Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

«Ο Θησέας σφάλλει αν με νομίζει νικημένη, εμένα, την Αριάδνη....», Ρέα Γαλανάκη, Εγώ, η Αριάδνη


John William Waterhouse, Ariadne (1898)
Εγώ, η Αριάδνη....

Επειδή «οι μύθοι έχουν πολλές ουρές για να τους πιάσεις....»

Επειδή «την ερωτική ιστορία της Αριάδνης και του Θησέα την "έγραψε" ο άντρας αυτής της μυθικής σχέσης, ο Θησέας, εκπρόσωπος των ελληνικών φύλων που επικράτησαν και των καινούριων θεών που παραμέρισαν τις παλαιότερες μεσογειακές θρησκείες.

Είναι μόνο η αφήγηση του αρσενικού στον έρωτα, του νικητή σε όλα άντρα. Λες και σώθηκε από μόνος του, ο τόσο νικητής, ο τόσο ανυποψίαστος σε όλα......

Ιδού, λοιπόν, ο λόγος στη ίδια την Αριάδνη....


George Frederic Watts, Ariadne (1894)
The Metropolitan Museum of Art


«...μια νεαρή κοπέλα ερωτευμένη.Υπήρξα κι έτσι. Όχι όμως μόνον έτσι....»


[....[ Βιαζόταν ο Θησέας, πάντα βιάζονται οι νικητές, περισσότερο οι δήθεν σε όλα νικητές. Κι εγώ εκπροσωπούσα τον εχθρικό σ’ εκείνον παλιό κόσμο, που είχε επιβάλει φόρο αίματος στην πατρίδα του Αθήνα, εκπροσωπούσα και τους δύοντες θεούς της Κρήτης, ακόμη και μια κοινωνία όπου οι γυναίκες στέκονταν πιο σεβαστές, πιο ιερές, πιο ελεύθερες απ’ ό,τι στα δικά του μέρη. [.....]

Ο Θησέας βέβαια θα διακηρύξει, και θα τον ακούσουν όλοι οι κατοπινοί αιώνες, όλοι οι μελλοντικοί θεοί κι ανθρώποι, πως ήμουν μια γυναίκα σκοτεινή, περήφανη, που ναι μεν τον βοήθησα, ωστόσο πρόδωσα τον τόπο μου κι έπρεπε, ίσως, να τιμωρηθώ γι’ αυτό. Ακόμη και των πιο προσωπικών στιγμών μου η ιστορία θα γραφτεί από τον νικητή, που θα φροντίσει βέβαια να αφαιρέσει από την αφήγησή του το αγκάθι της δικής του ατιμίας. Μοιάζει σαν να ορίζει με το ξίφος του ο νικητής μια νέα γλώσσα, αλλάζοντας το νόημα όσων λέξεων επιθυμεί, λόγου χάριν έρωτας, ατιμία, ενοχή, εξουσία, προδοσία. Του Θησέα τα ελληνικά θα επιζήσουν, οι δικές μας κρυπτικές πανάρχαιες γραφές μάλλον θα χαθούν.

Μιλώ, λοιπόν, στη θάλασσα, κι ας μην ακουστούν οι πανάρχαιες, οι σιβυλλικές μου λέξεις ποτέ κι από κανέναν. Μιλώ και λέω ότι ο Θησέας σφάλλει αν με νομίζει νικημένη, εμένα, την Αριάδνη. Σ’ αυτή την ακτή εγκατέλειψε μια νεαρή κοπέλα ερωτευμένη.

Υπήρξα κι έτσι. Όχι όμως μόνον έτσι.[....]



George Frederick Watts, Ariadne in Naxos (1875)




Έπρεπε να υποταχθώ στον άντρα, για να ξαναβλαστήσω ως γυναίκα....

Σήμερα, μόνη μου μέσα στο φως του ήλιου, όλα μου φαίνονται πιο καθαρά. Και ισχυρίζομαι ότι η πρόσκαιρη υποταγή μου στον Θησέα, στον πόθο μάλλον του Θησέα, δεν ήταν και καμιά ταπείνωση δική μου, ωστόσο και η ερωτική του νίκη δεν ήταν και καμιά σπουδαία νίκη. Είναι απλό, ο Θησέας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι για μένα, τη γυναικεία θεότητα ενός πανάρχαιου κόσμου, την ιέρεια των νημάτων και των μυστικών τους στην υφαντική, προπαντός τη βλαστική θεά, θεά των εποχικών κύκλων και της βλάστησης, υπήρχε ένα αναγκαίο στάδιο: έπρεπε πρώτα να υποταχθώ στον άντρα, για να μπορέσω πάλι να ξαναβλαστήσω ως γυναίκα.

Κύκλοι ατέρμονες του χρόνου και της βλάστησης. Ένας ελικοειδής λαβύρινθος - πώς με κυκλώνει τούτη η λέξη από παντού...

Υπήρχε, με άλλα λόγια, κάτι σαν προκαθορισμένο από τη μοίρα σχέδιο: Έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να πεθάνω για να μπορέσω να αναστηθώ, ώστε γι’ ακόμη μια φορά να συμβολίσω, όπως άρμοζε στον ρόλο μου ως γυναικεία θεότητα, ολόκληρο τον κύκλο της φύσης. Θάνατο της ζωής κάθε χειμώνα, ξαναζωντάνεμά της κάθε άνοιξη, αυτό το τόσο απλό.

Όποιος, ωστόσο, συμβολίζει τον αέναο κύκλο θανάτου και ζωής, δεν μπορεί να είναι απόλυτα θνητός. Ο ωραίος Θησέας, άνθρωπος με θεϊκή καταγωγή όπως τον άκουσα με τα ίδια μου τ’ αφτιά να ισχυρίζεται ενώ χορεύαμε, έπαιξε, δίχως καθόλου να το καταλάβει, τον ρόλο που έπρεπε να παίξει, που του ήταν γραφτό να παίξει, για να ολοκληρωθεί ο δικός μου προορισμός. Έπαιξε τον ρόλο του στη δική μου ιστορία, τη δική μου πορεία, την ανεξάρτητη από τη δική του. Και εν αγνοία του όλα αυτά, ενώ κυνηγούσε μόνο τον δικό του στόχο.

Τίποτε δεν κατάλαβε απ’ αυτά ο μεθυσμένος από τη νίκη και το αίμα νικητής. Ούτε καν ότι η κινητήρια δύναμη του κυκλικού συμβολισμού, δηλαδή του δικού μου θηλυκού συμβολισμού, είναι ο έρωτας, η γονιμότητα, η αναπαραγωγή της φύσης και ο θάνατος. Από πάντα και για πάντα.

Ο πόθος μου για τον ωραίο ξένο, όσο κι αν με τράνταξε, μάλλον ένα κομμάτι του παραπάνω σχεδίου για την ολοκλήρωσή μου ήταν κι αυτός. Αλλά και η βοήθειά μου προς τον θύτη, η δήθεν προδοσία, η αρπαγή και η εγκατάλειψή μου, όλα μέρος του αναπόφευκτου σχεδίου ήταν.

Μιλώ κι ακούω τα λόγια μου, ξέρω τι λέω. Είμαι ήρεμη, όσο ποτέ. Είμαι, επιτέλους, κύρια του εαυτού μου. [.....]

Angelica Kauffman, Ariadne left on the island of Naxos

Ποιος νικά, ποιος δεν νικά, λοιπόν, στον έρωτα; 

Γελώ ξανά, o έρωτας έχει μια πηγαία χάρη, αν όχι μια πηγαία σοφία: να ειρωνεύεται εκείνους που νομίζουν ότι είναι σε όλα νικητές.[.....]

Ο θεός Διόνυσος έρχεται προς τη μεριά μου......Ζει, δεν νικήθηκε ούτε θα νικηθεί ποτέ από κανένα νεαρό θεό ο γηγενής στην Κρήτη, ο Κρήσιος Διόνυσος. Έρχεται. Μαζί μου ερωτευμένος.

Ο θεός Διόνυσος είναι αυτός που θα με ξανασηκώσει, θα με αναστήσει, για να κλείσει έτσι ο κύκλος της πτώσης με την έγερσή μου. 


Στο πλευρό του Διόνυσου, ενός θεού που δεν συγκαταλέγεται στο καινούργιο δωδεκάθεο, μα εξακολουθεί να είναι πανίσχυρος, να είναι ο αγαπημένος των ανθρώπων, θα δεχτούν κι εμένα, τη γυναίκα του, στην τάξη των ηρώων οι θεοί. Γιοι μας ο Στάφυλος και ο Οινοπέας. 

Κάποιοι τόποι θα συνεχίσουνε να με λατρεύουν ωσάν μια πάναγνη γυναικεία θεότητα, ως τη σύζυγο του Διόνυσου. Το χρυσό στεφάνι μου θα συνεχίσει να φεγγοβολά, αστερισμός στο ουράνιο στερέωμα.

Ποιος νικά, ποιος δεν νικά, λοιπόν, στον έρωτα;

Γι’ αυτό έκανα πως κοιμόμουν και τον άφησα να φύγει με το πένθιμο καράβι. Όλα έγιναν σωστά. Κι όχι μόνο έγιναν, μα επιπλέον ονειρεύτηκα πως όλα έγιναν σωστά, όταν αποκοιμήθηκα με ύπνο βαθύ, παυσίλυπο, σ’ αυτή την έρημη ακρογιαλιά της Νάξου.


