Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

«...με την Τέχνη να του κάνει τα χατήρια», Γιάννης Κοντός, Θανάσιμα επαγγέλματα


Ποιητής, Μουσικός και ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει...

«..γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές, 
το χώμα που πατούν να προσκυνούνε..»

«Δίκοπη ζωή», Μάνος Ελευθερίου

Οι ποιητές δεν θέλουν χώρο, ούτε οι μουσικοί, οι πλανόδιοι, που παίζουνε για τους άστεγους και τους λυπημένους.

«Λαχειοπώλες τ΄Ουρανού, μοιράζουν αριθμούς σε ξωτικά κι αγγέλους».

Είναι πουλιά οι ποιητές, ακουμπάνε στη γη μόνο για να προσκυνήσουν το χώμα.

Κι όταν η Τέχνη τους κάνει τα χατήρια, μάς βρίσκουν και στην άλλη ζωή, «κουκούτσι της συνείδησής μας», να μας τραγουδήσουν το μέλλον και το παρόν.

Ίσως γι αυτό «το θαύμα το περιμένουμε απ’ τους αλήτες, τα παιδιά, τους ποιητές»


Ο Γιάννης Κοντός - ποιητής κι όταν πεζολογεί - με «δρομοδείκτες» τα βιβλία του Γιώργου Σεφέρη, της Μέλπως Αξιώτη, του Νίκου Γαβριήλ - Πετζίκη, του Γιώργου Ιωάννου, του Βασίλη Βασιλικού και του Μένη Κουμανταρέα, απλώνει περισσότερο τη φόρμα του, διεισδύει, αποκαλύπτει  και αποκαλύπτεται. Κάτω και πίσω από τα πενήντα πέντε «θανάσιμα επαγγέλματα» του βιβλίου - μικρά δοκίμια στοχασμού πάνω στο θάνατο - βρίσκεται ο ίδιος ο ποιητής με τις απορίες, τις αγωνίες, τις ελπίδες, τις βεβαιότητές του.


Marc Chagall, Le Poète allongé, 1915, Tate Modern, London

Σε κρυφά μονοπάτια βαδίζουν οι ποιητές....


Με σιδερένιο κεφάλι. Να τα καταπίνει όλα και να παράγει χρυσάνθεμα. Λύπες, χαρές να ακούει το μάτι του. Χιλιόμετρα πίκρας να πίνει μαζί με φαρμάκι και να γεννά μετάξι ελευθερίας. Σαν κόκκο άμμου να βλέπει τον κόσμο και η άμμος της ερήμου να είναι το σπίτι του και να περπατά κάτω από τον καυτό ήλιο και να πιστεύει ότι δροσίζεται.

Τις λέξεις τις τινάζει σαν λεπίδες στο στόχο. Και ο στόχος είναι εκεί που κάνετε ότι δεν βλέπετε.

Άνοιξε μία πόρτα και μπήκανε πολλά άγρια ζώα, που τα εξημέρωσε με ένα σφύριγμα. Ήρθανε και κάθισαν στα πόδια του μηρυκάζοντας την ησυχία.

Ο ποιητής νεύει στους ανέμους να έρθουν, να φορέσουν τα κόκκινα και να βάψουν τα ποτάμια. Να βάψουν τους αγγέλους, τα τραγούδια και τις φωνές των απελπισμένων. Όπως βλέπετε οι απελπισμένοι έχουν σπορά μεγάλη. Με αυτό το σιτάρι θα χορτάσει ο κόσμος, και τα αδέσποτα σκυλιά.

Και έρχεται η επόμενη μέρα και είναι ίδια με τις προηγούμενες. Η ελπίδα έχει στερέψει και καράβια βούλιαξαν. Δεν θα γλυτώσει κανείς. Η επανάσταση καθυστερεί και το μπαρούτι τέλειωσε. Μια απέραντη νύχτα γίνεται η έξοδος των πολιορκημένων. Οι οιμωγές των λαβωμένων περισσεύουν. 


Μετά ξυπνάνε όλοι και λένε κακό όνειρο ήτανε και γυρνάνε στις δουλειές τους. Και δουλειές τους είναι το εμπόριο και η ρουφιανιά. Η θάλασσα θα ήθελε να μπει στα σπίτια τους, αλλά την εμποδίζουν οι μαύρες σκέψεις τους. 

Σε κρυφά μονοπάτια βαδίζουν οι ποιητές. Μη φοβάστε θα αναστηθούν και θα σας βρουν σε όποια σχισμή και αν κρύβεστε. Θα σας πουν το μέλλον και το παρόν. Φοράνε πάντα τα ρούχα της βροχής και φέρνουν ξηρασία. Το χώμα θέλει νερό και το νερό κουπιά και λείπει η βάρκα. Ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο κάθεται στον ώμο τους σαν το κοράκι του Πόε και σάς λέει τη μοίρα σας. 

Με αυτά και με τα άλλα θα τελειώσει η ζωή. Όμως αυτοί οι αλαφροΐσκιωτοι θα σας περιμένουν και στην άλλη ζωή. Όπως αντιλαμβάνεστε δεν θα απαλλαγείτε ποτέ από αυτούς, γιατί είναι το κουκούτσι της συνείδησής σας. Όπου και αν το φυτέψεις θα πιάσει και θα βγάλει καρπό ή ωδικά πτηνά.

Γιάννης Κοντός, Ποιητής, Θανάσιμα επαγγέλματα
Μικρά πεζά, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014


Marc Chagall, 1911, Trois heures et demie (Le poète), Philadelphia Museum of Art


«Κάρφωνε το βιολοντσέλο στο όνειρο και ταξίδευε»

στον Μάνο Χατζιδάκι


Έκλεινε το βιολοντσέλο στη θήκη του και ήτανε σαν να κρύβει όλα τα μυστικά του. Μεγάλο το όργανο, μικρός αυτός, το σήκωνε με δυσκολία στους ώμους. Άλκης το όνομά του. 
Από παιδάκι τον τραβούσε αυτός ο ήχος και ήθελε να τον κατακτήσει. Μεγάλο το μέγεθός του, μικρός ο κόσμος του, αλλά γεμάτος φως, ασήμια και νότες. 

Είχε διαβάσει ένα διήγημα του Τσέχωφ, πώς ένας πλανόδιος μουσικός έκρυψε στη θήκη μια γυναίκα και την έκλεψε από τον άντρα της! Μονολογούσε «θα κάνω και εγώ το ίδιο με τη Μαρία». Δεν του άρεσαν οι αίθουσες συναυλιών. Ήθελε να παίζει σε κήπους και στους δρόμους και έτσι ξετύλιγε το φως και μοσχοβολούσε η περιοχή. 

Ένα κομμάτι που του άρεσε πολύ ήτανε η σουίτα μπαλέτου Το βόδι στα κεραμίδια, του Ντάριους Μιγιώ - και όλο μονολογούσε: κι αν σπάσουν τα κεραμίδια; 



Κάρφωνε το βιολοντσέλο στο όνειρο και ταξίδευε. Δεν ήθελε να μεγαλώσει, ήθελε να μείνει παιδί. Και όλο κλεινότανε στον εαυτό του και στη μεγάλη θήκη. Έπαιζε κρυφτό με το χρόνο και πάντα κέρδιζε.

Παραμιλούσε ανέβαζε πυρετό. Οι γονείς του τον πήγαν σε πολλούς γιατρούς, αλλά δεν βρίσκανε λύση. Τον στείλανε ταξίδια μακρινά, να ξεχάσει. Τι να ξεχάσει τη ζωή του; Μόλις γύριζε πάλι τα ίδια. Έφυγε από το σπίτι. Ενώθηκε με κάτι μουσικούς του δρόμου και παίζανε για τους άστεγους και τους λυπημένους. Έκανε σπίτι του τη θήκη και ο Άλκης χάθηκε μια ξάστερη νύχτα του χειμώνα αφήνοντας τα ίχνη του στο χιόνι. Και δεν έκλεψε ποτέ τη Μαρία.

Ήθελε να μείνει μόνος του με το στροβίλισμα της μουσικής και ένα μαύρο σκυλί και αυτό του δρόμου, που το τραβολογούσε με ένα σχοινί μαζί του στα ατέλειωτα ταξίδια του.

Σε αίθουσα συναυλιών δεν πάτησε το πόδι του ποτέ. Όταν ένιωθε μοναξιά διάβαζε το ποίημα «Καισαρίων» του Καβάφη και έπαιζε σόλο τον «Χορό των σκυλιών» από το Χαμόγελο της Τζοκόντας του Μάνου Χατζηδάκι. Έτσι πέρασε η ζωή του με την Τέχνη να του κάνει τα χατήρια.


Γιάννης Κοντός, Μουσικός, Θανάσιμα επαγγέλματα,
Μικρά πεζά, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014



«..γιατί όλοι θέλουν φρέσκο αέρα..»

