Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

«Και μπορώ να πω πως ένιωθα ότι κάνω κι εγώ κάτι ενάντια...», Γιώργος Σκούρτης, Η υποταγή


Ήταν η αρχή του τέλους. 

Ήταν παραμονές του δημοψηφίσματος του 1973. Το σκίτσο δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδο στο «Βήμα», στις 26/7/1973. Δείχνει τον «Λαό» (με φουστανέλα, όπως τότε συνηθιζόταν να παρουσιάζεται) με ένα μεγάλο «ΟΧΙ» στο χέρι να πηγαίνει αντίθετα σε μια βροχή από «ΝΑΙ» - την κυβερνητική προπαγάνδα. 


Το σκίτσο παρουσιάστηκε στην τηλεόραση, στην εκπομπή του θεωρητικού της χούντας Γεώργιου Γεωργαλά, σε μια προσπάθεια αντιστροφής του νοήματός του. Το σχόλιο ήταν περίπου πως ιδού, ακόμα και ο σκιτσογράφος του «Βήματος» προβλέπει μια βροχή από ΝΑΙ και μόνο ένας γεροντάκος πάει να ψηφίσει ΟΧΙ.
Βαγγέλης Παυλίδης

Πράγματι, στις 29 Ιουλίου θα διενεργηθεί δημοψήφισμα μεταβολής πολιτεύματος σε προεδρευομένη δημοκρατία, με χαλκευμένο αποτέλεσμα “ΝΑΙ” 78,4% και “ΟΧΙ” 21,6%.
Στις 19 Αυγούστου ο δικτάτορας ορκίζεται «πρόεδρος» της Δημοκρατίας για 8 χρόνια και στις 8 Οχτωβρίου ορκίζεται κυβέρνηση πολιτικού προσωπείου υπό τον Σπ. Μαρκεζίνη. Την ορκωμοσία θα τελέσει ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

Ήταν η αρχή του τέλους. 


«..βγάλαμε τον πρώτο, βάλαμε τον δεύτερο και τον τρίτο και τον εκατοστό....»

ΜΑΝΟΛΗΣ: Αμέσως μετά το φοβερό εκείνο γεγονός που μας συνέβη ξαφνικά, εν ώρα ύπνου, ήρθε στην υπηρεσία μας μια διαταγή που έλεγε πως σε κάθε γραφείο, έπρεπε να μπει η φωτογραφία του δικτάτορα. Ήταν απ’ τα χειρότερα που θα μπορούσαν να συμβούν... Βέβαια, θα μου πείτε υπάλληλοι είμαστε, υπάλληλοι του κράτους..., όποια φωτογραφία και να κρεμάσουμε στον τοίχο, δεν αλλάζει τίποτα, ούτε και τίποτα αποδεικνύει... Πρώτα είχαμε άλλονε στον τοίχο, μετά ήρθε κάποιος άλλος, βγάλαμε τον πρώτο, βάλαμε τον δεύτερο και τον τρίτο και τον εκατοστό. Γελώντας τους κατεβάζαμε, βλαστημώντας τους ανεβάζαμε, έτσι, μεταξύ τυρού και αχλαδίου.




Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, υφυπουργός Εθνικής Άμυνας της κυβέρνησης Κέντρου που σχηματίσθηκε μετά τις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964. 
(Στον τοίχο η φωτογραφία του Βασιλιά Κωνσταντίνου Β’)



Ο Γρηγόριος Σπαντιδάκης ως υπουργός Εθνικής Άμυνας στην πρώτη χουντική «κυβέρνηση». Στον τοίχο οι φωτογραφίες του Βασιλιά Κωνσταντίνου Β’ και της Βασίλισσας Άννας Μαρίας.
________________


Ο δικτάτορας στο συρτάρι....


Όμως τώρα επρόκειτο για στυγνή δικτατορία και για απαίσιο δικτάτορα... Κι η δημοκρατική μου συνείδηση επαναστάτησε. Εγώ, ένας συνεπής δημοκράτης δεν θα μπορούσα ποτέ να προσκυνήσω τον δικτάτορα... Και φυσικά, αρνήθηκα!... Βέβαια, αρνήθηκα να την κρεμάσω, όχι να την παραλάβω!... Άλλο να υπογράφεις τυπικά ότι παρέλαβες μια φωτογραφία τόσο επί τόσο, κι άλλο να την κρεμάσεις στον τοίχο, πάνω απ’ το κεφάλι σου... Η παραλαβή έχει να κάνει με περιουσία του κράτους, που όλοι μας πρέπει να προστατεύουμε, ενώ η αποδοχή της φωτογραφίας ήτανε το ίδιο σαν ν’ αποδεχόμουν τον δικτάτορα. Κι ένιωθα περήφανος που το γραφείο μου ήτανε το μόνο που δεν είχε στον τοίχο του τη βρομερή φάτσα του καταπιεστή του λαού. Ήμουνα ο μόνος που δεν τον προσκυνούσα... Αυτό, βέβαια, δε θα πει πως οι άλλοι, με το να βάλουνε τη φωτογραφία του, έσκυβαν την κεφαλή. Ποτέ μου δεν το ισχυρίστηκα... Όμως η συνείδησίς μου μού 'λεγε συνέχεια: «Πρόσεχε, Μανόλη... Πρόσεχε. Από κάτι τέτοια, απλά πράγματα, αρχίζει η εκπόρθηση της ψυχής και της συνείδησης». Και πρόσεχα... 

Παρέλαβα, λοιπόν, τη φωτογραφία και την έβαλα μες στο συρτάρι του γραφείου μου. Κι έτσι, μπορούσα άνετα να σκύβω στη δουλειά μου, χωρίς να σκύβω στον δικτάτορα... Κι ένιωθα περήφανος γι’ αυτό κι η φωνή μέσα μου μού έλεγε: «Μπράβο, Μανόλη... Είσαι θαρραλέος, είσαι πατριώτης, είσαι δημοκράτης».

... Θυμάμαι, πολλές φορές όταν νεύριαζα με κάτι ή με κάποιον τιποτένιο προϊστάμενο, απ’ αυτούς που έσκυψαν αυτοστιγμεί τον αυχένα, θυμάμαι που έβαζα την παλάμη μου μέσα στο συρτάρι και μούντζωνα απανωτά τον δικτάτορα... Και ηρεμούσα!... Άλλοτε πάλι, τον έβγαζα έξω, μπροστά μου κι άρχιζα να τον στολίζω μ’ όλων των ειδών τις βρισιές και τις βλαστήμιες... Και ηρεμούσα και πάλι... 



«σε κατάσταση πολιορκίας....»

Όμως αυτά συνέβαιναν μονάχα όταν ήμουν μόνος μου. Γιατί θα πρέπει να σας υπενθυμίσω το κλίμα της τρομοκρατίας που επικρατούσε τότε, την φοβερή καχυποψία που μάς είχε καταλάβει όλους. Το φοβερό κάρφωμα που γινόταν από τους κάθε λογής σπιούνους και βολεψάκηδες... Και μπορούσα, βέβαια, να κάνω ό,τι θέλω με τη φωτογραφία, αλλά μόνον όταν ήμουν τελείως σίγουρος και ήσυχος πως δεν θα με δει κανείς, δεν θα μ’ ακούσουνε ούτε και οι τοίχοι... 

