Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Ιωάννου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Ιωάννου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

«Σκέφτομαι τον πατέρα μου», Γιώργος Ιωάννου


O Ιωάννης Σορολόπης, πατέρας του Γ. Ιωάννου, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας.
_________________

Zητώ τους μυστικούς Xριστούς
στα τέμπλα και τους νάρθηκες.
Aυτό που έβλεπα παιδί ξανά με συνταράζει.

Mες στα σκοτάδια τον πατέρα μου ζητώ,
διψώ για τη στοργή του κάθε βράδυ.
Aπό το βάρος του γυρίζοντας τρεκλίζω.

Kάθε καινούρια γνωριμία με γελά.
Oύτε ο πατέρας ήταν, ούτε ο Xριστός μου.

Γ. Ιωάννου, Το βάρος του,Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα, 
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1999 


Ο Γ. Ιωάννου με τους γονείς του, τη γιαγιά του και θείους του (1932)
___________


«Οι δικοί του Άγιοι, οι λαικοί, παιδεμένοι άνθρωποι..»

Ο Γιώργος Ιωάννου ανήκε σε προσφυγική οικογένεια. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Ο πατέρας του Ιωάννης Σορολόπης, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας, μηχανοδηγός στους σιδηροδρόμους. Η μητέρα του Αθανασία Καραγιάννη από την Κεσσάνη. Το πραγματικό επίθετο της οικογένειας είναι Σορολόπη, το οποίο ο Ιωάννου θα το αλλάξει το 1955, σε μια προσπάθεια να κλείσει μέσα του το παιδικό τραύμα, που του έχει προκαλέσει η  κοροϊδία των συμμαθητών του στο σχολείο. 

«Το όνομα δεν το διάλεξα, βέβαια, τυχαία. Λεγόταν ο πατέρας μου “Ιωάννης” κι έτσι θέλησα να τον τιμήσω».

Ο πατέρας του πεθαίνει στις 26 Μαΐου 1962.

Ο
Ιωάννου δεν θα κρύψει ποτέ την  προσφυγική λαϊκή  καταγωγή του, αντίθετα, θα γράψει γι’ αυτήν πολλές φορές: «Δεν μιλώ γενικά για τη Θεσσαλονίκη αλλά για την προλεταριακή πόλη, μέσα από μια οικογένεια προλεταρίων.» 

Μετέωρος ανάμεσα στη λαϊκή και στην αστική τάξη και σε ένα επίσης διφορούμενο ισχυρό εμείς - η οικογένειά του, οι Mικρασιάτες πρόσφυγες, η Θεσσαλονίκη, νιώθει πως η καρδιά του ελκύεται σταθερά από τους κακοπαθημένους.

Οι δικοί του Άγιοι θα είναι πάντα οι λαϊκοί, παιδεμένοι άνθρωποι.

Οι γονείς του Γ. Ιωάννου: Ιωάννης Σορολόπης και Αθανασία Καραγιάννη
_____________________

«Τι θέλεις να κάνω εγώ για σένα;» 

[.... ] λυπάμαι, κλαίω μέσα μου, όταν σκέπτομαι τον πατέρα μου και όλους τους ομοίους του, χθεσινούς και τωρινούς — γιατί, βέβαια, ο πατέρας μου δεν αποτελούσε καμιά ιδιαίτερη περίπτωση — κλαίω για τη φοβερή δουλειά, την άπειρα σκληρή δουλειά, την επικίνδυνη δουλειά, την ακατάπαυστη, που ήταν υποχρεωμένος να κάνει, για να του δώσουν στο τέλος ένα μισθουδάκι, που μας έφτανε δεν μας έφτανε ως τις 25 του μηνός. Τις υπόλοιπες πέντε ή έξι μέρες — γιατί ακόμα κι αν τραβούσε 31 ο μήνας, είχε αυτό σημασία για μας, και ο Φλεβάρης ήταν ο πιο αγαπητός — τις περνούσαμε μέσα σε φοβερή στέρηση αλλά και στυγνή αξιοπρέπεια. Όλα, ακόμα και η μετάβασή μας με το τραμ κάπου, αναβάλλονταν για τις πρώτες μέρες του μήνα.

Και όμως ο άνθρωπός μας δούλευε σαν το σκλάβο, δεν είχε ώρα πηγαιμού και ερχομού, δεν ήξερε τι θα πει κρύο ή ζέστα, χιόνι ή βροχή, καθώς ως θερμαστής δούλευε το φτυάρι σε κείνη την ανοιχτή από πίσω μεριά ατμομηχανή, που την πήγαινε, με τα δικά του μπράτσα και μόνο, στη Φλώρινα, στη Δράμα, στην Αλεξανδρούπολη ή στη Λάρισα.

Καί ξαναλέω· στη θέση του ήταν άπειροι, όχι μόνο σ’ αυτή τη δουλειά, αλλά και σε πολλές άλλες παρόμοιες. Εγώ όμως που δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος ούτε θεωρητικός καμιάς κοσμοθεωρίας — και ούτε θέλω να είμαι — μιλώ από τα απτά αυτά που ξέρω, φωτισμένα, βέβαια, από κάποιον κρυφό φωτισμό.

Ο άνθρωπος αυτός τελικά πέθανε στον διάδρομο ενός νοσοκομείου, τη μόνη και τελευταία φορά που χρειάστηκε να καταφύγει εκεί. Κι αυτό δεν έγινε σε καμιά αρχαιότητα, όπως θα νόμιζε κανένας κρύος, αλλά στις μέρες τις κοντινές μας. Στους ίδιους διαδρόμους, αν όχι και δρόμους, έχουν πεθάνει και πεθαίνουν όλοι οι όμοιοί του. Δεν προσπαθώ να κάνω τραγική την κατάσταση, αντίθετα να περιστείλω την έκτασή της.

Την εποχή που ο άνθρωπος αυτός ξεζουμιζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ποσοστό εκείνων που δεν δούλευαν, μα την περνούσαν μπέικα, ήταν το ίδιο αν όχι και ανώτερο από το τωρινό. Και την εποχή που αναστέλλονταν όλη η κίνηση του σπιτιού μας, γιατί δεν είχαμε ένα τάλιρο — για να μην πω και λιγότερο και φανώ απίστευτος στα μάτια των γελοίων, που ελπίζω να μη διαβάζουν τα κείμενά μου — αυτοί είχαν την ίδια οικονομική ευχέρεια, ή μάλλον την ανάλογη, της εποχής, τις ίδιες δυνατότητες να κάνουν σχέδια, και προπαντός να πραγματοποιούν, για τα παιδιά τους, τα οποία, αν ήταν καλοί γονείς, μπορούσαν κάποια στιγμή να τα πάρουν κατ’ ιδίαν και να τους πουν: 


«Τι θέλεις να κάνω εγώ για σένα;».

