Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Φερχάτ και Σιρίν, Ρωμαίος και Ιουλιέτα της Αμάσειας


Περσική μικρογραφία από το διάσημο έπος «Xusraw u Šīrīn» του 
Ο Χοσρόης συναντά για πρώτη φορά την Σιρίν να λούζει τα μαλλιά της, 
ένα από τα πλέον αναπαραγόμενα μοτίβα στην περσική τέχνη.
_____________


Φερχάτ και Σιρίν - Χουσρέβ και Σιρίν

Ο θρύλος του Φερχάτ και της Σιρίν είναι η ανατολίτικη εκδοχή του «Xusraw u Šīrīn» («Χουσρέβ και Σιρίν»), της διάσημης τραγικής ιστορίας αγάπης του Πέρση ποιητή Nizâmî-i Gencevi (1141–1209). Πρόκειται για μια ιστορία βασισμένη στον ταραχώδη έρωτα ανάμεσα στον Σασσανίδη πρίγκιπα (και μετέπειτα βασιλιά) της Περσίας, Χοσρόη Β' (570 - 628 μ.Χ), και την πριγκίπισσα της Αρμενίας (ή του Καυκάσου), Σιρίν. Αποτελεί το δεύτερο ποίημα της περίφημης συλλογής του Nizâmî, γνωστής ως Πεντάδα (Khamsa), και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους αισθηματικούς επικούς μύθους της Ανατολής.

Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν την ερωμένη του Χοσρόη Σιρίν, μόνο σε λίγες γραμμές. Ωστόσο, για αιώνες, επικά ποιήματα γράφονταν από λογοτεχνικές προσωπικότητες για τους δυο εραστές και την ιστορία αγάπης τους και αυτό το θέμα, το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές στον ιρανικό και τουρκικό πολιτισμό, μετατράπηκε από τον Ali Şir Nevai στην ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν. 

Αλλά πριν πάμε στο ερωτευμένο ζευγάρι της Αμάσειας, ας δούμε σε ελεύθερη απόδοση, την υπόθεση του έπους «Xusraw u Šīrīn» (Χουσρέβ και Σιρίν) του Nizâmî, που γράφτηκε τον 12ο αιώνα και αποτελεί το πρότυπο για όλα τα μεταγενέστερα έργα του είδους:

Ένα εικονογραφημένο χαλί από την νοτιοανατολική Περσία, περίπου 1870.
Απεικονίζει την ιστορία του Χουσρέβ και της Σιρίν.
____________

 

 Χουσρέβ και Σιρίν, ένα περσικό τραγούδι αγάπης

Πριν ακόμα γνωρίσει τη γυναίκα που θα τον έκαιγε σαν φωτιά, ο Χουσρέβ την είδε στον ύπνο του. Ήταν γιος του βασιλιά Χορμίζδ, γεννημένος από προσευχές και μεγαλωμένος μέσα στη λάμψη της εξουσίας, όμορφος, δυνατός, αλαζονικός με τον τρόπο εκείνων που δεν έχουν ακόμα πονέσει. 


Μια νύχτα, ύστερα από καβγά με τον πατέρα του, τον επισκέφθηκε στον ύπνο ο παππούς του, ο παλιός βασιλιάς, και του υποσχέθηκε τέσσερα δώρα: μια σύντροφο απαράμιλλης ομορφιάς, ένα άλογο γρηγορότερο από τον άνεμο, έναν λαμπρό θρόνο, και έναν μουσικό που θα έκανε τις πέτρες να κλαίνε. Το πρώτο δώρο ήταν η Σιρίν.


Ο Σαπούρ, ο έμπιστος φίλος του Χουσρέβ, ήταν ζωγράφος, από εκείνους που βλέπουν τον κόσμο πιο καθαρά από τους υπόλοιπους. Ταξίδεψε στην Αρμενία, εκεί που κυβερνούσε η σοφή Μεχινμπανού, και εκεί αντίκρισε την ανιψιά της, τη Σιρίν.


Γύρισε στον Χουσρέβ και δεν είπε λέξη. Άνοιξε απλώς το σκίτσο του. Ο Χουσρέβ κοίταξε και ερωτεύτηκε μια γυναίκα που δεν είχε δει ποτέ του, μια γυναίκα ζωγραφισμένη με μελάνι πάνω σε χαρτί.


Ο Σαπούρ ταξίδεψε ξανά στην Αρμενία. Αυτή τη φορά έφερε μαζί του πορτρέτα του Χουσρέβ, τα οποία άφηνε εδώ κι εκεί, κρεμασμένα σε δέντρα, στηριγμένα σε βράχους, στα μονοπάτια που περπατούσε η Σιρίν. Εκείνη τα έβρισκε ένα-ένα και τα κομμάτια της καρδιάς της που δεν ήξερε ακόμα ότι ήταν έτοιμη, άρχισαν να ενώνονται γύρω από αυτή την άγνωστη μορφή, σαν το φως που επιστρέφει στην πηγή του, μετατρέποντας την απλή περιέργεια σε μια φλόγα που έκαιγε τα σωθικά της πριν καν προφέρει το όνομά του.


Έτσι άρχισαν όλα: δύο άνθρωποι ερωτευμένοι με σκιές, εικόνες, υποσχέσεις χαραγμένες σε μελάνι. Κι έτσι ίσως έπρεπε να είχε τελειώσει: στο φάσμα του ονείρου, όπου τίποτα δεν πληγώνει.



Η Shirin βλέπει ένα πορτρέτο του Khusraw. 
Σελίδα από ένα χειρόγραφο της Khamsa του Nizami
Μουσείο Τέχνης της Κομητείας του Λος Άντζελες
___________


Ξεκίνησαν και οι δύο να βρουν ο ένας τον άλλον. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν μια φορά και δεν αναγνωρίστηκαν. Η τύχη, που άλλοτε φέρνει κοντά και άλλοτε χωρίζει, εκείνη τη στιγμή γέλασε σιωπηλά και συνέχισε το δρόμο της.


Η εξουσία έχει τη δική της λογική, σκληρή και κρύα σαν μάρμαρο. Ο Χουσρέβ έχασε τον θρόνο του και χρειάστηκε στρατό. Ταξίδεψε στο Βυζάντιο, στην αυλή του αυτοκράτορα, κι εκεί έκανε αυτό που κάνουν οι βασιλιάδες όταν έχουν ανάγκη: παντρεύτηκε την κόρη του, τη Μαρία, για να αγοράσει με γάμο αυτό που δεν μπορούσε να αγοράσει με χρυσό.


Η Σιρίν έμαθε τα νέα. Δεν έκλαψε ή τουλάχιστον δεν άφησε κανέναν να το δει. Έμεινε ακλόνητη, σαν τα βουνά της Αρμενίας, κι αρνήθηκε να κάνει αυτό που της πρότεινε ο Χουσρέβ: να έρθει κρυφά, παράνομα, σαν μυστικό που ντρέπεσαι να ονομάσεις.


— Ή θα με τιμήσεις ή δεν θα με έχεις, του είπε, και κάθε λέξη ήταν βαρύτερη από πέτρα.


Τότε ήταν, που στα βουνά ανάμεσα εμφανίστηκε ο Φερχάτ. Ήταν λιθοξόος, από εκείνους τους ανθρώπους που γνωρίζουν τη μυστική γλώσσα των βράχων, που ξέρουν πού χτυπάς για να σπάσει η πέτρα και πού για να μείνει ακέραιη. Αγάπησε τη Σιρίν, με εκείνη την ολοκληρωτική, άμυαλη, τρομακτική αγάπη, που αφήνει τον άνθρωπο χωρίς προφύλαξη.


