Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

«Να είσαι νια ενώ γερνάς, γριά όσο είσαι νέα»,Clarissa Pinkola Estés


..μια σοφή γυναίκα σε εξέλιξη..

«Να είσαι νια ενώ γερνάς, γριά όσο είσαι νέα», σημαίνει να είσαι γεμάτη με υπέροχες, πολυποίκιλες αντινομίες σε καλή μεταξύ τους ισορροπία. 

Θυμάσαι; Η λέξη «παράδοξο» σημαίνει μια σκέψη αντίθετη στη γενικά παραδεκτή άποψη. Το ίδιο ισχύει και για την grand-mere, τη μεγάλη μητέρα, την πιο σπουδαία απ’ όλες τις γυναίκες, την gran madre... μια σοφή γυναίκα σε εξέλιξη, που κρατάει ενωμένες τις φαινομενικά παράλογες, παρότι απόλυτα χρήσιμες και μεγάλες, ικανότητες της βαθιάς ψυχής.

Αυτές οι μεγάλες παράδοξες ιδιότητες είναι, κατά βάση, η σοφία και ταυτόχρονα η διαρκής επιθυμία για μάθηση· ο αυθορμητισμός και η αξιοπιστία· η φοβερή δημιουργικότητα και η προσήλωση στο στόχο· η τόλμη και η επαγρύπνηση· η προστασία της παράδοσης και η αληθινή πρωτοτυπία. 

Το αρχέτυπο της σοφής αφορά γυναίκες όλων των ηλικιών και εκδηλώνεται στη ζωή της καθεμιάς με μοναδικές μορφές και τρόπους.

Όταν μιλάμε για τη βαθιά imago της μεγάλης μητέρας ως μία από τις πιο ουσιαστικές εκφάνσεις του αρχέτυπου της σοφής γυναίκας, δε σημαίνει ότι μιλάμε για μια χρονολογική ηλικία ή για ένα στάδιο ζωής των γυναικών. 

Μεγάλη διορατικότητα, μεγάλη διαίσθηση, μεγάλη γαλήνη, διαχυτικότητα, αισθησιασμός, μεγάλη δημιουργικότητα, οξύνοια και τόλμη για μάθηση, με άλλα λόγια —η σοφία της— δεν έρχεται ξαφνικά πλήρως σχηματισμένη ούτε πέφτει πάνω στους ώμους μιας γυναίκας σε κάποια ηλικία σαν πανωφόρι.

Μεγάλη διαύγεια και αντίληψη, μεγάλη αγάπη που περικλείει και μεγαθυμία, μεγάλη αυτογνωσία που έχει βάθος και όραμα, η ωρίμαση της εκλεπτυσμένα εφαρμοσμένης σοφίας... αυτά αποτελούν ένα «μεγαλόπνοο έργο σε εξέλιξη», όσα κι αv είναι τα χρόνια της γυναίκας. 

Το θεμέλιο «του μεγάλου» σε αντίθεση με «το απλά συνηθισμένο» κερδίζεται... συχνά μέσα από πλήγματα και καψίματα, πτήσεις του πνεύματος ψηλά, λαθεμένες επιλογές και νέα ορμητικά ξεκινήματα, είτε στη μέση είτε όψιμα είτε και στην αρχή της ζωής. 

Ό,τι συγκεντρώνεται μετά την καταστροφή ή το φυλλορρόημα... αυτό η γυναίκα το διαμορφώνει κι έπειτα το θέτει σε εφαρμογή με το πνεύμα της, την καρδιά, το νου,το σώμα και την ψυχή... ώσπου δεν αποκτά μόνο αξιοσύνη με τον δικό της παράδοξα σοφό τρόπο... αλλά συχνά και πληρότητα στον τρόπο που ζει, βλέπει και υπάρχει.


..να ζει τη ζωή στην πληρότητά της......

Υπάρχουν πολλών ειδών σεβάσμιες μεγάλες μητέρες στη μυθολογία και στη συναινετικά αποδεκτή πραγματικότητα. Είναι αλήθεια ότι όταν μια γυναίκα γίνει γιαγιά ενός μικρού παιδιού είναι σαν να ερωτεύεται, η δε γέννηση των μικρών παιδιών μπορεί να ξετρελάνει ένα ηλικιωμένο άτομο. Επιπρόσθετα, η περηφάνια και η λάμψη του να «είναι μητέρα μιας μητέρας που απέκτησε παιδί» χαρίζουν και διασφαλίζουν ένα μεγαλείο από μόνες τους. 

Υπάρχουν κι άλλοι πολλοί τρόποι με τους οποίους η γυναίκα παίρνει το χρίσμα της μεγάλης μητέρας... οι οποίοι δεν περιορίζονται στους απογόνους.

Υπάρχουν γυναίκες στην πραγματική ζωή που έχουν γεννήσει γενιές ιδεών, μεθόδους, γενεαλογίες, πλάσματα, τέχνες κι έμπνευση... που γίνονται ολοένα και πιο σοφές και εκφράζονται μέσα απ’ όλα αυτά. Υπάρχουν γυναίκες-μέντορες, χαρισματικές δασκάλες, που καθοδηγούν σπουδαστές και μαθητές, μικρούς συγγραφείς και καλλιτέχνες, καθώς και γυναίκες ώριμες, γιατί και οι ώριμες έχουν ανάγκη από ζεστασιά και καθοδήγηση για ν’ ανθίσουν με το πέρασμα των εποχών...

Όμως, στο μύθο, ίσως εκεί να είναι πιο ξεκάθαρο... ότι η γιαγιά, σαν μια αρχετυπική απεικόνιση του ευρύτερου πρότυπου της σοφής γυναίκας, έχει ένα κεντρικό καθήκον, που είναι αγχωτικό, τολμηρό, προκλητικό και χαρμόσυνο. 

Το κεντρικό καθήκον της μεγάλης μητέρας είναι μόνο αυτό, και όλο αυτό: να ζει τη ζωή στην πληρότητά της. Όχι κατά το ήμισυ. Όχι κατά τα τρία τέταρτα. Όχι λίγες μέρες με επιτυχία και την επόμενη με αποτυχία. Αλλά να είναι ζωντανή, απόλυτα, καθημερινά. Όχι μέσω κάποιου άλλου ολοκληρωμένου ατόμου. Αλλά με τη δική της προδιαγεγραμμένη, ελεύθερη και ζωοδότρα - κι όχι πληκτική για τη ζωή της - βούληση και πληρότητα. 


...μπορεί να είστε εσείς αυτή η γυναίκα......

Αν κοιτάξετε γύρω σας, υπάρχει πιθανότατα κοντά και σ’ εσάς ένα υπέροχα εκκεντρικό, ανεπαίσθητα δύστροπο, εκλεπτυσμένο ή /και άγριο, κατεργάρικο, δυνατό, ωραίο γεροντότερο άτομο.

Για σκεφτείτε... μήπως κι εσείς δε γνωρίζετε πολλές σεβάσμιες ψυχές σαν τη σοφή γυναίκα που εμφανίζεται στα παραμύθια... μια γυναίκα που πολύ συχνά είναι εξαιρετικά διορατική και ακριβέστατη σε υπολογισμούς, σε φαινομενικά μαγικά κόλπα και, σίγουρα, σε σοφούς στρατηγικούς ελιγμούς; Ναι;

Κι αν πιστεύετε πως όχι, ξανασκεφτείτε το, γιατί μπορεί καθεμιά από σας να είναι αυτή η γυναίκα, εν τη γενέσει, ναι, ναι, ακριβώς: ε σ ε ί ς αυτοπροσώπως!

Γιατί τα χαρακτηριστικά της σοφής γυναίκας να είναι τόσο σημαντικά για τη νέα και γιατί η σοφία και η ζωτικότητα της νέας να είναι τόσο σημαντικές για τη γεροντότερη; Μαζί συμβολίζουν δύο ουσιαστικές πλευρές που εντοπίζονται στην ψυχή κάθε γυναίκας μεμονωμένα· γιατί η ψυχή της γυναίκας χάνεται στα βάθη του χρόνου και το πνεύμα της είναι αιώνια νέο... αυτά τα δύο μαζί συνθέτουν το «να είσαι νια ενώ γερνάς, γριά όσο είσαι νέα».


«Όταν ένας ζει αληθινά ζούνε κι οι υπόλοιποι»

.......γυναίκες που είχαν καταστραφεί με τόσο πολλούς τρόπους —που όλοι περίμεναν και, μάλιστα, τις πρόσταζαν να κρατούν σκυφτό το κεφάλι, που ολόγυρά τους έβλεπαν καμένη γη, που είχαν απομονωθεί, αποκοπεί, συθέμελα καεί, εκδιωχθεί, πεταχτεί σαν απόβλητα- ήταν στ’ αλήθεια επικίνδυνες γυναίκες, γιατί αναγεννήθηκαν! Και εξακολούθησαν να αναγεννιούνται, ξανά και ξανά.

Διεκδίκησαν μια θέση στην κοινωνία τους, ουσιαστικά οποιαδήποτε θέση επιθυμούσαν, γιατί δεν περίμεναν, δεν ικέτευαν ούτε κολάκευαν κανέναν - από το περιβάλλον της οικογένειας ή της κουλτούρας τους - για να τους την εξασφαλίσει. Χάραζαν έναν κύκλο. Έμπαιναν μέσα. Κι έλεγαν:

«Εδώ στέκομαι. Αν θες να είσαι κοντά μου, στάσου δίπλα μου. Αν όχι, στάσου παράμερα, γιατί εμείς θα προχωρήσουμε».

Πιστεύω πως ήταν ικανές να το κάνουν αυτό γιατί ήταν δίκαιες και γενναιόδωρες στις περισσότερες περιπτώσεις, και γιατί δεν έχαναν χρόνο να καλλιεργούν ισοβίως ένα παράπονο. Το έφερναν στην επιφάνεια όποτε χρειαζόταν, αλλά δεν έκρυβαν ούτε μασκάρευαν τα συναισθήματα της παντοτινής συχώρεσης και αγάπης.

Το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να ρίξουν «το βλέμμα» κι ο κόσμος σκορπιζόταν γοργά, αγωνιώντας ν’ ακολουθήσει τις υποδείξεις τους. Το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν ν’ ανοίξουν τα χέρια κι ο κόσμος έτρεχε να χωθεί στην αγκαλιά τους.

Είχαν τα κουσούρια τους και ήταν, όπως οι περισσότεροι καλοί ηλικιωμένοι, ατελώς τέλειες. Όμως ήταν και δίκαιες· μ’ εκείνο το είδος συμπονετικής δικαιοσύνης που πηγάζει από το γεγονός ότι σ’ εκείνες ο κόσμος είχε φερθεί χωρίς οίκτο.