Αυτός που μαζεύει τον αέρα. Αυτό συνήθως γίνεται πρωί. Με ένα φτυάρι ή μία σκούπα φέρνει τον αέρα μέσα σε ένα σακί. Αφού γεμίσει πολλά σακιά τα δένει σφιχτά με σκοινί, τα βάζει σε μία αποθήκη και βγαίνει στην αγορά. Αρχίζει και πουλά φρέσκο αέρα με λίγο ουρανό για συμπλήρωμα. Τον μοσχοπουλά γιατί όλοι θέλουν φρέσκο αέρα. Ό,τι περισσεύει το κάνει κονσέρβα. Κάνει και εξαγωγές. Το προϊόν του το ονομάζει: «Ερωτικό φίλτρο» και κάνουν ουρές οι φτωχοί και οι δυστυχισμένοι.


 Έκανε λεφτά με ουρά που λένε. Σκέφτηκε να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του και να πουλάει και φως. Ωραίο φως, καθαρό για να τυφλώνει τους επίορκους και να δίνει χαρά στους καλούς. 

Μετά σκέφτηκε να πουλήσει χειμώνες» και πάει λέγοντας. Ποτέ λειμώνες. Τις νύχτες θέλει να μαζέψει και ρίχνει δίχτυα, αγκίστρια, παραγάδια. Βγάζει κομμάτια νύχτας σαν ασήμι και τα πουλά σε τεχνίτες και εμπόρους. Δεν είναι παραμύθι: όλοι θέλουν περιπέτεια και τρόμο. 

Τώρα ο ίδιος γυρνάει στις φτωχογειτονιές και μαζεύει σκουπίδια. Κάνει ένα επάγγελμα που ανθεί στις μέρες μας και πλησιάζει τα αστέρια. «Μικρός που είναι ο κόσμος και μεγάλος ο έρωτάς μας. Κατηφόρες που έχει ο χρόνος και ανηφόρες τα φιλιά σου. Ο θάνατος μία απέραντη λεωφόρος» λέει ο αντίλαλος του εαυτού σου.


Γιάννης Κοντός, Και ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει, Θανάσιμα επαγγέλματα,
Μικρά πεζά, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014


Η λέξη στο μαχαίρι, τα μυστικά στους δρόμους......

Πίσω από τα καθημερινά τα πράγματα
Υπάρχει ένα καθημερινό όνειρο
Να πάρεις το λεωφορείο
Να πιεις καφέ ν'αποστρέψεις τα μάτια

Από ψεύτικους ουρανούς
Πολιτικές εξουσίες
Εξουσίες ξυράφια
Από ψεύτικους ουρανούς

Η λέξη στο μαχαίρι
Τα μυστικά στους δρόμους

Γιάννης Κοντός, Νίκος Καλλίτσης, Αφροδίτη Μάνου
Απόπειρα (1981)




Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

«Μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάμω ποίηση»· Ο Νίκος Καββαδίας, με τα λόγια τα δικά του.


«Όχι όμως συνεντεύξεις και τα τοιαύτα. Ντρέπομαι»

Σ
το βιβλίο «Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής ποιητής», αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας του Μιχάλη Γελασάκη, παρουσιάζονται σημαντικά ντοκουμέντα και τεκμήρια που παρέμεναν αδημοσίευτα και άγνωστα μέχρι τώρα.

Ο
 λόγος του ίδιου του ποιητή είναι στο προσκήνιο και αυτό φαίνεται να ήταν η βασική «γραμμή» του Γελασάκη. Το κεφάλαιο με τις συνεντεύξεις είναι το πρώτο του βιβλίου κι έρχεται να ανατρέψει το ότι ο Καββαδίας δεν είχε δώσει συνεντεύξεις. Ο ποιητής, λίγο καιρό βρισκόταν στη στεριά κι όπως ο ίδιος επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία, ντρεπόταν. 

«Να βρεθούμε μια μέρα να μιλήσουμε. Όχι όμως συνεντεύξεις και τα τοιαύτα. Δεν δίνω. Ντρέπομαι», δηλώνει στον δημοσιογράφο Κυριάκο Μητσοτάκη, πριν την κουβέντα τους, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα, το 1972.

«Η λέξη "σ υ ν έ ν τ ε υ ξ η" του προκαλεί τόση αλλεργία, ώστε προτιμά να πηδήσει από το παράθυρο, παρά να εμπλακεί στην περιπέτεια των ερωτήσεων και των απαντήσεων», γράφει ο εικοσιοκτάχρονος τότε Φρέντυ Γερμανός, που κατάφερε, αφού πολύ βασανίστηκε, να πάρει την πρώτη συνέντευξη από τον ποιητή, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εικόνες, το 1962.

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται δέκα συνεντεύξεις του Καββαδία, που καλύπτουν την περίοδο 1962 - 1975 και καμιά απ' αυτές δεν έχει δοθεί σε λογοτεχνικό περιοδικό. «Είτε ήταν συνειδητή επιλογή του ποιητή να μη δίνει συνεντεύξεις σ' αυτά τα περιοδικά είτε το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής, που είχε τον έλεγχό τους, δεν θεωρούσε “απαραίτητο” να φιλοξενηθεί κάποια συνέντευξή του.»


Ο Νίκος Kαββαδίας με το κομπολόι του κουβεντιάζει με τον Φρέντυ Γερμανό, 1961


Αφού είναι η γοργόνα εκεί, όλα πάνε καλά....

Η
συνέντευξη που έδωσε ο Νίκος Καββαδίας στο Φρέντυ Γερμανό το 1961, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εικόνες στις 16 Φλεβάρη του 1962, με τον τίτλο: «Νίκος Καββαδίας: Ο ποιητής των Μαραμπού». Ο δημοσιογράφος έφτιαξε ένα μεγάλο πορτραίτο με το δικό του χαρακτηριστικό ύφος. Σε αυτό παραθέτει αυτούσιες φράσεις του Καββαδία, αλλά και αρκετά στοιχεία, που – προφανώς - του είπε ο ποιητής. Χρονολογικά, αυτή είναι η πρώτη δημοσιευμένη συνέντευξη του Καββαδία που εντοπίστηκε.

Δεν
 έκανα τίποτε περισσότερο από το να περιγράφω απλά μερικά πράγματα που μου είχαν συμβεί στα ταξίδια μου  και νομίζω ότι ντράπηκα λίγο από όλον αυτό το θόρυβο που γινόταν γύρω από το βιβλίο μου. 

Δεν ήθελα να  δένομαι με τίποτε. Ακόμη κι όταν ένιωθα ότι συνήθιζα ένα ζώο, μια μαϊμού, έναν παπαγάλο, τα έδιωχνα. Ήθελα να είμαι ελεύθερος, αδέσμευτος.

Έχω μια γοργόνα ζωγραφισμένη στο δεξί μου χέρι. Εδώ - τη βλέπεις; Είναι μια περίεργη συντροφιά. Έβαλα και μου τη χάραξαν το ’34. Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου ότι η γοργόνα έφυγε από τη θέση της. Με κυριεύει τότε ένας πανικός. Ύστερα, όμως, όταν ανάβω το φως και τη βλέπω στη θέση της, ησυχάζω. Αφού είναι η γοργόνα εκεί, όλα πάνε καλά. Σβήνω το φως και ξανακοιμάμαι...


Για χάρη της γοργόνας που ᾽χω στο μπράτσο μου.....

«Βοή της σφυρίχτρας, ομίχλη, ζέστη, κούραση, ανακατώνονται. Γδύσου. Θα σου δώσω για φόρεμα το πούσι… Θα πιω άλλο ένα για χάρη της θάλασσας… Για χάρη της γοργόνας που ᾽χω στο μπράτσο μου. Που σαλτάρει στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας. Όταν πιάνουμε στεριά για καιρό, μαραζώνει και χάνει τα χρώματά της.»

Νίκος Καββαδίας, Βάρδια (σ. 104), εκδόσεις Άγρα

Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος δείχνει το τατουάζ με τη γοργόνα στο μπράτσο του Καββαδία.


Αντινομία 

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές.
Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη του βυθού —χίλιες οργιές—
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι.

Και σ’ έριξα σ’ ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι ξανεμίστηκε το αλάτι.
Μα εσύ προσμένεις απ’ το δίκαιον ουρανό
το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη.

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά το άσπρο χαλίκ
ι.

m/s Aquarius 1974

Νίκος Καββαδίας,Τραβέρσο, εκδόσεις Άγρα



Η Πάτρα είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις σ' όλον τον κόσμο

Η σύντομη συνομιλία του Ν. Καββαδία με τον Γεράσιμο Α. Ρηγάτο για λογαριασμό της πατρινής εφημερίδας Δημοκρατική Πορεία έγινε στο σπίτι της αδελφής του Τζένιας, στη Δεξαμενή του Κολωνακίου, στις 20 Φλεβάρη του 1966. Σύμφωνα με τον Ρηγάτο, αυτή η συνέντευξη δημιούργησε ένα κλίμα εμπιστοσύνης ώστε να δοθεί αργότερα μία μεγαλύτερη στην Πανσπουδαστική. Είναι η μόνη συνέντευξη που εντοπίστηκε σε επαρχιακό μέσο.