Ρέα Γαλανάκη, Εγώ η Αριάδνη, 
Δυο γυναίκες, δυο θεές, εκδόσεις Καστανιώτη


Tintoretto, Bacchus and Ariadne ( 1578)


Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

«...κι εγώ με λέξεις θα κόβω τις κλωστές της νοσταλγίας...», Η άλλη Πηνελόπη, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Domenico Beccafumi, Penelope (περίπου 1514)

Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου.......

And your absence teaches me
what art could not

Daniel Weissbort
Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
κάτω απ’ το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
—απουσία από τη ζωή—
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος
που στερείται.

Σβήνω, σχίζω, πνίγω
τις ζωντανές κραυγές
«πού είσαι, έλα, σε περιμένω
ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες»
και ξαναρχίζω το πρωί
με νέα πουλιά και λευκά σεντόνια
να στεγνώνουν στον ήλιο.

Δε θα ’σαι ποτέ εδώ
με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια
να στάζουν τα παλιά ταβάνια
φορτωμένα βροχή
και να ’χει διαλυθεί η δική μου
μες στη δική σου προσωπικότητα
ήσυχα, φθινοπωρινά…

Η εκλεκτή καρδιά σου
—εκλεκτή γιατί τη διάλεξα—
θα ’ναι πάντα αλλού
κι εγώ με λέξεις θα κόβω
τις κλωστές που με δένουν
με τον συγκεκριμένο άντρα
που νοσταλγώ
όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
στου καθενός το νου.

Σε λησμονώ με πάθος
κάθε μέρα
για να πλυθείς από τις αμαρτίες
της γλύκας και της μυρωδιάς
κι ολοκάθαρος πια
να μπεις στην αθανασία.

Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
τι απουσία
ή πώς λειτουργεί το εγώ
στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο
πώς δεν σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σα να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Λέει η Πηνελόπη, 
Ποιήματα (1963–1977). Αθήνα, Καστανιώτης.

Glyn Warren Philpot, Penelope (surrounded by suitors)

Η σκέψη μου σ’ έχει ξεπροβοδίσει πάλι...

Απ’ το παράθυρο
ο κήπος μοιάζει ν’ ανήκει
αλλού
και το σπίτι να ταξιδεύει
πάνω σ’ ένα φύλλο.

Μέσ’ απ’ τη γρίλια
κομμένοι φέτες συνεδριάζουν
οι μνηστήρες της σιωπής μου
οργανώνουν τη ζωή μου
σαν βεγγέρα
κι ανεβαίνει ως τα πάνω πατώματα
η τσίκνα
απ’ τα εδέσματα
της μακρότατης αναμονής μου.

Πετούν γύρω μου οι μνηστήρες
ζαλισμένοι απ’ το φως
της εκθαμβωτικής μοναξιάς μου·
όταν τους κοιτώ από ψηλά
είναι που βρίσκομαι σε μια κάμαρη
γεμάτη Οδυσσέα.

Ας μη μιλήσω πάλι
για τη θεσπέσια φωνή του
τη λίγη πρωτοτυπία του
που τον έκανε αιώνιο απ’ την αρχή
αλλά για μιαν αλλαγή
μια λαμπερή κλωστή
μέσα μου.

Περιμένοντας φτάνω στην ουσία
του εαυτού μου.
Πώς να περιγράψω το κουκούτσι
όταν πια δεν περιβάλλεται
είναι γυμνό και δε φοβάται
δονείται, δε σπαρταρά
και μου επιβάλλει τη σταθερότητα
του χρόνου;

Μια σοβαρότητα αρχίζει από μένα
και πιάνει όλη τη φύση
αν η πορεία συνεχιστεί
κι ο θάνατος θα είναι
μια αξία.

Ακούω κάτω τους αλαλαγμούς,
ήμουνα κάποτε κι εγώ
με λάσπες στο κεφάλι
λεμονανθούς στ’ αυτιά
φώναζα παθιασμένα
«λευτερωθείτ’ απ’ τα δεσμά!»

μα τα δεσμά είναι βαθιά
μια συμπεριφορά
που παίζει ο εαυτός
τον εαυτό του.

Τώρα ένα παράθυρο μόνο·
πίσω του η μικρή μου
ιδιωτική σκιά
ο φυσικός μου κόσμος.

Κλεισμένη μες στο σπίτι
όπως μες στο χρόνο
κοιτάζω το δέντρο
όπως το θεό:
έξω απ’ το χρόνο.
Καταλαβαίνω λίγο
την παρουσία μου
εδώ
μ’ εσένα και χώρια από σένα·

το κρέας μου σε περιμένει
μα η σκέψη μου σ’ είδε να ’ρχεσαι
από καιρό
και σ’ έχει ξεπροβοδίσει πάλι.
Τα πρόσωπα υπάρχουν
μόνο μέσα μας
τα μάτια τους λάμνουν
στα υγρά του οργανισμού μας.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Οι μνηστήρες,
Ποιήματα (1963–1977). Αθήνα, Καστανιώτης

Dante Gabriel Rossetti, Penelope (1869)


Ο πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο εκλεκτός και του ’κλεισε την πόρτα.....

Μέσ’ απ’ τις ελιές έρχεται η Πηνελόπη
με τα μαλλάκια της όπως όπως μαζεμένα.
κι ένα φουστάνι απ’ τη Λαϊκή,
μπλε μαρέν με άσπρα λουλουδάκια.
Μας εξηγεί πως δεν ήταν από προσήλωση
στην ιδέα «Οδυσσέας»
που άφηνε τους μνηστήρες χρόνια
να περιμένουν στο προαύλιο
των μυστικών συνηθειών του κορμιού της.

Εκεί στο παλάτι του νησιού
με τους φτιαχτούς ορίζοντες
μιας γλυκερής αγάπης
και το πουλί απ’ το παράθυρο
να συλλαμβάνει μόνον αυτό, το άπειρο
είχε ζωγραφίσει εκείνη με τα χρώματα της φύσης
την προσωπογραφία του έρωτα.

Καθιστός, το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο
βαστώντας μια κούπα καφέ
πρωινός, λίγο μουτρωμένος, λίγο χαμογελαστός
να βγαίνει ζεστός απ’ τα πούπουλα του ύπνου.
Η σκιά του στον τοίχο
σημάδι από έπιπλο που μόλις το σηκώσαν
αίμα από αρχαίο φόνο
μοναχική παράσταση του Καραγκιόζη
στο πανί, πίσω του πάντα ο πόνος.

Αχώριστοι ο έρωτας κι ο πόνος
όπως το κουβαδάκι κι ο μικρός στην αμμουδιά
το αχ! κι ένα κρύσταλλο που γλίστρησε απ’ τα χέρια
η πράσινη μύγα και το σκοτωμένο ζώο
το χώμα και το φτυάρι
το γυμνό σώμα και το σεντόνι τον Ιούλιο.

Κι η Πηνελόπη που ακούει τώρα
την υποβλητική μουσική του φόβου
τα κρουστά της παραίτησης
το γλυκό άσμα μιας ήσυχης μέρας
χωρίς απότομες αλλαγές καιρού και τόνου
τις περίπλοκες συγχορδίες
μιας άπειρης ευγνωμοσύνης
για ό,τι δεν έγινε, δεν ειπώθηκε, δε λέγεται
νεύει όχι, όχι, όχι άλλο έρωτα
όχι άλλο μιλιές και ψιθυρίσματα
αγγίγματα και δαγκώματα
φωνούλες στα σκοτάδια
μυρωδιά από σάρκα που καίγεται στο φως.
Ο πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο εκλεκτός
και του ’κλεισε την πόρτα.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η άλλη Πηνελόπη, 
Ποιήματα (1986-1996), Καστανιώτης

David Ligare, Penelope (1980)

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

«Θα σε στείλω κατάστρωμα άναυλα....», Άλκη Ζέη, Μια ανάμνηση από τον Νίκο Καββαδία


Είχε παραξενευτεί που ήξερα ένα ποίημά του απέξω......

Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε τον γνώρισα. Πάντως μετά την Κατοχή. Τον συναντούσαμε με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου στο σπίτι του ηθοποιού Αντώνη Γιαννίδη. Είχε πολύ παραξενευτεί όταν του είπα πως ξέρω ένα ποίημά του απέξω. Έβαλε τα γέλια.

- Εγώ κοντεύω να μην το θυμάμαι.

Με την αδελφή μου είχαμε ξεσχολίσει όλη την Ανθολογία του Αποστολίδη. Στην Κατοχή, μόλις πέφταμε στα κρεβάτια μας, πριν μας πάρει ο ύπνος, παραβγαίναμε ποια θα θυμηθεί πιο πολλά ποιήματα απέξω. Ένας ποιητής μόνο δεν μας άρεσε και δεν μαθαίναμε ούτε έναν στίχο του. Θα το πω κι ας γίνω ρεζίλι. Ήτανε ο Σικελιανός.

Του Κόλια ήτανε δημοσιευμένα στην Ανθολογία τρία ποιήματά του. «Ήθελα», «Οι γάτοι των φορτηγών» και «Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί». Εγώ προτιμούσα το πρώτο και θαρρώ πως με λίγη προσπάθεια ακόμα μπορώ να το θυμηθώ σχεδόν όλο. 


