Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Λόρδος Byron, ο επαναστάτης ποιητής που αγαπούσε την ελευθερία


Πορτρέτο του Λόρδου Βύρωνα (1818) από τον Χένρυ Μέγερ,
αντιγράφοντας τον Τζέημς Χολμς, Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.
_____________


Ο επαναστάτης ποιητής που αγαπούσε την ελευθερία

Ο μεγάλος Άγγλος ρομαντικός ποιητὴς του ΙΘ΄ αιώνα είναι η σημαντικώτερη απὸ εθνικὴ σκοπιὰ περιηγητικὴ μορφὴ της προεπαναστατικής περιόδου. Ταξίδεψε στην Ανατολὴ το 1809-1811 και η πρώτη γνωριμία του με Έλληνες έκρινε την κατοπινή του πνευματική πορεία και την ανθρώπινη μοίρα του. Ο αγωνιστὴς της ελευθερίας του 1824 ήταν πριν 15 χρόνια ένας νεαρὸς εύθυμος περιηγητὴς που περιδιάβαζε ανέμελα τις ελληνικὲς στεριὲς και θάλασσες.

Γεννήθηκε το 1788 με μια μικρὴ χωλότητα στο Λονδίνο απὸ έναν αταίριαστο γάμο ανάμεσα σ' έναν άσωτο και μια κληρονόμα. Η περιουσία απὸ τον άσωτο, ήρθε ύστερα και η εγκατάλειψη. Ο μικρός, φύση βίαιη και ατίθαση, μεγάλωσε πλάϊ σε μια μάνα υστερική, άλλοτε με χάδια και άλλοτε με ξυλοδαρμούς. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα και θλιβερά. Αλλὰ σε ηλικία δέκα χρόνων κληρονόμησε τον οικογενειακὸ τίτλο, έγινε λόρδος, μελλοντικὸς πλούσιος άρχοντας.

Στο κολλέγιο και το πανεπιστήμιο έδειξε ένα πνεύμα άγριας ανεξαρτησίας, μια τάση προς την εκκεντρικότητα και την παραδοξομανία. Κάμποσα χρόνια αφέθηκε αχαλίνωτος στα πάθη του. Ύστερα η επαναστατική του νοοτροπία, οι φιλελεύθεροι κοσμοπολίτικοι προσανατολισμοί του και κυρίως ο προκλητικὰ και εχθρικὰ απροσάρμοστος στις αυστηρὲς συμβατικότητες της αγγλικής κοινωνίας χαρακτήρας του, δημιούργησαν γύρω του ασφυκτικὸ κλοιὸ και τον παρώθησαν σε απελπισμένη έξοδο. 

«Νοιώθω ναυτία για τη χώρα μου αλλὰ δεν ευνοώ καμμιά άλλη. Πέταξα τις αλυσίδες χωρὶς όμως να φορτωθώ άλλες. Είμαι σαν τον εύθυμο μυλωνά που δεν νοιάζεται για κανέναν κι' ούτε νοιάζεται κανεὶς γι᾿ αυτόν. Όλες οι χώρες είναι το ίδιο στα μάτια μου. Καπνίζω αγναντεύοντας τα βουνά και στρίβω ελεύθερος το μουστάκι μου», γράφει στον Drury, στις 3 Μαΐου 1811,  απὸ τον Ελλήσποντο. 

Ταξίδεψε στη Μεσόγειο, στην Ελλάδα, στην Ανατολή. Επιστρέφοντας (1811) ξανάρχισε την ταραχώδη ζωή του. Ποιητική δόξα, σκάνδαλα. Και η καλὴ κοινωνία, αφού τον ανέβασε στα μεσούρανα αποκήρυξε με οργὴ το είδωλό της. Ο Byron εγκαταλείπει οριστικὰ την Αγγλία. Περιπλανιέται στην Ευρώπη και κλυδωνίζεται μόνιμα σ' ένα τάραχο ψυχής. Ώσπου καταφεύγει στην επαναστατημένη Ελλάδα, στην Ελλάδα των νεανικών οραματισμών του και πεθαίνει. 

Το απόγευμα της 19ης Απριλίου ο Βύρωνας θα ανοίξει για μια στιγμή τα μάτια του για να τα κλείσει αμέσως μετά, για πάντα. Ο Millingen ψηλάφησε το σφυγμό του. Ο μεγάλος φιλέλληνας είχε πεθάνει. Ο Millingen, με την ακρίβεια που διακρίνει τους Βρετανούς, θα καταγράψει ως ώρα θανάτου 17.45’ και 20’’. 

Τα τελευταία του καταληπτά λόγια προς τον γιατρό του δόκτορα Millingen: 

«Οι προσπάθειές σου να μου σώσεις τη ζωή θα αποβούν άκαρπες. Νιώθω πως θα πεθάνω. Δεν λυπάμαι γι’ αυτό. Ήρθα εδώ για να δώσω τέλος σε μια ζωή γεμάτη πόνο. Πρόσφερα στην Ελλάδα τα χρήματά μου, την υγεία μου και τον χρόνο μου. Τώρα της προσφέρω και τη ζωή μου».


Portrait of Lord Byron in Albanian Dress by Thomas Phillips (1813) 
© National Portrait Gallery, London.
_____________


«Σήμερα συμπληρώνω τα τριάντα-έξη μου χρόνια»
(Μεσολόγγι, 22 Ιανουαρίου 1824)


Αδιάφορη τούτη η καρδιά θα μένει
γιατί καρδιά καμμιά δεν συγκινεί:
κι’ όμως απαρνημένη και θλιμμένη
ματώνει στη στιγμή.

Οι μέρες μου χλωμά κίτρινα φύλλα
τ’ άνθη και της αγάπης οι καρποί
είναι σκουλήκια βούρκος και σαπίλα
και κούφιοι οι παλμοί.

Οι σπίθες που μου φεύγουν απ’ τα σπλάχνα
καθώς ηφαίστεια νησιού νεκρά
φλόγες δεν βγάνουνε παρά μιαν άχνα
σα νεκρικά πυρά.

Τον κλήρο του έρωτα που συνταράζει
ελπίδες και πόθους δεν έχω εγώ
μηδέ σκοπό πάρεξ ένα μαράζι
ένα βαρύ ζυγό.

Και να μην πω: «ούτε έτσι – μήτε τώρα…»
στα εξιλαστήρια πάθη της ζωής
ηρώων στεφάνια πλέκονται οληνώρα
θανάτου και τιμής.

Βόλια και λάβαρα! Αχός, Ελλάδα
φως μου, πώς με καλείς. Πολεμιστές
και πάλι στης ασπίδας την απλάδα
πεθαίνουν νικητές.

Ω ξύπνα! Ελλάδα μου όχι συ, ξύπνα
και βύζαξε τις ρίζες πνεύμα μου
δυνάμωσε μες των Γραικών τα δείπνα
με ένα νεύμα μου.

Πείνες της σάρκας, ηδονές και πάθος
τα βδελυρά και τερατόμορφα
Όχι! Κύττα την ομορφιά σαν λάθος
σε πρόσωπα όμορφα.

Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις!
Χρέος και θάνατος σωστός εδώ
με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις
στο χώμα αυτό.

Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι
μέτρα καλά, να ’ναι φαρδύς-πλατύς
ο τάφος σου, κι’ ύστερα από την ζάλη
πέσε ν’ αναπαυτείς.


Lord Byron, «On this day I complete my thirty-sixth year»
μτφρ. Νίκου Σπάνια «Μεταφράσεις 1941-1971»
 [Athens Printing Company, Νέα Υόρκη 1972]


Πορτρέτο του Λόρδου Μπάυρον (1836), από τον Richard Westall, 
 National Portrait Gallery, Λονδίνο
_________

Έπος

Στην επανάσταση του '21
εξετάστηκα δώδεκα φορές:
έξι φορές στο δημοτικό σχολείο
τρεις φορές στο γυμνάσιο
και τρεις φορές στο λύκειο.
Υπήρξε για εμένα πάντα
θέμα SOS στις εξετάσεις.
Ως διδακτέα ύλη
άγχωνε τους καθηγητές.
Σε ποιον ήρωα να δώσουν
λιγότερη σημασία;
Η λέξις έπος
αν και δισύλλαβη
ακόμα με δυσκολεύει.

Η πιο καλή στιγμή
όταν έπαιξα σε θεατρικό
το κρυφό σχολειό
με ένα κερί χωρίς παπάδες.
Η πιο δύσκολη στιγμή
όταν μηδενίστηκα στο διαγώνισμα
γιατί έγραψα πως
σουβλίστηκε ο Μιαούλης.
Για λόγους που δεν μπορώ
να εξηγήσω
θυμάμαι περισσότερο
τον Λόρδο Βύρωνα.
Είχε μια ευγένεια στο πρόσωπο
και αγαπούσε την Ελλάδα.

Βάκης Λοϊζίδης, Έπος, 
Ημερολόγιο 2020.1821: Λογοτεχνία και Επανάσταση με κείμενα 
μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, Πατάκης, 2020


Η καλλιγραφική υπογραφή του Λόρδου Μπάυρον πάνω στα μάρμαρα 
του Ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο (1809). Φωτ. yiannisvasal
___________


Τουρίστας στο Σούνιο

Έκανε κι αὐτός την εξυπνάδα του 
χαράζοντας το θρυλικό του όνομα 
πάνω στην κολώνα 
του ρημαγμένου ναού

Χοντρή ζημιά στα μάρμαρα 
ο Έλγιν 
μικρή ζημιά 
ο Λόρδος Βύρων


Κώστας Ριτσώνης, Τουρίστας στο Σούνιο,
151 Ποιήματα, Αθήνα, Ποιήματα των Φίλων, 2011  


Lord Byron on His Deathbed, by Joseph Denis Odevaere
__________


 «Μπάυρον» 

Όχι, δεν σε ξεσήκωσαν οι βόγγοι 
των σκλαβωμένων και οι αντεροβγάλτες.
 Αν κάποια μέρα βρέθηκες στο Μεσολόγγι, 
ήταν για να ξορκίσεις τους δικούς σου εφιάλτες. 

