Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. Καραγάτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. Καραγάτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Καραγάτσης και ο «Κυμβελίνος», έργον παροδικής σαιξπηρικής αφορίας...



Μπαλ-μασκέ στο σπίτι του Μ. Καραγάτση. 
 Ο συγγραφέας με τη Ρηνιώ Παπανικόλα, το 1957. 
 [Πηγή: anemourion.blogspot.gr]
______________


Μ. Καραγάτσης, ο ιοβόλος κριτικός θεάτρου

Ο Μ. Καραγάτσης ανέλαβε τη στήλη της θεατρικής κριτικής στην εφημερίδα «Βραδυνή» το 1946 και την κράτησε μέχρι το θάνατό του, το 1960. Καταξιωμένος μυθιστοριογράφος, οικονομικά ανεξάρτητος, με κερδισμένη ήδη μια ευρεία αποδοχή, που του επιτρέπει άλλοτε τα πλουσιοπάροχα εγκώμια, άλλοτε την ανενδοίαστη αποδοκιμασία, προσέρχεται στον στίβο της κριτικής χωρίς εξαρτήσεις ή ιδιοτέλειες άλλου τύπου, χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας αλλά με εξαιρετικής ποιότητας, ιοβόλο όσο και απολαυστικό, χιούμορ. 

Κρίνοντας μια παράσταση, άλλοτε βάλλει κατά των ηθών των άλλων κριτικών, άλλοτε κατά του κοινού, αλλοτε και κατά των ίδιων των ανθρώπων της σκηνικής τέχνης: 

«Δυστυχώς δεν ανήκω στη συνομοταξία των υπερδιανοούμενων κριτικών μας, που φρονούν ότι μόνα τα έργα του Σαιξπήρου και του κ. Καζαντζάκη πρέπει να βλέπουν τα κηρία του προσκηνίου»

«Οι σημερινοί αναγνώστες της αρχαίας τραγωδίας είναι ελάχιστοι. Και θα ήσαν οι μοναδικοί θεατές της, αν ο σνομπισμός δεν παρέσυρε μερικές εκατοντάδες Φιλισταίων ως το θέατρο του Ηρώδου του Αττικού»

«Συγγραφείς και θεατρώναι πλειοδοτούν μανιωδώς στην δημοπρασία της ηλιθιότητας. Και ετέθησαν επί κεφαλής της μεγάλης πορείας του κοινού προς την αποβλάκωσι»

Το 1957 ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, ο  «Κυμβελίνος» του Σαίξπηρ, έργο γραμμένο γύρω στα 1609-1610, δείγμα της τελευταίας συγγραφικής περιόδου και τεχνοτροπίας του, εκείνης που συνεχίζεται με το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι» για να κορυφωθεί τελικά στην «Τρικυμία». «Τραγική κωμωδία», «ρομαντικό δράμα», «παραμυθόδραμα» ή «δακρύβρεκτον μελό», το έργο προβλημάτισε σαιξπηρολόγους - σαιξπηρολάτρες και σαιξπηρομάχους - θεατρικούς κριτικούς και τον Καραγάτση, που ξεσπάθωσε, διαχωρίζοντας εαυτόν από την «χορείαν των λοιπών εν κριτική συναδέλφων του». 

«Ανερυθριάστως» - όπως με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού και εις άπταιστον καθαρεύουσα διατείνεται ο ίδιος - ο Μ. Καραγάτσης, κατατάσσει τον «Κυμβελίνο» στα έργα «που καλύτερον να ελησμονούσαμεν ότι οφείλονται στην γραφίδα του Σαίξπηρ» και την επιλογή του από τους διευθύνοντες,  αποτέλεσμα αλαζονικής πεποίθησης που απέχει παρασάγγας από τις πραγματικές δυνατότητες του Εθνικού Θεάτρου να ξεφύγει από την καθιερωθείσα παράδοση και να αναδημιουργήσει, συγκαλύπτοντας τις αδυναμίες του έργου. Η «επιτυχία» της παράστασης, κατά τον Καραγάτση, ήταν η ανία, η υπνηλία και η αδημονία των θεατών «να επιστρέψουν οίκαδε και να συνεχίσουν τον αρξάμενον ύπνον εις την κλίνην τους, άνευ περαιτέρω ταλαιπωρίας». 




Ο «Κυμβελίνος», έργον παροδικής σαιξπηρικής αφορίας...

Ο
μολογώ, πλήρης συντριβής και αιδούς, ότι δεν είμαι πνευματικός άνθρωπος. Ως γνωστόν, πνευματικός άνθρωπος εστί το δίπουν και άπτερον ζώον που θαυμάζει τον Σαίξπηρ πέρα ως πέρα, άνευ της παραμικράς αντιρρήσεως ή επιφυλάξεως. Εγώ, δυστυχώς, μολονότι διαθέτω δύο πόδας και ουδόλως πτερά, προσέτι δε αναγνωρίζων ότι ο Σαίξπηρ είναι οπωσδήποτε ένα από τα μεγαλύτερα πνεύματα των αιώνων, δεν υπόκειμαι εις κρίσεις επιληπτικού θαυμασμού ενώπιον όλων ανεξαιρέτως των έργων του.

Τούτο, αναμφιβόλως, σημαίνει πως ο άξεστος εγκέφαλός μου - ο καθαυτό αγροίκος - δεν δύναται να συλλάβη την σαιξπήρειον μεγαλοφυΐαν εν όλη της τη εκτάσει. Συνεπώς κατάπτυστος εγώ ο δύστυχος!

Καταγέλαστος, περιφρονητέος και κλωτσηδόν αποβλητέος από την χορείαν των λοιπών εν κριτική συναδέλφων μου: ανθρώπων έργον δημιουργικόν μη εχόντων βεβαίως· αλλ' αποδειξάντων διά της κριτικής των στήλης - εις ην Κύριος οίδε τίσιν κρίμασιν ανερρίχθησαν - ότι τον Σαιξπήρον τον κατανοούν εξ ίσου με τον Ναστραδίν Χότζαν.

Εάν διέθετον κόκκον νοημοσύνης, θα προσεποιούμην ότι αισθάνομαι τον μεγαλύτερον και ολοκληρωτικώτερον θαυμασμόν διά τον εκ Σταφόρδου - επί - Άβονος συγγραφέα. Πλην φαίνεται πως είμαι βλάξ με περικεφαλαίαν· εφ’ ω και μην ευδοκιμήσας εις την δημοσιογραφίαν, δέον να θεωρούμαι παντελώς αποτυχημένος, κυριολεκτικώς χαμένο κορμί.

Λοιπόν ανερυθριάστως διατείνομαι ότι ο Σαίξπηρ συνέγραψε μερικά από τα πλέον υψίπνοα λογοτεχνήματα των αιώνων. Παραλλήλως όμως, όπως κάθε μέγας συγγραφεύς, συνέγραψεν και μερικά άλλα έργα, που καλύτερον να ελησμονούσαμεν ότι οφείλονται στην γραφίδα του. Εν εξ αυτών των τελευταίων είναι και ο «Κυμβελίνος» με τον οποίον εγκαινίασε το Εθνικόν μας Θέατρον την εφετεινήν περίοδόν του. 



Ο Ιάκιμος κλεβει το βραχιόλι της Ιμογένης
Illustration by Louis Rhead, designed for an edition of Lamb's Tales, copyrighted 1918.
_________________


Δακρύβρεκτον μελό; Και άλλα έργα του Σαίξπηρ έχουν παραπλησίαν «μελοδραματικήν» διάρθρωσιν· πλην συνεγράφησαν διά καλάμου τόσον οιστρηλατημένου, ώστε ο αναγνώστης - ή ο θεατής - μεταρσιούμενος από τον οίστρον των υψηλών νοημάτων, παραβλέπει τα τρωτά της πλοκής και εν γένει του θέματος. Εις τον «Κυμβελίνον» όμως τίποτα το παρόμοιον δεν συμβαίνει. Ασφαλώς ο Σαίξπηρ τον έγραψεν εις στιγμάς - αναμφιβόλως παροδικάς - αφορίας. Συνεπώς αι αδυναμίαι του μύθου, μη πλαισιούμεναι από τον συνήθη οργασμόν της σαιξπηρικής ποιήσεως, προβάλλουν εντονώτατα.

Δεν γνωρίζω αν ο «Κυμβελίνος
» περιλαμβάνεται συχνά εις το δραματολόγιον των σοβαρών θεάτρων της αλλοδαπής. Αν ναι, αναμφιβόλως θα τυγχάνη μιας ερμηνείας τόσον αναδημιουργικής, ώστε να συγκαλύπτωνται, κατά το δυνατόν, αι αδυναμίαι του κειμένου. Δηλαδή μιας ερμηνείας ήντινα το Εθνικόν μας Θέατρον δεν είναι εις θέσιν ούτε καν να προσεγγίση. Επομένως η απόφασις περί διδασκαλίας του έργου τούτου, οφείλεται μάλλον εις την εξ ακρίτου αλαζονείας πηγάζουσαν πεποίθησιν των διευθυνόντων το Εθνικόν Θέατρον, περί των εν τη πραγματικότητι ανυπάρκτων δυνατοτήτων του. 

