Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Εγώ Αη -Στράτη, Αη -Στράτη δε φοβάμαι...


Ο οικισμός του 'Αη-Στράτη στη δεκαετία του 1940, Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη
____________



Στο νησί των ονείρων μας 

«Την εσπέραν σήμερον απελαύνονται διά την νησίδα 'Aγιος Ευστράτιος οι κρατηθέντες 27 εκ των συλληφθέντων προληπτικώς βενιζελοκομμουνιστών».

Εφημερίδα Η Βραδυνή, 19 Οκτωβρίου 1935


Στις 26 του Οχτώβρη του 1935, μέρα Κυριακή, η «Μαρία Λ», πλέει από το λιμάνι της Μυτιλήνης με προορισμό τον Αϊ - Στράτη, τον Μποζ - Μπαμπά, όπως τον λέγανε οι Τούρκοι. Στο βαπόρι, επιβαίνουν οι 28 «επικίνδυνοι κομμουνισταί», μεταξύ των οποίων ο Κώστας Βάρναλης και ο Δημήτρης Γληνός.


Μας σιδεροδέσανε τα χέρια 
και μας κλείσαν ολούθε μαλιγχέρια. 

Μας μετρήσανε, κάπου εξηνταριά,
Και μας ζυγιάσαν την ψυχή – βαριά! 

Μουδιάσανε σφιχτόδετα καιρό 
χέρι δεξί με χέρι αριστερό. 

Μουδιασμένο και τ' άλλο μας, που εκράτει 
βαλίτσα ή δέμα για τον Αη - Στράτη... 

Τυχερέ, κείνο τ' άθλιο δειλινό 
σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό...
Μαζί μας τελεφταίοι, με το βαπόρι 
πρεζάκηδες, αλάνια, λαθρεμπόροι, 

Ξεπίτηδες, για να φανεί, πως ίσια 
λογιούνται η Λεφτεριά με τα χασίσια...

Κώστας Βάρναλης, Στην Εξορία (Οχτώβρης 1935)


Μόλις βγήκαμε λιγάκι παραέξω από το Σίγρι, φάνηκε στο βάθος του ορίζοντα σαν ένα μελανό σύννεφο ριζωμένο στη θάλασσα, το νησί, όπως είπα, των ονείρων μας. Ο Αι-Στράτης! Μποζ-Μπαμπάς, όπως τονε λέγανε οι Τούρκοι. Όταν κατά τις 11 πλησιάσαμε δε βλέπαμε τίποτις άλλο από πέτρα. Βράχια ξεκομμένα από την αχτή. Αχτές απότομες γεμάτες σπηλιές και καμάρες. Και γλάροι, που λάμνανε από ψηλά μπροστά μας. Σ' αυτές τις σπηλιές σκοτώνουν καμιά φορά και φώκιες οι ψαράδες. Η πέτρα είναι ψαμμίτης. Εύκολα τρίβεται. Εύκολα τηνε τρώνε οι φουρτούνες κι οι βροχές. Γι' αυτό οι αχτές είναι απότομες, ασίμωτες, γεμάτες σπηλιές και υφάλους. Γύρω-γύρω σ' όλο το νησί δε θα υπάρχουνε παραπάνου από πεντέξι σημεία, όπου μπορεί να πιάσει καΐκι, δηλ. πεντέξι αμμουδιές. Ακόμα δε βλέπαμε το χωριό. Βλέπαμε μια ράχη με ανεμόμυλους. Άμα στρίψαμε δεξιά είδαμε και το χωριό. Αμφιθεατρικά χτισμένο απάνου στο λόφο αρχίζοντας από την ακρογιαλιά κι ανεβαίνοντας προς τους ανεμόμυλους.

Αν
τίκρα άλλος λόφος, του Αϊ-Δημήτρη. Κι ανάμεσα στον δυο αυτούς λόφους σχηματίζεται ένας όρμος με παχιά αμμουδιά. Αυτόν τον όρμο τονε πιάνουνε σχεδόν όλοι οι άνεμοι. Γι' αυτό και καμιά βάρκα δεν είναι φουνταρισμένη στα νερά του. Στη γωνιά της αμμουδιάς, που είναι κάτου από το λόφο το Αϊ-Δημήτρη, κολυμπούν, λιάζονται και παίζουνε φουτμπολ οι εξόριστοι. Σ’ αυτήν την αμμουδιά τραβάνε την τράτα οι ψαράδες μαζί με τους εξόριστους κάθε μέρα, που κάνει μπουνάτσα, χειμώνα καλοκαίρι.

Κώστας Βάρναλης, «Άι – Στράτης, Θυμήματα εξορίας»,(σελ.75-76), εκδόσεις Καστανιώτη


Γιώργος Φαρσακίδης, Το μνημείο με τους νεκρούς εξόριστους της κατοχής, το κοιμητήρι του Αη - Γιάννη και οι ανεμόμυλοι.
______________

Το ένα και μονάκριβο χωριό...

Στα βορινά καταμεσής του Αιγαίου, το νησί του Αη Στράτη με τα δεκαοχτώ του όλα όλα, μίλια περίγυρο. Τα σπίτια του μοναδικού χωριού στριμωγμένα πάνω στο θεόρατο βράχο, τον Μπούμπουνα, που κρεμάστηκε κατακόρυφος πάνω απ' το αφύλαχτο στις κακοκαιρίες λιμανάκι. Μες στο χωριό ανηφορικά στενοσόκακα, κακοτράχαλα καλντερίμια. Αρκετά τα ρημαγμένα από το χρόνο και την εγκατάλειψη σπίτια, αλλά κι οι μάντρες, οι εκκλησιές και τα παρεκκλήσια πολλά. Άλλωστε στο νησί τα καλύτερα χτήματα και μετόχια είναι ιδιοκτησία της εκκλησίας και του Αγίου Ορους.

Η μικρή πλατεία, με τα αρχοντικά και τα καφενεία, γύρω απ' το λιμανάκι. Δεξιά της, η αμμουδερή παραλία, η Σαχάρα, απλώνεται ως ένα χιλιόμετρο και τερματίζει στο «Βράχο του Λένιν». Ο πιο καλοφτιαγμένος δρόμος, ο μοναδικός να περνά τροχοφόρο, είναι η...«Λεωφόρος των Μπολσεβίκων», παράλληλος με το ρέμα, φτιαγμένος προπολεμικά ακόμα, απ' τους εξόριστους.

Στη συνέχεια του Μπούμπουνα, μια ανεμόδαρτη πλαγιά, με μισογκρεμισμένους ανεμόμυλους και το νεκροταφείο του Αη Γιάννη. Αντικριστά, πέρα απ' το ρέμα, υψώνεται το παρακκλήσι του Αη Μηνά, το φυλάκιο της φρουράς και το μνημείο για τους νεκρούς εξόριστους της Κατοχής. Στη λαγκαδιά ανάμεσα στα δύο υψώματα, τ' αντίσκηνα του στρατοπέδου, οι χώροι των συνεργείων, το μαγειρείο, ο φούρνος.

Γιώργος Φαρσακίδης

Γιώργος Φαρσακίδης, «Η Λεωφόρος των Μπολσεβίκων», από σχέδιο του 1948
_____________________

Που έχει καημό στην ξενιτειά, τη θάλασσα κοιτάζει!

Η υποδοχή του βαποριού, υποδοχή πάνδημος, γίνεται ταχτικά κάθε φορά που το βαπόρι έρχεται. 'Οποια ώρα και να ναι. Χαράματα, μεσημέρι, απόγεμα, νύχτα. Μόλις ακουστεί από πολύ μακριά το σφύριγμά του ο κόσμος που είναι μαζεμένος στην πλατεία και στα καφενεία (και προ πάντων οι εξόριστοι) πετιούνται απάνου:

—Του παμπόρ σφύριξ’ λέει ο Μπαρμπα-Θύμιος ο καφετζής.

Οι βαρκάρηδες με τη βοήθεια των συντρόφων τραβάνε γρήγορα τις βάρκες στη θάλασσα κι αν είναι νύχτα, αυτή η δουλειά γίνεται με τα φαναράκια. Κ’ είναι πολύ γραφική.

Πολλές φορές τυχαίνει κατά τα μεσάνυχτα να γελαστεί κανείς, πως άκουσε το βαπόρι. Πάλι καλά. Γιατί ο Ναπολέοντας στην Αγία Ελένη το... έβλεπε! Και τότες αναστατώνεται όλο το χωριό. Οι σύντροφοι πετιούνται από τα κρεβάτια τους και κατεβαίνουνε τρέχοντας στη θάλασσα. Οι βαρκάρηδες ρίχνουν τα καΐκια στο νερό - κι ύστερης όλη τούτη η φασαρία μάταιη. Το βαπόρι έρχεται την άλλη μέρα. Κι οι βάρκες ξανατραβιούνται στην άμμο κι ο κόσμος ξαναγυρίζει φουρκισμένος στα σπίτια του.

Ποτές δεν ξέρουμε τι μέρα και τι ώρα ακριβώς 0α έρθει το βαπόρι. Γιατί δεν υπάρχει τηλεγραφική συγκοινωνία (καλώδιο) ανάμεσα στο νησί μας και στη Λήμνο. Ο οπτικός τηλέγραφος δουλεύει μονάχα τη νύχτα κι αν ο καιρός το επιτρέψει. Γιατί, αν βρέχει ή στη θάλασσα υπάρχει μεγάλη φουρτούνα, η ορατότητα της ατμόσφαιρας είναι πολύ κακή. Η φουρτούνα γεμίζει τα κάτου στρώματα του αέρα με σκόνη από νερό κι έτσι τόνε θολώνει. Κι ο οπτικός παύει.

Αφήνω, πως άμα η κακοκαιρία είναι μεγάλη, το βαπόρι δεν έρχεται καθόλου. Κι αυτό μπορεί να συμβαίνει και μια και δυο βδομάδες στη σειρά. Κάποτες (πέρσι ή πρόπερσι) έκανε 40 μέρες να έρθει. Και τότες αρχίζει να υποφέρει το χωριό από έλλειψη τροφίμων και μάλιστα αλευριού...

Με κάθε βαπόρι, που έρχεται και φεύγει, οι εξόριστοι της τελευταίας... φουρνιάς παλιώνουνε κατά μία βδομάδα. Με κάθε βαπόρι προχωρούμε εφτά μέρες εμπρός - προς τη λευτεριά. Και γι' αυτό κατεβαίνουμε εύθυμοι στην υποδοχή του βαποριού. Και ξουρισμένοι όλοι. Τέτοια είναι η εντολή του Γραφείου. Για να κάνουμε καλή εντύπωση, για να δώσουμε κουράγιο στους καινούργιους, που φτάνουνε με σφιγμένη και μαύρη καρδιά! Από δυο-τρεις μέρες πριν κοιτάμε κάθε τόσο τον καιρό. Ανεβαίνουμε ψηλά στους μύλους και βιγλίζουμε το πέλαο μακριά. Από τον καιρό κρεμιόμαστε: Που έχει καημό στην ξενιτειά, τη θάλασσα κοιτάζει!

Κώστας Βάρναλης, «Άι – Στράτης, Θυμήματα εξορίας»,(σελ.83-85),εκδόσεις Καστανιώτη


Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη.
____________

Ο Σταφίδας

Ένας χαριτωμένος τύπος ήτανε κι ο Σταφίδας. Το «Σταφίδας» δεν είναι όνομα. Είναι παρατσούκλι. Έτσι τον παρανομάσαμε παίζοντας, επειδής ήτανε σταφιδοπαραγωγός. Κι από πού, αν αγαπάτε; Από την πηγή της μοραϊτιάς. Απ’ την Μπαρμπάσαινα.


Ήτανε δεν ήτανε καμιά τριανταριά χρονών. Μέτριος στ’ ανάστημα, μελαχρινός, με μικρά και σβέλτα μάτια που παίζανε όλο σπίθα δεξιά κι αριστερά σαν της αλεπούς. Με το παλτό του ριγμένο στον ώμο κάπνιζε με την ξυλένια του πίπα τα «μισαδάκια» του (τσιγάρα κομμένα στα δυο με το ξουραφάκι) και ρουφούσε έτσι βαθιά τον καπνό, που τα μάγουλά του βουλιάζανε από τις δυο μπάντες. Γράμματα δεν ήξερε και πολλά. Όμως ήτανε και καλό παιδί και γερός μαχητής. Από το χωριό του δεν του έγραφε κανένας ούτε και έστελνε καμιά δεκάρα. Λες και τον είχανε αρνηθεί τον «καταραμένο», τον «άσωτο υιό» κι αναγνωρίζανε πως καλά έκανε το κράτος να τον εξορίσει, αφού ήτανε «τέτοιος» (μπολσεβίκος). Μα ο Σταφίδας δε σκοτιζότανε και πολύ γι’ αυτό. Ούτε το κέφι του έχασε ούτε τη σπιρτάδα του. Μα ούτε και τη μοραΐτικη πονηριά του και το μοραΐτικον τοπικισμό του.

— Πού στο διάολο είναι, μωρέ, τούτη η παλιο-Μπαρμπάσαινα;

—Έχασες! Σπουδαίο μέρος! Είναι τα άγια χώματα που ρίχνουνε τα κουβέρνα.

Η γλώσσα του Σταφίδα ήτανε βέρα κι ατόφια δημοτική-μοραΐτικη. Από τη γλωσσική άποψη ο φίλος μας ήτανε ένας έτοιμος λογοτεχνικός τύπος. Ένας συγγραφέας δε θα κόπιαζε πολύ να τόνε μεταφέρει στο χαρτί. Φτάνει να κρατούσε σημειώσεις από τις κουβέντες του.

Μα ο Σταφίδας είχε και το κουσούρι του. Προσπαθούσε να ξεφεύγει από τις πολλές υπηρεσίες και μάλιστα τις βαριές. Το θεωρούσε ζήτημα μοραΐτικης εξυπνάδας. Κι επειδής δεν μπορούσε να ξεφεύγει, το έριχνε στο αστείο.

Μια μέρα είχε υπηρεσία στο μαγειρείο. Την πιο βαριά από όλες: να πλένει τα πιάτα και τα κουταλοπίρουνα. Όλα αυτά τα ατελείωτα μαγειρικά «σκεύη» έπρεπε να τα πλύνει, ο ζάβαλης, μέσα στη σκάφη - κι ύστερα να βραστούνε μέσα στο καζάνι για ν’ απολυμανθούνε. Κι ο Σταφίδας ήτανε άρρωστος κείνην την ημέρα.
Τον είδα να κάθεται ανακούρκουδα μπροστά στη σκάφη με μανίκια ανασκουμπωμένα και με μουντζουρωμένα μούτρα μέσα στη λάσπη και στα νερά. Κείνην την ημέρα έβρεχε.

— Μπράβο, μπράβο Σταφίδα! του φώναξα από μακριά. Aπόψε θα σε βγάλουμε «ουντάρνικο».

Άμα γύρισε και με είδε, παράτησε τη δουλειά κι έτρεξε κοντά μου.

— Άσ’ τα, φίλε! Με βάλανε στην πιο βαριά δουλειά. Θα πλύνω σήμερα από δυο φορές 150 πιάτα και τριακόσια κουταλοπίρουνα. Θα είμαι άρρωστος δέκα μέρες. Έτσι κάνουνε τους «αρχηγούς»; Θα γράψω κάτου (στην Μπαρμπάσαινα) να μην κουνιέται κανένας για το «ζήτημα»... Δε λες να βαλουν στη θέση μου το Στρατηγόπουλο; (Ο Στρατηγόπουλος κείνη την ημέρα είχε κι αυτός υπηρεσία στο μαγειρείο: υπηρεσία γκαρσονιού!)


Γιώργος Φαρσακίδης, «Κουζινικά». Ακουαρέλα και σινική. 1953
_______________



Πρέπει να σημειώσω πως ο Σταφίδας με αγαπούσε πολύ κι είχε μαζί μου περισσότερο θάρρος παρά με όλους τους άλλους. Έτσι μπορούσε να βγάζει λεύτερα το άχτι του σε μένα «υπό τύπον αστείου».

Μεγαλύτερη όμως αγγαρεία του φαινόντανε τα ατέλειωτα μαθήματα. Δύο φορές την ημέρα και από δυο ώρες την ημέρα. Και τότες προτιμούσε να έχει καμιάν άλλη υπηρεσία, για να γλιτώσει το μάθημα.

Κι όταν ερχόταν στο μάθημα, στύλωνε τα μάτια του στο δάσκαλο και προσπαθούσε να καταλάβει... Μα δεν γυρνούσε η γλώσσα του και να το πει. Γι’ αυτό, άμα ο δάσκαλος του έλεγε να πει τι κατάλαβε, ο Σταφίδας ή τα έλεγε κομπιασμένα ή, αν το μάθημα ήταν ζόρικο, απαντούσε:

—Δεν άκουσα καλά. Έχω πάρει... κινίνο και βουίζουνε τ’ αφτιά μου.

Μα όταν το φαί ήτανε καλό (φασουλάδα, μαρίδες πλακί στο φούρνο, πατάτες γιαχνί κ.λπ.) κι ο Σταφίδας δεν είχε υπηρεσία ούτε μάθημα, τότες ήτανε στις δόξες του. Τότες αστροβολούσε ολάκερος. Έχοντας εξοικονομήσει μια δραχμή, αγόραζε ένα κύπελλο κρασί από την καντίνα. Κρυμμένος σε μια γωνιά πίσω από τις πλάτες των αλλωνών μέσα στο ζυμωτήριο του φούρνου ροφούσε σιγά-σιγά το κρασί του. Χαιρόταν και το κρασί και τον... εαυτό του. Μακριά από τα βάσκανα μάτια.

—Ε, πατριωτάκι! Κρυφά το βυζαίνεις.

—Όσο ν’ αδειάσει η... λάτα.

—Τι είναι πάλι αυτή η λάτα;

—Ο τενεκές!

(Τα κύπελλα ήτανε κανωμένα από τα κουτιά του συμπυκνωμένου γαλάτου.)


—Μα εσείς οι Μοραίτες τότε λέτε, θαρρώ, πάφιλα.

Ο Ρωμιός είναι... πολυάριθμος! (μεταχειρίζεται πολλούς όρους για το ίδιο πράμα). Για να μην τόνε βρίσκει ο στόχος (= για να μπορεί να αρνιέται ό,τι είπε· να ξεφεύγει από τις καθαρές κουβέντες· να «υποχωρεί! ». Ολάκερος ο Τσαλδάρης· ο πατριώτης του, είναι μέσα σ’ αυτή τη φράση).

Σιωπή.

Και σε λίγο:

Αχ! στο χωριό μου έχω δέκα βαρέλες κρασί ίσαμε το ταβάνι ψηλές. Και... «κάθονται»! Κι εγώ εδώ αναγκάζομαι να το αγοράζω.

Μα το κρασί τούτο είναι ωραίο. Σα γάλα. Απαλό, δροσερό, όλο ουσία. Όσο να πίνεις, δε χορταίνεις.

Μπα αυτό που βλέπεις είναι 15 βαθιμοί. Αμα το μπιστευθείς λιγάκι παραπάνου, σπας την άλυσο.

Τι διάολο! Λυσσασμένα σκυλιά είμαστε!

Αμή; Γιατί το κουβέρνο μας έδεσε δύο-δύο;

Σιωπή.

Έλα πίνε, γρήγορα, Σταφίδα! Μας χρειάζεται το κύπελλο, να πιούμε κι εμείς.

Έννοια σου! Όσο να ψηθούνε οι πατάτες σου και να... φάμε, έχουμε καιρό να γουστάρουμε κι εμείς τη γουλιά μας.

Να «γουστάρουμε» είναι δικός σου λογαριασμός. Να «φάμε» είναι μονάχα δικός μου!


Γιώργος Φαρσακίδης, Καφέμπρικα σ’ αντίσκηνο του Αη-Στράτη. Ακουαρέλα και σινική.
______________________


[...]

—Άσ’ τα αυτά, Σταφίδα, κι ας το σκούξουμε και λιγάκι:

«Αντώνη μου, τι σκέφτεσαι-αι-αι-αι κι είσαι συλλογισμένοοοοος».

—Πολύ το πιλαλάς (πολύ γρήγορα το λες) διακόφτει ο Σταφίδας. Άιντε, μωρέ, να ’ρθούτε το Πάσκα στην Μπαρμπάσαινα, συ κι ο Γληνός! Θα βαρέσω προσκλητήριο. Θα φωνάξω ούλα τα παλικάρια. Θα σφάξω και το γουρουνόπουλο...

Μα ίσαμε τότε, το γουρουνόπουλο θα είναι 80 οκάδων γουρούναρος!

—Τότε έχει την ουσία. Τι; Μικρό; Είναι μύξα!

Όταν επιτέλους ήρθε το τηλεγράφημα της ανάκλησής μας από την εξορία, το όνομα του Σταφίδα δεν ήτανε μέσα. Κι ωστόσο είχε εξοριστεί και δεθεί μαζί μας.

—Είδες; μου λέει. Εμένα δεν μου δίνουν αμνηστία. Φοβούνται τους «αρχηγούς»!

Κι αυτό το ζήτημα το γύρισε στο αστείο.

Αργότερα έφυγε κι αυτός. Θα ξαναβρήκε τις δέκα του βαρέλες. Και τη φρεσκάδα του. Και τον αγώνα του. Εκεί θα μας θυμάται με αγάπη, όπως τονε θυμούμαστε κι εμείς. 

Κώστας Βάρναλης, «Άι – Στράτης, Θυμήματα εξορίας»,(σελ.119-126),εκδόσεις Καστανιώτη


Γιώργος Φαρσακίδης, Άποψη του στρατοπέδου στον Αη-Στράτη.
Ακουαρέλα και χημικό μολύβι
___________________

«Η μάχη των ξύλων»

Το κόψιμο και το κουβάλημα των ξύλων ήταν για τους εξόριστους σοβαρή υπόθεση, αλλά για τις ανάγκες της κυριακάτικης παράστασης γίνεται σατιρικό νούμερο στη θεατρική επιθεώρηση, που στήνουν οι εξόριστοι.


