Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019

«...άσε με ξανά στο ψύχος του θανάτου», Μένης Κουμανταρέας, Ο θησαυρός του χρόνου


«Υπάρχει ένα τέλος για όλα τα πράγματα. Για τους ανθρώπους, τα έργα της ζωής τους, τα υπάρχοντά τους. Λιώνουν κι εξαφανίζονται. Ακόμα και για τις φιλίες υπάρχει και γι' αυτές ένα τέλος»



«Είμαι ο Λάζαρος, ο Αμερικάνος...»


Αν κατά τις Γραφές εκείνος ο παλιός Λάζαρος αναστήθηκε ένα Σάββατο, σήμερα, αν και καθημερινή, ο δικός μου Λάζαρος - υπάλληλος κι αυτός όπως εγώ στα Γραφεία - αναστήθηκε με τον τρόπο του, ύστερα από χρόνια που είχα να τον ακούσω.

«Δεν με θυμάσαι;» είπε η φωνή στο τηλέφωνο. «Είμαι ο Λάζαρος, ο Αμερικάνος, που με φωνάζατε Καγκουρό κάποιες φορές».

«Πού είσαι, άνθρωπέ μου», του λέω, «τι κάνεις, πού βρίσκεσαι;»

«Βρίσκομαι», μου λέει. «Το πού μην το συζητάς». Τον πίεσα να μου πει. Η φωνή του από το ακουστικό ακουγόταν μπερδεμένη. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω καλά τις λέξεις.

«Θέλεις να μου επαναλάβεις;» προσπάθησα να του πω, μα η γραμμή έκλεισε.

Πέρασαν τρεις μέρες χωρίς νέα του, όταν πήρα ένα τηλεφώνημα από κάποιο νοσοκομείο. «Είστε ο τάδε; Έχουμε ένα μήνυμα για σας από έναν ασθενή μας, τον κύριο Ελεσίδη».Ο Λάζαρος, λοιπόν, με προσκαλούσε να τον δω.[...]


«Θα πάω να δω έναν φίλο», είπα στη δική μου άρρωστη χωρίς να της πω περισσότερα, παρ’ όλο που τον Λάζαρο τον ήξερε κι εκείνη όπως κι εγώ. Όμως δεν ήθελα να ξέρει ότι πάω σε νοσοκομείο. Και μάλιστα τι νοσοκομείο! Ειδικευμένο σ’ αυτή την κακιά αρρώστια. Ποιος ξέρει τι εικόνες μπορούσε να της δημιουργήσει.

Πήρα ένα ταξί και, όπως η Λεωφόρος είχε κίνηση - μπορεί κάποια διαδήλωση να ήταν πάλι σε εξέλιξη -, μέσα από στενά βρέθηκα επιτέλους στην πλαϊνή είσοδο και, επειδή το ασανσέρ ήταν χαλασμένο, ανέβηκα τα τρία πατώματα με την ψυχή στο στόμα, για να βρεθώ στον θάλαμο που μου είχαν υποδείξει.

Το πρώτο πράγμα που με έπιασε απ’ τη μύτη ήταν ένα μείγμα από απολυμαντικό, πολυκαιρισμένα λουλούδια και κατουρημένα στρώματα. Ο θάλαμος είχε έξι κρεβάτια και προς στιγμήν μπερδεύτηκα κι έβαλα πλώρη για το τελευταίο κοντά στο παράθυρο. Κόντευα πια να φτάσω κοντά στο άτομο που είχα εκλάβει ως Λάζαρο, όταν η φωνή του παλιού συναδέλφου μ’ έκανε ν’ αλλάξω πορεία:

«This way please».

Σαν ξεπουπουλιασμένο πουλί, καθισμένο σε κλωνάρι δέντρου που το ’δειρε η βαρυχειμωνιά, έτσι κι εκείνος κούρνιαζε στο κρεβάτι με τα γόνατα λυγισμένα και τα χέρια να τ’ αγκαλιάζουν. Κοιτούσε γύρω, στον θάλαμο των αρρώστων που είχε βρεθεί, με την εγκαρτέρηση σεισμόπληκτου.

Πλησίασα κι εκείνος άπλωσε και τα δυο του χέρια να σφίξει τα δικά μου. Ήταν κάτι που το έκανε και παλιά. Ποιος ξέρει, μπορεί να το συνήθιζαν οι Πόντιοι ή οι ξενιτεμένοι στην Αυστραλία.

«Δεν με γνώρισες», μου είπε με φωνή παιδική.

Τα μάτια του ήταν ίδια όπως παλιά, με την αφέλεια και την καθαρότητα που τον διέκριναν, μόνο που τώρα φαίνονταν μεγαλωμένα μες στην απίσχνανση του προσώπου.

«Μπερδεύτηκα», δικαιολογήθηκα.

«Are you well?» με ρώτησε, όπως πάντα ανακατεύοντας αγγλικές εκφράσεις ή λέξεις στην ομιλία του, και μάλιστα με αυστραλέζικη προφορά.

«Εγώ καλά. Εσύ τι έπαθες;»

«Ένα καρκινάκι είναι, θα περάσει».

Προσπάθησα να είμαι ψύχραιμος.

«Sure», του είπα κι εγώ για να του εντυπωθεί καλύτερα. «Θέλεις να σου πάρω κάτι απ’ έξω;» ρώτησα.

«Κανένα βιβλίο», μου είπε, «δεν έχω τίποτα να διαβάσω».

«Γράφεις κάτι;»

«Τη ζωή μου. Μα τώρα δεν έχω τις δυνάμεις πια. Θυμάσαι που σου είχα δώσει να διαβάσεις...»


Θυμόμουν, αλλά δεν θυμόμουν τι.

«Θα το φροντίσω», είπα. «Προτιμάς fiction ή κάτι άλλο;»

«Βιβλίο να ’ναι κι ό,τι να ’ναι. Οι ώρες δεν περνάν εδώ».

«Καταλαβαίνω. Κι από εξετάσεις;»

«Όλο με πηγαίνουν κάτω, με περνάνε από ακτίνες, μου δίνουν χημικά. Αν τα καγκουρό έχουνε μία τσέπη, εγώ θα βγω από δω με δύο»
.

Πήγα να γελάσω, μα με πρόλαβε εκείνος. Γελούσε και τα δόντια του κόντευαν να πεταχτούν έξω. Μπορεί και να φορούσε μασέλα.[....]


«Πες μου, τι γράφεις εσύ; Γράφεις κάτι;»

«Όλο και κάτι»
, είπα αόριστα.

«Εσύ ξέρεις, είσαι τζιμάνι σ’ αυτά. Από παλιά κανείς δεν σ’ έφτανε. Τώρα είσαι well known! Και το πιάνο;» ρώτησε ατάκα.

«Ε, το πιάνο υπάρχει σαν έπιπλο».

«Δεν παίζεις;»
είπε απορημένα σαν μικρό παιδί.

«Πώς, παίζω. Τώρα το πώς παίζω είναι άλλο ζήτημα».

«Του ’re a perfectionist. You always were».

«Σηκώνεσαι, πας καμιά βόλτα;»
θέλησα ν’ αλλάξω κουβέντα.

«Έχει έναν κήπο κάτω, μα χρειάζομαι βοήθεια».

«Θέλεις να πάμε μια βόλτα μαζί;»


Το μάτι του έλαμψε. Τον βοήθησα να φορέσει μια ρόμπα σταχτιά, χιλιοφορεμένη ποιος ξέρει από πόσους αρρώστους. Τουλάχιστον μου φάνηκε καθαρή. Πήραμε το ασανσέρ που είχε αρχίσει να λειτουργεί πάλι. Προχωρούσε βήμα βήμα σαν κάποιος που πρωτομαθαίνει να περπατά.[....]




«...μεγάλη ευτυχία να βλέπεις το χιόνι, ν’ ακούς και τα καγκουρό»

«Απ’ τους παλιούς», ρώτησα, «ήρθε κανείς να σε δει;»

«Όταν είσαι στη δουλειά, οι άλλοι θες δεν θες σε προσέχουν», είπε. «Έτσι και φύγεις, γίνεσαι αόρατος».

Αόρατος. Την είπε τη λέξη.

«Αλήθεια το λες; Το πιστεύεις;» ρώτησα.

«I swear it».

Το μάτι του γυάλιζε, ένιωθα το δέρμα του τεντωμένο, λες και ήταν να σκάσει σε χίλια κομμάτια. Μου έπιασε το μπράτσο με τα δυο του χέρια, όπως το συνήθιζε.

«Θέλω να γράψω κάτι ακόμα, αλλά δεν έχω το κουράγιο», μου είπε κι η φωνή του τσάκιζε.

«Μπορεί να το βρεις, πού ξέρεις;»

«Σύμφωνοι. Μα αυτό που θέλω να γράψω είναι κάτι...»

«Τι;»
ρώτησα σαν ηλίθιος.

«Αυτό που έζησα στην Αυστραλία έναν χειμώνα, τότε που εμείς έχουμε καλοκαίρι. Ήταν ένα ήσυχο, απίθανα ήσυχο βράδυ, απ’ αυτά που λες “Θεέ μου, δώσε μου τέτοιες στιγμές και δεν θέλω τίποτε άλλο”. Από τον ουρανό κατέβαινε μια καταπληκτική μελωδία, απ’ αυτές που σπάνια μπορεί ν’ ακούσει άνθρωπος. Ήταν οι νιφάδες του χιονιού που έπεφταν και σκέπαζαν σιγά σιγά την πόλη και τη γειτονιά. Κάτι ασυνήθιστο για κείνα τα μέρη. Κι όπως στεκόμουν στο κατώφλι μου κι άλλοι είχαν σταθεί στα δικά τους κατώφλια και στα παράθυρα, τότε είδαμε από μακριά στο highway να έρχεται μια ομάδα από... can you imagine?»

«Ξέρω ’γώ; Εκδρομείς που είχαν έρθει να δούνε το χιόνι...»

«Όχι, φίλε μου. Ήταν τα καγκουρό. Αυτά που συνήθως ζούνε στις ερημιές, τώρα είχαν έρθει κοντά στους ανθρώπους, τρομαγμένα μαζί και μαγεμένα από το φαινόμενο. Δεν σου έχει συμβεί αυτό, να τρομάζεις και συγχρόνως να νιώθεις μαγεμένος; Και τι νομίζεις πως έκαναν...»

«Ξέρω ’γώ; Κοιτούσαν κι αυτά το χιόνι».
«Όχι, φίλε μου. Τραγουδούσαν. Μάλιστα, αυτό που ακούς. Τραγουδούσαν το καθένα χωριστά κι όλα μαζί σαν χορωδία. Δοξολογούσαν τον Θεό. Γιατί πάντα υπάρχει ένας θεός για τα ζώα, όπως και για τους ανθρώπους. Τι λες;»

Είχα μείνει άφωνος.

«Κι είσαι σίγουρος ότι είχαν έρθει γι’ Αυτόν;»

«Όπως με βλέπεις και σε βλέπω. Ήταν μεγάλη ευτυχία να βλέπεις το χιόνι, ν’ ακούς και τα καγκουρό. Ήταν σαν να ’χε κατέβει στη γη. God himself. Καταλαβαίνεις; Σ’ τα λέω μην και σου δώσουν έμπνευση να τα γράψεις εσύ, my friend».
Ήθελα να του πιάσω το χέρι να τον ηρεμήσω, αυτόν τον ήσυχο τρελό, ή να τον κάνω να πει κι άλλα πιο τρελά, πιο παλαβά ακόμα. Μήπως αυτά δεν είναι τα καλύτερα, αυτά που μας ξεκουράζουν από τη φρονιμάδα μας και μας ξυπνάνε;

Κοίταζα αυτόν τον άνθρωπο, που είχα συνηθίσει τόσα χρόνια να τον βλέπω ντυμένο με κάτι καουμπόικα γιλέκα και χρωματιστά καρό πουκάμισα, τυλιγμένο τώρα μέσα στη σταχτιά ρόμπα του ιδρύματος. Έμοιαζε παγωμένος από ένα αόρατο χιόνι που έπεφτε, κι η φωνή του έβγαινε σαν καγκουρό.




Ο ήλιος έπεφτε κι είχε αρχίσει μια ψύχρα. Πήραμε πάλι την ανηφόρα για τον θάλαμο. Σταματήσαμε στο κυλικείο. Του πήρα δυο χυμούς, καραμέλες και μπισκότα.

«You are a gentleman», μου είπε.

Χωρίζοντας με έπιασε πάλι με τα δυο χέρια, σφίγγοντας όσο μπορούσε τα δικά μου.

«Θα ’ρθω πάλι», του υποσχέθηκα, «θα σου φέρω βιβλία».

«Καλοσύνη σου», σαν να μην το πολυπίστευε. «My regards to Lola».
«Λιλή».

«Ναι, Lola».


Οι άλλοι άρρωστοι σήκωναν τα κεφάλια τους και μας κοιτούσαν. Με είχε γραπώσει γερά και δεν με άφηνε να φύγω. Ένα κουδούνι χτύπησε δυνατά.

