Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

«Μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάμω ποίηση»· Ο Νίκος Καββαδίας, με τα λόγια τα δικά του.


«Όχι όμως συνεντεύξεις και τα τοιαύτα. Ντρέπομαι»

Σ
το βιβλίο «Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής ποιητής», αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας του Μιχάλη Γελασάκη, παρουσιάζονται σημαντικά ντοκουμέντα και τεκμήρια που παρέμεναν αδημοσίευτα και άγνωστα μέχρι τώρα.

Ο
 λόγος του ίδιου του ποιητή είναι στο προσκήνιο και αυτό φαίνεται να ήταν η βασική «γραμμή» του Γελασάκη. Το κεφάλαιο με τις συνεντεύξεις είναι το πρώτο του βιβλίου κι έρχεται να ανατρέψει το ότι ο Καββαδίας δεν είχε δώσει συνεντεύξεις. Ο ποιητής, λίγο καιρό βρισκόταν στη στεριά κι όπως ο ίδιος επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία, ντρεπόταν. 

«Να βρεθούμε μια μέρα να μιλήσουμε. Όχι όμως συνεντεύξεις και τα τοιαύτα. Δεν δίνω. Ντρέπομαι», δηλώνει στον δημοσιογράφο Κυριάκο Μητσοτάκη, πριν την κουβέντα τους, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα, το 1972.

«Η λέξη "σ υ ν έ ν τ ε υ ξ η" του προκαλεί τόση αλλεργία, ώστε προτιμά να πηδήσει από το παράθυρο, παρά να εμπλακεί στην περιπέτεια των ερωτήσεων και των απαντήσεων», γράφει ο εικοσιοκτάχρονος τότε Φρέντυ Γερμανός, που κατάφερε, αφού πολύ βασανίστηκε, να πάρει την πρώτη συνέντευξη από τον ποιητή, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εικόνες, το 1962.

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται δέκα συνεντεύξεις του Καββαδία, που καλύπτουν την περίοδο 1962 - 1975 και καμιά απ' αυτές δεν έχει δοθεί σε λογοτεχνικό περιοδικό. «Είτε ήταν συνειδητή επιλογή του ποιητή να μη δίνει συνεντεύξεις σ' αυτά τα περιοδικά είτε το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής, που είχε τον έλεγχό τους, δεν θεωρούσε “απαραίτητο” να φιλοξενηθεί κάποια συνέντευξή του.»


Ο Νίκος Kαββαδίας με το κομπολόι του κουβεντιάζει με τον Φρέντυ Γερμανό, 1961


Αφού είναι η γοργόνα εκεί, όλα πάνε καλά....

Η
συνέντευξη που έδωσε ο Νίκος Καββαδίας στο Φρέντυ Γερμανό το 1961, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εικόνες στις 16 Φλεβάρη του 1962, με τον τίτλο: «Νίκος Καββαδίας: Ο ποιητής των Μαραμπού». Ο δημοσιογράφος έφτιαξε ένα μεγάλο πορτραίτο με το δικό του χαρακτηριστικό ύφος. Σε αυτό παραθέτει αυτούσιες φράσεις του Καββαδία, αλλά και αρκετά στοιχεία, που – προφανώς - του είπε ο ποιητής. Χρονολογικά, αυτή είναι η πρώτη δημοσιευμένη συνέντευξη του Καββαδία που εντοπίστηκε.

Δεν
 έκανα τίποτε περισσότερο από το να περιγράφω απλά μερικά πράγματα που μου είχαν συμβεί στα ταξίδια μου  και νομίζω ότι ντράπηκα λίγο από όλον αυτό το θόρυβο που γινόταν γύρω από το βιβλίο μου. 

Δεν ήθελα να  δένομαι με τίποτε. Ακόμη κι όταν ένιωθα ότι συνήθιζα ένα ζώο, μια μαϊμού, έναν παπαγάλο, τα έδιωχνα. Ήθελα να είμαι ελεύθερος, αδέσμευτος.

Έχω μια γοργόνα ζωγραφισμένη στο δεξί μου χέρι. Εδώ - τη βλέπεις; Είναι μια περίεργη συντροφιά. Έβαλα και μου τη χάραξαν το ’34. Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου ότι η γοργόνα έφυγε από τη θέση της. Με κυριεύει τότε ένας πανικός. Ύστερα, όμως, όταν ανάβω το φως και τη βλέπω στη θέση της, ησυχάζω. Αφού είναι η γοργόνα εκεί, όλα πάνε καλά. Σβήνω το φως και ξανακοιμάμαι...


Για χάρη της γοργόνας που ᾽χω στο μπράτσο μου.....

«Βοή της σφυρίχτρας, ομίχλη, ζέστη, κούραση, ανακατώνονται. Γδύσου. Θα σου δώσω για φόρεμα το πούσι… Θα πιω άλλο ένα για χάρη της θάλασσας… Για χάρη της γοργόνας που ᾽χω στο μπράτσο μου. Που σαλτάρει στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας. Όταν πιάνουμε στεριά για καιρό, μαραζώνει και χάνει τα χρώματά της.»

Νίκος Καββαδίας, Βάρδια (σ. 104), εκδόσεις Άγρα

Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος δείχνει το τατουάζ με τη γοργόνα στο μπράτσο του Καββαδία.


Αντινομία 

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές.
Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη του βυθού —χίλιες οργιές—
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι.

Και σ’ έριξα σ’ ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι ξανεμίστηκε το αλάτι.
Μα εσύ προσμένεις απ’ το δίκαιον ουρανό
το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη.

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά το άσπρο χαλίκ
ι.

m/s Aquarius 1974

Νίκος Καββαδίας,Τραβέρσο, εκδόσεις Άγρα



Η Πάτρα είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις σ' όλον τον κόσμο

Η σύντομη συνομιλία του Ν. Καββαδία με τον Γεράσιμο Α. Ρηγάτο για λογαριασμό της πατρινής εφημερίδας Δημοκρατική Πορεία έγινε στο σπίτι της αδελφής του Τζένιας, στη Δεξαμενή του Κολωνακίου, στις 20 Φλεβάρη του 1966. Σύμφωνα με τον Ρηγάτο, αυτή η συνέντευξη δημιούργησε ένα κλίμα εμπιστοσύνης ώστε να δοθεί αργότερα μία μεγαλύτερη στην Πανσπουδαστική. Είναι η μόνη συνέντευξη που εντοπίστηκε σε επαρχιακό μέσο.

Έχετε μήπως κάποιον ιδιαίτερο δεσμό με την Πάτρα;

Η Πάτρα είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις σ' όλον τον κόσμο. Έχω ζήσει για λίγο καιρό στην Πάτρα, στρατιώτης, προτού φύγουμε για το αλβανικό μέτωπο.Κι άλλες φορές έχω έρθει στην Πάτρα, με καράβια, έχω περπατήσει στις εξοχές της, έχω και κάποιους φίλους εκεί. Ένα απ’τα πράγματα που δεν αποχωρίζομαι στα ταξίδια μου είναι μια άποψη της Πάτρας απ’ το λιμάνι, ζωγραφισμένη από μία Γαλλίδα φίλη.



Το δίπλωμα Ραδιοτηλεγραφητή Β' τάξεως με ημερομηνία έκδοσης 10 ιανουαρίου 1947


«Και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί»

Απόσπασμα συνέντευξης που πήρε από τον Νίκο Καββαδία η δημοσιογράφος Νανά Νταουντάκη, στον Πειραιά, πάνω στο ατμόπλοιο «Απολλωνία», μέσα στην καμπίνα του. Η συνέντευξη έγινε σε περίοδο συγγραφικής σιωπής. Ο Νίκος Καββαδίας, μετά την κυκλοφορία της βάρδιας το 1954, έπαψε να δημοσιεύει αλλά και να γράφει ποιήματα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Η συνέντευξη με τίτλο «Ν. Καββαδίας: Το αηδόνι του πόντου», δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο γυναικείο lifestyle περιοδικό «Ομορφιά» τον Ιούνιο του 1966.


Ξεκινήσατε για καπετάνιος. Πώς καταλήξατε ασυρματιστής;

Είναι μια παλιά ιστορία αυτό. Θα μπορούσα να ’μαι καπετάνιος σήμερα. Δεν έγινα πάλι απ’ το πείσμα μου το κεφαλλονίτικο - μια κι από κει κατάγομαι. Γιατί κάποτε πάνω σε μια κουβέντα ένας καπετάνιος «όνομα και μη χωριό» μου ’πε θέλοντας να με ειρωνευτεί: 

«Αν πάρεις εσύ το δίπλωμά σου, να ’ρθεις να μου το κάψεις στην πλάτη». Πεισμάτωσα, τότε. Και, βέβαια, δεν θα το πάρω, του απάντησα, και ξέρεις γιατί; Για να μη σου μοιάζω! Έτσι, όπως από ένα πείσμα έγινα ναυτικός, από άλλο ένα δεν έγινα καπετάνιος! 



Ταξιδεύετε συνέχεια. Μια βδομάδα, δυο, μήνες, καμιά φορά και χρόνια. Μακριά από άλλους άνθρώπους, εκτός απ' το πλήρωμα κι ίσως τους επιβάτες του πλοίου. Χωρίς άλλη ποικιλία απ’ τα χρώματα τ’ ουρανού και της θάλασσας, ξεκινώντας απ’ το ασπρογάλαζο, ως το μολυβί και το μαύρο. Η δουλειά σκληρή. Ολημερίς μάχη με τα στοιχεία της θάλασσας.

Αλλά δεν είναι αυτή η ζωή δύσκολη για έναν άνθρωπο;


Το πιο δύσκολο είναι να ζεις στην πολιτεία, όχι στη θάλασσα. Φοβάμαι τη στεριά, το χώμα. Ο βυθός ανοιχτά είναι καθαρός. Κι αν σ’ αρπάξει το ψάρι, είναι κάτι που το ξέρεις πια ζώντας, το τρως κι εσύ. Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο, το ’καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια. 

Εσείς οι στεριανοί μάς λυπάστε γιατί δεν έχουμε σπίτι, γιατί περπατάμε μ' ανοιχτά πόδια, γιατί φοράμε τσαλακωμένα πουκάμισα κι ασιδέρωτα ρούχα στο πόρτο. Εγώ σάς χαίρομαι. Σίγουρο κρεβάτι, ήρεμος ύπνος. Καφέ στο κομοδίνο κι εφημερίδες. Εκδρομή το σαββατοκύριακο με κεφτέδες. Όμως εγώ δεν αλλάζω τη δουλειά μου με τη δική σας, ούτε για μια μέρα.
Ο Νίκος Καββαδίας στο κατάστρωμα του "Ιωνία", ζωγραφισμένος από τον Γιάννη Τσαρούχη για πρωμετωπίδα στην έκδοση των "Μαραμπού" και "Πούσι" από τον "Κέδρο", το 1973

____________

Είναι αλήθεια όλα όσα γράφετε; Τα 'χετε ζήσει ο ίδιος;

Είναι ολα αληθινά πέρα για πέρα. Ή ο ίδιος τα 'ζησα ή τα είδα να γίνονται πλάι μου.

Μα τα ποιήματά σας παρουσιάζουν πολλές φορές γεγονότα που συνηθίσαμε να τα λέμε αμαρτωλά.

Ναι, έτσι είναι!

Λοιπόν είναι κι οι ίδιοι οι ναυτικοί άνθρωποι αμαρτωλοί, που ζουν τη ζωή τους μ’ όλους τους τρόπους;

Οι ναυτικοί μοιάζουν με τους καλόγερους. Για πολύ καιρό είναι κλεισμένοι στο καράβι σαν ασκητές. Όταν βγαίνουν έξω δεν κάνουν διακρίσεις. Ζουν τη ζωή όπως τη βρουν. Ναι, μοιάζουν με τους καλόγερους, με τη διαφορά ότι εκείνοι δεν έχουν παράδεισο, ενώ οι ναυτικοί έχουν!

Ο Νίκος Καββαδίας, οκτώ χρονών, το 1918 στο Αργοστόλι


«Άρχισα να γράφω από οχτώ χρονώνε..»


H συνέντευξη - καρπός πέντε ή έξι συναντήσεων - δόθηκε στους φοιτητές τότε, Μάκη Ρηγάτο (Ιατρικής) και Γιάννη Καούνη (Νομικής) και δημοσιεύτηκε, μόνο με το όνομα του πρώτου, στο τελευταίο τεύχος του μηνιαίου φοιτητικού περιοδικού Πανσπουδαστική τον Μάρτη του 1967, λίγο πριν απαγορευτεί η έκδοσή του από τη Χούντα. Η συνομιλία γίνεται στο σπίτι όπου έμενε με την αδελφή του τα διαστήματα που ήταν ξέμπαρκος (Δεινοκράτους 51, Κολωνάκι).

Άρχισα να γράφω από οχτώ χρονώνε. Αφορμή ήταν τα γενέθλια της αδελφής μου. Νόμισα πως θα ήταν το καλύτερο που θα είχα να της χαρίσω. Από τότε άρχισα να γράφω. Έμαθα να διαβάζω πριν πάω σχολείο, από μιαν Ανθολογία του Αγαθοκλή Κωνσταντινίδη κι από ένα Ημερολόγιο του Σκόκου».

Ο πατέρας μου, όταν γύρισε απ’ την Κίνα έγινε τροφοδότης σε επιβατικά. Μ’ έπαιρνε μαζί του. Γνώρισα πολλά μέρη κι αγάπησα τη θάλασσα. Τις εντυπώσεις μου έγραψα σ’ έλεύθερα θέματα, κάποια που μάς έβαζαν στο γυμνάσιο. Συμμαθητής μου ήταν ο γιος του Νιρβάνα. Τα πήρε, τα έδειξε στον πατέρα του. Εκείνος με κάλεσε και με γνώρισε. Ήταν εξαίρετος άνθρωπος. Με βοήθησε και με καθοδήγησε. Μου είπε να συνεχίσω να γράφω. Ήμουν τότε περίπου δεκαέξι χρονώνε. Πήγαινα γυμνάσιο στον Πειραιά.