Μέσα στα ενθουσιασμένα χειροκροτήματα και στα σπαρταριστά γέλια των εξορίστων αρχινάν να παρελαύνουν στη σκηνή οι διάφοροι τύποι των «μαχητών των ξύλων».

Πρώτος ο ίδιος ο συγγραφέας - που τώρα γίνεται και ηθοποιός- βγαίνει στη σκηνή, κοψομεσιασμένος κάτω απ’ το ενός μεγάλου κούτσουρου και τραγουδά το δίστιχό του.

Το ξύλο τούτο σήκωσα μ όλη την καρδιά μου
 μα ως να τοφέρω έσπασε η ραχοκοκαλιά μου.

Ακολουθεί ένας άλλος. Ο καλλιτέχνης Στρατηγοπουλος με ένα ελαφρό κλαδάκι σαν κοντυλοφόρο στον ώμο, ακούραστος και φρέσκος σαν να πήγαινε εκδρομή:

Σήκωσ’ το γιλεκάκι μου ν’ ακούσεις τον παλμό μου
 κοντυλοφόρο να κρατώ σύντροφοι είναι γραφτό μου.

Τρίτος ιδρωκοπώντας μέσα στις κοιλιές του ο Γεράσιμος ο Ρωμανός «εμφανίζεται» μέσα στο παραλήρημα του κεφιού με το ξύλο στον ώμο τραγουδώντας:

Μα κι εγώ ο φουκαράς δύο φορτία φέρνω
στην πλάτη ξύλο κουβαλώ και μια κοιλιά μπρος σέρνω.

Όλοι μαζί τραγουδούν το ρεφρέν:

Ίσα βρε σύντροφοι - Ρεματιές και λόφοι 
Δε θα μας ξανατρομάξουν άλλο βρε παιδιά!
Ίσα και τα σκίσαμε και τα κουβαλήσαμε
 κάστρο δεν είναι άπαρτο για την εργατιά.

Ο θαλαμος βροντά απο τα χειροκροτήματα και τις φωνές. Το νούμερο μπιζάρεται. Καινούργια κουπλέ. Το ίδιο έξυπνα και σπιρτόζικα, καινούργιος ενθουσιασμός. 

Ο Βάρναλης είναι ενθουσιασμένος κι αυτός πιο πολύ απ’ όλους. Σ’ όλη την παράσταση καθόταν σταυροπόδι μπροστά στη σκηνή, με το χέρι στ’ αυτί για να ακούει καλύτερα.

—Ωραία πράγματα, λέει, ωραία πράγματα. Πού να φαντασθεί κανείς πως το κουβάλημα των ξύλων θα μπορούσε να γίνει ένα τέτοιο έξυπνο νούμερο.

Τάκης Κόντος (Στάρκος), «Η ψυχαγωγία της πείνας το θέατρό μας», Ριζοσπάστης, 15/1/1936


Συνεργείο υλοτόμων μπροστά σε κομμένη βελανιδιά.
 Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη.
______________



Έντεκα χρόνια κάτω από την τέντα τ' αντίσκηνου...

Μέσα Μαΐου του 1950 αποφασίζεται και επισήμως η κατάργηση του πολιτικού στρατοπέδου της Μακρονήσου κι έτσι το καλοκαίρι εκείνο μεταφέρονται στον Αη-Στράτη οι πολιτικοί εξόριστοι που επιμένουν στην άρνησή τους να υπογράψουν δηλώσεις «νομιμοφροσύνης». Ανάμεσά τους ο Γιάννης Ρίτσος, ο Γιώργος Φαρσακίδης, ο Μάνος Κατράκης, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Τζαβαλάς Καρούσος και άλλοι πολλοί...

Τέλη του καλοκαιριού του 1950, τ' αρματαγωγά και πάλι μας «ξεμπουκάρανε» στον Αη Στράτη. Από δω και πέρα θα περάσουν άλλα έντεκα χρόνια. Έντεκα χρόνια απομόνωσης, έντεκα χρόνια κάτω από την τέντα τ' αντίσκηνου, με ξεθωριασμένες από το χρόνο τις θύμησες. Το χειμώνα χιόνι και λασπόνερα, το καλοκαίρι η κάψα του πυρωμένου πανιού, η σκόνη, τα έντομα,

Πασχίζουμε να οργανωθούμε, όσο μας το επέτρεπαν οι περιορισμοί και ο καθεστώς της «πειθαρχημένης διαβίωσης». Ν' αντέξουμε, να μετατρέψουμε τα μείον απ' τη ζωή μας σε ό,τι ωφέλιμο για κείνα που πιστεύουμε κι αγαπάμε.

Γιώργος Φαρσακίδης

Γιώργος Φαρσακίδης, «Αντίσκηνα στον Αη –Στράτη», ακουαρέλα και σινική, 1954
___________________


Κάπου τρεις χιλιάδες άνθρωποι απλοί, δουλευτάδες, γραμματιζούμενοι...
Αη - Στράτης Νοέμβρης 1950

Αγαπημένε μου Ζολιό,
σου γράφω από τον Αη - Στράτη.
Βρισκόμαστε δω πέρα, κάπου τρεις χιλιάδες
άνθρωποι απλοί, δουλευτάδες, γραμματιζούμενοι
με μια τρύπια κουβέρτα στον ώμο μας
μ' ένα κρεμμύδι, πέντε ελιές κ' ένα ξεροκόμματο φως στο ταγάρι μας
άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα μπροστά στον ήλιο
άνθρωποι που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο λαιμό μας
εξόν μονάχα που αγαπάμε όπως και συ
τη λευτεριά και την ειρήνη.[...]

Γιάννης Ρίτσος, Γράμμα στον Ζολιό - Κιουρί


Ο Γιάννης Ρίτσος στον Αη -Στράτη, έξω από την πόρτα του σπιτακίου τους, με τον "Ισαάκ" (1951)
__________________



Ο χειμώνας δε χωρατεύει στον Αη Στράτη

[...] Ο χειμώνας δε χωρατεύει στον Αη Στράτη. Το νησί καταμεσίς του πελάγου δέρνεται απ' όλους τους αέρηδες. Το μπουγάζι από τη Μαύρη Θάλασσα φέρνει το χιονιά, μουδιάζει τη ζωή στο νησί. Με τις μεγάλες κακοκαιρίες θεόρατα κύματα σπάνε μουγκρίζοντας, σκεπάζουν τ' απότομα βράχια με άχνη υδάτινη κι ο αχός τους, μούγκρισμα θεριών, αντιλαλεί καμιά φορά για μερόνυχτα, ως πέρα στις ρεματιές του στρατόπεδου.

Όσα μέτρα κι αν πάρεις, το πανί, το περιτοίχισμα, το μαγκαλάκι, ελάχιστα προστατεύουν από το κρύο. Τις νύχτες με παγωνιά, στριφογυρίζεις μες στα στροσίδια, να βολευτείς να μη σε βρίσκουν οι στάλες του χιονόνερου, οι παγωμένες ριπές του αέρα.

Κι αλίμονο τέτοια νύχτα αν δεν αντέξουνε, το σαπισμένο καραβόπανο, ο «ορθοστάτης» του αντίσκηνου, αν έχουν μποσκάρει οι πάσσαλοι. Αλίμονο σ' όποιους άγρια μεσάνυχτα βρεθούν με γκρεμισμένη σκηνή, κάτω απ' το χειμωνιάτικο ουρανό.

Λίγο πριν τη δικτατορία της Χούντας, είχαμε στρώσει κουβέντα με φίλους για το «πώς νιώθεις την ευτυχία»! Και θυμάμαι πως κάπως παράδοξα τους φάνηκαν τα λόγια μου.

Χτες νύχτα, τους είχα πει, με μισοξύπνησε η βροχή κι είχα απλώσει το χέρι, να δω αν στάζει κι αν μούσκεψαν οι κουβέρτες. Μην το πάει για πλημμύρα, ήταν το πρώτο που πέρασε απ' το νου μου. Να τρέξουμε να γλιτώσουμε ρούχα και σκηνικά, μην παρασύρει και πάλι ο χείμαρρος τ' αντίσκηνα του Θεάτρου.

Κι όταν κατάλαβα τελικά πως βρίσκομαι κάτω από στέγη, πως μπορούσα να ξανατυλιχτώ στη ζεστασιά της κουβέρτας ως το πρωί, σκέφτηκα τότε πως η ζωή είναι, μα παραείναι ωραία!


Γιώργος Φαρσακίδης, «Πλημμύρα», ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο και φυσικό μέγεθος.
______________________



Το χειμώνα για μέρες και εβδομάδες το νησί μένει απομονωμένο. Όταν το λιμανάκι το «πιάνει ο καιρός», το καράβι ρίχνει άγκυρα στ' ανοιχτά και με δυσκολία, αν το καταφέρει, ξεφορτώνει τα εφόδια της Ομάδας. Το ξεφόρτωμα γίνεται με βάρκες που θαλασσοδέρνονται, στο πάνε κι έλα τους, σαν καρυδότσουφλα μες στους αφρούς των κυμάτων. Το συνεργείο των εκφορτωτών από τους μπρατσωμένους. Σ' όποια ώρα μερόνυχτου, έτοιμοι να κατηφορίσουν για το λιμάνι. Πάντα δύσκολη κι επικίνδυνη η δουλειά τους κι είναι φορές που μοιάζει κατόρθωμα. Οι άλλοι, της «υπηρεσίας μεταφορών», κουβαλάνε σ’ αρκετή απόσταση, σακιά και κασόνια ή κυλάνε βαρέλια, μέσα από τα ανηφορικά στενοσόκακα του χωριού. Αληθινή συμφορά για το στρατόπεδο στάθηκαν οι πλημμύρες. Με τις δυνατές βροχές οι άδεντρες πλαγιές σε λίγα λεπτά κατεβάζουν τόνους νερό. Το ρέμα που χωρίζει σε τρεις «τομείς» το στρατόπεδο, γίνεται ξαφνικά ένα ορμητικό αφρισμένο ποτάμι που πλημμυρά και παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά του. Δεκάδες αντίσκηνα, μ' όλο το βιός τους, σαρώνονται στο διάβα του χείμαρρου. Εκατοντάδες άνθρωποι πασχίζουν νυχτιάτικα, μέσα στη θύελλα, να περισώσουν ό,τι μπορούν και να τ' ανεβάσουνε στα ψηλώματα. Και για μέρες μετά, να στεγνώνουν το βιός τους στοιβαγμένοι σ' εκκλησίες του χωριού κι οι αρρώστιες να σακατεύουν τους ταλαιπωρημένους οργανισμούς.

Γιώργος Φαρσακίδης


Γιώργος Φαρσακίδης, «Ξεφόρτωμα πλοίου τη νύχτα»,
 σινική μελάνη και τέμπερα, 1955
___________________



Πολιτιστική κοσμογονία στο στρατόπεδο του Αη Στράτη

Την
 περίοδο 1950-1955, όταν το στρατόπεδο «φιλοξενούσε» τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων ανδρών και γυναικών, έντονες ήταν οι πολιτιστικές δραστηριότητες. Οι εκτοπισμένοι δημιούργησαν χορωδίες, οργάνωναν θεατρικές παραστάσεις, «ποιητικές απογευματινές», σκετς και επιθεωρήσεις, κουκλοθέατρο κι αποκριάτικο καρναβάλι. Διοργανώθηκαν αθλητικές συναντήσεις, εκθέσεις εικαστικών και χειροτεχνήματος. Στις επετειακές και γιορταστικές εκδηλώσεις, πάντα παρούσες η μαντολινάτα και η χορωδία του στρατοπέδου, αλλά και μικρότερα μουσικά και φωνητικά σύνολα συνόδευαν τους χορευτές. Οι Απόκριες, το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και οι εθνικές γιορτές αποτελούσαν σε σταθερή βάση ευκαιρίες για πολιτιστικές δραστηριότητες.

Ανάμεσα στους εκτοπισμένους βρέθηκαν την περίοδο αυτή σημαντικές προσωπικότητες του θεάτρου, όπως οι Τζαβαλάς Καρούσος, Μάνος Κατράκης, Κώστας Μπαλαδήμας, Φάνης Καμπάνης. Πάνω από πενήντα θεατρικές παραστάσεις ανέβηκαν στον Αη-Στράτη με έργα του ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. Οι Κατράκης και Καρούσος, τα διαστήματα που έμειναν στον Αη-Στράτη, δημιούργησαν θεατρική παράδοση με την υποδειγματική διδασκαλία έργων, όπως οι Πέρσες του Αισχύλου, η Βαβυλωνία του Βυζάντιου, ο Έμπορος της Βενετίας του Σαίξπηρ κ.ά. Τα σκηνικά για τις πρώτες παραστάσεις σχεδίασε ο Χρίστος Δαγκλής. 

Ίσως να μην είναι υπερβολή ο ισχυρισμός  του Γιώργου Φαρσακίδη ότι «η πολιτιστική κοσμογονία της δεκαετίας του πενήντα στο στρατόπεδο του Αη Στράτη, σε έκταση και ποιότητα, δεν έχει το προηγούμενό της στη Νεοελληνική Ιστορία.»


Η κατασκευή του θεάτρου. Το 1953 οι εξόριστοι δημιούργησαν ένα μόνιμο θέατρο, στεγασμένο με πανιά σκηνής. Διέθετε σκηνή 70 τ.μ. και μόνιμες κουίντες. Είχε χωρητικότητα 600 θέσεων. Δωρεά Γιώργου Φαρσακίδη
_____________

Λες κι ήταν δικά μας πάθη δυόμισι χιλιάδων ετών...

Η πρώτη παράσταση, που ανεβάσαμε στον Αη-Στράτη,  οι «Πέρσες» κι απ' ό,τι λεν οι ειδήμονες, στάθηκε από τις καλύτερες που ’χουν παιχτεί. Ο χώρος του θεάτρου, πλάι στη σκηνή μας και άθελα έχουμε ζήσει την πρωτόγνωρη, για μας,  εμπειρία μιας προετοιμασίας βδομάδων.

 Το χορικό της αρχής: «Των Περσών που ’χουν φύγει και πήγανε στων Ελλήνων τη χώρα...». Μας έγινε ψύχωση. Έγινε σκετς, κουκλοθέατρο και για κάποιους μια απωθημένη φιλοδοξία που πραγματώθηκε, χρόνια μετά, με το ανέβασμα των «Περσών», επί χούντας, στο στρατόπεδο του Λακκί.

Ζήσαμε τη συγκρατημένη αντιπαράθεση των βασικών συντελεστών της παράστασης:

«Εν αρχή είν' ο λόγος!». Τόνιζε την προτεραιότητα του χορικού ο Καρούσος, οπαδός μιας πιο κλασικής ερμηνείας.

«Ωστόσο, Καρούσο μου, ας μην υποτιμάμε την κίνηση», υποστήριζε ο Ρίτσος.

— «Το πάθος, η έκφραση! Να μπολιάσουμε με ζωή την παράδοση. Να την νιώσουν δική τους οι σύγχρονοι!» Έλεγε ο Μάνος Κατράκης.

Τα εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια τα είχε φιλοτεχνήσει ο Χρήστος Δαγκλής και η πρεμιέρα δόθηκε παρουσία του εκπροσώπου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, της Διοίκησης και καλεσμένων απ’ το χωριό.

Κι έβλεπες ανθρώπους απλούς, της υπαίθρου, ανθρώπους που δεν είχαν ξανακούσει για θέατρο, να παρακολουθούν με κατάνυξη! Όταν μάλιστα ο Κατράκης, που μας συνεκλόνισε σαν εξάγγελος, είχε φτάσει στο: «Ίτε παίδες Ελλήνων...: Εμπρός γενναία παιδιά της Ελλάδας...» βουρκώσαμε εμείς, η γενιά της Αντίστασης, ξαναζώντας — λες κι ήταν δικά μας — συμβάντα και πάθη δυόμισι χιλιάδων ετών.

Και πώς να μη νιώθαμε έτσι, όταν άλλοι λαοί πολεμώντας τους Γερμανούς μπρος στις πύλες της Μόσχας, αντλούσαν κουράγιο ανεβάζοντας Πέρσες!

Και μοναχά ο Καρούσος, σαν κορυφαίος χορού, μουρμούραγε μες στην άσπρη από τζίβα. γενειάδα του:

«Δέστε τον μωρέ, πώς αγκαλιάζει την γη, πώς την φιλάει, πώς σφαδάζει απάνω
της. Λες και έχει από κάτω την ερωμένη του!»


Γιώργος Φαρσακίδης


Από τους "Πέρσες". Ο Μάνος Κατράκης ως Εξάγγελος, άνοιξη 1951
_________________


«Πέρασε μια βδομάδα τώρα που δόθηκε η δεύτερη παράσταση των Περσών... Την ανέβασε ο Κατράκης. Οι άνθρωποι που παίζανε, για πρώτη φορά ανεβαίνανε στη σκηνή. Όμως η παράσταση στάθηκε τόσο καλή που ακόμη η ίδια θα μπόραγε να σταθεί και έξω περίφημα. Πρώτος Κορυφαίος ο Καρούσος, Εξάγγελος ο Κατράκης.... Χορός από 18 γέρους. Δουλειά σκληρή και βασανιστική. Κοντεύει η ώρα της παράστασης.... Κάποια ανησυχία επικρατεί. Η παράσταση αρχίζει. Απλώθηκε τέλεια σιγαλιά. Η όραση και η ακοή βρίσκονται στη μεγαλύτερή τους ένταση. Η ανάσα σταματάει και οι καρδιές των ανθρώπων ριγούν από τη συγκίνηση. Οι αθάνατες αλήθειες, ξαναζωντανεμένες, μπαίνουν ίσια στην ψυχή όλων...»

Απόσπασμα από γράμμα του Χρίστου Δαγκλή (29 Σεπτεμβρίου 1951) προς τη Βικτωρία Θεοδώρου, επίσης εξόριστη στο Τρίκερι.


Από τους «Πέρσες». Ο Μάνος Κατράκης ως Εξάγγελος, Πρώτος Κορυφαίος ο Τζαβαλάς Καρούσος 
____________________


«Μα δεν επιτρέπεται να ασελγούμε επί της τέχνης»

Το καλοκαίρι του 1950, παράλληλα με το θέατρο αρχίζουν και οι πολύμορφες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις του στρατοπέδου. Πολλοί ήταν οι πραγματικά ταλαντούχοι που αναδείχτηκαν στο χώρο της «Επιθεώρησης», του τραγουδιού, της μουσικής, του χορού κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο δικηγόρος και μετέπειτα θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Κατσαμπής από την Θεσσαλονίκη. Δικό του το παρακάτω τραγούδι για σκετς, εμπνευσμένο από την «ατσιγαρία» που μάστιζε το στρατόπεδο: 

«...Το τσιγάρο έχει γίνει στον εξόριστο 
παρεούλα και μεράκι του αχώριστο, 
βασανάκι πονηρό και ταμακιάρικο 
που μας τρώει και το στερνό μας κατοστάρικο
Αν το 'κοβα, αν το 'κοβα, θα γλίτωνα, θα πρόκοβα, 
δε θα 'δινα πια φράγκο χαράμι στον Ματσάγγο.
Πώς το ’παθα, πώς το ’παθα και μ’ έμαθε και το 'μαθα 
και τώρα τ’ αγαπάω μαζί και το μισώ, 
όλο να κόψω πάω και κόβω το... μισό!»

Ένα άλλο τραγούδι του ίδιου από την «Επιθεώρηση» για τα συνεργεία του στρατοπέδου είχε προκαλέσει και «παρεξήγηση» του Καρούσου, η οποία ευτυχώς διευθετήθηκε, αφού δόθηκαν διαβεβαιώσεις για την αγαθή πρόθεση του συγγραφέα.

Ο Καρούσος εδώ και βδομάδες σκηνοθετούσε τους «Πέρσες» κι αντιβούιζε το στρατόπεδο από τις απανωτές πρόβες του χορικού. Γράφοντας, το λοιπόν, το σκετσάκι του για τους τσαγγαράδες, ο Κατσαμπής, είπε να το διαμορφώσει στο ύφος μιας τραγωδίας. Έτσι ο Μίσας ο Μινατίδης, διεκτραγωδώντας την κατάσταση που επικρατούσε στο συνεργείο με τις παράλογες απαιτήσεις των «πελατών», μας πληροφορούσε πως:

«... Πάντα τα τσαγκαράδικα έχουν δουλειές με φούντες 
κι όλο πελάτες βιαστικοί και ανυπομονούντες 
έρχονται μ’ ύφος τραγικό, που ’ναι να φύγει ο νους σου 
και λένε, λες και ήτανε οι Πέρσες του Καρούσου:
Τα παπούτσια μας λιώσαν και φύγανε 
και τα δάχτυλα τώρα έξω βγήκανε 
απ’ τις σόλες που κλαίνε.
Μαύρες, μαύρες συμφορές 
ανήκουστες, φριχτές.
Πάει χάθηκαν όλες οι σόλες!...».

Οπότε εισορμάει στο παλκοσένικο ένας Τομπουλίδης μαινόμενος, ν’ απαιτεί:

«Φτιάχ 'τα τώρα, φτιάχ ’τα τώρα, 
να τα πάρω σε μια ώρα.
Ω πολύ ’ναι σε μιαν ώρα.
Τώρα, τώρα, τώρα...!».