Θα μου πείτε... και τι έκανα όταν ερχότανε κανένας;... Προϊστάμενος ήμουνα, διαρκώς η πόρτα μου χτυπούσε, όλο και κάποιος ερχόταν, κατώτερος υπάλληλος ή ανώτερός μου ή ακόμα και ένας απλός πολίτης, για παράπονα ή για πληροφορίες... Τι έκανα, λοιπόν, τότε;... Απλούστατα, μόλις χτυπούσε η πόρτα, άνοιγα αμέσως το συρτάρι με το, πάντα έτοιμο γι’ αυτό, χέρι μου, έπαιρνα τη φωτογραφία και γρήγορα την ακουμπούσα πάνω στο γραφείο μου... Μετά, έλεγα «εμπρός», έμπαινε αυτός ο κάποιος, κάναμε τ’ είχαμε να κάνουμε, έβλεπε τη φωτογραφία εις περίοπτον θέσιν, συμφώνως τη διαταγή, δεν έλεγε τίποτα - φανερά τουλάχιστον - κι έφευγε... Κι εγώ αμέσως την άρπαζα, την έχωνα γρήγορα στο συρτάρι και το ’κλεινα με μανία και αγωνιστική ευχαρίστηση... Και σ’ όποιον τύχαινε να με ρωτήσει γιατί την έχω πάνω στο γραφείο κι όχι ψηλά στον τοίχο, έλεγα π.χ. πως ο τοίχος δεν σηκώνει πρόκα, ή πως είναι καλύτερα στο γραφείο, φαίνεται καλύτερα... Την πρώτη απάντηση - αν καί επιφυλακτική, λόγω του φόβου που επικρατούσε — την έδινα σ’ αυτούς που καταλάβαινα πως δεν ήσαν ύποπτοι, στους συνεπείς δημοκράτες... Την δεύτερη, σ' αυτούς που ψιλιαζόμουν ότι μπορούσαν να με καρφώσουν που δεν κρέμασα τη φωτογραφία...

Και μπορώ να πω πως ένιωθα ότι κάνω κι εγώ κάτι ενάντια... Πως αντιστέκομαι. Κι η συνείδησίς μου μού το ’λεγε καθαρά: «Κρατήσου» μου ’λεγε «μη σκύψεις το κεφάλι».



Γελοιογραφία του Βαγγέλη Παυλίδη για την χούντα
__________

Βέβαια, υπήρχανε κι οι δυσκολίες, δεν μπορώ να πω... Δεν ήσαν όλα εύκολα... Π.χ. το να βγάζω και να βάζω στο συρτάρι τη φωτογραφία τριάντα φορές την ημέρα και μάλιστα σε μηδέν χρόνο και με τον τρόμο στα δάχτυλα, δεν ήταν παίξε γέλασε... Δεν ήταν εύκολο... Όχι πως μπαίνανε στο γραφείο μου τριάντα άνθρωποι, αλλά οι μισοί οπωσδήποτε. Μερικές φορές, έβγαζα τη φωτογραφία από φόβο μήπως έρθει κάνας μπάσταρδος, χωρίς να χτυπήσει την πόρτα... κι έτσι, αν κάποια βήματα ή ομιλίες στο διάδρομο μού φαινόντουσαν απειλητικές, τσουπ, το χέρι μου στο συρτάρι, φωτογραφία και πάνω στο γραφείο... σε μηδέν χρόνο και με τον τρόμο στα δάχτυλα...

Όλ’ αυτά δεν ήσαν εύκολα... Όλη αυτή η αγωνία και η σκέψη μήπως και με βρουν χωρίς τη φωτογραφία, μ’ έκανε να ζω σε κατάσταση πολιορκίας, μ’ έκανε νευρικό, μ’ έκανε να ενεργώ γρήγορα, αστραπιαία, ταραγμένα... με αποτέλεσμα... να γδάρω το πάνω μέρος του χεριού μου, από τις πρώτες κι όλας επισκέψεις... «Η γάτα» έλεγα σ’ αυτούς που με ρωτούσανε. «Έχω μια γάτα που της αρέσει να παίζει μαζί μου, όπως με τον ποντικό»... Μπορεί αυτούς να τους έπειθα, αλλά το χέρι μου πονούσε, πονούσε πολύ, μια και το γδάρσιμο έγινε χτύπημα, το χτύπημα έγινε πληγή και η πληγή δεν έκλεινε ποτέ, μια και κάθε μέρα χτυπούσα το χέρι μου πολλές φορές και συνεχώς το μάτωνα... Οι συνάδελφοί μου απορούσαν με το γεγονός, έλεγαν δεν είναι δυνατόν ν’ αφήνω έτσι το χέρι μου, πρέπει να πάω σε γιατρό, ίσως να ’χω αιμοφιλία ή κάτι, τέλος πάντων, σοβαρό... Δεν ξέρανε αυτοί... Κι εγώ τους άφηνα με την απορία, αλλά και με τον θαυμασμό, πώς μπορούσα και τ’ άντεχα. Όσο για τον εαυτό μου, ένιωθα δυνατός και περήφανος. Έλεγα μέσα μου «Μανόλη... τόσοι και τόσοι σαπίζουνε στα μπουντρούμια, εσύ θα κάνεις ζήτημα;... Θα λιποψυχήσεις με μια τόση δα πληγή;»...

Και παρ’ όλους τους εφιάλτες που μου γέμιζαν τον ύπνο, παρ’ όλο το φόβο και τον τρόμο... κάθε μέρα σχεδόν έβλεπα πως βάζω το χέρι μου στο συρτάρι να πιάσω τη φωτογραφία και ή δεν εύρισκα τη φωτογραφία κι έμενα με την παλάμη μου κοκαλωμένη από αγκύλωση ή, ξαφνικά, λέει, το συρτάρι έκλεινε και μου ’πιανε το χέρι, ενώ συγχρόνως ακουγότανε ένα γέλιο χοντρό και κοροϊδευτικό, μαζί με φωνές βασανιστηρίων... παρ’ όλους, λοιπόν, τους εφιάλτες, τις μέρες και τις νύχτες, η συνείδησίς μου φώναζε μέσα μου: «Μπράβο!... Μπράβο!... Ακόμη λίγο και θα τον ρίξεις τον δικτάτορα. Η δημοκρατία θα νικήσει μόνο με τον αγώνα. Κρατήσου». Και κρατιόμουν... κι άντεχα... και περηφανευόμουν... Ώσπου, βέβαια, έπαθα γάγγραινα... Ευτυχώς ελαφράς μορφής, μόλις που την πρόλαβα, πήγα στο γιατρό «παρά λίγο να σαπίσεις» μου είπε, έδεσα το χέρι μου, ηρέμησα απ’ τους πόνους, αλλά πια συρτάρι τέρμα. Ήταν άδύνατον πια να το χρησιμοποιήσω... Άλλωστε.... άλλωστε ήταν γεγονός πια: είχα κουραστεί μ’ όλη αυτή την κωμωδία. Είχα αγανακτήσει με τον εαυτό μου!... Έλεγα μέσα μου «Μανόλη, ντροπή σου!... Δεν είναι δυνατόν!... Ή είσαι δημοκράτης ή δεν είσαι!... Κι αν μεν δεν είσαι, έχει καλώς, αν όμως είσαι, δεν μπορώ να καταλάβω τι σόι παιχνίδι παίζεις και γιατί... Σημασία έχει τι πιστεύεις μέσα σου κι όχι το συρτάρι. Δεν είναι το συρτάρι η ψυχή σου, Μανόλη!... Σταμάτα πια τα παιχνίδια. Ανάλαβε τις ευθύνες σου!...»


«Είσθε... όχι μόνον η χειρ και η φωνή του κράτους, αλλά και το όμμα και το ους αυτού» 
Δεκέμβριος 1967. Γ. Παπαδόπουλος προς Νομάρχας.
 (γελοιογραφία Βαγγέλη Παυλίδη)
_____________

Ο δικτάτορας μπρούμυτα στο γραφείο....

Και τις ανέλαβα... Είπα: «Εκεί που θα έχω τη φωτογραφία μέσα στο συρτάρι και θα με πνίγει η αγωνία μπας και με πιάσουνε να τήνε κρύβω, ή μπας και δεν προλάβω να τη βάλω στο γραφείο... στο εξής, θα την έχω συνέχεια πάνω στο γραφείο...»