Ο Ν. Καββαδίας με τον συγγραφέα και στρατιωτικό γιατρό Παύλο Νιρβάνα

_____________________

[....] Οι Εγγλέζοι ναυτικοί είναι καλά παιδιά. Καλοί ναυτικοί είναι κι οι Έλληνες. Οι νέοι ναυτικοί έχουν συνείδηση της δουλειάς. Κι αν δεν έχουν, αποχτάνε. Υπάρχουνε κι άλλοι που πάνε στη θάλασσα από νοικοκυρίστικη αντίληψη. Μαζεύουνε λίγα λεφτά, μετά βγαίνουν, ανοίγουν ένα ψιλικατζίδικο. Πάντως οι ναυτικοί ειναι οι πιο καλοί άνθρωποι του κόσμου. 

Αποχτούν στη θάλασσα ένα χαραχτήρα που μένει για όλη τους τη ζωή. Μετά όμως, οι παλιοί ναυτικοί, δεν μπορούν να ριζώσουν, να εγκλιματιστούνε πουθενά. Και βλέπουμε ή πεθαίνουν γρήγορα ή αν κάνουν άλλη δουλειά πέφτουν έξω. Είναι έξω απ’τα νερά τους.

Ε, τι να κάνουν όταν ύστερα από τόσον καιρό βγαίνουν στο λιμάνι; Ύστερα από τόσα βάσανα, κινδύνους που έχουνε περάσει... Αλλά είναι καλά παιδιά. Δεν έχουν πατρίδα. Δεν ανήκουν πουθενά.


Ο Γιώργος Σεφέρης με τον Φίλιππο Χατζόπουλο, ανιψιό του Ν. Καββαδία, Πειραιάς, 1970

______________

«Το κροκοδειλάκι που έσφαξα!»

Σ’ ένα από τα πολλά ταξίδια του Νίκου Καββαδία στην Κύπρο, ο δημοσιογράφος Κώστας Σερέζης θα τον συναντήσει πάνω στο καράβι «Απολλωνία» και θα έχουν μία συνομιλία, εν μέσω δικτατορίας στην Ελλάδα. Η συνέντευξη με τίτλο: «Ένας παντοτινός ταξιδιώτης» θα δημοσιευτεί στις 15 Ιούλη 1970 στην κυπριακή εφημερίδα Φιλελεύθερος και πιο μετά στο βιβλίο Επικαιρότητες (Αργώ, Λευκωσία, 1971). Συνδετικός κρίκος γι’ αυτήν τη συνομιλία φαίνεται να ήταν η κοινή τους φίλη Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ.


Μια φωτογραφία του Γιώργου Σεφέρη με αφιέρωση, στην αίθουσα ασυρμάτου του πλοίου, γίνεται αφορμή για να πει ο Καββαδίας μια ιστορία:

«Του Μαραμπού για τό κροκοδειλάκι

α/π Μασσαλία 25.8.1962, Γιώργος Σεφέρης»

Για χρόνια έλεγα στον Σεφέρη να κάνει ένα ταξίδι με το πλοίο στο όποιο εργάζομαι. Δεν τύχαινε όμως, και κάποια μέρα, στη διαρκή επιμονή μου, του είπα: «Άκουσε, Γιώργο, όταν θα ταξιδέψουμε κάποτε μαζί θα σφάξω το κροκοδειλάκι».

Ποιο κροκοδειλάκι; ρώτησε εκείνος.

«Δεν το ξέρεις; Πάνω στο καράβι έχω ένα παπαγάλο, ένα πίθηκο κι ένα κροκόδειλο. Ε, σαν θα 'ρθεις, για να γιορτάσω το γεγονός θα σφάξω τον κροκόδειλο.

Όταν αργότερα έτυχε ο Σεφέρης να ταξιδέψει μαζί μου, θυμήθηκα την υπόσχεση, πήρα ένα κόκκινο καλαμάρι κι έκανα την καμπίνα μου, άσ’τα. Σαν μπήκε μέσα ο Σεφέρης κι είδε τα χάλια εκείνα με τα κόκκινα μελάνια παντού, απόρησε: 

— Τι είναι αυτά;

— Το κροκοδειλάκι που έσφαξα!

Ο μικρός Νίκος Καββαδίας (όρθιος δεξιά) με τ' αδέλφια του στο Αργοστόλι: την Τζένια(όρθια αριστερά), τον υστερότοκο Αργύρη, βρέφος και τον Μήκια(όρθιος πάνω στην καρέκλα)
______________________


«Θα ’πρεπε να ’χει πεθάνει.....μα με γέλασε».

Η συνομιλία αυτή, με τον δημοσιογράφο Κυριάκο Μητσοτάκη δημοσιεύτηκε» στο εβδομαδιαίο περιοδικό Επίκαιρα, στις 27 Ιούλη 1972 με τίτλο: «Νίκος Καββαδίας:Ο εραστής της θάλασσας». Πρόκειται για τη μοναδική συνέντευξη του Νίκου Καββαδία, που εντοπίστηκε σε ελληνικό μέσο κατά την περίοδο της δικτατορίας, σε μια στιγμή παύσης από τα ταξίδια του με το ατμόπλοιο «Απολλωνία».

Γεννήθηκα πολύ μακριά, στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Φύγαμε από κει όταν ήμουν πέντε χρονών. Θυμάμαι πάντα τα τραγούδια του τόπου και πάντα μ’  ακολουθεί η μυρωδιά του κορμιού των γυναικών που με παίρνανε στην αγκαλιά τους και οι μυρωδιές από τις αυλές τους. Γυρίσαμε στην Ευρώπη με τον «Υπερσιβηρικό». 

Ο Χαρίλαος και η Δωροθέα Καββαδία με την Τζένια και τον Νίκο, όταν ακόμα η οικογένεια διέμενε στη Μαντζουρία, την οποία εγκατέλειψαν το 1914

_______________________

Το 1928 τέλειωσα το γυμνάσιο και μπήκα σ’ ένα ναυτικό γραφείο στον Πειραιά, γιομάτο μεγάλες αφίσες και χάρτες γεωγραφικούς. Όταν νύχτωνε και σφύριζαν τα καράβια παρτέντζα, μ’ έπιανε λύσσα. Τι μ’ έσπρωξε στη θάλασσα; Η μυρωδιά από τις βαλίτζες των ναυτικών. Τα δώρα που φέρναν οι συγγενείς μου από τα ξένα. Η μυρωδιά των καραβιών που κάνει τους επιβάτες να ζαλίζονται και να περιμένουν την ώρα που θα φτάσουν στο λιμάνι σα λύτρωση. 

Ζορίστηκα για να φύγω. Κι από τους άλλους κι από μένα τον ίδιο. Τριάντα καράβια είχανε στενοί μου συγγενείς, κι εγώ γύριζα στα ξένα γραφεία για δουλειά. Ήμουνα τρομερά βραδύγλωσσος και υπνοβάτης. Τον πρώτο χρόνο που μπαρκάρισα, ξερνούσα σα γάτα. Συνήθισα με τον καιρό. Όμως, όταν μείνω στη στεριά πάνω από τρεις μήνες, την ημέρα που θα ξαναμπαρκάρω νιώθω λιγάκι σαν την πρώτη φορά που ξεκίνησα.

Στα φορτηγά, έχεις καιρό να διαβάζεις και να γράφεις. Εκεί μιλάς πολύ λίγο. Ή καθόλου. Καλημέρα, καληνύχτα. Το καλησπέρα περισσεύει. Σε πιάνει η λαμαρίνα και δεν λες μήτε κι αυτά. Μιλάω για την παλιά εποχή, όταν κουβαλούσαμε στην πλάτη το στρώμα, τα σεντόνια και τα κουταλοπίρουνα. Τώρα τα ’χουν όλα. Καμπίνες μοναχικές, κρύο και ζεστό νερό, λουτρά, τηλεόραση και κινηματογράφο. Όταν πρωτοβγήκα στη θάλασσα, στους Τροπικούς μας μοίραζαν ένα κουβά νερό την ημέρα. Το πόσιμο το κλειδώναμε και πίναμε με τα ντενεκεδάκια μερίδα. Όμως τώρα, σε τούτα τα θεριά των 300.000 τόνων που ’ναι σαν πολυκατοικίες, τα ’χεις όλα και δεν έχεις γωνιά να κρυφτείς. 

Στα διάφορα πλάτη της γης που ταξιδεύετε συναντάτε θαυμαστές του έργου σας;

Σπάνια. Μια φορά, πριν πολλά χρόνια, σ’ ένα μπαρ στη Μελβούρνη συνάντησα έναν Κεφαλλονίτη που δούλευε λαδάς στα αυστραλέζικα καράβια της κόστας και θυμόταν όλο το Μαραμπού απέξω. Τον ρώτησα αν γνώρισε ποτέ κείνον που το ’γραψε. «Όχι» μου ’πε. Και πρόσθεσε κατόπιν: «Μα έχει χρόνια πεθάνει. Ήταν πολύ γέρος»

«Ναι» του ’πα. «Θα ’πρεπε να ’χει πεθάνει στα 1935 μεταξύ Κολόμπο και Άντεν, μα με γέλασε». Δεν το κατάλαβε και συνεχίσαμε να πίνουμε και να μιλάμε για τον... συγχωρεμένο.

Colombo 28/12/49 στο επιβατηγό "Cyrenia"


«Εγώ δεν ανήκω στον κόσμο της Τέχνης, γι’ αυτό σώζομαι»

Η
συνέντευξη αυτή του Νίκου Καββαδία ήταν η πρώτη του μετά την πτώση της δικτατορίας, η προτελευταία της ζωής του και η τελευταία που δημοσιεύτηκε πριν πεθάνει. Φιλοξενήθηκε στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού «Τετράδιο», τον Οκτώβριο του 1974

Ο Νίκος Καββαδίας μίλησε στη Μιράντα Ζαχαριάδη, ενώ την περίοδο αυτή ταξίδευε με το κρουαξιερόπλοιο «Aquarius» και ετοίμαζε την τρίτη του ποιητική συλλογή μετά από εικοσιεπτά χρόνια σιωπής. Το Τραβέρσο κυκλοφόρησε τελικά μετά το θάνατό του ποιητή.

Αν
 δεν ήμουνα θαλασσινός και δεν είχα γράψει ποιήματα, θα ’μουνα ένας ολότελα συνηθισμένος άνθρωπος. Κι έπειτα εγώ δεν ανήκω στον κόσμο της Τέχνης, γι’ αυτό σώζομαι. Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάνω ποίηση.

Αν
 δεν ήμουν Κεφαλονίτης θα ’θελα να ’μουν Κινέζος. Μέσα στη βρομιά και στην αθλιότητα της προπολεμικής Κίνας, βρήκα τις φιγούρες και το χρώμα που με συγκλόνισαν πιο πολύ από καθετί στη ζωή μου. Ύστερα, ενώ οι άνθρωποι σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη μοιάζουν λίγο – πολύ, οι Ανατολίτες είναι διαφορετικοί. Έχουν μια εγκαρτέρηση απέναντι στο θάνατο, που οι Δυτικοί δεν μπορούν να τη  συλλάβουν.

Τουρκολίμανο, 17 Μαΐου 1974: Ο Νίκος Καββαδίας "με το ίδιο τριμμένο μονόπετο σακκάκι κι ένα εξίσου παλιό καβουράκι", παρέα με τη Θεανώ Σουνά, τη Νιόβη Παπαδημητρακοπούλου, τον Ηλία Πετρόπουλο και εκτός κάδρου, τη Μαίρη Κουκουλέ (φωτ: Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος)


«Αν είναι αληθινό, τότε θα ’ναι κι όμορφο»


Από τις πιο μεγάλες δημοσιευμένες περιγραφές για τον Καββαδία, με ενσωματωμένα αποσπάσματα από τη Βάρδια και λεγόμενά του, που μοιάζει να έχουν ειπωθεί σε μία συζήτηση με ένα οικείο πρόσωπο, παρά σε μία συνέντευξη με κάποιον δημοσιογράφο.

Η συνομιλία έγινε στις 7 Φλεβάρη 1975, ημέρα Παρασκευή - τρεις ημέρες πριν από το θάνατό του, στο σπίτι του στο Κολωνάκι, με τη Φλέρρυ Κούβελα Τασσιάκου, αλλά δημοσιεύτηκε περίπου τρία χρόνια αργότερα, στο περιοδικό Γυναίκα, στις 11 Απρίλη του 1978 με τον τίτλο: Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής φιλόσοφος». Είναι η τελευταία του συνομιλία, που παρουσιάστηκε με τη μορφή συνέντευξης-πορτραίτου.
Τη μέρα της συνομιλίας θα γράψει και το τελευταίο του ποίημα «Πικρία»:

[...] Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια, 
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.

Κόλια - τον είχα ρωτήσει -, εικοσάχρονος Δόκιμος ήσουν, όταν έγραψες το Μαραμπού. Ώριμος άντρας μάς χάρισες τη Βάρδια, το 1954, και τώρα, όταν δεν τα περιμέναμε πια, τούτα τα ποιήματα. Γιατί έβαζες ανάμεσα στα έργα σου τόση απόσταση, τόση σιωπή...