«Το επισκεπτήριο», μου είπε λυπημένα, «τέλος».[....]


Φθάνοντας σπίτι, έβαλα στο πικάπ ένα αρχαίο τραγούδι του Henry Purcell σε στίχους John Dryden, το «Τραγούδι της Παγωνιάς», τραγουδισμένο μάλιστα υπέροχα από έναν σταρ της ροκ, τον Sting. Το είχα κάποτε μεταφράσει, σε μια προσπάθεια να το ακούσω στη γλώσσα μας.

Ποια δύναμη είσαι εσύ από τα βάθη

που μ ’ έκανες να σηκωθώ αργά
και παρά τη θέλησή μου
από τις κλίνες του παντοτινού χειμώνα;

Δεν τηράς πόσο άκαμπτος, πόσο άκαμπτος
και φορτωμένος χρόνους είμαι
μακριά απ’ το ν’ αντέξω την άγρια παγωνιά;
Μόλις και μετά βίας μπορώ να κινηθώ και ν’ αναπνεύσω, 

άσε με, άσε με ξανά στο ψύχος του θανάτου. 



Salvador Dali, Winter from the 1972 «The Seasons suite»
________________

Τελειώνοντας ο δίσκος, πήγα στο πιάνο κι έπαιξα με το αυτί τη μελωδία. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν κι οι νότες έβγαιναν τραυματισμένες.

«Γύρισες;»

Η φωνή της Λιλής. Στεκόταν στον παραστάτη της πόρτας σαν μια θεά εντοιχισμένη σε ναό. Η φωνή της πάντα βαθιά και τραγουδιστή. Με μια στάξη απελπισίας.

«Πώς είναι ο φίλος σου;» Λες και μάντευε ή ήξερε ότι είχα πάει να δω έναν άρρωστο.

«Καλά», της αποκρίθηκα, «καλύτερα».

Την επόμενη μέρα έστειλα στον Λάζαρο δύο βιβλία. Ένα Παπαδιαμάντη κι ένα Χέμινγουεϋ.

Δεν έμαθα ποτέ αν πρόλαβε να τα διαβάσει.

Στο μεταξύ δεν λέει να φύγει από τ’ αυτιά μου η πένθιμη επίκληση: «Άσε με, άσε με ξανά στο ψύχος του θανάτου».


 Όπου να ’ναι, φτάνω στο τέλος της ιστορίας μου...

Ξαφνικά, ένας ήχος κόβει τη σιωπή στα δυο. Κάποιος χτυπά την πόρτα ή μου φαίνεται; Ποιος να ’ναι τέτοια ώρα νυχτιάτικα, άκουσα καλά; [.....]

Στήνω αυτί μέσα στη νύχτα. Αυτές οι ανήσυχες νύχτες που η πόλη μου περνάει τα τελευταία χρόνια, άνθρωποι που τρυπιούνται, άλλοι που παίζουν με σουγιάδες κι άλλοι που ψάχνουν στα σκουπίδια, σκουπίδια οι ίδιοι. Νύχτες που στέλνουν σκιές απρόσκλητες να ταράξουν τον ύπνο των αθώων. Άραγε, υπάρχουν αθώοι ακόμα; Ακούω τώρα τα χτυπήματα ολοκάθαρα σε τακτά διαστήματα, σαν χτύποι σφυριού σε δημοπρασία που κατοχυρώνουν κάτι φριχτό. Λες να ναι απέθαντοι βρικόλακες που κυκλοφορούν μέρα μεσημέρι; Ή μήπως ανάλγητοι χρηματιστές και κούφιοι οικονομολόγοι, αυτοί κι αν πίνουν αίμα!

Ό,τι και να ’ναι, μπορώ να μιμηθώ τον ήχο από τα χτυπήματα στο κλαβιέ, κατά προτίμηση στην τονικότητα της ντο ελάσσονος. Όμως λυπάμαι να ξοδεύω έτσι τα κελαρυστά του πρίμα και τα βαθύσκιωτα μπάσα του. Πάει η εποχή που μπορούσε κανείς ν’ αφιερωθεί απερίσπαστα στη μουσική και στο διάβασμα. Χιλιάδες θόρυβοι με αποσπούν, κινητά, σταθερά, μουσικά σκουπίδια από το ραδιόφωνο, γκαρίλες από την τηλεόραση.

Γι’ αυτό κι εγώ απομονώνομαι και με το σώβρακο και τη φανελίτσα τριγυρνώ μέσα στο σπίτι αγναντεύοντας τις ράχες των βιβλίων, σκαρφαλωμένα στα Ιμαλάια της βιβλιοθήκης, ακροβατώντας ανάμεσα σε ποίηση και πεζογραφία, και στις παρτιτούρες μου ακροβολισμένες στο πιάνο, τρέμοντας σε κάθε τρίλια και χοροπηδώντας κάθε φορά στις φούγκες. Όσο εσείς υπάρχετε, νιώθω ασφάλεια κι ένα νόημα στη ζωή.

Το ίδιο, άραγε, όπως αν είχα έναν άλλο άνθρωπο μέσα στο σπίτι; Εδώ σας θέλω!

[...] Τι μου συμβαίνει; Προσπαθώ μήπως ν’ αλλάξω τη γεωγραφία και τη γεωμετρία του σπιτιού και να πεισθώ ότι ζω σε μιαν άλλη εποχή και χώρα; Ότι είμαι ένας άλλος και πως δεν υπάρχει κανείς να χτυπά την πόρτα, απλούστατα γιατί δεν υπάρχει πόρτα;

Παρ’ όλα αυτά, σκύβω και κοιτάζω μέσα από τις γρίλιες. Θα στοιχημάτιζα ότι κάποιος βρίσκεται έξω από το σπίτι μου. Δεν γελιέμαι. Κι ας μην τον βλέπω, εκείνος σκάβει. [....]

Ό,τι και να συμβαίνει, πολύ αργά. Όπου να ’ναι, φτάνω στο τέλος της ιστορίας μου ή αυτό τέλος πάντων που θεωρείται τέλος.

Αραγε, σκέφτομαι πάλι, λες να είναι εκείνος ο ίδιος ο σκαφτιάς που άκουσα την ιστορία του ένα βροχερό βράδυ στο «Παραμύθι», το στέκι των ναυαγισμένων, όπως το ονομάζω, στη γειτονιά μου; Καθόλου δεν αποκλείεται. Καμιά φορά, εκεί που δεν το περιμένεις, τα παραμύθια ζωντανεύουν.

Αραγε, όμως, γιατί σκάβει; Προφανώς για να βρει... έναν θησαυρό, συμπληρώνω σαν αυτόματο που του πέταξαν ένα νόμισμα στη σχισμή. Όμως τι είδους θησαυρό; Ποιος θ’ απαντήσει στην ερώτηση αυτή;

Πέφτω στο κρεβάτι. 'Οπου να ’ναι, θα έρθει το γλυκό αγόρι, ο Μορφέας, να μου το ψιθυρίσει στο αυτί. Υπό τον όρο να μην το πω σε κανέναν άλλο. Κι ως τότε υπάκουος κλείνω τα μάτια, μαζί και τα κιτάπια μου. Ως εδώ, παλιέ συνάδελφε και αδελφέ μου, έχε γεια.


Μένης Κουμανταρέας, Ο θησαυρός του χρόνου, εκδόσεις Πατάκη


Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

«Άτρωτος, αλλά όχι αθάνατος», Οι σπόροι του κεχριού, Άννα Αλιφραγκή



"Ένιωσε να γαληνεύει όπως όταν, παιδί, βρισκόταν στην αγκαλιά της"
Εικονογράφηση: Άννα Αλιφραγκή
__________________


«Η Μάνα μού έστειλε το μήνυμά της»

Ο Εμανέζ πλησίασε τον αναμμένο πυρσό στην επιφάνεια του υγρού και οι φλόγες που ξεπήδησαν έδιωξαν το σκοτάδι. Μια επιβλητική γυναικεία μορφή σμιλεμένη σε ασβεστόλιθο, υψωνόταν σχεδόν ως την οροφή. Τα όμορφα μεγάλα μάτια της έμοιαζαν να διαπερνούν τους βράχους μπροστά της και ν’ ατενίζουν το άπειρο.

Ο Εμανέζ άναψε τους πυρσούς κι έβαλε φωτιά στο θυμίαμα. Το απόμακρο πρόσωπο της θεάς σαν να πήρε ζωή όταν το παιχνίδισμα από τις φλόγες καθρεφτίστηκε πάνω του. Τούφες μυρωμένου καπνού ανέβηκαν από το κεντρικό θυμιατό τυλίγοντας το άγαλμα σε μια μεθυστική ομίχλη.

Ο Εμανέζ έσκυψε κι ακούμπησε το μέτωπό του στο έδαφος. Έμεινε σ’ αυτή τη στάση, εισπνέοντας βαθιά, παρακαλώντας τη νοερά να του μιλήσει για τον Τσεγαλέζ. Ένιωσε να γαληνεύει όπως όταν, παιδί, βρισκόταν στην αγκαλιά της. Τώρα του έλειπε η ζεστασιά της παρουσίας της, που διέλυε τους εφιάλτες του και κατεύναζε τους ξαφνικούς καταστροφικούς θυμούς που τον ταλαιπωρούσαν συχνά, σα να ρουφούσε εκείνη και να εξουδετέρωνε όλη την ένταση που τον ταλάνιζε.



Η παλιά κατάρα του έπιασε!


Δεν κατάλαβε πόση ώρα είχε μείνει σε έκσταση μέχρι να ακούσει τον ψίθυρό της: 

«Ο Τσεγαλέζ έφυγε από τη Γη!».

Λίγα λεπτά αργότερα ανασήκωσε αργά το κορμί του προφέροντας σιγανά τις ευχαριστίες του για την απάντησή της. Τα ψυχρά μαύρα μάτια του άστραφταν. Οι άκρες του στόματός του τραβήχτηκαν μέχρι τ’ αυτιά του, σε μια γκριμάτσα που έμοιαζε με χαμόγελο και που ξεσκέπαζε τα αραιά δόντια του. Επιτέλους! Η παλιά κατάρα του έπιασε! Την είχε δώσει τότε, στην αρχή των αιώνων, όταν ο Τσεγαλέζ είχε κατέβει στη Γη για να ευλογήσει τα γεννήματα της Θεάς Μητέρας. Συναντώντας τους Νάρτες, είχε γοητευτεί από το θάρρος με το οποίο αντιμετώπιζαν τη δύσκολη επιβίωσή τους κι έμεινε κοντά τους, ευλογώντας τους σπόρους που καλλιεργούσε για χάρη τους, ώστε να βλασταίνουν άφθονοι και, με μαγικό τρόπο, να αρκούν λίγοι για να χορτάσει πολύς κόσμος.

Θέλησε κι ο Εμανέζ να έχει τέτοιους σπόρους μα, αντί να τους ζητήσει από τον Τσεγαλέζ, είχε προσπαθήσει να τους κλέψει, χωρίς επιτυχία, αφού ο Τσεγαλέζ επαγρυπνούσε πάντα, γνωρίζοντας ότι, όταν ο φιδοδαίμονας επιθυμούσε κάτι, η αρπακτική του διάθεση ήταν ανεξέλεγκτη. Έτσι, ο Εμανέζ έπαιρνε από τον θεό κοινούς σπόρους, που καλλιεργούσε μόνος μόνος του, μοχθώντας σκληρά για μια σοδειά που δεν ήταν πάντα καλή. Ο θεός είχε θελήσει μ’ αυτόν τον τρόπο να περιορίσει την πλεονεξία του, μα εκείνο που είχε καταφέρει τελικά ήταν να γεννηθεί βαθύ μίσος στην ανώριμη ψυχή του.

Ο Εμανέζ, οργισμένος, καταράστηκε θεό κι ανθρώπους, τον θεό να χάσει τη δύναμη της νιότης του, τους ανθρώπους να χάσουν τη στήριξη του θεού τους. Τώρα είχε έρθει ο καιρός η κατάρα του να γίνει πραγματικότητα! Κι εκείνος να επωφεληθεί από την κατάσταση. Έτσι νόμιζε...




Alfred Kubin (1877 – 1959), Serpent God
__________________

«Εγώ ούτε θεούλης είμαι ούτε καλός! 


Έτριψε τα χέρια του ευχαριστημένος και βγήκε από τη σπηλιά. Μπήκε χαρούμενος στην κεντρική αίθουσα του κάστρου. Η φωτιά άναβε ήδη στην εστία και η Ράντα-Μα καθόταν στον σοφά γυαλίζοντας την περίτεχνη χάλκινη θήκη ενός σπαθιού. Η κοπέλα είχε ψηλή, γεροδεμένη κορμοστασιά και ηλιοκαμένο δέρμα. Στο όμορφο πρόσωπό της, που το στόλιζαν δυο μακριές καστανές κοτσίδες, ζωγραφιζόταν ένα κράμα παιδικής αφέλειας και σκληρότητας, ενώ τα μεγάλα γκρίζα μάτια της είχαν το ίδιο παγωμένο βλέμμα με τα μάτια του Εμανέζ.