Και μη βιαστείτε να χαμογελάσετε. Μη βιαστείτε να κρίνετε... Την έβαλα πάνω στο γραφείο, αλλά μπρούμυτα!... Γιατί, βέβαια, δεν μπορούσε ποτέ ένας δημοκράτης σαν κι εμένα να ’χει μπροστά του την απαίσια φωτογραφία, τη φάτσα ενός δικτάτορα... Η συνείδησίς μου, θα επαναστατούσε στη στιγμή!...

Την έβαλα, λοιπόν, μπρούμυτα κι έτσι ήμουνα και πάλι περήφανος πως ήμουνα ο μόνος μέσα σ' όλη την υπηρεσία που αντιστεκόταν... Ο μόνος που είχε βάλει κάτω τον δικτάτορα. Ο μόνος που του 'δινε σφαλιάρες. Γιατί, το 'κανα κι αυτό! Στιγμές-στιγμές, τον σφαλιάριζα.... έτσι... χτύπαγα για να χτυπήσω!... Και συνέχιζα την εργασία μου ήρεμος δημοκράτης... αγωνιστής!...

Όχι πως δεν ήταν δύσκολα!... Υπήρχανε κι οι δυσκολίες... Π.χ. η φωτογραφία που μας είχανε δώσει, ήτανε, όπως σας είπα, φωτογραφία τοίχου, πράγμα που σημαίνει πως είχε μοναχά ένα πιαστράκι στο πάνω μέρος για να μπαίνει στην πρόκα του τοίχου, και δεν είχε τίποτα στην πλάτη, για στήριγμα πάνω στο γραφείο... Ε, και λοιπόν;... Θα ρωτήσετε ίσως... Και λοιπόν, σας απαντάω εγώ δεν ήταν καθόλου εύκολο, ήτανε τρομερά δύσκολο να πιάνω τη φωτογραφία ξαφνικά και να καταφέρνω να τη στηρίξω πάνω σε κάποιο άλλο αντικείμενο όρθια... Κι αυτό να το κάνω σε μηδέν χρόνο, όπως σας ξανάπα, γιατί, ξαφνικά, χτυπούσε η πόρτα και τσουπ, έμπαινε κάποιος. Κι αν βέβαια, ήτανε κατώτερος του ’λεγα να βγει και να ξαναμπεί σε λίγο. Αν όμως ήτανε ανώτερος έπρεπε να σηκωθώ και να του δείξω σεβασμό και πριν σηκωθώ, έπρεπε ήδη να είχα τοποθετήσει τη φωτογραφία σε περίοπτη θέση πάνω στο γραφείο μου... Αλλά εγώ είμαι νευρικός... καλά όταν το ειδικό ανθοδοχείο ήτανε στην ειδικά κατάλληλη θέση. Ακουμπούσα τη φωτογραφία γρήγορα-γρήγορα και τέλειωνε... αλλ’ εγώ είμαι νευρικός, αλλάζω διαρκώς θέση στα αντικείμενα που βρίσκονται πάνω στο γραφείο μου και μέσα στη ζαλάδα μου, μέσα στην τρέλα μου, μέσα στο φόβο και στον τρόμο, αφαιρενόμουν, ξεχνούσα κι άλλαζα θέση στο ανθοδοχείο. Το 'βαζα δεξιά μου, αντί να το βάλω αριστερά ή το ’βαζα μακριά μου, αντί να το ’χω στο άπλωμα της παλάμης μου... Και στην κρίσιμη στιγμή έπρεπε κάπου αλλού να στηρίξω τη φωτογραφία, γιατί αν δεν την στήριζα καλά θα ’πεφτε και θα ’πεφτε μπρούμυτα ή ανάσκελα. Και φανταστείτε με να υποδέχομαι στο γραφείο μου κάποιον ανώτερο ή κάποιον σπιούνο και να ’χω τον δικτάτορα τέζα, πάνω στο γραφείο μου.... και φανταστείτε τα αυτά, ξέροντας πως εγώ ιδρώνω, ιδρώνω πολύ, γίνομαι μούσκεμα κι οι παλάμες μου γίνονται υγρές, μουλιάζουν, τ’ αντικείμενα γλιστράνε, πέφτουνε κι είναι αδύνατον να τα συγκρατήσω... 



«.. ώσπου έχασα το κουράγιο μου, λιποψύχησα....»

Παρ’ όλ’ αυτά, κράταγα καλά. Και τα μεσημέρια που γύριζα σπίτι μου, έλεγα περήφανος στον εαυτό μου: «Μπράβο, Μανόλη!... Πέρασε κι αυτή η μέρα... Κουράγιο, Μανόλη, κουράγιο!...» ...Και μπορώ να πω ότι ποτέ δε μου 'λειψε το κουράγιο...

Ίσως... ίσως μονάχα μια στιγμή... ναι... ομολογώ πως αυτή την καταραμένη στιγμή το ’χασα το κουράγιο μου, λιποψύχησα, αποκαλύφτηκα... έτρεμαν τα πόδια μου, και τα δόντια μου χτυπούσαν... μιλάω για κείνη τη φορά, μες στο μεσημέρι στο γραφείο που ήμουν απορροφημένος σε κάτι μπερδεμένα χαρτιά και σκούπιζα συνεχώς τα χέρια μου για να στεγνώσουν, αλλ’ αυτά, λέει, έτρεχαν νερό, είχανε μαλακώσει τόσο πολύ, είχανε χαλαρώσει κι όταν, λέει, ξαφνικά χτύπησε η πόρτα, πετάχτηκα, πάω να πιάσω την απαίσια φωτογραφία, πάω να τη σηκώσω, αλλ’ αυτή γλιστράει, την ξαναπιάνω, ξαναγλιστράει, τη χουφτώνω με τα χέρια μου κι αυτή γλιστράει... γλιστράει, κι ο ιδρώτας να τρέχει ποτάμι κι η ψυχή μου να φτερουγίζει. Και μέσα στο γραφείο, λέει, είχανε μπει ο Κος Γενικός, ο παλιός μου δάσκαλος, ο παπάς της ενορίας, ο πατέρας μου, ο αρχηγός των βασανιστηρίων, κι αυτός... αυτός... ο δικτάτορας... κι ερχόντουσαν όλοι καταπάνω μου γελώντας αθόρυβα κι ο πατέρας μου δάγκωνε τα δάχτυλά του, ο δάσκαλος έκανε νόημα πως θα με τιμωρήσει, ο παπάς μ’ αφόριζε, κι αυτός... ο δικτάτορας μ’ έδειχνε στον αρχηγό των βασανιστηρίων και του ’λεγε:

«Πάρ’ τόνε!... Πάρ’ τόνε!... Πάρ’ τόνε!...» Κι εγώ τότε πετάχτηκα πάνω, φώναξα. Ξύπνησα, ήτανε όνειρο, αλλ' εγώ έτρεμα και κρύωνα, εκεί, στο γραφείο, με τις παλάμες μου γεμάτες τρόμο...


Γελοιογραφία του Βαγγέλη Παυλίδη για την χούντα


«Ναι, τον κρέμασα... με τη μούρη του στον τοίχο!»

Και το άλλο πρωί, πήγα όπως κάθε μέρα στο γραφείο μου, αλλά πήγα αποφασισμένος. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν παρά μονάχα μια φωτογραφία! Κι εγώ, ένας δημοκράτης, δε θα ’πρεπε ν’ αφήσω να με κατακλύσει ο φόβος. Έπρεπε ν’ αντισταθώ!... «Ήγκικεν η ώρα» έλεγα στον εαυτό μου. «Ήγκικεν η ώρα!»...