Έχετε μήπως κάποιον ιδιαίτερο δεσμό με την Πάτρα;

Η Πάτρα είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις σ' όλον τον κόσμο. Έχω ζήσει για λίγο καιρό στην Πάτρα, στρατιώτης, προτού φύγουμε για το αλβανικό μέτωπο.Κι άλλες φορές έχω έρθει στην Πάτρα, με καράβια, έχω περπατήσει στις εξοχές της, έχω και κάποιους φίλους εκεί. Ένα απ’τα πράγματα που δεν αποχωρίζομαι στα ταξίδια μου είναι μια άποψη της Πάτρας απ’ το λιμάνι, ζωγραφισμένη από μία Γαλλίδα φίλη.



Το δίπλωμα Ραδιοτηλεγραφητή Β' τάξεως με ημερομηνία έκδοσης 10 ιανουαρίου 1947


«Και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί»

Απόσπασμα συνέντευξης που πήρε από τον Νίκο Καββαδία η δημοσιογράφος Νανά Νταουντάκη, στον Πειραιά, πάνω στο ατμόπλοιο «Απολλωνία», μέσα στην καμπίνα του. Η συνέντευξη έγινε σε περίοδο συγγραφικής σιωπής. Ο Νίκος Καββαδίας, μετά την κυκλοφορία της βάρδιας το 1954, έπαψε να δημοσιεύει αλλά και να γράφει ποιήματα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Η συνέντευξη με τίτλο «Ν. Καββαδίας: Το αηδόνι του πόντου», δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο γυναικείο lifestyle περιοδικό «Ομορφιά» τον Ιούνιο του 1966.


Ξεκινήσατε για καπετάνιος. Πώς καταλήξατε ασυρματιστής;

Είναι μια παλιά ιστορία αυτό. Θα μπορούσα να ’μαι καπετάνιος σήμερα. Δεν έγινα πάλι απ’ το πείσμα μου το κεφαλλονίτικο - μια κι από κει κατάγομαι. Γιατί κάποτε πάνω σε μια κουβέντα ένας καπετάνιος «όνομα και μη χωριό» μου ’πε θέλοντας να με ειρωνευτεί: 

«Αν πάρεις εσύ το δίπλωμά σου, να ’ρθεις να μου το κάψεις στην πλάτη». Πεισμάτωσα, τότε. Και, βέβαια, δεν θα το πάρω, του απάντησα, και ξέρεις γιατί; Για να μη σου μοιάζω! Έτσι, όπως από ένα πείσμα έγινα ναυτικός, από άλλο ένα δεν έγινα καπετάνιος! 



Ταξιδεύετε συνέχεια. Μια βδομάδα, δυο, μήνες, καμιά φορά και χρόνια. Μακριά από άλλους άνθρώπους, εκτός απ' το πλήρωμα κι ίσως τους επιβάτες του πλοίου. Χωρίς άλλη ποικιλία απ’ τα χρώματα τ’ ουρανού και της θάλασσας, ξεκινώντας απ’ το ασπρογάλαζο, ως το μολυβί και το μαύρο. Η δουλειά σκληρή. Ολημερίς μάχη με τα στοιχεία της θάλασσας.

Αλλά δεν είναι αυτή η ζωή δύσκολη για έναν άνθρωπο;


Το πιο δύσκολο είναι να ζεις στην πολιτεία, όχι στη θάλασσα. Φοβάμαι τη στεριά, το χώμα. Ο βυθός ανοιχτά είναι καθαρός. Κι αν σ’ αρπάξει το ψάρι, είναι κάτι που το ξέρεις πια ζώντας, το τρως κι εσύ. Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο, το ’καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια. 

Εσείς οι στεριανοί μάς λυπάστε γιατί δεν έχουμε σπίτι, γιατί περπατάμε μ' ανοιχτά πόδια, γιατί φοράμε τσαλακωμένα πουκάμισα κι ασιδέρωτα ρούχα στο πόρτο. Εγώ σάς χαίρομαι. Σίγουρο κρεβάτι, ήρεμος ύπνος. Καφέ στο κομοδίνο κι εφημερίδες. Εκδρομή το σαββατοκύριακο με κεφτέδες. Όμως εγώ δεν αλλάζω τη δουλειά μου με τη δική σας, ούτε για μια μέρα.
Ο Νίκος Καββαδίας στο κατάστρωμα του "Ιωνία", ζωγραφισμένος από τον Γιάννη Τσαρούχη για πρωμετωπίδα στην έκδοση των "Μαραμπού" και "Πούσι" από τον "Κέδρο", το 1973

____________

Είναι αλήθεια όλα όσα γράφετε; Τα 'χετε ζήσει ο ίδιος;

Είναι ολα αληθινά πέρα για πέρα. Ή ο ίδιος τα 'ζησα ή τα είδα να γίνονται πλάι μου.

Μα τα ποιήματά σας παρουσιάζουν πολλές φορές γεγονότα που συνηθίσαμε να τα λέμε αμαρτωλά.

Ναι, έτσι είναι!

Λοιπόν είναι κι οι ίδιοι οι ναυτικοί άνθρωποι αμαρτωλοί, που ζουν τη ζωή τους μ’ όλους τους τρόπους;

Οι ναυτικοί μοιάζουν με τους καλόγερους. Για πολύ καιρό είναι κλεισμένοι στο καράβι σαν ασκητές. Όταν βγαίνουν έξω δεν κάνουν διακρίσεις. Ζουν τη ζωή όπως τη βρουν. Ναι, μοιάζουν με τους καλόγερους, με τη διαφορά ότι εκείνοι δεν έχουν παράδεισο, ενώ οι ναυτικοί έχουν!

Ο Νίκος Καββαδίας, οκτώ χρονών, το 1918 στο Αργοστόλι


«Άρχισα να γράφω από οχτώ χρονώνε..»


H συνέντευξη - καρπός πέντε ή έξι συναντήσεων - δόθηκε στους φοιτητές τότε, Μάκη Ρηγάτο (Ιατρικής) και Γιάννη Καούνη (Νομικής) και δημοσιεύτηκε, μόνο με το όνομα του πρώτου, στο τελευταίο τεύχος του μηνιαίου φοιτητικού περιοδικού Πανσπουδαστική τον Μάρτη του 1967, λίγο πριν απαγορευτεί η έκδοσή του από τη Χούντα. Η συνομιλία γίνεται στο σπίτι όπου έμενε με την αδελφή του τα διαστήματα που ήταν ξέμπαρκος (Δεινοκράτους 51, Κολωνάκι).

Άρχισα να γράφω από οχτώ χρονώνε. Αφορμή ήταν τα γενέθλια της αδελφής μου. Νόμισα πως θα ήταν το καλύτερο που θα είχα να της χαρίσω. Από τότε άρχισα να γράφω. Έμαθα να διαβάζω πριν πάω σχολείο, από μιαν Ανθολογία του Αγαθοκλή Κωνσταντινίδη κι από ένα Ημερολόγιο του Σκόκου».

Ο πατέρας μου, όταν γύρισε απ’ την Κίνα έγινε τροφοδότης σε επιβατικά. Μ’ έπαιρνε μαζί του. Γνώρισα πολλά μέρη κι αγάπησα τη θάλασσα. Τις εντυπώσεις μου έγραψα σ’ έλεύθερα θέματα, κάποια που μάς έβαζαν στο γυμνάσιο. Συμμαθητής μου ήταν ο γιος του Νιρβάνα. Τα πήρε, τα έδειξε στον πατέρα του. Εκείνος με κάλεσε και με γνώρισε. Ήταν εξαίρετος άνθρωπος. Με βοήθησε και με καθοδήγησε. Μου είπε να συνεχίσω να γράφω. Ήμουν τότε περίπου δεκαέξι χρονώνε. Πήγαινα γυμνάσιο στον Πειραιά.


Ο Ν. Καββαδίας με τον συγγραφέα και στρατιωτικό γιατρό Παύλο Νιρβάνα

_____________________

[....] Οι Εγγλέζοι ναυτικοί είναι καλά παιδιά. Καλοί ναυτικοί είναι κι οι Έλληνες. Οι νέοι ναυτικοί έχουν συνείδηση της δουλειάς. Κι αν δεν έχουν, αποχτάνε. Υπάρχουνε κι άλλοι που πάνε στη θάλασσα από νοικοκυρίστικη αντίληψη. Μαζεύουνε λίγα λεφτά, μετά βγαίνουν, ανοίγουν ένα ψιλικατζίδικο. Πάντως οι ναυτικοί ειναι οι πιο καλοί άνθρωποι του κόσμου. 