Κι ο Μίσας πελαγωμένος μας εκμυστηρεύεται τους μπελάδες του, στο ρυθμό του ρεφρέν από κείνο το τραγουδάκι, οπερέτας: «Την Κική την αγαπώ»...».

«...Μα θαρρώ πως θα τα μπλέξω, 
θα ζαλιστώ καμιά φορά θα πέσω 
και θα κάνω, τι ζημιά, 
όλα τ’ άρβυλα δεξιά...!»

Ο Καρούσος που ανυποψίαστος παρακολουθούσε την παράσταση, μόλις έφτασε στο σημείο που παρωδούσε το χορικό των Περσών, έγινε έξω φρενών.

«Μα δεν επιτρέπεται επιτέλους», φώναξε δυνατά, να τον ακούσουνε όλοι, «να ασελγούμε επί της τέχνης» και αποχώρησε έξαλλος.

Γιώργος Φαρσακίδης


Αποκριάτικη «Ράδιο Αρβύλα, κατασκευής του Γ. Φαρσακίδη (1953)
_________________

Λουντέμης - Καρούσος, σημειώσατε χι...

Γλέντι για όλους οι κόντρες του Καρούσου με τον Λουντέμη. Πότε στοίχημα να μαντέψουν, τίνος είναι κόποιο κομμάτι κλασικής μουσικής. Πότε διαμάχη πάνω σε προβλήματα τέχνης ή και πειράγματα φιλικά του ενός προς τον άλλον.

Μας είχαν έρθει πληροφορίες για την επιτυχία του «Συννεφιάζει», του γνωστού βιβλίου που είχε γράψει ο Λουντέμης. Πολύ να το καμαρώνει εκείνος και να μη παραλείπει να ρωτάει, να μάθει τα σχετικά, όποιον ερχόταν απ’ έξω.

«Η σκηνική παρουσία, πείραζε τον Καρούσο, είναι ένα πυροτέχνημα φευγαλέο
που σβήνει στη λησμονιά. Ενώ το βιβλίο...!
»

«Γράφε γράφε με την καρδιά σου, Μενέλαε, να γοητεύεις τους αναγνώστες», του απαντούσε εκείνος. «Μ' αλίμονό τους, αν βάλεις και το μυαλό σου να λειτουργήσει!»

Μας είχε έρθει εκείνες τις μέρες, σαν επισκέπτρια, η αδελφή ενός από τους πνευματικούς μας ανθρώπους. Μια κυρία καθ’ όλα γοητευτική και την επόμενη μέρα την «δεξιώθηκαν». κατά το έθιμο, με καφεδάκι και βυσσινάδα στον αυλόγυρο της σκηνής.
Συνεπής στην ώρα της έφτασε η ωραία κυρία και μετά το καλωσόρισμα, άρχισαν
οι συστάσεις:

— «ο Ρίτσος, ο Ιμβριώτης, ο Λειβαδίτης... Κι από δω ο Μενέλαος Λουντέμης», συστήνει ο Καρούσος. «Ο βάρδος του στρατοπέδου και λάτρης του ωραίου! Και βεβαίως θα ’χετε υπόψη το «Συννεφιάζει».

«Συννεφιάζει, πού συννεφιάζει:» απόρησε η κυρία κοιτώντας τον ουρανό κι έδειξε να μη γνωρίζει μήτε βιβλίο, μήτε και συγγραφέα.

«Μα είναι τρομερό βρε Μενέλαε, να μην σ’ έχουνε καν ακουστά», τον πιλατεύει ο Καρούσος. «Ή είναι φήμη μονάχα η επιτυχία;»

Και ο Λουντέμης: Πώς έγινε; Ε φανταστείτε το μόνοι σας...

Σε λίγο ήρθε και η σειρά του Καρούσου, οπότε πετιέται ο Μενέλαος, που καραδοκούσε να βγάλει το άχτι του:

«Ο κύριος Τζαβαλάς Καρούσος. Και βεβαίως δεν το φαντάζομαι να μην τον έχετε ακουστά», συμπληρώνει με πίκρα.

«Πώς πώς», λέει κομπιάζοντας με το προηγούμενο πάθημα η κυρία. «Αν δεν κάνω λάθος, είστε... απόστρατος ταγματάρχης της χωροφυλακής!» Κι άντε να κρατήσεις μετά τον Λουντέμη, να χτυπιέται, να ξεκαρδίζεται:

— «Μπράβο της, φυσιογνωμίστρια η κυρία. Τζαβαλάς Καρούσος, μια άγνωστη δόξα του παλκοσένικου με χωροφυλακίστικη φάτσα»! 
Γιώργος Φαρσακίδης


Ο Μενέλαος Λουντέμης στους ώμους του Μάνου Κατράκη,
 Δημήτρης και Κατίνα Φωτιάδου (Άη-Στράτης, Πάσχα 1951)
________________


Η «θείτσα» του Λουντέμη 

Μ’ όλες τις κόντρες, η φιλία του Καρούσου με τον Λουντέμη παρέμεινε ακλόνητη
και παρεες συχνές. 

Κάποιο βραδάκι, όπως είχαμε μάθει απ τον Καρούσο, επέστρεφαν από το σπίτι του στο χωριό, ο μπαρμπα-Δημητρός ο Φωτιάδης, ο Λουντέμης κι ο Ρίτσος. Είχε προηγηθεί, με κρασάκι και πολύ καλαμπούρι, συζήτηση για τις δοξασίες της μετεμψύχωσης.
Περνώντας από την μάντρα με τα γαϊδούρια του στρατοπέδου, σταματάει ο Μενέλαος:

Βρε παιδιά, τους λέει γελώντας, μ’ όσα είχαμε πει, είμαι σίγουρος πως αναγνωρίζω στο κεφάλι της γαϊδουρίτσας, την μακαρίτισσα θεια μου. Βγάζει το καπέλο, πλησιάζει την μάντρα και κοιτώντας την γαϊδουρίτσα της λέει:

— Καλησπέρα θείτσα, τι κάνεις:

— Καλησπέρα σας κύριε Μενέλη
, ακούνε όλοι κατάπληκτοι μια γυναικεία φωνή. 

Έτσι που 'χα κουρνιάσει πλάι στη μάντρα, νόμισα πως δεν μ’ είχατε δει. Ήταν η θεία - Σταμάταινα που ’χει βγει για κατούρημα!

Γιώργος Φαρσακίδης


Μενέλαος Λουντέμης, Τζαβαλάς Καρούσος, Δημήτρης Φωτιάδης και ο Παπαϊωάννου στην παραλία του Αη Στράτη (Αύγουστος 1950 - Δεκέμβρης 1951)
_______________


ΠΗΓΕΣ

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

«Όπου κι αν πας, στο ίδιο μέρος θα βρεθείς...», Αργύρης Χιόνης, Ο Δρόμος της Μοναξιάς



Horizons (2018) iconic photography by Achraf Baznani
____________


Πάντα ζήλευα τους ανθρώπους που γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν στον ίδιο τόπο, στο ίδιο σπίτι, στην ίδια οδό, χωρίς να μετακινηθούν ποτέ, ούτε κατά έναν αριθμό, προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Είναι οι άνθρωποι που ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τη φράση «Όταν έμενα στην οδό τάδε...», είναι αυτοί που ποτέ δεν τους έχασαν οι φίλοι, οι δικοί τους ή οι διάφορες δημόσιες υπηρεσίες. Ποτέ, επιστολές, που απευθύνονταν προς αυτούς, δεν επεστράφησαν στον αποστολέα με την ένδειξη «Αγνώστου Διευθύνσεως», γιατί ήταν πάντα εκεί, αμετακίνητοι, πιστοί στην ιδιότητα του παραλήπτη. Είναι οι άνθρωποι που λένε, με κάποιο κρυφό καμάρι: «Αυτό είναι το πατρικό μου σπίτι».

Εγώ, ελλείψει πατρικού σπιτιού και βιοτικής σταθερότητος, έγινα συλλογέας διευθύνσεως, εντός και εκτός της χώρας. Στα συρτάρια της μνήμης μου συνωστίζεται ένα πλήθος από οδούς και λεωφόρους, rues και avenues, straten και lanen, streets και avenues, vie και viali, calles και avenidas...

Όλες αυτές οι διαρκείς μετακινήσεις είχαν ως αποτέλεσμα να καταστεί ο δρόμος σύμβολο σταθερό στη ζωή μου και στην ποίησή μου, και να φτάσω κάποτε στο ακραίο σημείο να ταυτίζομαι μαζί του. Ως παράδειγμα, παραθέτω την τελευταία στροφή από το ποίημα 
«Διασπορά» (Σχήματα απουσίας, 1973):
Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
κουβαλώντας μέσα μας το δρόμο,
οδοιπόροι και πορείες,
διανύοντας τον εαυτό μας,
χαμένοι μες στον εαυτό μας.

Achraf Baznani, On the Road
________


Εν προκειμένω, δεν πρέπει να παρεξηγηθεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο· το ποίημα έχει γραφτεί για τη δική μου σχέση με τον δρόμο, αλλά οι ποιητές, αδύναμα άτομα, συχνά αναζητούν συντρόφους στην περιπέτειά τους. Η μοναξιά γίνεται έτσι λιγότερο ανυπόφορη, αφού δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί εντελώς.

Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με το επόμενο μικρό πεζοποίημα, το VII από τις «Δώδεκα σπουδές» (Λεκτικά τοπία, 1983). Εδώ, ο ποιητής, ως υποκριτής που είναι, υιοθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο, θέλοντας να δείξει ότι έχει πάρει, δήθεν, τις αποστάσεις του και παρακολουθεί, σαν απλός παρατηρητής, την τραγική ταύτιση κάποιου άλλου με τον δρόμο:

Ο δρόμος ξεκίναγε από μέσα του, τον τύλιγε σφιχτά ένα γύρο και ξαναγύρναγε μέσα του. Αυτός έμενε ακίνητος. Πού να πάω, έλεγε, τόσο μεγάλη απόσταση πώς να τη διανύσω, έλεγε.

Achraf Baznani, My Small World, 2014
_________________

Βέβαια, σε κάθε ερωτική σχέση, επέρχονται ενίοτε ρήξεις και συγκρούσεις και αμφισβητήσεις...Σε μια τέτοια λοιπόν φάση της σχέσεώς μου με τον δρόμο (αν θυμάμαι καλά, ήταν μια εποχή που νόμιζα ότι κάπου είχα ριζώσει), και χωρίς να ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν αυτός για μένα, προσπάθησα να τον αντιμετωπίσω ψυχρά και αντικειμενικά, φτάνοντας μέχρι του σημείου να αμφισβητήσω ακόμη και την ύπαρξή του. Έτσι προέκυψε το ποίημα Ι' (Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986):

Ο δρόμος από κάπου αρχινά, κάπου τελειώνει. Όσοι τον διανύουν πάνε κάπου· ο ίδιος πουθενά δεν πάει. Όσοι τον διανύουν ξέρουν την αρχή του και το τέλος του· η αρχή του δρόμου δεν ξέρει το τέλος του, ποτέ δεν έφτασε έως εκεί· το τέλος του δρόμου δεν ξέρει την αρχή του, ποτέ δεν ξεκίνησε απ' αυτήν.

«Παίρνω το δρόμο», λέμε, αλλά ποτέ δεν πάρθηκε κανένας δρόμος.

«Χάνω το δρόμο», λέμε, αλλά ποτέ δεν χάθηκε κανένας δρόμος.

«Γυναίκα του δρόμου, παιδί του δρόμου», λέμε, αλλά ποτέ δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδί ο δρόμος.

Παράξενο, αλήθεια... Αναφερόμαστε σ' αυτόν σαν να 'ταν κάποιο πρόσωπο ή ζώο ή πράγμα... Λες να φοβόμαστε στο βάθος ότι δεν υπάρχει δρόμος, ότι δεν υπάρχουν παρά σπίτια ή χωράφια ή δάση δεξιά και αριστερά από μιαν έμμονη ιδέα που τη λέμε δρόμο;

Γράφοντας αυτό το ποίημα, νόμιζα ότι απομυθοποιούσα επιτέλους τον δρόμο, ότι τερμάτιζα μιαν άρρωστη σχέση που μάλλον οδύνη παρά ηδονή μου 'χε προσφέρει. Φρούδες ελπίδες...



Achraf Baznani, The Island of Solitude
__________


Αμέτρητες φορές ξανακύλησα κι άλλες τόσες επεχείρησα εκ νέου την ίαση, για να ξανακυλήσω, μέχρι που έκοψα με μαχαίρι τα ταξίδια και έχτισα ένα σπίτι στο πουθενά, μακριά από πόλεις, οδούς και αριθμούς, μακριά ακόμη κι από χωριά, σ' ένα απλό τοπίο. Μοναδική πρόσβαση στο σπίτι αυτό ένα μονοπάτι που τελειώνει στην αυλή μου, ένα αδιέξοδο. Έχω πια γλιτώσει, έχω λυτρωθεί απ' τη μανία της μετακίνησης, από τη σχιζοφρένεια της ταύτισής μου με τον δρόμο.

Ωστόσο, κάθε σοβαρή αρρώστια, ακόμη κι όταν περνάει, αφήνει πάντα κάποιο κουσούρι, όπως, ας πούμε, η βαριά πνευμονία ένα επίμονο βηχαλάκι. Έτσι, πιάνω, πού και πού, τον εαυτό μου ν' αναρωτιέται:



Ο δρόμος που τελειώνει σ' αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Σ' αυτές τις δύσκολες στιγμές, ψιθυρίζω, σαν ξόρκι, τον στίχο του Γιαπωνέζου ποιητή Καμιμούρα Γιουτάκα: Μείνε ακίνητος, αφού, όπου κι αν πας, στο ίδιο μέρος θα βρεθείς ή εκείνον του δικού μας, του Ηρακλείτου: Οδός άνω κάτω μία και ωυτή.

Αργύρης Χιόνης, O Δρόμος της Μοναξιάς, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, Παράρτημα κειμένων, σελ. 157-161, εκδόσεις Κίχλη [Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή, 26 Απριλίου 2009]


Achraf Baznani, Into the Abyss, 2014
______________


Ο μικρός μεγάλος δρόμος του Αργύρη Χιόνη

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1943 στα Σεπόλια, από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες, σε ένα σπιτάκι 16 τετραγωνικών. 

Ελλείψει «πατρικού σπιτιού και βιοτικής σταθερότητας», βρέθηκε στο δρόμο, «διανύοντας τον εαυτό του, κουβαλώντας μέσα του το δρόμο». Κι όσο ο δρόμος «τον τύλιγε σφιχτά ένα γύρο σαν φίδι», εκείνος έμενε ακίνητος εντός του, από το φόβο ότι δρόμος δεν υπάρχει. Γιατρεύτηκε από την «αρρώστια» των δρόμων και υπακούοντας «στη βαθύτατη ανάγκη του για επιστροφή στον τόπο όπου τα πάντα γεννιούνται», έχτισε ένα σπίτι στη Φύση, στο πουθενά, σ' ένα «δρόμο που τελειώνει σ' αδιέξοδο». Αλλά κι εκείνος ο δρόμος ακόμα, ίσως «να ονειρεύεται μακρινές αποστάσεις»Αφού 

Ένα ταξίδι
αρχινά, κάθε στιγμή,
χιλιάδες μίλια.

Νάτηνε η αρχή του, εδώ,
κάτω απ' τα πόδια μου. *

Ο δρόμος, ως μεταφορά για το μέσα ταξίδι αλλά και για την πορεία που διήνυσε το έργο του Αργύρη Χιόνη, αποτελεί την βασική ιδέα γύρω από την οποία αναπτύσσεται «Ο Δρόμος της Μοναξιάς». Ο Χιόνης προόριζε το παραπάνω κείμενο ως εισαγωγή στην έκδοση κειμένων του, γραμμένων στην πλειονότητά τους την περίοδο 2008 - 2011. 

Σύμφωνα με τη δηλωμένη βούλησή του, το κοινό θέμα των διηγημάτων είναι «το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής» και ήταν στις προθέσεις του να μεταπλάσει το εισαγωγικό κείμενο και το σύμβολο του δρόμου, ώστε να ταιριάζει με τα διηγήματα, όπως μας πληροφορεί στο Επίμετρο της συλλογής η Γιώτα Κριτσέλη. Κι όπως προσθέτει η ίδια: «Ήταν μάστορας σε τέτοιου είδους εκ πρώτης όψεως αταίριαστους συνδυασμούς.» 

Δυστυχώς, ο Αργύρης Χιόνης δεν πρόλαβε· έφυγε απ’ τη ζωή, από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου τα Χριστούγεννα του 2011 σε ηλικία μόλις 68 χρόνων. Το βιβλίο πήρε το δρόμο του κι ο Αργύρης Χιόνης το δικό του...

Από το χώμα ερχόμαστε,
στο χώμα επιστρέφουμε.
Στο μεταξύ διάστημα,
παριστάνουμε τους κηπουρούς.*

*Αργύρης Χιόνης, Τα είκοσι ένα τάνκα, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει,
Ποίηση δωματίου, εκδόσεις Γαβριηλίδης

Achraf Baznani, Trapped by Reality
___________



Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2020

Στην αγκαλιά μιας «Ωραίας Κοιμωμένης»· ενύπνιες διαδρομές από τον Καβαμπάτα στον Μάρκες


Ito Shinsui, Sleeping Beauty (1), 1910
_____________


Mια βραδιά πλάι σε μια ωραία κοιμωμένη

Σε ποιον κόσμο έμπαινε ο γέρο—Εγκουσί, όταν περνούσε το κατώφλι στο «Πανδοχείο των απομάχων»; Το μυθιστόρημα αυτό, που δημοσιεύτηκε στο 1961, περιγράφει τη μάταιη αναζήτηση της ηδονής από μια ομάδα υπερήλικες. Όλοι τους έρχονται σ' ένα μυστηριώδες σπίτι για να περάσουν μια βραδιά πλάι σε μια κοιμισμένη κοπέλα, σιμά σε μια ωραία κοιμωμένη.

Δεν πρόκειται όμως για ένα φυσιολογικό ύπνο. Οι νέες κοιμούνται όλη τη νύχτα κάτω από την επήρεια ενός ισχυρού ναρκωτικού. Αγνοούν ακόμη και το με ποιον πέρασαν τη νύχτα. Οι υπερήλικες, οι «ακίνδυνοι πελάτες», περνούν το κατώφλι των κοριτσιών σαν να δρασκελίζουν τα βημόθυρα ενός ναού, όπου λειτουργεί κάποια πανέμορφη ιέρεια. Εκεί, δίπλα σ’ αυτές τις ζωντανές κούκλες, ξαναβρίσκουν ίσως την ψευδαίσθηση μιας νιότης, μιας χαμένης ζωτικότητας, μιας έσχατης περιπέτειας. Χωρίς ντροπή κι ενόχληση, δίχως καμιά ενοχή, αυτοί οι γέροι —οι ανίκανοι να φερθούν σαν πραγματικοί άντρες— βρίσκουν εκεί την τελευταία τους ευκαιρία.

Οι βραδιές στο πανδοχείο με τις ωραίες κοιμώμενες θα κάνουν τον Εγκουσί να θυμηθεί ξανά τις γυναίκες της ζωής του καί να χαθεί σ’ ατέρμονες σκέψεις. Κι έτσι θα φτάσει —ποιος ξέρει;— στο κατώφλι του θανάτου, στη γλυκύτητα της παιδικής ηλικίας και στη συγχώρεση των λαθών του.

Θανάσης Γεωργιάδης


Kajita Hanko: Sleeping Beauty
__________

«Μήπως το κοιμισμένο κορίτσι ήταν από το είδος αυτών των «πνιγμένων»;


«Θα σας παρακαλούσα ν’ αποφύγετε τα κακόγουστα αστεία. Μην προσπαθήσετε να βάλετε τα δάχτυλά σας στο στόμα της μικρής που κοιμάται. Δεν θα ήταν σωστό!» είπε η οικοδέσποινα στον γερο-Εγκουσί.[...]

«Μην προσπαθήσετε να ξυπνήσετε τη μικρή, γιατί ό,τι και να κάνετε δεν πρόκειται ν’ ανοίξει τα μάτια της... Κοιμάται βαθιά και δεν καταλαβαίνει τίποτα», επανέλαβε η γυναίκα.

«Γιατί, η κοπέλα κοιμάται αδιάκοπα και αγνοεί τα πάντα από την αρχή ως το τέλος. Ακόμη και με ποιον θα περάσει τη νύχτα... Μην ανησυχείτε λοιπόν, καθόλου»
Διάφορες υποψίες πέρασαν από το μυαλό του Εγκουσί, αλλά δεν είπε τίποτε.

«Είναι όμορφη κοπέλα. Εξάλλου, εδώ δεχόμαστε μόνο ακίνδυνους πελάτες...» [....]

Με το κλειδί που του είχε αφήσει η γυναίκα φεύγοντας, στο χέρι, ο Εγκουσί άναψε ένα τσιγάρο, τράβηξε μια-δυο ρουφηξιές το ’σβησε, αλλά άναψε αμέσως ένα άλλο που το κάπνισε με την ησυχία του. Θα ήθελε να διώξει την ελαφριά ανησυχία που αισθανόταν, αλλά μια δυσάρεστη αίσθηση κενού τον κυρίευε όλο και περισσότερο. Συνήθως έπινε μια γουλιά ποτό για να κοιμηθεί, αλλά είχε ελαφρύ ύπνο κι έβλεπε συχνά εφιάλτες. Μια ποιήτρια που πέθανε νέα από καρκίνο, είχε γράψει σε ένα ποίημά - της για τις άυπνες νύχτε
ς:

Και να που η νύχτα με προετοιμάζει
για βατράχια, ψόφια σκυλιά και για πνιγμένους.