Έτσι, μόλις μπήκα στο γραφείο μου, έτρεξα, άρπαξα αυτή τη βρομερή φωτογραφία, πήρα την καρέκλα, την έβαλα κοντά στον τοίχο, πήρα μετά το σφυρί και την κατάλληλη πρόκα - που τα ’χω έτοιμα από καιρό μες το συρτάρι - ανέβηκα πάνω στην καρέκλα, κάρφωσα με μια σφυριά την πρόκα και μετά κρέμασα τη φωτογραφία.. Ναι, την κρέμασα!... Ναι, τον κρέμασα... με τη μούρη του στον τοίχο!

Και μετά, κατέβηκα ήρεμος και περήφανος, πήγα την καρέκλα στη θέση της κι είπα στον εαυτό μου: «Μπράβο σου. Μπράβο σου... Νικάς! Νικάς!...»


Από τα Επίκαιρα , 1971. (Στον τοίχο η φωτογραφία του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου και το «πουλί» της χούντας)
_________________



Κωνσταντίνος Πλεύρης και Ιωάννης Λαδάς στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως ,1968 (Στον τοίχο η φωτογραφία του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου)
____________


Βέβαια... οι δυσκολίες συνεχίζονταν... Γιατί, στο εξής, κάθε φορά που θα χτυπούσε η πόρτα ή που θα νόμιζα ότι χτυπάει, θα ’πρεπε να πετάγομαι, να τρέχω στην καρέκλα, να την αρπάζω, να την βάζω στην κατάλληλη θέση στον τοίχο, να την στεριώνω, ν’ ανεβαίνω πάνω της σε μηδέν χρόνο, να ξεκρεμάω τη φωτογραφία, να τη γυρίζω απ’ την καλή και να την ξανακρεμάω σ’ αυτή την περίωπτη θέση και μετά να ξανακατεβαίνω, να πηγαίνω την καρέκλα στη θέση της, για να μη δημιουργήσω υποψίες και να λέω «εμπρός, περάστε» ήρεμος και καθόλου λαχανιασμένος, γιατί ήξερα πολύ καλά τι με περίμενε αν δεν κάνω όλα αυτά. Αν ξαφνικά, με πιάνανε με τη φωτογραφία ανάποδα... Δύσκολα, θα μου πείτε... Ναι, δε λέω...

Όμως εγώ άντεχα, άντεχα ακόμη, πάλευα ακόμη, κι ήμουνα περήφανος για τον εαυτό μου και κάθε τόσο του φώναζα, φώναζα στον εαυτό μου, του φώναζα: «Μανόλη!... Μανόλη!... Μανόλη!...»
1976

Γιώργος Σκούρτης, Υποταγή, 11 Μονόπρακτα, εκδόσεις Κέδρος

«Τα σκίτσα έγιναν με την δήθεν "αποστρατικοποίηση" και τον δήθεν "εκδημοκρατισμό" της Χούντας», αναφέρει ο Βαγγέλης Παυλίδης
______________


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

«Ναι, ήταν ένας παράξενος γάμος...», Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ – Όλγα Λεονάρντοβνα Κνίππερ


Τον έκανε να γελάει

Ο Τσέχωφ γνώρισε την Όλγα Κνίππερ το 1898, στις πρόβες του «Γλάρου· έπαιζε – και μάλιστα πολύ καλά – το ρόλο της ηθοποιού Αρκάντινα, μιας ελαφριάς γυναίκας, κοκέτας, ματαιόδοξης, αλλά τρυφερής και μελαγχολικής κάποιες στιγμές. 

Η Όλγα Λεονάρντοβνα είχε ταλέντο και αγαπούσε τη δουλειά της. Ήταν μια κοπέλα έξυπνη και δυναμική. Κυρίως, γεμάτη ζωντάνια και ενεργητικότητα - ο λεπτεπίλεπτος Τσέχωφ έβρισκε σ’ αυτό το πλάσμα μια μαχητικότητα, μια φλόγα, μια αγάπη για τη ζωή που του άρεσαν.


Ήταν εύθυμη, ήξερε να τον διασκεδάζει. Του μιλούσε για τις συναδέλφους της, για τις τουαλέτες της, για «τη σαλάτα που είχε φάει πριν λίγο, με πατάτες, αγγούρι, ρέγκες, κρεμμύδια και μοσχάρι», και όχι μόνο για την τέχνη και το θέατρο. Δεν ενδιαφερόταν αποκλειστικά για τα λογοτεχνικά σχέδιά του, αλλά και για το αν του είχαν βουρτσίσει καλά τα ρούχα, αν έτρωγε με όρεξη και για το αν μεγάλωναν τα μικρά δέντρα και τα λουλούδια στον κήπο της Γιάλτας. 

Τον έκανε να γελάει. Εξάλλου, δεν βρήκε από την αρχή το ύφος που ταίριαζε στη σχέση τους. Στις αρχές ενός έρωτα. η γυναίκα προσπαθεί πάντα, συνειδητά ή ασυνείδητα, να πλάσει έναν εαυτό σύμφωνο με την επιθυμία του άντρα που αγαπάει. Δοκιμάζει διάφορες ψυχικές διαθέσεις, όπως δοκιμάζει καπέλα μπροστά στον καθρέφτη, μέχρι ν’ ακούσει τη φωνή του εραστή να αποφαίνεται: «Αυτό σου πάει πολύ. Κράτησέ το».

Ο Τσέχωφ διαβάζει το «Γλάρο» με τα μέλη του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας.(Η Όλγα στα αριστερά  του Τσέχωφ)
___________________

Γάμος εν κρυπτώ....

Μέχρι την άνοιξη του 1901, όλα παρέμεναν αόριστα και παράξενα ανάμεσά τους. Περνούσαν μαζί λίγο καιρό το καλοκαίρι στη Γιάλτα, αντάμωναν στο γραφείο του συγγραφέα τα βράδια, ενώ η μητέρα και η αδελφή του Τσέχωφ κοιμούνταν. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, έπνιγαν τους θορύβους των φιλιών και των γέλιων τους, φλυαρούσαν κι έπιναν καφέ, που ετοίμαζε τελετουργικά η Όλγα· και σώπαιναν. Εκείνος δεν έλεγε τα λόγια που περίμενε η Όλγα: δεν όριζε την ημερομηνία του γάμου. Δίσταζε. Πώς μπορούσε να την απομακρύνει από το θέατρο; Εκείνη δεν θα ήθελε, κι εκείνος, που πάντα σεβόταν την ελευθερία του άλλου, δεν θα τολμούσε να της ζητήσει τέτοια θυσία.

Αλλά εκείνη τον αγαπούσε και είχε αποφασίσει ότι θα τον έκανε δικό της. Στη Ρωσία, τις περισσότερες φορές, αυτά τα πράγματα τα αποφάσιζε η γυναίκα. Ο άντρας, πιο μαλακός, παθητικός και ονειροπόλος, εμπιστευόταν πρόθυμα τη ζωή του στα χέρια της συντρόφου του.


Πέμπτη, 19 Απριλίου 1901

«Αν μου υποσχεθείς ότι κανείς, μα κανείς, στη Μόσχα δεν θα μάθει για το γάμο μας, παρά αφού θα έχει γίνει, θα σε παντρευτώ την ημέρα κιόλας της άφιξής μου. Μου προκαλούν τρόμο το γαμήλιο τραπέζι και οι ευχές και το ποτήρι με τη σαμπάνια που πρέπει να κρατάς στο χέρι, χαμογελώντας συνέχεια.» 

Πράγματι, ο γάμος περιβλήθηκε με τόσο μυστήριο που ακόμη και οι πιο στενοί συγγενείς του Τσέχωφ δεν έμαθαν τίποτα. Ούτε ο αδελφός του, ο Ιβάν Πάβλοβιτς, ο οποίος πήγε να τον δει τη μέρα του γάμου, δεν κατάλαβε τίποτα. Ο συγγραφέας και η ηθοποιός παντρεύτηκαν την Παρασκευή 25 Μαΐου 1901, σε μια μικρή εκκλησία της Μόσχας, παρουσία μόνο των τεσσάρων μαρτύρων που απαιτούσε ο νόμος.