Ήθελα

Ήθελα πάντα να 'μενα μικρό κι αγνό παιδί
που απ' το ψυχρό δωμάτιο του έξω ποτέ δε βγαίνει
και που, σκυφτό, παράξενα βιβλία φυλλομετρεί,
κι απέναντί του το κοιτούν παλιάτσοι αραδιασμένοι·

που έχει μια ήρεμη καρδιά και σα μικρού πουλιού δειλή,
και που άλλη δεν εγνώρισε γυναίκα απ' τη μαμά του·
που ώρες πολλές, σε μια γωνιά, μένει και διόλου δε μιλεί,
και κάποια κούκλα που αγαπά κρατάει σφιχτά σιμά του·

που τα ψυχρά απογέματα, τα φθινοπωρινά,
το δρόμο έξω κοιτάζοντας απ' το παράθυρό του,
άγνωστα μέρη σκέφτεται, ταξίδια μακρυνά,
που στα βιβλία που διάβασεν ή που είδε στ' όνειρό του...

Και μια βραδιά χειμερινή που όλα με χιόνι έχουν στρωθεί,
μες στο ψυχρό και θλιβερό δωμάτιό του πεθαίνει
κι ως Αρλεκίνος να τον πάρει ο Χάρος έχει ερθεί
κι απέναντί του τον κοιτούν παλιάτσοι συντριμμένοι

Το ποίημα αυτό ήταν δημοσιευμένο στο Πειραϊκό Βήμα και δεν είχε ενταχθεί σε κάποια ποιητική συλλογή (βρίσκεται στο βιβλίο Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, εκδόσεις Άγρα και στην Ανθολογία Ρένου Αποστολίδη ). Ήταν υπογεγραμμένο από τον Πέτρο Βαλχάλα: ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο Καββαδίας στα πρώτα του κείμενα. Το εν λόγω ποίημα είναι γραμμένο το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1928 έως τον Ιανουάριο του 1930.



«Το ψέμα, για να γίνεται πιστευτό πρέπει να διανθίζεται....»

Ήτανε Ιούλιος του 1945
.
Δεν είχαμε παντρευτεί ακόμα με τον Γιώργο, μα είχε ζητήσει επίσημα το χέρι μου από τον πατέρα μου. Ο ίδιος είχε φύγει στη Θεσσαλονίκη, τουρνέ με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών - την Ασπασία Παπαθανασίου, την Αλέκα Παΐζη, τον Τίτο Βανδή και άλλους. Τους ακολουθούσε ακόμα ως μουσικός του θιάσου ο Μάνος Χατζιδάκις. Δεν λέγεται πόσο λαχταρούσα να πάω να τους βρω. Τα εμπόδια όμως αξεπέραστα. Πρώτον, ο πατέρας μου δεν θα με άφηνε να πάω να βρω τον Γιώργο «εκτός έδρας» και ύστερα δεν θα μου έδινε λεφτά για τα ναύλα. Το πρώτο εμπόδιο είχα σκεφτεί πώς να το ξεπεράσω. Στην Κατοχή, είχα μαθητέψει στη «σχολή» του Κώστα Αξελού. Μας μάζευε πέντε έξι κοπέλες και μας έκανε μαθήματα. Ούτε όμως μαρξισμού, ούτε φιλοσοφίας, αλλά πώς να λέμε ψέματα στους γονείς μας αν έπρεπε να λείψουμε - για δουλειές της Αντίστασης - πολλές ώρες από το σπίτι ή και ολόκληρο βράδυ.

Το ψέμα, μας έλεγε, για να γίνεται πιστευτό πρέπει να διανθίζεται. Αν πείτε απλά πως πήγατε στο σπίτι της τάδε φίλης σας, μπορεί και να μη σας πιστέψουν. Αν πείτε όμως πως οι γονείς της τσακώθηκαν, πως ο πατέρας έφυγε βροντώντας την πόρτα και η μητέρα λιποθύμησε σχεδόν, πως πήγε να πέσει από την καρέκλα και πιάστηκε από το τραπεζομάντιλο που ήταν βυσσινί και τραβήχτηκε μαζί με μια κανάτα με νερό, που βρισκότανε στο τραπέζι, κι έπεσε το νερό πάνω στις παντόφλες της που ήτανε προπολεμικές με φουντάκια... κι έτσι συνέχιζε ολόκληρη ιστορία. Μας είχε χάνει ξεφτέρια και πάντα έπιανε το κόλπο. Τώρα λοιπόν κι εγώ είχα σκεφτεί μια ολόκληρη ιστορία, σε συνεννόηση με τη μητέρα μου και κάποια φίλη που είχε στη Θεσσαλονίκη, όπου υποτίθεται πως θα έμενα σπίτι της. Μπορούσα βέβαια και καμιά φορά να δω τον Γιώργο. Με τα ναύλα όμως δεν γινότανε τίποτα.

Πήγα στον Γιαννίδη να πω τον πόνο μου και βρήκα τον Κόλια εκεί. Μ’ άκουγαν κι οι δυο με προσοχή.

- Με τη θάλασσα πώς τα πας; με ρώτησε ξαφνικά ο Κόλιας. Ζαλίζεσαι;

- Έχεις ακούσει ποτέ Σαμιώτισσα να παθαίνει ναυτία; απάντησα με ύφος Μπουμπουλίνας.

- Σπουδαία τότε, έκανε όλο χαρά ο Κόλιας. Πέρνα αύριο από το σπίτι να τα κανονίσουμε. Θα σε στείλω κατάστρωμα άναυλα.



«Βιάσου, μη σου τον φάει καμιά θεατρίνα»

Έτρεξα την άλλη μέρα σπίτι του, αφού είχα το βράδυ πει στον πατέρα μου πως η φίλη της μαμάς μού στέλνει εισιτήριο πρώτης θέσης.

Ο Κόλιας με υποδέχτηκε καταχαρούμενος, μ’ έβαλε στην τραπεζαρία κι άρχισε να ψάχνει μια στοίβα εφημερίδες που ήτανε κάτω στο πάτωμα. Αφού τις σκόρπισε, άρχισε να φωνάζει:

- Ζένιαααααααα. Ζένιααααααααα.

Εμφανίστηκε η αδελφή του η Ζένια, μια όμορφη λεπτοκαμωμένη γυναίκα.

- Τι ξεφωνίζεις, το βαπόρι σου βούλιαξε; είπε με μια απαλή τραγουδιστή φωνή.

Ύστερα με πρόσεξε κι ήρθε και μ’ αγκάλιασε. Ο Κόλιας συνέχισε ν’ ανακατεύει τις εφημερίδες και γύρισε θυμωμένος στη Ζένια.

- Πού την έβαλες τη σημερινή εφημερίδα; Η Ζένια απάντησε ήρεμα ήρεμα:

- Εγώ πού την έβαλα; Εσύ την πήρες από τα χέρια μου και τη διάβαζες στην τουαλέτα.

Ο Κόλιας έμεινε μια στιγμή άφωνος, ύστερα έκανε ένα «ωχ» και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο.

- Έτσι είναι αυτός, είπε γελώντας η Ζένια. Χάνει τα πάντα και τα γυρεύει από μένα.

Σε λίγο εμφανίστηκε ο Κόλιας μουτρωμένος.

- Καταλαβαίνεις; Τη σελίδα με τα ατμόπλοια βρήκα να μεταχειριστώ.

- Μη μου πεις πως έψαξες στο καλάθι με τα χαρτιά; έκανε έντρομη η Ζένια.

- Και πού ήθελες να ψάξω, στο ψυγείο; απάντησε τσατισμένος ο Κόλιας κι ύστερα πρόσθεσε θριαμβευτικά: Το βρήκα όμως.

- Τρέχα να πλύνεις τα χέρια σου και μετά μας λες τι βρήκες, είπε η Ζένια και τον έσπρωξε στην πόρτα βγαίνοντας μαζί του. 

Σε λίγο γύρισε ο Κόλιας κι είπε μ’ ένα παιδιάστικο, πονηρό χαμόγελο:

- Δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί δεν διακρίνονταν καλά οι ώρες, μα έβγαλα άκρη.

Η άκρη ήτανε πως μεθαύριο έφευγα για τη Θεσσαλονίκη.

- Βιάσου, έκανε εκείνος, μη σου τον φάει καμιά θεατρίνα.





«..θαλασσοπόρα, ναι, μα θα ξυλιάσεις μ’ αυτό το πράγμα»

Δώσαμε ραντεβού στον Ηλεκτρικό για τον Πειραιά. Είχα να μπω σε πλοίο πριν από τον πόλεμο. Το τελευταίο ταξίδι για τη Σάμο.

Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, ο Κόλιας μ’ έπιασε σφιχτά από το χέρι σάμπως και ήτανε να με χάσει. Δεν θυμάμαι πώς το λέγανε το πλοίο. Εκείνος έσπρωχνε τον κόσμο κι ανεβαίναμε σκάλες, ώσπου φτάσαμε στο κατάστρωμα.

- Κάτσε δω και μην κουνήσεις, μου είπε και με τοποθέτησε σε μια γωνιά.

Κόσμος, γυναίκες και παιδιά με μπόγους, καλάθια και βαλίτσες παίρνανε θέση στο κατάστρωμα. Φορούσα το καινούργιο μου φουστανάκι για τον Γιώργο που θα με προϋπαντούσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Σε λίγο γύρισε ο Κόλιας μαζί μ’ έναν καμαρότο που κρατούσε ένα πλιάν σκαμνάκι και μου είπε.

- Ο Σάββας είναι δικός μου, θα σε προσέχει.
Βάλανε το σκαμνάκι σε μια γωνιά και με... τοποθέτησαν. Ύστερα ο Κόλιας πρόσεξε το φουστανάκι, μου και το κοίταζε, νόμισα πως του άρεσε.