Όλο αυτή τη μαγική ερώτηση, τελευταία, ονειρεύομαι, δήθεν ότι μου την λέει ο πατέρας μου και σε μένα. Ποιος ξέρει τι σημαίνει αυτό, μάλλον τερματισμό κάποιας διαδικασίας, και ακούγεται τώρα έτσι μέσα μου.

Θέλω να πω ότι τα ίδια θα συμβαίνουν και τώρα και δεν το ξέρουμε — δεν το ξέρω, εννοώ. Γιατί εγώ τα κατάφερα, ξεγλίστρησα σαν τη λαδρόνα. Δουλεύω, βέβαια, αλλά δεν είμαι ούτε θερμαστής, ούτε σκαφτιάς, ούτε ναυτικός, για να βγάζω τόσο δύσκολα το ψωμί μου. Εγώ ανακατεύτηκα μ’ αυτούς τους άλλους, κάνω δουλειές που επινοήθηκαν για τους τρυφερούς βλαστούς των, και — όσο κι αν είναι αντισυνδικαλιστικό, θα το ομολογήσω — κάθε φορά που πληρώνομαι το μισθό μου μένω κατάπληκτος για τα χρήματα που παίρνω με τόσο λιγοστό κόπο, γιατί μέτρο δικό μου είναι ο πατέρας μου και οι όμοιοί του, που αν δεν έφταναν στο σημείο να σέρνονται απ’ την κούραση, να ’ναι βουτηγμένοι στη μουντζούρα, να σαπίζουν οι κάλτσες και να κολλούν πάνω στα ποδάρια τους, το μεροκάματο δεν τους το ’διναν. Λοιπόν δεν μιλώ για τον εαυτό μου, κι ούτε το βάρος πέφτει στο πώς περνώ εγώ σήμερα. 



Ο Γιώργος Ιωάννου με την οικογενειά του το 1963 στη βεράντα του σπιτιού τους στην Αγίου Δημητρίου. Από αριστερά ο αδερφός του Χριστόδουλος (Λάκης), η αδερφή του Δήμητρα, η γιαγιά Αφεντούλη, ο συγγραφέας, η μητέρα του Αθανασία και ο αδερφός του Θοδωράκης που έφυγε από τη ζωή το 1964 σε ηλικία 18 χρόνων. (αρχείο Θ. Γ. Σαρηγιάννης). 
_________________

«Τι δουλειά μπορεί να έχουμε εμείς μ’ αυτούς τους ανθρώπους;»

Όποτε έτυχα σε σπίτια φιλικά, από αυτά όπου κανένας τους δεν δουλεύει, και ακούω τα μέτρα που παίρνουν για τον εαυτούλη τους, τα λεφτά που είναι σε θέση να σκορπίσουν για να θεραπεύσουν την παρωνυχίδα τους, τη σημασία που δίνουν στά ντυσίματά τους, στα φαγιά τους, στις δίαιτές τους, στην ακόρεστη διάθεση για ψυχαγωγία τους, στα ατελεύτητα δώρα τους, δεν μπορώ, όσο κι αν δεν θέλω, δεν μπορώ να μη νιώσω μια ασυγκράτητη αγανάκτηση μέσα μου.

Σκέφτομαι τον πατέρα μου, τις στρατιές των μουντζούρηδων συντρόφων του, τις γυναίκες, ιδίως τις γριές, που έρευαν μέσα στα ανήλιαγα δωμάτια πλέκοντας ή μπαλώνοντας κάλτσες, θεωρώντας μεγάλη περιουσία ακόμα και το πενηντάλεπτο. Σκέφτομαι όλους εκείνους τους άκρας τιμιότητας ανθρώπους, που αγνοούσαν τι θα πει συκοφαντία, πλεκτάνη, βρωμιά, και ζηλοφθονία ακόμα, και που για να παρηγορηθούν στη ζωή έπαιρναν κουράγιο από τους θανάτους και τις αρρώστιες των πλουσίων και των δυνατών. Αυτούς που «αγανακτούσαν», όπως οι ίδιοι έλεγαν, απ’ τη δουλειά, μα πέρασαν τόσο πικρά, τόσο περιορισμένα τη ζωή τους — δεν τους χαρίστηκε σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε δραχμή και το θεώρησαν πολύ φυσικό αυτό.

Τους σκέφτομαι και τους ντρέπομαι. Τίποτε δεν έχουμε κάνει γι’ αυτούς και για τις κακοπάθειές τους. Και θαρρώ πως έτσι θα μείνει το πράγμα. Δεν υπάρχει πια κανείς, που θα ήθελε να φέρει σε κάποια ισορροπία την κατάσταση, να επιβάλει, επιτέλους, κάποια ποινή, μια μικρή σκληρή δικαιοσύνη.

Άλλωστε, σήμερα οι παρατάξεις αυτές που επαγγέλλονται την κοινωνική δικαιοσύνη, και που έκαμναν τους μάρτυρες αυτούς — και τους άλλους — να είναι πλημμυρισμένοι οράματα και ελπίδες, εκτός του ότι έχουν γίνει από το φριχτό λέγε λέγε ολότελα κατειργασμένες και φυσικά αγνώριστες, έχουν κατά μέγα μέρος τους καταληφθεί από αυτούς ακριβώς τους άεργους, τους πλούσιους, τους αργόσχολους, τους ως επί το πλείστον ψυχοπαθείς, που κόβουν μ’ απλοχεριά κι εδώ τα μεγάλα λόγια τους. Τι δουλειά μπορεί να έχουμε εμείς μ’ αυτούς τους ανθρώπους;

Γιώργος Ιωάννου, Σκέφτομαι τον πατέρα μου, "εφήβων και μη", εκδόσεις Κέδρος. (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αντί», τεύχος 120, στις 3/3/1979)

Ο Γιώργος Ιωάννου στο Καστρί Κυνουρίας, όπου τοποθετήθηκε το 1960, ως φιλόλογος Μέσης Εκπαίδευσης
______________

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Ώρα για το κουκούλι, Γιώργος Ιωάννου


Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι, που ενώ τσουρουφλίζονται μονάχα για στοργή, βρίσκονται διαρκώς μπλεγμένοι μέσα σε ατέλειωτες και φτηνές ερωτικές ιστορίες. 

Φυσικά όλος αυτός ο ζήλος τους πη­γαίνει, κατά κανόνα, χαμένος, κι έρχονται στιγμές που η από­γνωση τους αρπάζει απ’ το λαιμό, και δεν ξέρουν πια τι κάνουν. 

Για να σταματήσουν, πάντως, τους είναι εντελώς αδύνατο. Συνή­θως μάλιστα οι εκλεκτότεροι απ’ αυτούς δικαιολογούνται, βαφτί­ζοντας όλη αυτή τη χυδαιότητα αναζήτηση.