Ήρωας δεν ήσουν, ούτε βέβαια και παρίας. 
Έγνοια σου μόνη, να κοιμάσαι με τις Μούσες. 
Κι αν σου τό ’λεγαν, θα γελούσες 
πως θα γινόσουν σύμβολο ελευθερίας.

Ένδοξε βάρδε, αγέρωχε μυλόρδε Μπάυρον, 
που πάνσεπτος, ιερός, σου έλαχε ο αίνος, 
ακούσιε κληρονόμε θησαυρών άυλων, 

μια χάρη σου ζητώ. Σηκώσου 
π’ τον αθάνατο ύπνο σου, όχι νυσταγμένος, 
και δώσε μου έναν θάνατο σαν τον δικό σου. 

Νάσος Βαγενάς, «Μπάυρον» 
Από τη συλλογή «Στη νήσο των Μακάρων», εκδ. Κέδρος, 2010 



«Ο Λόρδος Βύρων ετοιμοθάνατος», χαλκογραφία, των R. Seymour και I. Clark (1825). 
Το ημερολόγιο έγραφε την ημέρα του θανάτου του 19 Απριλίου 1824.
______________


Η νεκροψία

Όταν τον άνοιξαν
 όλο περιέργεια 
για να τον μελετήσουν 
κανείς δεν βρήκε 
από πού σιγόκαιγε μέσα του 
φλόγα άσβεστη 
από πού φυσούσε 
αεράκι θαλασσινό 
από πού κυλούσε σαν δάκρυ 
ατέρμονο άσμα ερωτικό

Κανείς δεν κατάλαβε 
αν έφυγε σαν ποιητής σαν 
ευγενής σαν ήρωας ή σαν 
ελεύθερος πολιορκημένος

Κανείς δεν έμαθε γιατί 
πριν τη νεκρική πομπή 
ήταν η όψη του 
γαλήνια κοροϊδευτική

Όταν τελείωσε 
το μακάβριο έργο 
της νεκροτομής 
τα σπλάχνα αποκολλήθηκαν 
καθένα χωριστά 
κι οι θαυμαστές προσκυνητές 
όπως και άλλοι ενδιαφερόμενοι 
έσπευσαν σε υδρίες 
να τα διαμοιράσουν

Μα κανείς δεν έμαθε πώς 
τα πνευμόνια
                                        του Λόρδου Μπάιρον 
φούσκωσαν με αέρα ελληνικὸ 
για να πετάξουν
                       στην αιωνιότητα 
σαν ένα ζευγάρι
άγρια φτερά


Έλσα Κορνέτη, Η νεκροψία, Ἡμερολόγιο 2020. 1821: 
Λογοτεχνία και Επανάσταση με κείμενα 
μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, Πατάκης, 2020.



Ο τάφος του Λόρδου Βύρωνα στο Hucknall της κομητείας Nottingham, 
χαλκογραφία, Τ. Allom και Ε. Patten (1837).
__________



 «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» (Απόσπασμα) 

Η τραγωδία του τόπου μου 
Αν εξαιρέσεις βέβαια τους σεισμούς 
όλοι οι υπόλοιποι -ισμοί 
μάς πούλησαν κατάμουτρα 
Καλέ μου λόρδε Βύρωνα, 
τσάμπα τη λούστηκες την έξοδο 
τσάμπα την άναψες την έξοδο 
ο πυρετός σου σήμερα 
υπάρχει-δεν υπάρχει στα συγγράμματα
 του ’χουν κοτσάρει κάτι ελεεινά μικρόβια 
ενώ ήταν σκέτη λεβεντιά 
οχτώ μποφόρ Χριστός 
κι ακόμα τόσα 
Τότε – χαμένα μες στις καλαμιές 
ώρα – χαμένα στα σκυλάδικα  


Γιάννης Στίγκας, «Με τον τρόπο του Γ.Σ.», 
Από τη συλλογή «Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο», εκδ. Μικρή Άρκτος, 2012



Théodore Géricault (1791-1824) : Portrait of Lord Byron
(Musée Fabre, Montpellier, France)
____________



Στον Λόρδο Βύρωνα 

1829

Παλικάρι γερό, συμβουλάτορας πρώτος,
αγαπάει τους Έλληνας τόσο.
Η ευγένεια του λόγου κι οι γενναίες οι πράξεις 
του γιομίζουν τα μάτια του δάκρυα.
...το λατρεύει, αγαπάει το μαχαίρι 
το τουφέκι χαρά τόνε λούζει. 
Χύνεται, όπως λαχταράει η καρδιά του 
στους στρατούς τους γενναίους! 
Τώρα αφήστε τον μες στην Historia
Και δαμάσατε κάθε σας πόθο!
Σ' αυτὸν μένει αιώνια η Gloria 
Και σε μας μένουν μόνο τα δάκρυα!


Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, Στον Λόρδο Βύρωνα, 
μτφρ. Γιάννης Καμπύσης, Ανθολογία Γερμανικῆς Ποίησης 1749-1921, 
(μτφρ.: Λάμπρος Αστέρης), (επιμ.: Κωστής Νικολάκης), Αθήνα, Εκάτη, 2001.


Portrait Miniature of Lord Byron, after Richard Westall
___________


ΠΗΓΕΣ

  • Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Γ2, 1810 -1821, εκδόσεις Στάχυ
  • Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση. Ανθολογία, Ανθολόγηση: Θανάσης Γαλανάκης – Μάνος Κουμής, Έρευνα υλικού, γενική φιλολογική επιμέλεια, υπομνηματισμός: Θανάσης Γαλανάκης, Κοσμήματα, επεξηγηματικά υπομνήματα: Ηρώ Νικοπούλου, Αθήνα, Τράπεζα Πειραιώς – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος 2021.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Το Όμορφο Κορίτσι της Αμάσειας και ο θρύλος της Σπηλιάς του Καθρέφτη


Photo made by notebooklm.google.com
_________

«Güzelce Kız», η ομορφιά που δεν χωρούσε στον κόσμο

Λένε οι παλιοί στην Αμάσεια — και το λένε από γενιά σε γενιά, σαν να το ’χουν δει με τα μάτια τους — πως κάποτε, σε εκείνη την πανάρχαια πόλη που στέκεται ανάμεσα στα βράχια και τον ποταμό, ο βασιλιάς είχε μια κόρη. Μια κόρη που ήταν τόσο όμορφη, που η ομορφιά της ήταν κάτι παραπάνω από ανθρώπινη. Όποιος την αντίκριζε, έστω και για μια στιγμή, έμενε άφωνος, σαν κεραυνός να του είχε κόψει τη γλώσσα και τα πόδια. Γι’ αυτό, από πολύ μικρή, της φόρεσαν στο πρόσωπο ένα πέπλο, λεπτό σαν πρωινή ομίχλη, και ποτέ δεν το έβγαλε. Ούτε στον ήλιο, ούτε στη βροχή, ούτε στον ύπνο — λέει ο θρύλος.

Μια μέρα, ο βασιλιάς αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να παντρέψει την κόρη του. Έστειλε αγγελιοφόρους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, στα βασίλεια και στα χωριά, στις πόλεις και στις στέπες: 

— «Όποιος σηκώσει το πέπλο της κόρης του βασιλιά, την αντικρίσει κατάματα και μείνει όρθιος, αυτός θα την πάρει για γυναίκα του.»

Και ήρθαν. Κύμα το κύμα, ήρθαν από παντού.

Πρίγκιπες με χρυσά καλύμματα στα κεφάλια τους, γιοι βεζίρηδων που ποτέ δεν είχαν γνωρίσει φόβο, πολεμιστές που είχαν αντιμετωπίσει στρατούς ολόκληρους, λόγιοι που νόμιζαν πως η γνώση τους προστάτευε από τα πάντα. Όλοι τους εμπιστεύονταν τη νεότητά τους, τη δύναμή τους, την καρδιά τους. Κι όλους τους, έναν έναν, η κεντρική πλατεία της Αμάσειας τους κατάπινε.


Photo made by notebooklm.google.com
__________

Η Όμορφη Κοπέλα καθόταν εκεί, σιωπηλή, με το πέπλο της να κυματίζει ελαφρά στον αέρα. Κι εκείνοι οι γεμάτοι αυτοπεποίθηση νέοι, μόλις πλησίαζαν, τα χέρια τους άρχιζαν να τρέμουν σαν φύλλα. Τα γόνατά τους λύγιζαν πριν καν αγγίξουν το πέπλο. Κάποιοι γύριζαν πίσω αθόρυβα, ντροπιασμένοι. Άλλοι έμεναν εκεί πετρωμένοι, ανίκανοι να κουνηθούν. Οι μέρες περνούσαν, και η πλατεία γέμιζε και άδειαζε, και κανείς δεν είχε καταφέρει τίποτα.

Έπειτα ήρθε εκείνος. Κανείς δεν ξέρει από πού. Λένε ότι ήταν φτωχός, χωρίς στέμμα, χωρίς στρατό, χωρίς τίτλο. Αλλά γενναίος με τον τρόπο που μόνο οι αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι είναι γενναίοι. Κι ήταν όμορφος, όχι με τη στολή ή τα κοσμήματα, αλλά από μέσα, με κάποιο φως που έβγαινε από τα μάτια του.

Ζήτησε άδεια και πλησίασε τον θρόνο.