Ο Τσέχωφ και η γυναίκα του πέρασαν την άνοιξη πλάι στον Βόλγα, σ' ένα σανατόριο, και μετά έφυγαν για τη Γιάλτα. Αλλά δεν θα έμεναν για πολύ μαζί: ήταν φθινόπωρο και άρχιζε η νέα θεατρική σεζόν. Η Όλγα Κνίππερ άφησε τον άντρα της στην Κριμαία και επέστρέψε στη Μόσχα.



«Σ’ έχω συνηθίσει λες κι είμαι μικρό παιδί...» 

Κι έτσι, άρχισε για το ερωτευμένο ζευγάρι μια παράξενη ζωή. Αλλεπάλληλοι χωρισμοί, νοσταλγία, παρεξηγήσεις, μάταιες ελπίδες. Και για τον Τσέχωφ, η μοναξιά και πάλι.
Στις αρχές του γάμου τους, είχε γράψει στην Όλγα Λεονάρντοβνα: 

«Ο βήχας μού παίρνει όλη μου την ενέργεια... Σκέψου εσύ για το μέλλον. Πάρε την κατάσταση στα χέρια σου. Εγώ θα κάνω ό,τι μου λες».


Είχε αγαπήσει τη φλόγα της, τη ζωντάνια της, ίσως και μια κάποια αρσενική ψυχρότητα που κρυβόταν πίσω από την πολύ θηλυκή, πολύ γοητευτική συμπεριφορά της. Η Όλγα έκλαιγε συχνά· είχε «τα νεύρα της». Έλεγε πως μόνο εκείνος μπορούσε να την παρηγορεί, να την καθησυχάζει, πως τον είχε ανάγκη, στην πραγματικότητα, όμως, ο Τσέχωφ έβλεπε ότι δεν τον χρειαζόταν. Και τι ζωή μπορούσε να της προσφέρει; Τη ζωή μιας νοσοκόμας στη θλιβερή, σκονισμένη Γιάλτα, τη στιγμή που εκείνη μπορούσε να δουλεύει, να ταξιδεύει, να διασκεδάζει, να μαθαίνει καινούργια πράγματα - να ζει, με δυο λόγια. 

Ο Τσέχωφ με την Όλγα και την αδελφή του Μάσα στην Γιάλτα, 1902
________________


Οποιοσδήποτε άλλος τρόπος ζωής θα της ήταν θυσία, και ο Τσέχωφ δεν ήθελε να της ζητήσει θυσίες. Για μια Λατίνα η κατάσταση θα ήταν πιο απλή, εκείνη όμως ήταν Βόρεια: της φαινόταν πολύ σκληρή η απόλυτη αφοσίωση στον άντρα. Αλλά και για τον Τσέχωφ ένα τέτοιο δώρο θα ήταν παράλογο και πρωτόγονο. Η γυναίκα του ήταν ένα ανθρώπινο πλάσμα, όπως κι αυτός. Έπρεπε να ζήσει μια γεμάτη ζωή· όσο για τον ίδιο, «φαίνεται πως αυτό είναι το ριζικό μου», έλεγε. Σπάνια παραπονιόταν, και πάντοτε με εξαιρετική διακριτικότητα και λεπτότητα: 
24 Αυγούστου 1901

«Πλήττω πολύ χωρίς εσένα. Σ’ έχω συνηθίσει λες κι είμαι μικρό παιδί...» 


27 Αυγούστου 1901

«Σ’ αγαπώ, πλήττω μακριά σου, χαρά μου, μικρή Γερμανίδα μου, κοριτσάκι μου. Ήδη το δεύτερο γράμμα σου είναι πιο σύντομο, φοβάμαι μήπως απομακρυνθείς από μένα ή μήπως συνηθίσεις να μην μ’ έχεις κοντά σου.» 


5 Νοεμβρίου 1901

«Λαχταράω με πάθος να δω τη γυναίκα μου. Μου λείπει πολύ, και αυτή και η Μόσχα, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Σε σκέφτομαι, σε θυμάμαι σχεδόν κάθε ώρα. Σ’ αγαπώ, γλυκιά μου...» 

Η Όλγα στο ρόλο της Έλενα Αντρέεβνα, Θείος Βάνιας 
Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, 1899
___________


«Χωρίς δουλειά, θα πεθάνω από πλήξη..»

Κι εκείνη
 υπέφερε. Τον αγαπούσε με τρυφερό πάθος κι ένιωθε τύψεις. Πόσο καλά, πόσο ήρεμα ζούσαν μαζί, τους καλοκαιρινούς μήνες ή στις σύντομες συναντήσεις τους στην Κριμαία ή στη Μόσχα. Τον φρόντιζε πολύ, την απασχολούσε το ντύσιμό του, η διατροφή του. Όταν έλειπε εκείνη, τα δείπνα του δεν ήταν καλά· οι υπηρέτες δεν άναβαν τις σόμπες, παραμελούσαν τα καθήκοντά τους. Είχε, βέβαια, τη μητέρα του και μια γριά υπηρέτρια να τον προσέχουν, αλλά η μία ήταν εβδομήντα ετών και η άλλη ογδόντα. Έβαζαν τα δυνατά τους για να τον περιποιούνται, όμως το αποτέλεσμα ήταν μέτριο. 

Ναι, ο Τσέχωφ χρειαζόταν τη γυναίκα του, και η Όλγα συλλογιζόταν με λύπη τον άρρωστο και μόνο συγγραφέα, συλλογιζόταν το «αγαπημένο, γλυκό του πρόσωπο», τα «μάτια του, γεμάτα αγάπη και τρυφερότητα». Και τότε του έγραφε: 

«Θα ήθελα να είμαι κοντά σου. Κακίζω τον εαυτό μου που δεν μπορώ να εγκαταλείψω τη σκηνή. Ούτε κι εγώ δεν καταλαβαίνω τι γίνεται μέσα μου. κι αυτό με θυμώνει... Πονάω όταν σκέφτομαι ότι είσαι μόνος σου εκεί πέρα, ότι είσαι λυπημένος, ότι πλήττεις, ενώ εγώ ασχολούμαι εδώ με πράγματα εφήμερα, αντί να δώσω όλο τον εαυτό μου στην αγάπη μου».

Η Όλγα στο ρόλο της Έλενα Αντρέεβνα, Θείος Βάνιας 
Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, 1899
_________

Του τα έγραφε αυτά, αλλά όταν ο Τσέχωφ έκανε πως συμφωνούσε («Θέλεις ν' αφήσεις το θέατρο; Το λες αλήθεια;») εκείνη έσπευδε να αναφωνήσει: 

«Χωρίς δουλειά, θα πεθάνω από πλήξη. Θα σέρνομαι από τη μια γωνιά στην άλλη, όλο νεύρα. Έχω ξεσυνηθίσει να μην κάνω τίποτα, και δεν είμαι πια αρκετά νέα ώστε να γκρεμίσω μέσα σε μια στιγμή όσα έχτισα με πολύ κόπο».

Τα λόγια αυτά έβγαιναν μέσα από την καρδιά της. Ήταν δύσκολο για μια δραστήρια και ταλαντούχα γυναίκα ν’ απαρνηθεί τις θεμιτές φιλοδοξίες της. Ο Τσέχωφ το κατάλαβε, και όχι μόνο δεν εξέφρασε ξανά κανένα παράπονο, αλλά έκανε και κάτι περισσότερο: με μια μεγαλειώδη ευγένεια ψυχής προσπάθησε να την παρηγορήσει, να την καθησυχάσει, να της δείξει ότι δεν ήταν ένοχη: 

«Για όσα δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί, δεν φταίμε ούτε εσύ ούτε εγώ, αλλά ο δαίμονας που έβαλε μέσα μου βάκιλους και μέσα σου την αγάπη για την τέχνη».

