωριά, τη φύση
του Μάη τη γιορτιάτικη κοιτάζω, και προσμένω.
Αλλά του κάμπου οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα. 

...όλες αυτές οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα 
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα
για να μου δώσουνε σωστή του Μάη την εικόνα· 
τώρα δε φτάνουν από με να διώξουν το χειμώνα. 

Κωστής Παλαμάς, Επιστολή, Τραγούδια της καρδιάς και της ζωής


John William Waterhouse, Gather Ye Rosebuds While Ye May (1909)
_________


Kαι πάλι...


Και πάλι, να, ο Μάιος για να 'λθει ξεκινά
Και διασκελίζει θάλασσες και κάμπους και βουνά.
Κρατεί ανθούς στα χέρια του και γύρω τους σκορπά
Κι όπου περάσει και διαβεί παντού μοσχομυρίζει.
Αχ, Μάη αν σ' αγάπησα κι αν σ' αγαπώ ακόμα
Ρίξε δροσάτα λούλουδα και στόλισε το χώμα
Που θα διαβεί η αγάπη μου - Δεν θέλω όπου πατήσει
Άλλο από ρόδα και μυρτιές το πόδι της ν' αγγίξει.

Ιωάννης Πολέμης, Και πάλι


"Flora" Roman fresco Pompeii - 1st Century A.D.
___________

–Μάη, η αγάπη τι γλυκά που πιάνει!

Τρέχει, και στον ήλιο λάμπει, το ποτάμι.
–Μάη, η αγάπη τι γλυκά που πιάνει!
Πλάγι στο ποτάμι νέα βοσκοπούλα
Πλέκει με λουλούδια δροσερό στεφάνι

Και μοσχομυρίζουν τα λουλούδια όλα…
–Μάη, η αγάπη τι γλυκά που πιάνει!
Κι η καρδιά της λέει και αναστενάζει·
Αχ, ποιανού να δώσω τ’ όμορφο στεφάνι;

Νέος καβαλάρης βγαίνει στο ποτάμι
και την χαιρετάει με φαιδρό καμάρι.
Τον κοιτάζει εκείνη… Φεύγει τ’ άλογό του,
κι η καρδιά της φεύγει με τον καβαλάρη.

Κλαίει, και στο ποτάμι ρίχνει η βοσκοπούλα
τα λουλούδια όλα, κι όλο το στεφάνι .
Και ψηλά τ’ αηδόνια τραγουδούν και λένε·
–Μάη, η αγάπη τι γλυκά που πιάνει!

Ερρίκος Άινε, Τραγούδια, μετάφραση Άγγελος Βλάχος, 1887

Pierre Auguste Renoir, Spring (The Four Seasons)
_________

Πρωτομαγιά


Έλα στο κεφάλι το ξανθό
Να σου βάλω τ' όμορφο στεφάνι
Που για σε όλη νύχτα το' χω κάνει,
Να στολίσω μ' άνθια τον ανθό.

Ιδέ το! τι ωραία που θα πάει
Του ξανθόχλωμού σου κεφαλιού!
Από τα υστερνά είναι του Απριλιού
Κι απ' τα πρώτα λούλουδα του Μάη.

Κι έτσι με τα ρόδα στα μαλλιά
Κι έτσι στα ολόλευκα ντυμένη,
Να θαρρώ πως σφίγγω αναστημένη
Την Πρωτομαγιά στην αγκαλιά!


Κωνσταντίνος Χατζόπουλος [Πέτρος Βασιλικός], Πρωτομαγιά


Edvard Munch, Spring (1889)
________

...σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει...

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

Κ. Π. Καβάφης, Καλός και κακός καιρός, Αποκηρυγμένα 1886 –1898



Σπουδή για τον Μάιο, Γιάννης Τσαρούχης, 1967
__________

Τον Μάη που μας έρχεται

Ο φόβος του θανάτου χάνει πάθος,
χάνει δύναμη, κάτω απ’ τους νέους
αστερισμούς που πάλι φάνηκαν.

Τον Μάη που μας έρχεται
σας περιμένω.


Γιώργος Ιωάννου, Τον Μάη που μας έρχεται 
(από την πρώτη ποιητική του συλλογή «Ηλιοτρόπια», 1954.)

The Spring by Odilon Redon
________

Ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απ’ το καλοκαίρι..