Circassian Female Warrior drawing in pen
__________________

Ο Εμανέζ την είχε αρπάξει από τους Νάρτες όταν ήταν ακόμα οκτώ χρόνων παιδούλα και στα δέκα χρόνια που την είχε κοντά του της είχε διδάξει την πολεμική τέχνη. Ήταν τόσο επιδέξια στη μάχη ώστε ο γίγαντας της είχε αναθέσει τη φύλαξη του κάστρου του, επειδή ο ίδιος έλειπε συχνά σε επιδρομές για μεγάλα χρονικά διαστήματα.[.....]

«Χαρούμενο σε βλέπω απόψε!» του είπε η Ράντα-Μα.

«Ναι, έχω ευχάριστα νέα» απάντησε εκείνος. Σύρθηκε κοντά της και κουλουριάστηκε πάνω στην ουρά του.

«Σε λίγο καιρό θα έχουμε τους θαυμαστούς σπόρους του Τσεγαλέζ» συνέχισε. «Η Μάνα μού έστειλε τα μηνύματά της» 

«Και πότε θα πας να πάρεις τους σπόρους;»

«Θ’ αφήσω να περάσουν λίγες εβδομάδες, μέχρι που να βαρεθούν οι φύλακες και να χαλαρώσει η προσοχή τους».

Ξαφνικά μια σκέψη ηλέκτρισε τη Ράντα-Μα και την έκανε να ενδιαφερθεί περισσότερο για το θέμα. Κοίταξε τον Εμανέζ με υποψία.

«Αναρωτιέμαι τι σ’ ενδιαφέρει περισσότερο; Να πάρεις τους θαυματουργούς σπόρους ή να κάνεις τους Νάρτες να δυστυχήσουν;»

«Μα... και τα δύο, φυσικά! Το πρώτο θα φέρει το δεύτερο και το δεύτερο θα μου φέρει πλούτη!»

«Μα, Εμανέζ», είπε σκεπτική η κοπέλα, «τα πλούτη της φύσης ανήκουν σε όλους. Γι’ αυτό ο Τσεγαλέζ τα έδινε πάντα χωρίς άλλο αντάλλαγμα εκτός από τον σεβασμό και τις θυσίες που έκαναν προς τιμήν του οι άνθρωποι».

«Αυτός είναι ο τρόπος ενός καλού θεούλη» απάντησε ο Εμανέζ, γελώντας κοροϊδευτικά. «Εγώ ούτε θεούλης είμαι ούτε καλός! Σκοπεύω να βάλω στο χέρι τους Νάρτες σου έχοντας στην κατοχή μου την τροφή τους
».


Jean-François Millet - Le Semeur, 1865-66
_____________


«Καιρός του σπείρειν...»

Ο Εμανέζ ξύπνησε πριν τα χαράματα, στο πρώτο λάλημα του πετεινού. Κάθε που ξημέρωνε, μετά από μια ξάστερη νύχτα, τα μικρά κρύσταλλα της πάχνης στόλιζαν μεγαλόπρεπα ακόμα και το πιο λεπτό χορταράκι, και το χώμα σκεπαζόταν από λεπτό στρώμα πάγου που το έκανε ακατάλληλο για σπορά. Όσο κι αν είχε παρακαλέσει τη Μάνα του, εκείνη δεν είχε καταφέρει να αλλάξει την κατάσταση. Δεν ήταν στο χέρι της. Αν ο Θεός τ’ Ουρανού δεν τραβούσε από πάνω της το κρυσταλλωμένο κάλυμμα, εκείνη δεν μπορούσε να βλαστήσει, γιατί κάθε φυντάνι που θα τολμούσε να ξεπροβάλει από τα σπλάχνα της θα καιγόταν από την παγωνιά.

Ανασηκώθηκε και κοίταξε από τον φεγγίτη. Τα κλαδιά των θάμνων αναδεύονταν από ένα ελαφρό αεράκι που φυσούσε για πρώτη φορά από τότε που είχε πέσει η παγωνιά. Στον ουρανό έτρεχαν μικρά αραιά σύννεφα κι ο Εμανέζ χαμογέλασε. Δεν υπήρχε πια πάχνη!

Όταν έφτασε στα χωράφια, κρέμασε το σακούλι στο συνηθισμένο δέντρο, όπου έδεσε και τ’ άλογό του, έζεψε τα βόδια στο αλέτρι που είχε αφήσει σ’ ένα καλύβι κοντά στα χωράφια, κι άρχισε το όργωμα χαρούμενος που θα συνέχιζε τη δουλειά του. Έκανε τις αυλακιές του βαθιές, κραδαίνοντας κάθε τόσο τη βουκέντρα του και παρακινώντας τα βόδια με δυνατές φωνές. Έτσι, δεν άκουσε τον καβαλάρη που ξεπρόβαλε από τους θάμνους και πλησίασε το δέντρο. Τον είδε από μακριά όταν πήρε τη στροφή για την επόμενη αυλακιά, στην άκρη του χωραφιού. Αυτή τη φορά ο κλέφτης δεν έδειχνε να βιάζεται. Ξεκρέμασε το σακούλι με την άνεσή του, το κούνησε επιδεικτικά μπροστά του κι έφυγε.

Ο Εμανέζ παράτησε βόδια κι αλέτρι κι άρχισε να σέρνεται πάνω στο χώμα, μαζεύοντας και τεντώνοντας τους μύες της ουράς του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν έφτασε ξέπνοος στο δέντρο όπου τον περίμενε ο Μαύρος του, είδε κάτω από το οροπέδιο τον Σοσλάν να φεύγει από την αυλή του κάστρου έχοντας πάρει όχι μόνο τους σπόρους αλλά και τη Ράντα-Μα.

«Πίσω τους αμέσως» φώναξε στον Μαύρο καβαλικεύοντας.




«Η δύναμή του βρισκόταν στο κορίτσι με τα ψυχρά γκρίζα μάτια»

Ο Μαύρος κατέβηκε επιδέξια το κακοτράχαλο μονοπάτι που κατέβαζε στο κάστρο, και τους πήρε το κατόπι. Γίγαντας κι άλογο κατάλαβαν γρήγορα πως, αυτή τη φορά, το άλογο που ίππευε ο Σοσλάν ήταν διαφορετικό. Άγρια λύσσα τύλιξε τον Εμανέζ. Τον είχε προδώσει! Η σκύλα με τα αθώα μάτια! Χτύπησε δυνατά τον Μαύρο με το καμτσίκι του. Αν κατάφερναν να του ξεφύγουν, θα είχε νικηθεί για πρώτη φορά στη ζωή του. Το καμτσίκι κατέβηκε άπονα στα καπούλια του αλόγου. Θα γινόταν περίγελος του κόσμου. Κανείς γενναίος δεν θα τον φοβόταν πια. Κι άλλο χτύπημα. Θα ήταν φόβητρο μόνο για τους δειλούς και τα παιδιά. Χτύπημα. Και, το χειρότερο, θα ’μενε μόνος! Το χέρι με το μαστίγιο ανεβοκατέβαζε ασυγκράτητα.

«Τρέχα» μούγκρισε. «Τρέχα κι άλλο, π’ ανάθεμά σε».

Το άλογο κάλπαζε με όλη του τη δύναμη. Ιδρώτας κι αίμα έσταζαν από το κορμί του. Μα δεν κατάφερνε να φτάσει τον Άνεμο. Σκοτείνιασε ο κόσμος στα μάτια του Εμανέζ. Όλα γύρω του μαύρισαν και μόνο το λευκό μαντήλι της Ράντα- Μα που ανέμιζε έβλεπε μπροστά του, σε μικρή απόσταση, μα δεν μπορούσε να το φτάσει. Δεν τον ένοιαζε αν θα έσκαγε το άλογο από τον ξέφρενο καλπασμό. Η δύναμή του, η ζωή του δεν βρισκόταν πια σ’ αυτό αλλά στο κορίτσι με τα σκούρα καστανά μαλλιά και τα ψυχρά γκρίζα μάτια, που έφευγε λίγες δρασκελιές μπροστά του, δρασκελιές που δεν μπορούσε να καλύψει για να το φτάσει, να το κρατήσει πίσω, κοντά του. 


Agniya's Daughter, Legend of the Scythians. 
Illustrator Hamid Savkuev
______________


«Το δεύτερο έμπιστό του πλάσμα που τον πρόδινε»


Μες στην παραζάλη του άκουσε τον Μαύρο να φωνάζει: «Αδερφέ, λυπήσου με! Αυτός με σκοτώνει! Άσε με να σε φτάσω!»

«Τι τον κρατάς στη ράχη σου;» ρώτησε ο Άνεμος. «Πέταξέ τον κάτω!»

Στην επόμενη καμτσικιά ο Μαύρος σταμάτησε απότομα τον καλπασμό του, ανασηκώθηκε στα πίσω πόδια του κι έπειτα στα μπροστινά κι ύστερα πάλι στα πίσω. Ο Εμανέζ, χάνοντας την ισορροπία του, προσπάθησε να κρατηθεί από τον λαιμό του αλόγου και να τυλίξει την ουρά του γύρω από το σώμα του, περνώντας την κάτω από την κοιλιά του. Μα το άλογο στριφογύριζε και τιναζόταν συνέχεια, μέχρι που εκείνος γλίστρησε και το ανθρώπινο κομμάτι του κορμιού του έπεσε καταγής με γδούπο. 

Η πτώση περισσότερο τον ξάφνιασε παρά τον πόνεσε. Ο Μαύρος ήταν το δεύτερο έμπιστό του πλάσμα που τον πρόδινε. Ωστόσο, κρατούσε την άκρη της ουράς του τυλιγμένη πεισματικά γύρω από το σώμα τού Μαύρου, σφίγγοντάς τον για να τον ακινητοποιήσει. Δε θα τον άφηνε να του φύγει κι αυτός! Ανασήκωσε το κεφάλι του για να του μιλήσει, να τον συνεφέρει. Πρόλαβε να δει τις οπλές των μπροστινών ποδιών πριν να πέσουν πάνω στο κεφάλι του βαριά, από τη μανία του έντρομου αλόγου.


Agniya's Daughter, Legend of the Scythians. 
 Illustrator Hamid Savkuev
____________



«Νάρτης» σημαίνει ήρωας

«Στο άγριο βουνό των Ναρτών κανείς δεν επιβίωνε μόνος του»

Όπως σε όλο τον κόσμο, έτσι και στον Καύκασο, οι μύθοι και οι θρύλοι οι σχετικοί με τα κατορθώματα των ηρώων και των ηρωΐδων διατηρήθηκαν στη μνήμη των λαών από τις προφορικές ανιστορήσεις των λαϊκών βάρδων.

Σήμερα οι λαοί που ζουν σ' αυτή την περιοχή, Οσσέτοι, Κιρκάσσιοι, Τσετσένοι, Αβασγοί, έχουν κοινή κληρονομιά τις σάγκες και τις μπαλάντες που υμνούν τους Νάρτες, ένα μυθικό λαό που θεωρείται απεικόνιση των Σκυθών.

Η λέξη «Νάρτης» προέρχεται από την πρωτο-ιρανική ρίζα nar που σημαίνει ήρωας.

Το διήγημα «Οι σπόροι του Κεχριού» βασίζεται σε μια σάγκα των Αβασγών.

[από τηνεισαγωγή του βιβλίου]

Άννα Αλιφραγκή, Οι σπόροι του κεχριού, Το έπος των Ναρτών, εκδόσεις Εκάτη


Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

«Ο Μάλμπερρυ Σέλλερς μάς στέλνει φιλιά από το σύμπαν», Μαρκ Τουέιν, Ο Αμερικανός Κόμης


Ποιος είναι ο Αμερικανός κόμης; 

Ποιος είναι, λοιπόν, ο Αμερικανός κόμης του μυθιστορήματος; Ο Μάλμπερρυ Σέλλερς κατοικεί «στον κόσμο του». Αποκαλεί «έπαυλη» το ετοιμόρροπο σπίτι του στις παρυφές της Ουάσινγκτον, δηλώνει «Συνταγματάρχης, Νομικός Πράκτωρ», εργάζεται ως «μέντιουμ, υπνωτιστής, πνευματικός θεραπευτής» και άλλα τέτοια, είναι άνθρωπος γενναιόδωρος αλλά «αποτυχημένος, που όμως όλοι τον συμπαθούν λες και είναι η πιο λαμπρή περίπτωση επιτυχίας», σύμφωνα με την περιγραφή της γυναίκας του, ένας αλλοπαρμένος εφευρέτης που το μεγάλο του σχέδιο είναι κάτι που προοικονομεί τους κλώνους μέσω DNA του 20ού αιώνα: «η συμπύκνωση πνευμάτων», χάρη στην οποία θα καταφέρει να επαναφέρει στη ζωή νεκρούς από κάθε αιώνα της ανθρώπινης ιστορίας και θα πιάσει έτσι την καλή καθώς σκοπεύει να διαθέσει τα παλικάρια του, τους νεκρούς που θα έχει επαναφέρει στη ζωή, στην κυβέρνηση προκειμένου να εργαστούν στην αστυνομία, στον στρατό και σε άλλες ευαίσθητες θέσεις με τα μισά λεφτά και χωρίς κόστος διαβίωσης (οι νεκροί δεν πεινάνε), χωρίς κίνδυνο διαφθοράς (οι νεκροί δε λαδώνονται) ή απώλειας (οι νεκροί δεν πεθαίνουν). 