Η Όλγα Κνίππερ στις "Τρεις αδελφές", 1901
_________

«Ζω σαν καλόγερος και μόνο εσένα ονειρεύομαι...»

Και μ’ αυτόν τον τρόπο συνεχιζόταν η ζωή τους. Η Όλγα Κνίππερ βρισκόταν στη Μόσχα ή στην Αγία Πετρούπολη. Θεατρικές επιτυχίες, σκληρή αλλά γόνιμη δουλειά, φιλίες με διάσημους άντρες και αστραφτερές γυναίκες: αυτό ήταν το τυχερό ριζικό της νέας ηθοποιού.

Τον ίδιο καιρό, ο Τσέχωφ περιέγραφε κι αυτός τον δικό του τρόπο ζωής: είχε αιμοπτύσεις για κάποιες μέρες, αλλά τώρα πήγαινε καλύτερα. Η γυναίκα του δεν έπρεπε ν' ανησυχεί καθόλου. Έβαζε μια κομπρέσα που ήταν τεράστια και πολύ άβολη. Στη Γιάλτα δεν υπήρχε κρέμα. Οι γιατροί τού συνιστούσαν να τρώει πολύ· προσπαθούσε, αλλά τις περισσότερες φορές δεν είχε καθόλου όρεξη. Είχε πιάσει δύο ποντίκια: ποιος θα τολμούσε να πει πως έμενε άπρακτος; Έβρεχε, έκανε κρύο. 

Δεν μπορούσε η γυναίκα του να πάει κοντά του για δυο τρεις μέρες; Όχι περισσότερο. Όχι; Ήταν αδύνατον; Τόσο το χειρότερο! Μήπως θα ερχόταν τα Χριστούγεννα; Όχι; Θα έκανε πρόβες ένα καινούργιο έργο; Δεν θα είχε ούτε μια μέρα ελεύθερη; Λυπόταν πάρα πολύ που τον στεναχωρούσε. Την περίμενε; Καημένε Αντόν! Αλλά όχι: «Δεν σε περιμένω για τις γιορτές, δεν πρέπει να έρθεις, αγαπούλα μου», της έγραψε. «Δούλεψε, θα έχουμε πάντα καιρό να ζήσουμε μαζί. Την ευχή μου να ’χεις, κοριτσάκι μου.» Θα τα κατάφερνε ίσως να πάει να τον δει την πρώτη βδομάδα της Σαρακοστής;


Α! Αδηφάγο θέατρο! Ναι, η 'Ολγα προσπαθούσε να μείνει μακριά από τη σκηνή για τέσσερις πέντε μέρες, πήγαινε να τον βρει, οργάνωνε μια απομίμηση σπιτικού. Καθόταν δίπλα του, στη μεγάλη πολυθρόνα, ή γονατιστή στα πόδια του. Του μιλούσε για το θέατρο, του τραγουδούσε τ’ αγαπημένα του τραγούδια, και μετά ξανάφευγε. Ο Τσέχωφ έμενε μόνος. Έβγαινε να καθίσει στο παγκάκι του, στον ήλιο, ανάμεσα στα αγαπημένα του ζώα. στους σκύλους, στους κύκνους που έκρωζαν με βραχνή, παράξενη φωνή. Σηκωνόταν να κλαδέψει τις τριανταφυλλιές, αλλά πολύ γρήγορα λαχάνιαζε και κουραζόταν και τότε, σερνόταν πάλι μέχρι το παγκάκι του.

Έγραφε: «Ο Θεός μαζί σου. Να είσαι πάντα γερή και χαρούμενη, κορίτσι μου. Γράφε πιο πολύ στον κακό άντρα σου. Όταν είσαι λυπημένη, δείχνεις άχρωμη, γερασμένη, ενώ όταν είσαι χαρωπή, όπως συνήθως, είσαι ένας άγγελος». (15 Δεκεμβρίου 1901)

Εκείνη είχε πάλι πιει και είχε χορέψει μέχρι τις οκτώ το πρωί. «Αν ήξερες πόσο σε ζηλεύω! Ζηλεύω το κουράγιο σου, τη δροσιά σου, την υγεία σου, το χιούμορ σου...» «Ζω σαν καλόγερος και μόνο εσένα ονειρεύομαι...»

Ναι, ήταν ένας παράξενος γάμος, σίγουρα, όμως, υπήρχε έρωτας εξίσου φλογερός και από τις δύο πλευρές. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει συνήθως, στη δική τους περίπτωση αυτός που θυσίαζε την ευτυχία του για την ευτυχία της συντρόφου του ήταν ο άντρας· και η γυναίκα δεχόταν τη θυσία. Ωστόσο, αυτή η αντιστροφή των ρόλων παραβίαζε τόσο κατάφορα τα πρότυπα, ώστε γέμιζε ενοχές την Όλγα Κνίππερ και δεν την άφηνε να είναι απόλυτα ευτυχισμένη.

O Τσέχωφ με τη μητέρα του Ευγενία, την αδελφή του Μάσα και την Όλγα στη Γιάλτα
____________

«Υπόφερε και σώπαινε...»

Σπάνια μιλούσαν για όσα τους χώριζαν. Τι νόημα είχε; Όσο γερνούσε, ο συγγραφέας γινόταν όλο και πιο συνεσταλμένος και συγκρατημένος. Δεν ήθελε ούτε να παραπονιέται, ούτε να εξηγεί τι θα επιθυμούσε. Τα λόγια ήταν όλα ψεύτικα. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον άλλον. Και προπαντός, μακριά από όρκους, ηθικολογίες και μεγάλες κουβέντες. Δεν ωφελούν σε τίποτα. Καθένας πεθαίνει μόνος, όπως μόνος έχει ζήσει. Κι αυτή τη μοναξιά δεν μπορούν να την ανακουφίσουν ούτε ο έρωτας ούτε η φιλία. Καλύτερη η σιωπή, λοιπόν. Καλύτερα να υποφέρεις και να σκύβεις το κεφάλι χωρίς να λες τίποτα. «Υπόφερε και σώπαινε... Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι, ό,τι κι αν σκέφτεσαι εσύ, μη μιλάς, μη μιλάς...

Λαχταρούσε μ' όλη του την ψυχή τη γαλήνη, την αποστασιοποίηση, μα δυσκολευόταν να τα βρει. Ήταν πολλά αυτά που θεωρούσε σπουδαία για τον ίδιον: η επιτυχία των έργων του και των βιβλίων του, η γυναίκα του, η υγεία του. Και σιγά σιγά, θα τα έχανε όλα.
Ήταν ξαπλωμένος στο γραφείο του. Είχε πυρετό Αναστέναζε: «Δεν είναι πολύ ευχάριστο να ζεις για να πεθάνεις, αλλά να ζεις ξέροντας πως θα πεθάνεις νωρίς είναι ηλίθιο...». 

Η ζωή δεν έχει κανένα νόημα. Κι αν έχει, είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να το βρει· η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να το συλλάβει. Ο άνθρωπος μπορεί να εξουσιάζει μόνο τον εαυτό του και την ψυχή του. Με πολλή καρτερία, ευγένεια, αξιοπρέπεια και στωικότητα μπορεί κανείς να ξαναπλάσει την καρδιά του. Γι’ αυτό, τουλάχιστον, ο Τσέχωφ έδειχνε να είναι σίγουρος. 


Γιάλτα 1903 - δωμάτιο εργασίας
_____________

Πόσο σιχαινόταν τη Γιάλτα! Η Κριμαία ήταν ωραία, αλλά αυτή η πόλη, «κοσμοπολίτικη και μικροαστική μαζί», έμοιαζε με εμποροπανήγυρη. «Ξενοδοχεία σαν κουτιά, όπου μαραίνονται κακόμοιροι φυματικοί, αναιδείς μούρες Τατάρων... κολόνιες, αντί για την ευωδία των κέδρων και της θάλασσας.» Ποτέ δεν του είχε αρέσει η Γιάλτα· τώρα, όμως, του ήταν ανυπόφορη. Πόσο θα ήθελε να φύγει από κει! 