Πίστευα τότε ως παιδί και σήμερα ως ψυχαναλύτρια, και μεγάλη πια, πως αν μια γυναίκα ζει τη ζωή της βαθιά με τον δικό της τρόπο κι όσο καλύτερα μπορεί, η ζωή της γίνεται όχι απλώς παράδειγμα αλλά και χαρά για τους άλλους — μια προσφορά απλόχερη, που θα της επιστραφεί στο χιλιαπλάσιο από ανθρώπους δίκαιους, προικισμένους με καρδιά. Οι γυναίκες σιγά σιγά καταλήγουν να μοιάσουν ολοένα και περισσότερο σε όποιον και ό,τι παρατηρούν και εκτιμούν πιο πολύ.

Clarissa Pinkola Estés, Ο Χορός των Μεγάλων Μητέρων, 
μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδόσεις Κέλευθος



Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

«Μια ελευθερία, που την κερδίζει παίζοντας κανείς μ’ άγρια θηρία.....», Μάνος Χατζιδάκις, Ο λαχειοπώλης τ' ουρανού



Μια ποιητική σπουδή για την ελευθερία..


Αυτό το σχόλιο, θα μπορούσε να 'ταν και μια ποιητική σπουδή για την ελευθερία. Όμως για μια ελευθερία-υπόλειμμα, που ακόμα μετά βίας συντηρείται στον καιρό μας, ανάμεσα από τα σκοτεινά κτίρια των μεγάλων εταιριών και μες από τ’ ανθρώπινα γεννήματα ανέραστων και απωθητικών γονέων. Για μιαν ελευθερία, που την κερδίζει παίζοντας κανείς μ’ άγρια θηρία.


Ο Λαχειοπώλης, ο Ερωτικός κι ο Κεραυνός

Υ
πάρχει ο Λαχειοπώλης τ’ Ουρανού; Και πώς είναι το σώμα του, η μορφή του;
Φαντάζομαι, κάτι σαν τον «Μεγάλο Ερωτικό» που το ’72 ο Μόραλης ζωγράφισε για το δικό μου έργο, μες σε Θεομηνία. Μια αληθινή Θεομηνία. Μια οργισμένη υπενθύμιση, για το πώς μας περιέχει η Φύση και πώς πάει να μας ελέγξει. (Ούτε κι αυτή δεν μας αφήνει ελεύθερους). Το αστεροσκοπείο δεν απαντά. Υφίσταται παθητικά την μπόρα. 

Και είπεν ο Ηράκλειτος: Τα δε πάντα οιακίζει κεραυνός. 

Ιδού λοιπόν μια τριαδική ταυτότητα, που οπωσδήποτε παίζει το ρόλο της στην πρόσφατη κι άγραφτη Ιστορία του νεοελληνικού μας λάθους.

Ο Λαχειοπώλης, ο Ερωτικός κι ο Κεραυνός.

Μήπως κάπου εκεί ανάμεσα δεν ψάχνουμε να βρούμε τα όσα απόμειναν ξεφτίσματα της σχετικής προσωπικής μας ελευθερίας; Αυτής, που σαν τη χάσουμε θα υποχρεωθούμε, ν’ ακούμε τακτικά αυτόν τον άθλιο Φρανσουά Βιγιόν, να τραγουδά για μας τις νύχτες με κιθάρα:
Καλά παιδιά μου, χάσατε
το πιο ωραίο τριαντάφυλλο απ’ 
το καπέλο σας.



Μπορούμε ν’ αντιδράσουμε; Μόνο με περιφρόνηση κι ένα πικρό τραγούδι.

Όμως οι άνθρωποι έχουν πιο πάνω τ’ άχυρα, απ’ το κρεββάτι. Και εννοούν, να διαφεντεύουνε τη μοίρα μας, μες απ’ τ’ αρχοντικά των προεστών, των εμίρηδων και των ξένων αντιπροσώπων. Κι αρχίζει ευθύς το πανηγύρι με τους ευγενικούς, διακριτικούς κατακτητές. Μπορούμε ν’ αντιδράσουμε; Μόνο με περιφρόνηση κι ένα πικρό τραγούδι.

Και οι Σύλλογοι δεν πάνε πίσω.
  • Η επανάσταση του οκτάωρου και του άκοπου κέρδους. 
  • Η επανάσταση των εξασφαλίσεων και των ατέλειωτων διεκδικήσεων.
  • Η επανάσταση των αναπήρων και των ευνουχισμένων παίδων με τις συρταρωμένες κομματικές ευαισθησίες, που ενσαρκώνουν μ’ ευκολία πότε εθνικά και πότε προοδευτικά ιδεώδη.
Ανδρομάχη σε αιχμαλωσία, Frederic Leighton, 1886 [ City of Manchester Art Galleries]


Ο Δούρειος Ίππος υπήρξεν φρυγικός και διόλου ιωνικός...

Ω Ανδρομάχη, πόσο σας σκέφτομαι. Je pense à vous, Andromaque... 

Τι θα εγίνεσθο με μια Τροία ανίκητη; Τρομάζω και να το σκεφθώ. Βλέπετε, μονάχα η ήττα προκαλεί την σκέψη, την αναθεώρηση και την περισυλλογή. Με την ήττα μόνο ξαναγεννιόμαστε κι έχουμε το κουράγιο να ξαναζήσουμε απ’ την αρχή τα ίδια λάθη σε καινούργιες φόρμες. 

Ενώ η νίκη, είναι πανωλεθρία του αισθήματος και εξευτελισμός της ψυχικής ισορροπίας. Η νίκη οδεύει τους νικητές στα ταβερνεία και στα πορνεία. Ας αποκαλύψουμε λοιπόν την αλήθεια Ανδρομάχη. Ο Δούρειος Ίππος υπήρξεν φρυγικός και διόλου ιωνικός. Τι ωφελεί πια να φυλάμε ένα άχρηστο μυστικό;

Ανδρομάχη, είχατε την θεϊκή εύνοια να ηττηθείτε και να σας κλαίμε αιώνια. Ενώ οι νικητές τι πράξαν; Μελοδραματικές ιστορίες, δαπανηρές και λίαν ακατάλληλες για υπερευαίσθητους ενηλίκους.

.....κάθισα στο πιάνο κι άρχισα να παίζω το «όνειρο Αγάπης» του Λιστ. Έξω ο καιρός ήτανε βροχερός. Κι έτσι όπως έπαιζα πιάνο, σκέφθηκα πάλι τον Ηράκλειτο: 

Άνθρωπος ζων, άπτεται τεθνεώτος εύδων, εγρηγορώς άπτεται εύδοντος. Που πάει να πει, πως ο άνθρωπος, όταν κοιμάται πλησιάζει τα όρια του νεκρού και ξύπνιος, τα όρια του κοιμισμένου.



Σκόρπισα τα λαχεία μου....να μην τ΄ αφήσω κέρδος στους πολλούς...

...Σηκώθηκα απ΄ το πιάνο και πλησιάζω τον καθρέφτη. Ήμουνα ξαναμμένος. Είδα το είδωλό μου να κρατά φτερά του παγωνιού και δροσερούς καρπούς του Θέρους. Κι είπα από μέσα μου: 

Είμαι ο Λαχειοπώλης τ΄ Ουρανού. Μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά κι αγγέλους. Ο πρώτος αριθμός σημαίνει συνουσία. Βάση ρευστή για δημιουργία. Κι αποφασίζω ευθύς την πιο μεγάλη μου πράξη. Σκόρπισα τα λαχεία μου στους γαλαξίες και στο άπειρο. Έτσι δεν θα 'ναι δυνατό κανείς να ξαναδημιουργήσει, να πράξει το καλό - που λεν - ή το κακό. Σπάταλη η απόφασή μου, μα ο κόσμος πάει για να χαθεί. 

Το λέω για να τ΄ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ΄ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ' ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί.

Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό.

Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα. Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού.

(Κυριακή, 13 Μαΐου 1979)

Μάνος Χατζιδάκις, Ο λαχειοπώλης τ' ουρανού, Τα σχόλια του Τρίτου, εκδόσεις Εξάντας, σελ. 135-141


Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

«Ας ρίξουμε μια ματιά σε αυτό το ποντίκι εν ενεργεία», Φ. Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο




Να χαθεί όλος ο κόσμος, μα εγώ πίνω πάντα το τσάι μου......

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά σ’ αυτό το «εν ενεργεία» ποντίκι. Εκεί μέσα στο σιχαμερό, στο βρομερό χώρο, ανάμεσα σ’ ένα πάτωμα κι ένα ταβάνι, το αδικημένο, το δαρμένο και περιγελασμένο ποντίκι μας, αμέσως βυθίζεται σε μια κρύα φαρμακερή και, κυρίως, αιώνια κακία.

Είμαι άρρωστος άνθρωπος..... Είμαι κακός άνθρωπος. Άνθρωπος αποκρουστικός.... Είμαι φιλύποπτος και εύθικτος, σαν καμπούρης ή σαν νάνος... Θαρρούσα πάντα τον εαυτό μου πιο σοφό απ' όλους γύρω μου και κάποτε μάλιστα, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, στενοχωριόμουν γι' αυτό.......σ' όλη μου τη ζωή κοίταζα κάπως πλάγια και ποτέ δεν μπόρεσα να κοιτάξω τους ανθρώπους κατάματα.

Θε μου και Κύριε, μα τι δουλειά έχω εγώ με τους φυσικούς νόμους και την αριθμητική, όταν για κάποιο λόγο αυτοί οι νόμοι και το δυο και δυο δε μ’ αρέσουν; Εννοείται πως δε θα γκρεμίσω με το μέτωπό μου έναν τέτοιο τοίχο αν οι δυνάμεις μου δε φτάνουν γι’ αυτό, μα ούτε και θα συμφιλιωθώ μαζί του απλώς και μόνο επειδή υπάρχει και γιατί δεν έχω τη δύναμη να τον ρίξω.

Γιατί εμένα μονάχα λόγια και φαντασία μου χρειάζονται και κατά τ’ άλλα να χαθείτε όλοι. Μάλιστα! Έχω ανάγκη από ησυχία. Και για να μη μ’ ενοχλούν, πρόθυμα πουλώ τον κόσμο ολάκερο για ένα καπίκι. Κι αν με ρωτήσουν: να χαθεί ο κόσμος και να μην πιω τσάι; Θ’ αποκριθώ: Να χαθεί όλος ο κόσμος, μα εγώ πίνω πάντα το τσάι μου.


Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Το Υπόγειο,μτφρ. από τα Ρωσικά, Κοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη 


Ένας από τους τύπους του όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος

Όσο βέβαιο είναι ότι ο Ντοστογιέφσκι συμμεριζόταν όλες τις επιθέσεις που γίνονται στο πρώτο μέρος του Υπογείου ενάντια στον επιστημονισμό που εισαγόταν αθρόα στη Ρωσία και στον εν γένει ορθολογισμό, άλλο τόσο αινιγματική μοιάζει η σύνθεση του βιβλίου. 