- Είπαμε πως είσαι θαλασσοπόρα, μα θα ξυλιάσεις μ’ αυτό το πράγμα.
Αυτό το «πράγμα» ήτανε το καινούργιο μου φουστανάκι που φύλαγα για τον Γιώργο. Άνοιξα το μικρό βαλιτσάκι που είχα μαζί μου κι έβγαλα ένα μάλλινο ζακετάκι που μου είχε χώσει μέσα την τελευταία στιγμή η μαμά μου.

Ο Κόλιας με φίλησε σταυρωτά, μου ευχήθηκε καλό ταξίδι και είπε να του φιλήσω τον ψηλό - εννοούσε τον Γιώργο.

Καθισμένη στη γωνιά μου, στο πλιάν σκαμνάκι, τον έβλεπα να φεύγει και να γυρίζει το κεφάλι κάθε τόσο να με κοιτάζει και να μου χαμογελάει με το παιδιάστικο χαμόγελό του.

Νομίζω πως δεν τον ξαναείδα. Όταν γυρίσαμε από τη Θεσσαλονίκη, ο Κόλιας ταξίδευε κι εμείς μόλις που προλάβαμε να παντρευτούμε κι άρχισαν οι περιπέτειές μας.


Η προτομή του Νίκου Καββαδία στο Αργοστόλι Κεφαλονιάς


Ήθελα πάντα να ’μενα μικρό κι αγνό παιδί ......

Πριν από λίγα χρόνια είχα πάει στην Κεφαλονιά καλεσμένη σ’ ένα σχολείο. Κάνοντας μια βόλτα στην πλατεία είδα μπροστά μου τον Κόλια. Δηλαδή την προτομή του. Φορούσε το κασκέτο του και κοίταζε μ’ ένα θλιμμένο παιδικό βλέμμα τη θάλασσα. Κι ύστερα από τόσα πολλά χρόνια, μου ήρθανε στον νου οι στίχοι του και τους απάγγειλα από μέσα μου εκεί μπροστά του.

Ήθελα πάντα να ’μενα μικρό κι αγνό παιδί 
Που απ’ το ψυχρό δωμάτιό του έξω ποτέ δε βγαίνει 
Και που σκυφτό παράξενα βιβλία φυλλομετρεί 
Κι απέναντι του το κοιτούν παλιάτσοι αραδιασμένοι.

Ύστερα θυμήθηκα το ζεστό φιλικό του χέρι που μ’ έσερνε σπρώχνοντας τον κόσμο για να φτάσουμε στο κατάστρωμα του βαποριού, που θα με πήγαινε στον Γιώργο πριν μου τον φάνε οι θεατρίνες.


Άλκη Ζέη, Μια ανάμνηση από τον Νίκο Καββαδία, Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά (σελ. 59-65), εκδόσεις Μεταίχμιο



Ο Νίκος Καββαδίας στο κατάστρωμα του «Ιωνία», έργο του Γιάννη Τσαρούχη (1950). 

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Η ριζωμένη στον Ιερό βράχο γυναίκα, το κουβάρι, ο Camus....

O Ροζέ Μιλλιέξ και ο Αλμπέρ Καμύ με τη Λητώ Κατακουζηνού στην Αθήνα (Απρίλιος 1955)

Στα ριζά της Ακρόπολης....

[...] πήραμε αριστερά την ανηφοριά να μπούμε στης Πλάκας τα στενά, που εκείνος τόσο πολύ αγαπούσε. Στα ριζά της Ακρόπολης μια πόρτα ανοιχτή τράβηξε την προσοχή μας. Σταθήκαμε να ρίξουμε μια ματιά. Αυλή ασβεστωμένη, πολύχρωμες γλάστρες με βασιλικά, μπιγκόνιες και γεράνια ολούθε, η κληματαριά, και μια φιγούρα αυστηρή, μια γυναίκα στα μαύρα καθιστή να τυλίγει ήρεμα το κουβάρι. Το νήμα της περασμένο γύρω τριγύρω στην πλάτη μιας καρέκλας.

Αναφιώτικα, 1940

Ο Camus απλά και φυσικά, σα να ’μπαινε μέσα στο σπίτι του, δρασκέλισε το κατώφλι, προχώρησε, χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού, έβγαλε προσεκτικά το νήμα απ’ την καρέκλα, το πέρασε στα δικά του χέρια και τα τέντωσε σοβαρός προς τη γυναίκα. Παραξενεμένη εκείνη στήλωσε τα πελώρια μάτια της απάνω του, τον περιεργάστηκε για λίγο, το πρόσωπό της σα να μαλάκωσε, σα να γλύκανε κάπως, κι ύστερα: «Κάθισε» του είπε απλά και του ’δειξε το κάθισμα. Κι αρχίνησε πάλι να τυλίγει ήρεμη το κουβάρι της, και ο Camus με κινήσεις ανάλογες να τη βοηθάει.

Φωτογραφία του Αυστριακού φωτογράφου Erich Lessing (Κρήτη 1955) 

Μάνα και γιος στην αυλή τους.....

Καθισμένοι χάμω στο σκαλί της πόρτας, βουβοί από συγκίνηση, παρατηρούσαμε τούτη την απίθανη, τη μοναδική, την ασύλληπτη εικόνα, να την κρατήσουμε βαθιά μέσα μας, να τη λογιόμαστε πάντα. Η γυναίκα να τυλίγει με τέχνη και σιγουριά το κουβάρι της και ο Camus να κινεί τα χέρια του μια πάνω, μια κάτω, ρυθμικά, μισοκυκλικά, οι κινήσεις τους απόλυτα συνταιριασμένες. Η ριζωμένη στον Ιερό Βράχο γυναικεία μορφή και το πιο φωτεινό πνεύμα της Γαλλίας, σε αρμονικό σύμπλεγμα. Μάνα και γιος στην αυλή τους.

«Φτάνει πια βράδιασε, ευχαριστώ» κι η γυναίκα πήρε από τον συνεπαρμένο κι άλαλο Camus το νήμα της. «Αύριο πάλι. Αν το θέτε καλώς να ορίσετε. Εδώ θα ’μαι. Μπάτε τώρα κι εσείς να πιείτε ένα νεράκι» μας προσκάλεσε, κι έβγαλε κι άλλα καθίσματα έξω. 'Όσο να καλοκαθίσουμε παρουσιάστηκε στητή, αρχοντική μ’ ένα δίσκο στο χέρι, να μας προσφέρει γλυκό του κουταλιού και φρέσκο νεράκι απ’ το κανάτι. 


«Θέτε να σας ψήσω και καφέ;» «Όχι, ευχαριστούμε, πρέπει να πηγαίνουμε τώρα, είναι αργά», και σηκωθήκαμε.

«Για δε μιλάει ο φίλος σας; άχνα δεν έβγαλε απ’ το στόμα του, αλαφροίσκιωτος είναι;» «Όχι, όχι, αλλά να, κάπου κάπου το συνηθίζει, είναι ξέρετε συγγραφέας». «Ας είναι, καλός άνθρωπος φαίνεται, κι ευγενικός».

«Ελάτε Albert φεύγουμε» και τον σκουντήσαμε ελαφρά.

Ο Camus με μια έκφραση αλλοτινή σηκώθηκε σαν αυτόματο, υποκλίθηκε βαθιά μπροστά στη γυναίκα, πήγε να της φιλήσει το χέρι, μα εκείνη το τράβηξε. 


«Δέσποτας είμαι μαθές και με προσκυνάς; μπα σε καλό σου παλικάρι μου!» κι ένα χαμόγελο φώτισε για πρώτη φορά το κλειστό πρόσωπό της. 

«Ευχαριστώ που με συντροφέψατε. Νάστε καλά, καλή στράτα παιδιά μου» και μας ξεπροβόδισε στην πόρτα της. «Αύριο πάλι».


Ο Παρθενώνας (1862) μέσα από τον φακό του Jakob August Lorent 

...από τον Παρθενώνα ξετυλίγεται το νήμα. Και δε θα σταματήσει ποτέ.

Κατηφορίζαμε σιωπηλοί, έτσι σα να μας είχε αγγίξει αερικό. Πάνωθέ μας στο βαθυγάλανο ουρανό, το νέο φεγγαράκι φώτιζε γλυκά κι απόκοσμα τα στενά δρομάκια κι η Αθήνα στα πόδια μας σιγότρεμε λαμπυριστή στο ελαφρό βοριαδάκι. Ονειροπαρμένοι όπως ήμαστε χαθήκαμε, περιπλανηθήκαμε, μπερδευτήκαμε στ’ απόμερα δρομάκια, βρεθήκαμε σ’ αδιέξοδα, δίχως ν’ ανταμώνουμε ψυχή, λες και δεν κατοικούσε κανείς εδώ ψηλά στ' Αναφιώτικα. Αποσταμένοι πια, καθίσαμε σ’ ένα πεζούλι να συνεφέρουμε κομμάτι. Κι εκεί δανά ο Camus μίλησε.

«Τούτη η γυναίκα, η μοναδική, η παντοτινή, είναι η Ελλάδα. Είναι η παράδοση. Και το κουβάρι της είναι ο χρόνος, η μοίρα, το ριζικό της. Πέρα από καταστροφές και συφορές, μακριά απ’ το θόρυβο της μηχανής, η γυναίκα τυλίγει γαλήνια το κουβάρι της». 