Καθώς, όμως, δεν τον ενδιαφέρει μόνο το κέρδος αλλά έχει και όραμα, θα ξεθάψει επίσης τους έμπειρους πολιτικούς όλων των εποχών και με τους νεκρούς του θα προσφέρει στη χώρα ένα, επιτέλους, ικανό Κογκρέσο αντικαθιστώντας τους «πρακτικώς νεκρούς ανθρώπους» που το συγκροτούν κτλ. 


Η εμμονή ωστόσο του οραματιστή Σέλλερς είναι να αγοράσει από τον Τσάρο τη Σιβηρία και να εγκαθιδρύσει την καλύτερη δημοκρατία του κόσμου (με πόλεις όπως το «Ελευθεριορλοφσκοϊζαλίνσκι και το «Λευτερολοβναϊβάνοβιτς»), δεδομένουν ότι εκεί ζει εξόριστο το καλύτερο ανθρώπινο δυνα μικό του πλανήτη, εκεί είναι απαράμιλλα «ο ανδρισμός, τα κότσια, ο αληθινός ηρωισμός, ο αλτρουισμός, η αφοσίωση σε υψηλά και ευγενή ιδανικά, η λατρεία της ελευθερίας, η εκπαίδευση και τα καλά μυαλά» («τα δεσποτικά καθεστώτα δεν έχουν τίποτε ανάγκη εκτός από ανθρώπινα πρόβατα» αποφαίνεται). 

Ο συνταγματάρχης Σέλλερς, από μια κέντα της τύχης, θα βρεθεί κληρονόμος του Αμερικανού που υποστηρίζει ότι είναι ο νόμιμος κόμης του Ρόσμορ και ζητά να επικυρωθεί η νόμιμη διεκδίκησή του από τη Βουλή των Λόρδων. Οπότε, ο συνταγματάρχης γίνεται αίφνης λόρδος και απαιτεί έτσι να τον προσφωνούν, αποκαλεί τη σύζυγό του και την κόρη του λαίδη και μετονομάζει με φυσικότητα την άθλια κατοικία του σε «Πύργο Ρόσμορ». Παρά ταύτα, αν και αριστοκράτης πλέον, δεν εγκαταλείπει τις προσπάθειές του να γίνει πλούσιος χάρη στις δικές του προσπάθειες και στην προσωπική του δουλειά, όπως επιτάσσει η αμερικανική δημοκρατία.



"He was constructing what seemed to be some kind of frail mechanical toy" 
Illustration to 1896 edition of "The American Claimant" by Mark Twain.
________________

Ο στρατηγός Σέλλερς έχει στοιχεία του ίδιου του Τουέιν...

Ο
στρατηγός Μάλμπερρυ Σέλλερς θεωρείται πως στηρίζεται στον εκκεντρικό Τζέιμς Λάμπτον, ξάδελφο της μητέρας του Τουέιν, μα και στον μακρινό του ξάδελφο Τζέσσι Μ. Λέδερς, ο οποίος επί χρόνια γινόταν φορτικός στον Τουέιν επιχειρώντας να τον πείσει να ψάξει το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας και να τον βοηθήσει να διεκδικήσουν τη βρετανική κομητεία του Ντάραμ, που εκείνος πίστευε πως τους ανήκε. 

Επίσης, όμως, ο στρατηγός Σέλλερς έχει στοιχεία του ίδιου του Τουέιν, όχι μόνο επειδή ο ήρωας βρίσκεται στην ίδια οικονομική δυσχέρεια με τον συγγραφέα του, αλλά και επειδή ο Τουέιν είχε επίσης πάθος με την τεχνολογία - «γκατζετάκια» θα τον λέγαμε σήμερα - και διαρκώς επένδυε σε καινούριες εφερεύσεις.

Ο Αμερικανός κόμης, σύμφωνα με καταχώριση στο ημερολόγιο του Τουέιν στις 2 Μαΐου 1891, ολοκληρώθηκε σε 71 ημέρες, ταχύτητα που ίσως δίνει το μέτρο της οικονομικής ανάγκης η οποία οφειλόταν εν μέρει στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η εκδοτική επιχείρηση του συγγραφέα, αλλά και στην υψηλού κόστους ζωή της οικογένειάς του.

Στις οικονομικές δυσκολίες αυτές είχε προστεθεί, το 1890 (τρία χρόνια προτού χρεοκοπήσει), η πανάκριβη επένδυση του Τουέιν σε μια νέα εφεύρεση, μια τυπογραφική μηχανή στοιχειοθεσίας, η οποία δε λειτούργησε ποτέ σωστά και σύντομα ξεπεράστηκε από την λινοτυπική. 

Ο Μαρκ Τουέιν έχει χαρακτηριστεί ως ο Αμερικανός 'Ομηρος, ο Αμερικανός Θερβάντες, ο Σαίξπηρ της Αμερικής. Βαθύς γνώστης της ανθρώπινης φύσης και των αντιφάσεών της, διεισδυτικός παρατηρητής του ανθρώπινου μεγαλείου και της, ταυτόχρονης, μικρότητας, ο Τουέιν αντιλαμβάνεται πως ο κάθε άνθρωπος, για να καταφέρει να ζήσει, χρειάζεται πρωτίστως αυτοσεβασμό και αποδοχή του εαυτού του.

Στον Αμερικανό κόμη του, ο Μαρκ Τουέιν εγείρει ερωτήματα σχετικά με το πρόβλημα της ταυτότητας σε μια βιομηχανική κοινωνία. Χαρτογραφεί με αυτοσαρκαστική κατανόηση την ανθρώπινη ηθική, που μεταβάλλεται ανάλογα με το προσωπικό συμφέρον καθενός, συνωμοτικά υπογραμμίζει πως όλοι έχουμε τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό μας, μεγάλα όνειρα και παταγώδεις αποτυχίες, αστεία ελαττώματα και τραγικές αδυναμίες. Και εντέλει, ως άλλος Μάλμπερρυ Σέλλερς, «μας στέλνει φιλιά από το σύμπαν
».

Ελένη Κεχαγιόγλου, Επίμετρο, Μαρκ Τουέιν, Ο Αμερικανός κόμης, εκδόσεις Πατάκη


«...αποτυχημένος στα μάτια του κόσμου - όχι στα δικά μου»

«Πάντα ο ίδιος, όλο σχέδια, γενναιόδωρος, μεγάλη καρδιά, αλλοπαρμένος, όλο ελπίδες, ένας ασήμαντος, ένας αποτυχημένος, που όμως όλοι τον συμπαθούν λες και είναι η πιο λαμπρή περίπτωση επιτυχίας».

«Έτσι γινόταν από παλιά. Και ήταν φυσικό, αφού πάντα σε σκλάβωνε με την προθυμία του, κι είχε πάντα κάτι που σε έκανε να νιώθεις άνετα να του ζητήσεις βοήθεια ή χάρη - δεν τον ντρεπόσουν, ούτε ένιωθες αυτό το “μακάρι να μην είχα την ανάγκη σου” που νιώθεις με άλλους ανθρώπους».

«Έτσι ακριβώς είναι ακόμα - και είναι να απορεί κανείς, γιατί πολλές φορές τον έχουν αντιμετωπίσει άθλια άνθρωποι που τον χρησιμοποίησαν για να αναρριχηθούν στα ψηλά και μετά, όταν δεν τον είχαν πια ανάγκη, του δώσανε μια κλοτσιά να πάει κάτω. Το βλέπεις πως για ένα διάστημα νιώθει πληγωμένος, πως έχει στραπατσαριστεί η περηφάνια του, γιατί όλο αποφεύγει να μιλήσει γι’ αυτή την ιστορία -οπότε κι εγώ παλιά πίστευα πως όλο και κάτι θα έχει μάθει και την επόμενη φορά θα είναι πιο προσεκτικός- αλλά σιγά! Σε κάνα δυο βδομάδες τα έχει ξεχάσει όλα και πάλι μπορεί ο κάθε εγωιστής αλήτης από το πουθενά να έρθει να του κλαφτεί και να του κάνει την καρδιά χαλί για τα παπούτσια».

«Θα πρέπει να δοκιμάζεται πολύ η υπομονή σας μερικές φορές».

«Α, μπα, έχω συνηθίσει πια - και προτιμώ να τον έχω έτσι παρά να είναι αλλιώςΌταν τον λέω αποτυχημένο, εννοώ πως είναι αποτυχημένος στα μάτια του κόσμου - όχι στα δικά μου. Δεν ξέρω αν θα τον ήθελα διαφορετικό, ή τέλος πάντων, πολύ διαφορετικό. Καμιά φορά αναγκάζομαι να τον μαλώνω, ακόμα και να του γαβγίζω, μπορείς να πεις, αλλά μου φαίνεται πως το ίδιο θα έκανα και διαφορετικός να ήταν - έτσι είμαι φτιαγμένη, βλέπεις. Αλλά γαβγίζω πολύ πιο λίγο και είμαι πιο ευχαριστημένη όταν τα κάνει θάλασσα παρά όταν δεν τα κάνει».

« Άρα, δεν τα κάνει πάντα θάλασσα» είπε πιο χαρούμενος τώρα ο Χόκινς.

«Αν τα κάνει; Σε καλό σου, όχι. Πότε πότε, πιάνει την καλή, όπως λέει. Και τότε είναι η ώρα μου ν’ αρχίσω την γκρίνια και τη μουρμούρα. Γιατί τότε τα λεφτά φεύγουν σαν νερό - όποιος έρχεται πρώτος πληρώνεται και πρώτος. Αμέσως μαζεύει στο σπίτι ανάπηρους και χαζούς και αδέσποτες γάτες και κάθε λογής ερείπια που κανένας άλλος δεν τα θέλει αλλά τα θέλει εκείνος, και μετά, όταν ξαναγυρίσει η φτώχεια, αναγκάζομαι τους περισσότερους να τους διώξω αλλιώς θα πεθάνουμε από την πείνα· αυτό τον στενοχωρεί. Κι εμένα, δηλαδή. 


Illustration to 1896 edition of "The American Claimant" by Mark Twain.
__________________


“Κι αν δεν έχει ο Θεός, θα έχω εγώ”

Να, ο γερο-Ντάνι’λ κι η Τζίννυ, που τους πούλησε στον Νότο ο σερίφης μια από τις φορές που είχαμε χρεοκοπήσει, πριν τον πόλεμο - μόλις έγινε ειρήνη, γύρισαν πίσω και οι δύο, ταλαίπωροι και εξαντλημένοι απ’ τη δουλειά στις βαμβακοφυτείες, ανήμποροι, κι ούτε στάλα δύναμη πια μέσα στο γέρικο πετσί τους για το υπόλοιπο του ταξιδιού τους επί γης - κι εμείς ταπί, τόσο ταπί που μαζεύαμε και τα ψίχουλα για να μείνουμε ζωντανοί, αλλά εκείνος άνοιξε την πόρτα διάπλατα, κι αν τον έβλεπες πώς τους δέχτηκε, θα νόμιζες πως είχαν ακούσει τις προσευχές μας και ήρθαν κατευθείαν από τα ουράνια. Τον πήρα, λοιπόν, παράμερα και του είπα, "Μάλμπερρυ, δεν μπορούμε να τους κρατήσουμε - δεν έχουμε να περάσουμε ούτε εμείς οι ίδιοι - δεν έχουμε να τους ταΐζουμε”. 

Εκείνος με κοίταξε σαν πληγωμένος και είπε, "Δηλαδή, να τους διώξουμε; - ενώ ήρθαν σε μένα με τόση πίστη και εμπιστοσύνη σαν να πήγαιναν στον... στον... αχ, Πόλλυ, κάποια στιγμή προφανώς θα την είχα αγοράσει όλη αυτή την εμπιστοσύνη, ή θα την είχα νοικιάσει, κατά κάποιον τρόπο - τέτοια πράγματα δεν τα αποκτάς τζάμπα - οπότε πώς μπορώ τώρα να αρνηθώ το χρέος μου; Και τους βλέπεις, είναι τόσο φτωχοί και γέροι και μόνοι και...

Εγώ όμως είχα ήδη ντραπεί, οπότε τον σταμάτησα και σαν να ανανεώθηκε το θάρρος μέσα μου, κι έτσι του είπα μαλακά: “Θα τους κρατήσουμε - κι έχει ο Θεός”. Χάρηκε τότε εκείνος, κι άρχισε πάλι να βγάζει έναν από τους συνήθεις λόγους του που ξεχειλίζουν αυτοπεποίθηση, αλλά σε λίγο συγκρατήθηκε και είπε ταπεινά:

“Κι αν δεν έχει ο Θεός, θα έχω εγώ”. Όλα αυτά, πολλά χρόνια πίσω. Ε, κι όπως βλέπεις, τα γερο-σαράβαλα ακόμα εδώ είναι».