Ο Χουσρέβ, που δεν γνώριζε γενναιοδωρία όταν τον καταλάμβανε η ζήλια, του έβαλε δοκιμασία: να τρυπήσει ένα ολόκληρο βουνό. Ο Φερχάτ σήκωσε την αξίνα και χτύπησε.


Χτυπούσε μέρα, χτυπούσε νύχτα, χτυπούσε με μια επιμονή που τρόμαξε ακόμα και τους θεούς. Οι βράχοι έπεφταν. Το βουνό υποχωρούσε. Και καθώς ο Φερχάτ πλησίαζε στο τέλος, ο Χουσρέβ κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο απλός λαξευτής, ήταν ίσως ο μόνος που αγαπούσε τη Σιρίν όπως της άξιζε να αγαπηθεί. Κι αυτό ακριβώς τον τρόμαξε.


Έστειλε μια γυναίκα στο βουνό, μ’ ένα ψέμα να το μεταφέρει στον Φερχάτ: 


— Η Σιρίν πέθανε! Δεν ζει πια! 


Ο Φερχάτ δεν είχε λόγο να συνεχίσει να χτυπά. Πέταξε την αξίνα ψηλά και την άφησε να τον χτυπήσει θανάσιμα. 


Τα χρόνια κύλησαν με τον τρόπο που κυλούν όταν κουβαλάς βάρος: αργά και σκληρά.


Η Μάρυαμ πέθανε. Ο Χουσρέβ περιπλανήθηκε, χάθηκε, βρέθηκε, χάθηκε ξανά. Πέρασε από έναν ακόμα γάμο με μια γυναίκα που τον έκανε να νιώσει πόσο άδεια μπορεί να είναι η ευτυχία χωρίς νόημα. Κι έτσι, τελικά, κατάλαβε.


Επέστρεψε στη Σιρίν. Την παντρεύτηκε, γιατί επιτέλους κατάλαβε ότι αυτή ήταν η μόνη επιλογή που μετρούσε. Κάτω από την επιρροή της, ο Χουσρέβ άρχισε να αλλάζει. Στράφηκε στις επιστήμες, στην πνευματικότητα, στη δικαιοσύνη κι έγινε ο βασιλιάς που θα μπορούσε πάντα να είναι, αν η αγάπη τον είχε βρει νωρίτερα.



Hatefi (1454–1521), Khusrau and Shirin 
Metropolitan Museum of Art
__________


Για λίγο, η ιστορία φάνηκε να τελειώνει καλά. Μα οι ιστορίες που τελειώνουν καλά δεν είναι αυτές που θυμάται ο κόσμος. Ο Σιρούγιε ήταν γιος του Χουσρέβ από τη Μαρία, ένας νέος με σκοτεινές επιθυμίες και ακόμα σκοτεινότερες φιλοδοξίες. Ανέτρεψε τον πατέρα του, τον έριξε στη φυλακή, και τελικά τον δολοφόνησε για τον θρόνο, αλλά και για τη Σιρίν. Γιατί και αυτός την ήθελε.


Η Σιρίν δέχτηκε να μπει στο μνημείο του Χουσρέβ για να τον αποχαιρετήσει. Μπήκε ήρεμη, με βήμα σταθερό, σαν γυναίκα που ξέρει ακριβώς τι κάνει. Γονάτισε δίπλα στο φέρετρό του. Και εκεί, στη σιωπή του τάφου, με το χέρι στο στήθος της, έκλεισε την ιστορία της μαζί με την ιστορία του.


Ο Σιρούγιε βρήκε την πόρτα κλειστή. Και πίσω από αυτήν, δύο ανθρώπους επιτέλους ενωμένους, εκεί που καμία εξουσία δεν φτάνει.


Ο Νιζαμί γνώριζε κάτι που ξέρουν όλοι οι μεγάλοι αφηγητές: η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι δοκιμασία. Είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπεις ποιος είσαι αλήθεια,  όχι ποιος νομίζεις ότι είσαι.


Ο Χουσρέβ χρειάστηκε χρόνια για να περάσει τη δοκιμασία αυτή. Η Σιρίν την πέρασε με την πρώτη. Κι ο Φερχάτ; Ο Φερχάτ δεν χρειάστηκε καν να δοκιμαστεί, γιατί εκείνος ήταν ήδη ολόκληρος, ήδη έτοιμος, ήδη άξιος. Κι αυτό ακριβώς ήταν η τραγωδία του.​​​​​​​​​​​​​​​​



«Η Δολοφονία του Khusrau Parviz»
Το έργο αποδίδεται στον  Abd al-Samad, περ. 1535.
Metropolitan Museum of Art
___________


Μύθος και πραγματικότητα

Το έργο του Nizâmî-i Gencevi, αν και αποτελεί μια ρομαντική μυθοπλασία, πατάει γερά πάνω σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα της ύστερης περιόδου της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών (6ος-7ος αι. μ.Χ.), εστιάζοντας στη ζωή του βασιλιά Χοσρόη Β' (Khosrow II Parviz). Η σχέση του μύθου με την ιστορία εντοπίζεται στα εξής σημεία:

  • Ο Χοσρόης Β' και η Εξορία του
Η αρχή του ποιήματος αντικατοπτρίζει την ιστορική πραγματικότητα της ανόδου του Χοσρόη στο θρόνο. Το 590 μ.Χ., ο πατέρας του, Χορμίσδας Δ', ανατράπηκε και ο Χοσρόης αναγκάστηκε να καταφύγει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία για να ζητήσει βοήθεια από τον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο. Στον Νιζαμί, αυτή η περίοδος εξορίας χρησιμοποιείται ως το σκηνικό όπου αναπτύσσεται ο έρωτάς του για τη Σιρίν. 
  • Το Πρόσωπο της Σιρίν
Η Σιρίν ήταν ιστορικό πρόσωπο, η αγαπημένη σύζυγος του Χοσρόη Β'.  Ήταν Χριστιανή, κάτι που αναφέρεται τόσο στις ιστορικές πηγές όσο και στο ποίημα. Η ιστορική Σιρίν φέρεται να επηρέασε τον Χοσρόη ώστε να δείξει ανοχή προς τους Χριστιανούς υπηκόους του.
Ενώ ο Νιζαμί την παρουσιάζει ως πριγκίπισσα από την Αρμενία, ιστορικές πηγές (όπως συριακά χρονικά) υποδηλώνουν ότι μπορεί να καταγόταν από την περιοχή του Κτησιφώντα ή το Χουζιστάν. 
  • Γάμοι πολιτικών συμφερόντων και η «Μαρία»
Στο ποίημα, ο Χοσρόης παντρεύεται τη Μαρία, κόρη του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μαυρίκιου, για να εξασφαλίσει στρατιωτική υποστήριξη. Αν και η ύπαρξη της Μαρίας αμφισβητείται από κάποιους σύγχρονους ιστορικούς (συχνά θεωρείται λογοτεχνικό εφεύρημα), η συμμαχία του Χοσρόη με το Βυζάντιο εναντίον του σφετεριστή Μπαχράμ Τσομπίν είναι απόλυτα τεκμηριωμένη. 
  • Το Τραγικό Τέλος
Ο θάνατος του Χοσρόη στο ποίημα από το χέρι του γιου του, Σιρόη (Kavad II), ακολουθεί την ιστορική αλήθεια της συνωμοσίας του 628 μ.Χ., που οδήγησε στη δολοφονία του βασιλιά και σηματοδότησε την αρχή της παρακμής της δυναστείας. Η αυτοκτονία της Σιρίν πάνω στο μνήμα του, ωστόσο, αποτελεί την ποιητική εξιδανίκευση του Νιζαμί. 
  • Ο Φερχάτ: Μύθος ή Πραγματικότητα;
Αντίθετα με τον Χοσρόη και τη Σιρίν, ο Φερχάτ θεωρείται κατά βάση μυθολογικός χαρακτήρας. Ωστόσο, η σύνδεσή του με το Όρος Μπεχιστούν (Behistun) εδράζεται στα εντυπωσιακά σασσανιδικά ανάγλυφα που υπάρχουν εκεί, τα οποία οι μεταγενέστεροι Πέρσες απέδιδαν στον θρυλικό γλύπτη που λάξευσε το βράχο για χάρη της αγαπημένης του.