— «Κι εγώ θέλω να δοκιμάσω την τύχη μου.»

Τα πλήθη στάθηκαν. Ακόμα και ο αέρας φάνηκε να κρατάει την ανάσα του. Εκείνος άπλωσε το χέρι, σταθερό, χωρίς τρεμούλα, και σήκωσε το πέπλο.

Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να περιγράψει τι είδε. Λένε πως ήταν σαν να έπεσε κεραυνός εκεί που δεν υπήρχαν σύννεφα. Μια λάμψη τυφλωτική, μια φλόγα που δεν έκαιγε αλλά κατέκλυζε τα πάντα, ένα ηλεκτρικό κύμα που σάρωσε την πλατεία. Οι άνθρωποι έπεσαν στο έδαφος κρύβοντας τα μάτια τους. Παιδιά έκλαψαν. Γυναίκες φώναξαν. Γέροι έψαλαν προσευχές. Κι έπειτα…σιωπή. Μια σιωπή βαριά, ατελείωτη, σαν να είχε ο κόσμος σταματήσει να αναπνέει.

Όταν τόλμησαν να κοιτάξουν, δεν βρήκαν σώματα, αλλά δύο μορφές από στάχτη. Έγιναν κάρβουνο για να μείνουν αχώριστοι, δεμένοι σε έναν αιώνιο ύπνο που καμία ανθρώπινη λογική δεν θα μπορούσε να μετρήσει.

Τους έθαψαν μαζί, κοντά στους αμπελώνες και τους κήπους έξω από την πόλη, μέσα σε έναν πέτρινο τάφο. Δύο ξεχωριστοί θάλαμοι, δύο ψυχές που ενώθηκαν μόνο στη στάχτη.

Και τότε έγινε το παράξενο.

Ο πέτρινος τάφος άρχισε να λάμπει. Στον ήλιο του πρωινού, στο φως του απογεύματος, στο χρυσό της δύσης. Ο τάφος έλαμπε, όπως έλαμπε κάποτε το πρόσωπο της Όμορφης Κοπέλας, σαν να είχε εγκλωβιστεί μέσα στην πέτρα κάτι από εκείνη τη φωτιά. Κι έτσι, οι άνθρωποι της Αμάσειας άρχισαν να την αποκαλούν «Aynalı Mağara» — «Η Σπηλιά του Καθρέφτη».

Λένε οι παλιοί πως ακόμα και σήμερα, σε ορισμένες ώρες της μέρας, αν σταθείς μπροστά της και κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις ένα φως που δεν μοιάζει με κανένα άλλο φως. Δεν είναι ο ήλιος. Δεν είναι η πέτρα.

Είναι, λένε, η ομορφιά που δεν χωρούσε στον κόσμο.​​​​​​​​​​​​​​​​



Photo made by notebooklm.google.com
___________


Η ιστορία και τα αρχετυπικά μοτίβα της

Η ιστορία είναι πλούσια σε αρχετυπικά μοτίβα. 

  • Η αδύνατη πρόκληση 

Ένας από τους πιο κλασικούς μηχανισμούς του παραμυθιού: ο βασιλιάς θέτει έναν αδύνατο όρο για να κερδίσει κανείς την κόρη του. 

  • Η κρυμμένη ομορφιά 

Το πέπλο δεν είναι απλώς ένδυμα, είναι σύμβολο, ένας διαρκής περιορισμός που  ακολουθούσε την κοπέλα σε κάθε στιγμή της ζωής της και παράλληλα ένα απαραίτητο προστατευτικό φράγμα, μια ασπίδα που της επέτρεπε να συνυπάρχει με τον κόσμο. 

Στη Σαΐδα της Αιγύπτου υπήρχε ένα διάσημο άγαλμα της Ίσιδας με την επιγραφή:

«Εγώ είμαι το παν όσα ήταν, όσα είναι και όσα θα είναι και κανένας θνητός δεν έχει σηκώσει ακόμα το πέπλο μου.»

Το πέπλο της Ίσιδας αντιπροσωπεύει τα μυστικά της φύσης και του σύμπαντο, την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα. Η γνώση αυτή είναι απαγορευμένη, ή τουλάχιστον απρόσιτη, στους απλούς θνητούς. Μόνο ο μυημένος, αυτός που έχει περάσει δοκιμασίες, μπορεί να πλησιάσει.

Και στις δύο περιπτώσεις, το πέπλο είναι το όριο ανάμεσα στον κόσμο των θνητών και σε κάτι υπερβατικό. Η Ίσιδα κρύβει την αλήθεια του σύμπαντος. Η Όμορφη Κοπέλα κρύβει μια ομορφιά που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια. 

Η Ίσιδα είναι η Φύση η ίδια, το αιώνιο θηλυκό που κρατά την αλήθεια. Η Όμορφη Κοπέλα λειτουργεί αλληγορικά με τον ίδιο τρόπο: δεν είναι απλώς μια γυναίκα, είναι η ενσάρκωση κάποιου υπερβατικού, η ομορφιά ως αρχή του κόσμου, κάτι ιερό που τυχαία πήρε ανθρώπινη μορφή.

Στον μύθο της Ίσιδας, κανείς θνητός δεν έχει σηκώσει το πέπλο και αυτό είναι αλληγορία για τη μόνιμη ανθρώπινη αδυναμία να κατανοήσει πλήρως τη φύση. Στον θρύλο της Αμάσειας, όλοι οι ισχυροί αποτυγχάνουν να σηκώσουν το πέπλο. Και όταν τελικά σηκωθεί η αποκάλυψη είναι καταστροφική. 

Ο φτωχός νέος της Αμάσειας είναι, με αλληγορική ανάγνωση, αυτός που τολμά να αναζητήσει την αλήθεια χωρίς προστασία, χωρίς μύηση, χωρίς τα εργαλεία που χρειάζεται. Στις μυστηριακές παραδόσεις που εμπνέονταν από την Ίσιδα, η ακατάλληλη ή πρόωρη μύηση ήταν επικίνδυνη. Ο μυούμενος μπορούσε να καταστραφεί από αυτό που αντίκριζε.

Και στις δύο ιστορίες κρύβεται η ίδια φιλοσοφική πεποίθηση:

Υπάρχει μια αλήθεια, μια ομορφιά, μια γνώση τόσο απόλυτη, που η επαφή μαζί της δεν αφήνει τον θνητό άθικτο. Η Ίσιδα το εκφράζει κοσμολογικά: η φύση δεν αποκαλύπτεται ποτέ πλήρως. Η Όμορφη Κοπέλα το εκφράζει ποιητικά: η απόλυτη ομορφιά καίει αυτόν που την αγγίζει.


Auguste Puttemans, Isis. Από το 1939 βρίσκεται
στον Εθνικό Ιστορικό Χώρο Herbert Hoover στο West Branch της Αϊόβα
___________


  • Ο φτωχός αλλά γενναίος ήρωας 

Ο νέος χωρίς τίτλο και πλούτη που τα καταφέρνει εκεί που οι ισχυροί αποτυγχάνουν. Κλασικότατο μοτίβο: η αξία δεν μετριέται με την κοινωνική θέση, αλλά με κάτι εσωτερικό, άρρητο.

  • Η υπερφυσική τιμωρία / η ομορφιά που σκοτώνει

Αυτό είναι το πιο σκοτεινό και ενδιαφέρον στοιχείο. Η ομορφιά εδώ δεν ανταμείβει, καταστρέφει. Η υπερβολική ομορφιά, ισοδύναμη με το ιερό, είναι απαγορευμένη στους θνητούς. Θυμίζει το μοτίβο της Μέδουσας,της Σεμέλης αλλά και τον βιβλικό Θεό που κανείς δεν μπορεί να δει κατάματα και να ζήσει. Αυτό που συνδέει όλες αυτές τις ιστορίες είναι μια βαθιά ανθρώπινη πεποίθηση: το υπερβολικό — είτε είναι ομορφιά, είτε αγάπη, είτε ιερότητα — δεν χωράει στα ανθρώπινα μέτρα. Όποιος το πλησιάσει, καίγεται. Κι αυτή η φωτιά είναι ταυτόχρονα καταστροφή και δόξα.​​​​​​​​​​​​​​​​

Το βλέμμα της Μέδουσας πετρώνει, με τον ίδιο τρόπο που η ομορφιά της κοπέλας παραλύει: κανείς δεν μπορεί να την αντικρίσει και να ζήσει. Ακόμα κι εδώ υπάρχει η λογική του «πέπλου»: ο Περσέας τη νικά μόνο κοιτώντας την αντανάκλασή της στην ασπίδα.

Η Σεμέλη ζητά από τον Δία να της αποκαλυφθεί στην πραγματική του μορφή. Εκείνος της προειδοποιεί. Εκείνη επιμένει. Η θεϊκή λάμψη την αποτεφρώνει. Η υπερβολική αποκάλυψη του ιερού είναι θανατηφόρα.


Dosso Dossi, Σεμέλη και Δίας, περ. 1525, λάδι σε μουσαμά. Ιδιωτική Συλλογή
___________

Ο Μωυσής είπε: «Δείξε μου τη δόξα σου».

Και ο Κύριος απάντησε: «Θα περάσω με όλη τη μεγαλοπρέπειά μου μπροστά σου και θα πω το όνομά μου μπροστά σου: “Κύριος”. Θα συγχωρώ εκείνον που θέλω να συγχωρήσω και θα σπλαχνίζομαι εκείνον που θέλω να σπλαχνιστώ. Δε θα μπορέσεις όμως», του λέει, «να δεις το πρόσωπό μου, γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να με δει και να μείνει ζωντανός». Μετά πρόσθεσε ο Κύριος: «Να μια θέση κοντά μου. Στάσου πάνω στο βράχο. Και όταν θα διαβαίνω μέσα στη δόξα της παρουσίας μου, θα σε βάλω στη σχισμή του βράχου, και θα σε σκεπάσω με το χέρι μου ώσπου να περάσω. Μετά θα πάρω το χέρι μου και θα δεις τα νώτα μου· το πρόσωπό μου όμως δεν θα το δεις».