Εάν τουλάχιστον το σχοινοτενές κείμενον είχε τεχνηέντως περικοπή, εις τρόπον ώστε αι τρισήμισυ ώραι της παραστάσεως να περιωρίζοντο εις δυόμισυ, κάπως το κακόν θα εκολάζετο. Πλήν μεταξύ ογδόης και τριάντα εσπερινής μέχρι μεσονυκτίου, η Ανία είχεν αναρτηθή εκ του κεντρικού πολυελαίου της αιθούσης του Εθνικού Θεάτρου οπόθεν εκτινάξασα τους ειδεχθείς πλοκάμους της περιέλιξεν τούτους πέριξ της ψυχής των θεατών, προκαλέσασα έντονον υπνηλίαν και αδημονίαν περί του πότε τό θέαμα θα τελειώση, επί τέλους, να επιστρέψωμεν οίκαδε και να συνεχίσωμεν τον αρξάμενον ύπνον εις την κλίνην μας, άνευ περαιτέρω ταλαιπωρίας.

Η ερμηνεία ήτο απολύτως σύμφωνος με την καθιερωθείσαν παράδοσιν εις το Εθνικόν ως προς τα σαιξπήρεια έργα. Παράδοσιν τόσον ισχυράν, ώστε να εξαφανίζη την προσωπικότητα του σκηνοθέτου, είτε Ροντήρης, Σολομός ή Μιχαηλίδης ονομάζεται ούτος. Θα έλεγεν κανείς ότι δεν είναι ο σκηνοθέτης όστις διδάσκει τους ηθοποιούς, αλλά οι ηθοποιοί τον σκηνοθέτην. Διά της διαπιστώσεως αυτής εννοώ ότι όλοι οι ηθοποιοί έπαιξαν τους ρόλους των εις τον «Κυμβελίνον» κατά τον ίδιον ευπρεπή τρόπον που τα μόνιμα στελέχη ερμηνεύουν τον Σαίξπηρ. Σχετικήν εξαίρεσιν εποιήσατο ο Γιώργος Παππάς, επιτυχών ερμηνείαν του ρόλου του άκρως προσωπικήν και ενδιαφέρουσαν. 




Βάσω Μανωλίδου (Ιμογένη), Γιώργος Παππάς (Ιάκιμος).
Κυμβελίνος (1957), Εθνικό Θέατρο
____________



Απόλυτον δε εξαίρεσιν απετέλεσε ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, περιτράνως αποδείξας ότι διά τους μεγάλους ηθοποιούς δεν υπάρχουν μικροί ρόλοι. Η απόστασίς του από το σύνολον ήτο τόσον εμφαντική, ώστε εδημιουργήθη η απορία τι γυρεύει ο Μάρτης (ή μάλλον μεγαλομάρτυς) Διαμαντόπουλος εις την καλλιτεχνικήν Σαρακοστήν του Εθνικού Θεάτρου. 

Αλλά πού να μεταβεί ο δύστηνος; Μόνον εν συνεργασία με τον ιδιοφυέστατον Κάρολον Κουν, το μέγιστον τάλαντον του Διαμαντοπούλου δύναται να καρποφορήση πλήρως. Πλην εις το θέατρον Τέχνης βασιλεύει άλλου είδους Σαρακοστή, δεδομένου ότι ενώ οι Αθηναίοι θαυμάζουν ανεπιφυλάκτως τον Κουν και τους ηθοποιούς του, προτιμούν να ακουμβούν το παραδάκι των εις το ταμείον οιουδήποτε άλλου θεάτρου...


Αλέκος Δεληγιάννης (Γουιδέριος), Βασίλης Διαμαντόπουλος (Κλότεν).
Κυμβελίνος (1957), Εθνικό Θέατρο
______________

Εξερχόμενοι του Εθνικού Θεάτρου, ύψωσαν οι θεαταί τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν μετ’ ανακουφίσεως. Μεταξύ των αστέρων διέκρινον τον «Σπούτνικ», όστις ακινητήσας επ’ ολίγας στιγμάς ύπερθεν του ιοστεφούς άστεως και διαπιστώσας τα εν τω Εθνικώ Θεάτρω τεκταινόμενα μετέβαλον το «μπιπ»- «μπιπ» της εκπομπής του εις κατάπληκτον «μπααα! μπαα». Συνεμερίσθησαν και εκείνοι την έκπληξίν του και επιβάντες ταξί, επέστρεψαν οίκαδε να συνεχίσουν τον προ πολλού αρξάμενον ύπνον των.

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ


Υ. Ι. - Ζητώ συμπάθειο για την καθαρεύουσα. Αλλά σε κάτι τέτοιες δύσκολες περιστάσεις είναι η μόνη διέξοδο...

Idem.



Τάκης Γαλανός (Πιζάνιος), Γιάννης Αποστολίδης (Κυμβελίνος), Έλσα Βεργή (Βασίλισσα), Βασίλης Διαμαντόπουλος (Κλότεν). 
Κυμβελίνος (1957), Εθνικό Θέατρο
____________

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

«Ας γελάσω για όλα αυτά τα χάλια γιατί δε θέλω να κλάψω…» Μ. Καραγάτσης



Πορτρέτο του Μ. Καραγάτση, φιλοτεχνημένο από τη σύζυγό του Νίκη.
 [Πηγή: anemourion.blogspot.gr]




«Ένας άνθρωπος πιο λίγος σ’ αυτόν τον κόσμο… Μικρό το κακό! Πέθανε το γουρούνι μου! Ψόφησε ο γάιδαρός μου! Ας γελάσω! […]» 

Μ.Καραγάτσης, Το χαμένο νησί, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»


Ο Μ. Καραγάτσης σε μπαλ-μασκέ στο σπίτι του τεχνοκριτικού της «Καθημερινής» Αγγέλου Προκοπίου (αριστερά), μεταμφιεσμένος σε πειρατή. Δίπλα στον Καραγάτση, η ηθοποιός Ελσα Βεργή [Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

«....Αγαπώ το φωτεινό, το γνωστό Σήμερα»


Ο Καραγάτσης είναι Μορφή. Τριάντα ολόκληρα χρόνια βασίλεψε αδιαφιλονίκητα στα ελληνικά γράμματα αυτός ο λεβέντης, που τίποτε δε φοβήθηκε. Ούτε από τα όσα λέγονται, ούτε από τα όσα γίνονται, ούτε κι από τα όσα γράφονται. Ένιωθε πως το χρέος του ήταν να χαίρεται το σήμερα, όπως προβάλλει την κάθε μέρα παρθένο κι ολόδροσο με την ευκή του Θεού. Πίστευε πως μόνο μόνο οι δειλοί, μόνο οι αβέβαιοι για τον εαυτό τους, παραγνωρίζουν το μέγιστο τούτο δώρο· και τους συμπονούσε, όταν τους έβλεπε να το εξευτελίζουν πασχίζοντας να οικονομηθούν στο συμβατικό ανθρώπινο Πάνθεο, ανάμεσα στους άλλους χλιαρούς απαθανατισμένους, που για να πληροφορηθείς τα ξεχασμένα ονόματά τους πρέπει να διαβάσεις τα χρυσωμένα γράμματα.

Ο Καραγάτσης ήξερε να ζει. Τρυγούσε το σήμερα από τον ακήρατο αφρό του ως το πικρό κατακάθι. Κι όλα τα ήθελε να είναι ολόγυρά του άφθονα:οι φίλοι, τα αισθήματα, οι πράξεις, τα λόγια, τα πράγματα.Επόμενο είναι πως μια τέτοια ζωή έχει αμέτρητες χαρές και λύπες πάμπολλες· κι επακόλουθο είναι, πως και το έργο που βγαίνει από μια τέτοια ζωή, θα έχει τις δυνατές και τις αδύναμες στιγμές του.

Ίσως, δεν γινόταν το έργο να είναι αλλιώτικο από ό,τι ήταν ο ίδιος: η έκφραση της πλησμονής και η άρνηση του μέτρου.Το μέτρο είναι μια υποχώρηση για να συνεννοηθούμε, ένας συμβιβασμός για να υπάρξουμε. Ο Καραγάτσης, όμως, δε νοιαζόταν να υπάρξει μόνο. Απαιτούσε να ζήσει. Και την έζησε τη ζωή του όσο λίγοι τη ζουν, είτε ως άτομα ενυπόστατα είτε ως υποψήφιες προτομές.

Έτοιμος την κάθε στιγμή να αγωνιστεί, να πει αδίσταχτα εκείνο που νόμιζε, να αντιδικήσει με όποιον κι αν ήταν, δικαίωνε καθημερινά την πνευματική του παρουσία. Και το ίδιο έτοιμος να φάει να πιει και να γιορτάσει, χαιρόταν ανυπόκριτα την ηδονή της ύλης. 


Μπαλ-μασκέ στο σπίτι του Μ. Καραγάτση. 
 Ο συγγραφέας με τη Ρηνιώ Παπανικόλα, το 1957. 
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]



«...άλλη ζωή δεν υπάρχει»

Ως μαχητής δε θριαμβολογούσε. Κι ενώ ως άνθρωπος ήταν ανυπόμονος και καμιά φορά οξύς, είχε απέραντη συγκατάβαση για τις αδυναμίες των άλλων και τη διάθεση πάντα να βοηθήσει.
Ήξερε πως στη ζωή έχουν όλα την καλή και την ανάποδή τους όψη. Η αυτάρκεια την ανάγκη, η νίκη την ήττα και η ζωή το θάνατο. Και ήξερε και κάτι ακόμη, πάρα πολύ σημαντικό: πως όσο κι αν σε συντρέχει το ριζικό, πως όσα πολλά κι αν μπορείς κι όσα πολλά κι αν κατορθώνεις, έρχεται κάποτε κι η στιγμή που θα πρέπει να αποδείξεις το αν είσαι πραγματικά ή αν φαίνεσαι μόνο παλικάρι.