Γιατί, αν παρόμοιες διακηρύξεις ήταν το βαθύτερο κίνητρό του, τότε γιατί τάχα το δεύτερο μέρος του βιβλίου (κατά πολύ εκτενέστερο) αφιερώνεται στην αφήγηση μιας σειράς ταπεινώσεων, ευτελισμών και βιαιοτήτων που —φαινομενικά τουλάχιστον— δε συνδέονται με τη δοκιμιακή μορφή του πρώτου;

Το Υπόγειο για το Γάλλο κριτικό [Rene Girard ] επ’ ουδενί δεν είναι μια ομολογία πίστης, το απόσταγμα σαράντα χρόνων βασανισμένης ζωής. Κατά κύριο λόγο είναι η πικρή διακωμώδηση των ρομαντικών ιδεωδών μιας ολόκληρης γενιάς (και φυσικά του ίδιου του συγγραφέα). Άλλωστε στην εισαγωγική σημείωση του Υπογείου υπάρχει μια σαφής νύξη: «Θέλησα να παρουσιάσω», γράφει ο Ντοστογιέφσκι, «έναν από τους τύπους του όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος, έναν εκπρόσωπο της γενιάς που χάνεται»

Η αποκήρυξη του ρομαντισμού, έτσι όπως έγινε μέσα στο Υπόγειο, αποτέλεσε την εσωτερική απελευθέρωση του Ντοστογιέφσκι από το καθεστώς της λογοτεχνίας που είχε υπηρετήσει επί τόσα έτη. 

Κωστή Παπαγιώργη, Ο Υποχθόνιος, Ντοστογιέφσκι, εκδόσεις Καστανιώτη (σελ. 200-201)



«Εγώ είμαι μόνος, αυτοί είναι όλοι μαζί»

«Εγώ είμαι μόνος, αυτοί είναι όλοι μαζί». Άραγε τι άλλο κάνει ο ρομαντικός ήρωας; Μόνος και κραταιά αυτόνομος, αποδεικνύει την ανωτερότητά του και την υψηλή φύση του, κρατώντας μια άπειρη απόσταση από τους άλλους. Μέσα από τις περιπέτειές του, τελικά, όλα τα ευγενικά γνωρίσματα —γενναιότητα, ανωτερότητα, δύναμη, μεγαλοψυχία— θα έρθουν να κοσμήσουν την παρουσία του.

Τίποτα δεν εξαρτάται από τους άλλους, τα πάντα αναβρύζουν από το ανεξάντλητο εσωτερικό του, αυτό το άδυτο της ανθρώπινης μεγαλοσύνης του. Ουσιαστικά ο ρομαντικός ήρωας δεν κινδυνεύει από τίποτα. Μακριά από τους άλλους, πολύ βαθιά στον εαυτό του, ζει ένα όνειρο παντοδυναμίας, στα νεύματά του υπάρχει μια θεϊκή πνοή.

Η πολεμική μηχανή που σοφίζεται ο Ντοστογιέφσκι για να εξουθενώσει αυτόν τον ήρωα της κίβδηλης αυτονομίας —ήρωα του παρελθόντος του και των παλιότερων έργων του— είναι από τις πλέον αποτελεσματικές. Από τη μια τον βάζει να κομπορρημονεί για την αυτονομία του, από την άλλη τον σέρνει σε συνάφειες εξευτελιστικές. Πού είναι, λοιπόν, η περιβόητη ανεξαρτησία του; Ο ίδιος τη διαλαλεί, ο ίδιος την κατακερματίζει (ενώπιον των άλλων) με τα φερσίματά του.

Μέσα σε κάθε ρομαντικό σκιάχτρο ο Ντοστογιέφσκι διαβάζει ευκρινώς την αλήθεια ενός υποχθόνιου, ενός ποντικού που τρέμει την παραμικρή κίνηση και το βλέμμα του άλλου. Μολονότι πιστεύει πως είναι μοναδικός, μολονότι απεχθάνεται τον «κανονικό» άνθρωπο, αρκεί η επαφή με μερικούς από αυτούς για να τον γελοιοποιήσει.

Η περίφημη σκηνή με το τσάι γελοιοποιείται κι αυτή με τη σειρά της. Ποια είναι η δύναμη αυτού του ανθρώπου που, ενώ προτιμάει να χαθεί ο κόσμος για να απολαύσει το ρόφημά του, την άλλη στιγμή τρέχει ζητιανεύοντας τα ξένα βλέμματα; Αντί για τσάι, πίνει το φαρμάκι της διυποκειμενικότητας.

«Ο ρομαντικός», γράφει ο Ζιράρ, «δεν αναγνωρίζει τους διχασμούς του, και έτσι τους επιδεινώνει. Θέλει να πιστεύει ότι είναι ένας. Διαλέγει, λοιπόν, ένα από τα δύο ήμισι του εαυτού του και πασχίζει να παρουσιάσει αυτό το μισό ως ολότητα. Η έπαρση γυρεύει να αποδείξει ότι μπορεί να συγκεντρώσει και να ενοποιήσει γύρω της όλη την πραγματικότητα»

Χλευάζοντας και ονειδίζοντας συστηματικά την αυτονομία του ρομαντικού —που είναι υποκριτικά μόνος, αυτοδύναμος, ανεξάρτητος— ο Ντοστογιέφσκι διατυπώνει τη γενική αλήθεια (ότι μονάχα μέσω του άλλου, μέσα από τη μεσίτευσή του, όποια κι αν είναι αυτή, βρίσκω τον εαυτό μου) και την ιδιαίτερη, ντοστογιεφσκική αλήθεια που σέρνει τη μεσίτευση μέσα από τις σαδομαζοχιστικές ταπεινώσεις. [.......]



Κωστή Παπαγιώργη, Ο Υποχθόνιος, Ντοστογιέφσκι, εκδόσεις Καστανιώτη (σελ. 202-3, 212)



«Μιλάει σαν βιβλίο»

Ο σαρκασμός (και η αυτοκαταγγελία) του Ντοστογιέφσκι ευεργετούν το βιβλίο, καθώς μεταπηδούν άοκνα από τις ρομαντικές ψευδαισθήσεις (και τα ρομαντικά διαβάσματα) στην ωμή πραγματικότητα.

Είναι εύκολο για τον ηρώα να δραπετεύσει στον προφυλαγμένο κόσμο της τέχνης, δηλαδή «στις όμορφες φόρμες της ζωής, τις εντελώς έτοιμες, τις κατακλεμμένες από τους ποιητές και τους μυθιστοριογράφους... Εγώ, για παράδειγμα, θριαμβεύω πάνω σε όλους. Όλοι, εννοείται, πέφτουν μπρούμυτα και αναγκάζονται θεληματικά να αναγνωρίσουν όλες τις τελειότητές μου, κι εγώ πάλι τους συγχωρώ».

Το βιβλίο προσφέρει φιλοξενία, αλλά στην άμεση ζωή ποιος είναι διατεθειμένος να παράσχει στέγη; Μονίμως ο υποχθόνιος ταλανίζεται από την αμφιθυμία του ανθρώπου που, ενώ βρίσκει ικανοποίηση και ενότητα στη φαντασίωση, βλέπει να τον κουρελιάζει ο έμπρακτος βίος.

Χρειάζεται μήπως να τονίσουμε την κριτική που ασκεί ο Ντοστογιέφσκι στη ρώσικη πραγματικότητα και στις ιδέες της γενιάς του;

Να γιατί η Λίζα στη συνέχεια τολμάει να του πει την πιο απλή αλήθεια: ότι «μιλάει σαν βιβλίο». Πραγματικά ο υποχθόνιος είναι κούφιος βιβλιάνθρωπος.



Κωστή Παπαγιώργη, Ο Υποχθόνιος, Ντοστογιέφσκι, εκδόσεις Καστανιώτη (σελ. 213-14)



Γενικά, ήμουν πάντα μόνος....

Σπίτι μου, εν πρώτοις, τον περισσότερο καιρό διάβαζα. Πάσχιζα να καταπνίξω με τις εξωτερικές εντυπώσεις όλα όσα αδιάκοπα έβραζαν μέσα μου. Κι από τις εξωτερικές εντυπώσεις, μονάχα το διάβασμα ήταν δυνατό. Το διάβασμα βέβαια βοηθούσε πολύ, συγκινούσε, γλύκαινε και βασάνιζε. Μα ώρες ώρες μου ’φερνε τρομερή πλήξη. Οπωσδήποτε είχα ανάγκη να κινηθώ και βυθιζόμουν ξαφνικά, σε μια σκοτεινή υπόγεια, σιχαμερή, όχι διαφθορά, μα μικροδιαφθορά. Τα μικροπάθη μου ήταν δυνατά, καυτερά από τον παντοτινό, αρρωστιάρικο, οξύθυμο χαρακτήρα μου. Τα ξεσπάσματα ήταν υστερικά με δάκρυα και σπασμούς.

Εκτός από το διάβασμα δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω, δηλαδή δεν υπήρχε στο περιβάλλον μου τίποτε που να μπορούσα τότε να εκτιμήσω και που να με τραβούσε. Κόχλαζε πάνω απ’ όλα η θλίψη. Πρόβαλλε η υστερική δίψα της αντίρρησης, της αντίθεσης και τότε βυθιζόμουν στη διαφθορά.

Παραδινόμουν στη διαφθορά ερημικά, τις νύχτες, κρυφά, φοβισμένα, βρομερά, με ντροπή, που δε μ’ άφηνε μήτε στις πιο επαίσχυντες στιγμές, και που μάλιστα γινόταν κάτι τέτοιες στιγμές κατάρα. Εγώ και τότε πια είχα μέσα στην ψυχή μου τον αποπνικτικό χώρο ανάμεσα στο πάτωμα και το ταβάνι.

Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Το Υπόγειο, μτφρ. από τα Ρωσικά, Κοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη, (σελ.52)


Τι να γίνεται το πουλάκι μου; Ποιον να πατάει;

Κάποτε, καθώς περνούσα νύχτα έξω από ένα παλιομάγαζο, είδα από το φωτισμένο παράθυρο πως κάτι κύριοι χτυπιόνταν με στέκες του μπιλιάρδου και πως τον ένα απ’ αυτούς τον πέταξαν έξω από το παράθυρο..... δεν ξέρω πώς βρέθηκα σε σημείο, που ζήλεψα τον κύριο που πέταξαν απ’ το παράθυρο και τόσο μάλιστα, που μπήκα στο καφενείο, πέρασα στη σάλα του μπιλιάρδου. «Και ποιος ξέρει», σκέφτηκα, «μπορούσα και εγώ να τσακωθώ και να με πετάξουν απ’ το παράθυρο».