Καλή μου, λαθεύεις... Εγώ δεν είμαι ποιητής... Είμαι στοχαστής. Είμαι αρμενιστής φιλόσοφος. Οι στίχοι μου είναι λόγια, ιστορίες, ζωή ατόφια... αλλά μην το παίρνεις για επάγγελμα. Αν δεν έχω τίποτα ούσιαστικό να πω, σωπαίνω. Τη σέβομαι την ποίηση. Γι’ αυτό, όσο λιγότερο γράφω τόσο περισσότερο πρέπει να καταλαβαίνεις ότι τη σέβομαι. Κι ύστερα, ο ποιητής βάζει κάτω τη φαντασία, στύβει το μυαλό και γράφει. Είναι επαγγελματίας. Νομίζει πως έχει χρέος να συντηρήσει όνομα και φήμη. Εγώ βλέπω, ζω, αγκομαχώ το χρόνο... Ανάμεσα σε κρεβάτια, σε καμπαρέ, σε τυφώνες... Είναι πιο καλά ν’ αναρωτιούνται: « Γιατί δεν γράφει ο Καββαδίας » παρά « Γιατί γράφει». 

Κοίταξέ με καλά... είμαι σαν σκαραβαίος. Ένας άσχημος, κουτός σκαραβαίος. Δεν χαράζω πάνω στην άμμο, αλλά πάνω στο χαρτί τα ανώφελα παραλληλόγραμμά μου. Δεν είναι έρημος, είναι χαρτί, δεν είναι βήματα, είναι στίχοι. Τι σημασία έχει; Η μοναξιά είναι παντού η ίδια. Παντού τριγύρω μας, το σκοτάδι των Πυραμίδων, το αίνιγμα της Σφίγγας, η κακία του σκορπιού. Ιξίονες είμαστε όλοι... Ίξίονες που αγκαλιάσαμε ένα σύννεφο, νομίζοντας ότι κρατούσαμε τ’ όνειρό μας... Μάταια... μάταια... όλα ήταν μάταια...


Η προμετωπίδα του Γιάννη Τσαρούχη για την έκδοση του "Πούσι" στον "Κέδρο", το 1973

______________

Μιλάς σαν να μισείς τις γυναίκες. Κι εγώ νομίζω πως τις αγαπάς.

Δεν υπάρχει λιμάνι, ούτε γυναίκα που να μην την αγάπησα... και νιώθω ευγνωμοσύνη για όσες ήρθαν μαζί μου. Όμως να τις πληρώνεις ή να σε πληρώνουνε. Ο πιο σωστός τρόπος. Τίποτα δεν κέρδισα, δεν απόλαυσα, χωρίς να το πληρώσω. Είχα πάντα την περίεργη μανία της συναλλαγής. 

Πολλές ήρθαν γιατί τις κολάκευε η συντροφιά μου, άλλες για να δοκιμάσουν κάτι παραπάνω απ’ όσα έγραφα. Κάποιες επειδή πλήττανε, μερικές τυχαία, κι άλλες για τις «ζωγραφιές» μου. Τις ερέθιζε πολύ να βλέπουν αυτές τις «ζωγραφιές». Άν τις άφηνα θα κόβανε με ξυράφι ή με τα δόντια τους ένα κομμάτι να το πάρουνε μαζί τους. Μα υπάρχουν και «ζωγραφιές» πού καμιά δεν είδε. Όταν πεθάνω θέλω αυτές οι ζωγραφιές να μη σαπίσουν, να γίνουν αμπαζούρ, να φωτίζουν τα όνειρα των στερημένων...



Το κόσμημα, έργο του ζωγράφου Γιώργου Βακαλό από την πρώτη έκδοση του «Πούσι»(1947) από τις εκδόσεις Α. Καραβία.
____________

Τα καινούργια σου ποιήματα...

Δεν είναι μόνο καινούργια. Ανάμεσά τους θα βρεις στίχους πολύ παλιούς.

Κι όμως, έχουν μια ομοιογένεια, ένα ύφος, που τα δένει αρμονικά, σαν να τα ’γραψες όλα την ίδια εποχή. Απ’ τα ποιήματα αυτά ξεχειλίζει η ερωτική οργή, το χωρίς έλεος πάθος. Και μέσα σε όλα, πάνω απ’ όλα, το βλέπει κανείς καθαρά ότι κυριαρχεί η γυναίκα. Μια ξεχωριστή γυναίκα...

Μην παρασύρεσαι απ’ το ρομαντισμό μου. Δεν υπάρχουν ξεχωριστές γυναίκες. Υπάρχουν ξεχωριστές στιγμές. Μία σειρά από τέτοιες στιγμές, μάς κάνουν να βλέπουμε τη γυναίκα που μάς τις χάρισε, μοναδική και κυρίαρχη, χωρίς να είναι. Γι’ αυτό συμβαίνουν τόσο σκληρές απογοητεύσεις στον έρωτα. Πλάθουμε την ερωτική σύντροφο όπως εμείς θέλουμε και μετά την κατηγορούμε ότι μας εξαπάτησε. Της φορτώνουμε την πιο βαριά τιμωρία. Την ενοχή... Όχι, λοιπόν, ξεχωριστές γυναίκες, ξεχωριστές στιγμές... που τις ζεις σε σαλόνια, σε πορνεία, στο δρόμο.


Σηκώθηκα. Ένιωθα ότι ήθελε να μείνει μόνος.

Καληνύχτα, φίλε μου.

— Στο καλό.

Θα γίνει ένα ωραίο άρθρο, θα δεις.

Αν είναι αληθινό, τότε θα ’ναι κι όμορφο.


Νίκος Καββαδίας, Ο Αρμενιστής Ποιητής, εισαγωγή - έρευνα - κείμενα Μιχάλης Γελασάκης, εκδόσεις Άγρα




Η προμετωπίδα του "Τραβέρσο" από τον Γιάννη Μόραλη

για την έκδοση από τον "Κέδρο", το 1975

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

«Για σένα που ποτέ δε θα διαβάσεις αυτό το βιβλίο», Αλμπέρ Καμύ, Ο Πρώτος άνθρωπος


Η μητέρα του Καμύ, Catherine de Sintès

«Όχι, δεν είμαι καλός γιος: καλός γιος είναι αυτός που μένει»

«Το πρώτο γράμμα που παίρνει από κείνη και το συναίσθημά του μπροστά στο όνομά του γραμμένο από το χέρι της.»

«Ναι, αυτό θα ήταν το ιδεώδες, αν το βιβλίο απευθυνόταν στη μητέρα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος - κι ο αναγνώστης μάθαινε στο τέλος μόνο, πως εκείνη δεν ξέρει να διαβάζει - ναι, αυτό θα ήταν.»

«Κι αυτό που επιθυμούσε περισσότερο στον κόσμο, να διαβάσει η μητέρα του, δηλαδή, όλα όσα ήταν η ζωή του και η σάρκα του, αυτό ήταν αδύνατο. Η αγάπη του, η μοναδική του αγάπη θα ήταν πάντα βουβή.»

______________ 

«Όχι, δεν είμαι καλός γιος: καλός γιος είναι αυτός που μένει. Εγώ γύρισα τον κόσμο. Εγώ την πρόδωσα με τις ματαιότες, τη δόξα, μ’ εκατό γυναίκες.


«Αλλά αγαπούσες μονάχα εκείνη;»

«Αχ! μήπως μόνο εκείνη δεν αγάπησα;»
____________


«Ω
 μητέρα, ω τρυφερή, αγαπημένο πλάσμα, πιο μεγάλη απ’ το χρόνο μου, πιο μεγάλη κι από την ιστορία που σε κρατούσε υποταγμένη, πιο αληθινή απ’ οτιδήποτε αγάπησα σ’ αυτό τον κόσμο, ω μητέρα, συγχώρεσε το γιο σου που εγκατέλειψε τη νύχτα της αλήθειας σου.»

______________

«Μητέρα. Η αλήθεια είναι πως παρ’ όλη την αγάπη μου δεν μπόρεσα να ζήσω μ’ αυτή την τυφλή υπομονή, δίχως φράσεις, δίχως σχέδια. Δεν μπόρεσα να ζήσω με την όλο άγνοια ζωή της. Και διέσχισα τον κόσμο, έχτισα, δημιούργησα, έκαψα τους ανθρώπους. Οι μέρες μου ήταν ξέχειλα γεμάτες - αλλά τίποτα δε γέμιζε την καρδιά μου όπως...»

_____________

Για το τέλος, εξομολόγηση στη μητέρα.

«Δε με καταλαβαίνεις κι όμως είσαι η μόνη που μπορεί να με συγχωρέσει. Πολλοί προσφέρονται να το κάνουν. Πολλοί επίσης διαλαλούν πως είμαι ένοχος και δεν είμαι τότε που μου το λένε. Άλλοι έχουν το δικαίωμα να μου το πουν και ξέρω πως έχουν δίκιο και θα έπρεπε να ζητήσω τη συγνώμη τους. Ζητάμε όμως συγνώμη από κείνους που ξέρουμε ότι μπορούν να μας συγχωρέσουν. Απλά αυτό, τη συγνώμη και όχι να μας ζητούν να την αξίζουμε, να περιμένουμε.  [Όμως] απλά να τους μιλήσουμε, να τους τα πούμε όλα και να πάρουμε τη συγνώμη τους.

 Από κείνους ή από κείνες που θα μπορούσα να τη ζητήσω, ξέρω πως κάπου στις καρδιές τους, παρά την καλή τους θέληση, δεν μπορούν κι ούτε ξέρουν να συγχωρούν. Ένα μόνο πλάσμα μπορούσε να με συγχωρέσει, όμως δεν ήμουν ποτέ ένοχος απέναντι του και του έδωσα την καρδιά μου ολόψυχα και όμως θα μπορούσα να πάω κοντά του, το έκανα συχνά, σιωπηλά, αλλά αυτό το πλάσμα πέθανε και είμαι μόνος. 

Εσύ μονάχα μπορείς να το κάνεις, όμως δε με καταλαβαίνεις και δεν μπορείς να με διαβάσεις. Γι’ αυτό σου μιλώ, σου γράφω, σ’ εσένα, μονάχα σ’ εσένα, κι όταν θα τελειώσει αυτό, θα ζητήσω συγνώμη χωρίς άλλη εξήγηση κι εσύ θα χαμογελάσεις...»

Παραρτήματα, Albert Camus, Ο πρώτος άνθρωπος, Νέα Σύνορα, Λιβάνη

Η μητέρα του Καμύ με τη φωτογραφία του γιου της, εικόνισμα
___________________

«...για ν’ αντέξει πραγματικά κανείς, δεν πρέπει να πολυθυμάται» 

«Α!» Του λέει η μητέρα του. «Τι καλά όταν είσαι εδώ. Έλα όμως το βράδυ, έτσι θα βαρεθώ λιγότερο. Κυρίως το βράδυ, το χειμώνα, σκοτεινιάζει νωρίς. Τουλάχιστον αν ήξερα να διαβάζω. Κι ούτε να πλέξω μπορώ με το φως, με πονάνε τα μάτια. Έτσι, όταν ο Ετιέν δεν είναι δω, ξαπλώνω και περιμένω την ώρα του φαγητού. Δεν περνάνε δύο ώρες έτσι. Αν είχα τις μικρές μαζί μου, θα μιλούσαμε. Έρχονται όμως και φεύγουν. Γέρασα πολύ. Ίσως μυρίζω και άσχημα. Έτσι λοιπόν, κι ολομόναχη...»

Μιλούσε γρήγορα, με μικρές απλές φράσεις που ακολουθούσαν η μια την άλλη σαν ν’ άδειαζε τη σκέψη της, σιωπηλή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και μετά, η σκέψη στέρευε, σώπαινε πάλι, το στόμα σφιγμένο, το βλέμμα γλυκό και λυπημένο, κοιτάζοντας απ’ τα κλειστά παντζούρια της τραπεζαρίας το αποπνικτικό φως που ερχόταν απ’ το δρόμο, πάντα στην ίδια θέση, πάνω στην ίδια άβολη καρέκλα, κι ο γιος της στριφογύριζε, όπως άλλοτε, γύρω από το τραπέζι, στη μέση του δωματίου.[....]

Έλεγε ναι, ίσως ήταν όχι, έπρεπε να γυρίσει πίσω στο χρόνο, μέσα από μια μνήμη βυθισμένη στα σκοτάδια, τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Η μνήμη των φτωχών είναι ήδη λιγότερο τροφοδοτημένη από κείνη των πλουσίων, έχει πιο λίγα σημάδια αναγνώρισης του χώρου, γιατί σπάνια εγκαταλείπουν το χώρο όπου ζουν, πιο λίγα σημάδια επίσης αναγνώρισης του χρόνου, σε μια ζωή γκρίζα και μονότονη. 


Βέβαια, υπάρχει η μνήμη της καρδιάς για την οποία λένε πως είναι η πιο σίγουρη, η καρδιά όμως φθείρεται απ’ τη θλίψη και τη δουλειά, ξεχνά πιο γρήγορα κάτω από το βάρος του μόχθου. Το χαμένο χρόνο ξαναβρίσκουν μόνο οι πλούσιοι. Για τους φτωχούς, απλά σημαδεύει, με ανάλαφρα ίχνη, το δρόμο του θανάτου. 

Κι υστέρα, για ν’ αντέξει πραγματικά κανείς, δεν πρέπει να πολυθυμάται, πρέπει να ζει μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, όπως έκανε η μητέρα του, σίγουρα αναγκασμένη κατά κάποιο τρόπο, αφού είχε αυτή την αρρώστια της νιότης της (τελικά, απ’ ό,τι έλεγε η γιαγιά, ήταν ένας τυφοειδής πυρετός. Όμως ένας τυφοειδής πυρετός δεν αφήνει τέτοια κουσούρια. Ίσως τύφος. Ή τι άλλο; Και γι’ αυτό ακόμα, μαύρο σκοτάδι), αφού αυτή η αρρώστια των νεανικών της χρόνων την άφησε κουφή και την έκανε να εκφράζεται δύσκολα, ύστερα την εμπόδισε να μάθει όλα όσα διδάσκουν ακόμα και στους απόκληρους της κοινωνίας και την εξανάγκασε έτσι στη βουβή παραίτηση, αυτός όμως ήταν και ο μόνος τρόπος που βρήκε για να αντιμετωπίσει τη ζωή της, και τι άλλο άραγε μπορούσε να κάνει, ποιος στη θέση της θα είχε βρει άλλη λύση;

Albert Camus, Ο πρώτος άνθρωπος, Νέα Σύνορα, Λιβάνη



«δεν ανήκε σ’αυτό τον κόσμο και στη χυδαιότητα των ημερών» 

Στον «Πρώτο ΄Ανθρωπο» η εικόνα της μητέρας έρχεται και επανέρχεται από τη πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Σ’αυτή την καταβύθιση στον κόσμο της παιδικής του ηλικίας, στο κυνήγι της αναζήτησης του πρόωρα χαμένου πατέρα, είναι  το πορτραίτο της μητέρας του που συμπληρώνεται  συνεχώς με μικρές, διακριτικές, αλλά απολύτως διακριτές,  ψηφίδες αγάπης.