Μικρογραφία που απεικονίζει τη Σιρίν να βλέπει τον Φερχάτ που ανοίγει σήραγγα μέσα από το βουνό 
(Emir Khosrow-i Dehlavi, Khamsa, TSMK)
___________


Φερχάτ και Σιρίν - Χουσρέβ και Σιρίν: Δύο παραδόσεις, μια καρδιά!

  • Ο Πρωταγωνιστής
Η πιο θεμελιώδης διαφορά είναι ποιος βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας. Στον Νιζαμί, ο Χουσρέβ είναι ο ήρωας. Είναι πρίγκιπας, βασιλιάς, άνδρας εξουσίας που αγαπά ατελώς και μαθαίνει αργά. Ο Φερχάτ είναι δευτερεύων χαρακτήρας, ένα επεισόδιο στη ζωή άλλων. Στην τουρκική λαϊκή παράδοση, ο Φερχάτ γίνεται ο πρωταγωνιστής. Είναι ο τεχνίτης, ο απλός άνθρωπος, εκείνος που αγαπά με τα χέρια και με ολόκληρο το κορμί. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι τυχαία: είναι η λαϊκή παράδοση να διεκδικεί την ιστορία για τον κόσμο της.
  • Η Σιρίν
Στον Νιζαμί η Σιρίν είναι Αρμένισσα πριγκίπισσα, ανιψιά της βασίλισσας Μεχινμπανού. Είναι γυναίκα με βούληση, σταθερές αρχές και εσωτερικό βάθος. Είναι εκείνη που παίρνει την πρωτοβουλία να εγκαταλείψει το θρόνο και τη χώρα της για να αναζητήσει τον Χιουσρέβ. Επίσης, δεν διστάζει να νουθετήσει ή να επικρίνει τον Χουσρέβ, απαιτώντας από αυτόν να συμπεριφέρεται ως σωστός ηγεμόνας προτού διεκδικήσει τον έρωτά της. Στην τουρκική εκδοχή η Σιρίν παραμένει ανιψιά της Μεχμινέ Μπανού, αλλά ο χαρακτήρας της απλοποιείται: είναι περισσότερο αντικείμενο του έρωτα παρά υποκείμενό του, και η τραγική της πράξη στο τέλος γίνεται αντανάκλαση της αγάπης για τον Φερχάτ, όχι πολιτική και ηθική στάση.
  • Η Δοκιμασία του Βουνού
Και στις δύο εκδοχές ο Φερχάτ καλείται να τρυπήσει ένα βουνό. Μα η σημασία της δοκιμασίας διαφέρει. Στον Νιζαμί είναι πράξη ζηλοτυπίας του Χουσρέβ: ένας βασιλιάς που εκμεταλλεύεται την εξουσία του για να εξοντώσει έναν αντίπαλο που θεωρεί κατώτερό του. 
Στην τουρκική παράδοση η δοκιμασία αποκτά κοσμικές διαστάσεις: ο Φερχάτ δεν παλεύει μόνο με το βουνό αλλά με την αδικία, με τον κόσμο που εμποδίζει συστηματικά τον απλό άνθρωπο να κερδίσει αυτό που αξίζει. Η αξίνα γίνεται σύμβολο λαϊκής αντίστασης.
  • Το Ψέμα και ο Θάνατος
Και στις δύο εκδοχές ο Φερχάτ πεθαίνει εξαπατημένος. Του λένε ψευδώς ότι η Σιρίν πέθανε. Στον Νιζαμί ο Χουσρέβ είναι ο ηθικός υπαίτιος: αυτός στέλνει την απεσταλμένη, αυτός φέρει το βάρος της πράξης, και το αφήγημα το καταγράφει ως σκοτεινό σημάδι στον χαρακτήρα του. Στην τουρκική εκδοχή ο υπαίτιος είναι ο Χουσρέβ, γιος του Χουρμούζ Σαχ και η παραμάνα που αναλαμβάνει ενεργό ρόλο, τιμωρούμενη στο τέλος από το λιοντάρι. Η ηθική τιμωρία είναι πιο άμεση και λαϊκή: το κακό ανταποδίδεται ορατά.
  • Το Τέλος της Σιρίν
Εδώ η διαφορά είναι δραματικά σημαντική. Στον Νιζαμί η Σιρίν παντρεύεται τον Χουσρέβ, ζει μαζί του, τον μεταμορφώνει. Ο θάνατός της έρχεται αργά, ως πράξη αξιοπρέπειας απέναντι στον Σιρούγιε. Είναι ο θάνατος μιας γυναίκας που έζησε με πληρότητα. Στην τουρκική εκδοχή η Σιρίν δεν παντρεύεται ποτέ κανέναν. Πεθαίνει αμέσως μόλις μαθαίνει για τον Φερχάτ, πηδώντας από τον λόφο. Ο θάνατός της είναι ανταπόκριση, όχι επιλογή με πολιτικές διαστάσεις: είναι η καρδιά που σταματά γιατί δεν έχει λόγο να συνεχίσει.
  • Ο Επίλογος
Ο Νιζαμί τελειώνει με θεολογική διάσταση: η πτώση του Χουσρέβ συνδέεται με την αλαζονεία του απέναντι στον Προφήτη. Η ιστορία γίνεται ηθικό και πνευματικό μάθημα. Η τουρκική παράδοση τελειώνει με μια ποιητική εικόνα: δύο τριαντάφυλλα, ένα κόκκινο και ένα λευκό, που μεγαλώνουν σκύβοντας το ένα προς το άλλο, μα χωρίζονται για πάντα από έναν αγκαθωτό θάμνο. Δεν υπάρχει θεολογία εδώ, υπάρχει μόνο η παρηγορητική και συνάμα άσπλαχνη γλώσσα της φύσης.
  • Συνολική Εκτίμηση
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι δύο εκδοχές αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Ο Νιζαμί γράφει για βασιλιάδες: η αγάπη είναι δοκιμασία ωρίμασης, η τραγωδία έχει πολιτικές και θεολογικές ρίζες, ακόμα κι ο έρωτας υπόκειται στη λογική της εξουσίας. Η τουρκική λαϊκή παράδοση γράφει για ανθρώπους: η αγάπη είναι απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη, η τραγωδία προέρχεται από την αδικία των ισχυρών απέναντι στους αδύναμους, και ο θάνατος δεν είναι τιμωρία αλλά η τελευταία, ανέκκλητη πράξη ελευθερίας.​​​​​​​​​​​​​​​​


Ο Φερχάτ κουβαλάει τη Σιρίν και το άλογό της, από αντίγραφο του Χάμσα του Νιζαμί Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο
__________


Η Ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν

Το ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο της ιστορίας «Χουσρέβ και Σιρίν» προσαρμόστηκε στην Ανατολία, με αποτέλεσμα πολλές παραλλαγές. Διαβάστηκε ευρέως και αγαπήθηκε από τον λαό. Η ιστορία έχει ειπωθεί με κάποιες παραλλαγές ανάλογα με τις χώρες και τις περιοχές σε μια ευρεία γεωγραφική περιοχή, συμπεριλαμβανομένων του Ιράν, του Αζερμπαϊτζάν, της Ανατολίας, της νότιας Κεντρικής Ασίας και της Αρμενίας.