Η αποτυχία τους οφείλεται, νομίζω, στο ότι ακολουθούν τον κοινό προαιώνιο δρόμο. Η απλή λογική βέβαια ισχυρίζεται ότι για να δεθείς πραγματικά μ’ έναν ξένο άνθρωπο πρέπει να τον κατέ­χεις ολότελα, όχι μονάχα στο πνεύμα αλλά και στο σώμα. Γι’ αυτό το λόγο κι ο έρωτας είναι τόσο πρώτος στη γενική εκτίμηση. Παρόλη όμως την ερωτική επίδοση, στον κόσμο επικρατεί φοβερή μοναξιά. Ξέρω εντούτοις πως το απελπιστικό αυτό κενό δεν το αντι­λαμβάνονται όλοι. Οι πιο πολλοί είναι απλώς δυστυχισμένοι.

Γι’ αυτό πιστεύω πως δεν είναι δυνατό, όχι να αγαπηθείς, αλλά ούτε να εκτιμηθείς από ένα πρόσωπο, εάν αρχίσεις απ’ την ερω­τική εμπειρία. Και επίσης, ότι δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δια­τηρηθεί χωρίς σκιές η πρώτη στοργή, αν εν τέλει αποβλέψεις στο σώμα. Η στοργή είναι αφάνταστα ανώτερη απ’ τον έρωτα, και, εκ των πραγμάτων, ασυμβίβαστη μ’ αυτόν. Αφήνω πια ότι προσπαθώντας να συνδυάσεις στοργή και έρωτα κλείνεσαι μέσα στο ένα φύλο.

Το πράγμα φαίνεται καθαρά στο γάμο. Συνήθως κανένας απ’ τ’ αντρόγυνο δε βρίσκει και την ψυχική αυτάρκεια μέσα σ’ αυτή τη σχέση. Ακόμα και στην εποχή των ερώτων υπάρχουν οι φίλοι, η κάποια υπόσχεση της στοργής, που για χατίρι τους πολλές φορές θυσιάζονται τα ραντεβού ή και ο ίδιος ο έρωτας. 

Η στοργική όμως σχέση δε θυσιάζεται ποτέ για τον έρωτα, έστω κι αν παραμε­ρίζεται φαινομενικά, ιδίως στις αρχές του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει μάλλον ζήτημα χρόνου, και όχι πραγματικής εξαλείψεως.


Πιστεύω πως χωρίς έρωτα ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει μια χαρά. Ιδίως, αν έχει δοκιμάσει την απάτη, μπορεί να μην αισθά­νεται καθόλου την έλλειψή του. Αλλά χωρίς στοργή τα πράγματα είναι δύσκολα και ο κόσμος άδειος. Όταν υπάρχει στοργή, μπορεί να μην υπάρχει έρωτας — σου φαίνεται πως τίποτα δε λείπει. Αν μάλιστα απ’ αυτό κινδυνεύει η στοργή, επιβάλλεται έρωτας να μην υπάρχει. Πάντως το ίδιο πρόσωπο για να χαρίζει και τα δυο, μάλ­λον αποκλείεται. 

Γι’ αυτό συνήθως η στοργή αναπτύσσεται ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου φύλου ή συγγενικά, όπου δεν ξεφυτρώ­νει κάθε τόσο το ερωτικό εμπόδιο. Εξάλλου, ούτε και συ ο ίδιος μπορείς να χαρίζεις και στοργή και έρωτα στο ίδιο πρόσωπο. Αν συμβαίνει να το νομίζεις αυτό, απλώς τυφλώνεσαι απ’ την επιθυ­μία και ξεγελάς τον εαυτό σου. Ίσως όμως να μην μπορούν να συνυπάρξουν μέσα σου, ούτε και στην περίπτωση που προέρχονται από διαφορετικά πρόσωπα. Ο έρωτας είναι ή μάλλον έχει καταν­τήσει καθαρή ιδιοτέλεια, ενώ η στοργή δεν αποβλέπει σε τίποτε τέτοιο.

Συμφωνώ ότι πολλοί άνθρωποι, που παραπονιούνται πως είναι έρημοι, φταίνε κι οι ίδιοι για την κατάστασή τους. Η στοργή τους δόθηκε, αλλά την απόδιωξαν, γιατί δεν ήρθε από κει που αυτοί θέλαν. Δεν καταδικάζω κανένα, αντίθετα καταλαβαίνω απόλυτα. Είναι αλήθεια ότι η στοργή αποχτά τη δύναμή της και γίνεται αποδεχτή, όταν προέρχεται από πρόσωπα που κατά βάθος συμπαθούμε. Πρέπει κατ’ αρχή να υπάρχει κοινή συμπάθεια, αλλιώς η προ­σφορά ξενίζει. Ποτέ όμως δεν επιτρέπεται η συμπάθεια αυτή να φουντώσει ή πολύ περισσότερο να εκδηλωθεί με λόγια και αμφί­βολες χειρονομίες. Αν συμβεί αυτό, η στοργή φτεροκοπά για λίγο διάστημα ανάμεσά τους, και μετά σβήνει. Τραβάει ο καθένας για τους έρωτές του. Κι έρωτες βρίσκεις αρκετούς· τον ένα καλύτερο απ’ τον άλλο.

Όταν όμως σ’ αγγίξει η στοργή, ξαφνικά ωριμάζεις. Νιώθεις σαν τον μεταξοσκώληκα, που έφτασε η ώρα του για το κουκούλι. Ούτε τρώει, ούτε ησυχάζει πια, παρά μονάχα κοιτάζει ψηλά, ζητώντας τόπο για απομόνωση.

Όταν σου δώσουν επιτέλους τη στοργή και σε τυλίξει η τέλεια σχέση, πρέπει να φεύγεις απ’ όλους μακριά, ακόμα κι απ' το πρό­σωπο που σε ανάστησε. Μέσα σε λίγο καιρό τα έχεις μάθει όλα. Γνώρισες πια την άλλη ύπαρξη, γνώρισες όλους τους ανθρώπους, κι επομένως και τον εαυτό σου. Δεν έχεις ανάγκη ούτε από έρω­τες, ούτε από άλλες περιπλανήσεις. 

Πρέπει να φύγεις γρήγορα μα­κριά και να κλειστείς. Είναι φόβος να τα καταστρέψει όλα η ζωή με τις μικρότητες που θα παρουσιάσει, κι επάνω σου, αλλά κι επάνω στο άλλο πρόσωπο, εφόσον προϋπάρχει και στους δυο τόση προϊστορία. Εκτός αυτού είναι κι ο κίνδυνος απ’ τους γύρω ανθρώ­πους, ιδίως τους πρώην φίλους.