Έξοδος 33, 18-23

Αυτό που κάνει την ιστορία εκπληκτικά ποιητική είναι η εικόνα: ο Θεός κρύβει τον Μωυσή στη σχισμή του βράχου σαν να τον προστατεύει από μια καταιγίδα φωτός, και του επιτρέπει να δει μόνο την πλάτη, το «μετά» της θεϊκής παρουσίας, σαν να βλέπεις το ίχνος μιας αστραπής αφού έχει ήδη περάσει. Η πλήρης αποκάλυψη του θείου προσώπου είναι θανατηφόρα από την ίδια τη φύση του ιερού: είναι πάρα πολύ για να το αντέξει η θνητή ύπαρξη.


Richard Mcbee, Ο Μωυσής στη σχισμή του βράχου καθώς ο Θεός περνάει
___________
 

  • Η μεταμόρφωση ως τέλος

Οι δύο νέοι δεν πεθαίνουν απλώς, μετατρέπονται. Το κάρβουνο, ο λαμπερός τάφος, η Σπηλιά του Καθρέφτη: η ιστορία αρνείται να τελειώσει με απλό θάνατο. Κάτι διατηρείται, κάτι συνεχίζεται.

  • Ο αιτιολογικός θρύλος 

Ο θρύλος εξηγεί γιατί ένα μέρος έχει το όνομα ή τον χαρακτήρα που έχει. Αυτό είναι χαρακτηριστικό των τοπικών θρύλων ειδικότερα: η ιστορία γίνεται «απόδειξη» μιας πραγματικής γεωγραφίας. Η Σπηλιά του Καθρέφτη υπάρχει, άρα ο θρύλος «αληθεύει».

  • Το ζεύγος που ενώνεται στον θάνατο

Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Φερχάτ και Σιρίν, Λαΐλα και Μετζνούν, Τριστάνος και Ιζόλδη:  η λαϊκή φαντασία επανέρχεται αδιάκοπα σε αυτή την εικόνα: δύο ψυχές που ο κόσμος χώριζε και ο θάνατος ένωσε. Ο τάφος με τους δύο ξεχωριστούς θαλάμους είναι μια ανατριχιαστικά ποιητική εικόνα αυτής της παράδοσης, όπως τα δύο τριαντάφυλλα που ανθίζουν στους τάφους του Φερχάτ και της Σιρίν, επίσης στην Αμάσεια. Όπως το αγιόκλημα που φυτρώνει στον τάφο του Τριστάνου και πλέκεται με κείνο που μεγαλώνει στον τάφο της Ιζόλδης. 


Rogelio de Egusquiza, Tristan and Isolt, 1910
Bilbao Fine Arts Museum
__________

Αυτό που κάνει τον συγκεκριμένο θρύλο ιδιαίτερο είναι ότι ανατρέπει την παραμυθιακή λογική: ο γενναίος ήρωας δεν κερδίζει, χάνεται μαζί με την πριγκίπισσα. Δεν υπάρχει happy end. Κι αυτό τον κάνει να μοιάζει πιο αρχαίος, πιο τραγικός, πιο αληθινός.​​​​​​​​​​​​​​​​


Edmond Guillaume, Όψη του αρχαίου τάφου λαξευμένου στο βράχο,
γνωστού ως Aynalı Mağara («Σπηλιά του Καθρέφτη»), 1872
____________


Μύθος και πραγματικότητα

Στην πραγματικότητα, «Η Σπηλιά του Καθρέφτη» βρίσκεται περίπου 3,3 χλμ. από το κέντρο της Αμάσειας, στο δρόμο προς την πόλη Ζιαρέτ. Είναι ένας από τους ονομαζόμενους «Τάφους των Βασιλέων του Πόντου», ο καλύτερα διατηρημένος και πληρέστερος βραχώδης τάφος στην Αμάσεια, που χρονολογείται από την ελληνιστική περίοδο. Πιστεύεται ότι είναι αφιερωμένος στον Θες, έναν μιθραϊκό ιερέα που έζησε στην Αμάσεια τον 2ο αιώνα π.Χ. Το εξωτερικό του σπηλαίου είναι γυαλισμένο με επιδέξια λιθοδομή, με αποτέλεσμα, αντανακλώντας το ηλιακό φως, να λάμπει σαν καθρέφτης· εξ ου και το όνομά του.

Ο ταφικός θάλαμος χωρίζεται από τον βράχο από μια στοά σε σχήμα U λαξευμένη στο βράχο. Στην επιφάνεια πάνω από τη στενή ορθογώνια πόρτα εισόδου, ψηλά πάνω από το έδαφος, υπάρχει ελληνική επιγραφή «Μεγάλος Ιερέας Θες» σε τρεις γραμμές. Ίχνη επιγραφής υπάρχουν επίσης κάτω από την πόρτα, αν και είναι ξεθωριασμένα. Μέσα στο σπήλαιο, υπάρχουν δύο θάλαμοι, ένας ορθογώνιος και ο άλλος τετράγωνος. Ο ορθογώνιος είναι ο κύριος ταφικός θάλαμος. 


Τοιχογραφία από τον τετράγωνο θάλαμο 
στο εσωτερικό του «Σπηλαίου του Καθρέφτη»
__________


Στον τετράγωνο θάλαμο, υπάρχουν πολύχρωμες τοιχογραφίες, πιθανώς φιλοτεχνημένες από τους Βυζαντινούς τον 11ο αιώνα. Στο θολωτό τμήμα, υπάρχουν απεικονίσεις των δώδεκα αποστόλων, έξι δεξιά και έξι αριστερά. Στο βόρειο και νότιο τοίχο, υπάρχουν αρκετές ανδρικές και γυναικείες μορφές. Στην ανατολική πρόσοψη, υπάρχει μια σύνθεση Δέησης που αποτελείται από τον Ιησού, τη Μαρία και τον Ιωάννη. Λέγεται ότι ένας από τους δώδεκα αποστόλους του Ιησού διέδωσε τον Χριστιανισμό σε αυτό το σπήλαιο.





Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Φερχάτ και Σιρίν, Ρωμαίος και Ιουλιέτα της Αμάσειας


Περσική μικρογραφία από το διάσημο έπος «Xusraw u Šīrīn» του 
Ο Χοσρόης συναντά για πρώτη φορά την Σιρίν να λούζει τα μαλλιά της, 
ένα από τα πλέον αναπαραγόμενα μοτίβα στην περσική τέχνη.
_____________


Φερχάτ και Σιρίν - Χουσρέβ και Σιρίν

Ο θρύλος του Φερχάτ και της Σιρίν είναι η ανατολίτικη εκδοχή του «Xusraw u Šīrīn» («Χουσρέβ και Σιρίν»), της διάσημης τραγικής ιστορίας αγάπης του Πέρση ποιητή Nizâmî-i Gencevi (1141–1209). Πρόκειται για μια ιστορία βασισμένη στον ταραχώδη έρωτα ανάμεσα στον Σασσανίδη πρίγκιπα (και μετέπειτα βασιλιά) της Περσίας, Χοσρόη Β' (570 - 628 μ.Χ), και την πριγκίπισσα της Αρμενίας (ή του Καυκάσου), Σιρίν. Αποτελεί το δεύτερο ποίημα της περίφημης συλλογής του Nizâmî, γνωστής ως Πεντάδα (Khamsa), και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους αισθηματικούς επικούς μύθους της Ανατολής.

Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν την ερωμένη του Χοσρόη Σιρίν, μόνο σε λίγες γραμμές. Ωστόσο, για αιώνες, επικά ποιήματα γράφονταν από λογοτεχνικές προσωπικότητες για τους δυο εραστές και την ιστορία αγάπης τους και αυτό το θέμα, το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές στον ιρανικό και τουρκικό πολιτισμό, μετατράπηκε από τον Ali Şir Nevai στην ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν. 

Αλλά πριν πάμε στο ερωτευμένο ζευγάρι της Αμάσειας, ας δούμε σε ελεύθερη απόδοση, την υπόθεση του έπους «Xusraw u Šīrīn» (Χουσρέβ και Σιρίν) του Nizâmî, που γράφτηκε τον 12ο αιώνα και αποτελεί το πρότυπο για όλα τα μεταγενέστερα έργα του είδους:

Ένα εικονογραφημένο χαλί από την νοτιοανατολική Περσία, περίπου 1870.
Απεικονίζει την ιστορία του Χουσρέβ και της Σιρίν.
____________

 

 Χουσρέβ και Σιρίν, ένα περσικό τραγούδι αγάπης

Πριν ακόμα γνωρίσει τη γυναίκα που θα τον έκαιγε σαν φωτιά, ο Χουσρέβ την είδε στον ύπνο του. Ήταν γιος του βασιλιά Χορμίζδ, γεννημένος από προσευχές και μεγαλωμένος μέσα στη λάμψη της εξουσίας, όμορφος, δυνατός, αλαζονικός με τον τρόπο εκείνων που δεν έχουν ακόμα πονέσει. 


Μια νύχτα, ύστερα από καβγά με τον πατέρα του, τον επισκέφθηκε στον ύπνο ο παππούς του, ο παλιός βασιλιάς, και του υποσχέθηκε τέσσερα δώρα: μια σύντροφο απαράμιλλης ομορφιάς, ένα άλογο γρηγορότερο από τον άνεμο, έναν λαμπρό θρόνο, και έναν μουσικό που θα έκανε τις πέτρες να κλαίνε. Το πρώτο δώρο ήταν η Σιρίν.