Δεν έγινε τίποτα όμως. Αποδείχτηκε πως μήτε απ’ το παράθυρο δεν ήμουν ικανός να με πετάξουν κι έφυγα χωρίς να πιαστώ με κανένα.

Ένας Θεός μόνο ξέρει τι θα ’δινα εγώ κείνη τη στιγμή για έναν πραγματικό, κανονικό καβγά, καθωσπρέπει, πιο σα να πούμε, φιλολογικό! Μου φέρθηκαν σα να ’μουν μια μύγα.

Ω, αν αυτός ο αξιωματικός ήταν από κείνους που δέχονται να μονομαχήσουν! Δείλιασα εδώ, όχι από δειλία, μα από απεριόριστη ματαιοδοξία. Θα ’χα αρκετή φυσική γενναιότητα. Δεν είχα όμως την ηθική γενναιότητα που ’πρεπε. Τρόμαξα πως όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί πέρα, αρχινώντας απ’ το αυθαδέστατο γκαρσόνι ίσαμε τον τελευταίο βλογιοκομμένο δημόσιο υπάλληλο, που κουτσόπινε σε μια γωνιά, χωμένος στο λιγδωμένο γιακά του, δε θα ’νιωθαν και θα κοροΐδευαν, όταν θ’ αρχινούσα ν’ αντιστέκομαι και να τους μιλάω με γλώσσα φιλολογική. 

Εγώ όμως, εγώ τον κοίταζα με κακία και με μίσος κι έτσι ξακολούθησε... κάμποσα χρόνια! Η κακία μου μάλιστα αύξαινε και δυνάμωνε με τα χρόνια. Κάποιο πρωινό, μολονότι ποτέ μου δε φιλολογούσα, μου ήρθε ξαφνικά η σκέψη να τον περιγράψω σατιρικά, σε καρικατούρα, και να κάνω ένα διήγημα γι’ αυτόν. Με μεγάλη ευχαρίστηση έγραφα αυτό το διήγημα.  Δεν το δημοσίεψαν όμως. Αυτό με φούρκισε πολύ.

Πολλές φορές πνιγόμουν απ’ το κακό μου. Τέλος, αποφάσισα να τον καλέσω σε μονομαχία. Του ’γραψα ένα υπέροχο γράμμα, πολύ ελκυστικό, ικετεύοντάς τον να μου ζητήσει συγνώμη. Και σε περίπτωση άρνησης, υπαινισσόμουν αρκετά σταθερά τη μονομαχία. Το γράμμα ήταν έτσι συνταγμένο που, αν ο αξιωματικός ένιωθε, έστω και λίγο, το ωραίο και υψηλό, ασφαλώς θα ’τρεχε να με βρει, να ριχτεί στο λαιμό μου και να μου προτείνει τη φιλία του. Και πόσο θα ’ταν αυτό ωραίο! Και πώς θα περνούσαμε! Πώς θα περνούσαμε! Κείνος θα με προστάτευε με την επιβλητικότητά του, εγώ θα τον εξευγένιζα με την καλλιέργειά μου, ε, και με... τις ιδέες μου, και πολλά θα μπορούσαν να γίνουν!  Μα, δόξα να ’χει ο Θεός, δεν το ’στειλα το γράμμα μου. Παγώνει το πετσί μου, όταν αναλογιστώ τι θα μπορούσε να συμβεί αν το ’στελνα.

Και να που μου κατέβηκε ξαφνικά η πιο θαυμαστή σκέψη. «Και τι θα γίνει», σκέφτηκα, «αν τον συναντήσω και... δεν παραμερίσω; Να μην παραμερίσω επίτηδες, ακόμη κι αν χρειαστεί να τον σπρώξω; «Εννοείται να μην τον σπρώξω εντελώς», σκεφτόμουν, από τη χαρά μου και γινόμουν προκαταβολικά καλός, «μα έτσι δα, απλούστατα να μην αποτραβηχτώ, να τρακάρω μαζί του, όχι δυνατά, μαλακά, μαλακά, τόσο, όσο ορίζει ο καλός τρόπος. 

Και ξάφνου όλα τελείωσαν με τον ωραιότερο τρόπο. Ξάφνου, ενώ βρισκόμουν σε απόσταση τριών βημάτων από τον εχθρό μου, πήρα ανέλπιστα την απόφασή μου, έκλεισα σφιχτά τα μάτια και... τρακάραμε! Δεν υποχώρησα ούτε τόσο και πέρασα ίσα πλάι του! Κείνος μήτε γύρισε να δει τι συνέβη σαν να μην πρόσεξε τίποτε. Αλλά προσποιούνταν, είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Ίσαμε τώρα είμαι βέβαιος γι’ αυτό! Εννοείται πως το πλήρωσα αρκετά. Ήταν δυνατότερος μου. Μα δεν πρόκειται γι’ αυτό. Το θέμα ήταν πως πέτυχα το σκοπό μου, κράτησα την αξιοπρέπειά μου, δεν υποχώρησα βήμα και δημοσίως έβαλα τον εαυτό μου στο ίδιο μ’ αυτόν κοινωνικό επίπεδο. 

Γύρισα σπίτι μου απόλυτα ικανοποιημένος για όλα. Ήμουνα κατενθουσιασμένος. Θριάμβευα και τραγουδούσα ιταλικές άριες. Τον αξιωματικό κάπου τον μετέθεσαν κατόπι. Δεκατέσσερα τώρα χρόνια δεν τον ξανάδα. Τι να γίνεται το πουλάκι μου; Ποιον να πατάει;

Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Το Υπόγειο, μτφρ. από τα Ρωσικά, Κοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη, (σελ. 52-59)


Nikolai Gogol's "Nevsky Prospekt", with illustrations by Mikhail Bychkov.


Μόνος δεν είναι τίποτα......

Η σκληραγωγία, το μάθημα ζωής που δέχεται ο υποχθόνιος τόσο βάναυσα, διδάσκει ότι δεν μπορεί να είναι ένας, μακριά από τους άλλους, έξω από τους «κανονικούς» ανθρώπους. Στις σχέσεις υποδούλωσης, εκδίκησης, ταπείνωσης που αναπτύσσει με τον Ζβερκώβ, συναισθάνεται ότι η ενότητά του ως προσωπικότητας μόνο από τους άλλους μπορεί να επικυρωθεί. Μόνος δεν είναι τίποτα.

Συνεπώς το πρωταρχικό δεν είναι το εγώ, μια δεδομένη ελευθερία, αλλά η αλλόκοτη διφυία του εγώ-εσύ. Με άλλα λόγια, όταν ο Ρουσώ γράφει ότι ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος και παντού ζει σιδηροδέσμιος , δεν υποψιάζεται ότι αυτή η άμεση ελευθερία είναι ανυπόστατη. 

Καταγγέλλοντας τα πτωχαλαζονικά όνειρα του υποχθόνιου, ο Ντοστογιέφσκι, με υπέροχο φιλοσοφικό ένστικτο —πολύ πριν από τον Σαρτρ— κάνει το βλέμμα του άλλου συστατικό στοιχείο της συνείδησης. Επαιτώντας τα ξένα βλέμματα, βηματίζοντας μπροστά στους παρακαθήμενους με την ελπίδα να τον προσέξουν, ο υποχθόνιος στην ουσία πασχίζει να οικονομήσει τον εαυτό του. Ποιος φταίει αν ο άνθρωπος της μοναχικής έπαρσης στην επαφή του με τη ζωή καταντά άθυρμα και παίγνιο; Εύστοχα ο Τοντόροφ θυμίζει ότι οι ρωσικές λέξεις πρεζιράτζ και νιεναβίντετζ (περιφρονώ και μισώ) προέρχονται από τη ρίζα βλέπω ή κοιτάζω. Το μίσος και η καταφρόνια του Υπογείου υπάρχουν κατά κύριο λόγο στα βλέμματα. [.....]

Αν ο Διπλός Άνθρωπος και το Υπόγειο θεωρούνται και πρέπει να θεωρούνται ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως του ντοστογεφσκικού κόσμου, είναι γιατί ανακαλύπτουν αυτόν τον ήρωα. Έναν άνθρωπο κουρέλι, έναν άνθρωπο με καταρρακωμένη έπαρση, που είναι βορά των "αντιπάλων" και ζει σαν ένα αξεδιάλυτο σύμπλεγμα ταπείνωσης και υπεροχής το οποίο περνάει αδήριτα από τη συνείδηση των άλλων. Η σχέση εγώ-εσύ, δηλητηριασμένη και ακατάλυτη, είναι ό,τι βαθύτερο ανακάλυψε ο Ντοστογιέφσκι.


Κωστή Παπαγιώργη, Ο Υποχθόνιος, Ντοστογιέφσκι, εκδόσεις Καστανιώτη (σελ 214-17)



Αφήστε μας μόνους χωρίς το βιβλίο κι αμέσως θα πελαγώσουμε....

Το ρομάντσο θέλει ήρωα, ενώ εδώ επίτηδες συγκεντρώθηκαν όλα τα στοιχεία για τον αντιήρωα και, κυρίως, όλα αυτά προξενούν πολύ δυσάρεστη εντύπωση, γιατί όλοι μας ξεσυνηθίσαμε απ’ τη ζωή, όλοι κουτσαίνουμε, άλλος λίγο άλλος πολύ. Τόσο μάλιστα ξεσυνηθίσαμε που είναι στιγμές που νιώθουμε κάποιον αποτροπιασμό για την πραγματική τη «ζωντανή ζωή» και για τούτο δεν μπορούμε να το ανεχτούμε, όταν μας τη θυμίζουν.

Φτάσαμε, βλέπετε, στο σημείο που την πραγματική, τη «ζωντανή ζωή», τη θεωρούμε σχεδόν αγγαρεία, σχεδόν υπηρεσία, κι όλοι μας νοερά συμφωνούμε πως η ζωή του βιβλίου είναι καλύτερη. Και γιατί σκοτωνόμαστε, γιατί χαλάμε τον κόσμο, γιατί παρακαλούμε πολλές φορές; Κι οι ίδιοι δεν ξέρουμε.

Πάλι για μας θα’ ναι χειρότερα, αν πραγματοποιηθούν οι ανόητες ελπίδες μας. Ελάτε να δοκιμάσετε, δώστε μας π.χ. πιο πολύ ανεξαρτησία λύστε τα χέρια οποιανού θέλετε από μας, ανοίχτε τον κύκλο της δράσης του, ελαφρώστε την επίβλεψη και θα δείτε που.... μα σας διαβεβαιώ, θα δείτε που αμέσως θ’ αποζητήσουμε την αυστηρή επίβλεψη. Το ξέρω που μπορεί για τούτο να θυμώσετε μαζί μου, να βάλετε τις φωνές, να χτυπήσετε τα πόδια:

«Μιλήστε», θα πείτε, «για τον εαυτό σας μονάχα και για τις μιζέριες σας μέσα στο αποπνιχτικό σας καταφύγιο μα μην τολμάτε να λέτε και όλοι εμείς».