Και ξαφνικά με πάθος στη φωνή: «Πρωτύτερα όπως καθόμουνα αντικριστά της, να θωρώ την Ακρόπολη πάνω απ’ το κεφάλι της, πιστέψτε με το 'νιωσα πολύ έντονα, το αισθάνθηκα βαθιά μέσα μου, το είδα καθαρά. Το νήμα που κρατούσα στα χέρια μου ερχόταν από κει ψηλά. Τυλιγμένο γύρω στις Δωρικές κολόνες, κατέβαινε γραμμή στη γυναίκα, κι εγώ να βρίσκομαι για πάντα δεμένος μαζί. Ναι, από κει ψηλά, από τον Παρθενώνα ξετυλίγεται το νήμα. Και δε θα σταματήσει ποτέ. Η γυναίκα το είπε καθαρά. «Αύριο πάλι».

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας, δεύτερη έκδοση 1981


Roger Milliex, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Albert Camus στο ναό της Αφαίας.

Συντροφιά με τον Albert Camus

Το 1955 ο Αλμπέρ Καμύ έρχεται για δεύτερη φορά στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση που δέχτηκε από το γαλλικό ινστιτούτο της Αθήνας.

Είναι 42 χρονών και παίρνει μέρος ως κεντρικός ομιλητής σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ο Καμύ φιλοξενείται στο σπίτι του μεγάλου διανοούμενου και ψυχολόγου, Άγγελου Κατακουζηνού.

Το σπίτι του Κατακουζηνού γίνεται το ιδανικό σκηνικό ενός «γαλλικού» κύκλου Ελλήνων συγγραφέων, ποιητών και καλλιτεχνών οι οποίοι συγκεντρώνονται γύρω από τον Καμύ. Σε εκείνο το αθηναϊκό σπίτι της Λεωφόρου Αμαλίας 4, το γεμάτο αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής, ο γάλλος συγγραφέας θα χτίσει στενές φιλίες, ενώ ολόκληρη η εμπειρία της συγκατοίκησης μαζί του θα αποτελέσει το υλικό ενός βιβλίου που θα εκδώσει η σύζυγος του Άγγελου Κατακουζηνού, Λητώ το 1960.


Το τελευταίο ταξίδι του στην Ελλάδα ήταν τον Ιούνιο του 1959, δυο χρόνια αφού είχε πάρει το Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας και έναν χρόνο προτού γνωρίσει σε αυτοκινητιστικό ατύχημα «το πιο παράλογο θάνατο». Τον Ιανουάριο του 1960, θα πεθάνει ακαριαία σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο εκδότης και φίλος του Michel Gallimard.Ο Καμύ σκοτώθηκε επί τόπου. Σ’ ένα χωράφι βρέθηκε το ρολόι του ταμπλό, σταματημένο στις 2 παρά 5 το μεσημέρι. Ο Καμύ έλεγε συχνά στους φίλους του πως δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από το θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο ατύχημα.

Albert Camus, Michel Gallimard (1958) στην Ελλάδα


Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

«Ας το πάρουν πίσω το βραβείο Λένιν, μα σοβιετική μασέλα δεν θα βάλω...», Άλκη Ζέη, Ο Βάρναλης στη Μόσχα


Ο Κώστας Βάρναλης στη Μόσχα μετά την απονομή του βραβείου Λένιν (1959) 

«Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου...»

Ο Βάρναλης στη Μόσχα! Θα ήτανε γύρω στο 1959. Είχε πάρει πριν καιρό το βραβείο Λένιν, μα πέτρινα τα χρόνια ακόμα, δεν έλεγαν να φύγουν, και δεν του έδιναν διαβατήριο στην Ελλάδα για τη Σοβιετική– τότε – Ένωση.

Τον περιμέναμε λοιπόν με λαχτάρα κι ανησυχούσαμε αν θα μπορούσαμε να τον δούμε, αφού στην τελετή της απονομής του βραβείου εμείς οι Έλληνες της Μόσχας, οι πολιτικοί πρόσφυγες, ήμασταν αποκλεισμένοι. Μόλις είχαν αρχίσει οι σχέσεις Ελλάδας και Σοβιετικής Ένωσης. Εμείς, μην έχοντας καμιά επαφή με το ελληνικό κράτος, αφού στους πιο πολλούς είχαν στερήσει την υπηκοότητα, ουσιαστικά δεν υπήρχαμε. Λίγο αργότερα όμως όποιος ερχότανε από την Ελλάδα, είτε επίσημος είτε ανεπίσημος, ζητούσε να συναντηθεί μαζί μας.

– Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου, μας είπανε πως φώναζε ο Βάρναλης σαν πεισματάρικο μικρό παιδί, όταν δεν μας είδε σε καμιά από τις επίσημες εκδηλώσεις που του έκαναν.

Μια μέρα πήραμε ένα οργισμένο τηλεφώνημά του.

– Αύριο θα έρθω να σας δω, αν δεν με φέρουν, θα δραπετεύσω.

– Πού είστε;
τον ρωτήσαμε.

– Στον παράδεισο, είπε πιο θυμωμένα ακόμα, σ’ ένα αναπαυτήριο που είναι βαρετό σαν τον παράδεισο.

Μόλις μας είπε πού βρισκότανε, καταλάβαμε αμέσως. Τον είχαν στείλει να ξεκουραστεί μαζί με τη γυναίκα του, τη Δώρα, σ’ ένα μαγευτικό μέρος στα περίχωρα της Μόσχας. Εκεί πήγαιναν τα στελέχη του κόμματος και διαλεχτοί ξένοι από όλο τον κόσμο. Δάσος, σημύδες, λίμνες και ησυχία απόλυτη. Ήμασταν όμως σίγουροι πως ο Βάρναλης, κλεισμένος εκεί, και με τη Δώρα μάλιστα, δεν θα μπορούσε να το αντέξει.

Ο Κ. Βάρναλης, στη Μόσχα (1959), απονομή Βραβείου «Λένιν»

Βαρετά όπως στον παράδεισο.....

Την άλλη μέρα από το τηλεφώνημα, ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο στάθηκε έξω από την πολυκατοικία μας κι έκανε τους γείτονές μας να λαχταρήσουν. Ήταν νωρίς τ’ απόγευμα κι ο οδηγός που μας έφερε τον Βάρναλη - μόνο του, χωρίς τη Δώρα- είπε πως θα τον έπαιρνε πίσω πριν από τις έξι, για να προλάβει το βραδινό φαγητό.

– Μπορούμε να του δώσουμε να φάει κάτι κι εμείς, αστειεύτηκε ο Γιώργος, μα ο οδηγός δεν το εκτίμησε καθόλου.

– Αυτή την εντολή έχω, απάντησε ξερά. Ευτυχώς ο Βάρναλης δεν κατάλαβε τον διάλογο.

Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, τη θυμάμαι κείνη τη μέρα σαν να ήτανε χτες. Ο Βάρναλης καθισμένος σε μια πολυθρόνα και δίπλα του σ’ ένα τραπεζάκι ένα ποτηράκι βότκα, να προσπαθεί να μιλήσει, μα ψεύδιζε, κι αυτό τον έκανε έξω φρενών.

Μας είπε πως γι’ αυτό έφταιγε η Δώρα και, όπως είδε πως δεν καταλαβαίναμε, βάλθηκε να μας εξηγεί.

Ψευδά ψευδά μας διηγήθηκε με θυμό και χιούμορ τη διαμονή του στον... παράδεισο.

- Όλες οι μέρες ίδιες. Ξυπνάς, κοιμάσαι, τρως, ξανακοιμάσαι κι ακούς μόνο τα πουλάκια να κελαηδάνε και τη Δώρα να μουρμουρίζει. 
 

Ο Βάρναλης με την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου, την οποία παντρεύτηκε το 1929

Εγώ, σοβιετική μασέλα δεν θα βάλω...

Εκεί που μένανε, μέσα στο πάρκο, είχε μια λίμνη και βαρκούλες που μπορούσες να κάνεις βόλτες. Τέτοιο τοπίο θα το ζήλευε ο καθένας, εκτός από τον ίδιον που βαριότανε. Πήγαινε όμως τη βόλτα για να περάσει η ώρα που δεν πέρναγε με τίποτα. Μπήκανε λοιπόν χτες σε μια βαρκούλα. Κάποιος τραβούσε κουπί κι ο Βάρναλης καθισμένος απέναντι στη Δώρα έβρεχε το χέρι του μέσα στο νερό. Παραδέχτηκε ότι γκρίνιαζε όλη την ώρα. Κλεισμένος στον παράδεισο, ενώ ήθελε να δει κόσμο, να κουβεντιάσει. Δεν ήτανε κουρασμένος για να ’χει ανάγκη τόση απόλυτη ξεκούραση, που σε κάνει να μην μπορείς να σκεφτείς τίποτα. Γκρίνιαζε, λοιπόν, αφού δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί. Η Δώρα άρχισε να τον λέει αχάριστο, που οι άνθρωποι τον περιποιούνταν τόσο και που του δώσανε και το βραβείο Λένιν. Τότε άναψε και φούντωσε κι ο ίδιος κι αρχίσανε τρικούβερτο καβγά. Ο άνθρωπος που τράβαγε κουπί έκανε πως δεν άκουγε κι ούτε τους κοιτούσε. Μια στιγμή ο καβγάς κορυφώθηκε, όταν η Δώρα του είπε:

– Δεν έπρεπε να σου δώσουνε το βραβείο Λένιν, αφού εσύ στα νιάτα σου ήσουνα βασιλικός, ενώ εγώ ήμουνα πάντα δημοκράτισσα.

Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Ο Βάρναλης άρχισε να στριγκλίζει και θα έμεινε κάμποσο φαίνεται με το στόμα ανοιχτό, γιατί η Δώρα τού άρπαξε ξαφνικά τη μασέλα και την πέταξε στη λίμνη! Σηκώθηκε τότε όρθιος να την αρπάξει από το μαλλί, μα η βάρκα άρχισε να σκαμπανεβάζει κι ο άνθρωπος που τραβούσε το κουπί, τρομαγμένος, τους έδειχνε να καθίσουν στις θέσεις τους. Κάθισαν βέβαια ακίνητοι, με την πλάτη γυρισμένη ο ένας στον άλλο, και μόλις βγήκανε από τη βάρκα, πριν πάνε στο δωμάτιό τους, φώναξαν τον διερμηνέα. Ήτανε μια πολύ συμπαθητική γυναίκα, που λάτρευε και θαύμαζε τον Βάρναλη. Ο ίδιος, για να μη γίνουν ρεζίλι, της είπε πως έσκυψε να πάρει νερό από τη λίμνη να δροσίσει το πρόσωπό του και του έπεσε η μασέλα. Είχε μια παλιά μαζί του, μα ήτανε χάλια. Ας ψάχνανε στον πάτο της λίμνης να του βρουν την άλλη. Η διερμηνέας του είπε να μην ανησυχεί και πως, αύριο κιόλας, θα φρόντιζε να του στείλουν οδοντοτεχνικό να του πάρει μέτρα και να του κάνουν δώρο μια ολοκαίνουργια μασέλα.

Όταν έφυγε η διερμηνέας, ο Βάρναλης τα ’βάλε φυσικά με τη Δώρα.

– Εγώ, της είπε, σοβιετική μασέλα δεν βάζω. Μπορεί να έχουν κάνει σ’ αυτόν τον τόπο μεγάλα επιτεύγματα και μπαλέτο σαν κι αυτό που είδαμε να μην έχω ξαναδεί, αλλά μασέλες δεν ξέρουν να φτιάχνουν.

Τους είχε δει όλους όταν πήγαιναν για φαγητό στην τραπεζαρία. Μια κοψιά, ίδιο χαμόγελο. Θα μπορούσε κάλλιστα ο ένας να δανείζει τη μασέλα του στον άλλο.
Η Δώρα είπε πάλι πως τζάμπα του δώσανε το βραβείο Λένιν, για να τον κάνει πάλι έξαλλο.

– Ας το πάρουν πίσω, της είπε, μα σοβιετική μασέλα δεν θα βάλω.

Ο Κώστας Βάρναλης στη Μόσχα τον Ιούλη του 1959. 
Στη φωτογραφία με τη γυναίκα του, Δώρα Μοάτσου στην Κόκκινη Πλατεία

Πάντως, έφυγε με την παλιά του μασέλα......

Όπως χαθήκανε τα όνειρά μου για τη Μόσχα, έτσι χάθηκε κι από τη μνήμη μου αν ξανάδαμε τον Βάρναλη πριν φύγει. Θυμάμαι με λεπτομέρειες έναν έναν όσους είχαν έρθει στη Μόσχα σπίτι μας, τι φάγαμε, τι κουβεντιάσαμε. Θυμάμαι τι φορούσαν ο Οδυσσέας Ελύτης, η Άννα Συνοδινού, ο Ανδρέας Εμπειρικός κι ο Λέων Κουκούλας, ο Θόδωρος Κρίτας, η Βάσω Μανω λίδου κι ένα σωρό άλλοι. Μα από τον Βάρναλη δεν θυμάμαι τίποτ’ άλλο. Μήπως δεν τον ξαναείδαμε, δεν μας τον ξανάφεραν, παρόλο που είμαι σίγουρη πως εκείνος θα χτυπούσε τα πόδια και θα ’λεγε:

– Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου.

Πάντως, έφυγε με την παλιά του μασέλα. Μου το είπε, αρκετά χρόνια μετά, η διερμηνέας του. [.....]

Άλκη Ζέη, Ο Βάρναλης, ο παράδεισος και η σοσιαλιστική μασέλα, 
Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά, εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ. 156-161)

Ο Κώστας Βάρναλης στη Μόσχα το 1959 για την απονομή του Βραβείου Λένιν. 
Αριστερά ο Ηλίας Ερεμπουργκ (Αρχείο εκδοτικού οίκου «ΚΕΔΡΟΣ»).

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Ζηνοβία Μπήτρου: η Γεωργία Σάνδη της Αίγινας....


Η θρυλική Ζηνοβία Αρχιµανδρίτου - Μπήτρου


Η Ζηνοβία, «Το Αρχοντικό» και ο Βάρναλης...

Κάποτε στην Αίγινα, στα μισά του 20ού αιώνα, περίσσευε το γλέντι, το χιούμορ, οι φάρσες, οι άνθρωποι που σχημάτιζαν θορυβώδεις παρέες και ξεσήκωναν τις εξοχικές ταβέρνες στην ενδοχώρα, στο Μαραθώνα, στο Μεσαγρό.[.....]

Η θεία μου η Ζηνοβία, εφόσον ο πατέρας της ήταν αδελφός της γιαγιάς μου και νονός μου συγχρόνως. Πάμπλουτος ξυλέμπορος, απρόσιτος (μόνο εγώ στην αγκαλιά του μπορούσα να τραβάω τα μακριά του μουστάκια), αυστηρός, αλλά που πλήρωνε αδρά για οργανωμένες αιγινήτικες φάρσες, όπως για την κηδεία ενός σκύλου, που άφησε εποχή στην προπολεμική Αίγινα.

Το σπίτι του, το σημερινό ξενοδοχείο «Το Αρχοντικό», δίπλα στον Πύργο του Μάρκελλου, ήταν με επιζωγραφισμένες οροφές, φιλοτεχνημένες από ειδικούς βιεννέζους καλλιτέχνες, που ο θείος Γιάνκος ο Μπήτρος είχε φέρει στην Αίγινα επί τούτου. Η γυναίκα του, η Κούλα, μια γλυκιά αρχόντισσα, στάθηκε σ’ όλη της τη ζωή δίπλα του με αγάπη χωρίς, βέβαια, να μπορέσει ποτέ να τιθασεύσει την ανυπότακτη Ζηνοβία.




Η Ζηνοβία γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στα πλούτη! Οι τουαλέτες της και τα πανάκριβα ταγιέρ της μεταφέρονταν στο νησί από τους ίδιους τους υπαλλήλους του διάσημου τότε αθηναϊκού οίκου μόδας, του Τσούχλου. Πολύ συχνά ντυνόταν με παντελόνια, τότε, στη δεκαετία του 30-40, με ναυτικό πηλήκιο, ανδρικό σκαρπίνι και σοσόνια!

Της εκπληρωνόταν κάθε τρελή επιθυμία από τους γονείς, που την λάτρευαν. Της επιτρεπόταν κάθε καπρίτσιο, ακόμα και από τον πατέρα της, του οποίου όλοι έτρεμαν την αυστηρότητα.

Η Ζηνοβία υπήρξε, αν όχι η πρώτη, οπωσδήποτε από τις πρώτες πρώτες Ελληνίδες που απέκτησαν και οδήγησαν δικό τους αυτοκίνητο. Ήταν η πρώτη που έσπασε τον αυστηρό νόμο των χωριστών θαλάσσιων λουτρών ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, κάνοντας βουτιές στο λιμάνι της Αίγινας. Και την εποχή που ο ποιητής Κώστας Βάρναλης περνούσε τα καλοκαίρια του στο νησί, ήταν η μόνιμη συνοδός του. Γνωστό το τραγούδι σε στίχους Βάρναλη:


Η Κατερίνα, η Ζωή, τ’ Αντιγονάκι, η Ζηνοβία,
Ω, τι χαρούμενη ζωή ...

Είχε την τέντα ξομπλιαστή…
[Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο της κυρίας Άννας Χάνου]

Η μπαλάντα του Αντρίκου

Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία : Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Είχε την τέντα ξομπλιαστή
η βάρκα του καμπούρη Αντρέα.
Γυρμένος πλάι στην κουπαστή
ονείρατα έβλεπεν ωραία.

Η Κατερίνα κι η Ζωή,
τ' Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία.
Ω, τι χαρούμενη ζωή!
Χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία.

Τα μεσημέρια τα ζεστά
τη βάρκα παίρνανε τ' Αντρέα
για να τις πάει στ' ανοιχτά
όλες μαζί, τρελή παρέα.

[Άξαφνα πέφταν στο νερό
η καθεμιά γυμνή Γοργόνα
κι όλο γινόταν πιο μικρό
τ’ Αντρέα το μάτι, ίσα βελόνα…]

Μα ’ρθε ο χειμώνας ο κακός
και σκόρπισε η τρελή παρέα
και σένα βήχας μυστικός
σ’ έστρωσε χάμου, Μπάρμπ’ Αντρέα.

[Κι αν φτύνεις αίμα στο γιαλό
περνά μπροστά σου η Ζηνοβία
(ένα τραγούδι σιγαλό
στον καφενέ παιζ’ η ρομβία).

– Πώς τα περνάς, σ’ αναρωτά,
τα τόσα βάσανα της ζήσης;
Πάρε τα λίγα αυτά λεφτά
να γιάνεις και να ξαναζήσεις.

Κι η βάρκα, μάνα γελαστή,
σ’ αργοκουνάει μ’ αγάπη πάντα
και συ γερτός στην κουπαστή,
ησύχασες, Αντρέα, για πάντα.]


