Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

«Τι είναι τούτο το ωραίο», Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας


Πόσες όψεις έχει το Ωραίο;

Αμέτρητες, όσες και οι ανθρώπινες αισθητικές αντιλήψεις δια μέσω των αιώνων. Αυτή τη διαρκή αναζήτηση και αισθητική αποτύπωση του ωραίου στα υλικά δημιουργήματα του ανθρώπου παρουσιάζει η νέα περιοδική έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας, με τίτλο «Οι αμέτρητες όψεις του Ωραίου»

Πρόκειται για την ολοκλήρωση της εκθεσιακής τριλογίας που πραγματοποίησε το Μουσείο για να τιμήσει την ιστορία των 150 χρόνων από τη θεμελίωση του κτιρίου του (1866-2016), ξεκινώντας το 2015 με το «Ένα όνειρο ανάμεσα σε υπέροχα ερείπια... Περίπατος στην Αθήνα των περιηγητών 17ος - 19ος αιώνας» και αμέσως μετά με τις «Οδύσσειες».


Η έκθεση παρουσιάζει 340 αρχαία έργα από τις Συλλογές του μουσείου, που χρονολογούνται από τη νεολιθική περίοδο ως την ύστερη αρχαιότητα.

«Το μουσειολογικό αφήγημα αναπτύσσεται σε τέσσερα μέρη που αποκαλύπτουν σταδιακά το ωραίο ως μια διαρκώς εξελισσόμενη πραγματικότητα: ως καλλιτεχνική έκφραση, ερωτική έμπνευση, θέση και αντίθεση, και ακόμη ως διανοητικό αγώνα, ατομικό ή συλλογικό, προς την ελευθερία και την αυτογνωσία»



Μαρία Λαγογιάννη, διευθύντρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου



(©:Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)
«Αιώνια αισθητική»

Η εισαγωγή, που έχει τίτλο «Αιώνια αισθητική», παρουσιάζει επιλεγμένα αντικείμενα της καθημερινότητας που καταγράφουν τις συνεχείς εναλλαγές και τις διαφορετικές εκφράσεις αισθητικής στην ανθρώπινη διαχρονία. 


Επιζητώντας να σφραγίσει με το δικό του εκφραστικό τρόπο τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν,  ο άνθρωπος πειραματίζεται με διαφορετικές ύλες, αναζητεί νέες φόρμες, εφαρμόζει πρωτοποριακές τεχνικές, σχεδιάζει εναλλακτικούς τρόπους διακόσμησης, δημιουργεί νέους ρυθμούς.


Στα χέρια επιδέξιων τεχνιτών οι διάφοροι τύποι αγγείων και τα αμέτρητα ωφέλιμα σκεύη μετατρέπονται πολλές φορές σε θαυμαστά έργα τέχνης. Χρυσά διακοσμημένα κύπελα, αργυρά και χάλκινα αριστουργηματικά σκεύη,  αγγεία από πηλό, αλάβαστρο και στεατίτη,  αναρίθμητες εναλλαγές από ύλες, σχήματα και χρώματα, συνθέτουν το προοίμιο της έκθεσης αποκαλύπτοντας στα μάτια του θεατή μια γοητευτική εικόνα για τις αμέτρητες εκδοχές του ωραίου, σαν μια αισθητική αιώνων στην κοσμοθεωρία του Ηράκλειτου που μιλά για τη διαρκή μεταβολή του κόσμου και την αρμονία των διαφορών. 

Η ενότητα ξεκινά με μια πανέμορφη ανάγλυφη γυναικεία προτομή από τη Μήλο (μέσα του 5ου αι. π. Χ.): Τα μαλλιά της - σίγουρα μακριά - είναι μαζεμένα προσεκτικά μέσα σε σάκο, ο οποίος πέφτει βαρύς προς τα κάτω, κόμμωση που δείχνει την έμφυτη επιθυμία κάθε ανθρώπου να τονίσει, αν μη τι άλλο, την ομορφιά του.

Μαρία Λαγογιάννη - Γεωργαράκου, διευθύντρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου



Τμήμα μαρμάρινου δίσκου με ανάγλυφη γυναικεία κεφαλή, πιθανώς η Αφροδίτη. 
Από τη Μήλο. Γύρω στο 460-450 π.Χ.

Ραμφόστομη μαστοπρόχους με ανθρωπόμορφα και πτηνόμορφα στοιχεία που αποδίδονται γραπτά ή πλαστικά. Ακρωτήρι Θήρας, 16ος αι. π.Χ.

Χάλκινο κάτοπτρο αργειακού εργαστηρίου, περ. 460 - 450 π.Χ

Πυξίδα με τέσσερα άλογα στο πώμα. Από το νεκροταφείο του Κεραμεικού στην Αθήνα, 
750 - 735 π.Χ


Λήκυθος με προτομή Αφροδίτης αναδυομένης. Από την Τανάγρα Βοιωτίας, 400 - 375 π.Χ. Η θεά παριστάνεται ολοστόλιστη, με πλούσιο περιδέραιο στο λαιμό, ενώ στα μαλλιά της φέρει φαρδύ στεφάνι, που σώζει ίχνη χρώματος. 

Πήλινο ειδώλιο έρωτα από τη Μύρινα της Μ. Ασίας, 2ος αι. π.Χ 
Ο φτερωτός Έρωτας φοράει περίαμμα – φυλακτό χιαστί στον άνω κορμό.

«Το ωραίο και το επιθυμητό»

Το δεύτερο μέρος, που ονομάζεται «Το ωραίο και το επιθυμητό», επιχειρεί μια ουσιαστική προσέγγιση στις αισθητικές προτιμήσεις των αρχαίων κοινωνιών, με βάση όσα αποκαλύπτουν οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι για την ομορφιά, αλλά και τα αρχαιολογικά ευρήματα.

Η αρχαία ελληνική ιδεολογία για την ομορφιά και η σύνδεσή της με τον έρωτα παρουσιάζονται ως δύο σκηνογραφημένα επεισόδια και αναπτύσσονται με τη βοήθεια μιας κεντρικής νησίδας που σχηματίζει δύο σταθμούς.  



«Οὐκ ἔστιν ἂνευ Ἒρωτος  Άφροδίτη»

Πλάτωνος, Συμπόσιον, 180d.


Στον πρώτο σταθμό, η Αφροδίτη υποδέχεται τον επισκέπτη με τη μορφή ενός μαρμάρινου αγάλματος. Ημίγυμνη, με το ιμάτιο τυλιγμένο στους γλουτούς, η θεά συνοδεύεται από ένα μικρό μαρμάρινο άγαλμα που παριστάνει έναν κοιμώμενο Έρωτα.

Στη Θεογονία του Ησίοδου ο Έρωτας, «ο πιο ωραίος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς» εμφανίζεται μαζί με την «πλατύστερνη Γη» αμέσως μετά το Χάος. Για την Πλατωνική Διοτίμα, ο Έρωτας γεννήθηκε στα γενέθλια της Αφροδίτης και επειδή από τη φύση του είναι ερωτευμένος με το κάλλος, ακολουθεί παντοτινά την ωραία θεά.



Μαρμάρινο άγαλμα Αφροδίτης στον τύπο των Συρακουσών. 