Στεγνό κορμί πυρακτωμένο πέταλο. Κι ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απ’ το καλοκαίρι. Ένα κορμί στο φως κινείται ζωντανό κι ευκίνητο σου σκίζει, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις. Προτείνει ένα πουκάμισο ανοιχτό και μαύρο. Προτείνει κι άλλα. Παράλογα όνειρα και πυρετούς και δίψα.
Τάκης Σινόπουλος, Νυχτολόγιο, 1978

***

.....Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω!
Οδυσσέας Ελύτης, Κόκκινο, Παραλλαγὲς πάνω σε μιαν αχτίδα, 
Ήλιος ο Πρώτος
***


Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο. Καθώς δραπέτες
φωτοστέφανων του Angelico μια θέση αγίου διεκδικούν μέσα στο ποίημα.

Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον


Δημήτριος Γερανιώτης, Κόρη με Παπαρούνες ( 1948)
__________


..τι θα πει Μάιος..

Βροχή στα βόρειά μου του Μαϊου.

...... Παπαρούνες
ντυμένες το παραδοσιακό τους
δηλητήριο χορεύουν τοπικό κατακόκκινο.

Συγκινημένο το άγαλμα της απορίας μου:
τι θα πει Μάιος σιγά σιγά
με την πάροδο των λέξεων;
Κική Δημουλά, B' προβολής


Victor Zaretsky, May The 1st (1970)
_________


 «Εθνική» Πρωτομαγιά

Χορεύουνε Πρωτομαγιά Σκορπιός και Σπετσοπούλα
κι έχουν μπροστάρη του χορού τον «εθνικό» Μπαμπούλα.
Οι τράπεζες, οι φάμπρικες, τάνκερ, διυλιστήρια
και ναυπηγεία χορεύουνε στα λαϊκά Ανθεστήρια.

Χορεύει και τ’ Αφεντικού το γυάλινο σαράγι
που μ’ έναν πήδο η γυάλινη συνείδησή του εράγη…
Χάρος και Μάης χορεύουνε στα ξερονήσια κάτου
και δίπλα ο Έχτος κελαηδεί με τα σιδερικά του.

Κώστας Βάρναλης, Μάης 1969, Οργή λαού



The Soul of the Rose by John William Waterhouse
_________

Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία.....

« Σήμερον όμως, επειδή ήτο ελληνική εορτή, η εορτή της Aνθούς, η πομπή συνωδεύετο και από την μεγάλην κόρην της κυρίας της, την περικαλλή Mατήν.....H Mατή εβάδιζε δεξιόθεν παρά το πλευρόν της γραίας, υψηλή, ευσταλής, καλλίζωνος.Ήτο ήδη δεκαεπταέτις, κ’ εφαίνετο να είναι είκοσιν ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, ομοία με την Πρωτομαγιάν, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος- έρος»


Δημήτριος Γερανιώτης, Κοπέλα σε Αγρό, 1905
________

«… Yπερέβησαν ήδη την στενήν πάροδον και εξήλθον εις τους χλοερούς διανθείς κάμπους. Mεθυστικόν άρωμα ανήρχετο από των απειραρίθμων ανθών, οι φράκται των αμπέλων έθαλλον με αγραμπελιά, και μ' αιγοκλήματα και με ακανθώδεις θάμνους, τινές των αγρών εφαίνοντο αιμάσσοντες εις τας πρώτας ακτίνας του ηλίου από χιλίας μυριάδας παπαρούνας.


Eναμίλλως ήνθουν το χαμαίμηλον και η καυκαλήθρα και η μολοχάνθη, τα αστεράκια και τα κιτρινούλια επρόβαλλον δειλώς τας ασθενείς κεφαλάς των εν μέσω της υπερκόμπου αφθονίας των κατερύθρων μηκώνων σημειούντων την υπεραιμίαν του έαρος. Aνώνυμά τινα ανθύλλια, χόρτα σταχυοειδή, σπαράγγια ακανθωτά και βεργιά και άλλα ανεμειγνύοντο εν μέσω του απείρου πλούτου της Xλωρίδος.


May Flowers by Victor Borisov-Musatov (1894) 
________


Η Φωτεινή ενέβαλε το κλειδίον εις το κρεμαστόν κλείθρον και ήνοιξε την θύραν του
περιβόλου. Τα παιδία εισώρμησαν σκιρτώντα εις τον ελαιώνα.Ήτο καλόν κτήμα περιποιημένον πολύ.  O Σταθάκης, ο Mανώλης και τα άλλα παιδία, έτρεξαν αμέσως εις το μέρος του κτήματος, το διευθετημένον εις κήπον, και ήρχισαν να δρέπωσι ρόδα και κρίνους. Eίχαν κόψει αγραμπελιά καθ' οδόν, και ήρχισαν να πλέκωσι στεφάνους και να τους φορώσιν εις την κεφαλήν, μετά τόσου ενθουσιασμού, μεθ' όσου μικρόν πρότερον ανεζήτουν τον Mάην και το λυσοχόρταρον· μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως.

Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία, ήτο η άνοιξις εν πληθώρα ζωής, ετοίμη να παραδώση το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος.

Kαι μετά τρεις μήνας ετελείτο ο γάμος του περιπαθώς ερώντος Kωστή μετά της περικαλλούς κ’ ευαισθήτου Mατούλας. Kαι η αγαστή και θεσπεσία παρθενική καλλονή, το κορύφωμα του έαρος, επέπρωτο να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον θέρος - έρος.»



Ψηφιδωτό από το Αρχαιολογικό Μουσείο Αργους
_________


Όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά, γυρίζει πίσω από τα μισόστρατα.....


Στο διήγημα Πρωτομαγιά, ο Γεώργιος Βιζυηνός μας παρουσιάζει έθιμα και δοξασίες της Πρωτομαγιάς από τη Θράκη. Το απόγευμα της παραμονής τα παιδιά ξεχύνονται στους αγρούς και, αφού μαζέψουν λουλούδια, πλέκουν ένα μεγάλο στεφάνι με το σημείο του σταυρού στη μέση. Το μεγαλύτερο παιδί της παρέας το κρατά ψηλά και τα άλλα χορεύουν γύρω του και τραγουδούν:

"Εμβήκ’ ο Μας, εμβήκ’ ο Μας ο μήνας, με τ’ άνθη, με τα λούλουδα, με τα τριανταφυλλάκια".

Το βασικό, ωστόσο, θέμα του διηγήματος είναι η ακλόνητη λαϊκή πεποίθηση πως "όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά, γυρίζει πίσω από τα μισόστρατα". Διακόπτει το ταξίδι άρον άρον, γιατί πέφτει θύμα των μαγισσών και των δαιμόνων που κυκλοφορούν αυτή την ημέρα, όπως η Λαέγισσα, η Τρελοξανθή κ.ά. Γι’ αυτό, αποβραδίς της Πρωτομαγιάς όλα τα σπίτια κλείνουν πόρτες και παράθυρα -θωρακισμένα μόνο με το στεφάνι και το σταυρό του- και αν τύχει να βρίσκεται κανείς στο δρόμο δεν διασταυρώνει το βλέμμα , ούτε μιλά σε άλλο περαστικό, ακόμη και στη γυναίκα του ή τον αδελφό του, από το φόβο μην έχει εκείνο το βράδυ το διάβολο μέσα του και του πάρει τη λαλιά ή του κάνει μεγαλύτερο κακό.

Οι μάγισσες, κατά τη λαϊκή δοξασία, σηκώνονται τη νύχτα της Πρωτομαγιάς από το συζυγικό κρεβάτι, καβαλικεύουν το σφουγγιόξυλο (το ξύλο που χρησιμοποιούν για να σφουγγίζουν το φούρνο πριν βάλουν τα ψωμιά) και τρέχουν μέσα στα σπαρτά για να μαζέψουν μαγιάτικη δροσιά. Απ’ όπου περάσει η σφούγγια, τα στάχυα γίνονται στάχτη. Όπου, όμως, στραγγίσει η δροσιά που μάζεψε, "αλωνίζουνε γέννημα και λυχνούν χρυσάφι".

Ο Μανόλης Μαρκάκης, ο οποίος ασχολείται κυρίως με τη φιλοσοφία, αναφέρει ότι ο Γ. Βιζυηνός, στο έξοχο διήγημα του Πρωτομαγιά, επιδιώκει να φέρει σημεία του κλασικού πολιτισμού σε συνάφεια με το ιστορικό παρόν του. Γίνεται αναφορά σε στίχους του Πινδάρου ή του Αριστοφάνη μέσα σε ένα παγανιστικό ζωντανό περίγραμμα. 