Η ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν, όπως εξελίσσεται στην Ανατολία και το Αζερμπαϊτζάν, ξεκινά στο Χορασάν και συνεχίζεται στην Αμάσεια. Εδώ, ο Χοσρόης δεν είναι ο Σάχης του Ιράν, αλλά ο πρίγκιπας Χορμούζ Σαχ, ο ηγεμόνας της Αμάσειας, και ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ο Φερχάτ. Η πιο παλιά έκδοση του παραμυθιού στα τουρκικά χρονολογείται στο 1854, ενώ με το νεό (λατινικό) αλφάβητο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1930.

Στην παραδοσιακή λαϊκή αφήγηση, ο Φερχάτ είναι ο τύπος του «ερωτευμένου» (divane âşık). Ωστόσο, σε μεταγενέστερες διασκευές, όπως στο θεατρικό έργο του Ναζίμ Χικμέτ το 1948, ο χαρακτήρας του Φερχάτ μετασχηματίζεται από τον τύπο του εραστή στον τύπο του ανιδιοτελή εργάτη (fedakâr-emekçi). Ο Φερχάτ παύει να είναι απλώς ένας ερωτευμένος που δρα με βάση το προσωπικό του συναίσθημα και μετατρέπεται σε ένα σύμβολο της εργασίας και της κοινωνικής προσφοράς, καθώς το έργο του (το τρύπημα του βουνού) αποκτά μια ευρύτερη διάσταση θυσίας για το κοινό καλό.

Καθώς η ιστορία εισήλθε στη λαϊκή λογοτεχνία, συμπληρώθηκε με άλλα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. Η ιστορία έγινε ευρέως διαδεδομένη στον λαό, καθιερώθηκε στην προφορική παράδοση και αγαπήθηκε πολύ από το κοινό. Η Σιρίν, ως σύμβολο ομορφιάς, και ο Φερχάτ, ως σύμβολο υπομονής και αντοχής, άφησαν ένα ευρύ και επιδραστικό σημάδι στον λαό.


Άγαλμα Φερχάτ και Σιρίν κατά μήκος του πεζόδρομου
που πάει παράλληλα με τον Ίριδα ποταμό, στην Αμάσεια.
_________


Ο Φερχάτ και η Σιρίν της Αμάσειας

Μια φορά κι έναν καιρό, στη μεγάλη και πλούσια πόλη του Χορασάν, εκεί που οι αγορές μυρίζουν κανέλα και μόσχο και οι μιναρέδες αγγίζουν τα σύννεφα, κυβερνούσε μια δυνατή γυναίκα, η Μεχμινέ Μπανού. Είχε μια ανιψιά, τη Σιρίν, που ήταν τόσο όμορφη που λέγανε πως όταν περπατούσε στον κήπο, τα λουλούδια γύριζαν να την κοιτάξουν.

Η Μεχμινέ Μπανού αποφάσισε να χτίσει για τη Σιρίν ένα περίπτερο, λαμπρό σαν ανατολίτικο όνειρο. Κάλεσε τον καλύτερο τεχνίτη του τόπου, τον πρωτομάστορα Μπεχζάτ, και μαζί του ήρθε και ο γιος του, ο Φερχάτ, ένας νέος με χέρια που λάξευαν την πέτρα σαν να ήταν ζυμάρι, και μάτια που έκαιγαν σαν κάρβουνο.



Θρύλοι της Αμάσειας - Φερχάτ και Σιρίν
 ATAG (ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΜΑΣΕΙΑΣ)
_________



Την ώρα που ο Φερχάτ σκάλιζε τους τοίχους, εμφανίστηκε η Σιρίν. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και ο κόσμος σταμάτησε. Λένε πως και οι δύο λιποθύμησαν εκεί που στέκονταν, γιατί ο έρωτας που τους χτύπησε ήταν βαρύτερος κι από τις πέτρες που σκάλιζε ο Φερχάτ.

Κοντά στο περίπτερο κελάρυζε μια πηγή. Η Μεχμινέ Μπανού είπε δυνατά:

— Όποιος φέρει αυτό το νερό ως το κατώφλι μου, θα του δώσω ό,τι ζητήσει.

Ο Φερχάτ, που ήξερε τι ήθελε να ζητήσει, έσκυψε το κεφάλι και ξεκίνησε να σκάβει. Μέρα και νύχτα, με τα χέρια ματωμένα και τραγουδώντας το όνομα της Σιρίν, έφτιαξε μονάχος του το αυλάκι που ο κόσμος πίστευε πως δεν γινόταν. Και το νερό έτρεξε.

Μα όταν η Μεχμινέ Μπανού έμαθε για τον έρωτα του νέου με την ανιψιά της — κάποιοι λένε πως κι η ίδια τον είχε ερωτευτεί — σκοτείνιασε το πρόσωπο της. Τον έριξε στη φυλακή και εκεί θα 'μενε, αν ένα βράδυ δεν ερχόταν στον ύπνο της ένα όνειρο σαν φωτιά, που της είπε: Άφησέ τον.

Ελεύθερος πια, αλλά χωρίς τη Σιρίν, ο Φερχάτ ανέβηκε στα βουνά. Ζούσε σε σπηλιές, τρεφόταν με αέρα και πόνο, κι έπαιζε τον καημό του στον αυλό του τόσο γλυκά που τα άγρια ​​θηρία έρχονταν και καθόταν στα πόδια του, σαν να τον καταλάβαιναν. Εκεί, στην κορυφή της μοναξιάς του, τον βρήκε ο Χουρμούζ Σαχ, ο ηγεμόνας μιας γειτονικής χώρας. Άκουσε την ιστορία του νέου και η καρδιά του μαλάκωσε.

— Θα σε βοηθήσω, είπε.

Ζήτησε από τη Μεχμινέ Μπανού να παραδώσει τη Σιρίν. Εκείνη αρνήθηκε. Ακολούθησε πόλεμος. Η Μεχμινέ Μπανού ηττήθηκε και η Σιρίν οδηγήθηκε στο παλάτι του Χουρμούζ Σαχ, όχι όμως στην αγκαλιά του Φερχάτ. Γιατί εκεί την είδε ο γιος του Σαχ, ο Χουσρέβ, κι αυτός με τη σειρά του τρελάθηκε από έρωτα.

Τότε ο Χουρμούζ Σαχ, για να ξεφορτωθεί τον Φερχάτ χωρίς να χύσει αίμα, του είπε:

— Θέλεις τη Σιρίν; Τρύπησε το βουνό Έλμα! Φέρε νερό από την άλλη μεριά. Αν το καταφέρεις, είναι δική σου.


Γνωστό και ως «Κανάλι Νερού Φερχάτ», έχει μήκος 6 χλμ. και χρονολογείται στην ύστερη ελληνιστική-πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο. Κατασκευάστηκε για να καλύψει τις ανάγκες ύδρευσης της αρχαίας πόλης Αμάσειας. Αναφέρεται στη διάσημη λαϊκή ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν.
___________


Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αδύνατον. Μα ο Φερχάτ πήρε την αξίνα του, γονάτισε και προσευχήθηκε. Κι ύστερα χτύπησε.

Χτυπούσε μέρα, χτυπούσε νύχτα. Οι βράχοι έπεφταν σαν άχερο. Το βουνό έτρεμε. Ο κόσμος μαζευόταν από μακριά να βλέπει τον τρελό που αγαπούσε τόσο πολύ ώστε να σπάει βουνά με τα χέρια του. Κι ο Φερχάτ πλησίαζε, πλησίαζε στο τέλος της δοκιμασίας, πλησίαζε στη Σιρίν.

Τότε ο Χουσρέβ, από φόβο κι από δειλία, έστειλε μια γριά παραμάνα στο βουνό.

Η παραμάνα ανέβηκε λαχανιάζοντας, πλησίασε τον Φερχάτ που χτυπούσε με λύσσα την πέτρα, και του ψιθύρισε:

— Σταμάτα, παιδί μου. Η Σιρίν πέθανε. Κοίτα, σου έφερα τον χαβά από την κηδεία της.