Δεν ξέρω αν αυτά που σκέφτομαι προάγουν ή όχι την ανθρώπινη υπόθεση. Κι όχι βέβαια πως δε μ’ ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Το πρώτο όμως που προσπαθώ, είναι να μιλώ με ειλικρίνεια, με ευλάβεια μάλλον. Διψώ για εξομολόγηση, που πάντοτε ανακουφίζει κάπως.





Γιώργος Ιωάννου, Ώρα για το κουκούλι, για ένα φιλότιμο (σελ. 74-76), εκδόσεις Κέδρος


Κυριακή 30 Απριλίου 2017

Μάης, και «η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί που 'χω στο στόμα»

Anna Ancher, Νεαρή γυναίκα ανάμεσα σε παπαρούνες(1890)
_______________________


Στο έμπα του Μάη....


Στο έμπα του Μάη που καταφθάνει δριμύς και εν πλήρει εξαρτύσει, αφήνοντας πίσω υπαινιγμούς έαρος και υπεκφυγές ψιχάλας…..

«Χαροκόπος λεβέντης που αλύπητα ξοδεύει το βιος του φρόνιμου Απρίλη», «λάγνος βασιλιάς» που «φερσίματα καλοκαιριού σφετερίζεται και, μ’ όνειρα παράλογα,πυρετούς και δίψα, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις»

Ο Μάης που με την πάροδο των λέξεων, καίγεται σε αγρούς αιμάσσοντες ενώ «οι παπαρούνες χορεύουν τοπικό κατακόκκινο»

Κι όλη αυτή η πληθώρα ζωής στο κορύφωμα του έαρος – έτσι συμβαίνει πάντα – πέπρωται οσονούπω «να παραδώσει το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος»



Paul Cezanne 1861
________


Μάης και «Η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί πούχω στο στόμα.»

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο πλόκαμος της Αλταμίρας



Γεώργιος Ιακωβίδης, Άνοιξη, 1927
_________

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω....

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω: 

Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα 
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα 
τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες 

Θα 'λεγες, έτοιμα όλα τους να παν
στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.

Οδυσσέας Ελύτης, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1 Μ, Η Πρωτοµαγιά 
Ηµερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, εκδόσεις ύψιλον

«Illusion Face» by Andre Martins de Barros
__________

Πρωτομαγιά

Αύριο θα κόψουμε κάτι λουλούδια
αύριο θα ψάλουμε κάτι τραγούδια
εις την πολύανθη Πρωτομαγιά.

Να, που δροσόβολη αύρα ξυπνάει, 
και ψιθυρίζοντας μοσχοβολάει
από τ’ αρώματα τ’ αυγερινά.

Σ’ τα φύλλα επέρναε και της καρδίας, 
σαν τα κινήματα της φαντασίας
που ζωγραφίζουνε την ευτυχιά.
Διονύσιος Σολωμός

May Day Garlands, Thomas Falcon Marshall, 1860
_________


Πρωτομαγιά


Του Μαϊου ροδοφαίνεται η μέρα 
που ωραιότερη φύση ξυπνάει 
και την κάνουν λαμπρά και γελάει

πρασινάδες, αχτίδες, νερά. 
Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι 
παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι 
ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι, 
όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά. 
Ναι, χαρείτε του χρόνου τη νιότη, 
άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.
Διονύσιος Σολωμός

Γεώργιος Ιακωβίδης
________

Κι ο Μάης με το Έρωτα τον ψυχοκυνηγάρη....


Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε
με την Πρωτομαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα [......]


γιορτή παράξενη μεγάλη
το χρόνο μια φορά,
στο έμπα του Μάη του μήνα,
στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.

Κωστής Παλαμάς, Το πανηγύρι της Κακάβας, Ο Δωδεκάλογος του γύφτου

***


Κι ο Μάης με το Έρωτα τον ψυχοκυνηγάρη
είναι ηλιογέννητο ζευγάρι…


Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη ζωή
***

… Κι ο Μάης λάγνος βασιλιάς με το Φεγγάρι πλέκει
παθητικές κι αχόρταγες αγάπες μεθυσμένες.....

Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του βασιλιά Β

***

Το Μάη έχ’ η άνοιξη, τα χελιδόνια ο Μάρτης,
ο Απρίλης τα τριαντάφυλλα, κι ο Μάης τα κεράσια.


Κωστής Παλαμάς, Τραγούδια της καρδιάς και της ζωής


Γιάννης Μπεχράκης, «Οι ψαράδες της Λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου»
____________


Ο Μάης του ψαρά

Όλα της άνοιξης τα κάλλη,
όλα τα στέλνω στο καλό
μπροστά σε φρέσκο, παχουλό,
μισολογγίτικο πετάλι!

Ας μαζώνουνται στους κήπους λυγερές και παλικάρια
για να μάσουν τα λουλούδια τώρα στην πρωτομαγιά.
Ω λιβάδι’ ανθοσπαρμένα,
δεν ανθίζετε για μένα!
Άνθη, δέντρα και χορτάρια,
σμαραγδένια μου στεριά,
δε σ’ αλλάζω μ’ ένα μόνο, μ’ ένα ψάρι που εγεννήθη
στης μανούλας μου της λίμνης τα ζαφειρωμένα στήθη.

Μια πρωτομαγιά επέρσι μπήκα σ’ ένα περιβόλι
για να κόψω δυο λουλούδια της αγάπης μου κι εγώ,
μα σε τόσο κόσμο επάνω
έξαφνα ο φτωχός τα χάνω,
μ’ εστραβοκοιτάζαν όλοι,
κι είδα κι έπαθα να βγω.
Βλέπεις, χέρι αργασμένο σε σταλίκια και καμάκια
δεν ταιριάζει να χαζεύει στου Μαγιού τα λουλουδάκια.

Και θαρρούσες πως δε θέλαν ούτ’ αυτά να τα σκλαβώσω,
πως κοιτάζαν να γλιτώσουν απ’ τα χέρια του ψαρά,
πως ερεύαν ένα ένα
μες στα χέρια μου δεμένα.
Ε! δε μ’ έμελε και τόσο!
Αποκείθε μια χαρά
έτρεξα μες στα δικά μου τα θαλασσινά λιβάδια
και της έστειλα μπουκέτο απ’ ολόφρεσκα στειράδια·

Η πρωτομαγιά η δική μου εκεί πέρα είν’ ωστόσο!
Εκεί έχει το γιβάρι περιβόλι ανθηρό,
και για γάστρες τα πριάρια
και τα φύκια για χορτάρια,
και την άρμη έχει για δρόσο,
και το κύμα για νερό.
Και καλαμωτές, γαΐτες και πελάδες και γιβάρια
καλοκαίρι και χειμώνα λουλουδίζουν από ψάρια.