"… Η εκκλησία καθηγίασε το ανανεωθέν έθιμον, ευλογήσασα τον στέφανον του ενιαυτού και επιτρέψασα τοις πιστοίς να προσφέρωσι τας απαρχάς της Φύσεως τω Φυτουργώ της Κτήσεως. Και τέλος οι Καλόγηροι του Βορρά λαμβάνουσι το μεγαλύτερον μέρος των κλαδιών, όσα φέρει ερχόμενος επί τεθρίππου άρματος ο Μάιος εκ των δασών και στρωννύουσι δια φύλλων και ανθέων το έδαφος της εκκλησίας κατά την πρώτην του Μαΐου, όπως ποιούμεν ημείς κατά το Πάσχα και την Πεντηκοστήν έτι και σήμερον" 

Η δημοτική παράδοση είναι στα διηγήματα του Γ. Βιζυηνού ο διαμορφωτικός συντελεστής της συνείδησης των Νεοελλήνων.Στο διήγημα Πρωτομαγιά γράφει ο Γ. Βιζυηνός: 

"Εκεί ανεμνήσθην ότι ευρίσκομαι εις την χωράν των Αναστενάριων και των μαγισσών, δηλαδή την πατρίδα των Βακχίδων και των Μαινάδων, αι οποίαι άλλοτε, εν τη παράφορα των οργίων των, εσπάραξαν το σώμα του δυστυχούς Ορφέως και έρριψαν την νεκράν αυτού κεφαλήν μετά της θραυσθείσης λύρας εις τα κύματα του Έβρου"




Lawrence Alma-Tadema, Spring, (1894) 
 It depicts the festival of Cerealia in a Roman street. (J. Paul Getty Museum)
___________


Ωραίος μήνας ο Μάιος, αλλά εμείς δεν έχουμε ούτε μια γλάστρα….

Ακόμα κι εμείς που ζούμε στις πόλεις ξέρουμε ότι ο Μάιος είναι ο μήνας των λουλουδιών, και γενικά του πράσινου.

Ο Απρίλης έχει τ’ όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια, λέει μια πα­ροιμία που μας την έμαθαν στο σχολείο. Άλλωστε, κάθε χρόνο την Πρωτομαγιά η μητέρα μου πηγαίνει κάπου στη γειτονιά, δεν ξέρω πού ακριβώς, και αγοράζει ένα μικρό στεφάνι με λουλούδια, που το βάζει πάνω από την πόρτα μας. «Και του χρόνου» μας λέει. Από το ύφος της καταλαβαίνω ότι δίνει ένα σωρό λεφτά για να πάρει το στεφάνι. Είναι όμως ωραίο, δε λέω. Κι ακόμα είναι ένα έθιμο, κι εμένα μ’ αρέσουν τα έθιμα. Φτάνει, βέβαια, να μην κοστίζουν πολύ.

Επίσης, οι καθηγητές μας, κάθε χρόνο, και οι δάσκαλοί μας παλιότερα, μας έβαζαν αυτό τον καιρό έκθεση με θέμα τέτοιο, που σου επιτρέπει να εξυμνείς τις ομορφιές, τις χαρές, τα λουλούδια, τα πουλιά και τις πρασινάδες της Άνοιξης. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου μιλούσαν στις εκθέσεις τους αυτές για τα πουλιά, τα χελιδόνια, τα δέντρα και τους κάμπους με τις παπαρούνες, που είναι, λέει, πολύχρωμα χαλιά κι ας μην τα ήξεραν παρά από μακριά μόνο.

Ένας συμμαθητής μου μάλιστα που γράφει ποιήματα, κι εδώ που τα λέμε όλοι μας σχεδόν γράφουμε ποιήματα, κι απ’ ό,τι καταλαβαίνω απ' τον πατέρα μου τα ίδια έκαμναν κι αυτοί στην ηλικία μας, ο συμμαθητής μου λοιπόν αυτός μου διάβασε προχθές, ανάμεσα στ’ άλλα, κι ένα ποίημα που σκάρωσε για την Άνοιξη, και ιδίως για τον Απρίλη και τον Μάη, που είναι κατάφορτοι μυρωμένα άνθη, απάνω στα οποία πετούν πεταλούδες, μέλισσες, και άλλα έντομα που ζουζουνίζουν γλυκά. Κι ακόμα, λέει, ότι αυτή η εποχή τον μεθάει με τα αρώματά της. Δεν κρατήθηκα πια, με πιάσανε τέτοια νεύρα, που δεν κρατήθηκα.


Robert Doisneau -Enfants
_________


— Δεν μου λες, του λέω, πότε θα πάψεις να γράφεις ανοησίες;

— Ανοησίες, εγώ; είπε αυτός. Γιατί ανοησίες;

— Θα σου εξηγήσω. Αλλά πρώτα πες μου, πού κατοικείς;

— Τέρμα Ιπποκράτους, μου λέει.

— Και έχετε λιβάδια με λουλούδια και πουλιά εκεί γύρω;

— Όχι, ίσα ίσα, έχουμε πολλά καυσαέρια,
μου λέει. Και πάρα πολύ θόρυβο.