Ο Φερχάτ άφησε την αξίνα να πέσει από τα χέρια του. Γύρισε και κοίταξε τον ουρανό. Και ύστερα, με μια κίνηση αργή και βέβαιη, πήρε την αξίνα και την πέταξε ψηλά, ψηλά και στάθηκε από κάτω.

Έτσι τελείωσε τη ζωή του ο Φερχάτ, εκεί στο βουνό, με το όνομα της Σιρίν στα χείλη.

Μα η Σιρίν ζούσε. Και όταν έμαθε τι έγινε, πήγε στον λόφο, κοίταξε για τελευταία φορά τον κόσμο που δεν της είχε χαρίσει τον αγαπημένο της και πήδηξε.


Το μνημείο του Φερχάτ και της Σιρίν, κατασκευασμένο από μπρούτζο και ύψος 5 μέτρα στην Αμάσεια του Πόντου (2012)
___________


Η δόλια παραμάνα, βρήκε το τέλος της την ίδια νύχτα. Ένα λιοντάρι βγήκε από τα σκοτάδια και δεν άφησε ούτε ίχνος της.

Ο Χουρμούζ Σαχ, βουβός από ντροπή και θλίψη, έθαψε τους δύο νέους δίπλα-δίπλα, εκεί κοντά στην Αμάσεια, όπου ακόμα και σήμερα λένε πως η γη θυμάται.

Κι από τον τάφο του Φερχάτ φυτρώνει κάθε άνοιξη ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Από τον τάφο της Σιρίν, ένα λευκό.Τα δύο φυτά μεγαλώνουν αργά, σκύβοντας το ένα προς το άλλο, σαν δύο άνθρωποι που θέλουν να αγγίξουν τα χέρια τους. Μα ανάμεσά τους φυτρώνει ένας αγκαθωτός θάμνος, γιατί ο κόσμος, ακόμα και μετά θάνατον, δεν τους αφήνει ποτέ να σμίξουν.

Έτσι λένε στην Αμάσεια, έτσι λένε παντού:

Μερικές αγάπες είναι τόσο μεγάλες, που ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος μπορεί να τις χωρέσουν.


Συμβολικοί τάφοι του Φερχάτ και της Σιρίν στον κήπο 
του «Μουσείου Εραστών Φερχάτ και Σιρίν»
_________


Το Μουσείο Εραστών

Στον λόφο Φερχάτ της Αμάσειας λειτουργεί από το 2013, το θεματικό «Μουσείο Εραστών Φερχάτ και Σιρίν», το οποίο κατέχει τον τίτλο του πρώτου και μοναδικού Μουσείου Ερωτευμένων της Τουρκίας. Στις 9 αίθουσες που διαθέτει, περιλαμβάνονται εικόνες, γλυπτά και έργα τέχνης που απεικονίζουν εκτός από τον θρύλο του Φερχάτ και της Σιρίν, τις ιστορίες της Λεϊλά και του Μετζνούν, του Κερέμ και της Ασλί, και του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Βρίσκεται κοντά στα ιστορικά κανάλια νερού που λέγεται ότι έσκαψε ο Φερχάτ μέσα από βουνά για χιλιόμετρα για να φέρει νερό και να κερδίσει τη Σιρίν.


«Μουσείο Εραστών Ferhat και Şirin» - Amasya
__________



Ομοιώματα του Φερχάτ και της Σιρίν, 
στο «Μουσείο Εραστών Ferhat και Şirin», στην Αμάσεια
_________


«Shirin» (2008) του Ιρανού σκηνοθέτη Abbas Kiarostami

Η πειραματική ταινία «Σιρίν» (Shirin, 2008) είναι μια από τις πιο ριζοσπαστικές κινηματογραφικές προτάσεις του Αμπάς Κιαροστάμι (22 Ιουνίου 1940, Τεχεράνη — 4 Ιουλίου 2016, Παρίσι). Το έργο επαναπροσδιορίζει τον κλασικό περσικό ερωτικό θρύλο του Χουσρέβ και της Σιρίν, μέσα από μια έντονα φεμινιστική σκοπιά, εστιάζοντας στη γυναικεία ταυτότητα και εμπειρία. Ο Κιαροστάμι επέλεξε να παραλείψει το όνομα του Χουσρέβ από τον τίτλο, καθιστώντας την ταινία μια αυτοπροσδιοριζόμενη «γυναικεία ματιά» της αφήγησης. Ενώ το έπος αφηγείται την ιστορία του Χοσρόου και της Σιρίν από ανδρική οπτική, ο Κιαροστάμι επιστρέφει τη φωνή στις γυναίκες: δεν τις παρουσιάζει ως αντικείμενα αφήγησης, αλλά ως υποκείμενα συναισθήματος και ερμηνείας. 

Η ταινία δεν δείχνει την ίδια την ιστορία, αλλά επικεντρώνεται αποκλειστικά στις εκφράσεις και τις αντιδράσεις των γυναικών που την παρακολουθούν σε έναν κινηματογράφο. Οι γυναίκες στην αίθουσα γίνονται ένα είδος καθρέφτη: άλλες κλαίνε, άλλες μένουν ανέκφραστες, άλλες ταυτίζονται βαθιά. Ο θεατής ακούει μόνο τους ήχους και βλέπει το αντίστοιχο φως και σκοτάδι της εικονικής ταινίας να πέφτει στα πρόσωπα 114 από τις καλύτερες ηθοποιούς του Ιράν και της διάσημης Γαλλίδας ηθοποιού του κινηματογράφου Ζιλιέτ Μπινός. 

Η Ζιλιέτ Μπινός επισκέφθηκε τον Κιαροστάμι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ενδιαφέρθηκε και τελικά επιλέχθηκε για να συμμετάσχει στην ταινία «Shirin».
___________


Η ηρωίδα παρουσιάζεται ως μια πρώιμη φεμινιστική φιγούρα, που αγωνίζεται για την αυτοδιάθεσή της, κάτι που φαίνεται από την αρχή της ιστορίας, όταν παίρνει την πρωτοβουλία να ταξιδέψει η ίδια για να συναντήσει τον Χουσρέβ. Η ταινία του Κιαροστάμι αναδεικνύει τον αισθησιακό χαρακτήρα της Σιρίν, αμφισβητώντας το κυρίαρχο στερεότυπο στις ισλαμικές περσικές αφηγήσεις ,που θέλει τις γυναίκες να χαρακτηρίζονται μόνο από συστολή και αθωότητα. Στο τέλος της ταινίας, η ηρωίδα απευθύνεται στο κοινό, αποκαλώντας τις γυναίκες «θλιμμένες αδελφές» και ρωτώντας αν κλαίνε για εκείνη ή για τη «Σιρίν που κρύβεται μέσα σε κάθε μία» από αυτές. Η Σιρίν γίνεται μεταφορά για τη γυναίκα που δεν έλαβε ποτέ την προσοχή που της άξιζε και ένιωθε μόνη χωρίς να την πιστεύει κανείς.

Εστιάζοντας σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας στο κοινό, ο Κιαροστάμι συνδέει την ελευθερία και την καταπίεση με τη γενιά των γυναικών που έζησαν τη νεότητά τους πριν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Η σύγχρονη ιρανική γυναικεία ταυτότητα, που παλεύει με τον ανδρικό έλεγχο, τίθεται σε διάλογο με τη θρυλική Σιρίν.

Η Σιρίν αντιπροσωπεύει μια πρώιμη μορφή αντίστασης απέναντι σε προσπάθειες παραμέλησης, καταπίεσης και εξαναγκασμού σε ρόλους που δεν επέλεξε η ίδια. Ακόμη και η σκηνή του θανάτου της χρησιμοποιείται από τον σκηνοθέτη για να ενισχύσει αυτή τη φεμινιστική προοπτική.