«Μα δεν κάνουν τις δουλειές του σπιτιού;»

«Σιγά! Άκου εκεί! Και βέβαια θα τις έκαναν, αν μπορούσαν, οι κακόμοιροι, μπορεί μάλιστα να νομίζουν πως κάνουν και μερικές. Αλλά αυτό είναι μόνο στο μυαλό τους. Ο Ντά- νι’λ κάθεται και περιμένει στην εξώπορτα, καμιά φορά πάει και για τίποτα θελήματα έξω- και καμιά φορά πάλι βλέπεις τον έναν από τους δυο ή και τους δυο να κάνουν πως ξεσκονίζουν λίγο εδώ μέσα - αλλά αυτό, μόνο όταν λέμε κάτι που θέλουν ν’ ακούσουν και να χώσουν κι εκείνοι τη μύτη τους. Και για κάποιο λόγο, όταν είναι η ώρα του φαγητού είναι πάντα εκεί. Στην πραγματικότητα, όμως, είμαστε αναγκασμένοι να έχουμε μια νέγρα κοπελίτσα για να τους φροντίζει και μια νέγρα γυναίκα να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να βοηθάει τη μικρή στη φροντίδα τους».

«Ε, πάντως φαντάζομαι πως θα πρέπει να είναι επαρκώς ευτυχείς».

«Δε θα το ’λεγα. Τσακώνονται μεταξύ τους σχεδόν όλη την ώρα - τις πιο πολλές φορές για τη θρησκεία, γιατί ο Ντάνι΄λ είναι βαπτιστής, από εκείνους τους λουθηρανούς, και η Τζίννυ είναι φωνακλού μεθοδίστρια και πιστεύει στην ιδιαίτερη Πρόνοια, ενώ ο Ντάνι’ λ όχι, γιατί αυτός νομίζει πως είναι ελεύθερο πνεύμα ή κάτι τέτοιο - κι όλο παίζουν και τραγουδάνε μαζί τραγούδια της φυτείας και μιλάνε και κουτσομπολεύουνε ασταμάτητα και αγαπιούνται πραγματικά και τον Μάλμπερρυ τον έχουν πολύ ψηλά, κι αυτός κάνει υπομονή μαζί τους και ανέχεται την κακομαθησιά και τις χαζομάρες τους, κι έτσι - ε, τώρα που το σκέφτομαι, είναι μια χαρά ευτυχείς. Αλλά δε με πειράζει. Έχω συνηθίσει. Αν έχω στο πλευρό μου τον Μάλμπερρυ, μπορώ να συνηθίσω οτιδήποτε- και η αλήθεια είναι πως δε με πολυνοιάζει τι συμβαίνει, αρκεί να τον έχω».

« Ε, τότε, στην υγειά του, και μακάρι να ξαναπιάσει σύντομα την καλή».

«Και να μαζέψει πάλι όλους τους κουτσούς και τους στραβούς και να κάνει το σπίτι πάλι νοσοκομείο; Γιατί αυτό θα κάνει. Το ’χω δει και το ’χω ξαναδεί, ούτε φαντάζεσαι πόσες φορές. ,Οχι, Ουάσινγκτον, εγώ θέλω οι καλές που θα πιάνει από δω και μπρος να είναι μετρίως καλές, πολύ μετρίως».

« Ε, τότε, όπως και να ’ναι η καλή, ή ακόμα κι αν δεν είναι καθόλου, εύχομαι να μην του λείψουν ποτέ οι φίλοι - που δε νομίζω πως θα του λείψουν, όσοι υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνουν πόσο -»

«Οι φίλοι, να του λείψουν, αυτουνού!» είπε και έγειρε λίγο το κεφάλι με μια έκφραση ολοφάνερης περηφάνιας. «Βρες μου εσύ, Ουάσινγκτον, έστω κι έναν άνθρωπο που να μην τον συμπαθεί. Μην το πεις παραέξω, αλλά περνάω τον διάολό μου για να τους εμποδίζω κάθε φορά να του αναθέτουν πότε το ένα αξίωμα και πότε το άλλο. Και το ξέρουν πολύ καλά πως δεν έχει καμιά δουλειά να αναλαμβάνει αξιώματα, αλλά δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να δυσκολεύεται πιο πολύ απ' αυτόν να πει όχι. Ο Μάλμπερρυ Σέλλερς με επίσημο αξίωμα! Θεέ και Κύριε, φαντάζεσαι τι θα γινόταν. Από τα πέρατα της γης θα ερχόντουσαν για να δουν αυτό το τσίρκο. Καλύτερα να ’μουνα παντρεμένη με τους Καταρράκτες του Νιαγάρα». 


Illustration to 1896 edition of "The American Claimant" by Mark Twain.
______________


«Θα αγοράσω τη Σιβηρία και θα στήσω μια δημοκρατία»

Έχεις προσέξει πόσα φυλλάδια και βιβλία έχω σχετικά με τη Ρωσία;»

«Ναι, νομίζω πως ο καθένας θα το πρόσεχε αυτό - εφόσον δεν είναι νεκρός, δηλαδή».

«Ε, λοιπόν, προσπαθώ να ενημερώνομαι εδώ και κάμποσο καιρό. Είναι ένα έθνος σπουδαίο, υπέροχο, που του αξίζει να απελευθερωθεί». Σταμάτησε για λίγο, κι έπειτα πρόσθεσε, με το φυσικότερο ύφος του κόσμου: «Κι όταν αποκτήσω τα χρήματα, θα το απελευθερώσω».

«Χριστός κι Απόστολος!»

«Καλά, γιατί τρόμαξες έτσι;»

«Μπα σε καλό σου, όταν ετοιμάζεσαι να μπουμπουνίσεις κανένα σχόλιο που τον άλλο μπορεί να τον στείλει στην ταράτσα από την έκπληξη, φρόντιζε να έχεις και λίγη έκφραση στο πρόσωπό σου, έναν παραπάνω τονισμό, λίγη ένταση στη φωνή σου για να είναι ο άλλος άνθρωπος προετοιμασμένος. Δεν μπορείς να σκας τέτοια γιγαντιαία πράγματα με τόσο άχρωμη φωνή. Ταράζεται ο άλλος. Καλώς, συνέχισε τώρα, είμαι εντάξει. Πες μου τα πάντα. Ξεχειλίζω από ενδιαφέρον - και από συμπάθεια, επίσης».

«Λοιπόν, έκανα μια κατόπτευση και κατέληξα ότι οι μέθοδοι των Ρώσων πατριωτών καλές είναι, αν λάβεις υπόψη πόσο πολλά εμπόδια έχουν να ξεπεράσουν τα παλικάρια, δεν είναι όμως οι καλύτερες. Ή, τουλάχιστον, οι ταχύτερες. Προσπαθούν να φέρουν την επανάσταση στη Ρωσία από τα μέσα· αυτό πάει πολύ αργά και υπάρχει διαρκώς ο κίνδυνος να διακοπεί η διαδικασία· έχει, επίσης, άπειρους κινδύνους για τους εργάτες. Ξέρεις πώς ξεκίνησε ο Μέγας Πέτρος τον στρατό του; Δεν τον ξεκίνησε στα εδάφη της οικογένειας, κάτω από τη μύτη των στρέλτσι· όχι, τον ξεκίνησε πέρα μακριά, κρυφά - ένα σύνταγμα μόνο στην αρχή, και απ’ αυτό πήγε παραπέρα. Και πριν προλάβουν να καταλάβουν τίποτα οι στρέλτσι, το σύνταγμα είχε γίνει στρατιά, οι ίδιοι είχαν βρεθεί από κάτω και έπρεπε άρα να τελειώνουν. Αυτή η τόση δα ιδέα δημιούργησε το μεγαλύτερο και χειρότερο δεσποτικό καθεστώς που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Η ίδια ιδέα μπορεί να το διαλύσει κιόλας. Και θα το αποδείξω. Θα πάω σε μια ακρούλα και θα αρχίσω να εξελίσσω το σχέδιό μου όπως ακριβώς έκανε κι ο Πέτρος».

«Εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό, Ρόσμορ. Και τι ακριβώς θα κάνεις;»

«Θα αγοράσω τη Σιβηρία και θα στήσω μια δημοκρατία».

«Άντε πάλι - πάλι το μπουμπούνισες χωρίς να προειδοποιήσεις! Θα την αγοράσεις;»

«Ναι, μόλις έχω τα χρήματα. Δε μ’ ενδιαφέρει η τιμή, εγώ θα την πάρω. Θα μπορώ να την αγοράσω και θα την αγοράσω. Τώρα, σκέψου το εξής - κάτι που σου εγγυώμαι πως δεν το έχεις σκεφτεί ποτέ σου. Ποιος είναι ο τόπος όπου ο ανδρισμός, τα κότσια, ο αληθινός ηρωισμός, ο αλτρουισμός, η αφοσίωση σε υψηλά και ευγενή ιδανικά, η λατρεία της ελευθερίας, η εκπαίδευση και τα καλά μυαλά είναι είκοσι πέντε τοις εκατό περισσότερα από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη επικράτεια του κόσμου;»

«Η Σιβηρία!»

«Σωστά».

«Πράγματι· είναι όντως έτσι, αλλά δεν το είχα σκεφτεί ποτέ μου».

«Κανείς ποτέ δεν το σκέφτεται. Αλλά ναι, είναι έτσι. Σ’ εκείνα τα ορυχεία και σ’ εκείνες τις φυλακές είναι συγκεντρωμένοι οι πιο εξαιρετικοί και ευγενείς και ικανοί άνθρωποι που κατάφερε ποτέ να πλάσει ο Θεός. Τώρα, αν είχες έναν τέτοιο πληθυσμό να πουλήσεις, θα τον πουλούσες ποτέ σε δεσποτικό καθεστώς; Όχι, το δεσποτικό καθεστώς δεν τον έχει καθόλου ανάγκη. Θα έχανες τα λεφτά σου. Τα δεσποτικά καθεστώτα δεν έχουν τίποτε ανάγκη εκτός από ανθρώπινα πρόβατα. Αν όμως ήθελες να ξεκινήσεις μια δημοκρατία;»

«Ναι, κατάλαβα. Είναι το τέλειο υλικό γι’ αυτή τη δουλειά».

«Ε, ναι, νομίζω πως είναι! Έχεις, λοιπόν, εκεί τη Σιβηρία, με το καλύτερο και εκλεκτότερο υλικό στον πλανήτη για μια δημοκρατία, το οποίο όλο και πληθαίνει, όλο και πληθαίνει - καταλαβαίνεις! Κάθε μέρα, κάθε βδομάδα, κάθε μήνα επανδρώνεται σύμφωνα με το πιο τέλεια σχεδιασμένο σύστημα που επινοήθηκε ποτέ. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, τα εκατοντάδες εκατομμύρια των Ρώσων κοσκινίζονται και ξανακοσκινίζονται συνέχεια, με υπομονή, από μυριάδες εκπαιδευμένους ειδικούς, από κατασκόπους εντεταλμένους από τον αυτοκράτορα προσωπικά· και όποιον πετύχουν, άντρα, γυναίκα ή παιδί με μυαλό, με παιδεία ή με χαρακτήρα, τον στέλνουν κατευθείαν στη Σιβηρία. Είναι αξιοθαύμαστο, είναι υπέροχο. Είναι τόσο αποτελεσματικό, που κρατά το γενικό πνευματικό και εκπαιδευτικό επίπεδο της Ρωσίας στο επίπεδο του Τσάρου».

«Έλα τώρα, αυτό ακούγεται υπερβολικό».

«Καλά, έτσι λένε αυτοί. Αλλά κι εγώ νομίζω πως είναι ψέμα. Και εν πάση περιπτώσει, δε μου φαίνεται σωστό να λοιδορείται κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα ολόκληρο έθνος. Αλλά, τέλος πάντων, καταλαβαίνεις τι υλικό υπάρχει εκεί στη Σιβηρία για μια δημοκρατία».

Έκανε μια παύση, και το στήθος του φούσκωσε και τα μάτια του έτσουξαν από τη συγκίνηση. Έπειτα, τα λόγια άρχισαν να ρέουν με όλο και περισσότερη ενέργεια και φλόγα, και σηκώθηκε όρθιος σαν να ήθελε να τους χαρίσει μεγαλύτερη ελευθερία. 