Μα, κύριοι, σας παρακαλώ, εγώ δεν επιχειρώ να δικαιολογηθώ μ’ αυτό το «όλοι εμείς». Κι όσον αφορά εμένα, εγώ σ’ όλη μου τη ζωή έφτασα σ’ όλα ίσαμε το τέλος, ενώ σεις δεν τολμήσατε να φτάσετε ούτε ίσαμε τα μισά κι ακόμα τη δειλία σας, τη θεωρούσατε για σωφροσύνη και μ’ αυτό παρηγοριόσαστε και γελάτε τον εαυτό σας. Κι έτσι ίσως ίσως να βγαίνω πιο ζωντανός, παρά σεις. Μα για κοιτάχτε πιο προσεχτικά!

Βλέπετε εμείς ακόμα δεν ξέρουμε ούτε πού ζει το ζωντανό τώρα και τι είναι, πώς ονομάζεται! Αφήστε μας μόνους χωρίς το βιβλίο κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα χαθούμε - δε θα ξέρουμε πού ν’ ακουμπήσουμε, από πού να πιαστούμε, τι ν’ αγαπήσουμε και τι να μισήσουμε, τι να εχτιμήσουμε και τι να περιφρονήσουμε! Εμείς ακόμα κι αυτό, το ότι είμαστε άνθρωποι το βαριόμαστε - το ότι είμαστε άνθρωποι με πραγματικό χωριστό κορμί και αίμα. Ντρεπόμαστε γι’ αυτό, το θεωρούμε αίσχος και πασχίζουμε να γίνουμε κάτι απίθανοι γενικοάνθρωποι. Είμαστε νεκρογεννημένοι, μα κι από καιρό τώρα γεννιόμαστε από γονείς, όχι ζωντανούς κι αυτό ολοένα πιο πολύ μας αρέσει. Μπαίνουμε στο γούστο. Πολύ γρήγορα θα επινοήσουμε να γεννιόμαστε κάπως από την ιδέα. Μα φτάνει. Δε θέλω πια να γράφω «μέσα απ’ το υπόγειο»..


Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Το Υπόγειο, μτφρ. Από τα Ρωσικά, Κοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη (σελ. 126-127)






Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Τον έκτο μήνα τον καλό, ενώ ο ήλιος του Ιουνίου λαμποκοπούσε........


Eugène Grasset, La Belle Jardiniere – June (1896)



ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΟΙ ΩΡΕΣ γύριζαν όπως οι μέρες

με πλατιά μενεξεδένια φύλλα στο ρολόι του κήπου
Δείχτης ήμουν εγώ
Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη
ο Ιούνιος ο Ιούλιος ο Αύγουστος

Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί


Ιούνης των στίχων, Ιούνης των ήχων....

Δε
 θέλω πόρτα για χειμώνα. Θέλω να βγω στο καλοκαίρι. Επειδή και οι μήνες γυρίζουν όπως τα λεπτά, δείχτης να είναι τα λόγια και τα τραγούδια που δείχνουν Ιούνιο, τον έκτο μήνα τον καλό, εκείνον που ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στο θαλερό θέρος. Να σέρνει κραυγές τροπαιοφόρου θηριωδίας ο Ιούνιος της υπαίθρου και το πράσινο να ασελγεί επί της εφήβου φύσης.


Κι όπως θα χαϊδεύεται ο Ιούνιος, ο Έρωτας θα ψιθυρίζει στο κάθε που άγγιξε κορμί με τρόπο εμπειρίκιο: «Τα ρούχα πέτα, γδύσου, τίποτε μη φοβάσαι….Ακόμη λίγη θάλασσα, ακόμη λίγο αλάτι. Έπειτα θάθελα να κυλιστώ στην αμμουδιά μαζί σου.»

Έτσι λοιπόν, το κορίτσι θα το πάρει ο Ιούνης, ο βαρκάρης-κατεργάρης, γιατί το κορίτσι θέλει θάλασσα και ο έρως θέλει θέρος. 


Γιάννης Τσαρούχης, Γιούνης

Ιούνης

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Βασίλης Κουμπής
Ερμηνεία: Γιάννης Θωμόπουλος
12 μήνες (1972)

Ο Απρίλης κι ο Ιούνης
κι ο Φλεβάρης ο τσιγκούνης
βάλαν στοίχημα μεγάλο
ποιος θα πάρει την Μαγδάλω

Ρίχνει ο Φλεβάρης χιόνι 
και της φτιάχνει ένα σεντόνι
μα η όμορφη κυρά
φύγε του ’πε μασκαρά

Ο Απρίλης με λουλούδια 
και με πράσινα τραγούδια
τον μπαξέ του της χαρίζει
αλλά αυτή δε χαμπαρίζει

Κι ο Απρίλης λέει του Μάη 
δυό στεφάνια να της πάει
μα η όμορφη κυρά
φύγε του ’πε μασκαρά

Ο Ιούνης ο βαρκάρης 
ο ξανθός ο κατεργάρης
στην βαρκούλα του τη μπάζει
και στο πέλαγο τη βγάζει

Και στο κυματάκι πλάι 
σκύβει και τήνε φιλάει
και η όμορφη κυρά
άστραψε από χαρά


Εκδρομή

Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος
Στίχοι : Άρης Δαβαράκης
Ερμηνεία: Δημήτρης Μπάσης

Κι όπως θα χαϊδεύεται ο Ιούνιος…….

Σα χωράφι μοιάζει όλη η υφήλιος
Παίρνω το δισάκι μου στον ώμο μου
Για να σε ξαναγαπήσω

Πάμε στα νησιά
Νύχτες μεσημέρια
Πάμε Κηφισιά
Πάμε και στ’ αστέρια
άσ’ τα όχι και τα μη
Μην κολλάς στα πρέπει
Η δικιά μας η εκδρομή
Όλα τα επιτρέπει



Τον έκτο μήνα τον καλό

Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική, ερμηνεία: Παντελής Θαλασσινός
Καλαντάρι (2006)

Σ' ένα πηγάδι δροσερό βαθιά κοιμάται το νερό
σκύβει κορίτσι αμίλητο αγόρι ψάχνει αφίλητο

Λάμπει στου χρόνου μια στιγμή τ' αεροσκέπαστο κορμί
πουκαμισάκι αέρινο, στα μάτια φως αστέρινο 

Τον έκτο μήνα τον καλό, καράβι πάει γιαλό-γιαλό 
νύχτα περνάει το Σούνιο, και φέρνει τον Ιούνιο



Ιούνιος 

Στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Ορφέας Περίδης
Ονειροπόλων μόχθοι (2011) 

Φωτιές τ' ουρανού, φωτιά στο νου 
γεννιέται μες στις στάχτες ο Θεός 
κι όποιος λυγάει, μα μένει ορθός 
φλόγες πηδάει

Καπνός μακριά, στον κάμπο βαθιά
άνεμος ροδοπέταλα σκορπάει
το αύριο ψηλά, φρουρός στην σκοπιά
αμίλητο κοιτάει

Αλλάζει στη στιγμή σαν τοπίο σ' εκδρομή
η μέρα, η εποχή
θα μοιάζει μ' ένα φως της αγάπης ο καρπός
σαν δώρο, σαν ευχή

Κήπος μικρός η ψυχή μου κλειστός
θάλασσα μεγάλη ν' ανοιχτεί
να 'χω βοηθό σύμμαχο αγνό
σ' αυτόν το λαμπαρδιάρη τον καιρό



Είχαν αρχίσει οι ζέστες...

Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη 
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι. 

Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους. 
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει. 
Ένα πουλί ξύπνησε. 
Το ποτάμι κυλούσε. 

Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση 
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του 
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους 

όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.

Γιάννης Ρίτσος, «Κυκλική δόξα», Ποιήματα 1930-1960, Τόμος Γ΄, Κέδρος.

Vincent Van Gogh, La méridienne (1889 -1890), Musée d'Orsay, Paris, France


Στεγνός επύρωνε κι αθέριστος Ιούνιος μήνας.....

Στεγνός επύρωνε κι αθέριστος Ιούνιος μήνας
σε τούτο το ύψωμα σε φωτεινούς αγρούς…

Τι να ‘ναι αναρωτήθηκα τούτο το κάλεσμα
που έτσι γλυκά σα μέθη ολάκερο με πλημμυρίζει… 

Κι όπως λαχτάραγα να σηκωθώ στον ώμο μ’ άγγιξε 
το χέρι ανάλαφρο δίνοντας με ταραχή βαθιά. 

Σχήμα δεν έβλεπα μα το άγγιγμα… 
της παρουσίας αυτής που μ’ αιχμαλώτιζε 
μέσα μου εξύπναγε τ’ ανθρώπινο κι η δίψα 
πρωτόγονη ακυβέρνητη… 
κι εχτύπαγε με δύναμη τις σφραγισμένες θύρες. 

Μνήμες δεσπόζουσες τυφλές μαινάδες μνήμες
εντός μου εκραύγαζαν ανάστατες… 

.......όλα χαθήκαν κι ιδού γυμνός 
σε τούτο το ύψωμα στον πυρωμένο αγρό. 
Κι είπα καιρός να φύγω η μνήμη γίνηκε 
μες στο ακυβέρνητο κορμί φωτιά αδυσώπητη…

Τάκης Σινόπουλος, Η τελευταία κραυγή, Μεταίχμιο,εκδόσεις Σ.Ι ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ.

Flaming June by Sir Frederic Leighton


Κατάνυξη αφρών

Κάτι αρχές Ιουνίου με παρέσυραν εδώ
Πρωτοετείς φοιτήτριες της άμμου.
Απόφοιτος εγώ. Με άριστα λυπήθηκα.
Υπάρχω χαμηλόφωνα. Μα ο αχός της θάλασσας
από τους τηλεβόες της γαλήνης
πολύ με θορυβεί....

Κική Δημουλά, Κατάνυξη αφρών, Χαίρε Ποτέ

Βούλα Παπαϊωάννου, Σκύρος, 1950-1955 (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

Κραυγές τροπαιοφόρου θηριωδίας
έσερνε ο Ιούνιος...