Όταν έφτασε και για τον Καραγάτση αυτή η στιγμή, την αντιμετώπισε με την αντρεία του Διγενή και με τη σοφία του Νέστορα. Ο ίδιος όμως την είπε με τόσα λίγα:

«Εμένα ο θάνατος δε μου χτύπησε μόνο την πόρτα· την άνοιξε κι αντικρυστήκαμε».

Έπειτα από ένα τέτοιο συναπάντημα, φυσικό ήταν ο Καραγάτσης να βιάζεται. Αρχίζει να γράφει το «10», δουλεύοντας με ξεχωριστό κέφι, όμως δεν είναι γραφτό να το τελειώσει. Ο θάνατος που συνεχώς περίμενε στην ανοιχτή πόρτα, την κλείνει μια μέρα πίσω του και μένουν με τον Καραγάτση, για λίγο οι δύο τους, ενώπιος ενωπίω. Το τι να είπαν κανένας δεν το έμαθε. Υπάρχει ωστόσο μια παράγραφος στο μυθιστόρημα, που ίσως βοηθάει να μαντέψουμε κάτι:

«Αυγάτισε άξαφνα η καταχνιά· σκέπασε με ασάφεια τα πάντα. Τα δεμένα φορτηγά στου Ξαβέριου και στη Ζώνη, πήραν μορφή ονειρική. Η καμπάνα του Άι Νικόλα άρχισε ν’ αργοσημαίνει τον Όρθρο. Καναδυό ευσεβείς σταυροκοπήθηκαν βιαστικά· οι περισσότεροι δεν έδωσαν σημασία· δεν πίστευαν σε Θεό και Διάβολο, μόνοι τους έπρεπε να τα βγάλουν πέρα σε τούτη τη ζωή, άλλη ζωή δεν υπάρχει».

Το πως άλλη ζωή δεν υπάρχει, το πως όλα εδώ αρχίζουν κι εδώ τελειώνουν, σε τούτη τη ζωή και για μερικούς, μάλιστα, πολύ σύντομα, το δικαιολογημένο αυτό και τόσο ανθρώπινο παράπονο, το αφήνει ο Καραγάτσης να του ξεφύγει μόλις σε ένα κατοπινό γράμμα του. Αλλά και το συγκαλύπτει αμέσως με μια κατ’ επίφαση θετική προσέγγιση:

«Φαντάζουμαι πως όταν πεθάνω — πράμα που δε θα αργήσει — θα γραφτούν πολλά για το έργο μου και την προσωπικότητά μου. Το μεν έργο μου ίσως αμφισβητηθεί. Για την προσωπικότητά μου ήδη η κοινή γνώμη έχει διαμορφώσει την πεποίθηση πως είμαι άνθρωπος τίμιος, ευθύς, εύψυχος, αυθόρμητος, με μυαλό ξεκάθαρο και καλά οργανωμένο. Ακόμα και οι εχθροί μου παραδέχονται δημοσία αυτές τις ιδιότητές μου. Συνεπώς δεν αμφιβάλλω ότι θα μου αναγνωριστούν και μετά θάνατο....»

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1960 το απόγευμα, είχε κιόλας φτάσει στο 1517 χειρόγραφο του «10». Έβγαλε τα γυαλιά του, έκλεισε το στυλόγραφό του, σηκώθηκε να περπατήσει μερικά βήματα όπως το συνήθιζε κι ύστερα χαμογέλασε ικανοποιημένος. 

— Πολύ τα διασκεδάζω αυτά που γράφω για τους εργατοπατέρες, είπε. Βρήκα κι ωραίο ψευδώνυμο του Φώτη Μακρή. . . Ξαναφόρεσε τα γυαλιά του και διάβασε το τέλος του διαλόγου: «Κάνεις λάθος. Υπάρχει η συνδικαλιστική οργάνωση, που οδηγεί τον αγώνα». «Ποιος; σάρκασε ο Παυλόπουλος. Ο Πότης Κοντός κι η συμμορία του; Ας γελάσω!» Και γέλασε ο ίδιος ο Καραγάτσης με παιδιάστικη χαρά και νεανική ευφορία.

«Ας γελάσω!» Είναι οι δυο τελευταίες λέξεις που έγραψε. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας τον βρήκε ο θάνατος. Τον βρήκε όμως καλόκεφο κι όμορφο κι ετοιμασμένο.

Κι ας ήταν μόλις πενήντα δυο χρονώ...

Νίκος Πολίτης, Ο καλός κ’ αγαθός, Τετράδια «ΕΥΘΥΝΗΣ» 14, Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση (Είκοσι χρόνια από τον θάνατό του), σελ. 49-52

Τα προσωπικά αντικείμενα του Καραγάτση, επάνω στο γραφείο του, την ημέρα του θάνατον του. Η τελευταία σελίδα του τετραδίου με το μυθιστόρημα «10» που έμεινε ατελείωτο…




«Θεωρείς τη λογοτεχνία επάγγελμα; Ας γελάσω!» 

Μ.Καραγάτσης, Ο Κίτρινος Φάκελλος, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»


«Ας γελάσω!»

«Ας γελάσω!», – μια φράση χαρακτηριστική της εκρηκτικής ιδιοσυγκρασίας και της περιπαικτικής διάθεσης που διακατείχε τον Μ. Καραγάτση ως άτομο, λογοτέχνη, ακόμα και κριτικό. Άνθρωποι από το στενό οικογενειακό του περιβάλλον, φίλοι και παρέες, επισημαίνουν το χιούμορ – ενίοτε σκοτεινό και βαρύ -, την ειρωνεία, τον αυτοσαρκασμό, ακόμα και τη ροπή του συγγραφέα προς τις φάρσες. 

Ο αυτασαρκασμός δεν θα τον εγκαταλείψει ούτε και όταν βρίσκεται άρρωστος στο κρεβάτι, γνωρίζοντας πλέον ότι η κατάσταση της υγείας του είναι σοβαρή και μη ανατρέψιμη. Έτσι, στην τελευταία επίσκεψη της Ιουλίας Ιατρίδη στο σπίτι του, θα την υποδεχτεί με τα εξής λόγια: «Με βλέπεις; Ωραίο λείψανο δε θα κάνω;» 



....θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό

Γεννήθηκα
 στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιο. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια - σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι - τους διαφόρους «αρμοδίους», όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση, όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά». 


Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πως, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθητριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην "γυναίκα των ονείρων μου". Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω...αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά... Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ. Καθηγητής - γέρος πια - ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών...

Κάποτε
 σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, Άγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τόρριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί...

Έγραψα
πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωές μου- Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεΐζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πώς το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ. Σπύρο Μελά.

Δεν επείραξα
ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου, όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πως ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο.  

ΑΜΗΝ 

Μ. Καραγάτσης



Φιλόλογος ή Δικαστικός κλητήρας; That is the question.

«Είναι δέκα χρόνια τώρα που καταπιάστηκα με τη φιλολογία. Διάβασα πολύ, έγραψα λίγο. Ομολογώ ότι δεν έχω το γνώθι σ’ αυτόν, ή μάλλον δεν έχω καμμιάν γνώμη για τον εαυτό μου. Πλέω σε μια φοβερή αβεβαιότητα. Τα χειρόγραφα μου (δεν είναι και πολλά) τάχω στοργικά κλεισμένα σ' ένα συρτάρι. Τους ρίχνω ταχτικά ναφθαλίνη, γιατί δεν έχω το θάρρος να τα εξαφανίσω από το πρόσωπο της γης. Ποτέ όμως δεν τα πήρα υπό μάλης, για να τριγυρίσω τα γραφεία των διαφόρων περιοδικών. Αυτό το κουράγιο δεν το είχα.

 Με δισταγμό ανίχνευσα το έδαφος στο διαγωνισμό της Νέας Εστίας. Έστειλα κάτι παληό και μισόχρωμο. Επαινέθηκε, και πήρα το θάρρος. Μα αυτός ο έπαινος δεν ήταν σίγουρη απάντηση στην απορία μου. 

Κάνω τίποτα μουτζουρώνοντας χαρτί ή όχι; Κάθε υπομονή έχει και τα όρια της. Σας στέλνω μερικά δημιουργήματα μου, και σας παρακαλώ να με κρίνετε. Σας υπόσχομαι να δεχτώ την κρίση σας με βουδική γαλήνη. Οπωσδήποτε, όμως, κρίνοντάς με, θα κάνετε ένα ψυχικό, που αναμφίβολα, θα επηρεάσει την τύχη σας από ημέρα της Κρίσεως! Φιλόλογος ή Δικαστικός κλητήρας; That is the question. Σ' αυτό απαντήστε μου».

(Απόσπασμα επιστολής του Μ. Καραγάτση προς τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, λίγο καιρό μετά τον πρώτο έπαινο που απέσπασε το 1927 στον Α' Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Νέας Εστίας. Συμμετείχε με το διήγημα «Η κυρία Νίτσα» που εκτός από τον έπαινο είχε αποσπάσει και τις ευμενείς κρίσεις του ίδιου του Ξενόπουλου)


Είμαι μια ευπρεπής μετριότητα...