Αυτό το σχεδόν βουβό πρόσωπο της παραδουλεύτρας στο επάγγελμα, χήρας του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, που γεννήθηκε έζησε και πέθανε στο ίδιο μέρος, της σιωπηλής και κλεισμένης στο δικό της κόσμο, λάτρεψε ο γιός της με μια λατρεία αγνή και άδολη.

Αυτήν την απούσα εν τη παρουσία της μητέρα που «δεν ανήκε πια σ’αυτό τον κόσμο και στη χυδαιότητα των ημερών» την σιωπηλή και αθόρυβη, περιγράφει στα γραπτά του, παρατηρεί, αναρωτιέται, ψυχανεμίζεται, συντηρεί οικονομικά όταν κατοικεί στη Γαλλία, επιστρέφει, επισκέπτεται και υποκλίνεται στο μεγαλείο της απλότητάς της ο γιος της.

Ισπανικής καταγωγής, μελαχροινή, με μικρή ίσια μύτη, έντονο βλέμμα, με κουρασμένη πρόωρα ομορφιά, παντοτινά όμορφη για τον ίδιο, τα χαρακτηριστικά της ξαναβρίσκει - τα αναζητά;- ο Καμύ στις πολυάριθμες γυναίκες της ζωής του.

Απομονωμένη λόγω του φυσικού της ελαττώματος σε έναν κόσμο σιωπηλό, αρκείται να παρατηρεί φευγαλέα τον γυιό της χαϊδεύοντάς τον με τη ματιά της και να αφουγκράζεται τα αισθήματά του χωρίς τίποτα να λέγεται. (Και τι να ειπωθεί με το περιορισμένο λεξιλόγιό της των 400 λέξεων, σημειώνει ο Καμύ). Καταδικασμένη από την αγραμματοσύνη της και τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης σε μια απομόνωση κοινωνική, αφήνει στον μικρό Αλμπέρ την αγωνία του εσωτερικού της κόσμου καθώς την παρατηρεί καθισμένη στην αιώνια θέση της σπάνιας ανάπαυλάς της δίπλα στο παράθυρο.

Με τη σειρά της εκείνη αγαπάει βαθιά, εσωτερικά τον γιο της, με τον τρόπο που οι παλιές γυναίκες αγαπούσαν τα παιδιά τους, χωρίς πολλά χάδια και φιλιά αλλά κρυφά καμαρώνοντάς τα σαν κάτι που αν το σφίξεις πολύ θα σπάσει, θα χαλάσει, θα χαθεί.

«Σου εύχομαι να μείνεις έτσι νέα και όμορφη, για πάντα» της γράφει τον Δεκέμβρη του 1959, λίγες μέρες πριν τον θάνατό του.

Η αθόρυβη και ταπεινή Κατρίν Σιντές-Καμύ, έκλεισε τα μάτια της το Σεπτέμβρη του ‘60, εννιά μόλις μήνες μετά τον χαμό του γιου της.


«Είμαστε όλοι ο πρώτος άνθρωπος»

Εκείνη την 4η Ιανουαρίου του 1960 το σπορ αυτοκίνητο που μεταφέρει τον Αλμπέρ Καμύ στο Παρίσι συντρίβεται πάνω σ’ ένα δέντρο, μεταξύ Σανς και Φοντενεμπλό. Ο θάνατος είναι ακαριαίος για το συγγραφέα, τον τιμημένο με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας το 1957.

Στην τσάντα του, μεταξύ άλλων, βρίσκουν και το χειρόγραφο του μυθιστορήματος που έγραφε και που ήδη έχει έναν τίτλο: Ο Πρώτος Άνθρωπος. Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, οι εκδόσεις Gallimard, χάρη στην επίπονη μεταγραφή του κειμένου από τη σύζυγο και την κόρη του συγγραφέα, Φρανσίν και Κατρίν Καμί, δημοσιεύουν επιτέλους αυτό το ύστατο γραπτό, έτσι ακριβώς όπως το βρήκαν: με λάθη, λέξεις που λείπουν, επαναλήψεις, ύφος αδέξιο και φράσεις δύσκαμπτες πολλές φορές, πρόσωπα που αλλάζουν όνομα από το ένα κεφάλαιο στο άλλο.

Πρόκειται για ένα πολύτιμο ντοκουμέντο, μια εξαιρετική μαρτυρία της παιδικής ηλικίας αυτού του γιου της θάλασσας, του σιρόκου και της καυτής άμμου της Αλγερίας που τόσο πολύ αγάπησε. Η ανακάλυψη της απελπισμένης αγάπης τον για τη μητέρα του και της απέραντης τρυφερότητας για τους δικούς του που δεν τους αρνήθηκε ποτέ και πάντα έλεγε γι ’ αυτούς: 

«Ήταν και είναι πιο σπουδαίοι από μένα».

Σε μια συνέντευξή τον στην εφημερίδα της Βενετίας II Gazzettino (9 Ιουλίου 1959), ο Καμύ αποκαλύπτει πως είχε σκεφτεί να ονομάσει το μυθιστόρημά του Αδάμ, «... αν ήταν δυνατό να αποδώσει μ ’ αυτό τον τίτλο μια μυθική έννοια, αν όχι μυθολογική. (...) Πράγματι, ο καθένας μας, όπως κι εγώ, είναι κατά κάποιο τρόπο ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ της δικής του ιστορίας».

Πολλοί ίσως θελήσουν να δώσουν την ερμηνεία τους στον τίτλο του βιβλίου.Η Κατρίν Καμύ παρουσιάζει τη δική της: «Όλοι αυτοί που ζουν χωρίς ν' αφήσουν ίχνη, αλλά που συγχρόνως συνθέτουν σαν άτομα τον κόσμο είναι οι πρώτοι άνθρωποι».


Le Premier Homme, d'après l’œuvre d'Albert Camus, adaptation de Jacques Ferrandez
____________

Όλος ο Καμύ είναι εδώ, σ’ αυτό το βιβλίο, σ’ αυτό το παιδί που μεγαλώνει μπροστά στα μάτια μας: ευαισθησία, αφοσίωση, γενναιοδωρία, υπερηφάνεια, ευθύτητα, υπευθυνότητα, δίψα για το απόλυτο, απαίτηση... Κι επίσης μια απληστία για τη ζωή που συνυπάρχει πάντα με μια κρυφή θλίψη, άσβεστη, σαν μόνιμη επωδός της ύπαρξής του. Ο Καμύ τραγουδάει τη λάβα της ζωής με απλότητα, αλήθεια, σκληρότητα, με γλώσσα γυμνή και λιτή.
Ο Πρώτος Άνθρωπος είναι ένα βιβλίο όπου πρωταγωνιστεί ο χρόνος. Αυτός που στερεί τη μνήμη από τους φτωχούς ανθρώπους και τους καταδικάζει στη λησμονιά και την ανωνυμία, αυτός της αποικιοκρατούμενης Αλγερίας, ο χρόνος που αφιερώνουν κάποιοι γενναιόδωροι δάσκαλοι για να σώσουν τα παιδιά από την αμάθεια και τη μιζέρια και να τα οδηγήσουν σε φωτεινούς ορίζοντες. Ο χρόνος, ανέμελος κι ευχάριστος για το παιδί με τις συντροφιές φίλων, με τα παιχνίδια, με το διάβασμα εικονογραφημένων περιοδικών, με τη δουλειά στο βαρελάδικο κι εκείνος ο άλλος, βαρετός και άχρηστος στο κατηχητικό και στο σιδεράδικο, χρόνος κλεμμένος από τα σχολικά καθήκοντά του και τις διακοπές του. Ο χρόνος που σταμάτησε θανάσιμα για τον πατέρα στις πρώτες μάχες του 1914 και που ακινητοποίησε την αναλφάβητη μητέρα, κλεισμένη στη μοναξιά του κουφού. Ήταν άραγε ο ίδιος χρόνος που σαν προμήνυμα θανάτου έκανε τον Καμύ να σταματήσει το χειρόγραφό του με τις λέξεις:

«... να πεθάνει χωρίς να επαναστατήσει» και να γράψει στο Σημειώσεις και πλάνα του: «Το βιβλίο πρέπει να σταματά απότομα»;

Αυτή η μακριά, ατελείωτη εξομολόγηση εκφράζει άπλετα τα άγχη της, τις αμφιβολίες, τους φόβους, τον πόνο της, μας κάνει να νιώσουμε το συγγραφέα του Ξένου πιο οικείο, πιο αδερφικό. Ένα βιβλίο-φίλος που δε θα μας εγκαταλείψει αφού, όπως έλεγε ο Αλμπέρ Καμύ στον Ρενέ Σαρ, 

«... δεν μπορείς να ζεις παρά με πλάσματα που σ' ελευθερώνουν, που σ’ αγαπούν με μια στοργή το ίδιο ανάλαφρη να δεχτείς, όσο δυνατή να αισθανθείς».

Σημείωμα των μεταφραστριών
Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν


Le Premier Homme, illustré par José Munoz


Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Το «αλυπιακόν μοσχάτον» στη ζωή ενός στερημένου λυπομανούς· Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


«Εκεί επωλείτο η ευθυμία...»

«.......η Παλαιά Αγορά...υπόγεια με δεκαπέντε και είκοσι σκαλοπάτια κάτω, όπου ήτο κόπος ν' αναβή τις πλέον, άμα άπαξ κατέβαινεν. Εκεί επωλείτο η ευθυμία. Με είκοσι ή τριάντα λεπτά ηγόραζέ τις μεγάλην δόσιν, μέγα ποσόν ευθυμίας. Με εξήντα λεπτά ηγόραζον ολόκληρον την ευθυμίαν

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις



«Ο παπα-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το νεόκτηστον σταυροπηλιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του Ευαγγελισμού………Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως κατεσκεύαζε. Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν’ ανακουφίζει τας λύπας, τους καημούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου».
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μαύρα κούτσουρα




Οίνος ο παυσίλυπος.... 

Στον περίβολο του Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή, διασώζεται μέχρι σήμερα το κελί, όπου έζησε φιλοξενούμενος από τον παιδικό του φίλο, μοναχό Νήφωνα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Την εποχή εκείνη είχε έρθει από τη Σκιάθο ο Νικόλαος Διανέλλος, ο καλύτερος του φίλος από τα εφηβικά του χρόνια, τα δύσκολα χρόνια της ματαίωσης, με προορισμό το Άγιο Όρος, όπου θα μόναζε.

Ο Νήφων όμως ανέβαλλε διαρκώς την αναχώρησή του, γνωρίστηκε με τους επιτρόπους και τους ιερείς του ναού και του παραχώρησαν το καμαράκι να μένει. Στο καμαράκι, που είχε ένα πατάρι, αρκετά μεγάλο, κοιμόταν ο μοναχός, πάνω σ’ ένα αχυρένιο στρώμα και κει  αργότερα φιλοξένησε και τον Αλέξανδρο. 

Κοντά στους Αγίους Αναργύρους ήταν η ταβέρνα του Καχριμάνη, εκεί πήγαινε ο Παπαδιαμάντης με τον Νήφωνα και έτρωγαν. Κάθονταν αρκετές ώρες κουτσοπίνοντας και συζητώντας. Ο Νήφων τον μύησε στα μυστικά του οίνου και τα ’πιναν οι δυο τους στο ταβερνομπακάλικο του Καχριμάνη καθημερινά σχεδόν.

«Το Μπακάλικο του Καχριμάνη», Σαρρή 15 και Αγίων Ασωμάτων. Στο ισόγειο διώροφης οικίας, της πρώτης οθωνικής περιόδου, στεγαζόταν το Μπακάλικο του Καχριμάνη, όπου σύχναζε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όταν έμενε στου Ψυρρή.
____________________

Το «αλυπιακόν μοσχάτον»

«Ο Νήφων έπαιξε ρόλο στη ζωή του Παπαδιαμάντη, πιθανότατα επειδή έφερε πάνω του κάποια φευγαλέα παπαδιαμαντικά γνωρίσματα. Αποσχηματισμένος μοναχός, με σχέδια ζωής πάνω από τις δυνάμεις του, καψοκαλύβας καί ερημοσπίτης, θύμιζε άνθρωπο που κάποιος τον είχε μουντζώσει. Επιπλέον, ήταν μέγας πότης - πέθανε από το πιοτό- και αποτελούσε ιδανική συντροφιά για το μπακάλικο του Καχριμάνη. Αυτός ήταν ο διδάσκαλος του μεγάλου παπαδιαμαντικού ελαττώματος, του αλκοολισμού, που βοήθησε τα μάλα τη λογοτεχνία του και τη ζωή του. Εξωθημένος σε μια πενιχρή περιθωριακή ζωή, σε λαϊκούς χώρους με συντροφιά κάποια ναυάγια της ζωής, ο Αλέξανδρος θα δεχθεί ως φυσικό συγγενή του το κρασί. Μέχρι τέλους θα του μείνει πιστός.