Βρέθηκε στις Βάιες της Κάτω Ιταλίας και ανήκε στην συλλογή του λόρδου Hope. Έργο του 2ου αιώνα μ.Χ (το πρωτότυπο ανάγεται στον 4ο αιώνα π.Χ.) Η Αφροδίτη όρθια και ημίγυμνη συγκρατεί με το αριστερό της χέρι το πλούσια πτυχωμένο ιμάτιο που τυλίγεται γύρω από τους γλουτούς της. Ο λαιμός, το κεφάλι και το δεξί χέρι έχουν συμπληρωθεί από τον διάσημο γλύπτη του νεοκλασικισμού Antonio Canova (1757 - 1822).


Στο δεύτερο σταθμό ο θεατής καλείται να παρακολουθήσει ένα προσφιλή μύθο της αρχαιότητας. Με αφορμή το χρυσό μήλο που ρίχνει η Έρις στους γάμους του Πηλέα και της Θέτιδας ξεκινά με εντολή του Δία, ο αγώνας ανάμεσα στην Ήρα, την Αφροδίτη και την Αθηνά για τα πρωτεία της ομορφιάς. 


Την κρίση του Πάρη υπαινίσσεται ένα μαρμάρινο αγαλμάτιο της Αφροδίτης. Η θεά παριστάνεται με λεπτό χιτώνα που αφήνει ακάλυπτο το αριστερό στήθος, ενώ στο αριστερό της χέρι κρατά το μήλο της βράβευσης.





Αττικό ερυθρόμορφο επίνητρο, γύρω στο 425 π.Χ. 
 Έργο του «Ζωγράφου της Ερέτριας»

Αριστουργηματικό έργο του αττικού ερυθρόμορφου ρυθμού, που διακοσμείται με μια μοναδική εικονιστική παράσταση. Το επίνητρο ήταν ιδιότυπο τροχήλατο σκεύος, που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για το ξέσιμο του μαλλιού, τοποθετώντας το επάνω στο γόνατό τους. 

Στο πρόσθιο μέρος του, δηλαδή στο σημείο που ακουμπούσε στο γόνατο, φέρει ανάγλυφη προτομή γυναίκας, πιθανώς της Αφροδίτης. Στις δύο πλευρές του εικονίζονται σκηνές γυναικωνίτη: στη μία, η νύφη Άλκηστις ως νύφη ανάμεσα στις φίλες της και στην άλλη η Αρμονία, ο Έρως, η Ήβη, και η Αφροδίτη. Στη ζώνη επάνω από την ανάγλυφη προτομή εικονίζεται η αρπαγή της Θέτιδας από τον Πηλέα.

Τα «μυστικά» Αφροδίτης

Στην ίδια ενότητα παρουσιάζονται δυο χρυσά τεχνουργήματα, μια ζώνη και ένα διάδημα. Μοναδικά έργα τέχνης, συντρόφεψαν τη ζωή και το θάνατο δύο γυναικών που ήξεραν να ακολουθούν τις επιταγές και τα «μυστικά» Αφροδίτης.



Χρυσή ζώνη (Συλλογή Ελένης και Αντωνίου Σταθάτου)

Χρυσή ζώνη στολισμένη με φύλλα, ποικίλα άνθη και καρπούς. Ανάμεσά τους μέλισσες, κάμπιες, πουλιά. Στην πόρπωση δελφίνια. Χρωματιστό σμάλτο, γρανάτες, κορναλίνες και γυαλί συμπληρώνουν τη διακόσμηση. Από τον λεγόμενο «Θησαυρό του Καρπενησίου».  2ος αι. π.Χ.


Χρυσό διάδημα (Συλλογή Ελένης και Αντωνίου Σταθάτου) 
Ελληνιστική περίοδος, Τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.

Χρυσό διάδημα με ανθοφόρες βλαστόσπειρες και στο μέσο ηράκλειον άμμα με τον Έρωτα. Το κεντρικό τμήμα του διαδήματος καλύπτεται από τον κόμβο του Ηρακλή. Στο κέντρο του κόμβου παριστάνεται ένας γυμνός φτερωτός Έρωτας. Στα πίσω άκρα του λεπτεπίλεπτου αυτού διαδήματος δύο θηλιές χρησίμευαν για την πρόσδεσή του στο κεφάλι.Από τον λεγόμενο «Θησαυρό της Δημητριάδος». [ 325-300 π.Χ.]

«Χρη καλλωπίζεσθαι....»




Ευφάνταστα ενδύματα, περίτεχνες κομμώσεις και εντυπωσιακά κοσμήματα που ξεκινούν από την Αρχαιότερη Νεολιθική Περίοδο (6500-5800 π.Χ.) και φθάνουν μέχρι τους ιστορικούς χρόνους αποκαλύπτουν δίπλα στη δημιουργικότητα μια ιδιαίτερα αναπτυγμένη αισθητική.

«Οτιδήποτε χρησιμοποιείται σήμερα σε σχέση με τον γυναικείο καλλωπισμό θα το βρείτε και στην αρχαιότητα», είπε με έμφαση η κ. Λαγογιάννη, δίνοντας τα αρχαία παραδείγματα του μέικ απ (λευκός μόλυβδος ή μηλία γη και κιμωλία), του προϊόντος για λαμπερή επιδερμίδα (κροκοδειλέα, δηλαδή περιττώματα κροκόδειλου), της αντιρυτιδικής κρέμας (λίπος ή γάλα γαϊδούρας) και του ρουζ (πέταλα από λουλούδια), τονίζοντας, με τον τρόπο αυτό, τη διαχρονία και την αισθητική σταθερά κάποιων πραγμάτων. 

Χρυσά στρεπτά ελάσματα από τις Μυκήνες, 14ος – 13ος αι. π.Χ. (αριστερά στη φωτογραφία)

Με ελάσματα αυτού του τύπου, πολύχρωμες χάντρες, κορδέλες και δίχτυα, οι Μυκηναίες αριστοκράτισσες έπλεκαν τα πλούσια μαλλιά τους.

Μοναδική πλαστική γυναικεία κεφαλή από ασβεστοκονίαμα, μορφή θεάς ή σφίγγας, από τα ελάχιστα δείγματα της μυκηναϊκής μεγάλης πλαστικής. 

Τα χαρακτηριστικά του επιβλητικού προσώπου, με την έντονη έκφραση, τονίζονται με ζωηρό κόκκινο ή μαύρο χρώμα και διακρίνονται στιγμορόδακες στα μάγουλα και το πηγούνι. Η μορφή φέρει πώλο (κάλυμμα κεφαλής) και στο μέτωπο διακρίνονται οι βόστρυχοι της κόμμωσης. Από την περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου της ακρόπολης των Μυκηνών. 13ος αι. π.Χ.



Μαρμάρινη γυναικεία κεφαλή στη μορφή θεατρικού προσωπείου. Τέλη 1ου αι. μ.Χ. Τα μαλλιά σχηματίχουν στεφάνη γύρω από το πρόσωπο, που περιβάλλεται από πυκνούς σφιχτούς βοστρύχους. Η επιδερμίδα είναι γυαλισμένη. Τα ανάγλυφα φρύδια τονίζονται με χρώμα. Τα μάτια ήταν ένθετα. Οι ίριδες ήταν ίσως από υαλόμαζα.


Η ενότητα εμπλουτίζεται με μια έκπληξη, που παρουσιάζεται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο και η οποία εμβαθύνει τη βιωματική εμπειρία του επισκέπτη. 