Επί 25 χρόνια οι κριτικοί επιμένουν να διαφωνούν ριζικώς για το έργο μου. Οι μισοί ισχυρίζονται πως είναι καλό. Οι άλλοι μισοί πως είναι κακό. 

Περιττό να πω πως εγώ διαφωνώ και με τους μεν και με τους δε. Και τούτο διότι οι μεν υπέρ-επαινούν το έργο μου βασιζόμενοι στα χειρότερα στοιχεία του. Οι δε κατά, το κατηγορούν παρεξηγώντας τα καλύτερα στοιχεία του. 

Τολμώ να νομίζω πως είμαι ο καλύτερος κριτικός στο έργο μου. Και αυτό για 2 λόγους. Πρώτον, επειδή δεν καβάλησα το καλάμι, να πιστεύω πως είμαι μεγαλοφυής συγγραφέας. Δεύτερον, επειδή δεν κατατρύχομαι από νοσηρό πνεύμα κατωτερότητας, να νομίζω πως είμαι ντιπ κατά ντιπ αποτυχημένος. Απλούστατα, είμαι μια ευπρεπής μετριότητα...
Μ. Καραγάτσης (Σε μια σπάνια ραδιοφωνική του συνέντευξη)


Ημερήσια εκδρομή στην αρχαία Κόρινθο. 
Από αριστερά η Μαρίνα Καραγάτση, ο πατέρας της, η μητέρα της Νίκη και δύο αρχαιολόγοι συμφοιτητές της Μαρίνας.[Πηγή: anemourion.blogspot.gr] 

Τούρτα κάθε 28 Οκτωβρίου....

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: .....για κάποιον ανεξήγητο λόγο, μου άρεσε πάντα να εκδηλώνω παραμορφωμένα τα αισθήματά μου. Πώς λοιπόν να καταλάβεις κι εσύ η δόλια τι ένιωθα για σένα. (Παύση) Βρε Νίκη, το ξέρεις ότι κοντά σου ποτέ μου δεν βαρέθηκα;

ΝΙΚΗ : Από καβγάδες όμως άλλο τίποτα. Με μούρλανες με τα νεύρα σου.


ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ :
Δεν το αρνούμαι. Πράγματι, και καβγαδίζαμε και στεναχωρούσε ο ένας τον άλλον. Ναι. Ήμουν δύστροπος, στραβοκέφαλος, ανοικονόμητος, ανυπόφορος. Όχι όμως ψεύτης και κάλπης. Αυτό τουλάχιστον πρέπει να το παραδεχτείς. Αλλά κι εσύ βρε παιδί μου όταν πεισμάτωνες - αχ αυτό το φοβερό αντριώτικο πείσμα σου - όλο «όχι » έλεγες. Μεταμορφωνόσουν σε ένα τεράστιο απειλητικό «όχι» που με έκανε έξω φρενών.

ΝΙΚΗ (Γελώντας):
Αλήθεια, θυμάσαι, Δημήτρη, που κάθε 28 Οκτωβρίου μου έφερνες μια τούρτα, για να γιορτάσουμε, λέει, την ονομαστική μου εορτή; 


ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (Γελώντας σηκώνει τό ποτήρι τον με το νερό προς τη Νίκη) : Στην υγειά σου. Να ’σαι καλά. Αλήθεια, πού πήγες και τη θυμήθηκες αυτήν την ιστορία; 

Μαρίνα Καραγάτση, Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι [Το αυλιδάκι], 
εκδόσεις Άγρα (σελ 202-203)

Από αριστερά ο Μιχάλης Τσαγκαράκης, η Μαρίνα και ο Μ. Καραγάτσης το 1957 στο Μόναχο.[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

«Οι Γιώτηδες.....»

Ο
 Δημητράκης συνεχώς με τα νεύρα του και τις αϋπνίες του.[....] Η Νίκη ποτές δεν μου παραπονείται, ποτές δεν μου μιλεί για τις καβγάδες των. Πάντοτες ο Δημητράκης. Τον τελευταίο καιρό όμως η κατάστασις έχει χειροτερεύσει. Πρόκειται για αυτήν την παλιογυναίκα την Γιώτα, τη γυναίκα του φίλου του, του Γιώτη. Δεν είναι αυτό το πραγματικό της όνομα. Ο Δημητράκης όμως, πάντοτες πρωτότυπος, έτσι απεφάσισε να τη φωνάζει χαϊδευτικά : «Γιώτα-Γιώτα» που είναι τα αρχικά του ονόματός της και του επιθέτου της. Και τον άνδρα της, άκουσον άκουσον, τον ονόμασε Γιώτη. Τι να είπεις... 

Φαίνεται λοιπόν πως αυτοί οι δύο, Δημητράκης και Γιώτα, έχουν σχέσεις από τον καιρό της Κατοχής. Η Νίκη πότες δεν είπε το παραμικρόν. Όποτε όμως ανέφερα αυτό το όνομα ή την εωτούσα τι κάνουν οι Γιώτηδες, απαντούσε κάπως ειρωνικώς.
Μαρίνα Καραγάτση, Το Ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι (Η γιαγιά Μίνα), εκδόσεις Άγρα (σελ. 81-82)


Στη φωτογραφία αριστερά ο Καραγάτσης στρατιώτης. Δεξιά το πορτρέτο που φιλοτέχνησε η γυναίκα του, Νίκη, με βάση αυτή τη φωτογραφία. 
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

Πώς έγινα φασίστας...

Το μικρό μαγαζί έχει ένα μειονέκτημα, που καμμιά φορά διώχνει τον καταναλωτή και τον οδηγεί στο «μεγαθήριο». Το μειονέκτημα αυτό δεν είνε κανών. Κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά εξαίρεσις μερικών ασυνειδήτων εμπόρων, που προσπαθούν να κερδίσουν εξαπατώντας τον πελάτην. [....]

Τις παραπάνω σκέψεις μου τις γέννησε η ανάμνησις ενός επεισοδίου μου – τον καιρό της κατοχής – με κάποιον ασυνείδητο παπουτσή της οδού Σταδίου. Η γυναίκα μου τού είχε παραγγείλει ένα ζευγάρι άσπρα παπούτσια και του προπλήρωσε, όπως ήταν τότε συνήθεια, όλη την αξία. Τα παπούτσια, όμως, που της παρέδωσε ήταν κακής ποιότητας και ακατάλληλα για το πόδι της. Με άλλα λόγια, ο ασυνείδητος επαγγελματίας, έχοντας πληρωθή προκαταβολικώς, επάσαρε στην πελάτισσα κάποιο έτοιμο ζευγάρι που του είχε απομείνει, ισχυριζόμενος τάχα ότι το έφτιαξε επί μέτρω! Επρόκειτο, δηλαδή, περί καθαράς απάτης. Κι όταν η γυναίκα μου του απέδειξε πως η …. παραγγελία δεν έμπαινε στο πόδι της, την εξύβρισε σκαιώς και της εδήλωσε. 

Αυτά είνε τα παπούτσια σου! Αν θέλεις τα παίρνεις! Αν δεν θέλης, μη σώσης και τα πάρης. Άλλά δεν σου φτιάχνω ούτε και σου επιστρέφω τα χρήματα.

Εκείνον τον καιρό, δεν υπήρχε κράτος και δικαιοσύνη για να βρω το δίκηο μου. Αποφάσισα λοιπόν ν’ αντιμετωπίσω την απάτη με απάτη. Και να εκμεταλλευθώ τις … φυσικές μου ιδιοτυπίες, δηλαδή τα ξανθά μου μαλλιά και τα γαλανά μου μάτια, που με κάνουν να μοιάζω με βόρρειο. Φόρεσα χακί πουκάμισο, χακί παντελόνι σορτ, και πηγαίνω στο μαγαζί του ως άνω εντιμοτάτου επαγγελματίου. Μπαίνω μέσα φουριόζος και χαιρετώ ναζιστί:


- Χάιλ Χίτλερ!

- Χάιλ Χίτλερ, μου απαντάει ο αγνός αυτός Έλλην. Τί επιθυμεί ο Κύριος;

- Να μου ντίνη αμέσως πίσω το λίρα που εκλέψατε από το κυρία Καραγάτση! Σβαϊνφόλκ! Φερφλούχτε!

Φαίνεται πως ήμουνα αγριεμένος, αν κρίνω από τα μούτρα του παπουτσή που είχαν πανιάσει.

- Αμέσως χερ ομπερστί, μου λέει τραυλίζοντας από το φόβο του. Ήταν παραξήγησις. Η κυρία δεν κατάλαβε.

- Εγώ κατάλαβα πως εσύ είσαι γκουρούνης! Να μου ντίνη αμέσως το λίρα, μη σε στείλω Χαϊνταρι! Γκοτφέρντουμ!

- Όχι χερ Γκενεράλ! Μη με κάψης τον κακόμοιρο! Να η λίρα … Ήταν παρεξήγησις…

Ετσέπωσα τη λίρα μου, εχτύπησα τα τακούνια κ’ εχαιρέτησα πάλι φασιστί.

- Χάιλ Χίτλερ!

- Χάιλ Χίτλερ! Μουρμουρίζει κι ο εξουθενωμένος παπουτσής

Και με συνοδεύει ως την πόρτα με τραγικά χαμόγελα και κωμικές υποκλίσεις.[....]