Αποχτούν στη θάλασσα ένα χαραχτήρα που μένει για όλη τους τη ζωή. Μετά όμως, οι παλιοί ναυτικοί, δεν μπορούν να ριζώσουν, να εγκλιματιστούνε πουθενά. Και βλέπουμε ή πεθαίνουν γρήγορα ή αν κάνουν άλλη δουλειά πέφτουν έξω. Είναι έξω απ’τα νερά τους.

Ε, τι να κάνουν όταν ύστερα από τόσον καιρό βγαίνουν στο λιμάνι; Ύστερα από τόσα βάσανα, κινδύνους που έχουνε περάσει... Αλλά είναι καλά παιδιά. Δεν έχουν πατρίδα. Δεν ανήκουν πουθενά.


Ο Γιώργος Σεφέρης με τον Φίλιππο Χατζόπουλο, ανιψιό του Ν. Καββαδία, Πειραιάς, 1970

______________

«Το κροκοδειλάκι που έσφαξα!»

Σ’ ένα από τα πολλά ταξίδια του Νίκου Καββαδία στην Κύπρο, ο δημοσιογράφος Κώστας Σερέζης θα τον συναντήσει πάνω στο καράβι «Απολλωνία» και θα έχουν μία συνομιλία, εν μέσω δικτατορίας στην Ελλάδα. Η συνέντευξη με τίτλο: «Ένας παντοτινός ταξιδιώτης» θα δημοσιευτεί στις 15 Ιούλη 1970 στην κυπριακή εφημερίδα Φιλελεύθερος και πιο μετά στο βιβλίο Επικαιρότητες (Αργώ, Λευκωσία, 1971). Συνδετικός κρίκος γι’ αυτήν τη συνομιλία φαίνεται να ήταν η κοινή τους φίλη Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ.


Μια φωτογραφία του Γιώργου Σεφέρη με αφιέρωση, στην αίθουσα ασυρμάτου του πλοίου, γίνεται αφορμή για να πει ο Καββαδίας μια ιστορία:

«Του Μαραμπού για τό κροκοδειλάκι

α/π Μασσαλία 25.8.1962, Γιώργος Σεφέρης»

Για χρόνια έλεγα στον Σεφέρη να κάνει ένα ταξίδι με το πλοίο στο όποιο εργάζομαι. Δεν τύχαινε όμως, και κάποια μέρα, στη διαρκή επιμονή μου, του είπα: «Άκουσε, Γιώργο, όταν θα ταξιδέψουμε κάποτε μαζί θα σφάξω το κροκοδειλάκι».

Ποιο κροκοδειλάκι; ρώτησε εκείνος.

«Δεν το ξέρεις; Πάνω στο καράβι έχω ένα παπαγάλο, ένα πίθηκο κι ένα κροκόδειλο. Ε, σαν θα 'ρθεις, για να γιορτάσω το γεγονός θα σφάξω τον κροκόδειλο.

Όταν αργότερα έτυχε ο Σεφέρης να ταξιδέψει μαζί μου, θυμήθηκα την υπόσχεση, πήρα ένα κόκκινο καλαμάρι κι έκανα την καμπίνα μου, άσ’τα. Σαν μπήκε μέσα ο Σεφέρης κι είδε τα χάλια εκείνα με τα κόκκινα μελάνια παντού, απόρησε: 

— Τι είναι αυτά;

— Το κροκοδειλάκι που έσφαξα!

Ο μικρός Νίκος Καββαδίας (όρθιος δεξιά) με τ' αδέλφια του στο Αργοστόλι: την Τζένια(όρθια αριστερά), τον υστερότοκο Αργύρη, βρέφος και τον Μήκια(όρθιος πάνω στην καρέκλα)
______________________


«Θα ’πρεπε να ’χει πεθάνει.....μα με γέλασε».

Η συνομιλία αυτή, με τον δημοσιογράφο Κυριάκο Μητσοτάκη δημοσιεύτηκε» στο εβδομαδιαίο περιοδικό Επίκαιρα, στις 27 Ιούλη 1972 με τίτλο: «Νίκος Καββαδίας:Ο εραστής της θάλασσας». Πρόκειται για τη μοναδική συνέντευξη του Νίκου Καββαδία, που εντοπίστηκε σε ελληνικό μέσο κατά την περίοδο της δικτατορίας, σε μια στιγμή παύσης από τα ταξίδια του με το ατμόπλοιο «Απολλωνία».

Γεννήθηκα πολύ μακριά, στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Φύγαμε από κει όταν ήμουν πέντε χρονών. Θυμάμαι πάντα τα τραγούδια του τόπου και πάντα μ’  ακολουθεί η μυρωδιά του κορμιού των γυναικών που με παίρνανε στην αγκαλιά τους και οι μυρωδιές από τις αυλές τους. Γυρίσαμε στην Ευρώπη με τον «Υπερσιβηρικό». 

Ο Χαρίλαος και η Δωροθέα Καββαδία με την Τζένια και τον Νίκο, όταν ακόμα η οικογένεια διέμενε στη Μαντζουρία, την οποία εγκατέλειψαν το 1914

_______________________

Το 1928 τέλειωσα το γυμνάσιο και μπήκα σ’ ένα ναυτικό γραφείο στον Πειραιά, γιομάτο μεγάλες αφίσες και χάρτες γεωγραφικούς. Όταν νύχτωνε και σφύριζαν τα καράβια παρτέντζα, μ’ έπιανε λύσσα. Τι μ’ έσπρωξε στη θάλασσα; Η μυρωδιά από τις βαλίτζες των ναυτικών. Τα δώρα που φέρναν οι συγγενείς μου από τα ξένα. Η μυρωδιά των καραβιών που κάνει τους επιβάτες να ζαλίζονται και να περιμένουν την ώρα που θα φτάσουν στο λιμάνι σα λύτρωση. 

Ζορίστηκα για να φύγω. Κι από τους άλλους κι από μένα τον ίδιο. Τριάντα καράβια είχανε στενοί μου συγγενείς, κι εγώ γύριζα στα ξένα γραφεία για δουλειά. Ήμουνα τρομερά βραδύγλωσσος και υπνοβάτης. Τον πρώτο χρόνο που μπαρκάρισα, ξερνούσα σα γάτα. Συνήθισα με τον καιρό. Όμως, όταν μείνω στη στεριά πάνω από τρεις μήνες, την ημέρα που θα ξαναμπαρκάρω νιώθω λιγάκι σαν την πρώτη φορά που ξεκίνησα.

Στα φορτηγά, έχεις καιρό να διαβάζεις και να γράφεις. Εκεί μιλάς πολύ λίγο. Ή καθόλου. Καλημέρα, καληνύχτα. Το καλησπέρα περισσεύει. Σε πιάνει η λαμαρίνα και δεν λες μήτε κι αυτά. Μιλάω για την παλιά εποχή, όταν κουβαλούσαμε στην πλάτη το στρώμα, τα σεντόνια και τα κουταλοπίρουνα. Τώρα τα ’χουν όλα. Καμπίνες μοναχικές, κρύο και ζεστό νερό, λουτρά, τηλεόραση και κινηματογράφο. Όταν πρωτοβγήκα στη θάλασσα, στους Τροπικούς μας μοίραζαν ένα κουβά νερό την ημέρα. Το πόσιμο το κλειδώναμε και πίναμε με τα ντενεκεδάκια μερίδα. Όμως τώρα, σε τούτα τα θεριά των 300.000 τόνων που ’ναι σαν πολυκατοικίες, τα ’χεις όλα και δεν έχεις γωνιά να κρυφτείς. 

Στα διάφορα πλάτη της γης που ταξιδεύετε συναντάτε θαυμαστές του έργου σας;

Σπάνια. Μια φορά, πριν πολλά χρόνια, σ’ ένα μπαρ στη Μελβούρνη συνάντησα έναν Κεφαλλονίτη που δούλευε λαδάς στα αυστραλέζικα καράβια της κόστας και θυμόταν όλο το Μαραμπού απέξω. Τον ρώτησα αν γνώρισε ποτέ κείνον που το ’γραψε. «Όχι» μου ’πε. Και πρόσθεσε κατόπιν: «Μα έχει χρόνια πεθάνει. Ήταν πολύ γέρος»

«Ναι» του ’πα. «Θα ’πρεπε να ’χει πεθάνει στα 1935 μεταξύ Κολόμπο και Άντεν, μα με γέλασε». Δεν το κατάλαβε και συνεχίσαμε να πίνουμε και να μιλάμε για τον... συγχωρεμένο.