Πρωί κι όλα του κόσμου
στημένα
στην ιδεώδη απόσταση μιας μονομαχίας.
Τα όπλα έχουν διαλεχτεί,
τα ίδια πάντα,
οι ανάγκες σου, οι ανάγκες μου.
Αυτός που θα μέτραγε ένα, δύο, τρία, πυρ
καθυστερούσε,
κι ώσπου να 'ρθει
καθίσαμε στην ίδια καλημέρα
και χαζεύαμε τη φύση.

Η εξοχή βρισκότανε στην ήβη
και το πράσινο ασελγούσε.
Κραυγές τροπαιοφόρου θηριωδίας
έσερνε ο Ιούνιος της υπαίθρου.
Πιανόταν και πηδούσε
από κλαδί δέντρων κι αισθήσεων
σε κλαδί δέντρων κι αισθήσεων,
Ταρζάν ταινίας μικρού μήκους
που κυνηγάει αθέατα θηρία
στη μικρή ζούγκλα μιας ιστορίας.
Το δάσος υποσχότανε πουλιά
και φίδια.
Δηλητηριώδης αφθονία αντιθέτων.
Το φως έπεφτε καταπέλτης
σ' ό,τι δεν ήταν φως,
κι η ερωτομανής λαμπρότης
παράφορα φιλούσε κι ό,τι δεν ήταν έρωτας,
μέχρι και τη δική σου συνοφρύωση.

Στη μικρή εκκλησία άλλος κανείς
εκτός από το πολύ όνομά της, Ελευθερώτρια.
Ένας Χριστός περίφροντις
μέτραγε με το πάθος του φιλάργυρου
το βιος του:
καρφιά κι αγκάθια.
Επόμενο ήταν να μην έχει ακούσει
τους πυροβολισμούς.  
Κική Δημουλά, Ζούγκλα, Ποιήματα, Ίκαρος


Childe Hassam, June ( 1905)


Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

«...γιατί τάχα αμαρτία η συμφωνία με την επιθυμία μας;», Γιάννης Ρίτσος, Ισμήνη


«Αναρωτιέμαι κάποτε μήπως και γεννηθήκαμε μόνο και μόνο
για να παραδεχτούμε απλώς πως θα πεθάνουμε. Ωστόσο, στα διαλείμματα
αυτής της άδικης ερώτησης κινείται η ζωή μας»

Μια «άλλη Αντιγόνη», μια «άλλη Ισμήνη»

Στην Ισμήνη της «Τέταρτης Διάστασης» ο Γιάννης Ρίτσος ,προσεγγίζοντας τον μύθο των Λαβδακιδών με μια ιδιοφυή ποιητική αυθαιρεσία, επαναπροσδιορίζει τα σημαντικά και εμβαθύνει στα αιώνια ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Έργο που παραπέμπει στη ζωή και όχι στη θυσία, παρουσιάζει τη φθορά , τη μοναξιά, τη χρεωκοπία της ελπίδας και ταυτόχρονα ξετυλίγει ένα κατηγορώ ενάντια σε κάθε λογής και απόλυτης νοοτροπίας άτομα:

«...γιατί τάχα αμαρτία η συμφωνία με την επιθυμία μας;»

Μια «άλλη Αντιγόνη», που τοποθετημένη σε δυσθεώρητα ύψη, προκαλεί το θαυμασμό, αλλά όχι την οικειότητα. «Αιώνια φοβισμένη ως το θυμό μπροστά στη ζωή, μπροστά στον έρωτα, μπροστά στο φαΐ, μπροστά στο φως, μπροστά στα χρώματα, μπροστά στο δροσερό, γυμνό νερό», «πάντα μαζεμένη, αναδιπλωμένη στον εαυτό της», βλοσυρή, αλύγιστη, επιτιμητική και αλαζονική στην μάταιη δυστυχία της. Μια Αντιγόνη που «θαρρείς και ντρεπόταν που ήταν γυναίκα» κι «η μόνη θηλυκή της γενναιότητα» ήταν να διαλέξει «την ώρα και τον τρόπο του θανάτου της», «αντιστρέφοντας το αναπότρεπτο τέλος σε μιαν ευτελή στην εκτυφλωτική λαμπρότητά της αθανασία»

Μια «άλλη Ισμήνη», η μόνη που επέζησε από τη γενιά των Λαβδακιδών προσπαθώντας να μείνει έξω από το παιχνίδι της εξουσίας και του αίματος, «ένας ίσκιος στη δική της μυστική περιοχή». Μια Ισμήνη που αγαπούσε τα λουλούδια, τον Αίμονα, τη ζωή, «περίεργη για τους νεκρούς, ωραίους, σαν ταγμένους στον έρωτα», γυναίκα, μακριά «απ’ όλες τις ανόητες αντρικές φιλοδοξίες και άσκοπους ηρωισμούς». Χρόνια μετά, στο ρημαγμένο αρχοντικό, με τους νεκρούς να γεμίζουν ολόκληρο το σπίτι, προσπαθεί να αναμετρηθεί με την απόφασή της . Μια Ισμήνη που δεν πέθανε αλλά ούτε έζησε, με καταφύγιο πια τη μνήμη και κείνη τη γαλήνια βεβαιότητα: «κανένας πια δεν μπορεί να μας πάρει αυτό που δεν υπάρχει»

Τέλος, ο ίδιος ο Ρίτσος, «ακάλεστος Ξένος» στα κάθε λογής σεπτά πένθη μας, να λέει και να ξαναλέει, με άλλες λέξεις κάθε φορά, τον ίδιο παρηγορητικό λόγο: 

«Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε, έλεγε,
εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,
είναι δικά μας, και μπορούμε να τα δώσουμε...

Είναι πάντα μια γέννηση, - έλεγε ο Ξένος, -
κι ο θάνατος μια πρόσθεση, όχι αφαίρεση. Τίποτα δε χάνεται......

Όλα δικά μας – Όλα του κόσμου τούτου - 
και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας
χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε»

Γιάννης Ρίτσος, Όταν έρχεται ο ξένος (1958),Τέταρτη Διάσταση

Ο ποιητής, χρόνια μετά το αναπότρεπτο φευγιό του, πεζοπορεί ανάμεσά μας, χαμογελώντας με κατάφαση στον κόσμο ετούτο και σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.


«Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι,
το χέρι του δε μαυρίζει ποτέ. Το χέρι του
είναι αδιάβροχο στη νύχτα. Όταν θα φύγει
(γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει 
ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον
που αδιάκοπα θα λέει «ναι» και πάλι «ναι»
σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.»

Γιάννης Ρίτσος, «Ο ποιητής», Καρλόβασι, 17 Ιουλίου 1987

Frederic Leighton, Antigone (1882)

Η αδελφή μου ρύθμιζε τα πάντα μ’ ένα πρέπει ή δεν πρέπει.... 
                                                                             
Το λύγισμα 
είναι θαρρώ το μέτρο του ύψους. Οι πάντα φοβισμένοι
δεν έχουν τη δύναμη (καθώς, λόγου χάρη, η αδελφή μου) να σκύψουν
και το ύψος τους είναι μονάχα μια παγωμένη ακαμψία.
Ποια η περηφάνεια τους, λοιπόν; Ποια η αρετή τους;

Ω, η αδελφή μου ρύθμιζε τα πάντα μ’ ένα πρέπει ή δεν π ρ έ π ε ι,

λες κ’ ήταν πρόδρομος εκείνης της μελλοντικής θρησκείας
που χώρισε τον κόσμο στα δυο (στον εδώ και στον πέρα), που χώρισε 
το ανθρώπινο σώμα στα δυο, πετώντας το απ’ τη μέση και κάτω.

Πολύ τη λυπόμουν. Παρά λίγο να βλάψει και μένα. Αν την δοξάσανε
     τόσο
ήταν γιατί τους γλύτωσε απ’ το να πράξουν το ίδιο. Στο πρόσωπό της
τιμήσαν τη δική τους αντίθεση νεκρή· — αυτοσυχωρέθηκαν, 
αθωώθηκαν και ησύχασαν.

Michael Ayrton, Αντιγόνη (1942), Cheltenham Art Gallery & Museum


Μοναδική της σκέψη ήταν ο θάνατος..

                                         Αν είχε ζήσει, ω, σίγουρα, 
θα την είχαν μισήσει. Μοναδική της σκέψη 
ήταν ο θάνατος. Και τώρα λέω: μια κ’ ήξερε 
ότι δεν ήταν τρόπος να τον αποφύγει, αντί να τον προσμένει 
αργά, βαριά, γερνώντας ανωφέλευτα, προτίμησε 
να τον προλάβει, να τον προκαλέσει μάλιστα, στ’ όνομα 
μιας πονηρής κ’ ιταμής γενναιοφροσύνης, αντιστρέφοντας το φόβο
όλης της ζωής και της επιθυμίας της σε ηρωϊσμό, αντιστρέφοντας
τον ίδιο της αναπότρεπτο θάνατο σε μιαν ευτελή αθανασία
ναι, ναι, ευτελή, παρ’ όλη της την εκτυφλωτική λαμπρότητα. Πώς το 
       άντεξε, θε μου,
αυτή η αιώνια φοβισμένη ως το θυμό, η αιώνια τρομαγμένη 
μπροστά στο φαί, μπροστά στο φως, μπροστά στα χρώματα, 
μπροστά στο δροσερό, γυμνό νερό;

Yasmin Sinai,Berlin Alley Exhibition 2012,Seyhoun Art Gallery


...θαρρείς πως κουβαλούσε ένα γυμνό κρανίο...

                                                         Ποτέ της
δεν άφησε τον Αίμονα να της αγγίξει το χέρι. Πάντα μαζεμένη
σάμπως για να μη χάσει τίποτε, αναδιπλωμένη στον εαυτό της,

με το 'να χέρι της χωμένο στο μανίκι του άλλου,
με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, με τα φρύδια σμιγμένα,
πρόθυμη μόνο να παρασταθεί σ’ όλες τις δυστυχίες,
νιώθοντας ίσως περηφάνεια για τη δυστυχία της
— ποια δυστυχία;

Ποτέ της δε φόρεσε ένα κόσμημα· ως και τον αρραβώνα της 
τον καταχώνιασε σ’ ένα σεντούκι, περιφέροντας 
τη σκοτεινή αλαζονεία της μες στις νεανικές παρέες μας, 
επισείοντας πάνω απ’ τα γέλια μας το σκυθρωπό της βλέμμα 
σα γυμνό ξίφος ματαιότητας.
                                              Κι αν, κάποτε,
έκανε να βοηθήσει στο τραπέζι, να φέρει ένα πιάτο, μιαν υδρία,
θαρρείς πως κουβαλούσε στις παλάμες της ένα γυμνό κρανίο
και τ’ ακουμπούσε ανάμεσα στους αμφορείς
. Κανείς πια δε μεθούσε.