Μ. Καραγάτσης, Πώς έγινα φασίστας, 
περιοδικό Αντί (αφιέρωμα στον Μ. Καραγάτση, σ. 8-9)



Παρουσιάστηκες συ για Καραγάτσης και ΄γω για Μαραμπούς
17.10.1939
Θυμάσαι, Κόλια, ένα κοριτσάκι, που μια συννεφιασμένη μέρα του περσινού χειμώνα το κοροϊδέψαμε, σ’ εκείνο το δρομάκι πίσω απ’ τον «Ευαγγελισμό»; Παρουσιάστηκες συ για Καραγάτσης και ΄γω για Μαραμπούς. Ούτε χάσαμε ούτε κερδίσαμε κι οι δύο στην αλλαγή. Δυο παλιάνθρωποι που σκαντζάρουν τα πασαπόρτια τους, πάντα παλιάνθρωποι μένουν.

Δεν ξέρω πώς, μου ήρθε, εδώ και λίγες μέρες, κέφι να ξαναδώ το κοριτσάκι, έτσι, για να του πω πως λυπάμαι για την ανόητη φάρσα που του έκανα. Το φώναξα. Ήρθε. Και πήγαμε κάπου μακριά και μιλήσαμε.

Με ρώτησε πώς και τη θυμήθηκα, μετά τόσον καιρό. Δεν ήξερα τι ν’ αποκριθώ. Αναμάσησα τα αιώνια βρομερά λογοτεχνικά ψέματα, γιατί δεν είχε την απαιτούμενη φιλοσοφική προδιάθεση να δεχτεί την ομολογία της κυνικής αλήθειας. Άκουσε τις υποκριτικές δικαιολογίες μου με αγγελική αφέλεια, και μου είπε: «Δίχως άλλο δεν θα ΄χετε φίλους».

Τότε η πηγή της ψευτιάς στείρεψ’ εντός μου, και αποκρίθηκα: «Φίλους; Έχω έναν, μα δεν είναι δω. Λείπει ταξίδι». Κι έτσι ήρθε η κουβέντα για σένα. Και κράτησε πολύ.[......]
Γεια χαρά,



Μ. Καραγάτσης

Αλληλογραφία Νίκου Καββαδία – Μ. Καραγάτση, Εισαγωγή-
Επιμέλεια Μαίρη Μικέ, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2010




Τι θυμούνται οι πεθαμένοι, κοντά στις ρίζες των δέντρων; 

Εφυολόγος
και οξύτατα εφυογράφος, είχε αλλάξει τον αδόξαστο σε βαρύγδουπα ονόματα της ελληνικής σκηνής, με ένα καθαρά καραγάτσειο προτέρημα όταν λάθευε στην προ-κριση (και είχε λαθεμένα κρίνει την Μαίρη Αρώνη) δεν δίσταζε το ίδιο ευτόλμως να ανακαλέσει... αυτοκρινόμενος! 

Η φήμη ήθελε τον Καραγάτση αγνοούντα τη θλιβερή καθημερινότητα. Και κυρίως την πολιτική τύρβη. Πολύ πιθανόν, όμως θα ήθελα να καταθέσω δύο μαρτυρίες. Το βιβλιαράκι του, με τίτλο ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ όπου εκθέτει την άποψη του για την ανάγκη να επιλέγονται τα υποψήφια πολιτικά πρόσωπα, από τους εν δράσει διακρινόμενουs πολίτες 
(ει οι φιλόσοφοι βασιλεύουσιν κατά Μάρκον Αυρήλιον) και, σε πρακτικό επίπεδο, θυμάμαι να επιζητεί συνάντηση του κόμματος των ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΩΝ στις εκλογές του 1956, με την ακραία του καιρού αριστερά. Γνωστά τα αποτελέσματα, αλλά και τότε και τώρα - και πάντα; - αντί των διακρινομένων με γνώση και δράση... ο Γουλιμής.

 Έκτοτε ο Καραγάτσης δεν αναμείχθηκε με τα κομματικά. Τον ίδιο πάνω κάτω καιρό ετόλμησα ένα ατόπημα: Υπήκοος στα σοσιαλιστικορεαλιστικά μου αισθητικά ιδεώδη(;) κατέκρινα το μυθιστόρημα του Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ. Δεν έκρινε την... κρίση μου, αλλά για διάστημα πάνω από ένα χρόνο δεν μου ξανάπε καλημέρα. Και πως τα έφεραν οι καιροί... Τριάντα χρόνια μετά τη ΜΕΓΑΛΗ ΦΥΓΗ του, λεηλάτησα το μυθιστόρημα για την τηλεόραση, ενώ νωρίτερα ήδη είχα καταπιαστεί με τη σεναριοποίηση του ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ και του ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ ΛΙΑΠΚΙΝ. 

Δεν χάρηκα την τιμή να με... περιλούσει κατά τον σαρκαστικότατο τρόπο του. ...Τι θυμούνται οι πεθαμένοι, κοντά στις ρίζες των δέντρων; κατά πως έγραφε ο Σεφέρης στην Κορυτσά, τον χειμώνα του ’37.




Η Μαρίνα Καραγάτση υπό το στοργικό βλέμμα του ποιητή Νίκου Καββαδία.
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

..εφέτο μ’ έδειραν τα μελτέμια του Αιγαίου

«Εμένα, εφέτο μ’ έδειραν τα μελτέμια του Αιγαίου. Στη Μύκονο, στην Άντρο. Κλεισμένος σε μια κάμαρα, πλάι στο κύμα, έγραφα την ιστορία της φυλής των Ελλήνων. Γαμημένη ιστορία ξεκωλιάρας φυλής. Είναι αφάνταστο πώς κατέχουμε την τέχνη να κυλιόμαστε στο βούρκο και να περιπλανιόμαστε στ’ αστέρια. Σαράντα αιώνες αυτό το βιολί. Περισσότεροι ναι, λιγότεροι όχι. Πώς να τους ξεγράψεις, τους αφιλότιμους;»

(από επιστολή του Μ. Καραγάτση στον Νίκο Καββαδία, Αθήνα 27.9.49)

Ο Καραγάτσης με τον ποιητή Αντώνη Βουσβούνη, το 1957.



..στιγμές που τα έχανε σα μικρό παιδί.....

Ένοιωθε την ανάγκη του «άλλου» ο Καραγάτσης, του φίλου που του εμπιστεύονταν, πότε ρομαντικά πότε κυνικά, τα πάντα της ατομικής του ζωής. Ήταν βαθύς παρατηρητής, ψυχολόγος, εξομολογητικός,σκωπτικός και συναισθηματικός και στον προφορικό και στον γραπτό λόγο. Αν με το γραπτό λόγο ζητούσε τη δημιουργία, και, μέσα από τη δημιουργία, τη δόξα, με τον προφορικό λόγο, με τη φιλική εμπιστευτική κουβέντα που είχε κι’ αυτή όλη την αυθόρμητη λογοτεχνική χάρη των κειμένων του, γύρευε τη λύτρωση, την παρηγοριά, την κατανόηση, τη συμβολή, την προστασία. 

Αυτός ο δυνατός, ο συχνά ακατάδεκτος, κι’ ο εγωιστικός, ο οργανωτικός, ερχόταν στιγμές που τα έχανε σα μικρό παιδί.Το καλοκαίρι του 59, χτυπημένος πια από την αρρώστια, ήρθε στη Μύκονο, όπως κάθε χρόνο, στη Μύκονο που τόσο την αγαπούσε. Το βαπόρι έφτασε κατά τα μεσάνυχτα. Φυσούσε δυνατό μελτέμι κι’ είχε κάμποσο ταλαιπωρηθεί. Τον περιμέναμε στο μώλο. Βγήκε κατσουφιασμένος χλωμός. Τον πήγαμε στο δωμάτιο που του είχαμε προσωρινά κρατήσει. Δεν του άρεσε - και με το δίκιο του - μα εκείνη τη στιγμή δέν υπήρχε άλλο καλύτερο. Το δωμάτιο τον απέλπισε. 

Κατεβήκαμε να τσιμπήσει κάτι στο μαγερειό του Βάρναλη που ήταν η προτίμησή του. Δίπλα, σε μια καρέκλα, είχε αφήσει τη βαλιτσούλα του. Προσπαθούσαμε να τον γαληνέψουμε με αστεία και κουτσομπολιά. Άρχισε να ησυχάζει. Ξαφνικά, καθώς έτρωγε κι’ έπινε με το φαγητό του λίγο ουίσκι - οι γιατροί του το είχαν επιτρέψει - ρίχνει τη ματιά του στη βαλίτσα του. Την περιεργάζεται καλά-καλά και πετιέται επάνω, ανάστατος, κραυγάζοντας: 

«Δεν είναι αυτή η βαλίτσα μου! Έγινε λάθος, μου την αντικατάστησαν, πάω, χάθηκα, είχα μέσα τα φάρμακά μου τι θα κάνω τώρα, πού θα τη βρω; Πάμε στον τουρισμό, γρήγορα πάω, χάθηκα!» 

Κι’ άρχισε πάλι να εξετάζει τη βαλίτσα του, κατάχλωμος, με γουρλωμένα μάτια, για να δει αν επί τέλους είναι ή δεν είναι δική του, χωρίς να μπορεί να βεβαιωθεί γι’ αυτό.