Colombo 28/12/49 στο επιβατηγό "Cyrenia"


«Εγώ δεν ανήκω στον κόσμο της Τέχνης, γι’ αυτό σώζομαι»

Η
συνέντευξη αυτή του Νίκου Καββαδία ήταν η πρώτη του μετά την πτώση της δικτατορίας, η προτελευταία της ζωής του και η τελευταία που δημοσιεύτηκε πριν πεθάνει. Φιλοξενήθηκε στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού «Τετράδιο», τον Οκτώβριο του 1974

Ο Νίκος Καββαδίας μίλησε στη Μιράντα Ζαχαριάδη, ενώ την περίοδο αυτή ταξίδευε με το κρουαξιερόπλοιο «Aquarius» και ετοίμαζε την τρίτη του ποιητική συλλογή μετά από εικοσιεπτά χρόνια σιωπής. Το Τραβέρσο κυκλοφόρησε τελικά μετά το θάνατό του ποιητή.

Αν
 δεν ήμουνα θαλασσινός και δεν είχα γράψει ποιήματα, θα ’μουνα ένας ολότελα συνηθισμένος άνθρωπος. Κι έπειτα εγώ δεν ανήκω στον κόσμο της Τέχνης, γι’ αυτό σώζομαι. Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάνω ποίηση.

Αν
 δεν ήμουν Κεφαλονίτης θα ’θελα να ’μουν Κινέζος. Μέσα στη βρομιά και στην αθλιότητα της προπολεμικής Κίνας, βρήκα τις φιγούρες και το χρώμα που με συγκλόνισαν πιο πολύ από καθετί στη ζωή μου. Ύστερα, ενώ οι άνθρωποι σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη μοιάζουν λίγο – πολύ, οι Ανατολίτες είναι διαφορετικοί. Έχουν μια εγκαρτέρηση απέναντι στο θάνατο, που οι Δυτικοί δεν μπορούν να τη  συλλάβουν.

Τουρκολίμανο, 17 Μαΐου 1974: Ο Νίκος Καββαδίας "με το ίδιο τριμμένο μονόπετο σακκάκι κι ένα εξίσου παλιό καβουράκι", παρέα με τη Θεανώ Σουνά, τη Νιόβη Παπαδημητρακοπούλου, τον Ηλία Πετρόπουλο και εκτός κάδρου, τη Μαίρη Κουκουλέ (φωτ: Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος)


«Αν είναι αληθινό, τότε θα ’ναι κι όμορφο»


Από τις πιο μεγάλες δημοσιευμένες περιγραφές για τον Καββαδία, με ενσωματωμένα αποσπάσματα από τη Βάρδια και λεγόμενά του, που μοιάζει να έχουν ειπωθεί σε μία συζήτηση με ένα οικείο πρόσωπο, παρά σε μία συνέντευξη με κάποιον δημοσιογράφο.

Η συνομιλία έγινε στις 7 Φλεβάρη 1975, ημέρα Παρασκευή - τρεις ημέρες πριν από το θάνατό του, στο σπίτι του στο Κολωνάκι, με τη Φλέρρυ Κούβελα Τασσιάκου, αλλά δημοσιεύτηκε περίπου τρία χρόνια αργότερα, στο περιοδικό Γυναίκα, στις 11 Απρίλη του 1978 με τον τίτλο: Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής φιλόσοφος». Είναι η τελευταία του συνομιλία, που παρουσιάστηκε με τη μορφή συνέντευξης-πορτραίτου.
Τη μέρα της συνομιλίας θα γράψει και το τελευταίο του ποίημα «Πικρία»:

[...] Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια, 
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.

Κόλια - τον είχα ρωτήσει -, εικοσάχρονος Δόκιμος ήσουν, όταν έγραψες το Μαραμπού. Ώριμος άντρας μάς χάρισες τη Βάρδια, το 1954, και τώρα, όταν δεν τα περιμέναμε πια, τούτα τα ποιήματα. Γιατί έβαζες ανάμεσα στα έργα σου τόση απόσταση, τόση σιωπή...

Καλή μου, λαθεύεις... Εγώ δεν είμαι ποιητής... Είμαι στοχαστής. Είμαι αρμενιστής φιλόσοφος. Οι στίχοι μου είναι λόγια, ιστορίες, ζωή ατόφια... αλλά μην το παίρνεις για επάγγελμα. Αν δεν έχω τίποτα ούσιαστικό να πω, σωπαίνω. Τη σέβομαι την ποίηση. Γι’ αυτό, όσο λιγότερο γράφω τόσο περισσότερο πρέπει να καταλαβαίνεις ότι τη σέβομαι. Κι ύστερα, ο ποιητής βάζει κάτω τη φαντασία, στύβει το μυαλό και γράφει. Είναι επαγγελματίας. Νομίζει πως έχει χρέος να συντηρήσει όνομα και φήμη. Εγώ βλέπω, ζω, αγκομαχώ το χρόνο... Ανάμεσα σε κρεβάτια, σε καμπαρέ, σε τυφώνες... Είναι πιο καλά ν’ αναρωτιούνται: « Γιατί δεν γράφει ο Καββαδίας » παρά « Γιατί γράφει». 

Κοίταξέ με καλά... είμαι σαν σκαραβαίος. Ένας άσχημος, κουτός σκαραβαίος. Δεν χαράζω πάνω στην άμμο, αλλά πάνω στο χαρτί τα ανώφελα παραλληλόγραμμά μου. Δεν είναι έρημος, είναι χαρτί, δεν είναι βήματα, είναι στίχοι. Τι σημασία έχει; Η μοναξιά είναι παντού η ίδια. Παντού τριγύρω μας, το σκοτάδι των Πυραμίδων, το αίνιγμα της Σφίγγας, η κακία του σκορπιού. Ιξίονες είμαστε όλοι... Ίξίονες που αγκαλιάσαμε ένα σύννεφο, νομίζοντας ότι κρατούσαμε τ’ όνειρό μας... Μάταια... μάταια... όλα ήταν μάταια...


Η προμετωπίδα του Γιάννη Τσαρούχη για την έκδοση του "Πούσι" στον "Κέδρο", το 1973

______________

Μιλάς σαν να μισείς τις γυναίκες. Κι εγώ νομίζω πως τις αγαπάς.

Δεν υπάρχει λιμάνι, ούτε γυναίκα που να μην την αγάπησα... και νιώθω ευγνωμοσύνη για όσες ήρθαν μαζί μου. Όμως να τις πληρώνεις ή να σε πληρώνουνε. Ο πιο σωστός τρόπος. Τίποτα δεν κέρδισα, δεν απόλαυσα, χωρίς να το πληρώσω. Είχα πάντα την περίεργη μανία της συναλλαγής. 

Πολλές ήρθαν γιατί τις κολάκευε η συντροφιά μου, άλλες για να δοκιμάσουν κάτι παραπάνω απ’ όσα έγραφα. Κάποιες επειδή πλήττανε, μερικές τυχαία, κι άλλες για τις «ζωγραφιές» μου. Τις ερέθιζε πολύ να βλέπουν αυτές τις «ζωγραφιές». Άν τις άφηνα θα κόβανε με ξυράφι ή με τα δόντια τους ένα κομμάτι να το πάρουνε μαζί τους. Μα υπάρχουν και «ζωγραφιές» πού καμιά δεν είδε. Όταν πεθάνω θέλω αυτές οι ζωγραφιές να μη σαπίσουν, να γίνουν αμπαζούρ, να φωτίζουν τα όνειρα των στερημένων...



Το κόσμημα, έργο του ζωγράφου Γιώργου Βακαλό από την πρώτη έκδοση του «Πούσι»(1947) από τις εκδόσεις Α. Καραβία.
____________

Τα καινούργια σου ποιήματα...

Δεν είναι μόνο καινούργια. Ανάμεσά τους θα βρεις στίχους πολύ παλιούς.

Κι όμως, έχουν μια ομοιογένεια, ένα ύφος, που τα δένει αρμονικά, σαν να τα ’γραψες όλα την ίδια εποχή. Απ’ τα ποιήματα αυτά ξεχειλίζει η ερωτική οργή, το χωρίς έλεος πάθος. Και μέσα σε όλα, πάνω απ’ όλα, το βλέπει κανείς καθαρά ότι κυριαρχεί η γυναίκα. Μια ξεχωριστή γυναίκα...

Μην παρασύρεσαι απ’ το ρομαντισμό μου. Δεν υπάρχουν ξεχωριστές γυναίκες. Υπάρχουν ξεχωριστές στιγμές. Μία σειρά από τέτοιες στιγμές, μάς κάνουν να βλέπουμε τη γυναίκα που μάς τις χάρισε, μοναδική και κυρίαρχη, χωρίς να είναι. Γι’ αυτό συμβαίνουν τόσο σκληρές απογοητεύσεις στον έρωτα. Πλάθουμε την ερωτική σύντροφο όπως εμείς θέλουμε και μετά την κατηγορούμε ότι μας εξαπάτησε. Της φορτώνουμε την πιο βαριά τιμωρία. Την ενοχή... Όχι, λοιπόν, ξεχωριστές γυναίκες, ξεχωριστές στιγμές... που τις ζεις σε σαλόνια, σε πορνεία, στο δρόμο.