Ήταν τότε που οι γονείς της κατάλαβαν πως είχαν χάσει κάθε έλεγχο πάνω στην κόρη τους και το καμάρι τους γι’ αυτήν αντικαταστάθηκε από αγωνία για το μέλλον της. Στους περιπάτους προς τον Άι-Νικόλα, που με πήγαιναν η μητέρα μου και η νονά μου, η θεία Κούλα, μητέρα της Ζηνοβίας, άκουγα τα παράπονα της τελευταίας που μιλούσε με θλίψη για την κόρη της. Νόμιζαν πως επειδή ήμουν μικρή δεν καταλάβαινα τι έλεγαν, αλλά, όπως όλα τα παιδιά, είχα στήσει κάτι αυτιά ... ναααα !...

«Κι αυτός ο ποιητής», έλεγε η νονά μου, «δεν έχει πιο σοβαρούς ανθρώπους να κάνει παρέα; Πάλι ξενύχτησε χθες η Ζηνοβία με την παρέα του. Είχαν ανοιχτεί με την βάρκα, τους έπιασε πουνέντες και γύρισε μούσκεμα σπίτι».

Αυτά και άλλα πολλά ήξερα για την Ζηνοβία που η μορφή της είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις για την περιέργειά μου.



Ερωτευμένη με τον Έρωτα! 

Στην συνέχεια, η Ζηνοβία κάνει τον πρώτο της γάμο. Όπως ήταν τότε η συνήθεια, οι γονείς της έδωσαν τεράστια προίκα στον γαμπρό, που του ανήκε προσωπικά. Τη στιγμή που πήραν διαζύγιο, η οικογένεια μάτωσε οικονομικά για να τον αποζημιώσει, ώστε να τους μείνει το σπίτι τους, το Αρχοντικό. Ήταν την ίδια εποχή όπου ο μεγάλος πλούτος της οικογένειας είχε εξανεμιστεί, που ο πατέρας της Ζηνοβίας πέθανε και που η μητέρα της με τη συνδρομή της οικογένειάς μου προσπαθούσε να εξασφαλίσει μία ισορροπία.

Και ακολουθεί δεύτερος γάμος, σε στενά πλέον οικονομικά πλαίσια. Ο δεύτερος σύζυγος ήταν ο χωροφύλακας Γιάννης Αρχιμαντρίτης, ένας έντιμος άνθρωπος που έσωσε πολλούς Αιγινήτες από την Γκεστάπο στην Κατοχή, με τη συνεργασία της οικογένειας Φορτούνα.

Μόνο που δεν είχε κανένα έλεγχο πάνω στη Ζηνοβία, η οποία χαρτόπαιζε από το πρωί ως το βράδυ. Πότε κουβάλαγε κόσμο σπίτι της, πότε έπαιζε αλλού. Κι επειδή ξενυχτούσε και παρέβαινε την ώρα της ελευθεροκοινωνίας κατά την Γερμανική κατοχή, τιμωρείτο από τους Γερμανούς σχεδόν κάθε βράδυ. Η τιμωρημένη Ζηνοβία όφειλε να σκουπίσει όλη την παραλία της Αίγινας! Έτσι, η Ζηνοβία πέρασε όλη την Κατοχή, αγκαλιά κάθε βράδυ με το σκουπόξυλο, χωρίς να δυσανασχετεί αλλά και χωρίς να αλλάξει συνήθειες!

Πρέπει να πω πως ήταν καλός άνθρωπος! Δεν ασχολείτο με κανέναν, ήταν μποέμ από την κορυφή ως τα νύχια, χωρίς να είναι ιδιαιτερα έξυπνη. Και ήταν μονίμως ερωτευμένη! Ερωτευμένη με τον Έρωτα! Κάτι που πλήρωσε σκληρά στα τελευταία της χρόνια, όπου μερικοί μασκαράδες την εκμεταλλεύτηκαν, για να την απομυζούν πουλώντας της έρωτα και αίσθημα, πολλοί απ’ αυτούς με την συνεργασία των ίδιων τους των συζύγων! 

Εκείνη μ’ έκανε να καταλάβω πόσο επικίνδυνη είναι η «ερωτική αρρώστια» σε μεγάλες ηλικίες, όταν δεν μπορείς να την ελέγξεις. Θυμάμαι που την πήγαινα περίπατο με το αυτοκίνητο τότε που είχε γεράσει, που ήταν πανάσχημη, χωρίς δόντια. Με παρακαλούσε να της βάλω στο μαγνητόφωνο ερωτικά τραγούδια. Εκστασιαζότανε!... Μ’ έχει μαρκάρει αυτή η ανάμνηση.


Ζηνοβία, τι παίζει απόψε;

Η Ζηνοβία στην αγωνία της να επιζήσει μετέτρεψε το τεράστιο μαγαζί ξυλείας του πατέρα της σε κινηματογράφο. Ένας κινηματογράφος τη μετακατοχική εποχή στην Αίγινα ήταν ένας παράδεισος για όλους μας. Αντιγράφω από το πρόγραμμα του θεατρικού έργου του Γιώργου Μπήτρου για τη Ζηνοβία «Λίγα λόγια πριν φλιτάρει η Ζηνοβία»

«Τα φώτα από την ρεκλάμα του «Σινέ Αφαία» καλούσαν κάθε βράδυ τους παλαιούς Αιγινήτες για ένα ταξίδι στο όνειρο. Εκεί στην οδό Αφαίας».

Σε μας, τους μαθητές του Γυμνασίου, το σινεμά ήταν απαγορευμένο υπό την απειλή αποβολής. Εγώ όμως πήγαινα, με έμπαζαν κρυφά οι γονείς μου, σε συνεννόηση με τη θεία Ζηνοβία, η οποία με ειδοποιούσε για τυχόν έλευση καθηγητού. Οπότε, ή το έσκαγα ή πήγαινα πάνω στην καμπίνα του μηχανικού, για να μην χάσω την ταινία.

Ο Γιώργος ο Μπήτρος μιλάει για το φλιτάρισμα από την Ζηνοβία! Μου έχει μείνει ζωντανή η εικόνα αυτή. Η Ζηνοβία με μια τρόμπα γεμάτη φλιτ «αρωμάτιζε» την αίθουσα και τα πόδια των θεατών, για να μαλακώσει τις φοβερές μυρωδιές της απλυσιάς, της ψαρίλας κλπ. κλπ.. που η ποικιλία των εισερχομένων προσέφερε τότε! Εν τω μεταξύ, μόλις έσβηναν τα φώτα για ν’ αρχίσει το φιλμ, διαδραματίζονταν σκηνές απείρου κάλλους. Οι άνδρες βάζανε χέρι στις κοπέλες, άκουγες ωχ, αχ και συνεχή χρου χρου από τις μετακινήσεις μέσα στη σάλα προς άγραν άλλης θέσης.

Ο Γιώργος ο Μπήτρος αναφέρει, επίσης, τον Γρηγόρη τον Μπέρδο, ο οποίος έχει κυκλοφορήσει πολλές φωτογραφίες της Ζηνοβίας. Ήταν παιδάκι έντεκα χρονών, όταν πουλούσε φιστίκια μέσα στο σινεμά «Αφαία» σε σακουλάκια, με μετρημένους τους καρπούς από την ίδια τη Ζηνοβία.



«Τα σακουλάκια με τα φιστίκια τα γέμιζε σχολαστικά η ίδια η Ζηνοβία. Δέκα καρπούς μέσα, ούτε έναν παραπάνω. Και τα έβαζε η ίδια μέσα στο καλάθι, όλα μετρημένα. Μετά μ’ έστελνε στου Παπόρη… "Πήγαινε, ρε, στον Παπόρη τον Νίκο να σου δώσει το άρωμα, γιατί απόψε θα έρθουν οι ψαράδες" έλεγε. Έρχονταν οι άνθρωποι κατευθείαν από τα μηχανουργεία, από τη δουλειά για να δουν μια ταινία, μύριζαν λάδι, μπογιά. Τι να κάνουν… Κι έβγαινε η Ζηνοβία με το φλιτ. 

Τον χειμώνα άναβε αριστερά και δεξιά στον τοίχο κάτι μεγάλες αντιστάσεις και διαλαλούσε στο ταμείο: "Έχουμε και θέρμανση". Και, για να το δείξει, πήγαινε κοντά και ζέσταινε τα χέρια της. Το "Αφαία" λειτούργησε μέχρι το 1982 και είχε 105 καθίσματα. Η ίδια καθόταν στο ταμείο, όπως έμπαινες δεξιά. Μια φορά από τον πολύ κόσμο έσπασε η τζαμαρία… 

"Θα με σκοτώσετε, ρε"… φώναζε. Χαρακτηριστικές οι ατάκες της, αλλά και τα πειράγματα που της έκαναν.

"Κυρα-Ζηνοβία, πιάσε το φλιτ". "Σκάστε και δείτε το έργο".

Ή άλλες φορές: "Ζηνοβία, μάπα το έργο. Τίποτα… δεν έχει".

"Ρε, τι θέλετε να γδυθώ εγώ;" Αυτή ήταν η Ζηνοβία.


Εκείνη την εποχή, η Ζηνοβία εξακολουθούσε ακόμα να άρχει. Ο δεύτερος άνδρας της είχε πεθάνει και τα έφερνε βόλτα με τον κινηματογράφο, με τη χαρτοπαιξία και με κάποια δωμάτια που νοίκιαζε. Είχε ακόμη μια μεγάλη ακίνητη περιουσία που καταναλώθηκε στο βωμό του έρωτα!



...σκληρός οβολός στον Έρωτα.... 