Οι τρεις αδελφές δεν παύουν να επαναλαμβάνουν: «Στη Μόσχα! Στη Μόσχα!». Αντανακλούν την επιθυμία του ίδιου του Τσέχωφ. Του έλειπε η Μόσχα, οι δυνατές καμπάνες της, ο παγωμένος αέρας της, τα έλκηθρά της... Στη Μόσχα βρισκόταν η ζωή, το θέατρο, ο έρωτας! Ενώ εκεί, στη Γιάλτα, έκανε άσκοπους περιπάτους πλάι στη θάλασσα. 

Ήταν ένας αδύνατος άντρας με ελαφρύ περπάτημα και τρυφερό, σχεδόν θηλυκό, βλέμμα. Το ρυτιδωμένο πρόσωπο γινόταν όλο και πιο σκοτεινό. Τα μαλλιά είχαν μακρύνει, το γενάκι ήταν απεριποίητο. Οι κοπελιές τον κοίταζαν με λατρεία. 


Το σπίτι της Γιάλτας χτίστηκε το 1898. Ο Τσέχοφ εγκαταστάθηκε εκεί μετά τον θάνατο του πατέρα του. «Ήταν, ίσως το πιο αυθεντικό σπίτι στη Γιάλτα. Ένα λευκό, αγνό, ζεστό και ασύμμετρα όμορφο..» Έτσι το περιέγραψε ο Ρώσος συγγραφέας Aleksandr Kurpin.
___________

Όταν ο Τσέχωφ έφυγε από τη ζωή, το σπίτι φρόντιζε η αδερφή του Μάσα, που κατάφερε να μην πειραχτεί τίποτα από μέσα. Το σπίτι αναστηλώθηκε το 2010 και σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.
__________

Στη Γιάλτα είχε χτίσει ένα λευκό σπιτάκι σε μια λεωφόρο στρωμένη ακόμη με χώμα. Ζούσε εκεί με τη μητέρα του. Τα δωμάτια ήταν πάντα σιωπηλά και κρύα. Όταν έπεφτε το βράδυ, επάνω στο γραφείο του έκαιγαν δυο κεριά. Μερικές φορές, περνούσε μέρες ολόκληρες ακίνητος σε μια πολυθρόνα, με τα μάτια κλειστά. Η γριά μητέρα του δίσταζε, αναστέναζε (ήξερε ότι του Αντόν Πάβλοβιτς δεν του άρεσε να του μιλάνε για την υγεία του), ώσπου δεν κρατιόταν άλλο. Τον πλησίαζε και τον ρωτούσε δειλά δειλά: «Πονάς, Αντόσα;».

«Ποιος, εγώ; Όχι»
, της απαντούσε. «Δεν είναι τίποτα. Έχω λίγο πονοκέφαλο.»

Όποτε αισθανόταν καλύτερα, έβγαινε στον κήπο και από εκεί κοίταζε το νεκροταφείο των Τατάρων, που βρισκόταν αρκετά κοντά, λουσμένο στον ήλιο. Να θυμόταν άραγε την αστόχαστη ευχή του:

«... Την ευτυχία που συνεχίζεται από μέρα σε μέρα, από το ένα πρωί στο άλλο πρωί, δεν θα την άντεχα. Υπόσχομαι να γίνω ένας πολύ καλός σύζυγος, βρείτε μου όμως μια γυναίκα που, παρόμοια με το φεγγάρι, δεν θα εμφανίζεται κάθε μέρα στον ορίζοντά μου». (Γράμμα στον Σουβόριν, 1895)



Ο Τσέχωφ στο σπίτι της Γιάλτας
__________

«...από πολύ ψηλά, από κει που πετάνε τα πουλιά.» 

Ο Τσέχωφ έγραφε το Βυσσινόκηπο, φυσικά, για να παιχτεί από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Εκείνη τη σεζόν (1903- 1904), οι γιατροί επέτρεψαν επιτέλους στον Τσέχωφ να φύγει από τη Γιάλτα. Ήταν ευτυχισμένος. Θα ξανάβρισκε το χιόνι και τον πάγο που αγαπούσε. Χαιρόταν σαν παιδί που περιεργάζεται το λούτρινο ζωάκι του και τον γούνινο σκούφο του.

«Ήταν σαν η μοίρα να είχε αποφασίσει να του φερθεί με καλοσύνη και να του δώσει, επιτέλους, έστω και για λίγο, όλα όσα αγαπούσε...», γράφει η Όλγα Κνίππερ. «Τη Μόσχα, το χειμώνα, το θέατρο!»

Η παράσταση του Βυσσινόκηπου ήταν ένας θρίαμβος. Στην τελευταία πράξη του Βυσσινόκηπου, το κοινό είδε να ανεβαίνει στη σκηνή ένας αδύναμος χλομός άντρας: ο Αντόν Τσέχωφ. Ακουγε τις επευφημίες που έφταναν ως αυτόν «πολύ προσεκτικά, πολύ σοβαρά». Ο κόσμος θαύμαζε τον συγγραφέα, σεβόταν τον άνθρωπο. Στο πρόσωπό του δεν δόξαζαν μόνο τον «Ρώσο Μωπασσάν», αλλά και μια ανθρώπινη ύπαρξη που είχε ζήσει με πολύ κουράγιο και αξιοπρέπεια. 

Στα χειροκροτήματα ποο τον αποθέωναν εκείνο το βράδυ υπήρχε και μια δόση σνομπισμού και δημαγωγίας· ο Τσέχωφ, που δεν γελιόταν ποτέ, το αισθανόταν και ίσως γι' αυτό το βλέμμα του ήταν τόσο διεισδυτικό, τόσο σοβαρό. «Έδινε την εντύπωση ότι παρακολουθούσε τον ενθουσιασμό τους από πολύ ψηλά, από κει που πετάνε τα πουλιά.» Αλλά μέσα σ’ εκείνη την αχλή της δόξας υπήρχε και το αγνό άρωμα του σεβασμού και της αγάπης, κι αυτό τον έκανε ευτυχισμένο. Με δυσκολία στεκόταν στα πόδια του. Από κάτω, του φώναζαν: «Καθίστε, Αντόν Πάβλοβιτς, ξεκουραστείτε!».

Εκείνος δεν ήθελε· χρειάστηκε να τον καθίσουν με το ζόρι σχεδόν σε μια πολυθρόνα που την έσυραν πάνω στη σκηνή. Τώρα έδειχνε ακόμη πιο χλομός και αδύνατος- όλοι καταλάβαιναν ότι είχαν μπροστά τους έναν καταδικασμένο άνθρωπο. Ήταν 17 Φεβρουάριου 1904. Είχαν περάσει ακριβώς σαράντα τέσσερα χρόνια από τότε που είχε γεννηθεί σ’ ένα φτωχόσπιτο του Ταγκανρόγκ αυτός ο γιος μαγαζάτορα. Ίσως εκείνη τη στιγμή να συλλογιζόταν τα μακρινά παιδικά του χρόνια, ίσως πάλι να συλλογιζόταν το θάνατο που ζύγωνε.


Ο Βυσσινόκηπος στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. 
Η Όλγα Κνίππερ στο ρόλο της Ρανέβσκαγια
Πρεμιέρα στις 17 Ιανουαρίου 1904 και τιμητική εκδήλωση για τον συγγραφέα. 
___________

«Δεν βάζουν πάγο πάνω σε μια άδεια καρδιά...»