William Henry Rinehart, Η Αντιγόνη αποδίδει νεκρικές τιμές στη σορό του Πολυνείκη (1870)
Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο


..σαν ξένοι στον εαυτό μας, κι όμως σωστοί κι ειλικρινείς μαζί..

Μια νύχτα, παίζοντας, αγόρια και κορίτσια, πάνω στο χορό, κάποιος
είχε την έμπνευση ν’ αλλάξουμε ρούχα — να φορέσουν τ’ αγόρια γυναικεία
κι εμείς αντρικά. Κι ήτανε μια παράξενη πληρότητα, μια αδέξια ελευθερία
μέσα σ’ αυτή την αλλαγή, — σαν ξένοι στον εαυτό μας και ταυτόχρονα
σωστοί και ειλικρινείς. Μονάχα η αδελφή μου
έμεινε με τα μαύρα ρούχα της, στη γωνιά, πετρωμένη,
επιτιμητική κι αντιπαθητική. Κατεβήκαμε γρήγορα τις σκάλες,
βγήκαμε έξω στον κήπο, σκορπίσαμε. Τα κορίτσια,
ντυμένα αντρικά, ήταν πιο θαρρετά απ’ τα αγόρια. Κι είχε φεγγάρι —
ένα μεγάλο φεγγάρι σαν ταψί. Απ’ τα παράθυρα ερχόταν
η μουσική διυλισμένη απ’ τα φυλλώματα.

                                                                   Ο Αίμων
φορούσε το δικό μου φόρεμα κι ήταν τόσο δικός μου
που χόρεψα μέσα στο σιντριβάνι και τα νερά κρουνελίζαν
στα μαλλιά μου, στους ώμους μου, στα μάγουλά μου,
σα να ’κλαιγα — λέει· ώσπου πάγωσα ολόκληρη κι ένιωσα να ’χω γίνει
ένα άγαλμα επίχρυσο του ίδιου του εαυτού μου, φωτισμένο απ’ το φεγγάρι,
άντικρυ στα τυφλά μάτια του πατέρα. Αυτό το ρίγος μου επανέρχεται ακόμη.

Τότε ήτανε που εχάθη για τρεις μέρες η αδελφή μου.
Θαρρώ πως είχε καταφύγει στου πατέρα σας. Αυτός μας την έφερε
πάνω σ’ ένα μουλάρι. Στο σαμάρι του κρέμονταν ανάποδα
δυο λευκές κότες κι ένας κόκορας πολύχρωμος· — μου ’κανε εντύπωση
η άνεση που είχαν στην αντεστραμμένη εκείνη στάση, — μήπως κούραση;
μήπως υποταγή; γλυκιά σοφία του αναπότρεπτου; Εκείνη ούτε τα πρόσεξε.

Anthony Frederick Sandys, Αντιγόνη 


Δεν το ανεχόταν να σκύψει μπρος στην ίδια της επιθυμία..

Η αδελφή μου θαρρείς και ντρεπόταν που ήταν γυναίκα. Ίσως αυτό
να ’ταν η δυστυχία της. Κι ίσως γι’ αυτό να πέθανε. Καθένας μας ίσως
θα ’θελε να ’ναι κάτι άλλο απ’ ό,τι είναι. Άλλος τ’ αντέχει περισσότερο ή 
            λιγότερο,
άλλος καθόλου. Η μοίρα, καθώς λένε, μας δένει μες στον κύκλο του 
            ακατόρθωτου
να τριγυρνάμε γύρω γύρω στο πηγάδι, όπου μέσα του μένει
κλεισμένο, σκοτεινό, αξεδιάλυτο το πρόσωπό μας. Η αδελφή μου
αρνιόταν να παραδεχτεί και να υπακούσει, — αλύγιστη η απελπισμένη.

Ωστόσο, κάποιο μεσημέρι του καλοκαιριού, που όλοι κοιμόνταν,
την ώρα που κατέβαινα ξυπόλυτη τη σκάλα, την είδα
μπρος στο κελάρι της τραπεζαρίας, με μια γαβάθα πετιμέζι στην ποδιά της,
να τρώει μεγάλες κουταλιές μουλιασμένο ψωμί. Γύρισα κι έφυγα.
Ακούστηκαν μεμιάς τα τζιτζίκια που φώναζαν στον κήπο. Δε με είδε.

Ποτέ δεν της το ’πα. Δεν έμαθε. Πολύ τη λυπόμουν.
Πεινούσε κι εκείνη (και το ’ξερε). Μπορεί και ν’ αγαπούσε. Δεν το ανεχόταν
να σκύψει μπρος στην ίδια της επιθυμία, που δεν ήταν, βέβαια,
δικό της έργο, δική της εκλογή. Μόνο το θάνατό της, — όχι·
μόνο την ώρα και τον τρόπο τού θανάτου της μπορούσε να διαλέξει.
Κι αλήθεια, διάλεξε. Κι εκείνο της το «άκλαυτος, άφιλος»,
ιδίως εκείνο το «ανυμέναιος», ήταν η μόνη της ομολογία,
η πρώτη ωραία ταπεινοσύνη της, η μόνη θηλυκή της γενναιότητα,
η τελευταία και μόνη της ειλικρίνεια, πού έτσι σα να δικαίωσε κάπως
την πικραμένη υπεροψία της. Αυτό τη συχώρεσε στα μάτια μου.

Κι εκείνο τ’ άλλο — όταν ανοίξαμε κάποτε το βάζο με το πετιμέζι
και το ’βραμε μισοάδειο, (όλοι κοιτούσαν παραξενεμένοι)
μια κοκκινίλα ανέβηκε στα μάγουλά της. Εγώ κοίταζα αλλού. Στα παράθυρα
η μέρα ήταν κάτασπρη και δύσκολη, τόσο που ευχήθηκα μέσα μου
την τύφλωση όλων για όλα. Λίγα ανόητα τριαντάφυλλα ξεμύτιζαν
από τον κήπο ως το περβάζι. Κι ένιωσα, πρώτη μου φορά, πως ο θάνατος
δεν είναι μαύρος, αλλά άσπρος — δεν μπορείς να κρυφτείς. Δυο υπηρέτριες
τιμωρήθηκαν για κείνη την κλοπή. Θαρρώ πως από τότε
είχε αποφασισμένο πια το θάνατό της, — παραμόνευε, περίμενε.


Antigone And Ismene by Emil Teschendorff


Πεθαμένη, είχε γίνει επιτέλους γυναίκα.

Είχε τρομάξει η ανήμπορη την αμαρτία —ποια αμαρτία;—
γιατί τάχα αμαρτία η συμφωνία με την επιθυμία μας; Ποτέ της
δεν ήταν η αδελφή μου τόσο ωραία, όσο νεκρή· εγώ μόνη μου
της έβαψα έντονα τα μάγουλα (μπορεί και να θυμήθηκα
εκείνο της το ερύθημα μες στην τραπεζαρία, μπροστά στο βάζο),
της έβαψα τα χείλη βυσσινιά, και τα μάτια κατάμαυρα, τεράστια
με καμένο φελλό (ποτέ της δε βαφόταν). Της φόρεσα
πενταπλά περιδέραια να κρύψω το σημάδι του λαιμού της,
τα σκουλαρίκια εκείνα με τους δυο γυμνούς ερωτιδείς, δαχτυλίδια, βραχιόλια,
και μια φαρδιά, χρυσή πόρπη στη ζώνη της. Έτσι, βαμμένη, στολισμένη,
είχε αποχτήσει μια παράξενη ομοιότητα μ’ εμένα.
«Πώς μοιάζει της Ισμήνης», είπε σιγά ένα κορίτσι. Τώρα
είχε παραιτηθεί απ’ τις τρομερές της αποφάσεις, απ’ τούς ηθικούς κανόνες,
απ’ όλες τις ανόητες αντρικές φιλοδοξίες και ιδεοληψίες. Πεθαμένη,
είχε γίνει επιτέλους γυναίκα.


Antigone and Ismene by Thomas Armstrong


...το ανθρώπινο σώμα, ανυπεράσπιστο, ανίδεο, αμετάπειστο, εξαίσιο

Ο μικρός αδελφός μου είχε μανία με τις πόρπες· είχε μαζέψει
μια ολόκληρη συλλογή απ’ αυτές, διαφόρων εποχών, αντρικές, γυναικείες,
από φαρδιούς πολεμικούς ζωστήρες ή από παλιές λεπτεπίλεπτες ζώ
νες —
περίεργα σχήματα, περίεργα σχέδια, περίεργες παραστάσεις
ανθρώπων, θεών, πουλιών, τεράτων.
                                                            Μια φορά μου τις έδειξε.
Έλαμπαν με ποικίλες λάμψεις το φθινοπωριάτικο εκείνο ηλιοβασίλεμα.
Δεν κατάλαβα τίποτα. Εκείνος μου εξηγούσε, μου εξηγούσε
σαν κάτι να ’θελε να κρύψει· κάτι μου έμενε ανεξήγητο,
κι αυτό ακριβώς μου ’χε αρέσει. Ίσως κι εκείνος αυτό να επιδίωκε,
δηλαδή ν’ αναδείξει το ανεξήγητο.
Η κυρίαρχη λάμψη
ήταν ένα βαθύ βυσσινί καθώς το αίμα, ή χαλκοπράσινο
καθώς τα σπλάχνα του ανθρώπου. Μα εκείνο που μου ’μεινε πιότερο απ’ 
         όλα
ήταν μια αίσθηση από ακμαία σώματα, γυμνά, μετά την κίνησή τους
ν’ αφαιρέσουν ανυπόμονα τη ζώνη τους. Όταν του το ’πα, θύμωσε. (Μα 
         μήπως
υπάρχει τίποτα στον κόσμο πιο ανεξήγητο, πιο ασύλληπτο
από το τόσο απτό — κι ίσως γι’ αυτό,— το τόσο ευμετάβολο ανθρώπινο σώμα;)


Αυτός ήταν που πήγε στους Αργείους. Η αδελφή μου του ’χε αδυναμία.
Αυτός κι εκείνη ήταν απόλυτοι, εύθικτοι, άδικοι. Θέλω να πω
είχαν μιαν αντίληψη πολύ προσωπική της δικαιοσύνης. Δεν έβλεπαν
και το δίκιο των άλλων ή τη γενική αδικία. Έτσι χαθήκανε
κι αυτοί και οι άλλοι.
Όμως τις πόρπες τις κρατώ· κι είναι το μόνο
που απομένει απ’ αυτόν. Κι όπως έμαθα αργότερα,
τις είχε συγκεντρώσει από ζώνες νεκρών. Αυτή η πληροφορία
δεν άλλαξε την πρώτη μου αίσθηση καθόλου, απεναντίας την υπογράμ
μισε.