Ο Εγκουσί είχε συγκρατήσει αυτούς τους στίχους και δεν μπορούσε πια να τους ξεχάσει. Ακόμη και τώρα που θυμήθηκε τούτο το ποίημα, αναρωτήθηκε μήπως η κοπέλα, που κοιμόταν, ή μάλλον, που είχαν κοιμίσει στο διπλανό δωμάτιο ήταν από το είδος αυτών των «πνιγμένων» κι η σκέψη αυτή τον έκανε δισταχτικό να πάει να τη συναντήσει.

Δεν
 του είπαν πώς κατάφεραν να την κοιμήσουν αλλά όποιο μέσο κι αν είχαν χρησιμοποιήσει, αφού η κοπέλα είχε, κατά τα φαινόμενα, βυθιστεί στο σκοτάδι ενός αφύσικα βαριού ύπνου, θα είχε σίγουρα όπως όλοι οι ναρκομανείς, ωχρή όψη, μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, τα κόκαλα από τα πλευρά - της θα προεξείχαν, και όλο - της το κορμί θα ήταν αδύνατο και ξερό σαν ξύλο. Ίσως πάλι να ήταν μια σαχλή, ψυχρή και κενόδοξη νεαρή. Μπορεί να είχε μελανιασμένα και αρρωστημένα ούλα, και να ροχάλιζε ελαφρά.

Στα εξήντα
 επτά του χρόνια ο γέρο Εγκουσί σίγουρα είχε περάσει δυσάρεστες βραδιές με γυναίκες. Και ακριβώς αυτές τις αποτυχίες ήταν που δεν μπορούσε να ξεχάσει. Οι αποτυχίες όμως αυτές δεν οφείλονταν σε κάποιο φυσικό ελάττωμα, αλλά σ’ ένα άσχημο παραστράτημα στη ζωή αυτών των γυναικών. Στην ηλικία που ήταν ο Εγκουσί, δεν είχε καμιά διάθεση να δοκιμάσει μια καινούρια αποτυχία με μια γυναίκα. Ήρθε σ' αυτό το σπίτι, και να ποιες ήταν οι σκέψεις του και μάλιστα στην κρίσιμη στιγμή. Κι όμως μπορούσε να υπάρχει πιο τρομερό πράγμα από ένα γέρο, που ετοιμαζόταν να ξαπλώσει, για μια ολόκληρη νύχτα, δίπλα σε μια κοπέλα που την είχαν κοιμίσει, όλη αυτή την ώρα, και που δεν θα άνοιγε καθόλου τα μάτια της; Μήπως κι ο Εγκουσί δεν είχε έρθει σ' αυτό το σπίτι για να αναζητήσει το απόλυτο, μέσα στον τρόμο των γηρατειών;

«Α
κίνδυνοι πελάτες», είχε πει η γυναίκα και ήταν πιθανό όσοι έρχονταν σ ’ αυτό το σπίτι να ήταν πράγματι «ακίνδυνοι πελάτες».

Κι
 όμως ο Εγκουσί, χάρη στη συνεχή άσκηση της ηδονής, δεν ήταν ακόμη αυτό που η γυναίκα αποκαλούσε «ακίνδυνος πελάτης». Θα μπορούσε, όμως, να γίνει με τη θέλησή του, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής, με τον τόπο ή ακόμη ανάλογα με τη συντρόφισσα. Να όμως, που τον καταδίωκε κιόλας ο τρόμος των γερατειών και σκεφτόταν ότι η δυστυχία των ηλικιωμένων πελατών αυτού του σπιτιού δεν θ’ αργούσε να βρει και τον ίδιο. Η επιθυμία του να έρθει εδώ αποτελούσε απλά και μόνο ένα σημάδι που έδειχνε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε σύντομα. Αυτός ήταν ο λόγος που τον έκανε να σκέφτεται ολοένα και περισσότερο να παραβιάσει τους τρομερούς και άθλιους περιορισμούς που είχαν επιβάλει στους γέρους. Αν είχε την πρόθεση να μην το κάνει θα το ήξερε. Θα μπορούσες σίγουρα να ονομάσεις αυτό το σπίτι μυστική λέσχη, αλλά οι γέροι που αποτελούσαν τα μέλη της δεν πρέπει να ήταν πολλοί κι όσο για τον ίδιο δεν είχε την πρόθεση ούτε να καταγγείλει τα αδικήματα που γίνονταν σ’ αυτή τη λέσχη, αλλά ούτε και να πάει κόντρα στις συνήθειές του. Το γεγονός ότι μήτε και η περιέργεια δεν είχε σοβαρά αποτελέσματα πάνω του, πρόδινε κιόλας τη σύγχυση των γερατειών.

«Μερικοί πελάτες λένε ότι βλέπουν ωραία όνειρα όταν κοιμούνται εδώ. Κι άλλοι, ότι θυμούνται τα νιάτα τους». [...]


Nakazawa Hiromitsu, Sleeping Beauty, 1935
__________________


«...ένα ζωντανό παιχνίδι που θα μπορούσαν να αγγίξουν χωρίς καμιά ανησυχία»

«Α!»
Αυτό που έκανε τον Εγκουσί να ξεφωνίσει ήταν το παραπέτασμα από βυσσινί βελούδο. Μέσα στο διάχυτο φωτισμό, το χρώμα του φαινόταν ακόμη πιο βαθύ, έτσι ώστε να δημιουγείται η εντύπωση ότι υπήρχε, μπροστά από το παραπέτασμα, μια ζώνη αραιό φως, σαν να έμπαινε ο επισκέπτης σ’ έναν κόσμο φανταστικό. 


Ο Εγκουσί αφού κλείδωσε την πόρτα, παραμέρισε το παραπέτασμα και κοίταξε την κοπέλα που κοιμόταν. Δεν ήταν ψεύτικος ο ύπνος της, επειδή ακουγόταν η ανάσα της, που έδειχνε καθαρά ότι κοιμόταν και μάλιστα βαθιά. Του κόπηκε η αναπνοή μπροστά σ’ αυτή την αναπάντεχη ομορφιά. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της απρόσμενη αλλά και η ηλικία της. Γυρισμένη προς το μέρος του, στο αριστερό πλευρό έδειχνε μόνο το ακάλυπτο πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να δει το σώμα της, αλλά σίγουρα δεν θα ήταν ακόμη είκοσι χρονών. Ο Εγκουσί ένιωσε σαν να είχε μια καινούρια καρδιά που ξεδίπλωνε τα φτερά της στα στήθια του.

Κάτω από την κουβέρτα διακρινόταν το αριστερό της χέρι απλωμένο λοξά, ενώ το δεξί, από τον καρπό και πάνω, έβγαινε έξω και ακουμπούσε στο μαξιλάρι δίπλα στο πρόσωπό της, με τα κλειστά μάτια. Μόνο ο αντίχειρας μισοκρυβόταν κάτω από το μάγουλό της, ενώ οι άκρες των δαχτύλων της, που ήταν χαλαρωμένα από τον ύπνο, γυρνούσαν ελαφρά προς τα μέσα, όχι όμως τόσο ώστε να μην μπορείς να μαντέψεις τις τρυφερές δίπλες των αρθρώσεων. Το ζεστό της αίμα έδινε μια ρόδινη απόχρωση στα χέρια της που γινόταν εντονότερη όσο προχωρούσε από τον καρπό στις άκρες των δαχτύλων. Το χέρι της ήταν άσπρο και λείο.

«Κοιμάσαι; Δεν θα ξυπνήσεις; »

Ο γέρο Εγκουσί είχε προφέρει αυτά τα λόγια σαν να ήθελε να δώσει στον εαυτό του τη δικαιολογία να αγγίξει αυτό το χέρι. Έπειτα το ’σφίξε ολόκληρο στην παλάμη του και προσπάθησε να το κουνήσει ελαφρά. Το ήξερε πολύ καλά ότι η κοπέλα δεν θα ξυπνούσε. [...]


Ο ύπνος είχε μουδιάσει ακόμη και τις άκρες των δαχτύλων του χεριού της, που πριν από λίγο ο Εγκουσί είχε σφίξει και είχε κουνήσει, και που όταν το άφησε να πέσει, τα δάχτυλα έμειναν στην ίδια θέση που βρισκόταν και πριν να το αφήσει. Όταν ο γέρος τράβηξε προς το μέρος του το μαξιλάρι, το χέρι της κοπέλας ξανάπεσε. Εξέτασε το χέρι της, με τον αγκώνα στο μαξιλάρι. «Θα έλεγε κανείς ότι είναι πραγματικά ζωντανή», μουρμούρισε. Δεν αμφέβαλε στιγμή ότι ήταν ζωντανή, κι αυτά τα λόγια του σήμαιναν πως την έβρισκε χαριτωμένη, αλλά μόλις τα είπε ακούστηκαν ανησυχητικά. Η κοπέλα που κοιμόταν ανυποψίαστη, είχε χάσει τις αισθήσεις της. Αλλά κι αν ακόμη ο κύκλος της ζωής της δεν είχε διακοπεί, αυτό σήμαινε ότι ήταν λιγότερο βυθισμένη σε μιαν άβυσσο χωρίς τέλος;

Το
 γεγονός τούτο δεν την έκανε μια ζωντανή κούκλα, γιατί δεν υπάρχουν ζωντανές κούκλες, αλλά την είχαν κάνει ένα ζωντανό παιχνίδι για να απαλλάξουν από κάθε συναίσθημα ντροπής τους γέρους που ήδη έπαψαν να είναι άντρες. Ή μάλλον, καλύτερη και από παιχνίδι γι’ αυτούς τους γέρους ήταν ποιος ξέρει; — η ίδια η ζωή ίσως. Μια ζωή που θα μπορούσαν να αγγίξουν χωρίς καμιά ανησυχία. Για τον Εγκουσί που ήταν πρεσβύωπας, το χέρι της κοπέλας, τόσο κοντινό, φάνταζε ακόμη πιο γλυκό και πιο όμορφο. Λείο στην αφή, αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει τη λεπτότητα της υφής του.

Το ίδιο ροζ χρώμα που γινόταν εντονότερο στην άκρη των δαχτύλων, εμφανιζόταν τώρα με την ίδια απόχρωση στο λοβό του αυτιού της, που ξεχώριζε ανάμεσα από τα μαλλιά της και μαρτυρούσε τη φρεσκάδα της κοπέλας, σε τέτοιο βαθμό, που ο γέρος ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Το πάθος του για καθετί το ασυνήθιστο τον είχε σπρώξει για πρώτη φορά στην πόρτα αυτού του μυστηριώδους σπιτιού, αλλά έφτασε στο σημείο να αναρωτιέται μήπως οι γέροι, οι πιο ηλικιωμένοι από τον ίδιο, αντλούσαν, από τις επισκέψεις τους σ' αυτό το σπίτι, χαρές και λύπες πολύ πιο έντονες. Τα μαλλιά της κοπέλας ήταν όπως τα είχε φτιάξει η φύση. Ίσως τα είχαν αφήσει να μακρύνουν, για να μπορούν οι γέροι να βυθίζουν τα χέρια - τους μέσα σ’ αυτά. [...]




Amedeo Modigliani, Sleeping Nude with Arms Open (Red Nude), 1917
_________________

Υποταγμένη στα πάντα, αγνοώντας τα πάντα, βυθισμένη στο λήθαργο


Δεν απαγορευόταν να την κοιτάξει ολόκληρη. Δεν έπρεπε πια να αισθάνεται ενόχληση σε αυτή τη σκέψην και καταλάβαινε πολύ καλά ότι ακριβώς για τούτο το σκοπό την είχαν κοιμίσει.

Πάντως, σκέπασε με την κουβέρτα τον γυμνό της ώμο και έκλεισε τα μάτια. Η οσμή της κοπέλας πλανιόταν στο δωμάτιο και ξαφνικά του ήρθε μια μυρωδιά μωρού. Η μυρωδιά που έχουν τα βρέφη, οσμή που θυμίζει γάλα. Πιο γλυκιά και πιο βαριά από τη μυρωδιά μιας κοπέλας. Ε, όχι δα. Ήταν σχεδόν απίθανο να είχε γεννήσει αυτό το κορίτσι, να της είχε έρθει γάλα και αυτό το γάλα να έβγαινε από τα στήθη της. [...]

Μήπως ήταν μια φευγαλέα παραίσθηση; Γιατί όμως του δημιουργήθηκε μια τέτοια παραίσθηση; Όσο κι αν αναρωτιόταν δεν καταλάβαινε τίποτα. Σίγουρα η ανάμνηση αυτής της μυρωδιάς θα ανέβηκε στην επιφάνεια, από κάποιο ξαφνικό σφάλμα της συνείδησής του. Ο Εγκουσί, ένιωσε να τον πλημμυρίζει ένα συναίσθημα μοναξιάς γεμάτο θλίψη, καθώς τα σκεφτόταν όλα τούτα. Μάλλον ήταν ένα παγωμένο συναίσθημα άγχους για τα γερατειά. Έπειτα αυτό το συναίσθημα έδωσε τη θέση του στον οίκτο και στην τρυφερότητα για κείνη την κοπέλα, που η μυρωδιά της ανακαλούσε στη μνήμη του τη θέρμη της νιότης. Ίσως να μπλέχτηκε ξαφνικά σ' αυτό η συγκεχυμένη και παγωμένη συναίσθηση της ενοχής του· είχε την εντύπωση ότι μια μουσική έβγαινε από το κορμί της· μια μουσική γεμάτη αγάπη. Ένιωσε σαν να 'θελε να φύγει και κοίταξε τους τέσσερις τοίχους, αλλά το βελούδινο παραπέτασμα τον έζωνε από παντού, σαν να μην υπήρχε καμιά διέξοδος. Το βυσσινί βελούδο, το οποίο φωτιζόταν από το φως που έπεφτε από το ταβάνι, ήταν λεπτό, αλλά δεν κουνιόταν καθόλου. Φυλάκιζε την κοπέλα, που κοιμόταν, και τον γέρο.

«Δεν θα ξυπνήσεις; Δεν θα ξυπνήσεις;» Έπιασε την κοπέλα από τους ώμους και την ταρακούνησε, έπειτα της σήκωσε το κεθάλι και είπε πάλι: «Δεν θα ξυπνήσεις;»

Αυτό που τον έκανε να αντιδράσει έτσι ήταν μια συγκίνηση, η οποία έβγαινε από τα κατάβαθα του είναι του και που τον έφερνε κοντά σε κείνη. Το γεγονός ότι κοιμόταν, ότι δεν μιλούσε ότι αγνοούσε ακόμη και το πρόσωπο και τη φωνή του, με λίγα λόγια, το γεγονός ότι ήταν εκεί στην κατάσταση που ήταν, αδιαφορώντας τελείως για τον άνθρωπο ο οποίος ονομαζόταν Εγκουσί και που ήταν εκεί απέναντί της, όλα αυτά του φάνηκαν ξαφνικά ανυπόφορα. Η ίδια του η ύπαρξη ήταν ολότελα ξένη στην κοπέλα. Στο μεταξύ, εφόσον δεν υπήρχε κανένας λόγος να ανοίξει τα μάτια της, ο Εγκουσί πήρε το κεφάλι της και το ακούμπησε στο χέρι του. Το ότι φάνηκε να σούφρωσε ελαφρά τα φρύδια της, θα μπορούσε να ερμηνευτεί σαν μια ζωντανή απάντηση από μέρους της στο ερώτημά του. Ο Εγκουσί ακούμπησε απαλά το χέρι του κάτω.

Αν ένα τράνταγμα ήταν αρκετό για να την ξυπνήσει, το σπίτι θα έχανε γρήγορα το μυστήριό του, για το οποίο ο γέρο Κίγκα, αυτός που το σύστησε στον Εγκουσί, είχε πει ότι είναι «σαν να ξαπλώνεις με έναν κρυμμένο Βούδα». Μια γυναίκα που δεν θα ξυπνούσε σε καμιά περίπτωση, ήταν σίγουρα για τους γέρους «ακίνδυνους πελάτες» μια πρόκληση, μια περιπέτεια, μια ηδονή, χωρίς ρίσκο. Ο γέρο Κίγκα είχε πει στον Εγκουσί ότι οι άνθρωποι, όπως εκείνον, ένιωθαν να ξαναζούν μόνο τις στιγμές που βρίσκονταν στο πλευρό μιας γυναίκας, που κοιμόταν. Όταν η απελπισία του για τα γεράματα γίνεται ανυπόφορη, είχε πει, πήγαινε σε αυτό το σπίτι.

«Πάει σχεδόν μια αιωνιότητα από τότε που έχασα κάθε ελπίδα ν' αποχτήσω μια δική μου γυναίκα. Ε, λοιπόν, υπάρχουν άνθρωποι που σου ετοιμάζουν γυναίκες, οι οποίες κοιμούνται από την αρχή ως το τέλος χωρίς να ξυπνήσουν».



Zinaida Serebriakova, Sleeping Nude with a red shawl, 1930
__________________

Μια γυναίκα βυθισμένη στον ύπνο, που δεν μιλάει για τίποτα, που δεν ακούει τίποτα, δεν είναι άραγε, για ένα γέρο ανίκανο πια να φερθεί σαν άντρας με τις γυναίκες, πρόθυμη να μιλήσει για τα πάντα, να ακούσει τα πάντα; Για τον γέρο Εγκουσί, όμως, ήταν η πρώτη του εμπειρία με τέτοιου είδους γυναίκες. Η κοπέλα βέβαια θα είχε πολλές εμπειρίες με γέρους σαν εκείνον. Υποταγμένη στα πάντα και αγνοώντας τα πάντα, ήταν ξαπλωμένη δίπλα του, με το αθώο της πρόσωπο, βυθισμένη στο λήθαργο, αναπνέοντας ήρεμα. Ίσως μερικοί γέροι να τη χάιδευαν σ’ όλο της το κορμί, και ίσως μερικοί άλλοι να κλαίγανε με λυγμούς για την κατάντια τους. Ό,τι κι αν έκαναν η κοπέλα δεν μπορούσε να ξέρει τίποτα. Όσο κι αν προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του, ο Εγκουσί δεν κατάφερνε να νιώσει ικανός για να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία. Ακόμη και για να τραβήξει το χέρι του από το σβέρκο της έπαιρνε χιλιάδες προφυλάξεις, λες και είχε να κάνει με κάποιο εύθραυστο αντικείμενο, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούσε να σταματήσει μέσα του την επιθυμία να την ξυπνήσει βίαια. [...]

Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, θα μπορούσε να ακουμπήσει το στήθος του και να της φιλήσει τα χείλη. Δεν ήταν κάποια γυναίκα που θα του ήταν δυσάρεστο να φιλήσει· το αντίθετο μάλιστα. Για έναν άντρα στην ηλικία του, η δυνατότητα να αντιδρά έτσι με μια νέα γυναίκα ήταν μια σπουδαία αποζημίωση και άξιζε τον κόπο να ριψοκινδυνέψει πολλά. Αυτό μπορούσε να το φανταστεί χωρίς δυσκολία, όπως και τη χαρά που θα πρέπει να πλημμύριζε τους γέρους που έρχονταν σ’ αυτό το σπίτι. Ανάμεσά τους βέβαια θα πρέπει να υπήρχαν και παρανοϊκά άτομα, που δεν του ήταν δύσκολο να μαντέψει τη συμπεριφορά τους. Στο μεταξύ, καθώς η κοπέλα κοιμόταν και δεν καταλάβαινε τίποτα, η ομορφιά της, έτσι όπως την έβλεπε ο Εγκουσί, δεν φαινόταν ούτε να έχει ατιμαστεί ούτε να έχει καταστραφεί. Αν ο Εγκουσί δεν είχε εξευτελιστεί σ’ αυτό το βρωμερό και διαβολικό παιχνίδι, ήταν, γιατί η κοπέλα εξακολουθούσε να μένει όμορφη στον ύπνο της. Η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτόν και στους άλλους γέρους βρισκόταν σίγουρα στο γεγονός ότι δεν είχε χάσει ακόμη το στοιχείο που τον έκανε να φέρεται σαν άντρας. Για τους άλλους γέρους ήταν αναγκαίο να είναι η κοπέλα βυθισμένη σ’ έναν ύπνο χωρίς τέλος. Ο γέρο Εγκουσί είχε ήδη προσπαθήσει να την ξυπνήσει δύο φορές, χωρίς όμως να επιμένει. Αν, παρ’ ελπίδα, άνοιγε τα μάτια της ούτε και ο ίδιος ήξερε ποια θα ήταν η στάση του απέναντί της, κι όμως το είχε κάνει σπρωγμένος από κάποια τρυφερότητα γι’ αυτήν. Ή μάλλον όχι. Μπορεί να το είχε κάνει από κάποια συναίσθηση της μηδαμινότητάς του ή και από φόβο.

«Πώς κοιμάται!». Όταν κατάλαβε ότι θα μπορούσε να μην είχε μουρμουρίσει αυτά τα λόγια, πρόσθεσε: «Δεν είναι αυτό που λέμε αιώνιος ύπνος! Ακόμη κι αυτή η κοπέλα, ακόμη κι εγώ!...» Σίγουρος ότι έπειτα από αυτή την παράξενη νύχτα θα ξυπνούσε ζωντανός, όπως και μετά από κάθε φυσιολογική νύχτα, έκλεισε τα μάτια του. Ο διπλωμένος αγκώνας της κοπέλας, που εξακολουθούσε να έχει το δάχτυλο στα χείλη της, άρχισε να τον ενοχλεί. Της άρπαξε το χέρι από τον καρπό και το άπλωσε στο πλευρό της. Την ώρα που της έπιανε το χέρι βρήκε το σφυγμό της. Χτυπούσε μ’ έναν εκπληκτικό και εντελώς κανονικό ρυθμό. Η αναπνοή της ήταν ήρεμη και πιο αργή από τη δική του. Κάτω από τα βλέφαρα του Εγκουσί πετούσε μια κάτασπρη πεταλούδα στο ρυθμό της μουσικής. Άφησε τον καρπό της νέας. Δεν την άγγιζε πια σε κανένα σημείο. Η μυρωδιά, που ερχόταν από το στόμα της, από το κορμί και τα μαλλιά της δεν είχε τίποτα το ζωώδες. [...]