Ο Σαπούρ, ο έμπιστος φίλος του Χουσρέβ, ήταν ζωγράφος, από εκείνους που βλέπουν τον κόσμο πιο καθαρά από τους υπόλοιπους. Ταξίδεψε στην Αρμενία, εκεί που κυβερνούσε η σοφή Μεχινμπανού, και εκεί αντίκρισε την ανιψιά της, τη Σιρίν.


Γύρισε στον Χουσρέβ και δεν είπε λέξη. Άνοιξε απλώς το σκίτσο του. Ο Χουσρέβ κοίταξε και ερωτεύτηκε μια γυναίκα που δεν είχε δει ποτέ του, μια γυναίκα ζωγραφισμένη με μελάνι πάνω σε χαρτί.


Ο Σαπούρ ταξίδεψε ξανά στην Αρμενία. Αυτή τη φορά έφερε μαζί του πορτρέτα του Χουσρέβ, τα οποία άφηνε εδώ κι εκεί, κρεμασμένα σε δέντρα, στηριγμένα σε βράχους, στα μονοπάτια που περπατούσε η Σιρίν. Εκείνη τα έβρισκε ένα-ένα και τα κομμάτια της καρδιάς της που δεν ήξερε ακόμα ότι ήταν έτοιμη, άρχισαν να ενώνονται γύρω από αυτή την άγνωστη μορφή, σαν το φως που επιστρέφει στην πηγή του, μετατρέποντας την απλή περιέργεια σε μια φλόγα που έκαιγε τα σωθικά της πριν καν προφέρει το όνομά του.


Έτσι άρχισαν όλα: δύο άνθρωποι ερωτευμένοι με σκιές, εικόνες, υποσχέσεις χαραγμένες σε μελάνι. Κι έτσι ίσως έπρεπε να είχε τελειώσει: στο φάσμα του ονείρου, όπου τίποτα δεν πληγώνει.



Η Shirin βλέπει ένα πορτρέτο του Khusraw. 
Σελίδα από ένα χειρόγραφο της Khamsa του Nizami
Μουσείο Τέχνης της Κομητείας του Λος Άντζελες
___________


Ξεκίνησαν και οι δύο να βρουν ο ένας τον άλλον. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν μια φορά και δεν αναγνωρίστηκαν. Η τύχη, που άλλοτε φέρνει κοντά και άλλοτε χωρίζει, εκείνη τη στιγμή γέλασε σιωπηλά και συνέχισε το δρόμο της.


Η εξουσία έχει τη δική της λογική, σκληρή και κρύα σαν μάρμαρο. Ο Χουσρέβ έχασε τον θρόνο του και χρειάστηκε στρατό. Ταξίδεψε στο Βυζάντιο, στην αυλή του αυτοκράτορα, κι εκεί έκανε αυτό που κάνουν οι βασιλιάδες όταν έχουν ανάγκη: παντρεύτηκε την κόρη του, τη Μαρία, για να αγοράσει με γάμο αυτό που δεν μπορούσε να αγοράσει με χρυσό.


Η Σιρίν έμαθε τα νέα. Δεν έκλαψε ή τουλάχιστον δεν άφησε κανέναν να το δει. Έμεινε ακλόνητη, σαν τα βουνά της Αρμενίας, κι αρνήθηκε να κάνει αυτό που της πρότεινε ο Χουσρέβ: να έρθει κρυφά, παράνομα, σαν μυστικό που ντρέπεσαι να ονομάσεις.


— Ή θα με τιμήσεις ή δεν θα με έχεις, του είπε, και κάθε λέξη ήταν βαρύτερη από πέτρα.


Τότε ήταν, που στα βουνά ανάμεσα εμφανίστηκε ο Φερχάτ. Ήταν λιθοξόος, από εκείνους τους ανθρώπους που γνωρίζουν τη μυστική γλώσσα των βράχων, που ξέρουν πού χτυπάς για να σπάσει η πέτρα και πού για να μείνει ακέραιη. Αγάπησε τη Σιρίν, με εκείνη την ολοκληρωτική, άμυαλη, τρομακτική αγάπη, που αφήνει τον άνθρωπο χωρίς προφύλαξη.


Ο Χουσρέβ, που δεν γνώριζε γενναιοδωρία όταν τον καταλάμβανε η ζήλια, του έβαλε δοκιμασία: να τρυπήσει ένα ολόκληρο βουνό. Ο Φερχάτ σήκωσε την αξίνα και χτύπησε.


Χτυπούσε μέρα, χτυπούσε νύχτα, χτυπούσε με μια επιμονή που τρόμαξε ακόμα και τους θεούς. Οι βράχοι έπεφταν. Το βουνό υποχωρούσε. Και καθώς ο Φερχάτ πλησίαζε στο τέλος, ο Χουσρέβ κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο απλός λαξευτής, ήταν ίσως ο μόνος που αγαπούσε τη Σιρίν όπως της άξιζε να αγαπηθεί. Κι αυτό ακριβώς τον τρόμαξε.


Έστειλε μια γυναίκα στο βουνό, μ’ ένα ψέμα να το μεταφέρει στον Φερχάτ: 


— Η Σιρίν πέθανε! Δεν ζει πια! 


Ο Φερχάτ δεν είχε λόγο να συνεχίσει να χτυπά. Πέταξε την αξίνα ψηλά και την άφησε να τον χτυπήσει θανάσιμα. 


Τα χρόνια κύλησαν με τον τρόπο που κυλούν όταν κουβαλάς βάρος: αργά και σκληρά.


Η Μάρυαμ πέθανε. Ο Χουσρέβ περιπλανήθηκε, χάθηκε, βρέθηκε, χάθηκε ξανά. Πέρασε από έναν ακόμα γάμο με μια γυναίκα που τον έκανε να νιώσει πόσο άδεια μπορεί να είναι η ευτυχία χωρίς νόημα. Κι έτσι, τελικά, κατάλαβε.


Επέστρεψε στη Σιρίν. Την παντρεύτηκε, γιατί επιτέλους κατάλαβε ότι αυτή ήταν η μόνη επιλογή που μετρούσε. Κάτω από την επιρροή της, ο Χουσρέβ άρχισε να αλλάζει. Στράφηκε στις επιστήμες, στην πνευματικότητα, στη δικαιοσύνη κι έγινε ο βασιλιάς που θα μπορούσε πάντα να είναι, αν η αγάπη τον είχε βρει νωρίτερα.



Hatefi (1454–1521), Khusrau and Shirin 
Metropolitan Museum of Art
__________


Για λίγο, η ιστορία φάνηκε να τελειώνει καλά. Μα οι ιστορίες που τελειώνουν καλά δεν είναι αυτές που θυμάται ο κόσμος. Ο Σιρούγιε ήταν γιος του Χουσρέβ από τη Μαρία, ένας νέος με σκοτεινές επιθυμίες και ακόμα σκοτεινότερες φιλοδοξίες. Ανέτρεψε τον πατέρα του, τον έριξε στη φυλακή, και τελικά τον δολοφόνησε για τον θρόνο, αλλά και για τη Σιρίν. Γιατί και αυτός την ήθελε.


Η Σιρίν δέχτηκε να μπει στο μνημείο του Χουσρέβ για να τον αποχαιρετήσει. Μπήκε ήρεμη, με βήμα σταθερό, σαν γυναίκα που ξέρει ακριβώς τι κάνει. Γονάτισε δίπλα στο φέρετρό του. Και εκεί, στη σιωπή του τάφου, με το χέρι στο στήθος της, έκλεισε την ιστορία της μαζί με την ιστορία του.


Ο Σιρούγιε βρήκε την πόρτα κλειστή. Και πίσω από αυτήν, δύο ανθρώπους επιτέλους ενωμένους, εκεί που καμία εξουσία δεν φτάνει.


Ο Νιζαμί γνώριζε κάτι που ξέρουν όλοι οι μεγάλοι αφηγητές: η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι δοκιμασία. Είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπεις ποιος είσαι αλήθεια,  όχι ποιος νομίζεις ότι είσαι.


Ο Χουσρέβ χρειάστηκε χρόνια για να περάσει τη δοκιμασία αυτή. Η Σιρίν την πέρασε με την πρώτη. Κι ο Φερχάτ; Ο Φερχάτ δεν χρειάστηκε καν να δοκιμαστεί, γιατί εκείνος ήταν ήδη ολόκληρος, ήδη έτοιμος, ήδη άξιος. Κι αυτό ακριβώς ήταν η τραγωδία του.​​​​​​​​​​​​​​​​



«Η Δολοφονία του Khusrau Parviz»
Το έργο αποδίδεται στον  Abd al-Samad, περ. 1535.
Metropolitan Museum of Art
___________


Μύθος και πραγματικότητα

Το έργο του Nizâmî-i Gencevi, αν και αποτελεί μια ρομαντική μυθοπλασία, πατάει γερά πάνω σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα της ύστερης περιόδου της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών (6ος-7ος αι. μ.Χ.), εστιάζοντας στη ζωή του βασιλιά Χοσρόη Β' (Khosrow II Parviz). Η σχέση του μύθου με την ιστορία εντοπίζεται στα εξής σημεία:

  • Ο Χοσρόης Β' και η Εξορία του
Η αρχή του ποιήματος αντικατοπτρίζει την ιστορική πραγματικότητα της ανόδου του Χοσρόη στο θρόνο. Το 590 μ.Χ., ο πατέρας του, Χορμίσδας Δ', ανατράπηκε και ο Χοσρόης αναγκάστηκε να καταφύγει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία για να ζητήσει βοήθεια από τον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο. Στον Νιζαμί, αυτή η περίοδος εξορίας χρησιμοποιείται ως το σκηνικό όπου αναπτύσσεται ο έρωτάς του για τη Σιρίν. 
  • Το Πρόσωπο της Σιρίν
Η Σιρίν ήταν ιστορικό πρόσωπο, η αγαπημένη σύζυγος του Χοσρόη Β'.  Ήταν Χριστιανή, κάτι που αναφέρεται τόσο στις ιστορικές πηγές όσο και στο ποίημα. Η ιστορική Σιρίν φέρεται να επηρέασε τον Χοσρόη ώστε να δείξει ανοχή προς τους Χριστιανούς υπηκόους του.
Ενώ ο Νιζαμί την παρουσιάζει ως πριγκίπισσα από την Αρμενία, ιστορικές πηγές (όπως συριακά χρονικά) υποδηλώνουν ότι μπορεί να καταγόταν από την περιοχή του Κτησιφώντα ή το Χουζιστάν. 
  • Γάμοι πολιτικών συμφερόντων και η «Μαρία»
Στο ποίημα, ο Χοσρόης παντρεύεται τη Μαρία, κόρη του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μαυρίκιου, για να εξασφαλίσει στρατιωτική υποστήριξη. Αν και η ύπαρξη της Μαρίας αμφισβητείται από κάποιους σύγχρονους ιστορικούς (συχνά θεωρείται λογοτεχνικό εφεύρημα), η συμμαχία του Χοσρόη με το Βυζάντιο εναντίον του σφετεριστή Μπαχράμ Τσομπίν είναι απόλυτα τεκμηριωμένη. 
  • Το Τραγικό Τέλος
Ο θάνατος του Χοσρόη στο ποίημα από το χέρι του γιου του, Σιρόη (Kavad II), ακολουθεί την ιστορική αλήθεια της συνωμοσίας του 628 μ.Χ., που οδήγησε στη δολοφονία του βασιλιά και σηματοδότησε την αρχή της παρακμής της δυναστείας. Η αυτοκτονία της Σιρίν πάνω στο μνήμα του, ωστόσο, αποτελεί την ποιητική εξιδανίκευση του Νιζαμί. 
  • Ο Φερχάτ: Μύθος ή Πραγματικότητα;
Αντίθετα με τον Χοσρόη και τη Σιρίν, ο Φερχάτ θεωρείται κατά βάση μυθολογικός χαρακτήρας. Ωστόσο, η σύνδεσή του με το Όρος Μπεχιστούν (Behistun) εδράζεται στα εντυπωσιακά σασσανιδικά ανάγλυφα που υπάρχουν εκεί, τα οποία οι μεταγενέστεροι Πέρσες απέδιδαν στον θρυλικό γλύπτη που λάξευσε το βράχο για χάρη της αγαπημένης του.


Μικρογραφία που απεικονίζει τη Σιρίν να βλέπει τον Φερχάτ που ανοίγει σήραγγα μέσα από το βουνό 
(Emir Khosrow-i Dehlavi, Khamsa, TSMK)
___________


Φερχάτ και Σιρίν - Χουσρέβ και Σιρίν: Δύο παραδόσεις, μια καρδιά!

  • Ο Πρωταγωνιστής
Η πιο θεμελιώδης διαφορά είναι ποιος βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας. Στον Νιζαμί, ο Χουσρέβ είναι ο ήρωας. Είναι πρίγκιπας, βασιλιάς, άνδρας εξουσίας που αγαπά ατελώς και μαθαίνει αργά. Ο Φερχάτ είναι δευτερεύων χαρακτήρας, ένα επεισόδιο στη ζωή άλλων. Στην τουρκική λαϊκή παράδοση, ο Φερχάτ γίνεται ο πρωταγωνιστής. Είναι ο τεχνίτης, ο απλός άνθρωπος, εκείνος που αγαπά με τα χέρια και με ολόκληρο το κορμί. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι τυχαία: είναι η λαϊκή παράδοση να διεκδικεί την ιστορία για τον κόσμο της.
  • Η Σιρίν
Στον Νιζαμί η Σιρίν είναι Αρμένισσα πριγκίπισσα, ανιψιά της βασίλισσας Μεχινμπανού. Είναι γυναίκα με βούληση, σταθερές αρχές και εσωτερικό βάθος. Είναι εκείνη που παίρνει την πρωτοβουλία να εγκαταλείψει το θρόνο και τη χώρα της για να αναζητήσει τον Χιουσρέβ. Επίσης, δεν διστάζει να νουθετήσει ή να επικρίνει τον Χουσρέβ, απαιτώντας από αυτόν να συμπεριφέρεται ως σωστός ηγεμόνας προτού διεκδικήσει τον έρωτά της. Στην τουρκική εκδοχή η Σιρίν παραμένει ανιψιά της Μεχμινέ Μπανού, αλλά ο χαρακτήρας της απλοποιείται: είναι περισσότερο αντικείμενο του έρωτα παρά υποκείμενό του, και η τραγική της πράξη στο τέλος γίνεται αντανάκλαση της αγάπης για τον Φερχάτ, όχι πολιτική και ηθική στάση.
  • Η Δοκιμασία του Βουνού
Και στις δύο εκδοχές ο Φερχάτ καλείται να τρυπήσει ένα βουνό. Μα η σημασία της δοκιμασίας διαφέρει. Στον Νιζαμί είναι πράξη ζηλοτυπίας του Χουσρέβ: ένας βασιλιάς που εκμεταλλεύεται την εξουσία του για να εξοντώσει έναν αντίπαλο που θεωρεί κατώτερό του. 
Στην τουρκική παράδοση η δοκιμασία αποκτά κοσμικές διαστάσεις: ο Φερχάτ δεν παλεύει μόνο με το βουνό αλλά με την αδικία, με τον κόσμο που εμποδίζει συστηματικά τον απλό άνθρωπο να κερδίσει αυτό που αξίζει. Η αξίνα γίνεται σύμβολο λαϊκής αντίστασης.
  • Το Ψέμα και ο Θάνατος
Και στις δύο εκδοχές ο Φερχάτ πεθαίνει εξαπατημένος. Του λένε ψευδώς ότι η Σιρίν πέθανε. Στον Νιζαμί ο Χουσρέβ είναι ο ηθικός υπαίτιος: αυτός στέλνει την απεσταλμένη, αυτός φέρει το βάρος της πράξης, και το αφήγημα το καταγράφει ως σκοτεινό σημάδι στον χαρακτήρα του. Στην τουρκική εκδοχή ο υπαίτιος είναι ο Χουσρέβ, γιος του Χουρμούζ Σαχ και η παραμάνα που αναλαμβάνει ενεργό ρόλο, τιμωρούμενη στο τέλος από το λιοντάρι. Η ηθική τιμωρία είναι πιο άμεση και λαϊκή: το κακό ανταποδίδεται ορατά.
  • Το Τέλος της Σιρίν
Εδώ η διαφορά είναι δραματικά σημαντική. Στον Νιζαμί η Σιρίν παντρεύεται τον Χουσρέβ, ζει μαζί του, τον μεταμορφώνει. Ο θάνατός της έρχεται αργά, ως πράξη αξιοπρέπειας απέναντι στον Σιρούγιε. Είναι ο θάνατος μιας γυναίκας που έζησε με πληρότητα. Στην τουρκική εκδοχή η Σιρίν δεν παντρεύεται ποτέ κανέναν. Πεθαίνει αμέσως μόλις μαθαίνει για τον Φερχάτ, πηδώντας από τον λόφο. Ο θάνατός της είναι ανταπόκριση, όχι επιλογή με πολιτικές διαστάσεις: είναι η καρδιά που σταματά γιατί δεν έχει λόγο να συνεχίσει.
  • Ο Επίλογος
Ο Νιζαμί τελειώνει με θεολογική διάσταση: η πτώση του Χουσρέβ συνδέεται με την αλαζονεία του απέναντι στον Προφήτη. Η ιστορία γίνεται ηθικό και πνευματικό μάθημα. Η τουρκική παράδοση τελειώνει με μια ποιητική εικόνα: δύο τριαντάφυλλα, ένα κόκκινο και ένα λευκό, που μεγαλώνουν σκύβοντας το ένα προς το άλλο, μα χωρίζονται για πάντα από έναν αγκαθωτό θάμνο. Δεν υπάρχει θεολογία εδώ, υπάρχει μόνο η παρηγορητική και συνάμα άσπλαχνη γλώσσα της φύσης.
  • Συνολική Εκτίμηση
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι δύο εκδοχές αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Ο Νιζαμί γράφει για βασιλιάδες: η αγάπη είναι δοκιμασία ωρίμασης, η τραγωδία έχει πολιτικές και θεολογικές ρίζες, ακόμα κι ο έρωτας υπόκειται στη λογική της εξουσίας. Η τουρκική λαϊκή παράδοση γράφει για ανθρώπους: η αγάπη είναι απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη, η τραγωδία προέρχεται από την αδικία των ισχυρών απέναντι στους αδύναμους, και ο θάνατος δεν είναι τιμωρία αλλά η τελευταία, ανέκκλητη πράξη ελευθερίας.​​​​​​​​​​​​​​​​


Ο Φερχάτ κουβαλάει τη Σιρίν και το άλογό της, από αντίγραφο του Χάμσα του Νιζαμί Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο
__________


Η Ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν

Το ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο της ιστορίας «Χουσρέβ και Σιρίν» προσαρμόστηκε στην Ανατολία, με αποτέλεσμα πολλές παραλλαγές. Διαβάστηκε ευρέως και αγαπήθηκε από τον λαό. Η ιστορία έχει ειπωθεί με κάποιες παραλλαγές ανάλογα με τις χώρες και τις περιοχές σε μια ευρεία γεωγραφική περιοχή, συμπεριλαμβανομένων του Ιράν, του Αζερμπαϊτζάν, της Ανατολίας, της νότιας Κεντρικής Ασίας και της Αρμενίας.