Παράξενο, — μέσα σ’ όλες αυτές τις αλλαγές, τις ταραχές, τις ανακατα
τάξεις, όπως λένε,
να μένει μόνον, ξεχωρίζοντας καθάρια πάνω απ’ όλους τους θανάτους,
το ανθρώπινο σώμα, ανυπεράσπιστο, ανίδεο, αμετάπειστο, εξαίσιο. 
        Θαρρώ
πως μόνο κάλλος είναι η άγνοια· μόνη αρετή η νεότητα·
πόσο κρατάει κι αυτή; πόσο κρατάμε; Ανανεώνεται, θα πείτε,
με τις ερχόμενες γενεές· — όχι για μας, όχι για μας — ποια, λοιπόν, η 
        ανανέωση;


Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη (1865). 
Νικηφόρος Λύτρας. Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Μήτε να κυβερνάς μήτε να κυβερνιέσαι....

Τι κατάλαβαν, θε μου, τι κέρδισαν; — Σκοτούρες, σκοτούρες, καθήκοντα,
άσκοποι ηρωισμοί· — μεγάλες πόρτες άνοιγαν, έκλειναν στο ίδιο σκοτάδι·
γύψινα, χάλκινα, μαλαματένια, βελούδινα προσωπεία,
πονηρίες, κολακείες, μεταμφιέσεις, — να κρυφτούν από ποιόν;
από τον εαυτό τους; απ’ τους άλλους; απ’ τη μοίρα; Κι η αδηφαγία της δόξας —
θαρρώ πως κάθε δόξα στηρίζεται σε πάμπολλες παρεξηγήσεις
κι οπωσδήποτε στην άρνηση της ζωής — τι να την κάνεις;

Ποτέ δε μ’ εγκατέλειψε ο φόβος μη με καθίσουν μια μέρα στο θρόνο.
Μόνον αυτοί που φοβούνται τον εαυτό τους επιδιώκουν τ’ αξιώματα, ή, μάλλον,
αυτοί που μισούν τη ζωή και τους ανθρώπους.
Δε θα μ’ άρεσε διόλου
να ’μαι περίβλεπτη, να μην έχω έναν ίσκιο, μια θέση
σε μια δική μου μυστική περιοχή, να βγάλω αργά τα σανδάλια μου,
να παίξω τα κλειδιά των συρταριών μου με ξέγνοιαστο χέρι, αφημένο
έξω από το κρεβάτι μου.[......]

Ασήκωτο βάρος, νομίζω,
να κυβερνάς και να προστάζεις. Και πάντα, στο τέλος, καθένας
κυβερνιέται απ’ αυτό που κυβερνά·
— χώρια η απέραντη κείνη υποψία
προς όλους και προς όλα, — ένας ίσκιος πουλιού να περάσει στην αίθουσα
τυχαία την ώρα του λιογέρματος, είναι ένα τιναγμένο μαχαίρι
καμωμένο από αθόρυβο μέταλλο. Για τούτο οι τύραννοι
γίνονται μέρα με τη μέρα όλο πιο τύραννοι. Όταν ο κόσμος
έχει το φόβο σου είτε την ανάγκη σου, ποτέ δεν ξέρεις τι σου ετοιμάζει.

Καλύτερα, λοιπόν, μήτε να κυβερνάς μήτε να κυβερνιέσαι (πώς να γίνει;) —
φτάνει η κυβέρνια αυτή που μας σφραγίζει πριν απ’ τη γέννησή μας· φτάνει
ο θάνατος που μας παραμονεύει· — μ’ αυτόν εξοικειώνεσαι κάπως·

Pierre Auguste Renoir, Βασιλιάς Οιδίπους (1895)

Μες στο μαλακωμένο σώμα, μένει παντοτινά σκληρή, αμετάπειστη η επιθυμία....

                                                                             Χαλαρώνει το σώμα,
ξεθωριάζει το χρώμα στα μαλλιά, στα παράθυρα, στα μάτια,
ξεσφίγγει η παλάμη, όπου μέσα της είχαν αποθέσει
ένα μεγάλο, σκληρό, χρυσό νόμισμα, κι όλη η ζωή μας
ήταν μια σύσπαση για να κρατήσουμε τούτο το νόμισμα, ένας φόβος
μη και μας πέσει, μην το χάσουμε·
αχρηστευόταν το ’να μας χέρι,
αχρηστευότανε η μισή ζωή μας, ολόκληρη η ζωή μας.

Τώρα ξεσφίχτηκε από μόνο του το χέρι, παραδόθηκε·
το νόμισμα έπεσε· μας το πήραν. Μόνο που μέσα στην παλάμη
μένει βαθύ το χάραγμα από κείνο το ατέλειωτο σφίξιμο.
Η σάρκα
μαλάκωσε, γαλήνεψε. Μπορείς πια να σαλεύεις
ελεύθερα και τα δυο σου τα χέρια. Μπορείς να βαδίζεις
κινώντας άφοβα τ’ άδεια σου χέρια μέσα στο άδειο —
μια αργή, ελαφρά κωπηλασία μες στο υπέροχο άσκοπο, ώσπου
ένα άλλο νόμισμα χάλκινο να σου βάλουν ανάμεσα στα δόντια.

Κακά ’ν’ τα ψέματα — που ’λεγε κι ο πατέρας σας. Μες στο μαλακωμένο ετούτο σώμα,
μένει παντοτινά σκληρή, αμετάπειστη η επιθυμία· κι η αίσθηση εκείνη
μιας αδικαιολόγητης αργοπορίας.
Συχνά οι γυναίκες, τέτοιες ώρες,
αγκαλιάζουν τ’ αγάλματα, φιλούν το πέτρινο στόμα τους, ονειρεύονται
πως πλαγιάζουν μαζί τους. Αν έτυχε ποτέ σας να δείτε τα χείλη
των αγαλμάτων βρεγμένα, είναι απ’ το σάλιο ερημωμένων γυναικών. Η μνήμη
είναι, βέβαια, ένα κάποιο καταφύγιο. Όμως κι αυτή εξαντλείται,
της χρειάζονται νέες παραστάσεις, έστω τυχαίες, έστω ξένες.


Η Σφίγγα (λεπτομέρεια), Gustave Moreau (1888)
Musee d'Art et d'Histoire - Metz

Φανερό πως περίμενε κάτι έκτακτο.....
                                                                                            
                                                                                               Λίγο αργότερα,
ακούστηκαν και πάλι σάλπιγγες. Οι άντρες τιναχτήκαν απ’ τον ύπνο τους,
ζώνονταν τα σπαθιά τους, πηδούσανε στ’ άλογα.

Οι θέσεις τους επάνω στα κρεβάτια μέναν για λίγο ζεστές. Μετά κρυώνανε.
Εκεί κουλουριαζόνταν οι γυναίκες και κλαίγαν. Η αδελφή μου
μέρα τη μέρα αδυνάτιζε· γινόταν πιο σκληρή· χλώμιαζε·
απόφευγε τον Αίμονα και μένα. Έβγαινε μόνη τ’ απογεύματα.
Ίσως να πήγαινε ως τις πύλες των Θηβών, ίσως και να κουβέντιαζε
με κείνη τη λεοντόκορμη γυναίκα. Τα μάτια της σε κάρφωναν
με δυο παγωμένα ερωτήματα, κι ας μη σε κοιτούσε.
Φανερό πως περίμενε κάτι έκτακτο. Τις νύχτες δεν κοιμόμασταν.

Τα σεντόνια πέφταν στο πάτωμα. Πολλές φορές έκανα πως κοιμάμαι·
την παρακολουθούσα — πλαγιασμένην πιο κει σε ασάλευτη ένταση. Μια νύχτα
το φεγγαρόφωτο είχε εισδύσει στο δωμάτιο, την έλουζε ως τη μέση·
την είδα να κινεί τα φωτισμένα δάχτυλά της σα χορεύτρια, σαν ιέρεια,
σα να ’πλεκε ένα αόρατο σκοινί, σα να ’γραφε αριθμούς στον αέρα·
κάτι μετρούσε — ίσως τα χρόνια της (ή μήπως την ανυπαρξία;)
ύστερα τα ’φερε γύρω στο λαιμό της, τ’ άφησε εκεί ασημένια,
και μονομιάς τινάχτηκε σα να τρόμαξε. Σηκώθηκε,
πήρε την άσπρη δαντελένια ομπρέλα της μητέρας, την άνοιξε
και κάθισε κάτω της, συμμαζεμένη στο κρεβάτι, σαν για να προφυλαχτεί
απ’ το φεγγάρι ή απ’ τους ίσκιους της νύχτας.Έμοιαζε έτσι
σα να ’ταν όλη τρυπημένη από μικρούς ασημογάλανους μαιάνδρους.


Jules-Eugène Lenepveu, Antigone Gives Token Burial to the Body of Her Brother Polynices


.....ωραίοι, σαν ταγμένοι στον έρωτα

Έξω
απ’ τα τείχη πληθαίναν οι νεκροί. Ήμουνα πάντα περίεργηγια τους νεκρούς· — όχι προσπάθεια εξοικείωσης με το θάνατο
ούτε και συμφιλίωσης.[....]

Τους έβλεπα
χωρίς καθόλου θλίψη, — ωραίοι, σαν ταγμένοι στον έρωτα.
Ώσπου ήρθαν οι δικοί μας νεκροί· και μεμιάς μεγαλώσαμε.

Είδα την αδελφή μου στην αυλή τα χαράματα —σημαδεμένη απ’ τη μοίρα—
κατάχλωμη. Τα χέρια της, το φόρεμά της, τα μαλλιά της όλο χώματα.
Τ’ αγιάζι το πρωινό μάς περόνιαζε. Τρέμαμε. Η μέρα κατέβαινε
απέραντα άσπρη, διάτρητη με μαύρα κοράκια.

Τι κατάλαβαν, θε μου, τι κέρδισαν; Τα άλλα τα ξέρετε.
Δεν απόμεινε τίποτα. Μόνο η πέτρινη Σφίγγα πάνω στο βράχο
έξω απ’ τις πύλες των Θηβών, αδιάφορη, απερίσπαστη —
δε θέτει πια ερωτήματα. Κόπασε ο μάταιος θόρυβος. Άδειασε ο χρόνος.

Μια ατέλειωτη Κυριακή με κλεισμένα παράθυρα. [.....]

Μια τάφρος σιωπής — όπως είπατε.[......] 


ΑΘΗΝΑ, Σεπτέμβρης–Δεκέμβρης 1966, ΣΑΜΟΣ, Δεκέβρης 1971
Γιάννης Ρίτσος, Ισμήνη, Τέταρτη Διάσταση, εκδόσεις Κέδρος

Marie Spartali Stillman, (1844-1927), Αντιγόνη 
Ιδιωτική Πινακοθήκη Simon Carter στο Woodbridge του Suffolk (Μ. Βρετανία)