Zinaida Serebriakova, Sleeping nude, 1931
________________


«Δεν βρίσκονται εκεί οι ανθρώπινες σχέσεις!»

Δεκαπέντε μέρες μετά την πρώτη του επίσκεψη, ο γέρο Εγκουσί, θα ξαναγυρίσει στο Πανδοχείο με τις ωραίες κοιμώμενες

«Η μικρή που θα έχετε σήμερα είναι πιο εξασκημένη από την προηγούμενη... Σας πειράζει που δεν είναι η ίδια;»

«Είμαι σταθερός σ’ αυτό το θέμα!»

«Σταθερός...Για να μιλάτε για σταθερότητα, αυτό σημαίνει πως της κάνατε κάτι;»

«Κανένας από τους πελάτες μας δεν κάνει ποτέ τίποτα. Δεχόμαστε μόνο ακίνδυνους πελάτες».


Η γυναίκα με τα λεπτά χείλη δεν κοίταζε το πρόσωπο του γέρου. Ο Εγκουσί έτρεμε από την ταπείνωση, αλλά δεν ήξερε τι να πει. Εξάλλου η συνομιλήτριά του δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια χυδαία μαστρωπός που εκμεταλλευόταν τα κορίτσια εν ψυχρώ, μια γυναίκα χωμένη σε κάθε ατιμία.

«Στο κάτω κάτω, δικαίωμά σας να θεωρείτε τον εαυτό σας σταθερό. Η μικρή κοιμάται και δεν θα ξέρει καν ούτε με ποιον πέρασε τη βραδιά της. Τόσο η προηγούμενη όσο και η σημερινή αγνοούν τα πάντα για σας. Το να μιλάτε λοιπόν για σταθερότητα είναι λίγο...»

«Πράγματι! Δεν βρίσκονται εκεί οι ανθρώπινες σχέσεις!»


«Τι εννοείτε;»


Οι σχέσεις ανάμεσα σ’ ένα γέρο που δεν ήταν πια άντρας, και σε μια νέα κοπέλα που είχαν κοιμίσει επίτηδες, δεν ήταν «ανθρώπινες σχέσεις». Αν έλεγε όμως κάτι τέτοιο, αφού είχε ήδη μπει σ ’ αυτό το σπίτι, θα ήταν σίγουρα παράξενο.

«Αν η μικρή της προηγούμενης φοράς σας άρεσε τόσο πολύ, θα σας την κοιμίσουμε την επόμενη φορά που θα μας κάνετε την τιμή να έρθετε. Σίγουρα όμως θα μου πείτε ότι προτιμάτε τη σημερινή».

«Νομίζετε; Πώς μπορεί να είναι πιο εξασκημένη, όπως λέτε, αφού κοιμάται συνέχεια;»

«Α, αυτό...»


Η γυναίκα σηκώθηκε, ξεκλείδωσε την πόρτα του διπλανού δωματίου, έριξε μια ματιά κι έπειτα άφησε το κλειδί μπροστά στον Εγκουσί.

«Ορίστε. Καλή ξεκούραση».

Οταν έμεινε μόνος του, ο Εγκουσί έριξε ζεστό νερό στην τσαγιέρα και ήπιε ήρεμα το τσάι του. Τουλάχιστο είχε την πρόθεση να το πιει ήρεμα, αλλά το φλιτζάνι έτρεμε στα χέρια του. «Δεν τρέμω από τα γεράματα, όχι. Εγώ δεν είμαι ακόμη ένας ακίνδυνος πελάτης, σίγουρα όχι!» μουρμούρισε στον εαυτό του. Τι θα γινόταν αν παραβίαζε τους απαγορευτικούς κανονισμούς αυτού του σπιτιού, για να πάρει την εκδίκησή του για τους γέρους που έρχονταν εδώ για να εκτεθούν σε κάθε προσβολή και περιφρόνηση; Μήπως και για την ίδια την κοπέλα δεν θα ήταν σαν να της φερόταν όπως σ’ ένα ανθρώπινο πλάσμα; Δεν ήξερε πόσο δυνατό ήταν το ναρκωτικό που της είχαν δώσει, ίσως όμως να του έμενε αρκετή αντρική ενέργεια για να καταφέρει να την ξυπνήσει. Αυτά σκεφτόταν ο γέρο Εγκουσί· μέσα του όμως δεν ένιωθε την απαραίτητη παρόρμηση.

Η τρομακτική φθορά των αξιοθρήνητων γέρων που έρχονταν σ’ αυτό το σπίτι θα απειλούσε και τον ίδιο σε λίγα χρόνια. Στα εξήντα εφτά του χρόνια, μέχρι ποιο σημείο είχε υπολογίσει την τεράστια έκταση των επιθυμιών και το ανεξερεύνητο βάθος τους; Κι έπειτα ανάμεσα στους γέρους ξεφυτρώνουν καθημερινά αμέτρητες όμορφες κοπέλες με νεανική επιδερμίδα. Οι ατέλειωτες χιμαιρικές επιθυμίες των κακόμοιρων ηλικιωμένων γίνονταν πραγματικότητα, και η λύπη τους για τις ημέρες που έφυγαν για πάντα χανόταν, μέσα στα αίσχη που γίνονταν σ ’ αυτό το σπίτι. Από την προηγούμενη ήδη φορά ο Εγκουσί είχε αναρωτηθεί μήπως αυτές οι κοπέλες, που κοιμόντουσαν και δεν θα ξυπνούσαν ποτέ, ενσάρκωναν για τους γέρους μια ελευθερία στην οποία τα χρόνια δεν είχαν καμιά επίδραση; Αυτές οι κοιμισμένες και αμίλητες κοπέλες θα πρέπει να μιλούσαν στους γέρους τη γλώσσα που εκείνοι ήθελαν.[...]



Karl Bryullov, Sleeping Juno 
_____________

«...να πάρει την εκδίκησή του, πάνω σ' αυτή την κοιμισμένη σκλάβα»

Είχε φτάσει η στιγμή να πάρει την εκδίκησή του, πάνω σ' αυτή την κοιμισμένη σκλάβα, για τους γέρους που έρχονταν εδώ να εκτεθούν στις προσβολές και την περιφρόνηση. Θα παραβίαζε τους κανονισμούς του σπιτιού. Ήξερε ότι έπειτα απ’ αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ πια να ξαναπατήσει το πόδι του εδώ. Άρχισε να της φέρεται βίαια ελπίζοντας ότι θα την ξυπνούσε. Η ορμή του, όμως, κόπασε αμέσως μπροστά στα προφανή δείγματα της αγνότητάς της.

«Α!» φώναξε και τραβήχτηκε πίσω. Η αναπνοή του έβγαινε ακανόνιστα και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, και η έκπληξή του έγινε πιο έντονη, κι αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι εγκατέλειψε απότομα την προσπάθειά του.

Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ηρεμήσει. Δεν του ήταν τόσο δύσκολο να ηρεμήσει όσο θα ήταν για ένα νέο άντρα. Χαϊδεύοντας αμήχανα τα μαλλιά της κοπέλας, άνοιξε τα μάτια του. Εκείνη εξακολουθούσε να μένει στην ίδια στάση, ξαπλωμένη μπρούμυτα. Μια πόρνη στην ηλικία της και να είναι ακόμη παρθένα· άλλο πάλι και τούτο. Κι όμως, ήταν πράγματι μια πόρνη. Όσο κι αν προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του, όταν πια η φουρτούνα είχε περάσει, τα συναισθήματά του για τη νέα εκείνη αλλά και για τον ίδιο είχαν αλλάξει, εμποδίζοντάς τον να γυρίσει πίσω. Δε μετάνιωνε για τίποτα. Ό,τι κι αν έκανε σε μια γυναίκα που κοιμόταν και δεν είχε συναίσθηση του τι γινόταν γύρω της, δεν είχε καμιά σημασία. Τι μπορούσε, όμως, να σημαίνει αυτή η έκπληξη που ένιωσε ξαφνικά;

Η προκλητική της ομορφιά τον είχε κάνει να χάσει το νου του και να αφεθεί σε μιαν ανεύθυνη συμπεριφορά, αλλά αυτό τον έκανε να αναρωτηθεί μήπως οι γέροι πελάτες εκείνου του σπιτιού μετέφεραν εκεί πολύ περισσότερα από όσα μπορούσε να φανταστεί· την άθλια χαρά τους, τον ασίγαστο πόθο τους, τη βαθιά τους λύπη. Ακόμη κι αν ήταν κάποιο αμέριμνο παιχνίδι των γέρων, μια φτηνή επιστροφή στη νιότη, στο βάθος υπήρχε σίγουρα κρυμμένο κάτι, που καμιά λύπη δεν μπορούσε να το ζωντανέψει, καμιά προσπάθεια δεν κατάφερνε να το γιατρέψει. Το γεγονός ότι μια κοπέλα τόσο προκλητική όσο αυτή, και τόσο «εξασκημένη», μπόρεσε να μείνει παρθένα ήταν ένδειξη όχι του σεβασμού των γέρων, ή της ανησυχίας τους μήπως και δεν τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους, αλλά περισσότερο της φρικτής φθοράς τους. Η αγνότητα, αντίθετα, της κοπέλας απόδειχνε τη φρίκη των γερατειών.[...]

Ο Εγκουσί δεν μπορούσε να συνηθίσει σε τέτοιου είδους σχέσεις με μια κοπέλα που δεν έλεγε λέξη, που δεν άνοιγε τα μάτια της, με λίγα λόγια, με μια κοπέλα που δεν καταδεχόταν με κανένα τρόπο να αναγνωρίσει την ύπαρξη του ανθρώπου που λεγόταν Εγκουσί, κι αυτό τον άφηνε ανικανοποίητο και με μια αίσθηση ματαιότητας.

Paul Binnie, Sleeping Girl, 2004
________________

«Κοιμισμένη, αλλά το κορμί της παρέμενε ξύπνιο, μιλούσε...»


Ήθελε να δει τα μάτια αυτής της προκλητικής κοπέλας, ήθελε ν’ ακούσει τη φωνή της και να της μιλήσει. Ο πειρασμός να χαϊδέψει το κορμί της δεν ήταν πια τόσο έντονος και συνοδευόταν από ένα αίσθημα οίκτου. Έκπληκτος που τη βρήκε παρθένα, και εφόσον δεν σκόπευε να παραβιάσει τους κανονισμούς, είχε αποφασίσει να ακολουθήσει από δω και πέρα τις συνήθειες των άλλων ηλικιωμένων. Ήταν σίγουρος πως αυτή η κοπέλα, πολύ περισσότερο από την προηγούμενη, ήταν ζωντανή στον ύπνο της. Μπορούσε να το νιώσει με ένα σίγουρο τρόπο και στη μυρωδιά της και στην επαφή της αλλά και στις κινήσεις της.

Κουνιόταν συχνά στον ύπνο της. Μέσα σε μια νύχτα, ίσως να στριφογύριζε είκοσι με τριάντα φορές.

«Μη!» είπε εκείνη, με μια φωνή που μόλις ακούστηκε.

«Ξύπνησες;»

Α! Πού βρίσκομαι;»

Μα τι κάνετε; Δεν θέλω!»
είπε εκείνη.

«Δεν σου κάνω τίποτα!» απάντησε ο Εγκουσί, αλλά κατάλαβε ότι η κοπέλα παραμιλούσε. Είχε άραγε παρεξηγήσει μέσα στον ύπνο της, τις κινήσεις του, ή μήπως ξαναζούσε στο όνειρό της τα άσχημα παιχνίδια που της έπαιξε κάποιος από τους άλλους νυχτερινούς της πελάτες; Ό,τι κι αν ήταν, η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά που μπόρεσε να έχει μαζί της κάποιου είδους συζήτηση, ακόμη κι αν αυτή ήταν οι ασυνάρτητες κουβέντες που έλεγε στον ύπνο της. Ίσως κάποια στιγμή, πριν από το πρωί, να κατάφερνε να την ξυπνήσει. Ήταν όμως δυνατό να μπόρεσαν να φτάσουν στ ’ αυτιά της, ακόμη και μέσα στον ύπνο της, τα λόγια που της είχε πει; Μήπως είχε μιλήσει στον ύπνο της περισσότερο από αντίδραση στο σοκ που δοκίμαζε το κορμί της και όχι για να απαντήσει στα λόγια του;

Σκέφτηκε να τη χτυπήσει βάναυσα, ή να τη τσιμπήσει, αλλά προτίμησε να την τραβήξει απαλά στην αγκαλιά του. Η κοπέλα δεν αντέδρασε ούτε και φώναξε. Πρέπει να ανάσαινε με δυσκολία. Η απαλή της ανάσα χάιδευε το πρόσωπό του.

Η αναπνοή του άρχισε να γίνεται ακανόνιστη. Για δεύτερη φορά, η κοπέλα που του προσφερόταν χωρίς αντίσταση, τον προκαλούσε. Τι λύπη που θα ’νιωθε το πρωί όταν ξυπνούσε και ανακάλυπτε ότι είχε χάσει την αγνότητά της! Ποια τροπή θα 'παιρνε άραγε η ζωή της; Οπωσδήποτε όμως, ό,τι και να της συνέβαινε, δεν θα μπορούσε να το καταλάβει πριν από το πρωί.

«Μαμά!» Η κοπέλα έβγαλε μια πνιχτή κραυγή.

«Φεύγεις, ε; Αφήστε με, αφήστε...»

«Τι ονειρεύεσαι; Όνειρο είναι, όνειρο σου λέω!» Μ' αυτά τα λόγια, την έσφιξε πάνω του πιο δυνατά, προσπαθώντας να την τραβήξει από το όνειρό της. Η λύπη που υπήρχε στη φωνή της τη στιγμή που φώναζε τη μητέρα της κυρίεψε την καρδιά του. Το στήθος της πίεζε τόσο δυνατά το δικό του που κόντευε να σπάσει. Κούνησε τα χέρια της. Μήπως μέσα στον ύπνο της έπαιρνε τον Εγκουσί για τη μητέρα της που προσπαθούσε να κρατήσει κοντά της; Ακόμη και κοιμισμένη, ακόμη και παρθένα, εξακολουθούσε αναντίρρητα να είναι προκλητική. Του φάνηκε ότι στα εξήντα επτά του χρόνια δεν είχε ποτέ άλλοτε αγγίξει ολόγυμνη μια κοπέλα τόσο προκλητική. Αν ένας μύθος μπορούσε να είναι λάγνος, τότε σίγουρα αυτή η νέα έβγαινε απ’ αυτό το μύθο.

Είχε φτάσει στο σημείο να τη θεωρεί όχι σαν μια μάγισα, αλλά σαν το θύμα μιας μάγισας. Με τα μάγια που της είχαν κάνει, «όσο κοιμισμένη κι αν ήταν, ζούσε», ή μ’ άλλα λόγια, ακόμη κι αν το πνεύμα της ήταν βυθισμένο σ’ έναν ύπνο βαθύ, το κορμί της αντίθετα παρέμενε ξύπνιο μέσα στη θηλυκότητά του. Δεν υπήρχε δίπλα του το πνεύμα ενός ανθρώπου, αλλά το κορμί μιας γυναίκας. Ήταν δυνατό να της είχαν μάθει τόσο τέλεια πώς να συντροφεύει τους γέρους στον ύπνο της, ώστε η οικοδέσποινα να φτάνει στο σημείο να λέει ότι ήταν «εξασκημένη»;


Didier Lourenco, Dormilona, 1968
_______________

Ο Εγκουσί χαλάρωσε το σίξιμο των χεριών του και τακτοποίησε το γυμνό της μπράτσο με τέτοιο τρόπο, που φαινόταν ότι εκείνη τον αγκάλιαζε. Εκείνη του ανταπόδωσε στ’ αλήθεια το αγκάλιασμά του, πειθήνια. Ο γέρος δεν κουνήθηκε καθόλου. Έκλεισε τα μάτια του.

Μια γλυκιά έκσταση τον κυρίεψε. Ήταν μια ηδονή σχεδόν ασυναίσθητη. Του φάνηκε τώρα ότι καταλάβαινε την ευτυχία που ένιωθαν οι γέροι που έρχονταν σ' αυτό το σπίτι. Μήπως κι αυτοί οι ίδιοι δεν έβρισκαν εδώ, πέρα από την απελπισία, τον τρόμο ή και την αθλιότητα των γερατειών, κι αυτό το χάρισμα μιας νέας ζωής που τους πλημμύριζε;

Για έναν άντρα που είχε φτάσει στο έσχατο όριο της μεγάλης ηλικίας θα μπορούσε σίγουρα να υπάρξει κάποια στιγμή που θα ξεχνιόταν σε τέτοιο βαθμό ώστε να αφεθεί στην αγκαλιά μιας ολόγυμνης κοπέλας. Άραγε, όμως, αυτοί οι γέροι που έρχονταν εδώ θεωρούσαν ένα θύμα που το είχαν κοιμίσει γι αυτό το λόγο, σαν ένα πράγμα που είχαν αγοράσει ανυποψίαστοι, ή μήπως έβρισκαν μεγαλύτερη ευχαρίστηση σ’ αυτό το συναίσθημα της κρυφής ενοχής.

Ο Εγκουσί είχε ξεχαστεί και ο ίδιος, είχε ξεχάσει ακόμη και το γεγονός ότι αυτή η κοπέλα ήταν ένα θύμα, και άρχισε να ψάχνει στα τυφλά με το πόδι του, την άκρη του δικού της ποδιού. Γιατί ήταν το μόνο σημείο του κορμιού της που δεν άγγιζε. Τα δάχτυλά τους ήταν μακριά και κινιόντουσαν με χάρη. Δίπλωναν και ξεδίπλωναν με τις ίδιες κινήσεις που έκαναν και τα δάχτυλα των χεριών της, κι αυτό ήταν αρκετό για να ασκήσει επάνω του εκείνη την έντονη γοητεία που πηγάζει από μια μοιραία γυναίκα. Αυτή η κοπέλα ήταν ικανή, ακόμη και στον ύπνο της, να ανταλλάξει ερωτικά λόγια μόνο με τα δάχτυλα των ποδιών της. Αυτή τη φορά όμως ο Εγκουσί αρκέστηκε στο να δέχεται τις κινήσεις τους σαν μια μουσική, παιδική και ελλιπή βέβαια, αλλά μαγευτική, και έμεινε να την παρακολουθεί για ένα λεπτό.

Η κοπέλα θα πρέπει να είχε ονειρευτεί· αλλά είχε τελειώσει το όνειρό της; Ίσως τελικά να μην επρόκειτο για ένα όνειρο, σκέφτηκε, αλλά για έναν ασυναίσθητο διάλογο και τη συνήθεια να διαμαρτύρεται κάθε φορά που ένας γέρος γινόταν παραπάνω απ’ όσο έπρεπε τολμηρός. Ένιωσε να τον πλημμυρίζει η γοητεία που πήγαζε από αυτή την κοπέλα, που ήταν ικανή ενώ κοιμόταν, να επικοινωνεί μαζί του χωρίς να προφέρει λέξη, μόνο με το κορμί της.

Didier Lourenco, Dormilona
_______________


«Να κοιμηθώ σαν νεκρός!»

Ο γέρο Εγκουσί ξαναπήγε για τρίτη φορά στο «Πανδοχείο με τις ωραίες κοιμώμενες» οχτώ μέρες μετά τη δεύτερη επίσκεψή του.


Όσο ο Εγκουσί, απαντώντας στη σιωπηλή αποπλάνηση του κοριτσιού, της προσφέρει όλο και περισσότερα χάδια, τόσο συνειδητοποιεί ακόμα περισσότερο την απόσταση μεταξύ τους. Φαίνεται ότι η κοπέλα βρίσκεται αρκετά κοντά του, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, και όλα αυτά που βιώνει και αντιμετωπίζει, δεν είναι τίποτα παραπάνω από την απουσία της. 

Το γεγονός ότι τα κορίτσια είναι κοιμισμένα, αποτελεί μια αλληγορία για το θάνατο, η οποία φυσικά είναι ακαταμάχητα ελκυστική στους γέροντες. Ο Εγκουσί, θεωρεί το γυμνό κορίτσι στο πλευρό του ως «ζωντανή κούκλα» και ασυνείδητα αντιλαμβάνεται τον υπαινιγμό του θανάτου που δεν έχει θολώσει το τοπίο με την ερωτική χροιά. Το κοιμισμένο κορίτσι δεν είναι ζωντανός οργανισμός που προσποιείται ότι είναι νεκρός, αλλά ένα ζωντανό πτώμα, δηλαδή ένας άψυχος οργανισμός που προσποιείται ότι είναι ζωντανός. Η απόσταση από τη στάση και την άποψη ετούτη, μέχρι τη νεκροφιλία, δεν είναι φυσικά μεγάλη.

«Απόψε θα είναι μια αρχάρια· είναι καινούρια· μια μικρή»

Η «μικρή» είχε λεπτό πρόσωπο. Τα μαλλιά της που φαινόταν σαν να τα είχε ξεπλέξει πριν από λίγο, κάλυπταν ανακατωμένα το ένα της μάγουλο κι έτσι, όπως το αριστερό χέρι της έκρυβε το άλλο της μάγουλο μέχρι τα χείλη, το πρόσωπό της φαινόταν ακόμη πιο λεπτό. Ήταν ένα αθώο κοριτσάκι που κοιμόταν. Ο γερο Εγκουσί γλίστρησε απαλά πλάι της, φροντίζοντας να μην την ακουμπήσει. Η κοπέλα δεν αντέδρασε καθόλου. Η ζέστη που ανάδινε τον τύλιξε. Ήταν μια ζέστη άγουρη, άγρια. Ίσως εξαιτίας της μυρωδιάς των μαλλιών και της σάρκας της να έδινε αυτή την εντύπωση, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.