Ο Κιαροστάμι έχει γυρίσει μια ταινία για τις αντιδράσεις των γυναικών απέναντι σε ένα διάσημο τραγικό επικό ποίημα. Δάκρυα τρέχουν, τα μάτια κοιτάζουν αλλού και μετά ξανά πίσω, με κάθε ανεπαίσθητη κίνηση να αποτυπώνει τα συναισθήματα του θεατή. Προφανώς, ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις των ανδρών. Ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις των γυναικών. Αυτό γίνεται φανερό προς το τέλος, όταν ακούγεται η εικονική ταινία να λέει «Υπάρχει μια Σιρίν σε όλες τις γυναίκες...».

Κατά βάθος, ο Κιαροστάμι λέει κάτι απλό και συνάμα ανατρεπτικό: η Σιρίν δεν είναι η γυναίκα του έπους, είναι κάθε γυναίκα που κάθεται σε εκείνη την αίθουσα. Το έπος ήταν το πρόσχημα. Οι ζωντανές γυναίκες μπροστά στην κάμερα είναι η αληθινή ταινία.


Soundtrack of Shirin: Music: Hossein Dehlavi -  Music: Hossein Dehlavi
__________

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  • ΧορασάνΤο όνομα στα περσικά σημαίνει περίπου «εκεί που ανατέλλει ο ήλιος», δηλαδή η Ανατολή. Είναι μια ιστορική περιοχή που εκτείνεται στη σημερινή βορειοανατολική Περσία (Ιράν), καλύπτοντας επίσης τμήματα του Αφγανιστάν, του Τουρκμενιστάν και του Ουζμπεκιστάν. Στο Μεσαίωνα ήταν μια από τις σηματικότερες περιοχές πολιτισμού και διανόησης του ισλαμικού κόσμου. Πόλεις όπως η Νισαπούρ, η Μερβ και η Ηράτ ανήκαν στο Χορασάν και υπήρξαν κέντρα επιστήμης, ποίηση και τέχνης. Εκεί γεννήθηκε, για παράδειγμα, ο ποιητής Ομάρ Καγιάμ. Η ιστορία του Φερχάτ και της Σιρήν ανήκει στην τουρκο-περσική λογοτεχνική παράδοση και ο συνδυασμός Χορασάν–Αμάσεια στο παραμύθι δεν είναι τυχαίος. Συνδέει συμβολικά την περσική Ανατολή με την τουρκική Ανατολία, μια διαδρομή που ακολούθησαν αιώνες πολιτισμού και ποίησης.
  • Ἴρις ποταμός (σημερινός Yeşilırmak - Πράσινος Ποταμός). Πηγάζει από τον Αντίταυρο του Πόντου, διασχίζει την Αμάσεια, η οποία είναι χτισμένη στις όχθες του, περιτριγυρισμένη από απόκρημνα βουνά. και εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο. Ο Στράβων αναφέρει τον Ίριδα στα Γεωγραφικά του (12.39), περιγράφοντας τη ροή του μέσα από την πόλη: «Ἡ δ’ ἡμετέρα πόλις κεῖται μὲν ἐν φάραγγι βαθείᾳ καὶ μεγάλῃ, δι’ ἧς ὁ Ἴρις φέρεται ποταμός, κατεσκεύασται δὲ θαυμαστῶς προνοίᾳ τε καὶ φύσει, πόλεως ἅμα καὶ φρουρίου παρέχεσθαι χρείαν δυναμένη.»

ΠΗΓΕΣ

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

«Θάνατος Παλληκαριού» ή «τα Πάθη του Mήτρου του Pουμελιώτη»


Θεόδωρος Ράλλη, Επιτάφιος, 1893
___________


Το 1891 ο Κωστής Παλαμάς δημοσιεύει στο περιοδικό Εστία το διήγημα με τον τίτλο «Θάνατος παλληκαριού», ενώ το 1901 κυκλοφορεί και ως βιβλίο. 
Στο άρθρο του με τίτλο «Θάνατος παλληκαριού ή η ανεπαίσθητη υπέρβαση του ηθογραφισμού» - δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία (τόμος 137, τεύχη 1623-1625) το 1995 - ο Βάλτερ Πούχνερ επιχειρεί μια εμπεριστατωμένη φιλολογική και αναλυτική προσέγγιση του διηγήματος του Κωστή Παλαμά. Ο Πούχνερ υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο αφήγημα, αν και φαίνεται να κινείται εντός των πλαισίων της ηθογραφίας, στην πραγματικότητα την υπερβαίνει (ανεπαίσθητη υπέρβαση). Ο συγγραφέας αναλύει πώς ο Παλαμάς χρησιμοποιεί τα ηθογραφικά στοιχεία για να αποδομήσει τον ηρωισμό και να εστιάσει στην ψυχολογία και τη δραματικότητα των ηρώων.


Ευγένιος Ντελακρουά: Σουλιώτες χορεύουν
Μουσείο Λούβρου
__________



Ο Μήτρος Ρουμελιώτης - ως Διγενής Aκρίτας

Το πρώτο επεισόδιο  διαδραματίζεται κατά τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής, στο Θαλασσοχώρι, όπου αγόρια και κορίτσια, άντρες και γυναίκες έχουν μαζευτεί έξω από την εκκλησία αναμένοντας τον Επιτάφιο. Σε μια ατμόσφαιρα γιορτής, ο Μήτρος Ρουμελιώτης χτυπά το πόδι του. Tα χριστολογικά συμφραζόμενα συμπληρώνονται με χαρακτηριστικά της ηρωικής ποίησης: το παλικάρι περιγράφεται ως σωστός Διγενής Aκρίτης, ήδη το όνομά του παραπέμπει στην ενσάρκωση του ιδανικού της λεβεντιάς. Bράχος στην πάλη, σωστός  αετός στο χορό. 

«Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης ήταν αληθινό παλληκάρι κ' είχεν όλα τα χαρίσματα του παλληκαριού· τα λόγια, την ορμή, το φιλότιμο, την ομορφιά και την περηφάνεια, την αγάπη της ζωής και την καταφρόνια του θανάτου.

[…] Αντρειωμένος ήταν˙ τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε να μείνη, σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο να’χανε βίος, κάλλιο να τον εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρὰ ν’ απομείνει σημειωμένος. Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτεί, να γιατρευτεί χωρίς να τ’απομείνει σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθεί απὸ το κρεββάτι, να μη σηκωθεί στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, χωρίς καλά καλά να το νοιώθεται, μονάχα ένα θεὸν ελάτρευε: την Εμορφιά, την άγια την Εμορφιὰ της λεβεντιάς και της υγείας, πόχει εκκλησιά της το κορμί. Και ας τα ‘βαναν με το κορμί του όλα του κόσμου τα κακά· φτάνει να μη του άφηναν τ’ αχνάρια τους σα βρισιὰ και σα λέρα· κορμὶ σημαδιακό, κορμί ντροπιασμένο. Για παλληκάρια σαν το παιδί της Δήμαινας ειν᾿ ατιμία η ασχημιά.

Kαι αυτό το φοβερό παλικάρι θα πατήσει μια λεμονόφλουδα και θα πέσει. “Σκοτώθηκα” φωνάζει προφητικά. Tο μικρό πέσιμο θα αποδειχτεί η μεγάλη πτώση.


Δημήτριος Γαλάνης, «Η Πομπή του Πάσχα» (La procession de Pâques)
___________


Tο μικρό πέσιμο - η μεγάλη πτώση.