Νά! της λίμνης τ’ αγεράκι όλο του το μόσχο χύνει
και ο ουρανός τού Μάη όλα τ’ άστρα του φορεί·
το μονόξυλο που μ’ έχει
μ’ όλη τη γοργάδα τρέχει,
κι η πριά μου αναδίνει
όση αναλαμπή μπορεί·
και το άξιο καμάκι δίχως πλιότερη φροντίδα
με τον πρώτο χτύπο βγάζει μια μαγιάτικη μαρίδα. 

Στάσου, νά το Βασιλάδι, πριαράκι φτερωτό μου!
Θα το στρώσω μες στα φύκια και θα φάγω και θα πιω,
κι ύστερα σ’ ένα λιθάρι
γλυκός ύπνος θα με πάρει
και θα γίνω στ’ όνειρό μου
βασιλιάς της λίμνης πιο,
και τον κόσμο των ψαριών μου θα προστάξω να χιμήσει
όλους τους ανθούς του Μάη να μαράνει, να ρουφήσει!

Κωστής Παλαμάς, Τραγούδια της Λίμνης, Σεπτέμβριος 1882


John William Waterhouse, A Song Of Springtime (1913)
__________


Μάιος

Ο Απρίλης ξανθός, αρχοντιά φημισμένη,
ζαχαρένια θωριά, ο Απρίλης πεθαίνει·
και ο Μάης απάνου του γέρνει,
χαροκόπος λεβέντης, μα δίχως μυαλά,
και του φρόνιμου Απρίλη τα μάτια σφαλά,
και τα πλούτη του παίρνει.

Ο Απρίλης σωρούς θησαυρούς και καλούδια,
τι πουλιά, τι νερά, τι δροσιές, τι λουλούδια
στα παλάτια τα πράσιν’ αφήνει!
Κι απ’ την ίδια στιγμή και απ’ την πρώτη βραδιά
να ο Μάης· αλύπητα δίχως καρδιά
τα ξοδεύει, τα χύνει.

Με τ’ αηδόνια καλεί τη χαρά και τη χάρη·
όπου νιότη, παιδί, λυγερή, παλικάρι,
όπου φτώχεια, όπου πλούτος γελάει,
του γλυκού μηνυτή καταφτάν’ η λαλιά·
η ζωή με ολάνοιχτη τρέχει αγκαλιά
στο τραπέζι του Μάη.

Της αυγούλας το φως πολυέλαιον έχουν,
τραγουδούν κι αγαπούν και θερίζουν και τρέχουν.
Στ’ αποφάγια, σαν πρόβαλ’ η μέρα,
φεύγ’ η νιότη χορτάτη και φεύγ’ η ζωή,
στις αγάπες η χάρ’, η χαρά στη βοή,
το παιδί στη μητέρα!

«—Το στεφάνι που βλέπεις, αυτό το στεφάνι
απ’ τα πλούτη του Μάη εγώ το ’χω κάνει,
μητερούλα με λούλουδα χίλια.
Ταπεινά κι ακριβά, είναι μία χαρά.
Πώς ταιριάζουνε, κοίτα, ζαμπάκια χλωρά
με φτωχά χαμομήλια.

Όλα τ’ άνθη, μητέρα, δεν είν’ αδερφάκια;
Σε γαστρούλες και κήπους, αγρούς και ρυάκια,
μια δροσιά, και μικρά και μεγάλα;
Να πονώ τα φτωχά δε μου είπες εσύ;
Όλα τα ’θελα· τ’ άλλ’ απ’ αγάπη χρυσή,
από έλεος τ’ άλλα.

Ποιό παιδί σαν εμέ τέτοια έχει μανούλα;
Τίνος άλλου ανθοί έχουν τέτοια δροσούλα;
Τέτοια χάρη και μύρο και χρώμα;
Στου σπιτιού μας την πόρτα θ’ ανθεί κρεμαστό
ώς την άλλη χρονιά που θ’ αλλάξω κι αυτό
με καλύτερ’ ακόμα».

«—Ω παιδί μ’, ο Θεός ένα άλλο στεφάνι
στη μεγάλη μικρή σου καρδιά έχει βάνει
από άλλου Μαγιού ωραιότητα.
Μοσχομύριστο πάντα κι ολόλευκ’ ανθεί,
μα σαν γείρει ξερό δε μπορεί ν’ αλλαχθεί.
Και το λεν αθωότητα».

Κωστής Παλαμάς, Μήνες, Τραγούδια της πατρίδος μου, Μάιος 1882


Odilon Redon, Spring (1883)
________

..χωρίς την ομορφάδα σου, λειψή του Μάη η εικόνα...

Να ’ξερες… κάθε δειλινό, την ώρα που θα σβήσει
ο ήλιος μες στη θάλασσα, στο βράχο ανεβαίνω
και κάμπο, θάλασσα, ουρανό, βουνά, χωριά, τη φύση
του Μάη τη γιορτιάτικη κοιτάζω, και προσμένω.
Αλλά του κάμπου οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα. 

...όλες αυτές οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα 
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα
για να μου δώσουνε σωστή του Μάη την εικόνα· 
τώρα δε φτάνουν από με να διώξουν το χειμώνα. 

Κωστής Παλαμάς, Επιστολή, Τραγούδια της καρδιάς και της ζωής


John William Waterhouse, Gather Ye Rosebuds While Ye May (1909)
_________


Kαι πάλι...


Και πάλι, να, ο Μάιος για να 'λθει ξεκινά
Και διασκελίζει θάλασσες και κάμπους και βουνά.
Κρατεί ανθούς στα χέρια του και γύρω τους σκορπά
Κι όπου περάσει και διαβεί παντού μοσχομυρίζει.
Αχ, Μάη αν σ' αγάπησα κι αν σ' αγαπώ ακόμα
Ρίξε δροσάτα λούλουδα και στόλισε το χώμα
Που θα διαβεί η αγάπη μου - Δεν θέλω όπου πατήσει
Άλλο από ρόδα και μυρτιές το πόδι της ν' αγγίξει.

Ιωάννης Πολέμης, Και πάλι


"Flora" Roman fresco Pompeii - 1st Century A.D.
___________

–Μάη, η αγάπη τι γλυκά που πιάνει!

Τρέχει, και στον ήλιο λάμπει, το ποτάμι.
–Μάη, η αγάπη τι γλυκά που πιάνει!
Πλάγι στο ποτάμι νέα βοσκοπούλα
Πλέκει με λουλούδια δροσερό στεφάνι

Και μοσχομυρίζουν τα λουλούδια όλα…
–Μάη, η αγάπη τι γλυκά που πιάνει!
Κι η καρδιά της λέει και αναστενάζει·
Αχ, ποιανού να δώσω τ’ όμορφο στεφάνι;

Νέος καβαλάρης βγαίνει στο ποτάμι
και την χαιρετάει με φαιδρό καμάρι.
Τον κοιτάζει εκείνη… Φεύγει τ’ άλογό του,
κι η καρδιά της φεύγει με τον καβαλάρη.