Στα ανακτορικά αρχεία των πινακίδων της Γραμμικής γραφής Β, περιέχονται πολύτιμες πληροφορίες για αρωματικά έλαια σε ρευστή ή παχύρρευστη μορφή που παρασκευάζονταν με βάση το ελαιόλαδο και μετέφεραν στους χρήστες τους τη μυρωδιά φυτών και βοτάνων, όπως του κύπειρου, του φασκόμηλου, του κορίανδρου και του τριαντάφυλλου. 

Για πρώτη φορά παρουσιάζονται στο ευρύ κοινό 
τρία αρωματικά έλαια, που έχουν παρασκευαστεί ακολουθώντας την αρχαία διαδικασία του βρασμού, με βάση τα συστατικά που αναγράφονται στις πινακίδες της Γραμμικής γραφής Β.

Το ένα από τα τρία αρχαία αρώματα που παρασκευάστηκαν στα εργαστήρια Κορρές ονομάστηκε «Ρόδο Αφροδίτης». Πρόκειται για την πρώτη κατασκευή αρχαίου αρώματος στην Ελλάδα, με βάση τις αρχαίες πηγές, που έχει ως συστατικά το αγριέλαιο, το φυτό κύπειρο (όπως ειπώθηκε στη συνέντευξη το βρήκαν στην Αμοργό), τη ρίζα του φυτού αλκάνα και πέταλα από τριαντάφυλλα.



«Προβάλλοντας το σώμα»


«Προβάλλοντας το σώμα» είναι ο τίτλος της τρίτης ενότητας που παρακολουθεί την έκφραση του ωραίου στην εικαστική απόδοση του ανθρώπινου σώματος από τη νεολιθική περίοδο μέχρι τους ιστορικούς χρόνους. Παρουσιάζονται ειδώλια νεολιθικά, κυκλαδικά, μυκηναϊκά, τμήμα από μυκηναϊκή τοιχογραφία της Τίρυνθας, ελεφάντινα έργα μικρογλυπτικής, σφραγιστικά δακτυλίδια, αλλά και επιλεγμένα γλυπτά που δείχνουν, εν συντομία, την εξέλιξη της γλυπτικής, αλλά και τις φιλοσοφικές και αισθητικές θεωρίες της αρχαιότητας. 




Σ’ όλους τους πολιτισμούς η απόδοση του σώματος επιχειρεί να ενσωματώσει τις εμπειρίες και τις αντιλήψεις που διαμορφώνει ο άνθρωπος για τον εαυτό του και τη θέση του στον κόσμο.


  • Στις προϊστορικές κοινωνίες του ελλαδικού χώρου, το σώμα προβάλλεται ως σύνολο πεποιθήσεων στενά συνδεδεμένων με τη φύση. 
  • Στη νεολιθική περίοδο κυριαρχούν οι γυμνές εύσαρκες γυναικείες μορφές σε λίθο και πηλό.
  • Στον Κυκλαδικό πολιτισμό αναδύεται ένας αφαιρετικός τύπος γυμνών μαρμάρινων γυναικείων και ανδρικών ειδωλίων. 
  • Ανάλογες συμβολιστικές εικόνες απαντούν στα πολύμορφα έργα του Μινωικού, Θηραϊκού και Μυκηναϊκού κόσμου, που αποδίδουν τις γυναίκες ντυμένες με πλούσιο και συχνά γυμνό στήθος και τους άντρες ντυμένους ή ημίγυμνους με το χαρακτηριστικό ζώμα.
  • Τα χάλκινα ειδώλια της γεωμετρικής περιόδου αντικατοπτρίζουν το πνεύμα της ηρωικής εποχής.
  • Στους αρχαϊκούς χρόνους οι αναζητήσεις οδηγούν στη γέννηση της μεγάλης πλαστικής με τα στιβαρά κορμιά των γυμνών κούρων και τις ντυμένες, γεμάτες χάρη, κόρες.
  • Στην κλασική εποχή το μέτρο, ο κανόνας και η αρμονία κυριαρχούν. Στα έργα γλυπτικής σμιλεύεται η αιώνια ομορφιά και η νιότη, η σύμμετρη ανάπτυξη πνεύματος και μορφής. 
  • Ακολουθεί ο ρεαλισμός του σώματος με τις έντονες κινήσεις και το εκρηκτικό πάθος των ελληνιστικών χρόνων.
  • Από τα τέλη του 2ου αι. π.Χ και σ’ όλη τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων η τέχνη αντλεί συχνά έμπνευση και καθοδήγηση από τα κλασικά πρότυπα.

Θραύσματα τοιχογραφικής σύνθεσης από την Ακρόπολη της Τίρυνθας, 13ος αι. π.Χ. 

Άνδρες ή γυναίκες με μακρύ ένδυμα, εποχούμενοι σε άρμα, αναπαράγουν τα πρότυπα της εκλέπτυνσης του μυκηναϊκού ανακτορικού κόσμου με τη λευκότητα του δέρματος και τις κομμώσεις τους. 

Πήλινο ομοίωμα δεξιού σανδαλοφόρου ποδιού από την Κρήτη, 575 - 550 π.Χ. 
Ο ιμάντας του κοσμείται με ανθέμιο.


Πήλινο ειδώλιο από τη Σμύρνη Μ. Ασίας, 175 - 150 π.Χ
Το χέρι της γυναίκας ακουμπά νωχελικά στο γοφό, ενώ ο χιτώνας αποκαλύπτει τον ώμο σαγηνεύοντας το θεατή. 



Πήλινο ειδώλιο ημίγυμνης Αφροδίτης από την Ερέτρια. 3ος αι. π.Χ. 
Κρατά «πτυκτό κάτοπτρο» και κάθεται σε βράχο. 
Το ιμάτιο καλύπτει τον κατώτερο κορμό και τα πόδια της. 
Μόλις έχει αποσύρει το βλέμμα της από την εικόνα της στο επιχρυσωμένο κάτοπτρο.


Πήλινο ειδώλιο Αφροδίτης από τη Λακωνία (Γέρακας Μονεμβασιάς). 2ος-1ος αι. π.Χ. 
 Η θεά του Έρωτα καθρεφτίζει το πρόσωπό της σε «πτυκτό κάτοπτρο» [καθρέφτη με κάλυμμα]. Είναι σχεδόν γυμνή, εκτός από το ιμάτιο που συγκρατεί χαλαρά στο ύψος των μηρών της, του κεκρύφαλου, που καλύπτει τα καλοχτενισμένα της μαλλιά, και των κοσμημάτων της.

Μαρμάρινος κορμός κούρου, από την περιοχή του Ιλισού, Αθήνα. Αρχές 5ου αι. π.Χ. 
Φορά ιμάτιο που καλύπτει την πλάτη και τα πλευρά και πέφτει μπροστά συμμετρικά ανοιχτό. Οι ντυμένοι κούροι επιχωριάζουν στις περιοχές του βορειοανατολικού Αιγαίου και της Ανατολικής Ελλάδας, ιδιαίτερα της Ιωνίας, από όπου έχει δεχτεί επιδράσεις και το έργο αυτό.

Χάλκινο αγαλμάτιο φτερωτού έρωτα από την Αθήνα. 