«Πρέπει να είναι γύρω στα δεκάξι» ψιθύρισε ο Εγκουσί. Σ’ αυτό το σπίτι έρχονταν γέροι που ήταν ανίκανοι πια να μεταχειριστούν μια γυναίκα σαν γυναίκα. Αυτό όμως που κατάλαβε ο Εγκουσί στην τρίτη του επίσκεψη ήταν ότι για αυτούς τους γέρους το να κοιμηθούν ήρεμα πλάι σε ένα τέτοιο κορίτσι ήταν μια απατηλή παρηγοριά που τους έδινε το κυνήγι τους για τις χαρές της ζωής που έφυγε. Ίσως μερικοί από αυτούς να εύχονταν να βυθιστούν κι αυτοί σ’ έναν αιώνιο ύπνο στο πλευρό μιας κοπέλας που κοιμόταν. Η προσπάθεια να ξυπνήσει τη νεκρή καρδιά ενός γέρου με το κορμί μιας νεαρής κοπέλας, φαινόταν να είναι μια πολύ θλιβερή υπόθεση. Ναι, αλλά από τους γέρους, που σύχναζαν σε αυτό το σπίτι, ο Εγκουσί ήταν ο πιο ευαίσθητος. Το μόνο που επεδίωκαν οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν να αναπνεύσουν τη νιότη της κοιμισμένης νέας, να απολαύσουν μια γυναίκα που δεν μπορούσε να ξυπνήσει.

Στο προσκέφαλό του υπήρχαν πάντα οι δύο λευκές κάψουλες του υπνωτικού. Ο γερο-Εγκουσί τις πήρε στα χέρια του, επειδή όμως δεν υπήρχε τίποτα γραμμένο πάνω τους, δεν μπόρεσε να μάθει ποιο υπνωτικό ήταν. Ήταν προφανές όμως ότι δεν ήταν το ίδιο μ’ αυτό που είχαν δώσει στην κοπέλα. Σκέφτηκε να ζητήσει, την επόμενη φορά που θα ’ρχόταν, από την οικοδέσποινα να του δώσει από το ίδιο ναρκωτικό που έδιναν και στην κοπέλα. Ήταν μάλλον απίθανο να του το δώσει, αλλά αν το έκανε, τι θα γινόταν άραγε αν βρισκόταν κι ο ίδιος βυθισμένος σ’ έναν τέτοιο ύπνο. Η ιδέα ότι θα κοιμόταν σαν νεκρός δίπλα σε μια κοπέλα που θα την είχαν βυθίσει σ’ έναν παρόμοιο ύπνο τον γοήτευσε.

«Να κοιμηθώ σαν νεκρός!»


Μέσα σ’ αυτό το σπίτι, ο γέρο Εγκουσί είχε φτάσει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε τίποτα ωραιότερο από το ανέκφραστο πρόσωπο μιας κοιμισμένης κοπέλας. Ήταν η μεγαλύτερη παρηγοριά που μπορούσε να προσφέρει αυτός ο κόσμος. Και η πιο ωραία γυναίκα δεν θα κατόρθωνε να κρύψει την ηλικία της στον ύπνο της. Το πρόσωπο μιας νέας γυναίκας είναι ευχάριστο, όταν κοιμάται, ακόμη κι αν δεν είναι καλλονή. Ίσως πάλι, να διάλεγαν σ’ αυτό το σπίτι, μόνο κοπέλες που είναι ευχάριστο να τις βλέπεις, όταν κοιμούνται. Ο Εγκουσί παρατηρούσε με ευχαρίστηση το μικρό της πρόσωπο και του φαινόταν ότι η ίδια του η ζωή και οι ασήμαντες καθημερινές του έγνοιες εξαφανίζονταν σιγά σιγά. Αρκούσε βέβαια να πάρει το υπνωτικό και να αποκοιμηθεί σε αυτή την ψυχική κατάσταση για να απολαύσει την ευτυχία αυτής της ευλογημένης νύχτας, αλλά κρατούσε ήρεμα τα μάτια του κλειστά και έμενε ακίνητος.


Yiannis Moralis, Girl sleeping 
_____________


Ύπνος σαν προσευχή......

Ο ύπνος δίπλα σε μια «ωραία κοιμωμένη», αμίλητη, σιωπηλή, που τους αγνοεί, που τους αφήνει ελεύθερους να λυπηθούν, να μετανιώσουν, να θρηνήσουν, ίσως για κάποιους από τους γέρους που συχνάζουν στο Πανδοχείο των κοιμισμένων κοριτσιών, να είναι τόσο λυτρωτικός, όσο και η προσευχή.

Ο Θεός ή ο Βούδας είναι άλαλος, δεν προσφεύγει σε συμβουλές, δεν προσπαθεί να τακτοποιήσει τα πράγματα, ακούει μόνο κι εμπιστεύεται εσένα να τα βγάλεις πέρα με τον εαυτό σου. Κάπως έτσι και ο ύπνος στην αγκαλιά μιας κοιμώμενης αλλά ζωντανής κοπέλας, οι αναστεναγμοί, τα δάκρυα που κυλούν χωρίς ντροπή μπροστά σ' ένα νεαρό κορίτσι που δεν πρόκειται να ξυπνήσει ποτέ, ίσως προσφέρουν ό,τι και η προσευχή: συγγνώμη και παρηγοριά.


Το ότι βρισκόταν ξαπλωμένος δίπλα σε μια κοπέλα, που είχαν κοιμίσει, ήταν οπωδήποτε ένα έγκλημα. Αν τη σκότωνε, θα ήταν κι αυτό ένα έγκλημα και μάλιστα χειρότερο. Θα ήταν ίσως πολύ εύκολο να τη στραγγαλίσει, ή να την πνίξει βουλώνοντας το στόμα και τα ρουθούνια της. Στο μεταξύ η κοπέλα κοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, αφήνοντας να φαίνεται η παιδική της γλώσσα. Αν έβαζε το δάχτυλό του πάνω στη γλώσσα της, μάλλον θα στρογγύλευε σαν του μωρού που θηλάζει.

Έβαλε το χέρι του πάνω στη μύτη και το πηγούνι της και της έκλεισε το στόμα. Μόλις τράβηξε το χέρι του, τα χείλη της κοπέλας άνοιξαν και πάλι. Μέσα στη γοητεία, που διατηρούσε ακόμη και κοιμισμένη, με τα χείλη μισάνοιχτα, ο Εγκουσί έβλεπε το σημάδι της νιότης της.

Αυτό που τον έκανε να νιώσει τον πειρασμό του κακού μέσα του, από αντίδραση, θα πρέπει να οφειλόταν στο γεγονός ότι η κοπέλα ήταν πολύ μικρή. Οι γέροι όμως, που έρχονταν κρυφά στο Πανδοχείο με τις ωραίες κοιμώμενες δεν θα πρέπει να έρχονταν όλοι αποκλειστικά για να αναπολήσουν με θλίψη τις λυπηρές αναμνήσεις της νιότης τους που έφυγε, αλλά θα υπήρχαν και μερικοί που έρχονταν για να ξεχάσουν τα εγκλήματα που είχαν κάνει στη ζωή τους. Ο γερο Κίγκα, που είχε συστήσει τον Εγκουσί δεν άφησε βέβαια να του ξεφύγει τίποτα από τα μυστικά των άλλων πελατών. Τα μέλη αυτού του κλαμπ θα πρέπει να ήταν λίγα. Μπορούσε κανείς να μαντέψει ότι αυτοί οι γέροι ήταν άνθρωποι που είχαν πετύχει στη ζωή τους και όχι αποτυχημένοι, με την έννοια που δίνει ο λαός σ ’ αυτές τις λέξεις. Ωστόσο, μερικοί απ’ αυτούς θα πρέπει να εξασφάλισαν την επιτυχία τους κάνοντας το κακό και να τη διατήρησαν επαναλαμβάνοντας απλά και μόνο τα εγκλήματά τους. Αυτοί δεν ένιωθαν ψυχικά ήρεμοι· ήταν μάλλον ανήσυχοι, ηττημένοι. Αυτό που ανέβαινε μέσα στο στήθος τους, όταν βρίσκονταν ξαπλωμένοι δίπλα στη γυμνή κοπέλα, που κοιμόταν, δεν ήταν παρά ο τρόμος για το θάνατο που πλησίαζε και η μάταιη θλίψη για τη χαμένη τους άνοιξη. Ίσως να ήταν και κάποιες τύψεις για τις διεφθαρμένες πράξεις του παρελθόντος, καθώς και τα οικογενειακά δράματα, που είναι συνηθισμένο φαινόμενο στους επιτυχημένους ανθρώπους.

Ίσως οι γέροντες οπαδοί του Βούδα να μην μπορούν να προσεύχονται γονατιστοί. Όταν βρεθεί μια ωραία κοπέλα γυμνή στην αγκαλιά τους, χύνουν μαύρο δάκρυ, κλαίνε με λυγμούς και αναστενάζουν, αλλά η νέα τους αγνοεί και δεν θα ξυπνήσει ποτέ. Οι γέροι δεν αισθάνονται καμιά ντροπή και η ματαιοδοξία τους δεν πληγώνεται καθόλου. Είναι απόλυτα ελεύθεροι να λυπηθούν, ελεύθεροι να θρηνήσουν. Απ’ αυτή την άποψη δεν θα μπορούσαν άραγε οι κοπέλες του Πανδοχείου με τις ωραίες κοιμώμενες να θεωρηθούν ένα είδος Βούδα; Επιπλέον είναι και ζωντανές. Ίσως η σάρκα και η νεανική μυρωδιά των κοριτσιών να προσφέρουν στους θλιμμένους αυτούς γέρους συγγνώμη και παρηγοριά.

Όταν του γεννήθηκαν αυτές οι σκέψεις ο γέρο Εγκουσί έκλεισε ήρεμα τα μάτια. Ήταν αρκετά περίεργο το ότι από τις τρεις κοπέλες, που είχε γνωρίσει μέχρι τότε, ήταν η πιο νέα, η πιο μικροκαμωμένη και η πιο άπειρη που του είχε προκαλέσει αυτές τις ιδέες. 

«Τι είδους δοκιμασίες θα περάσει άραγε στη ζωή της αυτή η κοπέλα; Αν δεν γνωρίσει αυτό που λέμε επιτυχία, άραγε θα κάνει κάποτε μια ήρεμη ζωή;»

Τέτοιες σκέψεις έρχονταν στο μυαλό του Εγκουσί. Σε αντάλλαγμα για την παρηγοριά που θα πρόσφερε από δω και πέρα στους γέρους, θα μπορούσαν να της ευχηθούν να βρει κάποια μέρα την ευτυχία. Κανείς, όμως, δεν τους εμπόδιζε να φαντάζονται ότι αυτή η νέα κοπέλα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά κάποιος Βούδας με άλλη μορφή, όπως στους παλιούς μύθους. Μήπως δεν υπήρχαν μύθοι στους οποίους πόρνες και πλανεύτρες αποκαλύπτονταν τελικά ότι ήταν ενσαρκώσεις του Βούδα;



Tamara de Lempicka, Sleeping Girl, 1930
_______________


Αυτό που οδηγεί τον άντρα στον «κόσμο των δαιμόνων» είναι το κορμί της γυναίκας


Ο Εγκουσί επισκέπτεται για τέταρτη φορά το πανδοχείο, μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα. Την προηγούμενη φορά δεν κατάφερε να πάρει απάντηση στο ερώτημα «ποια είναι η μεγαλύτερη επιθυμία που επιτρέπεται σ’ αυτό το σπίτι» κι επανέρχεται μ’ ενα καινούριο ερώτημα:

«Ποιο θα ήταν το χειρότερο αμάρτημα που θα μπορούσε να κάνει ένας γέρος;»

«Σ’ αυτό το σπίτι δεν συμβαίνει τίποτα το κακό!» είπε η γυναίκα, χαμηλώνοντας τη φωνή της σαν να ήθελε να φιλοτιμήσει τον Εγκουσί.

«Τίποτα το κακό;» μουρμούρισε ο γέρος. Οι κατάμαυρες κόρες των ματιών της εξακολουθούσαν να τον κοιτάζουν με απάθεια.

«Αν, ας πούμε, θέλατε να στραγγαλίσετε την κοπέλα, δεν θα σας ήταν δυσκολότερο από το να σπάζατε το χέρι ενός νεογέννητου...»

Ο Εγκουσί, που του είχε κάνει άσχημη εντύπωση αυτό που άκουσε, ρώτησε:

«Δεν θα ξυπνούσε, ακόμη κι αν προσπαθούσα να τη στραγγαλίσω;»

«Υποθέτω πως όχι».

«Θα ήταν κλασική περίπτωση διπλής αναγκαστικής αυτοκτονίας».

«Όταν αισθανθείτε πολύ δυστυχισμένος για να αυτοκτονήσετε μόνος σας, μη διστάσετε!»

«Κι όταν αισθάνεσαι πολύ δυστυχισμένος για να αυτοκτονήσεις;...»

«Αυτό θα πρέπει να συμβαίνει στους γέρους»
, είπε με απάθεια και πάλι η γυναίκα. «Μήπως ήπιατε πριν έρθετε; Λέτε περίεργα πράγματα!»

« Ήπια κάτι χειρότερο από αλκοόλ πριν έρθω!»



Αυτή τη φορά η γυναίκα δεν άντεξε να μην του ρίξει μια κρυφή ματιά, αλλά καθώς όλα αυτά ήταν χωρίς καμιά ιδιαίτερη σημασία, είπε:

«Η κοπέλα που θα ’χετε σήμερα είναι ζεστή. Ακριβώς ό,τι χρειάζεται για ένα τόσο κρύο βράδυ. Προσπαθήστε, λοιπόν, να ζεσταθείτε!» Έπειτα κατέβηκε στο ισόγειο.

Όταν ο Εγκουσί άνοιξε την πόρτα του κρυφού δωματίου τον υποδέχτηκε μια γλυκιά γυναικεία μυρωδιά, πιο έντονη από ό,τι συνήθως. Η κοπέλα κοιμόταν γυρισμένη από την άλλη μεριά. Η αναπνοή της ήταν βαριά, αλλά δεν μπορούσε να πει κανείς ότι ροχάλιζε. Φαινόταν γεροδεμένη. Τα πλούσια μαλλιά της πρέπει να ήταν ξανθοκόκκινα, αν και η ανταύγεια από το βυσσινί βελούδο δεν επέτρεπε στον Εγκουσί να σιγουρευτεί. Από τα σαρκώδη αυτιά της ως τον παχύ λαιμό της το δέρμα της έμοιαζε πραγματικά λευκό. Έδινε την εντύπωση ότι ήταν ζεστή, όπως του είχε πει η γυναίκα, αλλά το πρόσωπό της δεν ήταν κόκκινο από τη ζέστη.

 Όταν ο γέρος γλίστρησε πίσω της, έκανε «α» σαν να είχε κινηθεί από αντίδραση. Ζεστή ήτανε βέβαια, αλλά το δέρμα της ήταν γλιστερό, σχεδόν γλοιώδες. Το σώμα της μούσκευε από έναν ιδρώτα που μύριζε. Ο Εγκουσί έμεινε για λίγο ακίνητος με τα μάτια κλειστά. Ούτε κι η κοπέλα κουνιόταν. Κάτω από τους γοφούς τα κάλλη της ήταν πλούσια. Η θέρμη της μάλλον τον τύλιγε παρά τον διαπερνούσε.

Πριν από λίγο οικοδέσποινα είχε μιλήσει για «στραγγαλισμό». Αν όμως το θυμόταν κι αν ένας τέτοιος πειρασμός τον έκανε ν' ανατριχιάζει δεν έφταιγε αυτός, αλλά το δέρμα της κοπέλας. Τι μυρωδιά θα ανάδινε άραγε το σώμα της, αν τη στραγγάλιζε;

Ο Εγκουσί φαντάστηκε πόσο άσχημο θα ήταν το παρουσιαστικό της στο φως της μέρας όταν θα έστεκε όρθια ή θα περπατούσε και προσπάθησε να απαλλαγεί απ' αυτές τις απαίσιες σκέψεις. Αυτό τον ανακούφισε κάπως. Στο κάτω-κάτω τι τον ενδιέφερε αν το παρουσιαστικό της ήταν άχαρο; Τι τον ενδιέφερε αν είχε όμορφα πόδια, τι τον ενδιέφερε ένα γέρο εξήντα εφτά χρονών, εφόσον δεν ήταν παρά μια κοπέλα με την οποία θα περνούσε μόνο μια νύχτα, αν ήταν έξυπνη ή χαζή, αν είχαν φροντίσει για τη μόρφωσή της ή αν την είχαν παραμελήσει; Αυτή τη στιγμή τον ενδιέφερε μήπως τίποτε άλλο εκτός από το να χαϊδέψει το κορμί της με τα χέρια του; 

Έπειτα, η κοπέλα κοιμόταν. Αγνοούσε το γεγονός ότι αυτός που τη χάιδευε ήταν εκείνος, ο Εγκουσί, ένας μαραμένος γέρος. Κι αύριο θα εξακολουθούσε να το αγνοεί. Ήταν μήπως τίποτε άλλο εκτός από ένα παιχνίδι, ένα θύμα που του προσφερόταν; Ερχόταν μόνο για τέταρτη φορά σ’ αυτό το σπίτι, αλλά κάθε φορά τον κυρίευε το ίδιο συναίσθημα ολοένα και περισσότερο. Και ειδικά αυτή τη νύχτα είχε την εντύπωση ότι ένιωθε να παραλύει καθετί που είχε στην καρδιά του.

Άραγε η αποψινή κοπέλα ήταν εξασκημένη στις συνήθειες αυτού του σπιτιού; Είχε φτάσει στο σημείο να αδιαφορεί πλήρως για τους αξιολύπητους τους γέρους; Πάντως δεν αντιδρούσε με κανένα τρόπο στην επαφή του Εγκουσί. Η δύναμη της συνήθειας κάνει ανθρώπινο ακόμη και τον πιο απάνθρωπο κόσμο. Χιλιάδες διαφθορές κρύβονται μέσα στις σκιές αυτού του κόσμου. 

Μόνο που ο Εγκουσί διέφερε λιγάκι από τους γέρους που σύχναζαν σ ’ αυτό το σπίτι. Μπορούσε μάλιστα να πει ότι διέφερε τελείως. Ο γερο-Κίγκα που τον είχε συστήσει, έκανε λάθος πιστεύοντας πως κι ο Εγκουσί είχε φτάσει στο ίδιο σημείο μ' όλους τους άλλους, γιατί ο Εγκουσί δεν είχε χάσει ακόμη αυτό που κάνει τον άντρα. Έτσι, δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τελείως την πραγματική λύπη, τις χαρές, τη θλίψη αλλά ούτε και τη μοναξιά των γέρων που σύχναζαν σε αυτό το σπίτι. Για κείνον, δεν ήταν καθόλου απαραίτητο να κοιμάται με τέτοιο τρόπο η κοπέλα, ώστε να μην μπορεί να ξυπνήσει σε καμία περίπτωση.

Όταν είχε έρθει, ας πούμε, για δεύτερη φορά ήταν έτοιμος να παραβιάσει τους κανονισμούς αυτού του σπιτιού με κείνη την προκλητική κοπέλα, και μόνο η αιφνίδια αποκάλυψη ότι ήταν παρθένα, τον έκανε να συγκρατηθεί. Έπειτα απ’αυτό είχε ορκιστεί να σέβεται τους κανόνες του σπιτιού, ή μάλλον, την ηρεμία των κοριτσιών του σπιτού. Είχε ορκιστεί να μην παραβιάσει το μυστικό των γέρων. Τι μπορούσε όμως να σημαίνει το γεγονός ότι σ’ αυτό το σπίτι υπήρχαν μόνο παρθένες; Μήπως μ’ αυτό τον τρόπο εκπληρώνονταν οι μάλλον αξιολύπητες ευχές των γέρων; Ο Εγκουσί πίστευε ότι το καταλάβαινε αυτό, αλλά συγχρόνως του φαινόταν ηλίθιο.


Gustave Courbet, Femme nue couchée, 1862
_________________


Στο μεταξύ, η κοπέλα αυτή ήταν παράξενη. Ο γέρος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ανασηκώθηκε, ακούμπησε το στήθος του στον ώμο της και κοίταξε το πρόσωπό της. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν ακανόνιστα, όπως εξάλλου και το σώμα της. Κι όμως, αντίθετα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς, ήταν ανεπιτήδευτα. Η βάση της μύτης της πλατιά, χαμήλωσε στην άκρη. Τα μάγουλά της ήταν στρόγγυλα και μεγάλα. Τα μαλλιά της έπεφταν χαμηλά στο μέτωπό της σε τριγωνικό σχήμα. Τα κοντά της φρύδια ήταν πυκνά και συνηθισμένα.

«Είναι χαριτωμένη!» μουρμούρισε ο Εγκουσί και ακούμπησε το μάγουλό του στο δικό της. Το ένιωσε λείο. Κάτω από το βάρος του στον ώμο της το κορίτσι γύρισε ανάσκελα και ο Εγκουσί τραβήχτηκε.