Κλαίει, και στο ποτάμι ρίχνει η βοσκοπούλα
τα λουλούδια όλα, κι όλο το στεφάνι .
Και ψηλά τ’ αηδόνια τραγουδούν και λένε·
–Μάη, η αγάπη τι γλυκά που πιάνει!

Ερρίκος Άινε, Τραγούδια, μετάφραση Άγγελος Βλάχος, 1887

Pierre Auguste Renoir, Spring (The Four Seasons)
_________

Πρωτομαγιά


Έλα στο κεφάλι το ξανθό
Να σου βάλω τ' όμορφο στεφάνι
Που για σε όλη νύχτα το' χω κάνει,
Να στολίσω μ' άνθια τον ανθό.

Ιδέ το! τι ωραία που θα πάει
Του ξανθόχλωμού σου κεφαλιού!
Από τα υστερνά είναι του Απριλιού
Κι απ' τα πρώτα λούλουδα του Μάη.

Κι έτσι με τα ρόδα στα μαλλιά
Κι έτσι στα ολόλευκα ντυμένη,
Να θαρρώ πως σφίγγω αναστημένη
Την Πρωτομαγιά στην αγκαλιά!


Κωνσταντίνος Χατζόπουλος [Πέτρος Βασιλικός], Πρωτομαγιά


Edvard Munch, Spring (1889)
________

...σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει...

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

Κ. Π. Καβάφης, Καλός και κακός καιρός, Αποκηρυγμένα 1886 –1898



Σπουδή για τον Μάιο, Γιάννης Τσαρούχης, 1967
__________

Τον Μάη που μας έρχεται

Ο φόβος του θανάτου χάνει πάθος,
χάνει δύναμη, κάτω απ’ τους νέους
αστερισμούς που πάλι φάνηκαν.

Τον Μάη που μας έρχεται
σας περιμένω.


Γιώργος Ιωάννου, Τον Μάη που μας έρχεται 
(από την πρώτη ποιητική του συλλογή «Ηλιοτρόπια», 1954.)

The Spring by Odilon Redon
________

Ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απ’ το καλοκαίρι..


Στεγνό κορμί πυρακτωμένο πέταλο. Κι ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απ’ το καλοκαίρι. Ένα κορμί στο φως κινείται ζωντανό κι ευκίνητο σου σκίζει, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις. Προτείνει ένα πουκάμισο ανοιχτό και μαύρο. Προτείνει κι άλλα. Παράλογα όνειρα και πυρετούς και δίψα.
Τάκης Σινόπουλος, Νυχτολόγιο, 1978

***

.....Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω!
Οδυσσέας Ελύτης, Κόκκινο, Παραλλαγὲς πάνω σε μιαν αχτίδα, 
Ήλιος ο Πρώτος
***


Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο. Καθώς δραπέτες
φωτοστέφανων του Angelico μια θέση αγίου διεκδικούν μέσα στο ποίημα.

Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον


Δημήτριος Γερανιώτης, Κόρη με Παπαρούνες ( 1948)
__________


..τι θα πει Μάιος..

Βροχή στα βόρειά μου του Μαϊου.

...... Παπαρούνες
ντυμένες το παραδοσιακό τους
δηλητήριο χορεύουν τοπικό κατακόκκινο.

Συγκινημένο το άγαλμα της απορίας μου:
τι θα πει Μάιος σιγά σιγά
με την πάροδο των λέξεων;
Κική Δημουλά, B' προβολής


Victor Zaretsky, May The 1st (1970)
_________


 «Εθνική» Πρωτομαγιά

Χορεύουνε Πρωτομαγιά Σκορπιός και Σπετσοπούλα
κι έχουν μπροστάρη του χορού τον «εθνικό» Μπαμπούλα.
Οι τράπεζες, οι φάμπρικες, τάνκερ, διυλιστήρια
και ναυπηγεία χορεύουνε στα λαϊκά Ανθεστήρια.

Χορεύει και τ’ Αφεντικού το γυάλινο σαράγι
που μ’ έναν πήδο η γυάλινη συνείδησή του εράγη…
Χάρος και Μάης χορεύουνε στα ξερονήσια κάτου
και δίπλα ο Έχτος κελαηδεί με τα σιδερικά του.

Κώστας Βάρναλης, Μάης 1969, Οργή λαού



The Soul of the Rose by John William Waterhouse
_________

Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία.....

« Σήμερον όμως, επειδή ήτο ελληνική εορτή, η εορτή της Aνθούς, η πομπή συνωδεύετο και από την μεγάλην κόρην της κυρίας της, την περικαλλή Mατήν.....H Mατή εβάδιζε δεξιόθεν παρά το πλευρόν της γραίας, υψηλή, ευσταλής, καλλίζωνος.Ήτο ήδη δεκαεπταέτις, κ’ εφαίνετο να είναι είκοσιν ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, ομοία με την Πρωτομαγιάν, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος- έρος»


Δημήτριος Γερανιώτης, Κοπέλα σε Αγρό, 1905
________

«… Yπερέβησαν ήδη την στενήν πάροδον και εξήλθον εις τους χλοερούς διανθείς κάμπους. Mεθυστικόν άρωμα ανήρχετο από των απειραρίθμων ανθών, οι φράκται των αμπέλων έθαλλον με αγραμπελιά, και μ' αιγοκλήματα και με ακανθώδεις θάμνους, τινές των αγρών εφαίνοντο αιμάσσοντες εις τας πρώτας ακτίνας του ηλίου από χιλίας μυριάδας παπαρούνας.


Eναμίλλως ήνθουν το χαμαίμηλον και η καυκαλήθρα και η μολοχάνθη, τα αστεράκια και τα κιτρινούλια επρόβαλλον δειλώς τας ασθενείς κεφαλάς των εν μέσω της υπερκόμπου αφθονίας των κατερύθρων μηκώνων σημειούντων την υπεραιμίαν του έαρος. Aνώνυμά τινα ανθύλλια, χόρτα σταχυοειδή, σπαράγγια ακανθωτά και βεργιά και άλλα ανεμειγνύοντο εν μέσω του απείρου πλούτου της Xλωρίδος.


May Flowers by Victor Borisov-Musatov (1894) 
________


Η Φωτεινή ενέβαλε το κλειδίον εις το κρεμαστόν κλείθρον και ήνοιξε την θύραν του
περιβόλου. Τα παιδία εισώρμησαν σκιρτώντα εις τον ελαιώνα.Ήτο καλόν κτήμα περιποιημένον πολύ.  O Σταθάκης, ο Mανώλης και τα άλλα παιδία, έτρεξαν αμέσως εις το μέρος του κτήματος, το διευθετημένον εις κήπον, και ήρχισαν να δρέπωσι ρόδα και κρίνους. Eίχαν κόψει αγραμπελιά καθ' οδόν, και ήρχισαν να πλέκωσι στεφάνους και να τους φορώσιν εις την κεφαλήν, μετά τόσου ενθουσιασμού, μεθ' όσου μικρόν πρότερον ανεζήτουν τον Mάην και το λυσοχόρταρον· μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως.

Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία, ήτο η άνοιξις εν πληθώρα ζωής, ετοίμη να παραδώση το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος.

Kαι μετά τρεις μήνας ετελείτο ο γάμος του περιπαθώς ερώντος Kωστή μετά της περικαλλούς κ’ ευαισθήτου Mατούλας. Kαι η αγαστή και θεσπεσία παρθενική καλλονή, το κορύφωμα του έαρος, επέπρωτο να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον θέρος - έρος.»



Ψηφιδωτό από το Αρχαιολογικό Μουσείο Αργους
_________


Όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά, γυρίζει πίσω από τα μισόστρατα.....


Στο διήγημα Πρωτομαγιά, ο Γεώργιος Βιζυηνός μας παρουσιάζει έθιμα και δοξασίες της Πρωτομαγιάς από τη Θράκη. Το απόγευμα της παραμονής τα παιδιά ξεχύνονται στους αγρούς και, αφού μαζέψουν λουλούδια, πλέκουν ένα μεγάλο στεφάνι με το σημείο του σταυρού στη μέση. Το μεγαλύτερο παιδί της παρέας το κρατά ψηλά και τα άλλα χορεύουν γύρω του και τραγουδούν:

"Εμβήκ’ ο Μας, εμβήκ’ ο Μας ο μήνας, με τ’ άνθη, με τα λούλουδα, με τα τριανταφυλλάκια".

Το βασικό, ωστόσο, θέμα του διηγήματος είναι η ακλόνητη λαϊκή πεποίθηση πως "όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά, γυρίζει πίσω από τα μισόστρατα". Διακόπτει το ταξίδι άρον άρον, γιατί πέφτει θύμα των μαγισσών και των δαιμόνων που κυκλοφορούν αυτή την ημέρα, όπως η Λαέγισσα, η Τρελοξανθή κ.ά. Γι’ αυτό, αποβραδίς της Πρωτομαγιάς όλα τα σπίτια κλείνουν πόρτες και παράθυρα -θωρακισμένα μόνο με το στεφάνι και το σταυρό του- και αν τύχει να βρίσκεται κανείς στο δρόμο δεν διασταυρώνει το βλέμμα , ούτε μιλά σε άλλο περαστικό, ακόμη και στη γυναίκα του ή τον αδελφό του, από το φόβο μην έχει εκείνο το βράδυ το διάβολο μέσα του και του πάρει τη λαλιά ή του κάνει μεγαλύτερο κακό.

Οι μάγισσες, κατά τη λαϊκή δοξασία, σηκώνονται τη νύχτα της Πρωτομαγιάς από το συζυγικό κρεβάτι, καβαλικεύουν το σφουγγιόξυλο (το ξύλο που χρησιμοποιούν για να σφουγγίζουν το φούρνο πριν βάλουν τα ψωμιά) και τρέχουν μέσα στα σπαρτά για να μαζέψουν μαγιάτικη δροσιά. Απ’ όπου περάσει η σφούγγια, τα στάχυα γίνονται στάχτη. Όπου, όμως, στραγγίσει η δροσιά που μάζεψε, "αλωνίζουνε γέννημα και λυχνούν χρυσάφι".

Ο Μανόλης Μαρκάκης, ο οποίος ασχολείται κυρίως με τη φιλοσοφία, αναφέρει ότι ο Γ. Βιζυηνός, στο έξοχο διήγημα του Πρωτομαγιά, επιδιώκει να φέρει σημεία του κλασικού πολιτισμού σε συνάφεια με το ιστορικό παρόν του. Γίνεται αναφορά σε στίχους του Πινδάρου ή του Αριστοφάνη μέσα σε ένα παγανιστικό ζωντανό περίγραμμα. 

"… Η εκκλησία καθηγίασε το ανανεωθέν έθιμον, ευλογήσασα τον στέφανον του ενιαυτού και επιτρέψασα τοις πιστοίς να προσφέρωσι τας απαρχάς της Φύσεως τω Φυτουργώ της Κτήσεως. Και τέλος οι Καλόγηροι του Βορρά λαμβάνουσι το μεγαλύτερον μέρος των κλαδιών, όσα φέρει ερχόμενος επί τεθρίππου άρματος ο Μάιος εκ των δασών και στρωννύουσι δια φύλλων και ανθέων το έδαφος της εκκλησίας κατά την πρώτην του Μαΐου, όπως ποιούμεν ημείς κατά το Πάσχα και την Πεντηκοστήν έτι και σήμερον" 

Η δημοτική παράδοση είναι στα διηγήματα του Γ. Βιζυηνού ο διαμορφωτικός συντελεστής της συνείδησης των Νεοελλήνων.Στο διήγημα Πρωτομαγιά γράφει ο Γ. Βιζυηνός: 

"Εκεί ανεμνήσθην ότι ευρίσκομαι εις την χωράν των Αναστενάριων και των μαγισσών, δηλαδή την πατρίδα των Βακχίδων και των Μαινάδων, αι οποίαι άλλοτε, εν τη παράφορα των οργίων των, εσπάραξαν το σώμα του δυστυχούς Ορφέως και έρριψαν την νεκράν αυτού κεφαλήν μετά της θραυσθείσης λύρας εις τα κύματα του Έβρου"




Lawrence Alma-Tadema, Spring, (1894) 
 It depicts the festival of Cerealia in a Roman street. (J. Paul Getty Museum)
___________


Ωραίος μήνας ο Μάιος, αλλά εμείς δεν έχουμε ούτε μια γλάστρα….

Ακόμα κι εμείς που ζούμε στις πόλεις ξέρουμε ότι ο Μάιος είναι ο μήνας των λουλουδιών, και γενικά του πράσινου.

Ο Απρίλης έχει τ’ όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια, λέει μια πα­ροιμία που μας την έμαθαν στο σχολείο. Άλλωστε, κάθε χρόνο την Πρωτομαγιά η μητέρα μου πηγαίνει κάπου στη γειτονιά, δεν ξέρω πού ακριβώς, και αγοράζει ένα μικρό στεφάνι με λουλούδια, που το βάζει πάνω από την πόρτα μας. «Και του χρόνου» μας λέει. Από το ύφος της καταλαβαίνω ότι δίνει ένα σωρό λεφτά για να πάρει το στεφάνι. Είναι όμως ωραίο, δε λέω. Κι ακόμα είναι ένα έθιμο, κι εμένα μ’ αρέσουν τα έθιμα. Φτάνει, βέβαια, να μην κοστίζουν πολύ.