Στη ζωή ενός στερημένου λυπομανούς που δεν χαρίζεται στις νεανικές του επιθυμίες, το κρασί μπορεί κάλλιστα να κρατήσει τον ρόλο ερωτικού υποκατάστατου. Σαν ευεργετικός εμβολιασμός του τραυματισμένου εγώ, η έκσταση της μέθης χαρίζει αναψυχή και παραμυθία, χωρίς να στερεί το παραμικρό από τους άλλους. Είναι μια καθαρά ιδιωτική και ανακουφιστική αυτοπάθεια. 

Είναι μήπως σύμπτωση ότι επέμενε τόσο στο «αλυπιακόν μοσχάτον»; Από χαρακτήρα, ο Παπαδιαμάντης δεν έπινε για να ξεσπάσει, για να αλλάξει τον κόσμο γύρω του ή να φανερώσει τα κρυφά που τον καταδυνάστευαν. Το κρασί, αντίθετα, του χάριζε μια εσωτερική γαλήνη, το σπίθισμα της πνευματικής μεταρσίωσης που τόσο το είχε ανάγκη, και τόσο τίμησε τους τόπους όπου σύχναζε και τους συμποτικούς αδελφούς. Αν κάθε μέθη σέρνει μέσα της και ένα ερωτικό λείψανο, ο Αλέξανδρος τιμούσε τον «έρωτά» του, γι’ αυτό κατέληγε ομαλά σε ψαλμωδίες. «Και ο απονύχτερος βακχευτής ήρχιζε, μετά τρυφερής μεσοφωνίας, μετά ψιθύρου και παθητικού τόνου να υποτερετίζη...»

Το άλλο πάθος του ήταν το κάπνισμα. Τα «ψιλά Αγρινίου, του Βάρκα...» τα αγόραζε χύμα, με την οκά, και το τραπέζι του στην εφημερίδα ήταν κατάστικτο από καψίματα. Πότης, καπνιστής, άνθρωπος που ήξερε το καλό φαγητό επειδή είχε σπουδάσει την πείνα - αλλά ποτέ τρεχέδειπνος -, ο νέος συγγραφέας θα αφήσει στην Ιστορία των γραμμάτων αυτή τη φιγούρα του άπλυτου, του κακοντυμένου, του λιγομίλητου επαρχιώτη, που θα κέρδιζε πολλά σαν συγγραφέας επειδή είχε χάσει πολλά σαν άνθρωπος. 

Κάτι από αυτή την εικόνα διασώζει το πορτραίτο του Δ. Χατζόπουλου: 

«Ο κ. Παπαδιαμάντης, ο εκ της νήσου Σκιάθου συγγραφεύς, ο ιδιόρρυθμος, ο εκκεντρικός, ο Μπεμ, ο Μένιππος φιλόσοφος, ο άνθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών, ο θαυμάσιος τύπος, ο ειλικρινής χαρακτήρ, ο περιφερόμενος συχνάκις ανά τας οδούς με το τετριμμένον και ξεθωριασμένον έπανωφόριον, με την ράβδον παραμάσχαλα...»

Κωστή Παπαγιώργη, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, 
Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 102 - 104

Ο Παπαδιαμάντης με το φίλο του Γιάννη Βλαχογιάννη στη Δεξαμενή το 1908.


Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

«Στους χώρους του μουσείου βασίλευε μια εκκλησιαστική σχεδόν σιγή», Μουσείο Ντοστογιέφσκι, Αγία Πετρούπολη



Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky by Ilya Glazunov


Η Αγία Πετρούπολη του Ντοστογιέφσκι

Τα ταξίδια που συνηθίζουμε να τα λέμε «ζωής» τα ονειρευόμαστε χρόνια, τα σχεδιάζουμε μήνες, τα πραγματοποιούμε σε λίγες μέρες - για τόσες μόνο φτάνουν τα λεφτά μας - αλλά «τρεφόμαστε» απ' αυτά για όλη την υπόλοιπη ζωή μας με εικόνες κι ιστορίες.

Η Αγία Πετρούπολη, χτισμένη πάνω στα οστά 100.000 εργατών που χάθηκαν από σκορβούτο, δυσεντερία, ελονοσία, για να πάρουν μορφή τα εξευρωπαϊστικά όνειρα του Πέτρου, ήταν για μένα η Πετρούπολη του Πούσκιν, του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι. Όχι μόνο, αλλά πιο βαθιά, τη δική τους Πετρούπολη γνώριζα, σ' αυτήν είχα περπατήσει παρέα με τους ήρωες των έργων τους, σ' αυτήν ταξίδεψε το μυαλό και η καρδιά, πριν αξιωθούν να πατήσουν και τα ποδάρια. 



Nikolai Gogol's "Nevsky Prospekt", with illustrations by Mikhail Bychkov

Η Αγία Πετρούπολη «είναι μια πόλη μισότρελων», θα πει ένας από τους ήρωες στο «Έγκλημα και Τιμωρία» κι αλλού, στο ίδιο βιβλίο, ο Ντοστογιέφσκι, διά στόματος του ήρωά του Σβιντριγκάιλοφ, θα περιγράψει καλύτερα από κάθε άλλο Ρώσο συγγραφέα την ανάποδη όψη της αυτοκρατορικής πόλης με το αναστρέψιμο ντεκόρ της, τόσο πρόσφορο στο σάπισμα της ψυχής: «Είναι δύσκολο να βρεθεί άλλος τόπος όπου η ανθρώπινη ψυχή να πιέζεται από τόσο μιασματικές, τόσο πένθιμες και τόσο παράξενες επιδράσεις όσο εδώ στην Πετρούπολη».


Ο Ρασκόλνικοφ, καθώς περιπλανιέται στην αγορά, αντιλαμβάνεται "τη ζέστη του δρόμου, την έλλειψη αέρα, την έντονη δραστηριότητα και τους σοβάδες, τις σκαλωσιές, τα τούβλα και τη σκόνη, αυτή την ιδιαίτερη δυσοσμία της Αγίας Πετρούπολης και τους πολυάριθμους μεθυσμένους, που ολοκλήρωναν την αηδιαστική μιζέρια του θεάματος"

_____________________

Μια όμορφη και μοιραία πόλη, με τις επιβλητικές προσόψεις των παλατιών, τα κανάλια και τις προκυμαίες, μοιάζει να ξεπηδά από τα στάσιμα νερά των φιλανδικών ελών! Αρκεί μια πλημμύρα κι ο ήρωας του Πούσκιν στον «Μπρούτζινο ιππότη» θα δει την τρομακτική ανάποδη όψη της «Βενετίας του Βορρά»: περήφανα μνημεία να σκορπίζονται σε μια άμορφη οπτασία από ερείπια, δοκάρια και φέρετρα που πλέουν στο Νέβα.




Πίσω από την απατηλή λάμψη όλου αυτού του αρχιτεκτονικού οικοδομήματος, την πρωτεύουσα με τους αυτοσχέδιους Ευρωπαίους «αχθοφόρους», όπως έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, «που κουβαλάνε στους ώμους τους ένα ευάρεστο φορτίο», μόνο και μόνο για «την απόλαυση της μίμησης», την πόλη που «ξυπνάει το πρωί με χασμουρητά, κάνει τις δουλειές της με χασμουρητά, πάει για ύπνο με χασμουρητά», κρύβονται λαϊκές συνοικίες με βρωμερές τρώγλες, μουχλιασμένα κτίρια με δύσοσμες αυλές, κακόφημα κέντρα, οίκοι ανοχής και πολύπλοκα δρομάκια με το ύποπτο αμυδρό φως των φαναριών μέσα στην ομίχλη· «η πόλη η πιο αφηρημένη και η πιο συγκεκριμένη του κόσμου»



Fritz Eichenberg, Illustration for "Crime and Punishment" by Fyodor Dostoevsky. 
[Girl on bench], 1938
_______________


Όπως ο σώφρων Γκολιάντκιν, ο ήρωας του Διπλού ανθρώπου, η Πετρούπολη έχει κι αυτή το άλλο της πρόσωπο, από το οποίο το έργο του Ντοστογιέφσκι αντλεί τη δύναμή του. Αυτό το σύμφυρμα πέτρας και δυστυχίας βαραίνει πάνω στη μοίρα των ηρώων του. Ολόκληρη η πόλη, μέχρι και το κλίμα της, ρυθμίζει το χαρακτήρα των γεγονότων και τις συγκρούσεις των μυθιστορημάτων του. Πράγματι , η Πετρούπολη ποτέ δεν ήταν πιο μοιραία για τους ήρωες του Ντοστογιέφσκι όσο την εποχή των Λευκών Νυχτών: «Ούτε μέρα, ούτε νύχτα, ούτε σκιά, ούτε φως». Αυτές οι λευκές νύχτες, σαν τα έλη του Νέβα, διεγείρουν τα πάθη, βουτώντας τα μέσα σε μια ατμόσφαιρα καθαρτηρίου.



Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Λευκές Νύχτες

______________


Μια απ’ αυτές τις νύχτες ο Πρίγκηπας Μίσκιν κάθεται σ’ ένα παγκάκι του Καλοκαιρινού Κήπου και μια επίσης από τις νύχτες αυτές ανακαλύπτει στο δωμάτιο του Ραγκόζιν, πίσω από τις κουρτίνες της κρεβατοκάμαρας, το μαχαιρωμένο σώμα της Ναστάζια Φιλίπποβνα τυλιγμένο μέσα σε ύφασμα βουτηγμένο στο κερί για μην αποσυντεθεί από τη ζέστη.



In the Summer Garden. 
Illustration to Dostoevsky's novel "The Idiot" by Ilya Glazunov
________________


«Λευκές νύχτες» δεν προλάβαμε στα τέλη Ιουλίου, αρχές Αυγούστου και, σε δυο μόνο μέρες παραμονής και εντατικών ξεναγήσεων στην Πετρούπολη, ούτε στα χνάρια του Ντοστογιέφσκι και των ηρώων του προλάβαμε να βαδίσουμε. Καταφέραμε όμως, εκτός προγράμματος και με το ρολόι στο χέρι να τρυπώσουμε, λίγο πριν κλείσει, στο σπίτι – μουσείο του, εκεί που έζησε τα τελευταία του χρόνια και άφησε την τελευταία του πνοή. 

Αμέσως μετά την - υποχρεωτικά επί τροχάδην - ξενάγηση στο εμβληματικό, αλλά αχανές και  χλιδάτο Ερτμιτάζ, την περιήγηση στο μισοφωτισμένο τούτο σπίτι με την «εκκλησιαστική σχεδόν σιγή», ναι, θα μπορούσες και να την πεις «προσκύνημα». 







Η τελευταία μετακόμιση

Η Οικία - Μουσείο Ντοστογιέφσκι (Mузей Ф. М. Достоевского) βρίσκεται στον αριθ. 5 της οδού Kuznechny, στην Αγία Πετρούπολη. Είναι το τελευταίο από τα πολλά σπίτια που κατοίκησε ο Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ένα απλό, αρκετά συνηθισμένο σπίτι της Αγίας Πετρούπολης, που δεν διακρίνεται για τα αρχιτεκτονικά του πλεονεκτήματα, έγινε ένα από τα πιο ελκυστικά αξιοθέατα της Αγίας Πετρούπολης, λόγω του ότι ο Ντοστογιέφσκι έζησε και πέθανε εδώ.




Ο Ντοστογιέφσκι, αν και έζησε στην Αγία Πετρούπολη επί 28 συνολικά χρόνια, δεν απέκτησε ποτέ δικό του σπίτι. Πάντοτε νοίκιαζε τα σπίτια που κατοικούσε και μετακόμισε είκοσι φορές σε ανόμοια μεταξύ τους, σπίτια και σε πολλές, διαφορετικές μεταξύ τους τοποθεσίες. Ποτέ δεν έζησε περισσότερο από τρία χρόνια στην ίδια περιοχή και είχε πάντοτε την έμμονη συνήθεια να κατοικεί σε γωνιακά διαμερίσματα, με τα παράθυρά τους να έχουν θέα σε δύο δρόμους, και να είναι κοντά σε μια εκκλησία, ώστε να μπορεί να ακούει τις καμπάνες: αυτή η μουσική καταπράυνε το πνεύμα του. 


Το τελευταίο σπίτι, όπου έζησε και πέθανε ο Ντοστογιέφσκι, λίγους μήνες πριν συμπληρώσει τα εξήντα, ανάμεσα στην Προσπεκτίβα Κουζνέκνυ και την παλιά οδό Γιάμσκαγια, σήμερα οδό Ντοστογιέφσκι, ικανοποιούσε όλες αυτές τις απαιτήσεις του. Ακόμα και σήμερα όσοι το επισκέπτονται μπορούν να ακούσουν τους χτύπους της καμπάνας της ορθόδοξης εκκλησίας του Βλαδίμηρου, εκεί κοντά, να καλούν τους πιστούς σε προσευχή.


H θέα από το σπίτι προς το δρόμο. 
Διακρίνεται ελάχιστα στα αριστερά η εκκλησία του αγίου Βλαδίμηρου



Καθεδρικός Ναός της Παναγίας του Βλαντιμίρ, 1880
______________


Ο Ντοστογιέφσκι έζησε σε αυτή τη διεύθυνση από το τέλος του 1845 έως τα τέλη Απριλίου - αρχές Μαΐου 1846. Εδώ γράφτηκε «Ο Διπλός άνθρωπος».

Στη
συνέχεια, ο συγγραφέας θα επιστρέψει σε αυτό το σπίτι στις 5 Οκτωβρίου 1878. Στο διαμέρισμα 10 αυτού του σπιτιού στον 2ο όροφο, ο Ντοστογιέφσκι θα ζήσει μέχρι το θάνατό του, στις 28 Ιανουαρίου του 1881. Την εποχή αυτή ο συγγραφέας βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του και εδώ ολοκλήρωσε το τελευταίο μεγάλο έργο του «Αδελφοί Καραμαζόφ»

(1880).