Αναστατωθήκαμε κι’ εγώ κι’ η γυναίκα μου που του κρατούσαμε συντροφιά. Ξανακάθεται φουρτουνιασμένος, ψάχνει να βρει τα κλειδιά του, δεν τα βρίσκει. Το κακό χειροτερεύει. Ξανασηκώνεται και φωνάζει πάλι: 

«Θα φύγω αμέσως για την Αθήνα αν περάσει βαπόρι!» 

Μα δεν είχε πια βαπόρι για τον Πειραιά, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Στο μεταξύ, το αίνιγμα λύθηκε. Μ’ ένα πηρούνι, η γυναίκα μου άνοιξε την αμφισβητούμενη βαλίτσα, και πετάχτηκαν τα μπουκαλάκια με τα φάρμακα. Τι χαρά ήταν εκείνη που τον πλημμύρισε! Άστραψαν τα μάτια του, έγινε όλος ένα χαμόγελο, κι’ έφαγε το υπόλοιπο φαγητό με απίστευτη όρεξη. Ήταν πάλι ο Καραγάτσης, όπως τον ξέραμε, όπως τον απολαμβάναμε.

Aπό κείνη τη στιγμή άρχισε να χαίρεται τη Μύκονο, ως την ημέρα που έφυγε. Ξαναπήγε και το περσινό καλοκαίρι. Ήταν το τελευταίο του.

Αντρέας Καραντώνης, Μνήμη του Καραγάτση, 
Τετράδια «ΕΥΘΥΝΗΣ» 14, Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση
 (Είκοσι χρόνια από τον θάνατό του), σελ. 137-138)

Μύκονος 1955
[Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη, Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη]


Αν βρισκόμουν εν ζωή θα έγραφα ένα άκρως σπαρταριστό διήγημα.....

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : .... Εμείς όλα τα θυμόμαστε... Και ως προς τα προσωπικά μας, τα θυμόμαστε μεν, δε χολοσκάμε δε. Καρφάκι δεν μας καίγεται. (Παύση.)

ΝΙΚΗ : Ν’ αγιάσει το στόμα σου, Δημήτρη μου. Κοίτα να δεις που καθόμουνα μια ζωή και μαράζωνα για τις διάφορες, και για κείνη εκεί την Τόνια τα τελευταία χρόνια, που σε ξεθέωνε η αφιλότιμη αδιαφορώντας για το βαρύτατο καρδιακό σου πρόβλημα, και τρέχα γύρευε τι κάνατε εκείνο το μοιραίο απόγευμα και σ’έπιασε η μεγάλη κρίση πάνω στο κρεβάτι...

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : Ούτε που πρόλαβα να ανοίξω το βαλιτσάκι μου με τις κοραμίνες και τις ατροπίνες που το κουβαλούσα πάντοτε μαζί μου, καλού-κακού.

ΝΙΚΗ : Και τελικά σε έφεραν σηκωτό στο σπίτι οι υπάλληλοι του αδερφού σου του Τάκη. Πάλι καλά που η Μαρίνα εκείνη την ώρα έλειπε και δεν έμαθε ποτέ από πού μας είχες έρθει.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (Γελώντας) : Έτσι ακριβώς όπως τα λες έγιναν τα πράγματα. Δεν μπορείς όμως να φανταστείς τι ωραία που τα περνούσαμε με την Τόνια. Γιατί αυτό το νυμφίδιο ήταν αδερφέ μου μεγάλη ανάφτρα:

ΝΙΚΗ : « Allumeuse », που λένε και οι Γάλλοι.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Τη μια ήθελε, την άλλη δεν ήθελε.Όλο νάζια έκανε κι αυτό ερέθιζε στο έπακρο τον ανδρισμό μου. Εκεί λοιπόν, επάνω στην κρίσιμη στιγμή νιώθω ένα δυνατό «ντουπ» στο στέρνο κι έπειτα η ερωτομανής καρδιά μου αφήνιασε.
ΝΙΚΗ : Και η Ανάφτρα τα έχασε και δεν ήξερε ποιόν να πάει να ειδοποιήσει.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : Ναι. Και μέσα στην απελπισία της έτρεξε και τηλεφώνησε στον Νίκο τον Πολίτη κι αυτός έψαξε να βρει τον αδερφό μου τον Τάκη.

ΝΙΚΗ (Γελάει) : Μύλος η υπόθεση. Θυμάσαι; Ο Τάκης βρισκόταν σε μια δεξίωση στον Ιππόδρομο. Κι όταν του ήρθε η είδηση, πώς να εξηγήσει αυτός κοτζάμ Πρόεδρας της Βουλής στους άλλους της παρέας του ότι ο αδερφός του...

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : .. ο Καραγάτσης κείτεται ημιθανής στην γκαρσονιέρα του. (Μεγάλη παύση.) Τώρα λοιπόν, Νίκη μου, που τα βλέπω όλα αυτά από κάποιαν απόσταση μου φαίνονται κυριολεκτικώς κωμικοτραγικά. Είμαι βέβαιος πως αν βρισκόμουν εν ζωή θα έγραφα ένα άκρως σπαρταριστό διήγημα.

Μαρίνα Καραγάτση, Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι [Το αυλιδάκι]

εκδόσεις Άγρα (σελ. 205-206)

Ο Καραγάτσης με τη Νίκη σε κεντρική πλατεία της Σιένας στην Ιταλία.
«3 Θεριστή 1956»[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]
«Addio del Passato»

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Εγώ πάντως κι ας με λες σκληρόκαρδο σε θυμάμαι πολύ καλά εκείνη την τελευταία μου νύχτα που μπήκες λαχανιασμένη και καταϊδρωμένη στο δωμάτιό μου.

ΛΑΣΚΑΡΩ: Ναι. Ήσαστε ξαπλωμένος με τον ορό στο χέρι και διαβάζατε ένα βιβλίο. Χαρά στο κουράγιο σας, κύριε, να μπορείτε να διαβάζετε με διακόσιους ογδόντα σφυγμούς.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Ντίκενς αν δεν κάνω λάθος διάβαζα,

ΛΑΣΚΑΡΩ : Και δίπλα, στο γραφείο σας, ήταν ανοιγμένα τα χαρτιά σας, εκεί που είχατε σταματήσει το μεσημέρι το γράψιμο, πριν να βγείτε έξω. […]

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : Πες μου λοιπόν εσύ, Νίκη. Γιατί να σταματήσω το γραφτό μου στη φράση «Ας γελάσω» ; Φως φανάρι πως προαισθανόμουν ότι σε λίγες ώρες θα σαλπάριζα για το υπερπέραν και ότι αραγμένος στο εξής στο αυλιδάκι μας θα έβλεπα πια τη ζωή σαν μια συναρπαστική κωμωδία παρεξηγήσεων που μόνο για γέλια είναι και σε διαβεβαιώ καθόλου μα καθόλου για κλάματα.

ΝΙΚΗ : Αφού βρε Δημήτρη την είχες έτοιμη την απάντηση, τι κάθεσαι τώρα και με ρωτάς ; Μωρέ αλλάζουν οι άνθρωποι; Έτσι ήσουν πάντα. Ο Καραγάτσης έκανε την ερώτηση, ο Καραγάτσης έδινε και την απάντηση. Όλοι οι άλλοι γύρω του βουβοί και έντρομοι. [......]

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Το γνωρίζετε λοιπόν, φίλτατοι, ότι εγώ λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου πρόλαβα να ψιθυρίσω τις δύο-τρεις πρώτες λέξεις από την αγαπημένη μου άρια; Αυτό πώς σας φαίνεται;

ΛΑΣΚΑΡΩ : Τι άρια; Ένα τραγουδάκι μουρμουρίσατε.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Ναι, Λασκαρώ. Ένα τραγουδάκι. «Addio del Passato» σιγομουρμούρισα και μετά εμπιστεύθηκα το υπέρλαμπρό μου πνεύμα εις τας χείρας του Υψίστου. Με άλλα λόγια τα κακάρωσα.


Μαρίνα Καραγάτση, Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι, [Το αυλιδάκι]
εκδόσεις Άγρα (σελ. 208-209)


«Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου»

Τη μέρα της ταφής του, σαν έφυγε ο κόσμος, έμεινα λίγο μόνος πάνω από τον τάφο του. Οι νεκροθάφτες αποτελείωναν εκείνη την ώρα το έργο τους — χτίζαν το νεκρό μες τον τοίχο του οικογενειακού τάφου, σκέπαζαν με ασβέστη τις ρωγμές. 

Πρώτη φορά έβλεπα να χτίζουν έναν άνθρωπο — κι αυτός που χτίζαν ήταν ένα τέτοιο παλικάρι με τόσο αρσενική ματιά, με τόσο δυνατό κορμί. Ένα μόνο δεν είχε δυνατό, την καρδιά του, που ράγισε νωρίς. Αλλά πριν ραγίσει είχε βάλει τόσο πάθος ζωής μέσα στα βιβλία του, που καθώς έβλεπα το σώμα να χάνεται χτισμένο στη γη, έλεγα πως κάποιο λάθος είχε γίνει. 

Εκείνη την ώρα μια ξένη γυναίκα, άγνωστη, μαυροφορεμένη, γυρίζοντας απ' το νεκρό της είδε τον τάφο, στάθηκε μια στιγμή να παρακολουθήσει το έργο που γινόταν. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα: μια γυναίκα, ο ασβέστης που έχτιζε τον Καραγάτση, η γη.