Σηκώθηκα. Ένιωθα ότι ήθελε να μείνει μόνος.

Καληνύχτα, φίλε μου.

— Στο καλό.

Θα γίνει ένα ωραίο άρθρο, θα δεις.

Αν είναι αληθινό, τότε θα ’ναι κι όμορφο.


Νίκος Καββαδίας, Ο Αρμενιστής Ποιητής, εισαγωγή - έρευνα - κείμενα Μιχάλης Γελασάκης, εκδόσεις Άγρα




Η προμετωπίδα του "Τραβέρσο" από τον Γιάννη Μόραλη

για την έκδοση από τον "Κέδρο", το 1975

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

«Για σένα που ποτέ δε θα διαβάσεις αυτό το βιβλίο», Αλμπέρ Καμύ, Ο Πρώτος άνθρωπος


Η μητέρα του Καμύ, Catherine de Sintès

«Όχι, δεν είμαι καλός γιος: καλός γιος είναι αυτός που μένει»

«Το πρώτο γράμμα που παίρνει από κείνη και το συναίσθημά του μπροστά στο όνομά του γραμμένο από το χέρι της.»

«Ναι, αυτό θα ήταν το ιδεώδες, αν το βιβλίο απευθυνόταν στη μητέρα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος - κι ο αναγνώστης μάθαινε στο τέλος μόνο, πως εκείνη δεν ξέρει να διαβάζει - ναι, αυτό θα ήταν.»

«Κι αυτό που επιθυμούσε περισσότερο στον κόσμο, να διαβάσει η μητέρα του, δηλαδή, όλα όσα ήταν η ζωή του και η σάρκα του, αυτό ήταν αδύνατο. Η αγάπη του, η μοναδική του αγάπη θα ήταν πάντα βουβή.»

______________ 

«Όχι, δεν είμαι καλός γιος: καλός γιος είναι αυτός που μένει. Εγώ γύρισα τον κόσμο. Εγώ την πρόδωσα με τις ματαιότες, τη δόξα, μ’ εκατό γυναίκες.


«Αλλά αγαπούσες μονάχα εκείνη;»

«Αχ! μήπως μόνο εκείνη δεν αγάπησα;»
____________


«Ω
 μητέρα, ω τρυφερή, αγαπημένο πλάσμα, πιο μεγάλη απ’ το χρόνο μου, πιο μεγάλη κι από την ιστορία που σε κρατούσε υποταγμένη, πιο αληθινή απ’ οτιδήποτε αγάπησα σ’ αυτό τον κόσμο, ω μητέρα, συγχώρεσε το γιο σου που εγκατέλειψε τη νύχτα της αλήθειας σου.»

______________

«Μητέρα. Η αλήθεια είναι πως παρ’ όλη την αγάπη μου δεν μπόρεσα να ζήσω μ’ αυτή την τυφλή υπομονή, δίχως φράσεις, δίχως σχέδια. Δεν μπόρεσα να ζήσω με την όλο άγνοια ζωή της. Και διέσχισα τον κόσμο, έχτισα, δημιούργησα, έκαψα τους ανθρώπους. Οι μέρες μου ήταν ξέχειλα γεμάτες - αλλά τίποτα δε γέμιζε την καρδιά μου όπως...»

_____________

Για το τέλος, εξομολόγηση στη μητέρα.

«Δε με καταλαβαίνεις κι όμως είσαι η μόνη που μπορεί να με συγχωρέσει. Πολλοί προσφέρονται να το κάνουν. Πολλοί επίσης διαλαλούν πως είμαι ένοχος και δεν είμαι τότε που μου το λένε. Άλλοι έχουν το δικαίωμα να μου το πουν και ξέρω πως έχουν δίκιο και θα έπρεπε να ζητήσω τη συγνώμη τους. Ζητάμε όμως συγνώμη από κείνους που ξέρουμε ότι μπορούν να μας συγχωρέσουν. Απλά αυτό, τη συγνώμη και όχι να μας ζητούν να την αξίζουμε, να περιμένουμε.  [Όμως] απλά να τους μιλήσουμε, να τους τα πούμε όλα και να πάρουμε τη συγνώμη τους.

 Από κείνους ή από κείνες που θα μπορούσα να τη ζητήσω, ξέρω πως κάπου στις καρδιές τους, παρά την καλή τους θέληση, δεν μπορούν κι ούτε ξέρουν να συγχωρούν. Ένα μόνο πλάσμα μπορούσε να με συγχωρέσει, όμως δεν ήμουν ποτέ ένοχος απέναντι του και του έδωσα την καρδιά μου ολόψυχα και όμως θα μπορούσα να πάω κοντά του, το έκανα συχνά, σιωπηλά, αλλά αυτό το πλάσμα πέθανε και είμαι μόνος. 

Εσύ μονάχα μπορείς να το κάνεις, όμως δε με καταλαβαίνεις και δεν μπορείς να με διαβάσεις. Γι’ αυτό σου μιλώ, σου γράφω, σ’ εσένα, μονάχα σ’ εσένα, κι όταν θα τελειώσει αυτό, θα ζητήσω συγνώμη χωρίς άλλη εξήγηση κι εσύ θα χαμογελάσεις...»

Παραρτήματα, Albert Camus, Ο πρώτος άνθρωπος, Νέα Σύνορα, Λιβάνη

Η μητέρα του Καμύ με τη φωτογραφία του γιου της, εικόνισμα
___________________

«...για ν’ αντέξει πραγματικά κανείς, δεν πρέπει να πολυθυμάται» 

«Α!» Του λέει η μητέρα του. «Τι καλά όταν είσαι εδώ. Έλα όμως το βράδυ, έτσι θα βαρεθώ λιγότερο. Κυρίως το βράδυ, το χειμώνα, σκοτεινιάζει νωρίς. Τουλάχιστον αν ήξερα να διαβάζω. Κι ούτε να πλέξω μπορώ με το φως, με πονάνε τα μάτια. Έτσι, όταν ο Ετιέν δεν είναι δω, ξαπλώνω και περιμένω την ώρα του φαγητού. Δεν περνάνε δύο ώρες έτσι. Αν είχα τις μικρές μαζί μου, θα μιλούσαμε. Έρχονται όμως και φεύγουν. Γέρασα πολύ. Ίσως μυρίζω και άσχημα. Έτσι λοιπόν, κι ολομόναχη...»

Μιλούσε γρήγορα, με μικρές απλές φράσεις που ακολουθούσαν η μια την άλλη σαν ν’ άδειαζε τη σκέψη της, σιωπηλή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και μετά, η σκέψη στέρευε, σώπαινε πάλι, το στόμα σφιγμένο, το βλέμμα γλυκό και λυπημένο, κοιτάζοντας απ’ τα κλειστά παντζούρια της τραπεζαρίας το αποπνικτικό φως που ερχόταν απ’ το δρόμο, πάντα στην ίδια θέση, πάνω στην ίδια άβολη καρέκλα, κι ο γιος της στριφογύριζε, όπως άλλοτε, γύρω από το τραπέζι, στη μέση του δωματίου.[....]

Έλεγε ναι, ίσως ήταν όχι, έπρεπε να γυρίσει πίσω στο χρόνο, μέσα από μια μνήμη βυθισμένη στα σκοτάδια, τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Η μνήμη των φτωχών είναι ήδη λιγότερο τροφοδοτημένη από κείνη των πλουσίων, έχει πιο λίγα σημάδια αναγνώρισης του χώρου, γιατί σπάνια εγκαταλείπουν το χώρο όπου ζουν, πιο λίγα σημάδια επίσης αναγνώρισης του χρόνου, σε μια ζωή γκρίζα και μονότονη. 


Βέβαια, υπάρχει η μνήμη της καρδιάς για την οποία λένε πως είναι η πιο σίγουρη, η καρδιά όμως φθείρεται απ’ τη θλίψη και τη δουλειά, ξεχνά πιο γρήγορα κάτω από το βάρος του μόχθου. Το χαμένο χρόνο ξαναβρίσκουν μόνο οι πλούσιοι. Για τους φτωχούς, απλά σημαδεύει, με ανάλαφρα ίχνη, το δρόμο του θανάτου. 