Έμεινε για ένα λεπτό με τα μάτια κλειστά. Ένας από τους λόγους ήταν η υπερβολικά έντονη μυρωδιά της κοπέλας. Λένε ότι τίποτα δεν μπορεί να ξυπνήσει αναμνήσεις καλύτερα από ό,τι οι μυρωδιές, αλλά η μυρωδιά αυτού του κοριτσιού ήταν πάρα πολύ γλυκιά και βαριά. Το μόνο που μπορούσε να ξυπνήσει μέσα του ήταν η ανάμνηση από τη μυρωδιά ενός βρέφους. Βέβαια οι δυο μυρωδιές διέφεραν τελείως, αλλά μήπως δεν αποτελούσαν, κατά κάποιο τρόπο, τις θεμελιώδεις μυρωδιές του ανθρώπινου είδους; Πάντα υπήρχαν γέροι που έψαχναν να φτιάξουν από τη μυρωδιά που αναδίνουν τα μικρά κορίτσια, ένα φάρμακο νεότητας και μακροζωίας, κι ο Εγκουσί αναρωτιόταν μήπως η μυρωδιά της κοπέλας ήταν ακριβώς ένα τέτοιο άρωμα. 

Αν έφτανε στο σημείο να παραβιάσει τους κανονισμούς του σπιτιού, εξαιτίας της, η μυρωδιά της θα γινόταν απαίσια και ενοχλητική. Μήπως, όμως, αυτό σήμαινε ότι ήταν ήδη πολύ γέρος; Μήπως άραγε μια έντονη μυρωδιά, όπως η μυρωδιά αυτής της κοπέλας, ή ακόμη κι αυτή ακριβώς η ενοχλητική μυρωδιά, δεν υπήρχαν από την αρχή της γέννησης του ανθρώπου; 

Το κορίτσι του έδωσε την εντύπωση ότι θα έπρεπε να συλλαμβάνει εύκολα. Όσο βαθιά και να κοιμόταν, οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού της δεν διακόπτονταν, και κάποια ώρα την επομένη το πρωί θα ξυπνούσε. Αν υπήρχε περίπτωση να συλλάβει, αυτό θα γινόταν εν αγνοία της. Τι θα γινόταν άραγε αν, στα εξήντα επτά του χρόνια, ο γέρο-Εγκουσί άφηνε πίσω του ένα παιδί που είχε συλληφθεί μ’ αυτό τον τρόπο; Φαίνεται ότι αυτό που οδηγεί τον άντρα στον «κόσμο των δαιμόνων» είναι το κορμί της γυναίκας.

Κι όμως αυτή η κοπέλα δεν μπορούσε να αντισταθεί σε τίποτα. Της είχαν στερήσει αυτή τη δυνατότητα για χάρη των πελατών της, αυτών των αξιολύπητων γέρων.

Ηταν ολόγυμνη και δεν θα ξυπνούσε σε καμία περίπτωση. Ο Εγκουσί αισθάνθηκε απαίσια, λες και του είχε έρθει αναγούλα, και άκουσε έκπληκτος τον εαυτό του να μουρμουρίζει: «Για τον γέρο είναι ο θάνατος, για τον νέο ο έρωτας, ο θάνατος είναι για μια φορά, ο έρωτας, δεν ξέρω πόσες!». Είχε εκπλαγεί αλλά τον ανακούφιζε κιόλας αυτή η σκέψη. Δεν ήταν στη φύση του να είναι σε τέτοιο βαθμό στομφώδης. [...]

Άραγε κι αυτή παρθένα είναι, αναρωτήθηκε ο Εγκουσί. Είχε τις αμφιβολίες του για την κοπέλα με την οποία είχε περάσει τη δεύτερη βραδιά σ’ αυτό το σπίτι, αλλά έπειτα, τρομαγμένος από την ίδια του την αθλιότητα, το είχε μετανιώσει κι έτσι δεν είχε διάθεση να το εξακριβώσει. Τι σημασία θα μπορούσε να έχει για αυτόν, είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση; Έστω ότι είχε, όταν όμως σκέφτηκε ότι δεν του ήταν απαραίτητα αδιάφορο κάτι τέτοιο, του φάνηκε ότι άκουσε μέσα του μια φωνή που τον κορόιδευε:

«Εσύ που με γελοιοποιείς, μήπως είσαι ο διάβολος;»

«Ο διάβολος, είπες; Δεν είναι τόσο απλό. Δεν θα μπορούσε να είναι απλά ένας εμφατικός τρόπος για να σου παρουσιάσω τη συναισθηματικότητα και τις σκέψεις σου, που πρόκειται να καταστρέψει ο θάνατος;»

«Μα όχι, εγώ προσπαθώ μόνο να εξετάσω τα πράματα παίρνοντας το μέρος των γέρων που είναι σε χειρότερη κατάσταση από εμένα».

«Άστα αυτά! Μα τι λες τώρα, διεφθαρμένε; Γιατί είναι διεφθαρμένος όποιος ρίχνει τις ευθύνες του στους άλλους».

«Διεφθαρμένος είπες; Έστω! Αν όμως μια παρθένα είναι αγνή, γιατί να μην είναι και μια κοπέλα που δεν είναι παρθένα; Δεν έρχομαι σ' αυτό το σπίτι για να βρω παρθένες!»


«Είναι γιατί αγνοείς ακόμη τις επιθυμίες ενός γέρου πραγματικά παραλυμένου. Μην ξανάρθεις ποτέ εδώ! Αν υπήρχε περίπτωση —συμφωνώ ότι είναι σχεδόν απίθανο να συμβεί— αλλά αν άνοιγε η κοπέλα τα μάτια της μέσα στη νύχτα, νομίζεις ότι ο γέρος θα αισθανόταν καμιά ντροπή;»


Να, λοιπόν ποιες ήταν οι ιδέες που έρχονταν στο μυαλό του Εγκουσί, σαν ένα είδος διαλόγου με τον εαυτό του. Δεν είχαν βέβαια καμιά σχέση με το γεγονός ότι κοίμιζαν πάντα τις παρθένες. Ήταν μόνο η τέταρτη φορά που ερχόταν σ’ αυτό το σπίτι, τον σκανδάλιζε όμως το γεγονός ότι υπήρχαν μόνο παρθένες εδώ. Ήταν άραγε αυτό που πραγματικά εύχονταν, αυτό που επιθυμούσαν οι γέροι;

«Κι αν άνοιγε τα μάτια της;» Αυτή η ιδέα, που του ήρθε εκείνη τη στιγμή στο μυαλό, τον έθελγε τρομερά. Τι είδους σοκ θα έπρεπε άραγε να της προκαλέσει για να ανοίξει τα μάτια της, έστω και ασυναίσθητα; Ίσως αν της έκοβε κάποιος το ένα χέρι, ή αν της έμπηγαν ένα μαχαίρι στο στήθος ή στην κοιλιά, να μην μπορούσε πια να κοιμηθεί για πολύ.
«Έχω γίνει αρκετά κακός!» μουρμούρισε ο Εγκουσί για τον εαυτό του.

Σε λίγα χρόνια θα τον περίμενε σίγουρα κι αυτόν η ίδια ανικανότητα που κατείχε τους γέρους, οι οποίοι έρχονταν σε αυτό το σπίτι. Διάφορες φρικιαστικές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του: «Κατάστρεψε αυτό το σπίτι, κατάστρεψε την ίδια σου τη ζωή!» Η αιτία για αυτές τις σκέψεις του θα πρέπει να ήταν κάποιο είδος οικειότητας με την κοπέλα που κοιμόταν σήμερα πλάι του, η οποία δεν είχε αυτό που λέμε κλασική ομορφιά, αλλά ήταν μια ωραία κοπέλα που του έδειχνε το μεγάλο και άσπρο στήθος της. Ή μάλλον, θα πρέπει να ήταν το αντίστροφο φαινόμενο του αισθήματος της συντριβής. Σε μια ζωή που αποτελείται από δισταγμούς, υπάρχει και ένα μέρος συντριβής.


Charles Blackman, Sleeping Beauty
______________ 

«Ένα παιχνίδι που έχει τις διαστάσεις μονολόγου»

Εύκολα θα υπέθετε κάποιος ότι η ιστορία αυτού του βιβλίου, είναι συνυφασμένη με το βαθύτερο ρου της ψυχικών λειτουργιών του Ιάπωνα συγγραφέα. Φαίνεται ότι ο Καβαμπάτα μόλις έκλεισε τα εξήντα, και στα πρόθυρα του γήρατος, ασυνείδητα πρόβαλε σε αυτό το κείμενο το ερωτικό πάθος και την ορμή που είχε μέχρι τότε, και το οποίο έβλεπε ότι αρχίζει σταδιακά να καταστέλλεται. Σε μια συνομιλία με τον πιο απαιτητικό αναγνώστη του, τον Γιούκιο Μισίμα το 1962, ο Καβαμπάτα είπε ότι έγραψε «Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» χωρίς τη διαμόρφωση προηγουμένως κάποιου ιδιαίτερου σχεδίου, και ομολόγησε ότι δεν του άρεσε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Μια «Ωραία Κοιμωμένη» δεν παύει να είναι ένα όμορφο πτώμα, μας θυμίζει ο Μισίμα, ο οποίος εξήρε το βιβλίο σε ένα επίλογο κάπου τεσσάρων σελίδων, ως παρακμιακό αριστούργημα: «...η κάθε κοιμισμένη κοπέλα δε λειτουργεί πάρα μόνο σαν απόσπασμα του πραγματικού της εαυτού, δηλαδή μόνο ως σάρκα, προκαλώντας έτσι τον πόθο στην μεγαλύτερή του ένταση. Παραδόξως ένα όμορφο πτώμα, από το οποίο απουσιάζει και το τελευταίο ίχνος πνεύματος, ξυπνάει τα δυνατότερα αισθήματα για τη ζωή.» Από το νεανικό δέρμα των κοιμισμένων κοριτσιών, που παρίστανται μόνο ως σάρκα, εκπορεύεται ένας ερωτισμός, ερήμην τους. Πρόκειται για ένα σαρκικό παιχνίδι που έχει τις διαστάσεις ενός μονολόγου, δεν είναι παρά μια παράσταση που δίνουμε για μας.


Pablo Picasso, Nue dormante, 1904
________________


Και αθώα και κοιμωμένη...

Είτε μιλάμε για τους ακίνδυνους πελάτες του Πανδοχείου, είτε για όσους επιδίδονται σε περιστασιακές ερωτικές συνευρέσεις - σεξ χωρίς έρωτα, συναίσθημα, σχέση - η «όμορφη κοιμωμένη», αθώα, ανυπεράσπιστη και ευάλωτη, μοιάζει στα μάτια των ανδρών, πιο εύκολα διαχειρίσιμη από μια δυναμική, ανεξάρτητη, αυτάρκη γυναίκα.

Μια γυναίκα βυθισμένη στον ύπνο, που δεν μιλάει για τίποτα, που δεν αντιδρά σε τίποτα, που δεν ακούει τίποτα, ενώ γεννάει την ψευδαίσθηση ότι πρόθυμα και αδιαμαρτύρητα ακούει και συμφωνεί στα πάντα, είναι κάποτε μια βολική, «ασφαλής» επιλογή για όσους δυσκολεύονται να σχετιστούν με μια «αφυπνισμένη», «ζώσα» θηλυκή ύπαρξη.

Αρχαίοι μύθοι, παραμύθια, μυθιστορήματα και ολόκληρη η βιομηχανία ταινιών, ιδιαίτερα, στο Hollywood, επιβεβαιώνουν ότι ένα όμορφο, άπειρο, αθώο, χωρίς προηγούμενες εμπειρίες κορίτσι, αποτελεί μια από τις κυρίαρχες ανδρικές φαντασιώσεις. Στην πραγματικότητα πρόκειται για «σενάριο» ριζωμένο βαθιά στην αντρική ανασφάλεια γύρω από το σεξ και τη σεξουαλικότητα και έχει τις ρίζες του σε πατριαρχικές ιδέες για τη γυναίκεια αγνότητα και παρθενία.

Ακριβώς αυτή η ανισορροπία μεταξύ ενός σοφότερου, έμπειρου άντρα και μίας αθώας, άπειρης κοπέλας, το κάνει να έχει την απόλυτη δυναμική μεταξύ δασκάλου - μαθήτριας. Από τη μια μεριά δεν υπάρχει η πιθανότητα να συγκριθεί ο ήρωας με άλλους άντρες, οπότε ο φόβος της κριτικής και της απόρριψης παραμένει μηδενικός.

Ταυτόχρονα, ο «πιο έξυπνος, υπέροχος άντρας σε όλον τον πλανήτη» - σημειωτέον ότι ο θαρραλέος πρίγκηπας δεν διαθέτει κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, φτάνει μόνο που είναι άντρας - θα προστατεύσει και εν τέλει θα διασώσει την αγνή, αβοήθητη νεαρά από τον κίνδυνο που διατρέχει. Εκείνη, κοιμισμένη, υπάκουη και εξαρτημένη, ώστε να αξίζει τη σωτηρία, θα ξυπνήσει από την κατάρα του «αιώνιου ύπνου», για να βρει προστασία και θαλπωρή στο γάμο-κουκούλι που θα της προσφέρει ο υπερήρωας αρσενικός.


Walter Crane, Sleeping Beauty, 1905
______________


Τα κοιμισμένα κορίτσια σε ρόλο ψυχαναλυτή

Παρά το γεγονός ότι «τα κοιμισμένα κορίτσια» προσφέρονται στους πελάτες τους ως έκφραση φιλοξενίας, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, δεν δίνουν κάτι το χειροπιαστό στους άντρες· δεν μπορούν να ανταποκριθούν άμεσα στις απαιτήσεις τους, δεν μπορούν να μιλήσουν ή ακόμα και να τα δει κάποιος ευθέως, πρόσωπο με πρόσωπο. Παρ’ όλα αυτά, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, στην όλη κατάσταση εμπλέκεται ένα σημαντικό δώρο το οποίο αντανακλά και την ουσία της ψυχανάλυσης, και το οποίο κάποιος θα το περιέγραφε και θα το καθόριζε ως παροχή ζεστής φιλοξενίας.

Συνεχίζοντας τον ύπνο, ενώ προσφέρουν τα σώματά τους, οι κοπέλες δελεάζουν επανειλημμένως τους ηλικιωμένους άντρες στο σπίτι τους, όπου συναντούν τα απορρίμματα από μνήμες του παρελθόντος και κολυμπούν σε μια θάλασσα από εικόνες. Αυτή η συναλλαγή που δεν αποτελεί συναλλαγή μεταξύ των κοριτσιών και των γερόντων, είναι σύμφωνη με τη σχέση μεταξύ ψυχαναλυτή και ασθενούς.

Ο σιωπηλός ψυχαναλυτής ανοίγει ένα δυναμικό χώρο για τον ασθενή του έτσι ώστε εκείνος να μπορεί με άνεση να περιπλανηθεί πέρα δώθε, ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Κυριευμένος από την ανυπομονησία, όπως και την απογοήτευση που προκαλείται από τα χάδια τα οποία ουσιαστικά δεν οδηγούν πουθενά, ο Εγκουσί χτυπάει την πόρτα του σπιτιού εκείνου όσες φορές θέλει, ακριβώς όπως ο ασθενής κάνει επανειλημμένες επισκέψεις στο γραφείο του ψυχαναλυτή του.

Η πύλη του σπιτιού πάντοτε ανοίγει και κλείνει μόνο από την κυρία. Η κυρία μπορεί έτσι να θεωρηθεί ότι συμμετέχει στη φιλοξενία, παίζει δηλαδή το ρόλο του ψυχαναλυτή. Κι όταν ξεμπλέκει με το πτώμα του πεθαμένου κοριτσιού και το απομακρύνει, απευθύνεται στον Εγκουσί λέγοντας: «Σας παρακαλώ. Δεν χρειάζεται να ενοχλείστε. Γυρίστε στο κρεβάτι. Υπάρχει και η άλλη κοπέλα».

Τα άκρως απορριπτικά λόγια της κυρίας, αφήνουν όχι μόνο τον Εγκουσί, αλλά και τον αναγνώστη εμβρόντητο και είναι μάλλον χαρακτηριστικό τέλος των μυθιστορημάτων του Καβαμπάτα. Ένας ψυχαναλυτής δεν είναι αυτός που δίνει ερμηνείες, αλλά αυτός που προσλαμβάνει. Για αυτή την πρόσληψη ωστόσο, ο ψυχαναλυτής δεν μπορεί να πάρει παθητική στάση απέναντι στο επίμαχο θέμα της επικοινωνίας του ασθενούς. Αντίθετα, πρέπει να ακούσει τα αποτυχημένα λόγια του ασθενούς μέσω ενός πλαισίου σιωπηρής θεωρίας. Πρέπει να παίξει το ρόλο τόσο των κοριτσιών, όσο και της κυρίας τους σπιτιού. Όταν ο Εγκουσί μπαίνει στο σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών, πέφτει σε ενέδρα με την επιστροφή ενός χαμένου αντικειμένου στο όνειρό του. Ωστόσο, αυτή η συνάντηση λαμβάνει χώρα μόνο και μόνο για να χαθεί το αντικείμενο και πάλι. Στο κέντρο όλης της φιλοξενίας βρίσκεται κάτι αναπόφευκτο που αρνείται τη φιλοξενία.



Katsushika Hokusai
______________

Από τον Καβαμπάτα στον Μάρκες

Ο Γ
καμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έλεγε ότι, προτού γνωρίσει τον Καβαμπάτα, το μόνο που ήξερε για τους Ιάπωνες συγγραφείς ήταν ότι τελειώνουν τη ζωή τους με μια αυτοκτονία. Ο Μάρκες χρησιμοποίησε το μυθιστόρημα του Ιάπωνα συγγραφέα με τον ίδιο τρόπο που ο Μπετόβεν έκανε χρήση κάποιων μοτίβων του Μότσαρτ για να συνθέσει την 5η Συμφωνία: ως αφετηρία. 

Στις «Θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου», που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2004, ο Κολομβιανός παραμυθάς, αναφέρεται, ήδη από την προμετωπίδα, στο «Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» του Γιασουνάρι Καβαμπάτα. 

Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο Μάρκες  έρχεται να κλείσει τον κύκλο, που άνοιξε το 1967 με τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιά» της Λατινικής Αμερικής. Από τη συλλογική μοναξιά μιας ολόκληρης ηπείρου, θα μας φέρει εδώ αντιμέτωπους με την ιδιωτική μοναξιά του ενός. 
Στο τολμηρό και με τον επίσης τολμηρό τίτλο βιβίο του, πρωταγωνιστεί ένας άντρας που την παραμονή των ενενηκοστών γενεθλίων του αποφασίζει να περάσει «μια νύχτα τρελού έρωτα με μια έφηβη παρθένα». Ο χαρακτήρας, το όνομα του οποίου δε μαθαίνουμε ποτέ, καυχιέται πως είχε εκατοντάδες ερωμένες, παρότι δηλώνει πως «δεν πλάγιασε ποτέ με καμιά γυναίκα δίχως να την πληρώσει και τις λίγες που δεν ήταν του επαγγέλματος τις έπειθε με τη λογική ή με το ζόρι να δεχτούν τα χρήματα ακόμα κι αν τα πετούσαν έπειτα στα σκουπίδια». Πρόκειται απλά για τον κομπασμό ενός αρσενικού, ή μήπως για την εξομολόγηση ενός ανθρώπου κυριευμένου από την ανασφάλεια; 

Ο «θλιμμένος σοφός», που κερδίζει το ψωμί του αρθρογραφώντας στην εφημερίδα της γενέθλιας πόλης του, κυριεύεται στην τελική ευθεία της  ζωής του από το φόβο, τον ίδιο φόβο που φέρνει τον 67χρονο Εγκουσί, τον ήρωα του Καβαμπάτα, στο σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών. Ο ίδιος ομολογεί πως ενενήντα ολόκληρα χρόνια προσπαθούσε ν’ απαλύνει τη μοναξιά του, γιατί «το σεξ είναι η παρηγοριά που έχει κανείς όταν δεν υπάρχει έρωτας»

Η μοναδική διαθέσιμη παρθένα στο «μαγαζί της Ρόζα Καμπάρκας» είναι ένα κορίτσι δεκατεσσάρων ετών. Μπαίνοντας στο ανύπαρκτης αισθητικής δωμάτιο του μπορντέλου, ο ηλικιωμένος άντρας βλέπει τη γυμνή και εντελώς κοιμισμένη κοπέλα. Ανήμπορος να την ξυπνήσει, αρχίζει να εξερευνά το κορμί της σπιθαμή προς σπιθαμή και να της τραγουδά στο αυτί: «Άγγελοι τριγυρίζουν της Ντελγαδίνα το κλινάρι», μέχρι να τον πάρει ο ύπνος πλάι της ως τα χαράματα, χωρίς τίποτα να συμβεί, παρόλο που δεν ανήκει στην κατηγορία των  «ακίνδυνων πελατών», που συχνάζουν στο «Σπίτι με τα κοιμισμένα κορίτσια του Καβαμπάτα». Όπως και ο Εγκουσί, ο ενενηντάχρονος άντρας δεν είναι ερωτικά ανίκανος. 


Zinaida Serebriakova, Sleeping girl in the blue (Katyusha on a blanket), 1923
_______________


«Η ηδονή να παρατηρώ το σώμα μιας κοιμισμένης γυναίκας...»

«Ξύπνησα τα χαράματα και δε θυμόμουν πού βρισκόμουν. Η μικρή εξακολουθούσε να κοιμάται με την πλάτη προς εμένα στην εμβρυακή στάση. [...] Ήταν κάτι το καινούριο για μένα. Αγνοούσα τα τεχνάσματα της αποπλάνησης και πάντα διάλεγα στην τύχη τις συντρόφισσες της μιας νύχτας, περισσότερο για την τιμή παρά για τα θέλγητρά τους, και κάναμε έρωτα χωρίς έρωτα, μισοντυμένοι τις περισσότερες φορές και πάντα στο σκοτάδι, για να φανταζόμαστε τους εαυτούς μας καλύτερους. Εκείνη τη νύχτα ανακάλυψα την απίθανη ηδονή να παρατηρώ το σώμα μιας κοιμισμένης γυναίκας χωρίς τις βιασύνες του πόθου ή τις αναστολές της ντροπής.