Ηλίας Βενέζης (από το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας», ένα χρόνο μετά το θάνατο του Μ. Καραγάτση (15.9.61)

Ο Μ. Καραγάτσης το 1942 με το φακό του Τάκη Τλούπα.
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

«Τι γίνηκε η Άννα;», Μ. Καραγάτσης, Η πλάνη του έρωτα



Ο αριστοκρατικός κύκλος της πόλης, η νεολαία, η ορχήστρα .......

Σε κάποια επαρχιακή πόλη, χωμένη στο μυχό ενός γραφικού μυθολογικού κόλπου, γίνηκε αυτή η ιστορία. Δεν την πήρε κανείς από τούς ταχτικούς θαμώνες της Διακοσμητικής χαμπάρι. Μα εγώ την ξέρω, και έχω λόγους να την ξέρω. Άλλωστε τα ασήμαντα αυτά γεγονότα γίνηκαν τόσο κοντά μου, ώστε μπορώ να πω, ότι μ’ ετύλιξαν μέσα στον κύκλο της εξέλιξής των.

Το πιο αριστοκρατικό κέντρο της πόλης είναι η Διακοσμητική. Έτσι λέγεται ένας όμορφος κήπος, που είναι δίπλα στην ήμερη θάλασσα. Το απόγεμα πηγαίνει αρκετός κόσμος. Μα το βράδυ μόνο καμιά τριανταριά άνθρωποι — οι αριστοκράτες της επαρχίας— καθισμέ­νοι ακούν με κατάνυξη τη μουσική. 


Οι κύκλοι είναι ορισμένοι. Να ο κ. νομάρχης με την παρέα του, τον μέραρχο, τον διευθυντή της Εθνικής, τον Πρόεδρο και τον Εισαγγελέα. Κολάρα ψηλά, κα­πέλα σκληρά, μουστάκια σεβαστά. Μαζί τους είναι και μερικές κυρίες, ντυμένες άκομψα, μα φρικωδώς άκομψα. Παραπέρα η παρέα του προέδρου του εμπορικού συλλόγου. Καπαρντίνες τσαλακωμένες, παπιγιόν πε­λώρια, κολάρα μαλακά, καταζαρωμένα, ολομέταξα. 

Και κοντά στη μουσική, σε μια γωνιά, η χρυσή νεολαία, η κομψή νεολαία, σνομπ όσο δεν παίρνει και μιμητική σαν πίθηκος, ντυμένη με την τελευταία μόδα του προπέρσινου φιγουρινιού. 




Στις δέκα και μισή αρχίζει η μουσική. Διά μιας η κουβέντα παύει. Όλοι με προσοχή ακούν το μαρς, το εναρκτήριο μαρσάκι, σπεσιαλιτέ της ορχήστρας, και πρεφερέ όλων.

Ο πιανίστας ανεβοκατεβάζει βαριά τα χέρια του, θέλοντας να δώσει με το παίξιμό του την εντύπωση του περπατήματος στρατού, και κρατάει το χρόνο χτυπώ­ντας κανονικά με το δεξί του πόδι το φόρτε.

Το βιολοντσέλο σκορπάει ρυθμικά βαριούς τόνους, λες και ήταν η μπάντα της φρουράς.



Και ο βιολιστής, το δαιμόνιο αυτό της επαρχιακής πόλης, σκορπούσε δοξαριές, που έδιναν στις κυρίες το δέρμα της κότας όπως λεν στα γαλλικά μυθιστορήματα.

Σαν τελειώσει το κομμάτι όλοι χειροκροτούν, ο βιολιστής υποκλίνεται με άφατη ευγένεια, και χαμογε­λώντας κατεβαίνει από την εξέδρα.




....και η Άννα, η πλατωνική φιλενάδα των μουσικών....

Εκεί μπροστά, κάτω από ένα πελώριο ηλεκτρικό γλόμπο, γενικό εντευκτήριο των
κουνουπιών, σ’ ένα τραπεζάκι κάθεται μόνη της, πάντα μόνη της, η Άννα. 

Τι είναι η Άννα; Θεέ μου, είναι νια, μελαχρινή, νόστιμη, ορεκτική, κομψή, πετακτή, ειρωνική, με μια λέξη η ηρωίς της ιστορίας μας. Οι τρεις μουσικοί καθόσαντε στο τραπεζάκι της στα διαλείμ­ματα, και αρχίζανε μια κουβεντούλα, διακριτική, σι­γαλή, γλυκιά. Την θαύμαζαν τόσο τη μικρούλα τους την Άννα, την αγαπούσαν τόσο! Το χαμόγελό της ήταν η αχτίνα της φτωχικής καμποτίνικης ζωής τους.

Δεν ξέρω τι σχέσεις είχε μαζί τους. Μου φαίνεται ότι ο νεαρός βιολιστής είχε κάνει προόδους στη καρδιά της, αν και οι καλώς πληροφορημένοι ισχυρίζονται ότι κανείς δεν μπορεί να πει ότι της πήρε μια γλυκιά λέξη.

Η Άννα ήταν το μυστήριο της Διακοσμητικής, η επιθυμία της χρυσής νεολαίας, η Χαρά και η Ευτυχία των αγαθών μουσικών.

Και όταν ύστερα από το μαρς, το σκερτσόζο μαρσάκι, ο βιολιστής της γελούσε πάνω απ’ την εξέδρα του παίζοντας με φοβερό επαρχιακό μπρίο τη Ζιγκόρα, όλοι το βρίσκαν αυτό φυσικό, παληό και κανονικό, σαν το νόμο της βαρύτητος, και τη θεωρία της εξελίξεως. 




Ο ανατροπεύς του ισοζυγίου της φτωχικής ζυγαριάς......


Και η ζωή
 θα περνούσε πάντα η ίδια στη Διακοσμητική, αν δεν ερχόταν ο ξένος, ο ανατροπεύς αυτού του ισοζυγίου της φτωχικής ζυγαριάς της ζωής των περιπλανόμενων καμποτίνων. 

Ήταν Αθηναίος από την Αθήνα. Είχε έναν αέρα στο περπάτημά του, στο ντύσιμό του, στο δέσιμο της γραβάτας του, αλλιώτικο, που εσυγκίνησε τις κυρίες. Μόλις έφτασε αμέσως έπιασε παρέα με τη χρυσή νεολαία. Η επιρροή του ήταν φοβερή. Αμέσως τους τράβηξε από τη σκοτεινή γωνιά τους, τους έφερε στο φως, τους γέμισε φλυαρίες, αερολογίες, ιστορίες αθηναϊκές, για ντάνσινγκ, για κούρσες, για μοδιστράκια και για μεγάλες κυρίες. Τα έλεγε αυτά τόσο εύθυμα, τόσο αδιάφορα, τόσο αληθοφανή, που όλοι τον συμπάθησαν, τον εξετίμησαν και τον εθαύμασαν. 


Στην Πλατεία Συντάγματος (1926) 


Σαν βαρέθηκε μιλώντας, άρχισε να κάνει κριτική του περιβάλλοντος. Θεέ μου! Τι ειρωνεία!

Ακόμα Τροβατόρε παίζει η Μουσική εδώ πέρα;


Αυτός ο τύπος συνταξιούχου κουρελή είναι ο νομάρχης; Μα είναι η προσωποποίηση του κράτους που αντιπροσωπεύει. 

Και αυτός ο Διευθυντής της Εθνικής; Μα είναι ντυμένος σαν εισπράκτωρ λεωφορείου! 

Και αυτή η μικρούλα μόνη της ποια είναι; Έχει δυο μικρά ματάκια πονηρά πολύ περίεργα. Η εξήγηση που του δώσαν τον έκανε να σκάσει από τα γέλια. Η πλατωνική φιλενάδα των μουσικών. 

— Και δεν βγαίνει τίποτα;... ρώτησε κλείνοντας το μάτι.

Όλοι μείναν έκπληχτοι. Η Άννα; Α μπα! Ούτε κατά φαντασίαν. Ο Αθηναίος πήρε ένα ύφος κούφο.

— Έτσι λέτε; Ει μη τον δάκτυλον θέσω επί τον τύπον των ήλων ουκ αν πιστεύσω!

Και έστησε αμέσως τις μπατερίες του. 




Τι γίνηκε η Άννα; 


Η χρυσή νεολαία, σκανδαλισμένη, παρακολουθούσε την ιστορία. Η ορχήστρα δεν πήρε χαμπάρι τίποτα. Οι μελωδίες του Ριγολέττου συγκινούσαν τους γέρους υπαλλήλους, όπως πάντα, και τα γκαρσόνια κοιμόσαντε ορθά.

Πώς εξελίχτηκαν έτσι τα γεγονότα; Κανείς δεν μπορεί να το πει. Ένα μεγάλο κενό μπερδεύει τη συνέχεια της ιστορίας. Το βέβαιο είναι ότι όταν η χρυσή νεολαία βγήκε από το καμπαρέ, όπου τελείωσε τη βραδιά της ύστερα από τη Διακοσμητική, είδε στην παραλία να περπατούν, κοντά-κοντά μιλώντας και γελώντας τον Αθηναίο και την Άννα.

Το άλλο βράδυ η νεολαία γύρισε στην ανθισμένη γωνιά της. Όλοι τους ήσαν σιωπηλοί και σκεπτικοί. Το τραπεζάκι που ήταν μπρος στην εξέδρα ήταν αδειανό.
Η ορχήστρα άρχισε. Το εναρκτήριο πεταχτό μαρσάκι. Μα τα χέρια του πιανίστα έπεφταν άτονα πάνω στα κόκκαλα, το βιολοντσέλο έβγαζε βαριούς φθόγ­γους. Όσο για το βιολί, το φτωχό βιολί, έκλαιγε με σιγανά αναφιλητά, που τα κατάπινε από τη ντροπή του.