Ανήκει στο «Εύρημα των Αμπελοκήπων» 1ος αι. π.Χ – 1ος αι. μ.Χ. Ο Έρωτας απεικονίζεται ως μικρό εύσαρκο παιδί. Στο κεφάλι φοράει στεφάνι κισσού. Στο δεξί χέρι κρατάει ίσως μουσικό κλειδί ή πλήκτρο, ενώ στο αριστερό θα κρατούσε κιθάρα ή λύρα. Τα μάτια είναι ένθετα από υαλόμαζα. Πιθανώς προοριζόταν για τον διάκοσμο αιθουσών συμποσίου κάποιας ρωμαϊκής έπαυλης.

Πήλινο ειδώλιο «στοχαστή» από την Καρδίτσα. 
Τελική νεολιθική περίοδος, 4500 - 3000 π.Χ. 

Ανήκει σε μια ομάδα γλυπτών που συνεχίζουν την ειδωλοπλαστική παράδοση της Μέσης Νεολιθικής, στην οποία τα ανδρικά ειδώλια κάθε είδους διακρίνονται κυρίως από τον προεξέχοντα φαλλό και πιθανότατα σχετίζονται με τη λατρεία της γονιμότητας.

Ο άνδρας φέρει το δεξί χέρι προς το κεφάλι σε μια κίνηση περισυλλογής, ενώ συνεγείρει και τη γενεσιουργό δύναμη του ανδρισμού του. Στο γυμνό σώμα, δικτυωτό περιβάλλει το λαιμό και τη βουβωνική χώρα. Στις νεολιθικές τελετουργίες, το ειδώλιο θα ήταν ορατό σε πλήθος ανθρώπων.

Μαρμάρινα ειδώλια Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου: 2800-2300 π.X.



  • Γυμνή γυναικεία μορφή· το ιδεώδες της αισθητικής των λιθοξόων στην ακμή του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, εκφράζεται άρτια στο ειδώλιο αυτό με την ψηλόλιγνη σιλουέτα, τα μικρά νεανικά στήθη και τις καμπυλότητες στους μηρούς. Οι χαμένοι σήμερα ζωγραφιστοί οφθαλμοί ζωντάνευαν το πρόσωπο της γυναίκας.
  • Σπάνια ειδώλια μουσικών, «αυλητή» και «αρπιστή»

Γυναικείο άγαλμα από παριανό μάρμαρο
 Aμοργός, Πρωτοκυκλαδική II Eποχή (φάση Kέρου-Σύρου, 2800-2300 π.X.)

Ανήκει στον τύπο "με διπλωμένα χέρια κάτω από το στήθος". Πρόκειται για μοναδικό έργο, αφού είναι το μεγαλύτερο σε μέγεθος από τα μέχρι σήμερα γνωστά δείγματα της Kυκλαδικής πλαστικής και σώζεται ακέραιο (ύψος 1,52 μ.)

Ελεφάντινο ολόγλυφο σύμπλεγμα, δύο γυμνόστηθων καθιστών γυναικείων θεοτήτων και νεαρού θεού που ακουμπά στα γόνατα τους. 
Ακρόπολη των Μυκηνών, περιοχή του ανακτόρου. 15ος-14ος αι. π.Χ. 
Πρόκειται για την αποκαλούμενη «ελεφάντινη τριάδα». Στην πίσω όψη κοινό ιμάτιο περιβάλλει τις δύο γυναίκες.

Mαρμάρινη επιτύμβια στήλη νέου αθλητή, από την Aθήνα, 550-540 π.X. 
Eπιτύμβια στήλη από παριανό μάρμαρο. Bρέθηκε στην Aθήνα, εντειχισμένη στο Θεμιστόκλειο τείχος. Παριστάνεται νέος αθλητής, που κρατάει ακόντιο. Tο βάθος σώζει έντονο ερυθρό χρώμα.


Σώμα πολεμιστή από ανάγλυφη μετόπη του ναού του Ηραίου Άργους. 
Γύρω στα 420 π.Χ 
Η έντονη μυολογία της κοιλιάς, του θώρακα και των γλουτών αποτελούν γνωρίσματα της σχολής του Αργείου γλύπτη Πολύκλειτου. Το χέρι που ακουμπάει στη δεξιά πλευρά του ανήκε σε Αμαζόνα, τη νικημένη αντίπαλό του.


Μαρμάρινο άγαλμα νέου (Διαδούμενος) από τη Δήλο. Γύρω στο 100 π.Χ

Πρόκειται για αντίγραφο του φημισμένου χάλκινου αγάλματος του Διαδούμενου, που κατασκεύασε γύρω στο 450-425 π.X. ο Aργείος γλύπτης Πολύκλειτος. Παριστάνεται νεαρός αθλητής να δένει στο κεφάλι του την ταινία της νίκης. Tο άγαλμα ενσαρκώνει το αθλητικό ιδεώδες, αλλά και τις ιδανικές αναλογίες του ανδρικού σώματος, όπως αυτές εκφράστηκαν στον «Κανόνα» του Πολύκλειτου. Πρόσφατες έρευνες αποκάλυψαν ότι το γλυπτό έφερε και επιχρύσωση.

«Ατέρμονη αναζήτηση»


Η έκθεση κλείνει με την «Ατέρμονη αναζήτηση», ενότητα που αποσκοπεί στον αισθητικό στοχασμό ως προς τη σημασία του ωραίου και την αξία του για τον άνθρωπο. 



(©:Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

Το ερώτημα του Σωκράτη «Τι είναι τούτο το ωραίο» απασχόλησε φιλοσόφους, μαθηματικούς, ποιητές και καλλιτέχνες της αρχαιότητας. Η αναζήτηση συνεχίζεται χωρίς εύκολες ή μονοσήμαντες απαντήσεις.

Η αναζήτηση του ωραίου, ακόμα κι αν δεν καταλήγει σε μια απόλυτη αλήθεια – απόλυτες αλήθεις, έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν – οδηγεί στην αναγνώριση του εαυτού μας. Οι αμέτρητες όψεις του ωραίου προσφέρουν μια πολύπλευρη κατανόηση του εσωτερικού μας κόσμου και μια βαθύτερη προσέγγιση της ανθρώπινης φύσης.

Χάλκινο άγαλμα έφηβου αθλητή. 
Βρέθηκε στη θαλάσσια περιοχή του Μαραθώνα Αττικής. 340 – 330 π.Χ.

Πρόκειται κατά πάσα πιθανότατα για έφηβο νικητή σε κάποιον αγώνα, όπως υποδηλώνει η ταινία με το όρθιο φύλλο πάνω από το μέτωπο. Το αντικείμενο στο υψωμένο δεξί χέρι δεν σώζεται. Άγνωστο είναι επίσης το αντικείμενο που κρατούσε στο αριστερό χέρι, προς το οποίο στρέφει την κεφαλή και προσηλώνει το βλέμμα. Οφθαλμοί ένθετοι από λευκό λίθο και ίριδα από κιτρινωπή υαλόμαζα. Οι αρμονικές αναλογίες του σώματος, η ρευστή μυολογία, η ελεύθερη αλλά ήρεμη κίνηση της μορφής στο χώρο συνδέουν το έργο με τη σχολή του Πραξιτέλη.

Μαρμάρινο αγαλμάτιο γυμνού νέου, τέλη 1ου αι. π.Χ. 