Η τελευταία εικόνα που έχω απ’ αυτήν, είναι πάνω σ’ ένα κρεβάτι ετοιμοθάνατη με κοράκια ανθρώπινα από πάνω της να την περιμένουν να φύγει. Η αιγινήτισσα Σάνδη πλήρωσε σκληρό οβολό στον Έρωτα ... Μακάρι η απατηλή χαρά που είχε πάρει να της είχε δώσει στιγμές ευτυχίας! Μακάρι!...

Μα δεν μπορώ να ξεχάσω πως, όταν θέλησε να μου δώσει μια μικρή καρφίτσα που μου είχε αφήσει η μητέρα της, η νονά μου, το έκανε με χίλιες προφυλάξεις, για να μην την δουν! Ποιοι και γιατί δεν θέλησα ποτέ να μάθω ...

Γεννήθηκε σαν βασίλισσα, έζησε σαν μποέμ κι έφυγε άδοξα, ανάμεσα σε ανθρώπους που ο θάνατός της τους έφερε ανακούφιση.


Μαίρη Γαλάνη - Κρητικού, "Ζηνοβία Μπήτρου: η Γεωργία Σάνδη της Αίγινας, η αγαπημένη του Βάρναλη, η μποέμ, η πρωτοπόρος", η Αιγιναία, περιοδική πολιτιστική έκδοση, τεύχος 28, Αίγινα, καλοκαίρι 2017 

Η Αίγινα: σκίτσο του Βαγγέλη Αθανασίου

ΠΗΓΕΣ

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Ώρα για το κουκούλι, Γιώργος Ιωάννου


Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι, που ενώ τσουρουφλίζονται μονάχα για στοργή, βρίσκονται διαρκώς μπλεγμένοι μέσα σε ατέλειωτες και φτηνές ερωτικές ιστορίες. 

Φυσικά όλος αυτός ο ζήλος τους πη­γαίνει, κατά κανόνα, χαμένος, κι έρχονται στιγμές που η από­γνωση τους αρπάζει απ’ το λαιμό, και δεν ξέρουν πια τι κάνουν. 

Για να σταματήσουν, πάντως, τους είναι εντελώς αδύνατο. Συνή­θως μάλιστα οι εκλεκτότεροι απ’ αυτούς δικαιολογούνται, βαφτί­ζοντας όλη αυτή τη χυδαιότητα αναζήτηση.

Η αποτυχία τους οφείλεται, νομίζω, στο ότι ακολουθούν τον κοινό προαιώνιο δρόμο. Η απλή λογική βέβαια ισχυρίζεται ότι για να δεθείς πραγματικά μ’ έναν ξένο άνθρωπο πρέπει να τον κατέ­χεις ολότελα, όχι μονάχα στο πνεύμα αλλά και στο σώμα. Γι’ αυτό το λόγο κι ο έρωτας είναι τόσο πρώτος στη γενική εκτίμηση. Παρόλη όμως την ερωτική επίδοση, στον κόσμο επικρατεί φοβερή μοναξιά. Ξέρω εντούτοις πως το απελπιστικό αυτό κενό δεν το αντι­λαμβάνονται όλοι. Οι πιο πολλοί είναι απλώς δυστυχισμένοι.

Γι’ αυτό πιστεύω πως δεν είναι δυνατό, όχι να αγαπηθείς, αλλά ούτε να εκτιμηθείς από ένα πρόσωπο, εάν αρχίσεις απ’ την ερω­τική εμπειρία. Και επίσης, ότι δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δια­τηρηθεί χωρίς σκιές η πρώτη στοργή, αν εν τέλει αποβλέψεις στο σώμα. Η στοργή είναι αφάνταστα ανώτερη απ’ τον έρωτα, και, εκ των πραγμάτων, ασυμβίβαστη μ’ αυτόν. Αφήνω πια ότι προσπαθώντας να συνδυάσεις στοργή και έρωτα κλείνεσαι μέσα στο ένα φύλο.

Το πράγμα φαίνεται καθαρά στο γάμο. Συνήθως κανένας απ’ τ’ αντρόγυνο δε βρίσκει και την ψυχική αυτάρκεια μέσα σ’ αυτή τη σχέση. Ακόμα και στην εποχή των ερώτων υπάρχουν οι φίλοι, η κάποια υπόσχεση της στοργής, που για χατίρι τους πολλές φορές θυσιάζονται τα ραντεβού ή και ο ίδιος ο έρωτας. 

Η στοργική όμως σχέση δε θυσιάζεται ποτέ για τον έρωτα, έστω κι αν παραμε­ρίζεται φαινομενικά, ιδίως στις αρχές του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει μάλλον ζήτημα χρόνου, και όχι πραγματικής εξαλείψεως.


Πιστεύω πως χωρίς έρωτα ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει μια χαρά. Ιδίως, αν έχει δοκιμάσει την απάτη, μπορεί να μην αισθά­νεται καθόλου την έλλειψή του. Αλλά χωρίς στοργή τα πράγματα είναι δύσκολα και ο κόσμος άδειος. Όταν υπάρχει στοργή, μπορεί να μην υπάρχει έρωτας — σου φαίνεται πως τίποτα δε λείπει. Αν μάλιστα απ’ αυτό κινδυνεύει η στοργή, επιβάλλεται έρωτας να μην υπάρχει. Πάντως το ίδιο πρόσωπο για να χαρίζει και τα δυο, μάλ­λον αποκλείεται. 

Γι’ αυτό συνήθως η στοργή αναπτύσσεται ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου φύλου ή συγγενικά, όπου δεν ξεφυτρώ­νει κάθε τόσο το ερωτικό εμπόδιο. Εξάλλου, ούτε και συ ο ίδιος μπορείς να χαρίζεις και στοργή και έρωτα στο ίδιο πρόσωπο. Αν συμβαίνει να το νομίζεις αυτό, απλώς τυφλώνεσαι απ’ την επιθυ­μία και ξεγελάς τον εαυτό σου. Ίσως όμως να μην μπορούν να συνυπάρξουν μέσα σου, ούτε και στην περίπτωση που προέρχονται από διαφορετικά πρόσωπα. Ο έρωτας είναι ή μάλλον έχει καταν­τήσει καθαρή ιδιοτέλεια, ενώ η στοργή δεν αποβλέπει σε τίποτε τέτοιο.

Συμφωνώ ότι πολλοί άνθρωποι, που παραπονιούνται πως είναι έρημοι, φταίνε κι οι ίδιοι για την κατάστασή τους. Η στοργή τους δόθηκε, αλλά την απόδιωξαν, γιατί δεν ήρθε από κει που αυτοί θέλαν. Δεν καταδικάζω κανένα, αντίθετα καταλαβαίνω απόλυτα. Είναι αλήθεια ότι η στοργή αποχτά τη δύναμή της και γίνεται αποδεχτή, όταν προέρχεται από πρόσωπα που κατά βάθος συμπαθούμε. Πρέπει κατ’ αρχή να υπάρχει κοινή συμπάθεια, αλλιώς η προ­σφορά ξενίζει. Ποτέ όμως δεν επιτρέπεται η συμπάθεια αυτή να φουντώσει ή πολύ περισσότερο να εκδηλωθεί με λόγια και αμφί­βολες χειρονομίες. Αν συμβεί αυτό, η στοργή φτεροκοπά για λίγο διάστημα ανάμεσά τους, και μετά σβήνει. Τραβάει ο καθένας για τους έρωτές του. Κι έρωτες βρίσκεις αρκετούς· τον ένα καλύτερο απ’ τον άλλο.

Όταν όμως σ’ αγγίξει η στοργή, ξαφνικά ωριμάζεις. Νιώθεις σαν τον μεταξοσκώληκα, που έφτασε η ώρα του για το κουκούλι. Ούτε τρώει, ούτε ησυχάζει πια, παρά μονάχα κοιτάζει ψηλά, ζητώντας τόπο για απομόνωση.

Όταν σου δώσουν επιτέλους τη στοργή και σε τυλίξει η τέλεια σχέση, πρέπει να φεύγεις απ’ όλους μακριά, ακόμα κι απ' το πρό­σωπο που σε ανάστησε. Μέσα σε λίγο καιρό τα έχεις μάθει όλα. Γνώρισες πια την άλλη ύπαρξη, γνώρισες όλους τους ανθρώπους, κι επομένως και τον εαυτό σου. Δεν έχεις ανάγκη ούτε από έρω­τες, ούτε από άλλες περιπλανήσεις. 

Πρέπει να φύγεις γρήγορα μα­κριά και να κλειστείς. Είναι φόβος να τα καταστρέψει όλα η ζωή με τις μικρότητες που θα παρουσιάσει, κι επάνω σου, αλλά κι επάνω στο άλλο πρόσωπο, εφόσον προϋπάρχει και στους δυο τόση προϊστορία. Εκτός αυτού είναι κι ο κίνδυνος απ’ τους γύρω ανθρώ­πους, ιδίως τους πρώην φίλους.

Δεν ξέρω αν αυτά που σκέφτομαι προάγουν ή όχι την ανθρώπινη υπόθεση. Κι όχι βέβαια πως δε μ’ ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Το πρώτο όμως που προσπαθώ, είναι να μιλώ με ειλικρίνεια, με ευλάβεια μάλλον. Διψώ για εξομολόγηση, που πάντοτε ανακουφίζει κάπως.





Γιώργος Ιωάννου, Ώρα για το κουκούλι, για ένα φιλότιμο (σελ. 74-76), εκδόσεις Κέδρος