Η ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν, όπως εξελίσσεται στην Ανατολία και το Αζερμπαϊτζάν, ξεκινά στο Χορασάν και συνεχίζεται στην Αμάσεια. Εδώ, ο Χοσρόης δεν είναι ο Σάχης του Ιράν, αλλά ο πρίγκιπας Χορμούζ Σαχ, ο ηγεμόνας της Αμάσειας, και ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ο Φερχάτ. Η πιο παλιά έκδοση του παραμυθιού στα τουρκικά χρονολογείται στο 1854, ενώ με το νεό (λατινικό) αλφάβητο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1930.

Στην παραδοσιακή λαϊκή αφήγηση, ο Φερχάτ είναι ο τύπος του «ερωτευμένου» (divane âşık). Ωστόσο, σε μεταγενέστερες διασκευές, όπως στο θεατρικό έργο του Ναζίμ Χικμέτ το 1948, ο χαρακτήρας του Φερχάτ μετασχηματίζεται από τον τύπο του εραστή στον τύπο του ανιδιοτελή εργάτη (fedakâr-emekçi). Ο Φερχάτ παύει να είναι απλώς ένας ερωτευμένος που δρα με βάση το προσωπικό του συναίσθημα και μετατρέπεται σε ένα σύμβολο της εργασίας και της κοινωνικής προσφοράς, καθώς το έργο του (το τρύπημα του βουνού) αποκτά μια ευρύτερη διάσταση θυσίας για το κοινό καλό.

Καθώς η ιστορία εισήλθε στη λαϊκή λογοτεχνία, συμπληρώθηκε με άλλα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. Η ιστορία έγινε ευρέως διαδεδομένη στον λαό, καθιερώθηκε στην προφορική παράδοση και αγαπήθηκε πολύ από το κοινό. Η Σιρίν, ως σύμβολο ομορφιάς, και ο Φερχάτ, ως σύμβολο υπομονής και αντοχής, άφησαν ένα ευρύ και επιδραστικό σημάδι στον λαό.


Άγαλμα Φερχάτ και Σιρίν κατά μήκος του πεζόδρομου
που πάει παράλληλα με τον Ίριδα ποταμό, στην Αμάσεια.
_________


Ο Φερχάτ και η Σιρίν της Αμάσειας

Μια φορά κι έναν καιρό, στη μεγάλη και πλούσια πόλη του Χορασάν, εκεί που οι αγορές μυρίζουν κανέλα και μόσχο και οι μιναρέδες αγγίζουν τα σύννεφα, κυβερνούσε μια δυνατή γυναίκα, η Μεχμινέ Μπανού. Είχε μια ανιψιά, τη Σιρίν, που ήταν τόσο όμορφη που λέγανε πως όταν περπατούσε στον κήπο, τα λουλούδια γύριζαν να την κοιτάξουν.

Η Μεχμινέ Μπανού αποφάσισε να χτίσει για τη Σιρίν ένα περίπτερο, λαμπρό σαν ανατολίτικο όνειρο. Κάλεσε τον καλύτερο τεχνίτη του τόπου, τον πρωτομάστορα Μπεχζάτ, και μαζί του ήρθε και ο γιος του, ο Φερχάτ, ένας νέος με χέρια που λάξευαν την πέτρα σαν να ήταν ζυμάρι, και μάτια που έκαιγαν σαν κάρβουνο.



Θρύλοι της Αμάσειας - Φερχάτ και Σιρίν
 ATAG (ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΜΑΣΕΙΑΣ)
_________



Την ώρα που ο Φερχάτ σκάλιζε τους τοίχους, εμφανίστηκε η Σιρίν. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και ο κόσμος σταμάτησε. Λένε πως και οι δύο λιποθύμησαν εκεί που στέκονταν, γιατί ο έρωτας που τους χτύπησε ήταν βαρύτερος κι από τις πέτρες που σκάλιζε ο Φερχάτ.

Κοντά στο περίπτερο κελάρυζε μια πηγή. Η Μεχμινέ Μπανού είπε δυνατά:

— Όποιος φέρει αυτό το νερό ως το κατώφλι μου, θα του δώσω ό,τι ζητήσει.

Ο Φερχάτ, που ήξερε τι ήθελε να ζητήσει, έσκυψε το κεφάλι και ξεκίνησε να σκάβει. Μέρα και νύχτα, με τα χέρια ματωμένα και τραγουδώντας το όνομα της Σιρίν, έφτιαξε μονάχος του το αυλάκι που ο κόσμος πίστευε πως δεν γινόταν. Και το νερό έτρεξε.

Μα όταν η Μεχμινέ Μπανού έμαθε για τον έρωτα του νέου με την ανιψιά της — κάποιοι λένε πως κι η ίδια τον είχε ερωτευτεί — σκοτείνιασε το πρόσωπο της. Τον έριξε στη φυλακή και εκεί θα 'μενε, αν ένα βράδυ δεν ερχόταν στον ύπνο της ένα όνειρο σαν φωτιά, που της είπε: Άφησέ τον.

Ελεύθερος πια, αλλά χωρίς τη Σιρίν, ο Φερχάτ ανέβηκε στα βουνά. Ζούσε σε σπηλιές, τρεφόταν με αέρα και πόνο, κι έπαιζε τον καημό του στον αυλό του τόσο γλυκά που τα άγρια ​​θηρία έρχονταν και καθόταν στα πόδια του, σαν να τον καταλάβαιναν. Εκεί, στην κορυφή της μοναξιάς του, τον βρήκε ο Χουρμούζ Σαχ, ο ηγεμόνας μιας γειτονικής χώρας. Άκουσε την ιστορία του νέου και η καρδιά του μαλάκωσε.

— Θα σε βοηθήσω, είπε.

Ζήτησε από τη Μεχμινέ Μπανού να παραδώσει τη Σιρίν. Εκείνη αρνήθηκε. Ακολούθησε πόλεμος. Η Μεχμινέ Μπανού ηττήθηκε και η Σιρίν οδηγήθηκε στο παλάτι του Χουρμούζ Σαχ, όχι όμως στην αγκαλιά του Φερχάτ. Γιατί εκεί την είδε ο γιος του Σαχ, ο Χουσρέβ, κι αυτός με τη σειρά του τρελάθηκε από έρωτα.

Τότε ο Χουρμούζ Σαχ, για να ξεφορτωθεί τον Φερχάτ χωρίς να χύσει αίμα, του είπε:

— Θέλεις τη Σιρίν; Τρύπησε το βουνό Έλμα! Φέρε νερό από την άλλη μεριά. Αν το καταφέρεις, είναι δική σου.


Γνωστό και ως «Κανάλι Νερού Φερχάτ», έχει μήκος 6 χλμ. και χρονολογείται στην ύστερη ελληνιστική-πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο. Κατασκευάστηκε για να καλύψει τις ανάγκες ύδρευσης της αρχαίας πόλης Αμάσειας. Αναφέρεται στη διάσημη λαϊκή ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν.
___________


Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αδύνατον. Μα ο Φερχάτ πήρε την αξίνα του, γονάτισε και προσευχήθηκε. Κι ύστερα χτύπησε.

Χτυπούσε μέρα, χτυπούσε νύχτα. Οι βράχοι έπεφταν σαν άχερο. Το βουνό έτρεμε. Ο κόσμος μαζευόταν από μακριά να βλέπει τον τρελό που αγαπούσε τόσο πολύ ώστε να σπάει βουνά με τα χέρια του. Κι ο Φερχάτ πλησίαζε, πλησίαζε στο τέλος της δοκιμασίας, πλησίαζε στη Σιρίν.

Τότε ο Χουσρέβ, από φόβο κι από δειλία, έστειλε μια γριά παραμάνα στο βουνό.

Η παραμάνα ανέβηκε λαχανιάζοντας, πλησίασε τον Φερχάτ που χτυπούσε με λύσσα την πέτρα, και του ψιθύρισε:

— Σταμάτα, παιδί μου. Η Σιρίν πέθανε. Κοίτα, σου έφερα τον χαβά από την κηδεία της.

Ο Φερχάτ άφησε την αξίνα να πέσει από τα χέρια του. Γύρισε και κοίταξε τον ουρανό. Και ύστερα, με μια κίνηση αργή και βέβαιη, πήρε την αξίνα και την πέταξε ψηλά, ψηλά και στάθηκε από κάτω.

Έτσι τελείωσε τη ζωή του ο Φερχάτ, εκεί στο βουνό, με το όνομα της Σιρίν στα χείλη.

Μα η Σιρίν ζούσε. Και όταν έμαθε τι έγινε, πήγε στον λόφο, κοίταξε για τελευταία φορά τον κόσμο που δεν της είχε χαρίσει τον αγαπημένο της και πήδηξε.


Το μνημείο του Φερχάτ και της Σιρίν, κατασκευασμένο από μπρούτζο και ύψος 5 μέτρα στην Αμάσεια του Πόντου (2012)
___________


Η δόλια παραμάνα, βρήκε το τέλος της την ίδια νύχτα. Ένα λιοντάρι βγήκε από τα σκοτάδια και δεν άφησε ούτε ίχνος της.

Ο Χουρμούζ Σαχ, βουβός από ντροπή και θλίψη, έθαψε τους δύο νέους δίπλα-δίπλα, εκεί κοντά στην Αμάσεια, όπου ακόμα και σήμερα λένε πως η γη θυμάται.