Παραλλαγή της μορφής ενός συμπλέγματος, που έχει ερμηνευθεί άλλοτε ως Ορέστης και Πυλάδης, άλλοτε ως Ύπνος και Θάνατος. Η προσωποποίηση του Θανάτου συνδέεται με τη γυρισμένη προς τα κάτω δάδα και τον βωμό, ταφικά σύμβολα και τα δύο.

Χάλκινη εικονιστική κεφαλή από τη Δήλο («Παλαίστρα του Γρανίτη») Αρχές 1ου αι. π.Χ.

Διακριτικά ρεαλιστικό πρόσωπο μιας ανώνυμης μορφής που τη βαραίνουν εφήμερες σκέψεις και καθημερινές ανησυχίες. Ρυτίδες στο μέτωπο, ζάρες στις άκρες των ματιών, μελαγχολική έκφραση υγρού βλέμματος, που γίνεται πιο ζωηρό χάρη στην πολυχρωμία των ματιών, αποτελούν χαρακτηριστικά που έρχονται σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό του κλασικού κανόνα.

ΠΗΓΕΣ
  • http://www.namuseum.gr
  • http://odysseus.culture.gr
  • https://all4nam.com
  • http://www.lifo.gr/now/culture



Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

«Σας γράφω - αυτό ’ναι όλο κι όλο...», Αλεξάντρ Σ. Πούσκιν, Ευγένιος Ονέγιν


..μα η Τάνια δίχως παίξιμο αγαπά...

Απελπισμέν’ η Τάνια άκουε με πίκρα [...] 

Η σκέψη την καρδιά της είχε αγγίσει, 
κι’ ήρθε στιγμή και τούτη ν’ αγαπήσει 
σα σπόρος οπού πέφτοντας στη γη, 
ανθίζει με την Άνοιξη όταν βγει. — 

Η φαντασία της η ξαναμμένη 
από του πάθους της τον πυρετό, 
δίψαε να πιει τ’ ολέθριο πιοτό!..
Κι’ από καιρό στα στήθη πληγωμένη 
απ ’ την αδημονία την κρυφή, 
πρόσμεν’ ακοίμητη κάποιον να ’ρθει. 

Κι’ ως σπάζουν της αναμονής τα δίχτυα, 
τα μάτια ανοίγει κράζοντας: «Αυτός 
είναι!.» Κι’ αλλοί της! Τόσα μερονύχτια 
τούτος ειν’ όνειρό της και σκοπός!..
Κι’ όλα λοιπόν την ποθητή μας κόρη 
άπαυτα τη χτυπούν με μάγο δόρυ 
και της μιλούν για κείνον!.. 

Με πόση προσοχή τώρα μεγάλη 
ρομάντζα αυτή διαβάζει ερωτικά, 
και αχ, με πόσην απληστία πάλι 
την ξελογιάστρ’ απάτη τους τρυγά. 

Αναστενάζει κλέβοντας το κλάμα 
μιας άλλης ή τον ενθουσιασμό
κι αποστηθίζει μ’ άστατο παλμό
του ποθητού της ήρωα το γράμμα.[....]




Tatyana from Eugene Onegin (Painter Rudakov, 1949)



Αχ! Τάνια, Τάνια πολυαγαπημένη,

δακρύζω και πονώ τώρα για σε!
Σε τύραννο μοντέρνο έχεις δοσμένη 
τη Μοίρα σου και θα χαθείς, ωϊμέ!
Μα πρώτα — στην τυφλή σου την ελπίδα
να φτάσεις στης χαράς την κορωνίδα —
στην πλησμονή του κόσμου θα ριχτείς,
του πάθους το νεκτάρι θα γευτείς
και το φαρμάκι του θ’ αποστραγγίσεις·
θα σε λυκνίζουν όνειρα τρελλά
κι’ η φαντασία θα σε ξεγελά
πως στ’ άσυλο της ευτυχίας θα ζήσεις!.
Μα θα σου ξεπροβάλει πάντα εμπρός
ο ίδιος, ο μοιραίος πειρασμός.

Μα πιο ένοχ’ η Τατιάνα γιατί νάναι;
μήπως γιατ΄ήταν έτσι απλοϊκιά
κι ουδ’ είχε μάθει πώς εξαπατάνε
και πίστευε σ΄ονείρατα η φτωχειά;

Ψύχραιμα η κάθε μια κοκέττα κρίνει,
μα η Τάνια δίχως παίξιμο αγαπά
και σαν παιδί μ’ αθώα καλωσύνη
αφήνεται στον έρωτα τυφλά!

Δε λέει: πρέπει για λίγο ν’ αναβάλω
ώσπου άσφαλτα στο δίχτυ να τον βάλω,
με πιο αυξημένη αξία ερωτική·
κι ως η κουφότητά του κεντρηθεί
μ’ ελπίδες, θ’ αντικρύσει μ’ έκπληξή του,
πρώτα να του ματώνω την καρδιά
κι ύστερα ζήλειας να τον τρώει θρακιά
και σαν αιχμάλωτος στη φυλακή του,
παμπόνηρα θα ψάχνει νάβρει ευθύς
τον τρόπο να ξεφύγει ο δυστυχής.

Illustration for Alexander Pushkin’s Eugene Onegin by Lidia Timoshenko


Το γράμμα της Τατιάνας στον Ονέγιν
Ποιος της ενέπνευσε τόση μαγεία
κι αφέλεια τα λόγια κι αρμονία;

Σας γράφω - αυτό ’ναι όλο κι όλο ορίστε!
Σαν τι κι η γλώσσα πιότερο να πει;

Γνωρίζω πως και μόνο αν το θελήστε,
την καταφρόνια θα 'χω γι αμοιβή.

Αλλά λίγο πονόψυχος αν είστε
δεν θα μ’ εγκαταλείψετε ποτές
στου φοβερού Γραφτού μου τις χτυπιές.

Ν
α σιωπήσω στην αρχή ποθούσα

και την ντροπή μου αυτή, πιστέψτε πως,
ποτέ δεν θα γνωρίζατε ασφαλώς,
αν την ελπίδα δεν διατηρούσα
να σας ξανάβλεπα, όχι συχνά,
έστω την εβδομάδα μια φορά,
για ν' άκουγα τον ήχο της φωνής σας
μια λέξη να 'λεγα κι ύστερα πια
στο νου να κλώθω μέρα και νυχτιά:
πότε θα ξαναβγώ πάλι μαζί σας.

Μα λεν μισάνθρωπος πως είστε σεις 
και πως η εξοχή σας φέρνει πλήξη.
Μ’ αν εδώ τα στερούμεθα όλα εμείς, 
σας έχουμ’ όμως τη χαρά μας δείξει.

Γιατί ήρθατε στον τόπο μας; Ωϊμέ!
Στ' απόμερο χωριό μου ρημαγμένη, 
ποτέ δεν θα σας γνώριζα, ποτέ!
Κι' ουδ’ η ψυχή μου θα 'νοιωθ’ η καημένη 
τον άμετρο τον πόνο που τη ραίνει!!

Θάχα με τον καιρό ίσως γιατρευτεί, 
κάποιου άλλου θα με μάγευε τ’ αστέρι 
και θα γινόμουνα πιστό του ταίρι 
και μάνα των παιδιών του ζηλευτή.

Όχι! Στον κόσμο σ’ άλλον πια κανένα 
δεν θα 'χα την καρδιά μου δώσει εγώ, 
γιατί αποφάσισε ο Θεός για μένα, 
να 'μαι δική σας όσο κι αν θα ζω.