Κι υστέρα, για ν’ αντέξει πραγματικά κανείς, δεν πρέπει να πολυθυμάται, πρέπει να ζει μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, όπως έκανε η μητέρα του, σίγουρα αναγκασμένη κατά κάποιο τρόπο, αφού είχε αυτή την αρρώστια της νιότης της (τελικά, απ’ ό,τι έλεγε η γιαγιά, ήταν ένας τυφοειδής πυρετός. Όμως ένας τυφοειδής πυρετός δεν αφήνει τέτοια κουσούρια. Ίσως τύφος. Ή τι άλλο; Και γι’ αυτό ακόμα, μαύρο σκοτάδι), αφού αυτή η αρρώστια των νεανικών της χρόνων την άφησε κουφή και την έκανε να εκφράζεται δύσκολα, ύστερα την εμπόδισε να μάθει όλα όσα διδάσκουν ακόμα και στους απόκληρους της κοινωνίας και την εξανάγκασε έτσι στη βουβή παραίτηση, αυτός όμως ήταν και ο μόνος τρόπος που βρήκε για να αντιμετωπίσει τη ζωή της, και τι άλλο άραγε μπορούσε να κάνει, ποιος στη θέση της θα είχε βρει άλλη λύση;

Albert Camus, Ο πρώτος άνθρωπος, Νέα Σύνορα, Λιβάνη



«δεν ανήκε σ’αυτό τον κόσμο και στη χυδαιότητα των ημερών» 

Στον «Πρώτο ΄Ανθρωπο» η εικόνα της μητέρας έρχεται και επανέρχεται από τη πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Σ’αυτή την καταβύθιση στον κόσμο της παιδικής του ηλικίας, στο κυνήγι της αναζήτησης του πρόωρα χαμένου πατέρα, είναι  το πορτραίτο της μητέρας του που συμπληρώνεται  συνεχώς με μικρές, διακριτικές, αλλά απολύτως διακριτές,  ψηφίδες αγάπης.

Αυτό το σχεδόν βουβό πρόσωπο της παραδουλεύτρας στο επάγγελμα, χήρας του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, που γεννήθηκε έζησε και πέθανε στο ίδιο μέρος, της σιωπηλής και κλεισμένης στο δικό της κόσμο, λάτρεψε ο γιός της με μια λατρεία αγνή και άδολη.

Αυτήν την απούσα εν τη παρουσία της μητέρα που «δεν ανήκε πια σ’αυτό τον κόσμο και στη χυδαιότητα των ημερών» την σιωπηλή και αθόρυβη, περιγράφει στα γραπτά του, παρατηρεί, αναρωτιέται, ψυχανεμίζεται, συντηρεί οικονομικά όταν κατοικεί στη Γαλλία, επιστρέφει, επισκέπτεται και υποκλίνεται στο μεγαλείο της απλότητάς της ο γιος της.

Ισπανικής καταγωγής, μελαχροινή, με μικρή ίσια μύτη, έντονο βλέμμα, με κουρασμένη πρόωρα ομορφιά, παντοτινά όμορφη για τον ίδιο, τα χαρακτηριστικά της ξαναβρίσκει - τα αναζητά;- ο Καμύ στις πολυάριθμες γυναίκες της ζωής του.

Απομονωμένη λόγω του φυσικού της ελαττώματος σε έναν κόσμο σιωπηλό, αρκείται να παρατηρεί φευγαλέα τον γυιό της χαϊδεύοντάς τον με τη ματιά της και να αφουγκράζεται τα αισθήματά του χωρίς τίποτα να λέγεται. (Και τι να ειπωθεί με το περιορισμένο λεξιλόγιό της των 400 λέξεων, σημειώνει ο Καμύ). Καταδικασμένη από την αγραμματοσύνη της και τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης σε μια απομόνωση κοινωνική, αφήνει στον μικρό Αλμπέρ την αγωνία του εσωτερικού της κόσμου καθώς την παρατηρεί καθισμένη στην αιώνια θέση της σπάνιας ανάπαυλάς της δίπλα στο παράθυρο.

Με τη σειρά της εκείνη αγαπάει βαθιά, εσωτερικά τον γιο της, με τον τρόπο που οι παλιές γυναίκες αγαπούσαν τα παιδιά τους, χωρίς πολλά χάδια και φιλιά αλλά κρυφά καμαρώνοντάς τα σαν κάτι που αν το σφίξεις πολύ θα σπάσει, θα χαλάσει, θα χαθεί.

«Σου εύχομαι να μείνεις έτσι νέα και όμορφη, για πάντα» της γράφει τον Δεκέμβρη του 1959, λίγες μέρες πριν τον θάνατό του.

Η αθόρυβη και ταπεινή Κατρίν Σιντές-Καμύ, έκλεισε τα μάτια της το Σεπτέμβρη του ‘60, εννιά μόλις μήνες μετά τον χαμό του γιου της.


«Είμαστε όλοι ο πρώτος άνθρωπος»

Εκείνη την 4η Ιανουαρίου του 1960 το σπορ αυτοκίνητο που μεταφέρει τον Αλμπέρ Καμύ στο Παρίσι συντρίβεται πάνω σ’ ένα δέντρο, μεταξύ Σανς και Φοντενεμπλό. Ο θάνατος είναι ακαριαίος για το συγγραφέα, τον τιμημένο με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας το 1957.

Στην τσάντα του, μεταξύ άλλων, βρίσκουν και το χειρόγραφο του μυθιστορήματος που έγραφε και που ήδη έχει έναν τίτλο: Ο Πρώτος Άνθρωπος. Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, οι εκδόσεις Gallimard, χάρη στην επίπονη μεταγραφή του κειμένου από τη σύζυγο και την κόρη του συγγραφέα, Φρανσίν και Κατρίν Καμί, δημοσιεύουν επιτέλους αυτό το ύστατο γραπτό, έτσι ακριβώς όπως το βρήκαν: με λάθη, λέξεις που λείπουν, επαναλήψεις, ύφος αδέξιο και φράσεις δύσκαμπτες πολλές φορές, πρόσωπα που αλλάζουν όνομα από το ένα κεφάλαιο στο άλλο.

Πρόκειται για ένα πολύτιμο ντοκουμέντο, μια εξαιρετική μαρτυρία της παιδικής ηλικίας αυτού του γιου της θάλασσας, του σιρόκου και της καυτής άμμου της Αλγερίας που τόσο πολύ αγάπησε. Η ανακάλυψη της απελπισμένης αγάπης τον για τη μητέρα του και της απέραντης τρυφερότητας για τους δικούς του που δεν τους αρνήθηκε ποτέ και πάντα έλεγε γι ’ αυτούς: 

«Ήταν και είναι πιο σπουδαίοι από μένα».

Σε μια συνέντευξή τον στην εφημερίδα της Βενετίας II Gazzettino (9 Ιουλίου 1959), ο Καμύ αποκαλύπτει πως είχε σκεφτεί να ονομάσει το μυθιστόρημά του Αδάμ, «... αν ήταν δυνατό να αποδώσει μ ’ αυτό τον τίτλο μια μυθική έννοια, αν όχι μυθολογική. (...) Πράγματι, ο καθένας μας, όπως κι εγώ, είναι κατά κάποιο τρόπο ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ της δικής του ιστορίας».

Πολλοί ίσως θελήσουν να δώσουν την ερμηνεία τους στον τίτλο του βιβλίου.Η Κατρίν Καμύ παρουσιάζει τη δική της: «Όλοι αυτοί που ζουν χωρίς ν' αφήσουν ίχνη, αλλά που συγχρόνως συνθέτουν σαν άτομα τον κόσμο είναι οι πρώτοι άνθρωποι».


Le Premier Homme, d'après l’œuvre d'Albert Camus, adaptation de Jacques Ferrandez
____________

Όλος ο Καμύ είναι εδώ, σ’ αυτό το βιβλίο, σ’ αυτό το παιδί που μεγαλώνει μπροστά στα μάτια μας: ευαισθησία, αφοσίωση, γενναιοδωρία, υπερηφάνεια, ευθύτητα, υπευθυνότητα, δίψα για το απόλυτο, απαίτηση... Κι επίσης μια απληστία για τη ζωή που συνυπάρχει πάντα με μια κρυφή θλίψη, άσβεστη, σαν μόνιμη επωδός της ύπαρξής του. Ο Καμύ τραγουδάει τη λάβα της ζωής με απλότητα, αλήθεια, σκληρότητα, με γλώσσα γυμνή και λιτή.
Ο Πρώτος Άνθρωπος είναι ένα βιβλίο όπου πρωταγωνιστεί ο χρόνος. Αυτός που στερεί τη μνήμη από τους φτωχούς ανθρώπους και τους καταδικάζει στη λησμονιά και την ανωνυμία, αυτός της αποικιοκρατούμενης Αλγερίας, ο χρόνος που αφιερώνουν κάποιοι γενναιόδωροι δάσκαλοι για να σώσουν τα παιδιά από την αμάθεια και τη μιζέρια και να τα οδηγήσουν σε φωτεινούς ορίζοντες. Ο χρόνος, ανέμελος κι ευχάριστος για το παιδί με τις συντροφιές φίλων, με τα παιχνίδια, με το διάβασμα εικονογραφημένων περιοδικών, με τη δουλειά στο βαρελάδικο κι εκείνος ο άλλος, βαρετός και άχρηστος στο κατηχητικό και στο σιδεράδικο, χρόνος κλεμμένος από τα σχολικά καθήκοντά του και τις διακοπές του. Ο χρόνος που σταμάτησε θανάσιμα για τον πατέρα στις πρώτες μάχες του 1914 και που ακινητοποίησε την αναλφάβητη μητέρα, κλεισμένη στη μοναξιά του κουφού. Ήταν άραγε ο ίδιος χρόνος που σαν προμήνυμα θανάτου έκανε τον Καμύ να σταματήσει το χειρόγραφό του με τις λέξεις:

«... να πεθάνει χωρίς να επαναστατήσει» και να γράψει στο Σημειώσεις και πλάνα του: «Το βιβλίο πρέπει να σταματά απότομα»;

Αυτή η μακριά, ατελείωτη εξομολόγηση εκφράζει άπλετα τα άγχη της, τις αμφιβολίες, τους φόβους, τον πόνο της, μας κάνει να νιώσουμε το συγγραφέα του Ξένου πιο οικείο, πιο αδερφικό. Ένα βιβλίο-φίλος που δε θα μας εγκαταλείψει αφού, όπως έλεγε ο Αλμπέρ Καμύ στον Ρενέ Σαρ, 

«... δεν μπορείς να ζεις παρά με πλάσματα που σ' ελευθερώνουν, που σ’ αγαπούν με μια στοργή το ίδιο ανάλαφρη να δεχτείς, όσο δυνατή να αισθανθείς».

Σημείωμα των μεταφραστριών
Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν


Le Premier Homme, illustré par José Munoz


Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Το «αλυπιακόν μοσχάτον» στη ζωή ενός στερημένου λυπομανούς· Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


«Εκεί επωλείτο η ευθυμία...»

«.......η Παλαιά Αγορά...υπόγεια με δεκαπέντε και είκοσι σκαλοπάτια κάτω, όπου ήτο κόπος ν' αναβή τις πλέον, άμα άπαξ κατέβαινεν. Εκεί επωλείτο η ευθυμία. Με είκοσι ή τριάντα λεπτά ηγόραζέ τις μεγάλην δόσιν, μέγα ποσόν ευθυμίας. Με εξήντα λεπτά ηγόραζον ολόκληρον την ευθυμίαν

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις



«Ο παπα-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το νεόκτηστον σταυροπηλιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του Ευαγγελισμού………Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως κατεσκεύαζε. Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν’ ανακουφίζει τας λύπας, τους καημούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου».
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μαύρα κούτσουρα




Οίνος ο παυσίλυπος.... 

Στον περίβολο του Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή, διασώζεται μέχρι σήμερα το κελί, όπου έζησε φιλοξενούμενος από τον παιδικό του φίλο, μοναχό Νήφωνα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Την εποχή εκείνη είχε έρθει από τη Σκιάθο ο Νικόλαος Διανέλλος, ο καλύτερος του φίλος από τα εφηβικά του χρόνια, τα δύσκολα χρόνια της ματαίωσης, με προορισμό το Άγιο Όρος, όπου θα μόναζε.

Ο Νήφων όμως ανέβαλλε διαρκώς την αναχώρησή του, γνωρίστηκε με τους επιτρόπους και τους ιερείς του ναού και του παραχώρησαν το καμαράκι να μένει. Στο καμαράκι, που είχε ένα πατάρι, αρκετά μεγάλο, κοιμόταν ο μοναχός, πάνω σ’ ένα αχυρένιο στρώμα και κει  αργότερα φιλοξένησε και τον Αλέξανδρο. 

Κοντά στους Αγίους Αναργύρους ήταν η ταβέρνα του Καχριμάνη, εκεί πήγαινε ο Παπαδιαμάντης με τον Νήφωνα και έτρωγαν. Κάθονταν αρκετές ώρες κουτσοπίνοντας και συζητώντας. Ο Νήφων τον μύησε στα μυστικά του οίνου και τα ’πιναν οι δυο τους στο ταβερνομπακάλικο του Καχριμάνη καθημερινά σχεδόν.

«Το Μπακάλικο του Καχριμάνη», Σαρρή 15 και Αγίων Ασωμάτων. Στο ισόγειο διώροφης οικίας, της πρώτης οθωνικής περιόδου, στεγαζόταν το Μπακάλικο του Καχριμάνη, όπου σύχναζε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όταν έμενε στου Ψυρρή.
____________________

Το «αλυπιακόν μοσχάτον»

«Ο Νήφων έπαιξε ρόλο στη ζωή του Παπαδιαμάντη, πιθανότατα επειδή έφερε πάνω του κάποια φευγαλέα παπαδιαμαντικά γνωρίσματα. Αποσχηματισμένος μοναχός, με σχέδια ζωής πάνω από τις δυνάμεις του, καψοκαλύβας καί ερημοσπίτης, θύμιζε άνθρωπο που κάποιος τον είχε μουντζώσει. Επιπλέον, ήταν μέγας πότης - πέθανε από το πιοτό- και αποτελούσε ιδανική συντροφιά για το μπακάλικο του Καχριμάνη. Αυτός ήταν ο διδάσκαλος του μεγάλου παπαδιαμαντικού ελαττώματος, του αλκοολισμού, που βοήθησε τα μάλα τη λογοτεχνία του και τη ζωή του. Εξωθημένος σε μια πενιχρή περιθωριακή ζωή, σε λαϊκούς χώρους με συντροφιά κάποια ναυάγια της ζωής, ο Αλέξανδρος θα δεχθεί ως φυσικό συγγενή του το κρασί. Μέχρι τέλους θα του μείνει πιστός.

Στη ζωή ενός στερημένου λυπομανούς που δεν χαρίζεται στις νεανικές του επιθυμίες, το κρασί μπορεί κάλλιστα να κρατήσει τον ρόλο ερωτικού υποκατάστατου. Σαν ευεργετικός εμβολιασμός του τραυματισμένου εγώ, η έκσταση της μέθης χαρίζει αναψυχή και παραμυθία, χωρίς να στερεί το παραμικρό από τους άλλους. Είναι μια καθαρά ιδιωτική και ανακουφιστική αυτοπάθεια. 

Είναι μήπως σύμπτωση ότι επέμενε τόσο στο «αλυπιακόν μοσχάτον»; Από χαρακτήρα, ο Παπαδιαμάντης δεν έπινε για να ξεσπάσει, για να αλλάξει τον κόσμο γύρω του ή να φανερώσει τα κρυφά που τον καταδυνάστευαν. Το κρασί, αντίθετα, του χάριζε μια εσωτερική γαλήνη, το σπίθισμα της πνευματικής μεταρσίωσης που τόσο το είχε ανάγκη, και τόσο τίμησε τους τόπους όπου σύχναζε και τους συμποτικούς αδελφούς. Αν κάθε μέθη σέρνει μέσα της και ένα ερωτικό λείψανο, ο Αλέξανδρος τιμούσε τον «έρωτά» του, γι’ αυτό κατέληγε ομαλά σε ψαλμωδίες. «Και ο απονύχτερος βακχευτής ήρχιζε, μετά τρυφερής μεσοφωνίας, μετά ψιθύρου και παθητικού τόνου να υποτερετίζη...»

Το άλλο πάθος του ήταν το κάπνισμα. Τα «ψιλά Αγρινίου, του Βάρκα...» τα αγόραζε χύμα, με την οκά, και το τραπέζι του στην εφημερίδα ήταν κατάστικτο από καψίματα. Πότης, καπνιστής, άνθρωπος που ήξερε το καλό φαγητό επειδή είχε σπουδάσει την πείνα - αλλά ποτέ τρεχέδειπνος -, ο νέος συγγραφέας θα αφήσει στην Ιστορία των γραμμάτων αυτή τη φιγούρα του άπλυτου, του κακοντυμένου, του λιγομίλητου επαρχιώτη, που θα κέρδιζε πολλά σαν συγγραφέας επειδή είχε χάσει πολλά σαν άνθρωπος. 

Κάτι από αυτή την εικόνα διασώζει το πορτραίτο του Δ. Χατζόπουλου: 

«Ο κ. Παπαδιαμάντης, ο εκ της νήσου Σκιάθου συγγραφεύς, ο ιδιόρρυθμος, ο εκκεντρικός, ο Μπεμ, ο Μένιππος φιλόσοφος, ο άνθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών, ο θαυμάσιος τύπος, ο ειλικρινής χαρακτήρ, ο περιφερόμενος συχνάκις ανά τας οδούς με το τετριμμένον και ξεθωριασμένον έπανωφόριον, με την ράβδον παραμάσχαλα...»

Κωστή Παπαγιώργη, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, 
Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 102 - 104

Ο Παπαδιαμάντης με το φίλο του Γιάννη Βλαχογιάννη στη Δεξαμενή το 1908.