Ε
δώ ολοκληρώθηκε επίσης «Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα», με προσωπικά κείμενα, άρθρα, δοκίμια, σχόλια, αλλά και διηγήματα του Ντοστογιέφσκι, που δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Ρωσίας από το 1873. Η έκδοση του Ημερολογίου ολοκληρώθηκε το 1877 και μόνο τρία χρόνια αργότερα το 1880 κυκλοφόρησε το τεύχος, που περιελάμβανε τον περίφημο «Λόγο για τον Πούσκιν» (τον εκφώνησε ο Ντοστογιέφσκι με αφορμή την αποκάλυψη του μνημείου Πούσκιν στη Μόσχα) καθώς και ένα τελευταίο τεύχος, που κυκλοφόρησε στις 29 Ιανουαρίου 1881, την επομένη του θανάτου του.



Από τα επίσημα εγκαίνια του μνημείου Πούσκιν στη Μόσχα στις 6 Ιουνίου 1880 


Οικογενειακά δράματα...

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, η Άννα Γκριγκόρεβνα και τα παιδιά τους Lyubov – εννέα ετών – και  Fedya – επτά ετών -  μετακόμισαν στο σπίτι αυτό, τον Οκτώβρη του 1878, για να ξεφύγουν από το διαμέρισμα όπου είχε πεθάνει ο μικρός Αλεξέι. 


Lyubov, Fedya

Ο Ντοστογιέφσκι ήταν δύο φορές παντρεμένος. Από τον πρώτο γάμο του με την Μαρία Ντμιτρίεβνα Ισάγιεβα δεν είχε παιδιά. Στις 15 Φεβρουαρίου 1867, παντρεύεται την Άννα Γκριγκόριεβνα Σνίτκινα, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία δύο μόνο επέζησαν.

Η
 πρώτη κόρη, η Sonya γεννήθηκε το 1868 στη Γενεύη και πέθανε τρεις μήνες αργότερα από πνευμονία. Η δεύτερη κόρη, η Lyubov  γεννήθηκε στη Δρέσδη το 1869, ο Fyodor (Fedya) στην Αγία Πετρούπολη το 1871 και τον Αύγουστο του 1875, στην  κωμόπολη Staraya Russa όπου η οικογένεια περνούσε το καλοκαίρι της, γεννήθηκε το τέταρτο παιδί ο  Alexey (Alyosha).

Την άνοιξη του 1878, ο τρίχρονος Αλεξέι πέθανε από επιληπτική κρίση. Αυτή ήταν, ίσως, η πιο μεγάλη από τις πολλές τραγωδίες της ζωής του βασανισμένου συγγραφέα που αγαπούσε ιδιαίτερα τον Αλεξέι, με μια σχεδόν οδυνηρή αγάπη, σαν να είχε το μυστικό προαίσθημα ότι σύντομα θα τον χάσει». Η τραγική εμπειρία του συγγραφέα αντανακλάται στο μυθιστόρημα «Αδελφοί Καραμαζόφ», το οποίο έγραφε το 1878-1880.



Aloysha Dostoevsky


Στο διαμέρισμα της οδού Kuznechny....

«Μετά την επιστροφή μας στην Αγία Πετρούπολη το φθινόπωρο [από την Staraya Russa], αποφασίσαμε να μην μείνουμε στο διαμέρισμα, που ήταν γεμάτο αναμνήσεις από το μικρό μας αγόρι και εγκατασταθήκαμε στο διαμέρισμα της οδού Kuznechny ...»

«Τ
ο διαμέρισμά μας αποτελείται από έξι δωμάτια, μια τεράστια  αποθήκη για βιβλία, ένα μπροστινό δωμάτιο και μια κουζίνα και βρίσκεται στον δεύτερο όροφο. Επτά παράθυρα βλέπουν στην οδό Kuznechny. 

Οι επισκέπτες που ήθελαν να δουν τον  Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, συνήθως κατευθύνονταν από την είσοδο αριστερά και, κατά μήκος του διαδρόμου, στο σαλόνι. Η μπροστινή πόρτα οδηγούσε κατευθείαν σε μια μικρή τουαλέτα και από κει  στο παιδικό δωμάτιο.», γράφει στις Αναμνήσεις της η σύζυγος του Ντοστογιέφσκι, Άννα Γκριγκόριεβνα. 

Στο χωλ της εισόδου βρίσκονται οι ομπρέλες και το καπέλο του Ντοστογιέφσκι. 

















Το παιδικό δωμάτιο


Μολονότι δημοσίως ο Ντοστογιέφσκι ήταν βλοσυρός και χωρίς χιούμορ, υπήρξε στοργικός και τρυφερός πατέρας. Έδινε μεγάλο βάρος στην ανατροφή των παιδιών και βοηθούσε στο μπάνιο και στο τάισμα, σε αντίθεση με τους άντρες της εποχής του. Πίστευε ότι η ζωή χωρίς παιδιά δεν έχει κανένα νόημα. «Η ψυχή γιατρεύεται όταν είσαι κοντά σε παιδιά», συνήθιζε να λέει.

Ιδι
αίτερη σημασία έδινε και στην εκπαίδευση των παιδιών. Συχνά τους διάβαζε μεγαλοφώνως βιβλία Ρώσων και Ευρωπαίων συγγραφέων, που είχε γνωρίσει και αγαπήσει από τα νεανικά του χρόνια: Πούσκιν, Γκόγκολ, Ντίκενς, Hoffmann, Schiller, Hugo. Επίσης τους έφερνε σε επαφή με τη Βίβλο, χρησιμοποιώντας το βιβλίο που θυμόταν από την παιδική του ηλικία: «Εκατόν τέσσερις ιστορίες από την Παλαιά και τη Νέα διαθήκη»

Το έξοχα διακοσμημένο παιδικό δωμάτιο περιέχει ένα ξύλινο αλογάκι, κούκλες και το «μουσικό» βιβλίο με τα παραμύθια που διάβαζε ο Ντοστογιέφσκι στα παιδιά του.










«Μπαμπά, πάρε μου ένα δώρο» , σημείωμα από τον επτάχρονο Φέντια.








Το δωμάτιο της Άννας Γκριγκόριεβνα

Το
 δωμάτιο της Άννας Γκριγκόριεβνα θυμίζει γραφείο μιας γυναίκας με έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα. Όλη της η ζωή ήταν αφιερωμένη στο σύζυγό της. Η Άννα ήταν γι αυτόν «η γυναίκα κι η μητέρα, η γραμματέας, ο αρχειοφύλακας κι η οικονόμος». Ο Ντοστογιέφσκι αναγνώριζε και εκτιμούσε την επίδρασή της Άννας στη ζωή του· «Είσαι η μόνη γυναίκα που με κατάλαβε», της γράφει και της αφιερώνει το τελευταίο και σπουδαιότερο μυθιστόρημά του, τους αδελφούς Καραμαζόφ.

Μετά το θάνατο του Ντοστογιέφσκι, η Άννα Γριγκόριεβνα πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της (37 χρόνια) συλλέγοντας υλικό για τη ζωή του συζύγου της και δημοσιεύοντας τα γραπτά του.















Η Τραπεζαρία

Όλη η οικογένεια συγκεντρωνόταν στην τραπεζαρία μόνο το βράδυ, για το δείπνο. Ο Ντοστογιέφσκι από τα νεανικά του χρόνια συνήθιζε να δουλεύει τη νύχτα, απερίσπαστος, με απόλυτη ησυχία. Άρχιζε να εργάζεται στις 11-12 μ.μ.και συνέχιζε μέχρι τις 5-6 το πρωί. Στη συνέχεια, ξάπλωνε, σηκωνόταν μετά το μεσημέρι, έφτιαχνε μόνος του το τσάι του, πολύ δυνατό - ήθελε να κρατάνε πάντα ζεστό το σαμοβάρι - και το έπινε στην τραπεζαρία. Το απόγευμα ήταν απασχολημένος με διορθώσεις, και στις 6 το βράδυ η οικογένεια συγκεντρωνόταν για το δείπνο, το οποίο τελείωνε στις 7. 

Του άρεσε επίσης - διηγείται η κόρη του Lyubov στις αναμνήσεις της - ο καυτός, αχνιστός καφές. Πήγαινε στο γραφείο με το φλιτζάνι του, κρατώντας ένα κηροπήγιο και μια πετσέτα στο αριστερό χέρι και το φλιτζάνι με τον καφέ στο δεξί. Προτιμούσε να μένει μόνος με τον καφέ του για λίγο και τον ενοχλούσε όταν κάποιος του 'πιανε την κουβέντα. Του άρεσε να κάθεται μόνος του μέχρι τις 8 ή τις 8 και μισή και μετά ντυνόταν και έβγαινε για μια βόλτα.










Το σαλόνι

Στα τέλη της δεκαετίας του 1870, ο Ντοστογιέφσκι  ήταν διάσημος συγγραφέας όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και στο εξωτερικό. Το 1878, η Αυτοκρατορική Ακαδημία Επιστημών τον εξέλεξε ως επίτιμο μέλος στο Τμήμα Ρωσικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. 

Πολλοί επισκέπτες έρχονταν να δουν τον Ντοστογιέφσκι με διάφορες ερωτήσεις και αιτήματα και κείνος προσπαθούσε να ανταποκριθεί σε όλα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 τον καλούσαν συχνά σε λογοτεχνικές βραδιές με φιλανθρωπικό σκοπό, όπου μιλούσε πολύ, διαβάζοντας αποσπάσματα από τα έργα του. Οι σύγχρονοί του δήλωναν ότι είχε ένα σπάνιο ταλέντο να μεταμορφώνεται εντελώς όταν διαβάζει κάποιο από τα έργα του.



Η γωνιά με τον καναπέ και το οβάλ τραπέζι αποκαταστάθηκε σύμφωνα με τα σχέδια της ανηψιάς του Ντοστογιέφσκι. 









Το κουτί καπνού Laverm, που ο Ντοστογιέφσκι φύλαγε τα τσιγάρα που έστριβε.
Πάνω στο κουτί, γραμμένο από το χέρι της κόρης του Λιούμποφ την ημέρα του θανάτου του Ντοστογιέφσκι: «Στις 28 Ιανουαρίου 1881, ο μπαμπάς πέθανε...» Την θλιβερή αυτή ημέρα, το κουτί ήταν στο γραφείο του συγγραφέα.
________________






Το Γραφείο

Π
εριστασιακοί επισκέπτες σπάνια έμπαιναν στο γραφείο του Ντοστογιέφσκι· εδώ δεχόταν μόνο στενούς του φίλους. Οι συγγενείς του θυμούνται ότι δεν του άρεσε η ακαταστασία στο γραφείο του και τον ενοχλούσε να μετακινούν τα χειρόγραφα, τα βιβλία ακόμα και την καρέκλα του από κει που τα είχε αφήσει ο ίδιος. Ήταν χώρος δημιουργίας και κανείς δεν είχε δικαίωμα να καταστρέψει αυτή την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που είχε.



Fyodor Dostoevsky (woodcut by Vladimir Favorsky,1929)



Konstantin Vasiliev. Fyodor Dostoyevsky. 1976



Ο Ντοστογιέφσκι στο τελευταίο του γραφείο, Oleg Leonov, 1992 

__________________

Λίγο μετά το θάνατο του Ντοστογιέφσκι, η Άννα Γκριγκόριεβνα κάλεσε τον φωτογράφο Vladimir Taube στο σπίτι, για να απαθανατίσει τους εσωτερικούς χώρους του γραφείου όπως ήταν όταν ζούσε ο συγγραφέας. Χάρη σε αυτές τις φωτογραφίες αποκαταστάθηκε ο χώρος στη σύγχρονη έκθεση.

Στο χώρο κυριαρχεί, φυσικά, το τραπέζι, συμπαγές και ευρύχωρο, καλυμμένο με πράσινη τσόχα και πάνω το δερμάτινο πορτοφόλι του, η πένα του, ένα κουτάκι για τα φάρμακά του. Πάνω από το τραπέζι κρέμεται μια θήκη για επιστολές και  χαρτιά.





  

Στις βιβλιοθήκες φυλάσσονται βιβλία που ήταν μέρος της βιβλιοθήκης του Ντοστογιέφσκι και στη γωνία κρέμεται μια εικόνα της Παναγίας με ασημένιο πλαίσιο.

Στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο υπάρχει το ρολόι, που ανήκε στο νεότερο αδελφό του Ντοστογιέφσκι, Αντρέι Μιχαηλόβιτς, με τους δείκτες του σταματημένους την ώρα του θανάτου του συγγραφέα στις 8.36 μ.μ. 





Η Μαντόνα του Ραφαήλ..

Αριστερά πίσω από το γραφείο υπάρχει ο καναπές - αρκετά πιστό αντίγραφο του αυθεντικού - όπου ο Ντοστογιέφσκι μπορούσε να ξαπλώσει για μια σύντομη ανάπαυση ανάμεσα στις ατελείωτες και πυρετώδεις αγρυπνίες του. 

Στον τοίχο πάνω από τον καναπέ υπάρχει ένα αντίγραφο του αγαπημένου του πίνακα «Madonna Sistina» του Ραφαήλ. Επί σχεδόν 150 χρόνια η «Madonna Sistina» απολάμβανε στη Ρωσία μια αφοσίωση που άγγιζε τα όρια της λατρείας.

Ο ίδιος πίνακας της «Madonna Sistina», σύμφωνα με μαρτυρία του γιου του Τολστόι, Σεργκέι, κρεμόταν και στην Yasnaya Polyana. Ακόμα μια σύμπτωση είναι ότι και οι δύο λιθογραφίες δόθηκαν στους δύο συγγραφείς που, παρεμπιπτόντως δεν συναντήθηκαν ποτέ, από το ίδιο πρόσωπο: τη χήρα του ποιητού κόμητα Αλεξέι Τολστόι, την κόμισσα Σοφία Τολστόι· στον Τολστόι, όταν ήταν νέος, στον Ντοστογιέφσκι ως δώρο στα προτελευταία του γενέθλια, ένα χρόνο πριν πεθάνει. Αυτά τουλάχιστον υποστηρίζει σε βιβλίο του ο γιος του Τολστόι, Ilya Lvovich Tolstoy.