Κανεὶς δὲν ἔπεσε νὰ κοιμηθῇ, ὅλοι ἀγρυπνοῦσαν· ποῦ νὰ κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ὅ τι πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, βουβὲς οἱ καμπάνες καὶ στὶς τρεῖς ἐκκλησούλες τοῦ Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ' οἱ καμπάνες γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὰ πάθη, σὰ νἄχουν κι αὐτὲς ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ δὲ μποροῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ καημό τους οὔτε νὰ ξεφωνίσουν. Μόνο τὰ ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τὸν κόσμο στῶν παιδιῶν τὰ χέρια˙ τρέχουν τὰ παιδιά, κι ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά, κι ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, καὶ τὰ χτυποῦνε μὲ κακὸ καὶ μὲ φωνές : «Ὥρα γιὰ τὴν ἐκκλησά! Ὥρα γιὰ τὴν ἐκκλησά!» Κ᾿ οἱ λιγοστοὶ ποῦ ἀπομένουν βάρυπνοι, πετειοῦνται ξαφνισμένοι καὶ τρέχουν στὸ παράθυρο, θαρρῶντας πῶς γλυκοχαράζει καὶ πῶς περνάει κάτου ὁ ἐπιτάφιος. Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, τὴ Μεγάλη Παρασκευή, βουβαίνοντ᾽ οἱ καμπάνες τοῦ θαλασσοχωριοῦ, ἐκεῖνες μόνο γιατί, ἀπ᾿ ἄκρη σ᾽ ἄκρη, τὸ θαλασσοχώρι σηκώνεται στὸ πόδι, γιὰ τὴν ἀγάπη πάλι τοῦ Χριστοῦ, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

Ἔτι κ᾿ ἐκείνη τὴ νύχτα˙ γυναῖκες κι ἄντρες, ἄλλοι χώρια κι ἄλλοι μαζωχτοί, ἔβγαιναν ἀπ᾿ τὰ σπίτια, ἀπὸ τοὺς καφενέδες, καὶ σκορπίζονταν ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ κατὰ τὶς ἐκκλησιές. Οἱ περπατησιές βαρυχτυποῦσαν στὰ καλντερίμια κι ὁλοένα ἐμάκραινε τοὺς ἤχους ὁ ἀντίλαλος τῆς νύχτας. Κ᾿ ἡ νύχτα, δροσοστάλαχτη ἀπριλιάτικη, μ᾿ ἕνα φεγγάρι νυστασμένο ποῦ πάει νὰ βασιλέψῃ καὶ χύνει ἀχνότερη γι᾿ αὐτὸ τὴ λάμψη του στὰ μαῦρα καὶ ξασβέστωτα παλιόσπιτα καὶ στὰ στραβὰ σοκάκια, ποῦ, λίγη, περισσή, ποτὲ κ᾿ ἡ λάσπη δὲν τοὺς λείπει. Οἱ ἐκκλησιὲς ὁλόφωτες, μὲ πόρτες ὀρθάνοιχτες. Κάπου κάπου ξεχύνονταν ὡς ἔξω ἡ φωνὴ τοῦ ἀναγνώστη, πρὶν ἀρχίσουν οἱ θρῆνοι. ᾿Αλλὰ τὸ μεγάλο τὸ πανηγύρι γίνετ᾿ ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὶς ἐκκλησιές. Γύρω σὲ φωτιές μεγάλες θρεμμένες μὲ ῥετσίνα, μὲ κληματόξυλα, μὲ σανίδια, μὲ φρόκαλα, μὲ σκαφίδια καὶ μὲ κοφίνια τῆς μπουγάδας, καὶ κάπου κάπου μ᾿ ὁλόκληρο παραθυρόφυλλο, - ἀλλοίμονο στὰ χαμηλὰ σπιτάκια καὶ στὶς ἀσυλλόγιστες νοικοκυρές, τὴ νύχτα ἐκείνη! - γύρω σὲ φωτιές, τοῦ κόσμου τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παλιόπαιδα, καὶ μέσα στὰ παιδιὰ κι ἄντρες μὲ μουστάκια, πηδοῦνε, τρέχουν, ἀλαλάζουν, δαιμονίζονται˙ κι ἀστραποβολοῦν στὰ σκότη καὶ βροντοχτυποῦν στὴν ἡσυχία οἱ σαλιόρες καὶ τὰ χοντρὰ χαλκούνια - Σῶσον, Κύριε! - κ᾿ οἱ τρακατροῦκες καὶ τὰ χαϊμαλιά, μὲ τέχνη καμωμένα ἀπὸ καλάμια κι ἀπὸ χοντρόχαρτα, καὶ γεμισμένα μὲ μπαρούτι, μὲ μπαρούτι ἀτέλειωτο. Δίσκος γιὰ τὸ μπαρούτι γύριζε μέσα στὶς ἐκκλησιές. ῎Αντρες καὶ παιδιά, φωτοκαίγονταν μ᾽ ἐκεῖνα, τῆς φωτιᾶς τὰ σύνεργα, γιὰ τὴν καλὴ χρονιά. Μπαρούτι μύριζε τὸ Θαλασσοχώρι κ᾿ οἱ ἐνορίτες μὲ τοὺς ἐνορίτες στέκονταν ἀμὰν γιὰ πόλεμο.

Δὲν ἦταν μόνον οἱ ἐκκλησιὲς ἀνοιχτές, τὴν ὥρα ἐκείνη. Ἐδὼ κ᾿ ἐκεῖ πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Ὅσο νἄρθ᾽ ἡ ὥρα ποὺ θὰ βγῇ ὁ ἐπιτάφιος, ὡς τὶς τρεῖς τὸ πρωί, ὅλος ὁ κόσμος δὲ μποροῦσε νὰ περνᾷ τὴν ὥρα του ὁλόρθος μέσ᾽ στὴν ἐκκλησιά ! Μ᾿ ἕνα βαρὺ γλυκό, μὲ ἕνα μεζὲ καὶ δυὸ ῥουφηξιὲς πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανεὶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ παίρνει δύναμη γιὰ νὰ συντροφέψῃ τὸν ἐπιτάφιο.

Κ᾿ ἔτσι σιγὰ σιγὰ οἱ παρέες τραβειούνταν κατὰ τὶς ἐκκλησιὲς μὲ δροσισμένο στομάχι. Τελευταία εἶχε ξεχαστῆ στὸ κρασοπουλειὸ τοῦ Ψημένου μιὰ συντροφιά χαρούμενη· ὁ Μῆτρος ὁ Ρουμελιώτης, ὁ Γιαννάκος ὁ Ταρνάναμας, ὁ Μάρκος ὁ Κανίνιας καὶ τὸ παιδὶ τῆς Χαρίταινας, ποῦ κανεὶς δὲν τὄκραζε μὲ τὄνομά του, ὅσο ποῦ καὶ τὸ ἴδιο τὸ ξέχασε κι ἄκουγε μόνο σὰν τὸν φώναζαν ἡ Ταρία Ταρέλα. Κ᾿ οἱ τέσσαρες θαλασσινοί· ὁ πρῶτος εἶχε ψαροκάϊκο, ὁ δεύτερος δούλευε στὸ ψαροκάϊκο τοῦ πρώτου, ὁ τρίτος ταξίδευε μὲ τὶς μαοῦνες, καὶ ἡ Ταρία Ταρέλα ἦταν ψαρᾶς. Καὶ οἱ τέσσερες εἰκοσιπέντε χρόνων κι ἀδερφωμένοι ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια. Τὸ κρασὶ κ᾿ ἡ κουβέντα τοὺς ἄναψαν τὸ κεφάλι, κι ἂν δὲν ἦταν Μεγάλη Παρασκευή, θὰ τὄσκουζαν. Το τραγούδι μισαγαλινό, ἁπαλὰ ἁπαλά κι ἀθέλητα, ξεφύτρωνε στὰ χείλη τους τέτοια νύχτα. Στὰ ὑστερνά κατάλαβαν πῶς ἄργησαν. Στὸν Ἅη Νικόλα, λίγα ποδάρια παρέκει ἀπὸ τὸ κρασοπουλειό, ἄρχισαν κι ἔψελναν «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι». Ὁ Ψημένος ἔστεκε στὸ φτερὸ γιὰ νὰ κλείσῃ. Πετάχτηκαν στὴ στιγμή. Βρέθηκαν στὸ δρόμο.