Έβαλα τη ζωή μου εγέγγυό μου 
να σμίξουμε σε τίμια συντροφιά 
κι ήρθες - το ξέρεις - από το Θεό μου, 
για φύλακάς μου μέχρι τάφου πια.

Έβλεπα στ’ όνειρό μου τη μορφή σου,
κι αθέατο, σε είχα λατρευτό.
Στο βλέμμα σου έλιωνα το θαυμαστό 
και χρόνια αντήχαε μέσα μου η φωνή σου.


Όχι! Δεν ήταν ονειροπαρμός· 
τι, μόλις μπήκες και το είχα νοιώσει, 
μ’ είχες ολάκερην αναστατώσει 
και είπα μέσα μου: να 'τος αυτός!

Δεν ειν’ αλήθεια; Πάντα σε γροικούσα.
Συ μ’ απαλές του μίλαγες φωνές 
όταν ζητιάνους και φτωχούς βοηθούσα, 
κι όταν δεητικά παρακαλούσα 
να γιάνουν των θλιμμένων οι πληγές!...

Και τη στιγμήν εκείνη την αγία, 
δεν ήσουν Συ, γλυκιά μου οπτασία, 
που στο τρεμούλιασμα της σκοτεινιάς 
έσκυβες στο πικρό μου προσκεφάλι;

Και Συ δεν ήσουν που μ’ ελπίδα πάλι 
μου φτέρωνες τους πόθους της καρδιάς;

Ποιος είσαι τάχα; Ο φύλαξ άγγελός μου, 
για είσαι ο πονηρός ο πειρασμός μου;

Τους δισταγμούς μου λύσε τους, εσύ! 
Μπορεί και να 'ταν όραμα κανένα 
κι η δόλια μου απατήθηκε ψυχή 
και βγήκε κρίση αλλοιώτικη για μένα.

Μ’ ας είναι!... Από τώρα η δυστυχής 
τη Μοίρα μου σε σένα παραδίνω, 
ζητώντας σου να με υπερασπιστείς, 
με δάκρυα θερμά που εμπρός σου χύνω!... 

Σκέψου πως είμαι μόνη μου εδώ 
και πως κανείς δε με καταλαβαίνει· 
ο λογισμός μου, πίστεψέ με, άσθμαίνει 
και πρέπει σιωπώντας να χαθώ.

Σε καρτερώ. Μ’ ένα σου βλέμμα μόνο 
ανάστησέ μου ελπίδα στην ψυχή 
ή σβήσε, τ’ όνειρό μου το τραχύ 
με τη μορφή σου, αλλοί μου!... Τελειώνω... 
Να το διαβάσω, βάσανος βαρύς!...

Πεθαίνω από τρομάρα κι από αισχύνη
αλλ ’ η τιμή σου μου 'ναι εγγυητής
κι αφήνομαι σ’ αυτήν μ’ εμπιστοσύνη.






...αν μας ενώσει ο γάμος, οι θλίψεις μας θε ναν’ όση κι η άμμος.


«Αν μέσα στου Νοικοκυριού τα κάστρα
ολοζωής ποθούσα να κλειστώ,
αν Μοίρα μ’ έχριζε χαμογελάστρα
σύζυγος και πατέρας να γινώ
κι αν της Οικογενείας η εικόνα
με μάγευε για δυο λεπτά και μόνα,
άλλην έξω από Σας μνηστή καμιά
δεν θ’ αναζήταγα μ’ αποθυμιά,
γιατί στο πρόσωπό σας — λέγω —μόνο
βρήκα τό πρωτινό μου ιδανικό.

«Δεν πλάστηκα όμως για την ευτυχία! 
Μήτε την εκυνήγησα ποτές!
Κι’ οι αρετές σας μάταιες στην ουσία 
μιας κι’ είμαι ανάξιος εγώ γι’ αυτές. 
Πιστέψτε πως, αν μας ενώσει ο γάμος, 
οι θλίψεις μας θε ναν’ όση κι η άμμος. 

Τι, κι’ αν σας αγαπήσω σαν τρελλός; 
Θάρθει με τη συνήθεια ο κορεσμός 
και τότε των δακρύων σας η κρήνη, 
αντίς να μου γιατρεύει την καρδιά, 
μια νέα θα της μπήγει νυστεριά.
Και κρίνετε μονάχη δεσποσύνη, 
ποια ρόδ’ απ τον Υμέναιο θα βγουν 
στα χρόνια που ξωπίσω μας θαρθούν.

«Υπάρχει άλλο χειρότερο στην πλάση 
απ’ τη φαμίλια, που η γυναίκα πια, 
νυχτόημερα και δίχως να ησυχάσει, 
κλαίει τον ανάξιο σύζυγο η φτωχειά;

Κι ο άνδρας, την αξιάδα της νοώντας,
— μ’ αδιάκοπα την Τύχη βλαστημώντας — 
κατσούφης σαν εμέ και σιωπηρός, 
ζηλιάρης είναι πάντα και ψυχρός;

Αυτό λοιπόν ζητούσατε το θάμα
τότε, που στον κρυφό σας κραδασμό, 
γιομάτη αφέλεια και λογισμό 
μου γράφατε τ’ ωραίο κείνο γράμμα;... 
Τέτοια σας έλαχε κλήρα πικρή
γραμμένη από μια Μοίρα φοβερή;

«Ο χρόνος πάει σαν τ’ όνειρο το πράο!..
Πάνε και της ψυχής μου τα φτερά!
Μ ’ αγάπη αδελφική σας αγαπάω 
Κι ίσως ακόμα και πιο τρυφερά.

Μ’ ακούστε με χωρίς οργής ιδέα:
Θ’ αλλάζει πάντα κάθε κόρη νέα 
τα όνειρά της μέσα στη ζωή
καθώς το δέντρο που φυλλοροεί
και με την Άνοιξη άλλα φύλλα βγάζει.
Έτσι είναι θεσπισμέν’ από ψηλά.
Κι εσείς θε ν’ αγαπήστε πάλι, αλλά
προσέχτε την καρδιάν όταν κοχλάζει, 
μη δεν σας νοιώσουν όπως τώρα εγώ 
και στου χαμού πιαστήτε το ζυγό.»

Το γράμμα του Ονέγιν στην Τατιάνα





Και μ’ όλο που δεν έδινε ποτές 
καμιάν αξία στις επιστολές, 
όμως το φοβερό που ζούσε δράμα 
ξεπέρναε τις δυνάμεις του πολύ,
κι έγραψε τούτη την επιστολή.

Προβλέπω να 'ναι ίσως προσβολή 
για σας αυτή μου η ομολογία 
και της ματιάς σας η αλαζονεία 
μου στάξει περιφρόνησης χολή.

Τι θέλω τάχα; Τα πικρά μου στήθια 
σε Σας τ’ άνοίγω και για ποιο σκοπό;
Σε ποιες χαιρέκακες χαρές αλήθεια, 
δίνω αφορμή μ' αυτά που θα σας πω... 

Μπρος μου, παλιά, σας έριξεν η Μοίρα!... 
Ως είδα της στοργής σας το σπινθήρα 
δεν του 'δωσα - το λέω - πίστη καμιά 
κι απ’ της συνήθειας φεύγοντας το δρόμο 
στον άγραφο μου πίστεψα το Νόμο: 
την άτερπη μη χάσω λευτεριά.