«Τη στιγμή που θα οργανώσω αυτή τη δημοκρατία, το φως της ελευθερίας, της ευφυΐας, της δικαιοσύνης, της ανθρωπιάς που θα αναβλύζει, που θα ξεχειλίζει, που θα εκτοξεύεται σαν φλόγα από εκεί θα συγκεντρώσει επάνω του τα βλέμματα ολόκληρου του κατάπληκτου κόσμου, σαν το θαύμα ενός καινούριου ήλιου· τα αμέτρητα πλήθη σκλάβων της Ρωσίας θα σηκωθούν και θα προελάσουν ανατολικά, με το μέγα φως να μεταμορφώνει τα πρόσωπα στην πορεία, ενώ πίσω τους, πέρα μακριά, θα βλέπεις - τι; Έναν κενό θρόνο σε μιαν έρημη χώρα! Μπορεί να γίνει και, μα τον Θεό, θα το κάνω!»


Illustration to 1896 edition of "The American Claimant" by Mark Twain.
__________________


«...Θα παρέχω, δηλαδή, κλίμα κατά παραγγελία....»

[....] Η αλήθεια, αγαπητέ μου Χόκινς, είναι ότι τώρα δα γεννήθηκε στο μυαλό μου μια συγκλονιστική ιδέα, οπότε δεν προλαβαίνω ούτε καν να περάσω να πω αντίο στους αγαπημένους μου. Το ύψιστο καθήκον του ανθρώπου έχει πάντα προτεραιότητα έναντι των πιο ασήμαντων, και πρέπει να επιτελείται άμεσα και ενεργητικά, όποιο κι αν είναι το κόστος για τα συναισθήματα ή τη βολή του. 


Και το πρώτο από όλα τα καθήκοντα του ανθρώπου είναι απέναντι στην τιμή του την οποία πρέπει να διατηρεί άσπιλη. Και η δική μου απειλείται. Τον καιρό που ένιωθα βέβαιος για την προσεχή οικονομική μου ασφάλεια, απέστειλα στον Τσάρο της Ρωσίας - ίσως λίγο πρόωρα- προσφορά για την εξαγορά της Σιβηρίας προς ένα τεράστιο ποσό. Έκτοτε, κάποιο συμβάν με προειδοποίησε ότι η μέθοδος διά της οποίας προσδοκούσα να αποκτήσω αυτά τα χρήματα - δηλαδή, η συμπύκνωση σε κλίμακα άνευ ορίου - αμαυρώθηκε από μια παροδική αβεβαιότητα. Η αυτοκρατορική του υψηλότης ενδέχεται να αποδεχθεί την προσφορά μου ανά πάσα στιγμή. Εάν αυτό συμβεί τώρα, θα βρεθώ σε επώδυνα δύσκολη θέση και σε οικονομική ανεπάρκεια. Δε θα μπορώ να αγοράσω τη Σιβηρία.
Αυτό θα γίνει γνωστό και η τραπεζική μου αξιοπιστία θα πληγεί.  

Πράγματι, τελευταία έχω περάσει ζοφερές ώρες κατ’ ιδίαν, τώρα όμως ο ήλιος λάμπει ξανά· βρήκα τον δρόμο· θα καταφέρω να ανταποκριθώ στην υποχρέωσή μου, και μάλιστα, πιστεύω, χωρίς καν να ζητήσω επέκταση του χρόνου αποπληρωμής. Αυτή η σπουδαία νέα ιδέα μου - η εκλεκτότερη από όσες έχω μέχρι τώρα συλλάβει - θα με βγάλει σίγουρα ασπροπρόσωπο. 

Αυτή τη στιγμή φεύγω για Σαν Φρανσίσκο για να τη θέσω σε δοκιμασία, με τη βοήθεια του μεγάλου τηλεσκοπίου Λικ. Όπως όλες οι πλέον αξιοσημείωτες ανακαλύψεις μου, έτσι κι αυτή βασίζεται σε σταθερούς, πρακτικούς επιστημονικούς νόμους· οποιαδήποτε άλλη βάση είναι σαθρή και, ως εκ τούτου, αναξιόπιστη. Εν ολίγοις, λοιπόν, συνέλαβα την εκπληκτική ιδέα να αναδιοργανώσω το κλίμα της γης σύμφωνα με τις επιθυμίες των ενδιαφερομένων πληθυσμών. 

Θα παρέχω, δηλαδή, κλίμα κατά παραγγελία, έναντι μετρητού ή μετοχών, παίρνοντας και το παλιό κλίμα ως έναντι, φυσικά με έκπτωση, εφόσον είναι σε κατάσταση που επιδέχεται επιδιόρθωση με μικρό κόστος, ώστε εν συνεχεία να δοθεί προς ενοικίαση σε φτωχές και απομακρυσμένες κοινότητες που δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν κάποιο καλό κλίμα και δεν ενδιαφέρονται επίσης να έχουν κάποιο ακριβό μόνο για φιγούρα. 

Οι μελέτες μου με έπεισαν ότι η ρύθμιση του κλίματος, και η δημιουργία νέων ποικιλιών του από τις παλαιότερες, είναι εφικτή. Είμαι μάλιστα πεπεισμένος ότι έχει ξαναγίνει- έχει ξαναγίνει σε εποχές προϊστορικές από πολιτισμούς ξεχασμένους και μη καταγεγραμμένους. Παντού ανακαλύπτω πανάρχαιες ενδείξεις τεχνητής διαχείρισης του κλίματος σε περασμένους καιρούς. 

Πάρε, για παράδειγμα, την περίοδο των παγετώνων. Τυχαία δημιουργήθηκε; Καθόλου. Έναντι αμοιβής έγινε. Έχω χιλιάδες αποδείξεις γι’ αυτό, και κάποια μέρα θα τις αποκαλύψω.

[...] Ελπίζω και προσδοκώ να πουλήσω δικαιώματα λιανικής πώλησης στις μικρότερες χώρες έναντι λογικού τιμήματος και να προσφέρω μια καλή επιχειρηματική πρόταση για κλίμα στις μεγάλες αυτοκρατορίες και σε ειδικές τιμές, μαζί με σπέσιαλ εκδόσεις ειδικές για στέψεις, μάχες και άλλες σημαντικές και ιδιαίτερες περιστάσεις. Η επιχείρηση αυτή έχει δισεκατομμύρια, δεν απαιτείται κανένας πολύ δαπανηρός σχέδιασμός, και θα ξεκινήσω την υλοποίησή της μέσα σε λίγες μέρες - ή λίγες εβδομάδες, το πολύ. Θα είμαι έτοιμος, λοιπόν, να πληρώσω μετρητοίς για τη Σιβηρία επί τη παραδόσει, διασώζοντας έτσι την τιμή και την αξιοπιστία μου. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό.

[...] Ήδη, όμως, έχω πει αρκετά ώστε να έχεις μια ιδέα του τεράστιου μεγαλείου του σχεδίου μου, και της δυνατότητάς του να υλοποιηθεί, και του εξαιρετικά προσοδοφόρου χαρακτήρα του. Θα έρθω να σας βρω όλους σας ευτυχείς στην Αγγλία μόλις πουλήσω μερικά από τα βασικά μου κλίματα και κανονίσω με τον Τσάρο για τη Σιβηρία.

Μέχρι τότε, έχε τον νου σου για σινιάλα από μένα. Σε οκτώ μέρες από σήμερα, θα είμαστε σε εκ διαμέτρου αντίθετες περιοχές- γιατί εγώ θα βρίσκομαι στις παρυφές του Ειρηνικού κι εσείς πέρα στον Ατλαντικό, πλησιάζοντας προς την Αγγλία. Εκείνη τη μέρα, εφόσον είμαι ζωντανός και η θαυμαστή μου ανακάλυψη έχει ήδη αποδειχθεί και έχει γίνει αποδεκτή, θα σου στείλω χαιρετισμό, κι ο αγγελιαφόρος μου θα τον φέρει όπου κι αν είσαι, στις ερημιές της θάλασσας· διότι θα φυσήξω μια πελώρια ηλιακή κηλίδα πάνω στον δίσκο του ήλιου σαν τολύπη καπνού, και εσείς θα ξέρετε πως πρόκειται για το σινιάλο της αγάπης μου, και θα πείτε: «Ο Μάλμπερρυ Σέλλερς μάς στέλνει φιλιά από το σύμπαν».

Μαρκ Τουέιν, Ο Αμερικανός κόμης, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επίμετρο Ελένη Κεχαγιόγλου, εκδόσεις Πατάκη

Logo on cover of 1896 edition of The American Claimant by Mark Twain.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

«Σκέφτομαι τον πατέρα μου», Γιώργος Ιωάννου


O Ιωάννης Σορολόπης, πατέρας του Γ. Ιωάννου, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας.
_________________

«Οι δικοί του Άγιοι, οι λαικοί, παιδεμένοι άνθρωποι..»

Ο Γιώργος Ιωάννου ανήκε σε προσφυγική οικογένεια. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Ο πατέρας του Ιωάννης Σορολόπης, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας, μηχανοδηγός στους σιδηροδρόμους. Η μητέρα του Αθανασία Καραγιάννη από την Κεσσάνη. Το πραγματικό επίθετο της οικογένειας είναι Σορολόπη, το οποίο ο Ιωάννου θα το αλλάξει το 1955, σε μια προσπάθεια να κλείσει μέσα του το παιδικό τραύμα, που του έχει προκαλέσει η  κοροϊδία των συμμαθητών του στο σχολείο. 

«Το όνομα δεν το διάλεξα, βέβαια, τυχαία. Λεγόταν ο πατέρας μου “Ιωάννης” κι έτσι θέλησα να τον τιμήσω».

Ο πατέρας του πεθαίνει στις 26 Μαΐου 1962.

Ο
Ιωάννου δεν θα κρύψει ποτέ την  προσφυγική λαϊκή  καταγωγή του, αντίθετα, θα γράψει γι’ αυτήν πολλές φορές: «Δεν μιλώ γενικά για τη Θεσσαλονίκη αλλά για την προλεταριακή πόλη, μέσα από μια οικογένεια προλεταρίων.» 

Μετέωρος ανάμεσα στη λαϊκή και στην αστική τάξη και σε ένα επίσης διφορούμενο ισχυρό εμείς - η οικογένειά του, οι Mικρασιάτες πρόσφυγες, η Θεσσαλονίκη, νιώθει πως η καρδιά του ελκύεται σταθερά από τους κακοπαθημένους.

Οι δικοί του Άγιοι θα είναι πάντα οι λαϊκοί, παιδεμένοι άνθρωποι.

Οι γονείς του Γ. Ιωάννου: Ιωάννης Σορολόπης και Αθανασία Καραγιάννη
_____________________

«Τι θέλεις να κάνω εγώ για σένα;» 

[.... ] λυπάμαι, κλαίω μέσα μου, όταν σκέπτομαι τον πατέρα μου και όλους τους ομοίους του, χθεσινούς και τωρινούς — γιατί, βέβαια, ο πατέρας μου δεν αποτελούσε καμιά ιδιαίτερη περίπτωση — κλαίω για τη φοβερή δουλειά, την άπειρα σκληρή δουλειά, την επικίνδυνη δουλειά, την ακατάπαυστη, που ήταν υποχρεωμένος να κάνει, για να του δώσουν στο τέλος ένα μισθουδάκι, που μας έφτανε δεν μας έφτανε ως τις 25 του μηνός. Τις υπόλοιπες πέντε ή έξι μέρες — γιατί ακόμα κι αν τραβούσε 31 ο μήνας, είχε αυτό σημασία για μας, και ο Φλεβάρης ήταν ο πιο αγαπητός — τις περνούσαμε μέσα σε φοβερή στέρηση αλλά και στυγνή αξιοπρέπεια. Όλα, ακόμα και η μετάβασή μας με το τραμ κάπου, αναβάλλονταν για τις πρώτες μέρες του μήνα.

Και όμως ο άνθρωπός μας δούλευε σαν το σκλάβο, δεν είχε ώρα πηγαιμού και ερχομού, δεν ήξερε τι θα πει κρύο ή ζέστα, χιόνι ή βροχή, καθώς ως θερμαστής δούλευε το φτυάρι σε κείνη την ανοιχτή από πίσω μεριά ατμομηχανή, που την πήγαινε, με τα δικά του μπράτσα και μόνο, στη Φλώρινα, στη Δράμα, στην Αλεξανδρούπολη ή στη Λάρισα.

Καί ξαναλέω· στη θέση του ήταν άπειροι, όχι μόνο σ’ αυτή τη δουλειά, αλλά και σε πολλές άλλες παρόμοιες. Εγώ όμως που δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος ούτε θεωρητικός καμιάς κοσμοθεωρίας — και ούτε θέλω να είμαι — μιλώ από τα απτά αυτά που ξέρω, φωτισμένα, βέβαια, από κάποιον κρυφό φωτισμό.

Ο άνθρωπος αυτός τελικά πέθανε στον διάδρομο ενός νοσοκομείου, τη μόνη και τελευταία φορά που χρειάστηκε να καταφύγει εκεί. Κι αυτό δεν έγινε σε καμιά αρχαιότητα, όπως θα νόμιζε κανένας κρύος, αλλά στις μέρες τις κοντινές μας. Στους ίδιους διαδρόμους, αν όχι και δρόμους, έχουν πεθάνει και πεθαίνουν όλοι οι όμοιοί του. Δεν προσπαθώ να κάνω τραγική την κατάσταση, αντίθετα να περιστείλω την έκτασή της.