Κι από τον τάφο του Φερχάτ φυτρώνει κάθε άνοιξη ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Από τον τάφο της Σιρίν, ένα λευκό.Τα δύο φυτά μεγαλώνουν αργά, σκύβοντας το ένα προς το άλλο, σαν δύο άνθρωποι που θέλουν να αγγίξουν τα χέρια τους. Μα ανάμεσά τους φυτρώνει ένας αγκαθωτός θάμνος, γιατί ο κόσμος, ακόμα και μετά θάνατον, δεν τους αφήνει ποτέ να σμίξουν.

Έτσι λένε στην Αμάσεια, έτσι λένε παντού:

Μερικές αγάπες είναι τόσο μεγάλες, που ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος μπορεί να τις χωρέσουν.


Συμβολικοί τάφοι του Φερχάτ και της Σιρίν στον κήπο 
του «Μουσείου Εραστών Φερχάτ και Σιρίν»
_________


Το Μουσείο Εραστών

Στον λόφο Φερχάτ της Αμάσειας λειτουργεί από το 2013, το θεματικό «Μουσείο Εραστών Φερχάτ και Σιρίν», το οποίο κατέχει τον τίτλο του πρώτου και μοναδικού Μουσείου Ερωτευμένων της Τουρκίας. Στις 9 αίθουσες που διαθέτει, περιλαμβάνονται εικόνες, γλυπτά και έργα τέχνης που απεικονίζουν εκτός από τον θρύλο του Φερχάτ και της Σιρίν, τις ιστορίες της Λεϊλά και του Μετζνούν, του Κερέμ και της Ασλί, και του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Βρίσκεται κοντά στα ιστορικά κανάλια νερού που λέγεται ότι έσκαψε ο Φερχάτ μέσα από βουνά για χιλιόμετρα για να φέρει νερό και να κερδίσει τη Σιρίν.


«Μουσείο Εραστών Ferhat και Şirin» - Amasya
__________



Ομοιώματα του Φερχάτ και της Σιρίν, 
στο «Μουσείο Εραστών Ferhat και Şirin», στην Αμάσεια
_________


«Shirin» (2008) του Ιρανού σκηνοθέτη Abbas Kiarostami

Η πειραματική ταινία «Σιρίν» (Shirin, 2008) είναι μια από τις πιο ριζοσπαστικές κινηματογραφικές προτάσεις του Αμπάς Κιαροστάμι (22 Ιουνίου 1940, Τεχεράνη — 4 Ιουλίου 2016, Παρίσι). Το έργο επαναπροσδιορίζει τον κλασικό περσικό ερωτικό θρύλο του Χουσρέβ και της Σιρίν, μέσα από μια έντονα φεμινιστική σκοπιά, εστιάζοντας στη γυναικεία ταυτότητα και εμπειρία. Ο Κιαροστάμι επέλεξε να παραλείψει το όνομα του Χουσρέβ από τον τίτλο, καθιστώντας την ταινία μια αυτοπροσδιοριζόμενη «γυναικεία ματιά» της αφήγησης. Ενώ το έπος αφηγείται την ιστορία του Χοσρόου και της Σιρίν από ανδρική οπτική, ο Κιαροστάμι επιστρέφει τη φωνή στις γυναίκες: δεν τις παρουσιάζει ως αντικείμενα αφήγησης, αλλά ως υποκείμενα συναισθήματος και ερμηνείας. 

Η ταινία δεν δείχνει την ίδια την ιστορία, αλλά επικεντρώνεται αποκλειστικά στις εκφράσεις και τις αντιδράσεις των γυναικών που την παρακολουθούν σε έναν κινηματογράφο. Οι γυναίκες στην αίθουσα γίνονται ένα είδος καθρέφτη: άλλες κλαίνε, άλλες μένουν ανέκφραστες, άλλες ταυτίζονται βαθιά. Ο θεατής ακούει μόνο τους ήχους και βλέπει το αντίστοιχο φως και σκοτάδι της εικονικής ταινίας να πέφτει στα πρόσωπα 114 από τις καλύτερες ηθοποιούς του Ιράν και της διάσημης Γαλλίδας ηθοποιού του κινηματογράφου Ζιλιέτ Μπινός. 

Η Ζιλιέτ Μπινός επισκέφθηκε τον Κιαροστάμι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ενδιαφέρθηκε και τελικά επιλέχθηκε για να συμμετάσχει στην ταινία «Shirin».
___________


Η ηρωίδα παρουσιάζεται ως μια πρώιμη φεμινιστική φιγούρα, που αγωνίζεται για την αυτοδιάθεσή της, κάτι που φαίνεται από την αρχή της ιστορίας, όταν παίρνει την πρωτοβουλία να ταξιδέψει η ίδια για να συναντήσει τον Χουσρέβ. Η ταινία του Κιαροστάμι αναδεικνύει τον αισθησιακό χαρακτήρα της Σιρίν, αμφισβητώντας το κυρίαρχο στερεότυπο στις ισλαμικές περσικές αφηγήσεις ,που θέλει τις γυναίκες να χαρακτηρίζονται μόνο από συστολή και αθωότητα. Στο τέλος της ταινίας, η ηρωίδα απευθύνεται στο κοινό, αποκαλώντας τις γυναίκες «θλιμμένες αδελφές» και ρωτώντας αν κλαίνε για εκείνη ή για τη «Σιρίν που κρύβεται μέσα σε κάθε μία» από αυτές. Η Σιρίν γίνεται μεταφορά για τη γυναίκα που δεν έλαβε ποτέ την προσοχή που της άξιζε και ένιωθε μόνη χωρίς να την πιστεύει κανείς.

Εστιάζοντας σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας στο κοινό, ο Κιαροστάμι συνδέει την ελευθερία και την καταπίεση με τη γενιά των γυναικών που έζησαν τη νεότητά τους πριν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Η σύγχρονη ιρανική γυναικεία ταυτότητα, που παλεύει με τον ανδρικό έλεγχο, τίθεται σε διάλογο με τη θρυλική Σιρίν.

Η Σιρίν αντιπροσωπεύει μια πρώιμη μορφή αντίστασης απέναντι σε προσπάθειες παραμέλησης, καταπίεσης και εξαναγκασμού σε ρόλους που δεν επέλεξε η ίδια. Ακόμη και η σκηνή του θανάτου της χρησιμοποιείται από τον σκηνοθέτη για να ενισχύσει αυτή τη φεμινιστική προοπτική.

Ο Κιαροστάμι έχει γυρίσει μια ταινία για τις αντιδράσεις των γυναικών απέναντι σε ένα διάσημο τραγικό επικό ποίημα. Δάκρυα τρέχουν, τα μάτια κοιτάζουν αλλού και μετά ξανά πίσω, με κάθε ανεπαίσθητη κίνηση να αποτυπώνει τα συναισθήματα του θεατή. Προφανώς, ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις των ανδρών. Ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις των γυναικών. Αυτό γίνεται φανερό προς το τέλος, όταν ακούγεται η εικονική ταινία να λέει «Υπάρχει μια Σιρίν σε όλες τις γυναίκες...».

Κατά βάθος, ο Κιαροστάμι λέει κάτι απλό και συνάμα ανατρεπτικό: η Σιρίν δεν είναι η γυναίκα του έπους, είναι κάθε γυναίκα που κάθεται σε εκείνη την αίθουσα. Το έπος ήταν το πρόσχημα. Οι ζωντανές γυναίκες μπροστά στην κάμερα είναι η αληθινή ταινία.


Soundtrack of Shirin: Music: Hossein Dehlavi -  Music: Hossein Dehlavi
__________

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  • ΧορασάνΤο όνομα στα περσικά σημαίνει περίπου «εκεί που ανατέλλει ο ήλιος», δηλαδή η Ανατολή. Είναι μια ιστορική περιοχή που εκτείνεται στη σημερινή βορειοανατολική Περσία (Ιράν), καλύπτοντας επίσης τμήματα του Αφγανιστάν, του Τουρκμενιστάν και του Ουζμπεκιστάν. Στο Μεσαίωνα ήταν μια από τις σηματικότερες περιοχές πολιτισμού και διανόησης του ισλαμικού κόσμου. Πόλεις όπως η Νισαπούρ, η Μερβ και η Ηράτ ανήκαν στο Χορασάν και υπήρξαν κέντρα επιστήμης, ποίηση και τέχνης. Εκεί γεννήθηκε, για παράδειγμα, ο ποιητής Ομάρ Καγιάμ. Η ιστορία του Φερχάτ και της Σιρήν ανήκει στην τουρκο-περσική λογοτεχνική παράδοση και ο συνδυασμός Χορασάν–Αμάσεια στο παραμύθι δεν είναι τυχαίος. Συνδέει συμβολικά την περσική Ανατολή με την τουρκική Ανατολία, μια διαδρομή που ακολούθησαν αιώνες πολιτισμού και ποίησης.
  • Ἴρις ποταμός (σημερινός Yeşilırmak - Πράσινος Ποταμός). Πηγάζει από τον Αντίταυρο του Πόντου, διασχίζει την Αμάσεια, η οποία είναι χτισμένη στις όχθες του, περιτριγυρισμένη από απόκρημνα βουνά. και εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο. Ο Στράβων αναφέρει τον Ίριδα στα Γεωγραφικά του (12.39), περιγράφοντας τη ροή του μέσα από την πόλη: «Ἡ δ’ ἡμετέρα πόλις κεῖται μὲν ἐν φάραγγι βαθείᾳ καὶ μεγάλῃ, δι’ ἧς ὁ Ἴρις φέρεται ποταμός, κατεσκεύασται δὲ θαυμαστῶς προνοίᾳ τε καὶ φύσει, πόλεως ἅμα καὶ φρουρίου παρέχεσθαι χρείαν δυναμένη.»

ΠΗΓΕΣ