Η Άννα Γκριγκόριεβνα γράφει σχετικά με τον πίνακα στις Αναμνήσεις της: 

«Πιο συχνά στα 1879-80, ο άντρας μου πήγαινε να επισκεφθεί τη χήρα του ποιητού κόμητα Αλεξέη Τολστόη, την κόμησα Σοφία Τολστόη. Είταν μια γυναίκα με μεγάλη εξυπνάδα, πολύ μορφωμένη και καλλιεργημένη. Εχτός απ' την αξιοπρόσεχτη εξυπνάδα της, η κόμησα είχε μια πολύ ευαίσθητη καρδιά και θα θυμάμαι σ’ δλη μου τη ζωή μ’ ευγνωμοσύνη πόσο μπορούσε να εύχαριστεί τον άντρα μου. Μιλώντας μια μέρα μαζί μου για την Πινακοθήκη της Δρέσδης, ο Φέντια της είπε, ότι στη ζωγραφική, πάνω απ’όλα, έβαζε, τη Μαντόνα Σιξτίνα, και πρόσθεσε ταυτόχρονα, ότι λυπόταν που δεν μπόρεσε ακόμα να φέρει απ’ το Εξωτερικό μια καλή φωτογραφία εκείνου του πίνακα, που δεν μπορούσε κανείς να βρει στη Ρωσία.

Πέρασαν τρεις βδομάδες. Ένα πρωί βλέπω να έρχεται στο σπίτι μας ο Βλαντίμηρ Σολοβιόβ (ο άντρας μου κοιμόταν ακόμα) κρατώντας ένα πελώριο χαρτόνι που περιείχε μια εξαίσια φωτογραφία της Μαντόνα Σιξτίνα, σε φυσικό μέγεθος, αλλά χωρίς τα πρόσωπα που την περιβάλλουν. Ο Σολοβιόβ, που ήταν πολύ φίλος με την κόμησα με πληροφόρησε, πως εκείνη η ίδια είχε γράψει σε φίλους της στη Δρέσδη, και της είχαν στείλει αυτό το αντίτυπο. 

Η κόμησα παρακαλούσε τον άντρα μου να το δεχτεί σαν ενθύμιο. Αυτό έγινε κατά τα μέσα του Οκτώβρη του 1879. Τα γενέθλια του αντρός μου, ήταν στις 30 του ίδιου μηνός. 

Αποφασίσαμε να βάλουμε τη φωτογραφία σε μια κορνίζα και να την παρουσιάσουμε στον Φεόντορ Μιχαήλοβιτς στις 30 τού Οχτώβρη. Παρακάλεσα τον Σολοβιόβ να ευχαριστήσει θερμά την κόμησα Τολστόη, και να την ειδοποιήσει ότι ο άντρας μου δε θα ’βλεπε την εικόνα πριν απ’ την ημέρα των γενεθλίων του.

Το πρωί στις 30 του Οχτώβρη, τη στιγμή που ήρθε ο άντρας μου να πάρει το τσάι στην τραπεζαρία, κρεμάσαμε τον πίνακα στον τοίχο της κάμαράς του, πανω απ’ το κρεβάτι του. Ύστερα απ’ τα καθιερωμένα συγχαρητήρια, ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιό του με τα παιδιά. Η έκπληξή του ήταν μεγάλη όταν άξαφνα είδε τον αγαπημένο του πίνακα.

«Πού τον βρήκες Άννια; με ρώτησε, νομίζοντας πως εγώ τον είχα αγοράσει. Όταν τον πληροφόρησα πως ήταν δώρο της κόμησας Τολστόη, συγκινήθηκε βαθύτατα και πήγε να την ευχαριστήσει την ίδια μέρα.

Πόσες φορές κείνη τη στερνή του χρονιά, δεν τον βρήκα όρθιο μπροστά σ’ αυτόν τον πίνακα, σε μια τέτοια έκσταση, που δε με αντιλαμβανόταν όταν έμπαινα. Τότε έφευγα πάλι αθόρυβα για να μην ταράξω την έξαρσή του.»


Άννα Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκη, Ο Ντοστογιέφσκη και γω, μτφρ. Σ. Βουρδουμπά, εκδόσεις Γκοβόστη (σελ. 308 - 309)

Ο Ντοστογιέφσκι έβλεπε τη «Madonna Sistina» ως «την υψηλότερη εκδήλωση της ανθρώπινης μεγαλοφυίας», «το σύμβολο της πίστης και της ομορφιάς που θα ήταν η σωτηρία του κόσμου». Ο πίνακας ήταν έμμονη ιδέα του Ντοστογιέφσκι και η εικόνα του εμφανίζεται σε πολλά από τα μυθιστορήματά του, όπως στο «Έγκλημα και  τιμωρία» και στους «Δαιμονισμένους»

Raffael, Madonna Sistina, 1513 – 1514, Πινακοθήκη της Δρέσδης


[....] όσο για τη Μαντόνα Σιστίνα, αυτή κρεμόταν σ’ έναν τοίχο ανάμεσα σε δυο παράθυρα, έτσι που το φως έπεφτε λοξά πάνω της, και η μέρα ήταν συννεφιασμένη - ο πίνακας ήταν, θαρρείς, σκεπασμένος από αχλή, η Μαντόνα αιωρούνταν μέσα στα σύννεφα, που φαίνονταν να σχηματίζουν τον αιθέριο ποδόγυρο του χιτώνα της ή ίσως γίνονταν απλώς ένα μ’ αυτόν και κάπου στο κάτω αριστερό μέρος του πίνακα, κοιτώντας ευλαβικά τη Μαντόνα, ξεπρόβαλλε ένας απόστολος με έξι δάχτυλα στο χέρι του - τα μέτρησα εγώ ο ίδιος, ήταν πράγματι έξι - η φωτογραφία αυτού του πίνακα, που τη χάρισαν στον Ντοστογέφσκι την ημέρα των γενεθλίων του, πολλά χρόνια μετά το ταξίδι στη Δρέσδη, μόλις λίγο καιρό πριν πεθάνει, γιατί θεωρείτο ότι αυτός ήταν ο αγαπημένος του πίνακας, αν και ο αγαπημένος του πίνακας ήταν μάλλον ο Νεκρός Χριστός του Χόλμπαϊν του νεότερου, 


1867· περνώντας από τη Βασιλεία, ο Ντοστογιέφσκι παγώνει από τρόμο μπροστά στον πίνακα του Hans Holbein (1497- 1543), «Ο Χριστός νεκρός». Ακριβώς το ίδιο δέος κυριεύει τον Μίσκιν, που δεν μπορεί να υποφέρει τη θέα του πίνακα κρεμασμένου στο σπίτι του Ραγκόζιν. «Βλέποντας αυτό τον πίνακα, θα μπορούσε κανείς να χάσει την πίστη του! ...», αναφωνεί.
___________________


αυτή λοιπόν η φωτογραφία της Μαντόνας του Ραφαήλ, πλαισιωμένη από μια ξύλινη κορνίζα, κρέμεται πάνω από τον δερμάτινο καναπέ που πάνω του πέθανε ο Ντοστογέφσκι, στο Μουσείο Ντοστογέφσκι του Λένινγκραντ - η αιθέρια Μαντόνα κρατά λοξά, μισοκαθισμένο στην αγκαλιά της, ένα εξίσου αιθέριο βρέφος στα σπάργανα, σαν να το θηλάζει, όπως κάνουν οι τσιγγάνες, μπροστά σε όλον τον κόσμο, η έκφραση όμως του προσώπου της είναι κάπως αινιγματική, όπως της Τζοκόντα [.....]

Λεονίντ Τσίπκιν, Καλοκαίρι στο Μπάντεν - Μπάντεν, εισαγωγή Σούζαν Σόνταγκ, 
μτφρ. από τα ρωσικά Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ. 34)











«Το κοινότοπο γκρίζο κτίριο» της οδού Kuznechny

Στο βιβλίο του «Καλοκαίρι στο Μπάντεν – Μπάντεν», ο συγγραφέας – αφηγητής Λεονίντ Τσίπκιν επιβιβάζεται στο τρένο που πηγαίνει από τη Μόσχα στο Λένιγκραντ (την πάλαι ποτέ και μέλλουσα Αγία Πετρούπολη).

Είναι χειμώνας, τέλη Δεκέμβρη κι ο Τσίπκιν, ενώ κατευθύνεται προς το Λένινγκραντ, ταξιδεύει συνάμα μέσα στις ψυχές και τα σώματα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι και της συζύγου του Άννας Γκριγκόριεβνα, που νιόπαντροι, φεύγουν από την Αγία Πετρούπολη στα μέσα Απριλίου του 1867 για την Δρέσδη. Θα τους ακολουθήσει στα τέσσερα χρόνια της περιπλάνησής τους στην Δυτική Ευρώπη, στην επιστροφή τους στην Αγία Πετρούπολη και στο σπίτι της οδού Kuznechny, όπου ο συγγραφέας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και στεγάζει, από το 1971 το Μουσείο Ντοστογιέφσκι.

Ο Τσίπκιν, στο μοναχικό και σίγουρα όχι μοναδικό του προσκύνημα στον Ντοστογιέφσκι, φεύγει για μια βόλτα στην πόλη - η χειμωνιάτικη μέρα είναι μικρή και έχει ήδη αρχίσει να πέφτει σκοτάδι - «για να φωτογραφίσω το σπίτι του Ρασκόλνικοφ στο παλιό οίκημα των τοκογλύφων ή το σπίτι της Σόνιετσκα ή άλλα κτίρια όπου ο συγγραφέας τους έζησε στη διάρκεια της σκοτεινότερης και πιο απόκρυφης περιόδου της ζωής του, τα χρόνια που ακολούθησαν την επιστροφή του από την εξορία».

Συνεχίζοντας να περπατά, «οδηγούμενος από ένα είδος ενστίκτου», ο Τσίπκιν κατορθώνει να φτάσει «ακριβώς στο κατάλληλο σημείο» - «η καρδιά μου χτυπούσε γεμάτη χαρά και κάποιο άλλο ακαθόριστο συναίσθημα» - απέναντι από το τετραώροφο γωνιακό κτίριο της οδού Kuznechny.





..ένα γκρίζο γωνιακό σπίτι που μέσα στο σκοτάδι φάνταζε μαύρο..

[.... ] στα δεξιά μου υψωνόταν αόριστα λευκός ο όγκος του καθεδρικού ναού με τους τρούλους του να βυθίζονται μέσα στον μαύρο ουρανό - μπροστά μου βρισκόταν η αγορά Κουζνιέτσνι και πίσω δεξιά μου η εκκλησία Βλαντιμίρσκαγια - βγήκα ακριβώς στο σημείο που έπρεπε, και η καρδιά μου πλημμύρισε σχεδόν από χαρά κι από ένα άλλο, ακαθόριστο συναίσθημα - στ’ αριστερά της αγοράς Κουζνιέτσκι, ακριβώς στην απέναντι πλευρά του δρόμου, ξεχώριζε ένα τετραώροφο κτίριο με ημιυπόγειο, έτσι που σου έδινε την εντύπωση του πενταώροφου, ένα γκρίζο γωνιακό σπίτι που μέσα στο σκοτάδι φάνταζε μαύρο - ωστόσο η γωνία του σπιτιού δεν ήταν μυτερή αλλά επίπεδη, όπως σε πολλά γωνιακά σπίτια της Πετρούπολης, και σ’ αυτό το γωνιακό, επίπεδο σημείο ήταν βαλμένα στη σειρά παράθυρα και μπαλκόνια, και κάτω απ’ αυτό βρισκόταν η πόρτα στην οποία έμπαινες κατεβαίνοντας μερικά σκαλιά - η πόρτα έβγαζε στο φουαγέ που βρισκόταν στο ημιυπόγειο μαζί με το βεστιάριο και μια γυναίκα ήταν καθισμένη πλάι σε μια άλλη πόρτα, που έβγαζε στις σκάλες - αυτή πουλούσε εισιτήρια και τα εισιτήρια αυτά μπορεί κανείς να τα κρατήσει για σουβενίρ ή να τα πετάξει, επειδή κανείς δεν τα ελέγχει - εκτός αυτού, η γυναίκα σάς προτείνει το απλό φυλλάδιο του μουσείου, όπου με ένα μελαγχολικό τυπογραφικό κλισέ παρουσιάζονται το πορτρέτο του συγγραφέα και ο χώρος του γραφείου του, συνοδευόμενα από μερικές φράσεις του Σαλτικόφ-Σεντρίν, ή ένα μεταλλικό σηματάκι στο οποίο είναι σκαλισμένο το πρόσωπό του με τα εξογκώματα στο μέτωπό του - ανεβαίνοντας τη σκάλα βγαίνετε σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου γίνονται διαλέξεις, προβάλλονται κινηματογραφικές ταινίες ή διάφοροι ηθοποιοί διαβάζουν έργα του, ενώ στο δεύτερο και στο τρίτο πάτωμα, σε μια σειρά από δωμάτια με άψογα γυαλισμένο παρκέ που αναδίνει μια μυρωδιά κεριού, όπως στην εκκλησία, βρίσκεται η λογοτεχνική και αναμνηστική έκθεση - σε τραπεζάκια κάτω από κρύσταλλο, στους τοίχους, σε ειδικές βάσεις σταθερές ή περιστρεφόμενες βρίσκονταν αναρτημένα φωτοαντίγραφα των επιστολών του, οι πρώτες εκδόσεις των έργων του, πορτρέτα και φωτογραφίες δικές του και των μελών της οικογένειάς του και των συγχρόνων του, αποκόμματα εφημερίδων με γεγονότα που συνέβησαν στην Πετρούπολη εκείνη την εποχή, ανατυπώσεις φωτογραφιών σε μεγάλο μέγεθος με απόψεις της Πετρούπολης και του φρουρίου του Ομσκ, καθώς και της Φλωρεντίας, της Ρώμης και της Γενεύης (τόποι που επισκέφτηκε στα ταξίδια του στο εξωτερικό), εικονογραφήσεις των μυθιστορημάτων του, φωτογραφίες από σκηνές των έργων του που παίχτηκαν στο θέατρο και πλήθος άλλα ντοκουμέντα.