— Τότε πού τα είδες αυτά τα πράγματα;

— Όταν πάμε εκδρομή. Και κυρίως τα έχω διαβάσει.

— Και σου αρέσουν πολύ.

— Ναι, μου αρέσει η φύση, τα λουλούδια, ο καθαρός αέρας πάρα πο­λύ. Και γι’ αυτό τα γράφω.

— Σύμφωνοι. Μα, εσύ δεν γράφεις σαν ένας άνθρωπος στερημένος, που όλα αυτά τα λαχταρά και τα λατρεύει. Αλλά γράφεις σαν να τα έχεις και μάλιστα σε αφθονία.

— Και τι να γράφω;

— Αφού εννοείς να γράφεις, να γράφεις αυτό που σου συμβαίνει, κα­κομοίρη μου. Να γράφεις για τη λαχτάρα σου γι’ αυτά τα πράγματα. Να τα εξυμνείς, αφού θέλεις, αλλά σαν στερημένος.

— Και γιατί; αποκλείεται να γράψω καλά ποιήματα έτσι;

— Αποκλείεται, γιατί γράφεις πράγματα ψεύτικα, που δεν σε αγγί­ζουν, που δεν περνούν από μέσα σου.


— Κι αν ζούσα στην εξοχή;

— Αν ζούσες στην εξοχή, θα είχες άλλους δρόμους να διαλέξεις. Θα μας έγραφες για την εξοχή, για την ομορφιά της, αλλά και για τη μο­ναξιά της. Και θα μας έγραφες, πιθανώς, και για τη λαχτάρα σου για την πολύβουη ζωή.

— Δηλαδή, τι πρέπει να κάνουμε;

— Πρέπει να είμαστε αληθινοί, κύριε. Όχι και να αντιγράφουμε, βέ­βαια, τη ζωή μας, αλλά πρέπει να τα περνούμε όλα μέσα απ’ τον εαυτό μας. Αποκεί να τα βλέπουμε. Και να τα βλέπουμε τίμια.

— Ώστε ο Μάιος;

— Ωραίος μήνας πράγματι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι εμείς δεν έ­χουμε ούτε μια γλάστρα. Ούτε μπορούμε να ’χουμε. Την καίει το καυσαέριο.
Φαντάσου εμείς που τ’ αναπνέουμε τι παθαίνουμε!

— Αυτό να μου πεις. Και αυτό να γράφεις. Κατάλαβες;


Γιώργος Ιωάννου, Ανοιξιάτικες εμπνεύσεις, Εφήβων και μη, εκδόσεις Κέδρος


Απόστολος Γεραλής , Μαγιάτικο στεφάνι
__________

Ό,τι κι αν κάνουμε τα λουλούδια πάντα ανθίζουν. 

Στη στήλη που το ’χει έθιμο να βάζει κάθε Πρωτομαγιά ένα Στεφάνι του Σπύρου Βασιλείου στέλνω ένα ακόμη που μοιάζει κατάλληλο, λόγω εποχής και καταστάσεων, γιατί έχει κάτι το θλιμμένο. 

Κι όμως και αυτό αποπνέει αισιοδοξία, η πόρτα κάποιον περιμένει, το φουγάρο καπνίζει. Πάνω από την καταστροφική επέμβαση του ανθρώπου είναι η ομορφιά της Φύσης που έχει πάντα την τελευταία λέξη. Ό,τι κι αν κάνουμε τα λουλούδια πάντα ανθίζουν. 

Αυτές οι σκέψεις μου ήρθαν κοιτώντας τους Μάηδες του πατέρα και πόσο αισιόδοξος ήταν πάντα. Πάνω από όλα η ομορφιά κι ακόμα και στα δύσκολα μια πόρτα ανοιχτή σε κάτι καινούργιο. 

Κάθε Πρωτομαγιά όσο ζούσαν οι γονείς αλλά και μετά, μαζευόμασταν όλοι και πλέκαμε μαγιάτικα στεφάνια στην Αθήνα ή στην Ερέτρια ή στην Κηφισιά και το ίδιο θα κάνουμε κι αυτό το Σάββατο. Με πολλή αγάπη και πολλές ευχές για μια αισιόδοξη Πρωτομαγιά.

Πρωτομαγιάτικο γράμμα της κόρης του ζωγράφου Σπύρου Βασιλείου, Δροσούλας, στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (2-5-2010)


«Θλιμμένος Μάης», έργο του Σπύρου Βασιλείου, 1967.
___________