Και να τι άλλο πια είχε μας χωρίσει.
Ο Λένσκι έπεσε θύμα ο ποθητός·
κι απ’ ό,τι ως τότε λάτρευα στη φύση, 
αποτραβήχτηκα διαπαντός 
κι έφυγα, ξένος μ’ όλους, γι' άλλα μέρη, 
μήπως και βρω στον - οίστρο της φυγής - 
την ευτυχία, Θε μου, της ψυχής!

Τι σαρκασμός, αλλά και τι μαχαίρι!...
Μ’ αν σας θωρούσα όλες τις στιγμές 
κι έτρεχα στων βημάτων σας το ρέμα 
κι έκλεβα τις πλανεύτρες σας ματιές 
και τα χαμόγελα, μ' άγρυπνο βλέμμα, 
κι άκουα της λαλιάς σας τους ρυθμούς 
κι έννοιωθα της ψυχής σας την εντέλεια 
και λησμονούσα πόνους και καημούς... 
τι ευτυχία θα 'ταν υπερτέλεια!

Απ’ όλα στερημένος πια, παντού 
σέρνω μοιραία το βήμα μου ολοένα!... 
Πολύτιμες οι μέρες του Θεού 
μα φθίνοντας, σκορπώ τα μετρημένα 
μου χρόνια από τη Μοίρα των θνητών. 
Πλούτος είναι το πλήθος των ετών!... 
Μετρήθη όμως της ζήσης μου το ράμμα 
κι οι ώρες της για να παραταθούν 
πρέπει να ξέρω απ’ της αυγής το φτάμα 
πως την ημέρα αντάμα θα μας δουν. 

Φοβούμαι μήπως τ' αυστηρό σας μάτι 
- στην ταπεινή παράκλησή μου αυτή - 
ξεκρίνει κάποιου δόλου το πλεμάτι 
κι ακούσω τη μομφή σας την καυτή. 

Να ξέρατε, πόσο ’ναι φρικαλέο, 
να φλέγομαι από δίψα ερωτικιά, 
και με το λογισμό να περιχέω 
δροσιά στη φλογισμένη μου καρδιά· 
να θέλω να ριχτώ στα γόνατά σας 
κι’ αδειάζοντας την κρήνη του ματιού 
να πω τα όσα αισθάνομαι μπροστά σας 
με το γλυκό σκοπό του τραγουδιού!... 

Κι όμως με ψυχραιμίαν οπλισμένος 
όταν σας βλέπω, συζητώ με Σας 
κι ήρεμος δήθεν, βλέμματα χαράς 
κερνώ σας πάντα ο τρισδυστυχισμένος. 

Ας είναι κι έτσι!... Για ν' αντισταθώ, 
δεν έχω καμιά δύναμιν εντός μου!... 
Τετέλεσται!... Δικός σας ο εαυτός μου 
κι εγώ πια στο Γραφτό μου θ’ αφεθώ.

Illustration for Alexander Pushkin’s Eugene Onegin by Lidia Timoshenko


Σας αγαπώ! Με άλλον όμως έχω παντρευτεί.....

Ονέγιν, ήμουν τότε που σιωπούσα,
καλλίτερη κι ακόμα δροσερή, 
και μ’ όλη την ψυχή σας αγαπούσα.

Μα πέστε! Στην καρδιά σας τ’ είχα βρει; 
Αγνή σκληράδα η ανταπόκρισή σας!
Δεν άξιζε καθόλου στη ζωή σας 
η αγάπη μιας αθώας κοπελλιάς;

Και τώρα, Θε μου, χάνομαι με μιας
σαν συλλογιέμαι το ψυχρό σας βλέμμα 
και την κατήχηση! Δεν φταίτε!... Μη
φοβάστε!... Κείνη τη φριχτή στιγμή 
δείξατε το ευγενικό σας αίμα 
κάνοντας ό,τι κρίνατε σωστό, 
γι’ αυτό κι’ ευγνώμονα ευχαριστώ.

Τότε στη ερημιά, έξω απ’ τη χώρα 
κι από τη μάταιη δόξα μακρυά, 
διόλου δεν σας άρεσα... Πώς τώρα 
με κυνηγάτε μ’ άπνοη καρδιά 
και τόσα βέλη μου ’χετε πετάξει;

Μήπως γιατί στην Υψηλή την Τάξη 
γυρνώ με πρόσωπα περιωπής;
Γιατ’ είμαι πλούσια κι επιφανής;
Γιατ’ έχω άντρα ανάπηρο απ ’ τή μάχη 
και μας λατρεύουν όλοι στην αύλή, 
ή μήπως γιατί τούτ’ η προσβολή 
θα θέριευε σαν καρποφόρο στάχυ, 
χαρίζοντάς σας φήμην εραστού 
στα πλήθη εδώ του κόσμου του γνωστού; 

Κλαίω... Αν δεν εβγάλατ’ απ’ το νου σας
την Τάνια σας ως τώρα μια φορά, 
μάθετε, τους δριμείς ονειδισμούς σας 
κι εκείνα σας τα λόγια τα ψυχρά, 
θε να τα προτιμούσα κατά βάθος 
από το ντροπερό σας τούτο πάθος, 
απ’ τις επιστολές και τους καημούς.

Στους άγουρούς μου εκείνους στοχασμούς 
ίσως — τότε — να δείξατε συμπόνοια 
ή σεβασμό στα χρόνια μιας μικρής...
Μα τώρα; Μπρος στα γόνατά μου εσείς
πώς συντριφτήκατε!... Τι καταφρόνια!...
Πώς σκλάβωσαν τα πάθη σας το νου
 δίχως καμιάν ελπίδα λυτρωμού;

Για μένα, Ονέγιν, τουτ’ η πολυτέλεια 
— κάλπικη μάσκα της παλιοζωής — 
οι θρίαμβοι, τα σπίτια μου τα τέλεια 
κι οι Εσπερίδες, χάνοντ’ όλα εύθύς 
και ψιθυρίζω μέσα μου: παράτα 
τη μαραζώστρα τούτη μασκαράτα, 
την αίγλη, τους θορύβους, τους καπνούς 
για δυο βιβλία και τους ποθεινούς 
κήπους, για το σπίτι και το κτήμα, 
γι’ αυτά τα μέρη που, τι συφορά, 
σας είδα, Ευγένιε, πρώτη φορά 
και για τ’ απλό, φτωχό εκείνο μνήμα, 
που κείτεται η Βάγια μου νεκρή 
μ’ ένα σταυρό κι ένα ξερό κλαρί...»

Πόσο μας ζύγωσεν η Ευτυχία!
Μα είχε πια η Μοίρα μου κριθεί. 
Ίσως και νάχα κάμει απροσεξία 
πάνω στο σπαραγμό μου το βαθύ. 
Με δάκρυα μ’ εξόρκιζεν η μάνα
και για την άμοιρη φτωχή Τατιάνα 
ίσοι βγήκαν οι κλήροι ολονών: 

Παντρεύτηκα!.. Παρακαλώ λοιπόν 
να με αφήστε δίχως πρόφαση άλλη. 

Ξέρω πως στην καρδιά σας τη θερμή 
κρύβεται περηφάνεια και τιμή.
Σας αγαπώ! (το ψέμμα τι θα βγάλει;) 
Με άλλον όμως έχω παντρευτεί 
και θα του μείνω αιώνια πιστή.» 