Στους χώρους του μουσείου βασίλευε μια εκκλησιαστική σχεδόν σιγή, που τη διέκοπτε μονάχα ο ευλαβικός ψίθυρος δυο τριών νεαρών που περιφέρονταν εκεί ή το θρόισμα των φύλλων του σημειωματάριου, στο οποίο κάτι σημείωνε με πάθος ένας νεαρός με σπυράκια στο πρόσωπο ή ακόμα και το ξερό τριζοβόλημα των λαμπτήρων φθορισμού, που άναβαν προσεκτικά οι ηλικιωμένες γυναίκες φύλακες, όταν κάποιος από τους επισκέπτες βρισκόταν σ’ ένα σημείο που χρειαζόταν φωτισμό, παρατώντας για μια στιγμή το πλεκτό τους - και κάπου κάπου τη σιωπή διέκοπτε μια απροσδόκητα δυνατή φωνή, που κάτι εξηγούσε γεμάτη αυτοπεποίθηση - πλησίαζε μια ομάδα σχολιαρόπαιδων με τον ξεναγό τους - η ομάδα ακολουθούσε αυστηρά την προβλεπόμενη μορφή επίσκεψης του μουσείου, ο χάρακας του ξεναγού πότε γλιστρούσε γρήγορα πάνω σε εκθέματα μικρότερης σημασίας, πότε επέμενε σε αντικείμενα τα οποία, κατά την άποψή του, παρουσίαζαν μεγαλύτερο γνωστικό ενδιαφέρον - οι μαθητές, που έστεκαν σε κάποια απόσταση από τον ξεναγό, τραβούσαν ο ένας τον άλλον από το μανίκι, έριχναν ματιές στις γωνίες και χαχάνιζαν 


Εκεί λοιπόν, στο τρίτο πάτωμα, αν θεωρήσει κανείς πάτωμα και το ημιυπόγειο, βρισκόταν το διαμέρισμά του - στον προθάλαμο, σε μια ειδική βάση, ήταν τοποθετημένη μια ομπρέλα με μεγάλη, γυριστή στην άκρη λαβή, φτιαγμένη από ελαφρά ξεθωριασμένο μαύρο καραβόπανο - υποτίθεται ότι με αυτή την ομπρέλα εκείνος έβγαινε για βόλτα, και στην κρεμάστρα ήταν κρεμασμένο ένα παμπάλαιο πλατύγυρο καπέλο να ήταν άραγε δικό του; 

Στο πρώτο δωμάτιο, προφανώς το σαλόνι, υπήρχαν κάτι παμπάλαιες βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία και δύο τρία τραπεζάκια τουαλέτας με μαρκετερί, που είχε μαυρίσει με τον καιρό, πάνω σ’ ένα απ’ αυτά τα τραπεζάκια υπήρχε ένα φύλλο τετραδίου με μερικές φράσεις γραμμένες μ’ έναν αδέξιο παιδικό γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή «Λιούμπα», στους τοίχους ήταν κρεμασμένες οικογενειακές φωτογραφίες της Άννας Γκριγκόριεβνα - μόνης της ή με τα παιδιά, τη Λιούμπα και τον γιο της τον Φέντια - στη μία από τις φωτογραφίες, που τραβήχτηκαν λίγο καιρό μετά τον θάνατο του πατέρα τους, η εντεκάχρονη Λιούμπα μοιάζει με ώριμη, απόλυτα σχηματισμένη κοπέλα, και τούτο τονίζεται ιδιαίτερα από τα ξέπλεκα μαλλιά και το μακρύ φόρεμα που σκεπάζει τα παπούτσια της - λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα της έφυγε από το σπίτι της μητέρας της και πήγε να μείνει μόνη της, δημιουργώντας ένα είδος σαλονιού και ζώντας όπως της έκανε κέφι, έτσι που η Άννα Γκριγκόριεβνα. βλέποντας κάποτε να βγάζουν από μια εκκλησιά το φέρετρο μιας κοπελίτσας, να αναφωνήσει: «Αχ, γιατί να μην είναι η κόρη μου αυτή που κουβαλάνε έτσι;» - λίγα χρόνια αργότερα η Λιουμπόφ Φιοντόροβνα έφυγε στο εξωτερικό, όπου ζούσε μια εντελώς μποέμικη ζωή, και σε τούτο συνέβαλλε εν μέρει η βαθιά ψυχική ανισορροπία της, ίσως δε και κάποια ψυχική πάθηση - εν πάση περιπτώσει, στα διαλείμματα των τακτικών κρίσεων κατάθλιψης που πάθαινε, πρόλαβε να καταγράψει τις αναμνήσεις από τον πατέρα της, τις οποίες οι κριτικοί του έργου του δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους, θεωρώντας ότι πολλά από τα περιστατικά τα οποία παρουσιάζει δεν είναι πειστικά, όσο για τους συλλογισμούς της είναι επιπόλαιοι και υποκειμενικοί· ειδικά η προσπάθειά της να αποδώσει στον Ντοοστογέφσκι νορμανδική καταγωγή θεωρείται απλώς μια έμμονη ιδέα - αυτό αποπειράται να τονίσει κυρίως ο Γκόρνφελντ, που έγραψε μια εισαγωγή στο βιβλίο της Λιουμπόφ Φιοντόροβνα όπου και η παραμικρή αμφιβολία ως προς το ότι ο Ντοστογέφσκι ανήκει στο ρωσικό έθνος αποτελεί την ύψιστη ιεροσυλία, αντιμετωπίζεται ως προσωπική προσβολή - όσο για τον γιο, τον Φέντια, μοιάζει σε αυτή τη φωτογραφία με επιμελή, αλλά μάλλον χαζό γυμνασιόπαιδο, και το κρανίο του έχει από φυσικού του ένα εκφυλισμένο σχήμα, κάτι που μοιάζει με κακοήθη γελοιογραφία του κρανίου του πατέρα του 

Η Anna Grigorievna και τα παιδιά της Lyubov και Fedya
________________


- ακολουθεί ένα άλλο δωμάτιο, το οποίο, πιθανότατα, ανήκε στην Αννα Γκριγκόριεβνα, κι αυτό με φωτογραφίες, και μάλιστα με μερικούς πίνακες κρεμασμένους στους τοίχους και ένα μικρό γραφείο - ακόμα ένα δωμάτιο με δύο πόρτες, εντελώς ασήμαντο και, τέλος, το δωμάτιο με το γραφείο εκείνου, πάνω στο οποίο βρίσκονταν βιβλία και χειρόγραφα, τσιγαρόχαρτα και μια ταμπακιέρα, δύο κεριά καμένα μέχρι τέλους, ένα μελανοδοχείο και ένα ημερολόγιο ανοιγμένο στην ημερομηνία του θανάτου του· και δίπλα στο γραφείο η εταζέρα με τα βιβλία, η οποία, κατά την εκδοχή της Άννας Γκριγκόριεβνα, όπως την παρουσιάζει στα Απομνημονεύματά της, έπαιξε μοιραίο ρόλο στην πνευμονική αιμορραγία που του παρουσιάστηκε όταν μια νύχτα προσπάθησε να τη μετακινήσει για να βρει την πένα του, που είχε πέσει από πίσω.

Λεονίντ Τσίπκιν, Καλοκαίρι στο Μπάντεν - Μπάντεν, εισαγωγή Σούζαν Σόνταγκ,
μτφρ. από τα ρωσικά Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ. 217 - 223)


Το Μουσείο είχε τη δική του ιστορία......

Στον προ-επαναστατικό ρωσικό τύπο, γράφονταν άρθρα που ζητούσαν να τοποθετηθεί σ’ αυτό το σπίτι αναμνηστική πλάκα και να ανοίξει εδώ ένα μουσείο αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Ωστόσο, αυτή η πρωτοβουλία δεν εφαρμόστηκε, και στα μετεπαναστατικά χρόνια έγινε σχεδόν αδύνατη.


Το 1917, η χήρα του συγγραφέα, Anna Grigorievna Dostoevskaya, εγκατέλειψε την Αγία Πετρούπολη και εγκαταστάθηκε στο κτήμα της στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Το 1918, πέθανε μόνη της, μακριά από τα παιδιά και τα εγγόνια της.
Όλα τα αντικείμενα που κάποτε βρίσκονταν στο σπίτι όπου ζούσε ο Ντοστογιέφσκι είχαν παραδοθεί πριν την αναχώρησή της από την Αγία Πετρούπολη σε μία αποθήκη και στη συνέχεια εξαφανίστηκαν. Τα περισσότερα χειρόγραφα του συγγραφέα, με μερικές εξαιρέσεις, συμπεριλήφθηκαν στα κρατικά αρχεία.



Η Anna Grigorievna με τα εγγόνια της Andrei and Fyodor

_____________________

Στα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, η μνήμη και το έργο του Ντοστογιέφσκι δεν ήταν σε μεγάλη εκτίμηση, για το λόγο ότι οι κοινωνικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις του ήταν ασυμβίβαστες με την επίσημη σοβιετική ιδεολογία. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ήταν δυνατό να δημιουργηθεί ένα μουσείο στο σπίτι όπου ζούσε. Στα χρόνια αυτά, το σπίτι της οδού Κουζνέτσνυ είχε παρακμάσει και είχε ματατραπεί από το καθεστώς σε κοινοτικά διαμερίσματα. Ωστόσο, ακόμα και τότε διάσημοι συγγραφείς και μελετητές υπενθύμιζαν στον Τύπο τη σημασία του Ντοστογιέφσκι στην ιστορία του ρωσικού πολιτισμού και μιλούσαν για την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα μουσείο στην πόλη, όπου πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του.

Το 1971, η 150η επέτειος από τη γέννηση του μεγάλου συγγραφέα, που γιορτάστηκε σε όλο τον κόσμο, υπήρξε καταλυτική για την ίδρυση του Μουσείου στο σπίτι της οδού Kuznechny. Το διαμέρισμα ανακαινίστηκε με βάση το υπάρχον υλικό στα κρατικά αρχεία της πόλης και τις μαρτυρίες των συγχρόνων του συγγραφέα.

Τα επίσημα εγκαίνια του Μουσείου Ντοστογιέφσκι έγιναν το Νοέμβριο του 1971 και αποτέλεσαν μέγιστο πολιτιστικό γεγονός στην τότε πόλη του Λένινγκραντ.

Μεγάλη υπήρξε η συμβολή στη δημιουργία του Μουσείου του εγγονού του συγγραφέα Andrei Fyodorovich Dostoevsky (1908-1968), ο οποίος είχε στην κατοχή του μια πολύτιμη συλλογή αφιερωμένη στη μνήμη του διάσημου παππού του και η οποία, αργότερα έγινε η βάση του μουσείου.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι συλλογές του μουσείου εμπλουτίστηκαν και με πολλά άλλα εκθέματα, ενώ η βιβλιοθήκη του μουσείου περιέχει 24.000 τόμους.

Σήμερα, σε άλλο χώρο, στο ίδιο κτίριο, φιλοξενείται πλούσια συλλογή με αντικείμενα, φωτογραφίες, αφίσες από θεατρικές παραστάσεις των έργων του συγγραφέα και η αλληλογραφία του με συγγενείς και φίλους. Πολύ χαμηλός φωτισμός που προκαλεί ατμόσφαιρα μυστηρίου στον επισκέπτη. Εδώ, ανάμεσα στα εκθέματα, υπάρχει και η νεκρική μάσκα του Ντοστογιέφσκι.





Η σκάλα στο σπίτι του Ρασκόλνικοφ, έργο του Β. Κostygov (1993)



Ένα απ’ τα βίτσια του Ντοστογιέφσκι δίνει μια μορφή συμβολική, χειροπιαστή, σ’ ό,τι είναι η ίδια η ουσία του "Είναι" του: η αρρωστιάρικη μανία για τα τυχερά παιχνίδια. Από μικρό παιδί έχει το πάθος των χαρτιών - αλλά μόνο στην Ευρώπη ανακαλύπτει το διαβολικό καθρέφτη της νευρικότητάς του: το Κόκκινο και το Μαύρο, τη ρουλέτα, αυτό το τόσο επικίνδυνο παιχνίδι μέσα στον πρωτόγονο δυϊσμό του. 

Η πράσινη τσόχα του Μπάντεν, η ρουλέτα του Μόντε-Κάρλο είναι οι εντονότερες εκστάσεις του στην Ευρώπη: τον υπνωτίζουν πιο πολύ απ’ τη Μοντάνα της Σιξτίνα, απ’ τα αγάλματα του Μιχαήλ Άγγελου, απ’ τα μεσημβρινά τοπία, απ’ την τέχνη και τον πολιτισμό ολόκληρου του κόσμου. Επειδή εκεί βρίσκει την ένταση, την τελεσίδικη απόφαση: μαύρο ή κόκκινο, μονά ή ζυγά, ευτυχία ή εκμηδένιση, χασούρα ή κέρδος - συμπυκνωμένα στα δευτερόλεπτα εκείνα που η ρόδα γυρίζει: η ένταση συγκεντρωμένη μέσα σ’ αυτή την αστραπή του πόνου ή της απόλαυσης, όπως τη λαχταράει η ιδιοσυγκρασία του.

Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Ο Παίκτης, εκδόσεις Γκοβόστη (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)



Μετά την αποφυλάκισή του στη Σιβηρία Στα δεξιά ο Ντοστογιέφσκι, παρέα με το φίλο του Chokan Valikhanov (φωτογραφία του N.Leibin, Semipalatinsk, 1858). 


Πηγές


Portrait of Fyodor Dostoevsky by Vasily Perov
___________