Επίσης, οι καθηγητές μας, κάθε χρόνο, και οι δάσκαλοί μας παλιότερα, μας έβαζαν αυτό τον καιρό έκθεση με θέμα τέτοιο, που σου επιτρέπει να εξυμνείς τις ομορφιές, τις χαρές, τα λουλούδια, τα πουλιά και τις πρασινάδες της Άνοιξης. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου μιλούσαν στις εκθέσεις τους αυτές για τα πουλιά, τα χελιδόνια, τα δέντρα και τους κάμπους με τις παπαρούνες, που είναι, λέει, πολύχρωμα χαλιά κι ας μην τα ήξεραν παρά από μακριά μόνο.

Ένας συμμαθητής μου μάλιστα που γράφει ποιήματα, κι εδώ που τα λέμε όλοι μας σχεδόν γράφουμε ποιήματα, κι απ’ ό,τι καταλαβαίνω απ' τον πατέρα μου τα ίδια έκαμναν κι αυτοί στην ηλικία μας, ο συμμαθητής μου λοιπόν αυτός μου διάβασε προχθές, ανάμεσα στ’ άλλα, κι ένα ποίημα που σκάρωσε για την Άνοιξη, και ιδίως για τον Απρίλη και τον Μάη, που είναι κατάφορτοι μυρωμένα άνθη, απάνω στα οποία πετούν πεταλούδες, μέλισσες, και άλλα έντομα που ζουζουνίζουν γλυκά. Κι ακόμα, λέει, ότι αυτή η εποχή τον μεθάει με τα αρώματά της. Δεν κρατήθηκα πια, με πιάσανε τέτοια νεύρα, που δεν κρατήθηκα.


Robert Doisneau -Enfants
_________


— Δεν μου λες, του λέω, πότε θα πάψεις να γράφεις ανοησίες;

— Ανοησίες, εγώ; είπε αυτός. Γιατί ανοησίες;

— Θα σου εξηγήσω. Αλλά πρώτα πες μου, πού κατοικείς;

— Τέρμα Ιπποκράτους, μου λέει.

— Και έχετε λιβάδια με λουλούδια και πουλιά εκεί γύρω;

— Όχι, ίσα ίσα, έχουμε πολλά καυσαέρια,
μου λέει. Και πάρα πολύ θόρυβο.

— Τότε πού τα είδες αυτά τα πράγματα;

— Όταν πάμε εκδρομή. Και κυρίως τα έχω διαβάσει.

— Και σου αρέσουν πολύ.

— Ναι, μου αρέσει η φύση, τα λουλούδια, ο καθαρός αέρας πάρα πο­λύ. Και γι’ αυτό τα γράφω.

— Σύμφωνοι. Μα, εσύ δεν γράφεις σαν ένας άνθρωπος στερημένος, που όλα αυτά τα λαχταρά και τα λατρεύει. Αλλά γράφεις σαν να τα έχεις και μάλιστα σε αφθονία.

— Και τι να γράφω;

— Αφού εννοείς να γράφεις, να γράφεις αυτό που σου συμβαίνει, κα­κομοίρη μου. Να γράφεις για τη λαχτάρα σου γι’ αυτά τα πράγματα. Να τα εξυμνείς, αφού θέλεις, αλλά σαν στερημένος.

— Και γιατί; αποκλείεται να γράψω καλά ποιήματα έτσι;

— Αποκλείεται, γιατί γράφεις πράγματα ψεύτικα, που δεν σε αγγί­ζουν, που δεν περνούν από μέσα σου.


— Κι αν ζούσα στην εξοχή;

— Αν ζούσες στην εξοχή, θα είχες άλλους δρόμους να διαλέξεις. Θα μας έγραφες για την εξοχή, για την ομορφιά της, αλλά και για τη μο­ναξιά της. Και θα μας έγραφες, πιθανώς, και για τη λαχτάρα σου για την πολύβουη ζωή.

— Δηλαδή, τι πρέπει να κάνουμε;

— Πρέπει να είμαστε αληθινοί, κύριε. Όχι και να αντιγράφουμε, βέ­βαια, τη ζωή μας, αλλά πρέπει να τα περνούμε όλα μέσα απ’ τον εαυτό μας. Αποκεί να τα βλέπουμε. Και να τα βλέπουμε τίμια.

— Ώστε ο Μάιος;

— Ωραίος μήνας πράγματι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι εμείς δεν έ­χουμε ούτε μια γλάστρα. Ούτε μπορούμε να ’χουμε. Την καίει το καυσαέριο.
Φαντάσου εμείς που τ’ αναπνέουμε τι παθαίνουμε!

— Αυτό να μου πεις. Και αυτό να γράφεις. Κατάλαβες;


Γιώργος Ιωάννου, Ανοιξιάτικες εμπνεύσεις, Εφήβων και μη, εκδόσεις Κέδρος


Απόστολος Γεραλής , Μαγιάτικο στεφάνι
__________

Ό,τι κι αν κάνουμε τα λουλούδια πάντα ανθίζουν. 

Στη στήλη που το ’χει έθιμο να βάζει κάθε Πρωτομαγιά ένα Στεφάνι του Σπύρου Βασιλείου στέλνω ένα ακόμη που μοιάζει κατάλληλο, λόγω εποχής και καταστάσεων, γιατί έχει κάτι το θλιμμένο. 

Κι όμως και αυτό αποπνέει αισιοδοξία, η πόρτα κάποιον περιμένει, το φουγάρο καπνίζει. Πάνω από την καταστροφική επέμβαση του ανθρώπου είναι η ομορφιά της Φύσης που έχει πάντα την τελευταία λέξη. Ό,τι κι αν κάνουμε τα λουλούδια πάντα ανθίζουν. 

Αυτές οι σκέψεις μου ήρθαν κοιτώντας τους Μάηδες του πατέρα και πόσο αισιόδοξος ήταν πάντα. Πάνω από όλα η ομορφιά κι ακόμα και στα δύσκολα μια πόρτα ανοιχτή σε κάτι καινούργιο. 

Κάθε Πρωτομαγιά όσο ζούσαν οι γονείς αλλά και μετά, μαζευόμασταν όλοι και πλέκαμε μαγιάτικα στεφάνια στην Αθήνα ή στην Ερέτρια ή στην Κηφισιά και το ίδιο θα κάνουμε κι αυτό το Σάββατο. Με πολλή αγάπη και πολλές ευχές για μια αισιόδοξη Πρωτομαγιά.

Πρωτομαγιάτικο γράμμα της κόρης του ζωγράφου Σπύρου Βασιλείου, Δροσούλας, στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (2-5-2010)


«Θλιμμένος Μάης», έργο του Σπύρου Βασιλείου, 1967.
___________