Σηκώθηκα στις πέντε, έκανα την κένωσή μου με ακρίβεια κι όταν τράβηξα την αλυσίδα του νερού, ένιωσα πως όλες οι κακίες του παρελθόντος έφευγαν στους υπονόμους. Όταν επέστρεψα φρέσκος και ντυμένος στην κρεβατοκάμαρα, η μικρή κοιμόταν ανάσκελα στο συμφιλιωτικό φως της αυγής, λοξά από τη μια άκρη του κρεβατιού μέχρι την άλλη, με τα μπράτσα ανοιχτά σε σχήμα σταυρού και απόλυτη κυρία της παρθενιάς της. «Ο Θεός να σου τη φυλάει», της είπα. Έβαλα πάνω στο μαξιλάρι της όλα τα λεφτά που μου απόμεναν, τα δικά της και τα δικά μου, και την αποχαιρέτισα για πάντα μ’ ένα φιλί στο μέτωπο. Το σπίτι, όπως κάθε μπορντέλο το ξημέρωμα, ήταν ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στον παράδεισο.»
Pablo Picasso, Sleeping woman (Meditation), 1904 
___________________

«Ξάπλωνα δίπλα της και τη γνώριζα σπιθαμή προς σπιθαμή...»

Το «για πάντα» όμως είναι μεγάλη κουβέντα κι ο μοναχικός γερο-δάσκαλος, «απαλλαγμένος για πρώτη φορά «από μια σκλαβιά που τον κρατούσε υποταγμένο από τα δεκατρία του», θα επιστρέψει στην κοιμισμένη Ντελγαδίνα, για να την νανουρίσει και να κοιμηθεί για δεύτερη φορά στο πλάι της, χωρίς τίποτα να συμβεί: 

«Η Ρόζα Καμπάρκας με είχε συμβουλέψει να της φερθώ προσεκτικά, γιατί φοβόταν ακόμα από την πρώτη φορά. Πράγματι, πιστεύω πως η ίδια η σοβαρότητα της ιεροτελεστίας είχε εντείνει το φόβο της κι είχαν αναγκαστεί να της αυξήσουν τη δόση της βαλεριάνας, γιατί κοιμόταν του καλού καιρού και ήταν κρίμα να την ξυπνήσω δίχως νανουρίσματα.
 Έτσι, άρχισα να τη στεγνώνω με την πετσέτα ενώ της τραγουδούσα ψιθυριστά το τραγούδι της Ντελγαδίνα, της μικρότερης κόρης του βασιλιά, της πολυαγαπημένης του πατέρα της. Όσο τη σκούπιζα αυτή μου γύριζε τις ιδρωμένες πλευρές της στο ρυθμό του τραγουδιού μου: «Ντελγαδίνα, Ντελγαδίνα, εσύ θα γίνεις η καλή μου αγαπημένη».

 Ήταν μια ατέλειωτη ηδονή, καθώς ίδρωνε από τη μια πλευρά μόλις τη στέγνωνα από την άλλη, για να μην τελειώσει ποτέ το τραγούδι. «Σήκω πάνω, Ντελγαδίνα, βάλε τη μεταξωτή σου φούστα», της τραγουδούσα στο αφτί. Στο τέλος, όταν οι υπηρέτες του βασιλιά τη βρίσκουν πεθαμένη από τη δίψα στο κρεβάτι της, μου φάνηκε πως η μικρή μου ήταν έτοιμη να ξυπνήσει για ν’ακούσει το όνομα. Κι ήταν πράγματι αυτή η ίδια: η Ντελγαδίνα.
Φόρεσα το μποξεράκι με τα σταμπωτά φιλιά και ξαπλωσα στο κρεβάτι κοντά της. Κοιμήθηκα μέχρι τις πέντε νανουρισμένος από την ήρεμη ανάσα της.» 

Οι νυχτερινές επισκέψεις θα συνεχιστούν και μια καινούρια ζωή θ’ αρχίσει για τον ήρωα, «σε μια ηλικία που η πλειονότητα των θνητών είναι πεθαμένοι». Κι όσο εκείνη κοιμάται αυτός ξυπνάει σταδιακά από τον δικό του «ύπνο», στον οποίο ήταν βυθισμένος μέχρι εκείνη τη σημαδιακή παραμονή των γενεθλίων του: Η Ντελγαδίνα ζει μαζί του, γεμίζει τις αναμνήσεις του με στιγμές που δεν συνέβησαν ποτέ κι όλο αυτό δεν είναι παραίσθηση, αλλά «ένα ακόμα θαύμα του πρώτου έρωτα της ζωής του στα ενενήντα.» 

«Ξάπλωσα δίπλα της και τη γνώρισα ξανά σπιθαμή προς σπιθαμή. Ήταν αυτή που τριγυρνούσε στο σπίτι μου: τα ίδια χέρια που με αναγνώριζαν με την αφή μες στο σκοτάδι, τα ίδια πόδια με τις απαλές πατημασιές που μπερδεύονταν μ’ εκείνες του γάτου, η ίδια μυρωδιά του ιδρώτα στα σεντόνια μου, το δάχτυλο της δαχτυλήθρας. Απίστευτο: βλέποντάς την και αγγίζοντάς τη με σάρκα και οστά, μου φαινόταν λιγότερο αληθινή απ’ ό,τι στις αναμνήσεις μου. [...]

Δεν είχε αλλάξει στάση όταν έκλεισα το φως, στη μία το πρωί, και η αναπνοή της ήταν τόσο ανεπαίσθητη, ώστε πήρα το σφυγμό της για να δω αν ήταν ζωντανή. Το αίμα κυκλοφορούσε στις φλέβες της με τη ροή ενός τραγουδιού που διακλαδιζόταν μέχρι τις πιο απόκρυφες περιοχές του κορμιού της κι επέστρεφε στην καρδιά εξαγνισμένο από τον έρωτα.»


Mari Garnica, Memorias de mi puta Triste
___________


Η Ωραία Κοιμωμένη «εκπαιδεύεται»

Τρελός από έρωτα για την «Ωραία Κοιμωμένη» του, ανακαλύπτει τον εαυτό του ξανά από την αρχή, οργανώνει την καθημερινότητα, το σπίτι, τη βιβλιοθήκη του, βυθίζεται στη ρομαντική λογοτεχνία που είχε αποκηρύξει, όταν η μητέρα του θέλησε να του την επιβάλει με το ζόρι και ασυνείδητα άλλαξε το πνεύμα των κυριακάτικων άρθρων του, που πήραν τη μορφή ερωτικών επιστολών, ενθουσιάζοντας το κοινό της εφημερίδας. 

Κι όσο ο ερωτευμένος ήρωας μετατρέπει το άδειο δωμάτιο των θλιβερών ερώτων σε σπίτι «ικανοποιητικό για μια πιο μόνιμη ευτυχία», η Ντελγαδίνα «εκπαιδεύεται». Μαθαίνει να κοιμάται με τα κουαρτέτα του Μότσαρτ ή τα μπολερό της μόδας, που παίζει το ραδιόφωνο, να αντιδρά στα χάδια,στα φιλιά του, στον τόνο της φωνής του, με τη φυσική γλώσσα του σώματος και μόνο. Όταν όμως κάποιο βράδυ ακούσει τη φωνή της «εκπαιδευμένης» κοιμώμενης  να «απαντά»  στις ιστορίες που της διαβάζει, αναστατώνεται με την πιθανότητα ενός διαλόγου· είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι την προτιμά κοιμισμένη.

«Το βράδυ των γενεθλίων της Ντελγαδίνα τής τραγούδησα ολόκληρο το τραγούδι για τα χρόνια πολλά και τη φίλησα απ’ την κορφή ως τα νύχια ώσπου έμεινα ξέπνοος: τη σπονδυλική στήλη, τον ένα σπόνδυλο μετά τον άλλο, μέχρι τους νωθρούς γλουτούς, το πλευρό με την ελιά, το άλλο με την ακατάβλητη καρδιά. Όσο τη φιλούσα τόσο μεγάλωνε η θέρμη του κορμιού της και ανέδινε μια μυρωδιά άγριου ζώου. Αυτή μου απαντούσε με νέα τρεμουλιάσματα σε κάθε εκατοστό της επιδερμίδας της και στο καθένα συναντούσα διαφορετική θερμοκρασία, ιδιαίτερη γεύση, ένα νέο βογκητό κι ολόκληρη αντηχούσε από μέσα της σαν άρπα, με τις ρώγες της να λουλουδιάζουν χωρίς να τις αγγίζω.» 


«Memoria de mis putas tristes», 2011. Από την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Μάρκες σε σκηνοθεσία του Δανού Henning Carlsen. Στο ρόλο του ερωτευμένου γεροντοπαλίκαρου ο Emilio Echevarría
________________


«Αρχές του νέου χρόνου αρχίσαμε να γνωριζόμαστε σαν να ζούσαμε και ξύπνιοι μαζί, γιατί εγώ είχα βρει έναν πιο ήπιο τόνο φωνής που αυτή άκουγε στον ύπνο της και μου απαντούσε με τη φυσική γλώσσα του σώματος. Η ψυχική της κατάσταση ήταν εμφανής από τον τρόπο που κοιμόταν. Από εξαντλημένο αγριμάκι που ήταν στην αρχή είχε βρει σταδιακά μια εσωτερική γαλήνη που της ομόρφαινε το πρόσωπο και πλούταινε τον ύπνο της. Της διηγιόμουν τη ζωή μου, της διάβαζα στο αφτί τα προσχέδια των κυριακάτικων άρθρων μου, στα οποία βρισκόταν συγκαλυμμένα αυτή και μόνο αυτή.

Εκείνη την εποχή της άφησα στο μαξιλάρι κάτι κρεμαστούς κρίκους με σμαράγδια που ήταν της μητέρας μου. Τους φόρεσε στην επόμενη συνάντησή μας και δεν της πήγαιναν. Της άφησα αργότερα κάτι σκουλαρίκια πιο κατάλληλα για το χρώμα του δέρματός της. Της εξήγησα: «Τα πρώτα που σου έφερα δεν ταίριαζαν με τον τύπο σου και το κούρεμά σου. Αυτά θα σου πηγαίνουν καλύτερα». Δε φόρεσε κανένα στις δύο επόμενες συναντήσεις μας, αλλά την τρίτη έβαλε αυτά που της είχα υποδείξει. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως δεν υπάκουε στις διαταγές μου παρά περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να μ' ευχαριστήσει. «Εκείνες τις μέρες ένιωσα τόσο εξοικειωμένος μ’ εκείνο το είδος οικογενειακής ζωής, που δε συνέχισα να κοιμάμαι γυμνός, παρά πήρα από το σπίτι τις πιτζάμες μου από κινέζικο μετάξι, τις οποίες δε φορούσα γιατί δεν είχα ποιον να μου τις βγάλει.

Άρχισα να της διαβάζω το Μικρό Πρίγκιπα του Σεντ Εξιπερί, ενός Γάλλου συγγραφέα που όλος ο κόσμος θαυμάζει περισσότερο από τους Γάλλους. Ήταν ο πρώτος που τη διασκέδασε χωρίς να την ξυπνήσει, μέχρι του σημείου που αναγκάστηκα να πάω δύο μέρες συνέχεια για να τελειώσω το διάβασμα. Συνεχίσαμε με τα Παραμύθια του Περό, τη Ζωή του Χριστού και τις Χίλιες και Μία Νύχτες σε μια απολυμασμένη εκδοχή για παιδιά κι από τις διαφορετικές αντιδράσεις της κατάλαβα πως ο ύπνος της είχε διαφορετικούς βαθμούς βάθους ανάλογα με το ενδιαφέρον της για τα βιβλία που διάβαζα. Όταν ένιωθα πως είχε πιάσει πάτο, έσβηνα το φως και κοιμόμουν κρατώντας την αγκαλιά μέχρι που λαλούσαν τα κοκόρια.

Ένιωθα τόσο ευτυχισμένος, που φιλούσα τα βλέφαρά της πολύ απαλά, και μια νύχτα συνέβη κάτι σαν αστραπή στον ουρανό: χαμογέλασε για πρώτη φορά. Αργότερα, χωρίς κανένα λόγο, στριφογύρισε στο κρεβάτι, μου γύρισε την πλάτη και είπε στενοχωρημένα: «Ήταν η Ιζαμπέλ αυτή που έκανε τα σαλιγκάρια να κλαίνε». Αναστατωμένος με την πιθανότητα ενός διαλόγου, τη ρώτησα στον ίδιο τόνο: «Ποιανού ήταν;» Δεν απάντησε. Η φωνή της είχε μια λαϊκή χροιά, σαν να μην ήταν δική της, αλλά κάποιου ξένου που βρισκόταν μέσα της. Κάθε σκιά αμφιβολίας εξαφανίστηκε τότε από την ψυχή μου: την προτιμούσα κοιμισμένη.»

Ο έρωτας για το κοιμισμένο κορίτσι θα τον οδηγήσει σε μια έκρηξη ζηλοτυπίας και μόνο στη σκέψη ότι η Ρόζα Καμπάρκας «πούλησε την παρθενιά της μικρής σε κάποιον από τους κραταιούς», για να ξελασπώσει η ίδια. Όμως «η ζήλια δεν ξέρει πάντα περισσότερα από την αλήθεια» κι ο ερωτευμένος δάσκαλος θα γυρίσει μετά από μήνες, ντροπιασμένος, για ν’ αρχίσει άλλη μια φορά από την αρχή: 

«Επέστρεψα ντροπιασμένος και τη φίλησα σπιθαμή προς σπιθαμή, σε ένδειξη μετάνοιας, από τις δώδεκα τη νύχτα μέχρι που λάλησαν τα κοκόρια. Μια πολύωρη συγνώμη που υποσχέθηκα στον εαυτό μου να συνεχίσω να επαναλαμβάνω για πάντα κι ήταν σαν να άρχιζα άλλη μια φορά από την αρχή.»


Zinaida Serebriakova, Sleeping nude, 1941
______________


«Αυτή ηταν επιτέλους η πραγματική ζωή...»

Ένα χρόνο ακριβώς μετά τα σημαδιακά γενέθλια των ενενήντα, ο φόβος του θανάτου επανέρχεται δριμύτερος· αν και ο ηλικιωμένος ήρωας  δεν κατορθώνει να εκμαιεύσει «κάποια τρομαχτική καταδίκη» από το στόμα του γιατρού μετά την λεπτομερέστατη εξέταση στην οποία τον υποβάλλει, νιώθει απειλητικά τα προμηνύματα του τέλους και καταφεύγει και πάλι στην κοιμισμένη Ντελγαδίνα. Στο δηλητήριο του θανάτου,ο έρωτας ήταν, είναι και θα είναι το μοναδικό αντίδοτο. Ίσως, όπως και μερικοί από τους απόμαχους γέρους του Καβαμπάτα, να ευχόταν κι αυτός να βυθιστεί «σ’ έναν αιώνιο ύπνο στο πλευρό μιας κοπέλας που κοιμόταν».

Ο ερωτισμός για τον Καβαμπάτα, όμως, δεν αξιώνεται ως κατάληξη την ολοκλήρωση· η  επιθυμία για τις «ζωντανές κούκλες» του Πανδοχείου δεν είναι μόνο ανέφιχτη  και λειψή αλλά στηρίζεται στο ψέμα και την υποκρισία. Σπρωγμένοι ή κυνηγημένοι από την μοναξιά, οι γέροι — οι ανίκανοι να φερθούν σαν πραγματικοί άντρες— αφήνονται να αυταπατηθούν εύκολα. Αντίθετα στο έργο του Μάρκες μια άλλη αισιόδοξη προοπτική ανοίγεται για τον συγγραφέα  και τον ήρωά του.  «Η Ωραία Κοιμωμένη» είναι ξετρελαμένη με το ηλικιωμένο γεροντοπαλίκαρο και ο κύκλος της μοναξιάς θα κλείσει με την «απολαυστική σκέψη πως η ζωή δεν είναι κάτι που περνάει σαν το ορμητικό ποτάμι του Ηράκλειτου, αλλά μια μοναδική ευκαιρία να γυρίσουμε πάνω στη σχάρα και να συνεχίσουμε να ψηνόμαστε από την άλλη πλευρά για άλλα ενενήντα χρόνια».


Gustav Klimt, Danae, 1907 -1908
____________

«...την παραμονή της 29ης Αυγούστου ένιωσα το τεράστιο βάρος του αιώνα που με περίμενε ατάραχα όταν ανέβηκα με βαριά βήματα τις σκάλες του σπιτιού μου. Τότε είδα για άλλη μια φορά τη Φλορίνα ντε Διός, τη μητέρα μου, στο κρεβάτι μου, που υπήρξε δικό της μέχρι το θάνατό της, και μου έκανε το ίδιο νεύμα ευλογίας όπως την τελευταία φορά που την είχα δει, δύο ώρες πριν πεθάνει. Αναστατωμένος από τη συγκίνηση, το εξέλαβα σαν την αναγγελία του τέλους και τηλεφώνησα στη Ρόζα Καμπάρκας για να μου φέρει ιη μικρή μου εκείνη την ίδια νύχτα, σε περίπτωση που δεν πραγματοποιούνταν το όνειρό μου να επιζήσω ως την τελευταία πνοή των ενενήντα χρόνων μου. Της τηλεφώνησα ξανά στις οχτώ και για άλλη μια φορά μου επανέλαβε πως δεν ήταν δυνατό. «Πρέπει να γίνει, με κάθε τρόπο», της φώναξα τρομοκρατημένος. Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να με αποχαιρετίσει, αλλά δεκαπέντε λεπτά αργότερα με ξαναπήρε:

«Εντάξει, είναι στη διάθεσή σου».

Έφτασα στις δέκα και είκοσι το βράδυ κι έδωσα στη Ρόζα Καμπάρκας τις τελευταίες επιστολές της ζωής μου με τις επιθυμίες μου σχετικά με τη μικρή μετά το τρομερό μου τέλος. Αυτή σκέφτηκε πως είχα εντυπωσιαστεί από το μαχαίρωμα και μου είπε με κοροϊδευτικό ύφος: «Αν πρόκειται να πεθάνεις, σε παρακαλώ όχι εδώ μέσα». Αλλά εγώ της είπα: «Να πεις πως με πάτησε το τρένο του Πουέρτο Κολόμπια, εκείνο το κακομοιράκι που δεν μπορεί να σκοτώσει κανέναν».

Έτοιμος για τα πάντα εκείνη τη νύχτα, ξάπλωσα μπρούμυτα περιμένοντας τον τελικό πόνο την πρώτn στιγμή που θα γινόμουν ενενήντα ένα. Άκουσα τις απόμακρες καμπάνες, ένιωσα την ευωδιά της ψυχής της κοιμισμένης Ντελγαδίνα δίπλα μου, άκουσα μια φωνή από μακριά, τους λυγμούς κάποιου που ίσως να είχε πεθάνει πριν από έναν αιώνα στο δωμάτιο. Τότε έκλεισα το φως με την τελευταία ανάσα, έμπλεξα τα δάχτυλά μου με τα δικά της για να την πάρω από το χέρι και τα μεσάνυχτα μέτρησα τα δώδεκα χτυπήματα της καμπάνας με τα δώδεκα τελευταία δάκρυά μου, μέχρι που άρχισαν να λαλούν τα κοκόρια κι ύστερα οι δοξαστικές καμπάνες, τα εορταστικά βεγγαλικά που γιόρταζαν την αγαλλίασή μου που είχα επιβιώσει σώος και αβλαβής τα ενενήντα χρόνια μου.

Τα πρώτα λόγια μου ήταν για τη Ρόζα Καμπάρκας: «Σου αγοράζω το σπίτι, όλα μαζί με το μαγαζί και το περιβόλι». Αυτή μου είπε: «Ας βάλουμε ένα στοίχημα μεταξύ γερόντων: όποιος επιζήσει κληρονομάει όλα τα υπάρχοντα του άλλου, με συμβολαιογραφική πράξη». «Όχι, γιατί, αν πεθάνω, όλα θα πρέπει να πάνε στη μικρή». «Το ίδιο είναι»,  είπε η Ρόζα Καμπάρκας. «εγώ θα την αναλάβω κι ύστερα θα της τα αφήσω όλα, και τα δικά σου και τα δικά μου· δεν έχω κανέναν σ’ αυτό τον κόσμο. Στο μεταξύ ας ανακαινίσουμε το δωμάτιό σου με ένα καλό μπάνιο, κλιματισμό και τα βιβλία και τη μουσική σου».

«Νομίζεις πως αυτή θα συμφωνήσει;»

«Αχ, θλιμμένε μου δάσκαλε, ευτυχώς που είσαι γέρος αλλά όχι ηλίθιος», είπε η Ρόζα Καμπάρκας, σκασμένη στα γέλια. «Αυτό το καημένο το πλάσμα έχει ξετρελαθεί μαζί σου».

Βγήκα στο φωτεινό δρόμο και για πρώτη φορά αναγνώρισα τον εαυτό μου στον απόμακρο ορίζοντα του πρώτου αιώνα μου. Αυτή ηταν επιτέλους η πραγματική ζωή, με την καρδιά μου γερή ακόμα, και ήμουν καταδικασμένος σε έναν ωραίο θάνατο μ’ ένα ευτυχισμένο ψυχομαχητό κάποια μέρα μετά τα εκατό μου.»


«Memoria de mis putas tristes», 2011. Από την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Μάρκες σε σκηνοθεσία του Δανού Henning Carlsen.
___________________


ΠΗΓΕΣ