Αλ. Σ. Πούσκιν, Ευγένιος Ονέγιν,
μτφρ. Ν. Παπακωνσταντίνου, εκδόσεις Δωδώνη

Pushkin's novel Eugene Onegin 
 illustrated by Elena Petrovna Samokish-Sudkovskaya 


«Πρόκειται για το καλύτερο έργο μου....»


Ο Πούσκιν, άρχισε να γράφει τον Ευγένιο Ονέγιν στις 9 Μαΐου του 1823, εξόριστος στην Οδησσό. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ολοκληρώνει το 1ο Κεφάλαιο και γράφει στο φίλο του ποιητή Βιαζέμσκι:

«Σε ότι αφορά τις ασχολίες μου, γράφω τώρα κάτι που δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά μυθιστόρημα σε στίχους – διαβολεμένη διαφορά. Στον τύπο του Δον Ζουάν. Για έκδοση ούτε λόγος: γράφω εντελώς πρόχειρα.»

Τον Γενάρη του 1824 γράφει στον αδελφό του για το ατελείωτο ακόμη έργο του: 

«Πρόκειται για το καλύτερο έργο μου, μην ακούς το Ραγιέφσκι που το επικρίνει - περίμενε από μένα ρομαντισμό, βρήκε σάτιρα και κυνισμό και - ειλικρινά - δεν κατάλαβε τίποτα.»

Το έργο τελείωσε ύστερα από εργασία οκτώ χρόνων, τον Οκτώβρη του 1831 και δημοσιεύτηκε  στα 1833.  Ο κορυφαίος Ρώσος κριτικός της εποχής Vissarion Belinsky
χαρακτηρίζει τον «Ευγένιο Ονέγιν» «εγκυκλοπαίδεια της ρωσικής ζωής και καθρέφτη
της εθνικής συνείδησης στην πρώτη της αφύπνιση». Ο ίδιος ο Πούσκιν αποκαλεί την
αισθητική αντίληψή του που αποτυπώνεται στον «Ονέγιν» ρομαντικό ρεαλισμό και
τον εαυτό του «ποιητή της πραγματικότητας»



πήρξε ένας «χαρισματικός εγωιστής», στο πρόσωπο του οποίου είναι έκδηλες όλες οι αντιφάσεις της ρώσικης προοδευτικής αριστοκρατίας: νάρκισσος αλλά και δημοκράτης, αριστοκράτης, αλλά και επαναστάτης, κινηματίας, δεκεμβριστής. Όμως είχε και ισχυρή θέση στη δημόσια διοίκηση, όταν δεν ήταν εξόριστος στο Νότο. Γαλλόπνευστος αλλά και εθνικιστής, διαφωτιστής και εθνεγέρτης. Ρομαντικός, αλλά και ρεαλιστής.

Αλλά πέθανε νέος. Και μάλιστα άδοξα. Σε μονομαχία. Για μια γυναίκα. Η εγωπάθεια του ποιητή, νίκησε κάποια μέρα τη νηφαλιότητα του διανοούμενου. Και να σκεφτεί κανείς, ότι σε τούτο το κορυφαίο του αριστούργημα, ο ίδιος ο Ευγένιος Ονέγιν σκοτώνει ένα φίλο, έναν ευαίσθητο, ρομαντικό, λεβέντη ποιητή... Σε μονομαχία. Για μια γυναίκα...


Σημασία δεν έχει πώς γράφεις, αλλά τι γράφεις..


Ένας νεαρός, «φωτισμένος» αριστοκράτης της Ρωσίας, νοιώθοντας πλήξη από την κενότητα του τρόπου ζωής της τάξης του, καταφεύγει σε κάποιο κτήμα στην επαρχία. Ερωτύλος από τη φύτρα του, γοητεύει την Τατιάνα, μιά παρθένα της τοπικής «αριστοκρατίας», που η αδελφή της η Όλγα είναι ερωτευμένη μ’ ένα νεαρό ποιητή, το Βλαδίμηρο Λένσκη. 

Για να παίξει ο Ευγένιος, φλερτάρει έντονα την Όλγα σε κάποιο χορό, προσβάλλοντας έτσι και την Τατιάνα και την Όλγα και τον ποιητή, που είναι και φίλος του. Ο ποιητής τον καλεί σε μονομαχία, και ο Ευγένιος τον σκοτώνει. Κυνηγημένος από τις τύψεις, φεύγει από το χωριό, και χρόνια αργότερα στη Μόσχα, συναντάει τη σεμνή Τατιάνα, τώρα πια τιμημένη σύζυγο κάποιου πρίγκηπα και στρατηγού. Κι αυτός, που τόσο σκληρά την είχε κάποτε απομακρύνει, τώρα την ερωτεύεται τρελλά, και δοκιμάζει απάνω της το δονζουανισμό του. Εκείνη, του ομολογεί ότι τον αγαπάει, αλλά είναι αποφασισμένη να μείνει πιστή στον άντρα της. 

Εδώ τελειώνει απότομα το έπος του ο Ποιητής. Ένα έπος που θυμίζει πολύ Μπάυρον, πολύ Δον Ζουάν, αλλά που έχει την ξεχωριστή, δικιά του προσωπικότητα, τη σφραγίδα του Πούσκιν τη μοναδική, του Ρώσου Πούσκιν, του διαφωτιστή Πούσκιν, του επαναστάτη Πούσκιν.

Είναι αξιοζήλευτος ο τρόπος του ποιητή να ξεφεύγει από την περιγραφή του βίου και της πολιτείας του Ευγένιού του, και να ξεχύνεται στη Ρωσία, να την αναλύει, να την κριτικάρει.

Τα κύρια πρόσωπα του έπους είναι αντιπροσωπευτικότατοι τύποι της ρώσικης ανώτερης τάξης του καιρού τους, περιγραμμένοι αξιοθαύμαστα από τον Πούσκιν. Ο Ευγένιος είναι μάλιστα ο πιο αντιπροσωπευτικός. Ένας καλοαναθρεμένος γόης, μορφωμένος, αντιφατικός, που μένει τελικά αδρανής, παρασυρμένος από τις αντιφάσεις του. Τυπικό δείγμα του καιρού του. Δεν είναι ούτε η «έκφραση του Σατανά», ούτε η «αποθέωση του ερωτισμού», ούτε ο «Σκεπτικισμός προσωποποιημένος». Είναι ένας Ρώσος σαν μυριάδες άλλους.

Το ίδιο
 και ο Λένσκη. Μόνο που αυτός εκφράζει την αντιφατικότητά του πιο δημιουργικά, κάνοντας ποίηση. Ευαίσθητος, ρομαντικός, χάνεται άδικα για κάποιο ζήτημα τιμής. Ο Πούσκιν...

Το
 ίδιο κι η Τατιάνα. Δεν είναι ούτε Φαίδρα, ούτε Πηνελόπη. Είναι μιά Ρωσίδα. Κι η Ρωσίδα η γυναίκα, όπως είπε κάποτε ο Πούσκιν, είναι μιά ψυχή. Η Ρωσίδα η γυναίκα την εποχή εκείνη, δεν είχε αξία μακρυά από το πλευρό κάποιου άντρα...
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου (απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου)




«Pushkin's Farewell to the Sea» by Ivan Aivazovsky and Ilya Repin (1877)