Την εποχή που ο άνθρωπος αυτός ξεζουμιζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ποσοστό εκείνων που δεν δούλευαν, μα την περνούσαν μπέικα, ήταν το ίδιο αν όχι και ανώτερο από το τωρινό. Και την εποχή που αναστέλλονταν όλη η κίνηση του σπιτιού μας, γιατί δεν είχαμε ένα τάλιρο — για να μην πω και λιγότερο και φανώ απίστευτος στα μάτια των γελοίων, που ελπίζω να μη διαβάζουν τα κείμενά μου — αυτοί είχαν την ίδια οικονομική ευχέρεια, ή μάλλον την ανάλογη, της εποχής, τις ίδιες δυνατότητες να κάνουν σχέδια, και προπαντός να πραγματοποιούν, για τα παιδιά τους, τα οποία, αν ήταν καλοί γονείς, μπορούσαν κάποια στιγμή να τα πάρουν κατ’ ιδίαν και να τους πουν: 


«Τι θέλεις να κάνω εγώ για σένα;».

Όλο αυτή τη μαγική ερώτηση, τελευταία, ονειρεύομαι, δήθεν ότι μου την λέει ο πατέρας μου και σε μένα. Ποιος ξέρει τι σημαίνει αυτό, μάλλον τερματισμό κάποιας διαδικασίας, και ακούγεται τώρα έτσι μέσα μου.

Θέλω να πω ότι τα ίδια θα συμβαίνουν και τώρα και δεν το ξέρουμε — δεν το ξέρω, εννοώ. Γιατί εγώ τα κατάφερα, ξεγλίστρησα σαν τη λαδρόνα. Δουλεύω, βέβαια, αλλά δεν είμαι ούτε θερμαστής, ούτε σκαφτιάς, ούτε ναυτικός, για να βγάζω τόσο δύσκολα το ψωμί μου. Εγώ ανακατεύτηκα μ’ αυτούς τους άλλους, κάνω δουλειές που επινοήθηκαν για τους τρυφερούς βλαστούς των, και — όσο κι αν είναι αντισυνδικαλιστικό, θα το ομολογήσω — κάθε φορά που πληρώνομαι το μισθό μου μένω κατάπληκτος για τα χρήματα που παίρνω με τόσο λιγοστό κόπο, γιατί μέτρο δικό μου είναι ο πατέρας μου και οι όμοιοί του, που αν δεν έφταναν στο σημείο να σέρνονται απ’ την κούραση, να ’ναι βουτηγμένοι στη μουντζούρα, να σαπίζουν οι κάλτσες και να κολλούν πάνω στα ποδάρια τους, το μεροκάματο δεν τους το ’διναν. Λοιπόν δεν μιλώ για τον εαυτό μου, κι ούτε το βάρος πέφτει στο πώς περνώ εγώ σήμερα. 



Ο Γιώργος Ιωάννου με την οικογενειά του το 1963 στη βεράντα του σπιτιού τους στην Αγίου Δημητρίου. Από αριστερά ο αδερφός του Χριστόδουλος (Λάκης), η αδερφή του Δήμητρα, η γιαγιά Αφεντούλη, ο συγγραφέας, η μητέρα του Αθανασία και ο αδερφός του Θοδωράκης που έφυγε από τη ζωή το 1964 σε ηλικία 18 χρόνων. (αρχείο Θ. Γ. Σαρηγιάννης). 
_________________

«Τι δουλειά μπορεί να έχουμε εμείς μ’ αυτούς τους ανθρώπους;»

Όποτε έτυχα σε σπίτια φιλικά, από αυτά όπου κανένας τους δεν δουλεύει, και ακούω τα μέτρα που παίρνουν για τον εαυτούλη τους, τα λεφτά που είναι σε θέση να σκορπίσουν για να θεραπεύσουν την παρωνυχίδα τους, τη σημασία που δίνουν στά ντυσίματά τους, στα φαγιά τους, στις δίαιτές τους, στην ακόρεστη διάθεση για ψυχαγωγία τους, στα ατελεύτητα δώρα τους, δεν μπορώ, όσο κι αν δεν θέλω, δεν μπορώ να μη νιώσω μια ασυγκράτητη αγανάκτηση μέσα μου.

Σκέφτομαι τον πατέρα μου, τις στρατιές των μουντζούρηδων συντρόφων του, τις γυναίκες, ιδίως τις γριές, που έρευαν μέσα στα ανήλιαγα δωμάτια πλέκοντας ή μπαλώνοντας κάλτσες, θεωρώντας μεγάλη περιουσία ακόμα και το πενηντάλεπτο. Σκέφτομαι όλους εκείνους τους άκρας τιμιότητας ανθρώπους, που αγνοούσαν τι θα πει συκοφαντία, πλεκτάνη, βρωμιά, και ζηλοφθονία ακόμα, και που για να παρηγορηθούν στη ζωή έπαιρναν κουράγιο από τους θανάτους και τις αρρώστιες των πλουσίων και των δυνατών. Αυτούς που «αγανακτούσαν», όπως οι ίδιοι έλεγαν, απ’ τη δουλειά, μα πέρασαν τόσο πικρά, τόσο περιορισμένα τη ζωή τους — δεν τους χαρίστηκε σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε δραχμή και το θεώρησαν πολύ φυσικό αυτό.

Τους σκέφτομαι και τους ντρέπομαι. Τίποτε δεν έχουμε κάνει γι’ αυτούς και για τις κακοπάθειές τους. Και θαρρώ πως έτσι θα μείνει το πράγμα. Δεν υπάρχει πια κανείς, που θα ήθελε να φέρει σε κάποια ισορροπία την κατάσταση, να επιβάλει, επιτέλους, κάποια ποινή, μια μικρή σκληρή δικαιοσύνη.

Άλλωστε, σήμερα οι παρατάξεις αυτές που επαγγέλλονται την κοινωνική δικαιοσύνη, και που έκαμναν τους μάρτυρες αυτούς — και τους άλλους — να είναι πλημμυρισμένοι οράματα και ελπίδες, εκτός του ότι έχουν γίνει από το φριχτό λέγε λέγε ολότελα κατειργασμένες και φυσικά αγνώριστες, έχουν κατά μέγα μέρος τους καταληφθεί από αυτούς ακριβώς τους άεργους, τους πλούσιους, τους αργόσχολους, τους ως επί το πλείστον ψυχοπαθείς, που κόβουν μ’ απλοχεριά κι εδώ τα μεγάλα λόγια τους. Τι δουλειά μπορεί να έχουμε εμείς μ’ αυτούς τους ανθρώπους;

Γιώργος Ιωάννου, Σκέφτομαι τον πατέρα μου, "εφήβων και μη", εκδόσεις Κέδρος. (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αντί», τεύχος 120, στις 3/3/1979)

Ο Γιώργος Ιωάννου στο Καστρί Κυνουρίας, όπου τοποθετήθηκε το 1960, ως φιλόλογος Μέσης Εκπαίδευσης
______________

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

«Ο William Faulkner, ο χωρικός από τον Μισισιπή, στο κοσμικό φιλολογικό σαλόνι του Άγγελου και της Λητώς».


Φωτογραφία του William Faulkner από το Τουρκολίμανο, αφιερωμένη στη Λητώ, με ημερομηνία 29 Μαρτίου 1957
______________

«Δάσκαλε, καλωσόρισες στο σπιτικό μας»

Με βήματα γατίσια γλίστρησε αργά και αθόρυβα στο σαλόνι μας. Το πρόσωπό του ανέκφραστο, άχρωμο, τα μάτια του να κοιτάζουν πέρα από μας, σε χώρες άπιαστες κι αλαργινές... Μια δύναμη καταλυτική έβγαινε από μέσα του, δίνοντας τεράστιες διαστάσεις σε τούτο το κοντό ανθρωπάκι. Έπιασε μεμιάς ολόκληρο τον χώρο μας. Μας εκμηδένισε. Οι ζωηρές κουβέντες μας κόπηκαν. Παραλύσαμε. Απίστευτο.

«Λητώ, τώρα σε θέλω, βάλε τα δυνατά σου», ψιθύρισε ο Βαλής και μου ’σφιξε το μπράτσο.

Η αντίδρασή μου ακαριαία. Όρμησα μπροστά.

«Δάσκαλε, καλωσόρισες στο σπιτικό μας». Και φίλησα τον Faulkner σταυρωτά. Το μάγουλό του άψυχο, θαρρούσες νεκρό. Τον υποδέχτηκε θερμά κι ο Βαλής. 

Εκείνος, ωστόσο, στεκόταν ατάραχος, βουβός. Ένα παγόβουνο καταμεσής στη ζεστή ατμόσφαιρα του σπιτιού μας. Και τώρα; Πώς τον λιώνεις τούτον τον πάγο, πώς; 

Ο Faulkner, ενώ είχε αρνηθεί κάθε άλλη πρόσκληση, δέχτηκε ωστόσο να ’ρθει στο σπιτικό μας ύστερα από μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχε με τον Βαλή μου γύρω απ' τους ψυχολογικά περίπλοκους τύπους που παρουσιάζει στα έργα του. Αυτό, στο σπίτι του Duncan Emrich, μορφωτικού ακολούθου της Αμερικανικής Πρεσβείας, και της γυναίκας του, της Sally, το πρώτο βράδυ που έφτασε και μας γνώρισε στο απλό γεύμα που έδωσε το φιλικό μας ζευγάρι.

«Στο γράμμα του προς εμένα ήταν κατηγορηματικός», μας είπε ο Emrich. «Θα παραστώ μόνο στην πρώτη του έργου μου Ρέκβιεμ για μια μοναχή στο Θέατρο Μυράτ κι αναγκαστικά στο πρόγευμα της πρεσβείας. Πουθενά αλλού.» Καταλαβαίνετε τώρα τη θέση μου. Εσείς, όμως, σίγουρα θα πετύχετε να δεχθεί μια πρόσκλησή σας, σίγουρα». Κι ο Βαλής μου το πέτυχε. 




«Η μοναδική ευφρόσυνη βραδιά της ζωής μου...»

Ωστόσο, ο William Faulkner κατάλαβε λάθος την πρόσκληση. Πίστεψε πως τον καλέσαμε σε γεύμα. Έτσι, την ίδια μέρα μάς τηλεφώνησε αν θα ήταν καλά να 'ρθει στις οκτώ. Αναγκαστικά απάντησα ναι και βάλθηκα σαν τρελή να καλέσω στα γρήγορα μερικούς φίλους πρέσβεις για να 'χει το γεύμα κάποια λάμψη, αλλά το κυριότερο για να μην καλέσουμε Έλληνες.

Αυτό του Βαλή δεν του άρεσε καθόλου. «Λητώ, δεν έχουν καμιά θέση οι πρέσβεις εδώ, θα 'ναι τελείως ξεκάρφωτοι». Όμως το επιχείρημά μου να μην πούμε σε κανέναν Έλληνα για να μη χολωθούν οι άλλοι, τον έπεισε. «Ίσως αυτοί οι βάρβαροι να 'ναι μια κάποια λύση...» παρατήρησε σκεφτικός. Πήρα λοιπόν το πράσινο φως κι άρχισα τα τηλεφωνήματα. Στο όνομα Faulkner όλοι δέχτηκαν με χαρά.

Όμως τώρα τι γίνεται; Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, μου 'ρθε στον νου το σκίτσο του Ταχυδρόμου. Μια ωραία κυρία, αεράτη και κομψή με βραδινή τουαλέτα, ν’ απλώνει με αριστοκρατική χάρη το χέρι της και ένας ανθρωπάκος τόσος δα με καουμπόικο καπέλο να προσπαθεί να το φιλήσει αδέξια. Κι η λεζάντα; «Ο νομπελίστας συγγραφέας William Faulkner, ο χωρικός από τον Μισισιπή, στο κοσμικό φιλολογικό σαλόνι του Άγγελου και της Λητώς».

Στη σκέψη αυτή κοκκάλωσα. Το μάτι μου πήρε τα καλαθάκια που είχα στολίσει βιαστικά πρωτύτερα. Αυτό είναι, σκέφτηκα στην απελπισία μου, και δίχως να συστήσω κανέναν, τ’ αρπάζω και δίνω το ροζ στις κυρίες και το γαλάζιο στους κυρίους. 

«Τραβήξτε από ένα φακελάκι για να γίνετε ζευγάρια», εξήγησα στους κατάπληκτους ξένους μας. «Μέσα είναι γραμμένοι οι τίτλοι από τα έργα του Faulkner, χωρισμένοι στα δυο. Στους κυρίους είναι η αρχή του τίτλου και το συμπλήρωμα στις κυρίες». Ήταν μια έμπνευση της τελευταίας στιγμής. Στα μπιλιετάκια που προορίζονταν για τις κυρίες, κάτω δεξιά είχα γράψει ολόκληρο τον τίτλο. Αυτό ήταν ιδέα του Βαλή, στην περίπτωση που κάποια θα ήταν αδιάβαστη. 