Στις αρχές του καλοκαιριού, έφυγε με τη γυναίκα του για το Μπάντενβαϊλερ· ήταν μια γερμανική λουτρόπολη, φωτεινή και καθαρή, στον Μέλανα Δρυμό. Πέρασε λίγες μέρες στο Βερολίνο· οι γερμανοί γιατροί διαπίστωσαν ότι η καρδιά του εμφάνιζε σημάδια κόπωσης. Όσο για τους πνεύμονες, ήταν κατεστραμμένοι, δεν θα ζούσε περισσότερο από έξι ή οκτώ μήνες. Παρ’ όλα αυτά, η Όλγα Λεονάρντοβνα δεν έχανε την ελπίδα της. Ακόμη κι ο ίδιος ο Τσέχωφ είχε μέρες που ένιωθε καλά, που ξανάβρισκε τη χαρούμενη διάθεσή του. Έκανε σχέδια για δουλειές, για ταξίδια. 

Ωστόσο, φεύγοντας από το Βερολίνο έδωσε εντολή να κατατεθούν στο λογαριασμό της γυναίκας του κάποια χρήματα που περίμενε να πάρει. Ο φίλος στον οποίο απευθύνθηκε γι' αυτό το ζήτημα ξαφνιάστηκε και ζήτησε να μάθει το λόγο. Ο Τσέχωφ δίστασε, και μετά: «Έτσι», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους. «Για κάθε ενδεχόμενο.»



Βρήκε ένα ευχάριστο ξενοδοχείο μ’ έναν ωραίο κήπο. Το δωμάτιό του είχε ήλιο μέχρι τις εφτά το βράδυ. Καθόταν έξω, στο μπαλκόνι· κοίταζε την πόλη, τους διαβάτες, τα βουνά πέρα στο βάθος. Πάθαινε σοβαρές κρίσεις δύσπνοιας. Δεν μιλούσε καθόλου, ύστερα μια πονηρή έκφραση περνούσε από το πρόσωπό του, που το έτρωγε ο πυρετός. Και τότε διηγούνταν κωμικές ιστορίες, μ’ αυτό το τρυφερό και ανάλαφρο, το εντελώς «τσεχωφικό» κωμικό ύφος, που έκανε την Όλγα Λεονάρντοβνα να κλαίει από τα γέλια.

Όσο πλησίαζε ο θάνατος, τόσο πιο ήρεμος, υπομονετικός και γλυκός γινόταν, αλλά και πιο απόμακρος· κλεινόταν στον εαυτό του, αναζητούσε στα βάθη της καρδιάς του μια νησίδα μοναξιάς. Ώσπου, μια ζεστή μέρα του Ιουλίου, αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τις τρεις επόμενες μέρες, φοβήθηκαν για τη ζωή του· ύστερα, έδειξε να συνέρχεται. Η καρδιά είχε αντέξει. Το τρίτο βράδυ, είπε στη γυναίκα του ότι ένιωθε πολύ καλύτερα.

«Πήγαινε να κάνεις έναν περίπατο, πήγαινε να τρέξεις λίγο στο πάρκο», της ψιθύρισε με σβησμένη φωνή.



Δεν τον είχε αφήσει λεπτό μέχρι τότε· φοβόταν. Εκείνος επέμεινε. Η Όλγα κατέβηκε τελικά για λίγο στον κήπο και, όταν γύρισε, τον βρήκε ανήσυχο. Της είπε να πάει να δειπνήσει. Δεν ήταν πεινασμένη; Μέχρι την τελευταία στιγμή, νοιαζόταν περισσότερο για κείνην παρά για τον εαυτό του. Αλλά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχαν ακούσει το γκονγκ του δείπνου Η Όλγα Λεονάρντοβνα ξάπλωσε σ’ έναν μικρό καναπέ δίπλα στο κρεβάτι του Αντόν Πάβλοβιτς. Δεν μιλούσε· ήταν θλιμμένη και κουρασμένη, «αν και δεν μου περνούσε καθόλου από το μυαλό ότι το τέλος ήταν τόσο κοντά», είπε αργότερα.

Για να την κάνει να ξεχαστεί, ο Αντόν Πάβλοβιτς άρχισε να σκαρώνει ένα διήγημα, να φαντάζεται «μια πολύ σικ λουτρόπολη, με πολλούς χοντρούς και καλοταϊσμένους λουόμενους που έσκαγαν από υγεία, που τους άρεσε το φαγητό, Άγγλους και Αμερικάνους με κόκκινα μάγουλα· γυρίζουν όλοι στα σπίτια τους, λαχταρώντας ένα πλούσιο δείπνο, αλλά ο μάγειρας έχει φύγει». Πώς θ' αντιδράσουν όλοι αυτοί οι ευτυχισμένοι και κακομαθημένοι άνθρωποι σε τούτη την αναποδιά; 

Μιλούσε, η Όλγα Λεονάρντοβνα τον άκουγε γελώντας. Βράδιαζε. Σιγά σιγά, το ξενοδοχείο, η μικρή πόλη ησύχασαν, ώσπου αποκοιμήθηκαν μέσα στην αγκαλιά του δάσους και των λόφων. Ο άρρωστος σώπασε. Λίγες ώρες αργότερα, φώναξε τη γυναίκα του και της ζήτησε να καλέσει τον γιατρό. «Ήταν η πρώτη φορά που ζητούσε ο ίδιος γιατρό», είπε η Όλγα Λεονάρντοβνα.



Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο κόσμο, όλοι όμως κοιμούνταν και η γυναίκα του Τσέχωφ ένιωθε διπλά μόνη και εγκαταλειμμένη ανάμεσα σ’ εκείνο το αδιάφορο πλήθος. Θυμήθηκε ότι κοντά εκεί έμεναν δύο ρώσοι φοιτητές. Τους ξύπνησε. Ο ένας έτρεξε να βρει γιατρό, όσο η Όλγα έσπαγε πάγο για να τον βάλει πάνω στην καρδιά του ετοιμοθάνατου. Εκείνος έσπρωξε απαλά το χέρι της.

«Δεν βάζουν πάγο πάνω σε μια άδεια καρδιά...»

Ήταν μια ζεστή νύχτα του Ιούλη. Είχαν ανοίξει όλα τα παράθυρα, αλλά και πάλι ο άρρωστος δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Ο γιατρός του έκανε μια ένεση με καμφορούχο έλαιο, αλλά η καρδιά δεν τονώθηκε. Έφτανε το τέλος. Έφεραν σαμπάνια. «Ο Αντόν Πάβλοβιτς», γράφει η Όλγα Κνίππερ, «ανακάθισε και με πολλή σοβαρότητα είπε δυνατά στον γιατρό, στα γερμανικά (μιλούσε πολύ λίγο γερμανικά): Ich sterbe (Πεθαίνω). 

Ύστερα πήρε το ποτήρι, γύρισε το πρόσωπό του προς το μέρος μου, χαμογέλασε με το υπέροχο χαμόγελό του και είπε: 

“Πάει πολύς καιρός που έχω να πιω σαμπάνια”. Αδειασε αργά όλο το ποτήρι, ώς την τελευταία σταγόνα, και πλάγιασε μαλακά στο αριστερό πλευρό».

Την ίδια στιγμή, μπήκε στο δωμάτιο μια πεταλούδα της νύχτας, τεράστια και κατάμαυρη. Πετούσε από τοίχο σε τοίχο, χτυπιόταν πάνω στις αναμμένες λάμπες, έπεφτε με καμένα τα φτερά της, ύστερα ξανάρχιζε το τυφλό και μοιραίο πέταγμά της. Τέλος, ξαναβρήκε το ανοιχτό παράθυρο και χάθηκε. Εν τω μεταξύ, ο Τσέχωφ είχε σταματήσει να μιλάει, ν’ αναπνέει, να ζει.

Irène Némirovsky, Η Ζωή του Τσέχωφ, σελ. 200 - 233 (επιλογή), εκδόσεις Κέλευθος