Και η Άννα; Τι γίνηκε η Άννα;

Την είδε κάποιος εκείνο το βράδυ μέσα σε μια βάρκα να πηγαίνει προς τ’ ανοιχτά τραγουδώντας. Ήταν και ο Αθηναίος μαζί της..


Ιούλιος 1926
Μ. Καραγάτσης, Επαρχιώτικη ιστορία, Νεανικά διηγήματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας



Από τον ρομαντικό έρωτα στον πραγματικό...



Στο διήγημα, η προσωπική πλευρά της ηρωίδας είναι αθέατη και παραμένει μυστήριο. Ο λόγος του αφηγητή προβάλλει μόνο την κοινωνική όψη της ιστορίας, πιο προσιτή και κατανοητή από τον αναγνώστη, σε αντίθεση με την προσωπική που, παρά τις όποιες επεξηγήσεις, παραμένει θολή και δυσκολονόητη.

Παρά
 το κενό και τα ερωτηματικά που αφήνονται αναπάντητα, είναι ευδιάκριτη η αντίληψη του νεαρού Καραγάτση για τη διπλή φύση της γυναίκας - παράδεισος και κόλαση μαζί - η οποία βρίσκει την αντιστοιχία της στις δυο αντιθετικές μορφές του έρωτα: τον ρομαντικό ανεκπλήρωτο έρωτα ανάμεσα στους μουσικούς και την Άννα, και το ρεαλιστικό έρωτα ανάμεσα στην Άννα και τον Αθηναίο.

Η πρώτη
 μορφή του έρωτα, αγνή, γεμάτη πάθος, δεν έχει σχέση με την κατάκτηση, την ηδονή, τον αισθησιακό πόθο. Η Άννα για τους μουσικούς είναι η μούσα τους. Για τον βιολιστή, ιδίως, είναι και θα παραμείνει ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Ανεκπλήρωτος ίσως από φόβο. Φόβο να τη πλησιάσει περισσότερο ή φόβο να μη χάσει αυτή τη ρομαντική σχέση που έχει μέχρι τώρα μαζί της. Η Άννα, από τη μεριά της, σίγουρα κολακεύεται από το ενδιαφέρον των μουσικών προς αυτή. Κάθε γυναίκα έχει την ανάγκη να νιώθει ότι αγαπιέται. Το πιο πιθανό είναι να τρέφει και εκείνη στοργικά αισθήματα προς τους μουσικούς, να τους αισθάνεται φίλους της, αλλιώς δεν θα βρισκόταν κάθε βράδυ στο τραπεζάκι κοντά στην ορχήστρα.

Η
 στάση του Αθηναίου απέναντι στην Άννα αντιπροσωπεύει τη ρεαλιστική μορφή του έρωτα. Κατακτητής - θυμίζει ήρωα-εραστή ρομαντικών μυθιστορημάτων - ανώτερος κοινωνικά, με αέρα και άνεση πρωτευουσιάνου, έμπειρος ερωτικά, θέλει να δείξει τη δύναμή του απέναντι στις γυναίκες, τις οποίες ίσως στο βάθος να περιφρονεί.

Δεν πιστεύει στην ιδιότητα της Άννας ως πλατωνικής φιλενάδας των μουσικών.

Νέα,
μελαχρινή, νόστιμη, ορεκτική, κομψή, πετακτή, χαμογελαστή, με δυο μικρά ματάκια πονηρά πολύ περίεργα, που κάθε βράδυ κάθεται μόνη της στο τραπεζάκι μπροστά στην εξέδρα των μουσικών.......

Μάλλον βλέπει σ' αυτήν μια γυναίκα με ανικανοποίητους πόθους, τους οποίους είναι πρόθυμος αυτός να ικανοποιήσει. 

Ίσως να μην έχει και άδικο, αν και η Άννα, όσο κι αν μοιάζει εγκλωβισμένη στον ασφυκτικό κλοιό μιας επαρχιακής πόλης και μιας αντίστοιχα επαρχιώτικης νοοτροπίας, επιδεικνύει ελευθερία και τόλμη στη συμπεριφορά της. Το διακριτικό φλερτ με τους μουσικούς της «Διακοσμητικής» ικανοποιεί τη γυναικεία ματαιοδοξία της αλλά θα αποδειχτεί ισχνότερο από την έλξη του ξενοφερμένου πρωτευουσιάνου.

Ασυνήθιστη σε τέτοιου είδους φλερτ και επιρρεπής στα σκιρτήματα της σάρκας, πέφτει εύκολα στα δίχτυα του. Ο Αθηναίος είναι για εκείνη το διαφορετικό. Ξέρει πώς να φερθεί σε μια γυναίκα, δίνοντάς της τη προσοχή που αναζητούσε, το γλυκό και συγχρόνως τρυφερό λόγο, το χάδι. Ο διακριτικός θαυμασμός, η πλατωνική αγάπη και στοργή των μουσικών δεν καταφέρνει ν' ανταγωνιστεί τα ηδονικά χάδια του Αθηναίου που ξυπνάει τα ερωτικά της ένστικτα και την κερδίζει.


Και μετά; 

Ποια είναι  η «μοίρα» της επιθυμίας στα έργα του Καραγάτση, αρχής γενομένης από το πρώτο διήγημα με το οποίο έκανε την εμφάνισή του στα γράμματα το 1927; 

Ρομαντικός, πλατωνικός,ατελέσφορος και καταδικασμένος υπήρξε ο πρώτος έρωτας του οκτάχρονου, την εποχή της Λάρισας,συγγραφέα, που αντί να ερωτευτεί τις συμμαθήτριές του, αγάπησε τη δασκάλα του», την «Κυρία Νίτσα»: 

«Η πρώτη μου αγάπη ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα, ίσως και πιο πολύ….. Περιττό να προσθέσω ότι δεν την αγαπώ πια»

Ήδη, λοιπόν, από το πρώτο του διήγημα, μοίρα της επιθυμίας στον Καραγάτση είναι να σκοτώνει το αντικείμενό της, ώστε αυτή, και διά της γραφής, να διαιωνιστεί.

Ίσως
 με τον ίδιο τρόπο να εξέπνευσε και ο «έρωτας» του Αθηναίου για την Άννα, όταν η «ηρωίς της ιστορίας» ενέδωσε στην πολιορκία, «το μυστήριο της Διακοσμητικής» διελευκάνθη και η «εκπόρθησις» του κάστρου αποδείχτηκε εύκολη υπόθεση για τον έμπειρο «εκ πρωτευούσης» πολιορκητή.

Antonio Mora, "Bye" 

Η πλάνη του έρωτα

Ο
 έρωτας, για τον νεαρό Καραγάτση, είναι μια πλάνη, η οποία συνίσταται σε μια εξιδανίκευση της libido. Η σαρκική έλξη  είναι εκείνη που προκαλεί την αυταπάτη του έρωτα.

Η ιδέα
 αυτή διαφαίνεται και στο διήγημα [Δύο έρωτες] γραμμένο το 1928.  Ο αφηγητής αναγνωρίζει ότι η αγάπη της γυναίκας ικανοποιεί μόνο τον εγωισμό του και τα σαρκικά του ένστικτα. Αν και έχει αφιερωθεί μόνο σε μια γυναίκα δεν αισθάνεται ότι αγαπάει. Αιτία αυτής της αδυναμίας του να αγαπήσει είναι σύμφωνα με εκείνον η «έκφυλη πείρα» του. Βαθιά μέσα του ελπίζει ότι στο μέλλον θα βρεθεί η γυναίκα μαζί με την οποία θα νιώσει «κάτι πιο λεπτό και πιο βέβαιο». Η πείρα του όμως τον έχει κάνει τόσο δύσπιστο ώστε να γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να του συμβεί και ότι υπάρχει μόνο στην φαντασία του.

Στο «Χειμέριο», θεατρικό μονόπρακτο γραμμένο το 1925, ο νεαρός Καραγάτσης πραγματεύεται επίσης την πλάνη του Έρωτα. Ο ήρωας - αστός όπως ο Αθηναίος της «Επαρχιώτικης ιστορίας» - ποιητής και συγγραφέας όμως αυτός, είναι νέος, ωραίος, επιτυχημένος αλλά τρομερά επιπόλαιος με τις γυναίκες. Συναναστρέφεται με πολλές, όλες κενόδοξες και άπληστες, ζητώντας την ηδονή και προσφέροντας ως αντάλλαγμα ακριβά δώρα. Αφήνει το έργο του έρωτα στη δικαιοδοσία της σάρκας, περισσότερο ως λύση ανάγκης παρά ως μια εξ αρχής εκούσια επιλογή και σταθερή απόφαση. Η ανάγκη της ψυχής ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί παραμένει ζωντανή και ανικανοποίητη.


ΠΗΓΕΣ

  • Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Εισαγωγή στην έκδοση της Εστίας 
  • Axiotidou Evangelia,  Η γυναίκα, ο έρωτας και η πλάνη του, στα Νεανικά Διηγήματα του Μ. Καραγάτση, UNIVERSITEIT VAN  AMSTERDAM ]