Οι ξένοι φίλοι μας μπήκαν αμέσως στο νόημα και σαν καλοί παίκτες αρχίνησαν. «Ρέκβιεμ» φωνάζει ο Αγγλος, «Για μια μοναχή», συμπληρώνει η Σουηδέζα. Κι ευθύς γίνονται ζευγάρι. 

«Άγρια», διαβάζει στο δικό του ο Γάλλος, «Φοινικόδεντρα», πετιέται η Αγγλίδα - και να το δεύτερο ζευγάρι, κι έτσι έγινε με όλους. Οι τίτλοι από τα έργα του Faulkner ακούγονταν τώρα συνέχεια στο σαλόνι μας. Σήμαντρα που έφερναν κοντά μας μηνύματα από έναν άλλο κόσμο, παράξενο, δύσκολο, δυσνόητο, δραματικό, κι όμως απίστευτα γοητευτικό. 

Οι ήρωες του Faulkner ζωντάνεψαν ξαφνικά, αγκάλιασαν σφιχτά τον δημιουργό τους, τον ζέσταναν, μπήκαν ανάμεσά μας και μας έσμιξαν. Ο συγγραφέας, έκπληκτος στην αρχή, σιγά σιγά ένιωσε σε οικείο περιβάλλον και, σαν από θαύμα, η μεταμόρφωση συντελέστηκε. 



Κι όταν στον κλήρο του ’πεσε το «Βοή» και σε μένα το «Πάθος» ήρθε κοντά μου γελαστός και, πολύ φιλικά, μού πρόσφερε το μπράτσο του. Η ατμόσφαιρα μεμιάς άλλαξε, και το πρωτόκολλο, φυσικά, πήγε περίπατο. 

Καθίσαμε ανά ζεύγη και το γλεντήσαμε για τα καλά. «Το “Πάθος” έπεσε στον κλήρο της οικοδέσποινας», φώναξε ο Αμερικανός πρέσβης. «Έλα, Λητώ, εσύ πρέπει να μας δώσεις τον τόνο». 

«Εμπρός, Λητώ»
, κι ο Βαλής με κοίταξε τρυφερά, ενθαρρυντικά. Άλλο που δεν ήθελα. Πετάχτηκα απάνω κι άρχισα ν’ αυτοσχεδιάζω στίχους σατιρικούς, αισθηματικούς, ρομαντικούς. Είχα ένα ψευτοταλέντο για κάτι τέτοια.

Σαν τέλειωσα τους αυτοσχεδιασμούς, άρχισα να τραγουδάω ανάκατα ελληνικά, γαλλικά, εγγλέζικα τραγουδάκια σε ζωηρό γοργό ρυθμό και στο τέλος έπεσα στην καρέκλα μου κι αρπάζοντας από το μπράτσο τον Faulkner, από το ένα πλάι, και τον Αμερικανό πρέσβη, απ’ τ’ άλλο, άρχισα το γνωστό μπαλαντζάρισμα, μια δεξιά, μια ζερβά, και ενώ οι άλλοι ακολουθούσαν πρόσχαρα, ξεχυθήκαμε σε ρυθμούς μπριόζικους, ξέφρενους, τρελούς. 

«Είναι η μοναδική ευφρόσυνη βραδιά της ζωής μου και τη χαίρομαι απ’ τα βάθη αυτού του χάους που λέγεται ψυχή... Τούτη τη βραδιά τη ζω με όλες τις ίνες του κορμιού μου, γιατί ξέρω πολύ καλά πως δεν θα την ξαναζήσω ποτέ πια». 

Ο Faulkner είχε σηκωθεί και μιλούσε ξαναμμένος. «Στην υγειά του σοφού ψυχίατρου και της γεμάτης ζωντάνια γυναίκας του Λητώς. Στην υγειά της ομορφιάς, της γνώσης και της καλοσύνης. Σ' όλα τούτα τ' αγαθά που φωλιάζουν μέσα τους, ξεχειλίζουν και πλημμυρίζουν το ταιριαστό τούτο ζευγάρι. Στην υγειά τους».

Κι άρχισε να μας απαγγέλλει Marlowe, τον αγαπημένο του Αγγλο ποιητή. Τον ακολούθησε ο Γάλλος πρέσβης  με στίχους του Guillaume Apollinaire, ύστερα ο Αγγλος με Τ. S. Eliot. Κι ο Βαλής μου με το Μεθυσμένο καράβι του Rimbaud, Σεφέρη κ.λπ. 

Απόγευμα με φίλους στην Οικία Κατακουζηνού. Ο Άγγελος Κατακουζηνός καθισμένος στα αριστερά και η Λητώ δίπλα του όρθια. Στην Αθήνα του 1960!
_____________

«Γιατί, δόκτωρ; Γιατί;» 

Είχαμε καλέσει για μια πατροπαράδοτη βεγγέρα κάπου τριακόσια άτομα για να γνωρίσουν από κοντά τον Faulkner. Επρόκειτο αποκλειστικά για συγγραφείς, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους κι ορισμένους επιστήμονες.

Ανάμεσά τους, η Μελίνα Μερκούρη, αστραφτερή και εντυπωσιακά ντυμένη στα κατακόκκινα, έκανε, αν δεν κάνω λάθος, την πρώτη της εμφάνιση στην αθηναϊκή κοινωνία στο πλευρό του Jules Dassin. Το έξοχο παίξιμο της κορυφαίας πιανίστριας Μαρίας Χαιρογιώργου- Σιγάρα και το γοητευτικό τραγούδι της ραφινάτης Ευγενίας Συριώτη συντέλεσαν κατά πολύ στη λαμπρότητα τούτης της βραδιάς. Ο William Faulkner, αγνώριστος τώρα, σε μεγάλη φόρμα, ακούραστος, συζήτησε με όλους ζεστά κι εγκάρδια.

Αργά, πολύ αργά, ξεμείναμε οι τρεις μας. Ο Faulkner κι εμείς οι δυο. Καθίσαμε στον καναπέ μας κοντά κοντά, με τον συγγραφέα ανάμεσά μας. Στη συζήτηση ξεπήδησαν τα άπειρα ερωτηματικά του Faulkner για τις απρόσμενες πράξεις κάποιου συγκεκριμένου ήρωά του, οι απορίες του για τα κίνητρα που τον οδήγησαν να περιγράφει ορισμένους τύπους στα γραπτά του, οι αποκαλυπτικές και απρόσμενες εξηγήσεις του Βαλή, οι ψυχολογικές αναλυτικές ερμηνείες του με τις χίλιες λεπτές αποχρώσεις. 

Η Temple Drake αποτελεί τον βασικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος The Sanctuary (1931) και απαντά στο μεταγενέστερο έργο Requiem for a Nun. Η νεαρή ηρωίδα γίνεται θύμα βιασμού, διαφθείρεται από τη συναναστροφή της με τον υπόκοσμο του αμερικανικού νότου και τελικά ψευδομαρτυρεί ενάντια σε έναν αθώο που κατηγορείται για τον βιασμό της κι ένα φόνο που δεν διέπραξε. Η μαρτυρία της Temple οδηγεί στον φρικτό θάνατό του στα χέρια του οργισμένου όχλου ενώ εκείνη φυγαδεύεται από τον δικαστή πατέρα της στο Παρίσι. 

(Άδυτο, μτφρ. Κώστας Νικολαΐδης - Τάσος Δαρβέρης, εκδ. Μέδουσα, Το ιερό, μτφρ. Γιάννης Λάμψας, Εκδόσεις των Φίλων).

Βασισμένη στις νουβέλες του William Faulkner, «Sanctuary» και «Requiem for a Nun», η ταινία του Tony Richardson «Sanctuary» με πρωταγωνιστές τους: Lee Remick, Yves Montand, Bradford Dillman.







«Μα γιατί, δόκτωρ, να φτιάξω αυτό το δυστυχισμένο παιδί;» 

«Μου είπαν πως η Temple (η ηρωίδα του Ιερού) ήταν η κόρη μου... Κι αυτό με πλήγωσε πολύ βαθιά». 

«Γιατί, φίλε μου; Η Temple ήταν κόρη σας. Εσείς τη ζωντανέψατε, εσείς την πλάσατε. Είναι παιδί της ψυχής σας... Παιδί μοναχά δικό σας, κατάδικό σας, δίχως τη συμμετοχή της γυναίκας». 

«Μα γιατί, δόκτωρ, να φτιάξω αυτό το δυστυχισμένο παιδί; Γιατί να του συμβούν όλα αυτά τα τρομερά πράγματα;» 

«Γιατί το θέλατε, το είχατε ανάγκη. Δεν ξέρω αν υπάρχει πραγματική κόρη. Δεν μ’ ενδιαφέρει ούτε θέλω να μάθω... Όμως, είτε έτσι είτε αλλιώς, η Temple είναι η ίδια η ψυχή σας. Αλλά και τ’ άλλα πρόσωπα του έργου σας, και τα απαίσια και τα καλά, είναι κομμάτια του πολυσύνθετου Είναι σας. Του Εγώ σας. Απ’ ό,τι γνωρίζω, μετά τον πόλεμο, αντί να πάτε στην τράπεζα του θείου σας, όπου είχατε ξεκινήσει, ή να συνεχίσετε τις σπουδές σας στο πανεπιστήμιο, καταπιαστήκατε με όλα σχεδόν τα επαγγέλματα. Βαστάζος σε λιμάνια, μούτσος σε καράβια, ξυλουργός, μεταλλωρύχος... Γνωρίσατε και ζήσατε τα πάντα στη ζωή, συναναστραφήκατε με τα κατακάθια της κοινωνίας, περιφερθήκατε σε καπηλειά και σε χαμαιτυπεία...»

 «Γιατί, δόκτωρ; Γιατί;» 

«Γιατί το είχατε, επαναλαμβάνω, ανάγκη. Γιατί θέλατε να ζήσετε αυτές τις εμπειρίες, το αποζητούσε η ψυχή σας, το Εγώ σας...» 

«Μα, δόκτωρ, εξηγήστε μου, επιτέλους - για ποιο λόγο;» «Γιατί...» 

Κι ο ψυχίατρος τόλμησε θαρραλέα να μπήξει το νυστέρι στην κρυφή πληγή. Άνοιξε το απόστημα και το μίασμα ξεχύθηκε έξω. Αναπάντεχος, τρομερός ο πόνος που δέχτηκε κατάστηθα, ωστόσο αγόγγυστα και καρτερικά, ο μεγάλος συγγραφέας. Κι η διπλοκλειδωμένη ψυχή του Faulkner ανάσανε βαθιά, ελεύθερα, λυτρωτικά...

Πρωί πια, ύστερα από ένα φλιτζάνι γαλλικού καφέ και ζεστά κρουασάν, χωρίσαμε σαν καρδιακοί φίλοι. Δεν τον ματαείδαμε ποτέ πια. Ξαναγύρισε στη μακρινή του φάρμα, στον Μισισιπή. 

Δέκα μέρες μετά την αναχώρησή του έστειλε στον Βαλή ένα σύντομο γράμμα. 

«Στον πάνσοφο επιστήμονα, τον βαθύ γνώστη της ανθρώπινης ψυχής, στον φίλο μου δόκτορα Κατακουζηνό, που με βοήθησε όσο κανείς άλλος στον κόσμο ολόκληρο να λυτρωθώ από τα βασανιστικά ερωτήματά μου που χρόνια τώρα με ταλαιπωρούσαν εξαντλητικά. Στον δόκτορα Κατακουζηνό από την καρδιά μου ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ». 

Και σε μένα τη φωτογραφία του με την παρακάτω απίστευτα κολακευτική αφιέρωση: «Στο πρόσωπο που ύμνησε ο Marlowe...» Κι εννοούσε το κλασικό ποίημα του Marlowe Στο πρόσωπο, που αναφέρεται στην Ωραία Ελένη του Μενελάου. 



Η χαρά μου ασυγκράτητη. Και ο Βαλής, που κατά βάθος χάρηκε πολύ, αλλά και που συνήθιζε πάντα να με προσγειώνει μ’ έναν δικό του, μοναδικό τρόπο, μου έδωσε αργότερα την παρακάτω εξήγηση: 

«Μην το παίρνεις και τόσο πολύ απάνω σου, Λητώ. Βεβαίως είσαι πολύ όμορφη. Προφανώς, όμως, ο Faulkner θέλησε έτσι να σ’ ευχαριστήσει για τη λαμπρή βραδιά που οργάνωσες εκείνη τη νύχτα σαν μείναμε αργότερα οι τρεις μας. Τη νύχτα που ο Faulkner, ξεχνώντας την παρουσία σου, ξανοίχτηκε και ξεγύμνωσε στον ψυχίατρο το μυστήριο της χιλιομπερδεμένης, αλυσοδεμένης ψυχής του». 

Λητώ Κατακουζηνού, Άγγελος Κατακουζηνός ο Βαλής μου, σελ. 236 -246, 
εκδόσεις Μικρή άρκτος,


William Faulkner in front of his house in Oxford, Mississippi, 1947
( By Henri Cartier-Bresson)