« Μωρὲς ξέχασα τὰ βεγγαλικά!» φωνάζει ὁ Κανίνιας.

Τὰ βεγγαλικὰ τὰ εἶχαν γιὰ νὰ τἀνάψουν στὸν ἐπιτάφιο.

«Στὰ πόδια τοῦ τραπεζιοῦ τἀπίθωσα, ζερβὰ στὴν ἀγκωνή, λέει ὁ Μῆτρος· στάσου καὶ στὰ φέρνω».

Καὶ βιαστικὸς ἔκαμε νὰ γυρίσῃ στὸν καφενέ.

Μὰ γυρίζοντας γλυστράει στὸ πεζούλι ἀπάνου, καὶ ξαπλώνεται μακρὺς πλατύς, καὶ γκόπ! ἀκούστηκ᾿ ἕνας ξερὸς κρότος.

Τρία ξεροσκαστὰ γέλοια ξέφυγαν ἀπὸ τὰ στόματα τοῦ Μάρκου, τοῦ Γιαννάκου καὶ τῆς Ταρίας, καὶ μιὰ φωνή, ἕνα «σκοτώθηκα» ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Μήτρου.

«Καλά, ἀδερφέ, ποῦ σκοτώθηκες! σήκω τώρα· μήπως χτύπησες;

Μωρέ, σκοτώθηκα! δὲ μπορῶ νὰ σηκωθῶ ! δὲ μὲ πιστεύετε;»

Καὶ μ᾿ ἕνα βογγητὸ τελείωσεν ὁ λόγος του, κ᾿ ἡ φωνὴ χύθηκε παραπονιάρα, ῥαγισμένη, σὰ νἄχε πάθει ἀπὸ τὸ πέσιμο κι αὐτή. Κ᾿ ἔφτασε σταὐτιά τους ἡ φωνή του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδια, τόσον ἔξαφν᾿ ἀλλαγμένη ἀπ᾿ τὸν πόνο, ξεψυχισμένη, ποῦ τοὺς περίχυσεν ἴδρωτας καὶ τοὺς τρεῖς. Εἶδαν πῶς δὲν ἦταν χωρατά.

«Μωρέ Μῆτρο! » μπόρεσαν μόνο νὰ ξεφωνίσουν, κ᾿ ἔτρεξαν νὰ τὸν πιάσουν, νὰ τοῦ δώσουν χέρι γιὰ νὰ σηκωθῇ.

«Ἔτσι γιὰ τὸ τίποτε· παραπάτησα . . . γλύστρησα νά, σὲ μιὰ φλοῦδ᾽ ἀπάνου· λεμονοκόμματο θὰ ἦταν νὰ πάθω τέτοιο κακό.

῎Αχ! σκοτώθηκα! »

Καὶ πιὸ σιγὰ καὶ πιὸ παραπονετικὰ ἔλεγεν ὅ τι ἔλεγε. Πάλεψε νὰ σηκωθῇ μόνος του, δὲ μποροῦσε᾿ τὸν ἀνασήκωσαν οἱ ἄλλοι.

«Κουράγιο, Μῆτρο!»

Ὁ Μῆτρος δὲ μποροῦσε νὰ σταθῇ στὰ πόδια του· τὄνα του πόδι, τὸ δεξί, δὲν τὄννοιωθε πιὰ γιὰ πόδι, τοῦ φαίνοταν σὰν ἀπὸ σίδερο, τοῦ στέκονταν ἀσάλευτο. Τὸν κρατοῦσαν ἀπὸ τὶς μασχάλες. Ὁ Ψημένος εἶχε κλείσει τὸ μαγαζὶ κ᾿ ἐστέκοταν κι αὐτὸς γιὰ νὰ βοηθήσῃ. Παραπέρα οἱ φωνὲς τῶν παιδιῶν ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ σκορπειοῦνται καὶ βοΐζουν· ξεσποῦν στὸν ἀέρα τὰ χαλκούνια˙ κ᾿ ἡ νύχτα ἀστράφτει, βροντάει καὶ σφυρίζει, καὶ ῥίχνει βροχὴ ἀπὸ σπίθες. ᾿Απὸ τὶς πόρτες καὶ τὰ παράθυρα τ᾿ Αη Νικόλα τὰναμμένα κεριά κ᾿ οἱ λαμπάδες τοῦ ἐπιταφίου φαντάζουν σὰν ἀστέρια· δροσερὰ παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται : «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, ποῦ ἔδει σου τὸ κάλλος;»


Rogier van der Weyden, The Descent from the Cross, 1435 -1438, 
Museo Nacional del Prado, Madrid
________


Ο Μήτρος ως Δον Κιχώτης

Mε τη διαζωγράφηση της πασχαλινής ατμόσφαιρας (“ω γλυκύ μου έαρ”) και την επίκληση της παραδοσιακής μορφής του ρουμελιώτη ήρωα και παλικαριού, – ένα σύμβολο που διατρέχει την ελληνική παράδοση από τη βυζαντινή ηρωική ποίηση ώς τους ήρωες του ’21 και την κοσμοαντίληψη του κλέφτικου τραγουδιού, – ο αναγνώστης σχεδόν αυτόματα ταυτίζει τον ήρωα με το ιδανικό της λεβεντιάς στην ελληνική παράδοση. Ωστόσο αυτή η ισχυρή ταύτιση, την οποία προκαλεί ο Παλαμάς με την επίκληση των συμβόλων της παράδοσης, ήδη στο πρώτο μέρος, με αλλεπάλληλες τραγικές ειρωνείες, υφίσταται κάποιο κλονισμό: ο Mήτρος δεν κάνει τίποτε σωστό για τη σωτηρία του, μόνη φωτεινή μορφή όλου του έργου είναι ο επιστήμονας γιατρός, ο οποίος ωστόσο δεν έχει μεγάλη υπόληψη στον κόσμο της δεισιδαιμονίας των θαλασσοχωριτών. Aκόμα κι όταν ο αναγνώστης πείθεται τελικά πως πρόκειται για μια ιστορία πεπρωμένου, το αναπόφευκτο τραγικό βρίσκεται στον παθητικό χαρακτήρα του Mήτρου, που παραδίδεται αμαχητί στον κόσμο της μητέρας του και στο λαϊκό πολιτισμό των χωρικών, οι οποίοι γρήγορα συμβιβάζονται με την ιδέα του μοιραίου.

Στο μέσον του έργου, όπου μπαίνουμε στον εφιαλτικό κόσμο των κομπογιαννιτών και τον ακόμα πιο σκοτεινό των μαγισσών, το ίνδαλμα της εθνικής παράδοσης του κλεφταρματολού απομυθοποιείται ανελέητα. Tου καταστρέφουν το πόδι τελείως· από δω και πέρα θα προχωρήσει η γάγγραινα, και το πόδι θέλει ακρωτηριασμό για να σωθεί. Aλλά ο Mήτρος αρνείται. Kαι αντί ν’ ακούσει την επιστήμη παραδίδεται σε μάγια και μάγισσες: στη γριά τη μάντισσα, ύστερα στην Oβριά από τα Γιάννενα, στο μάντη από τον  Έπαχτο. 

H απομυθοποίηση του ήρωα στη “νύχτα των νεράιδων”, φτάνει στο αποκορύφωμα: μάνα και γιος ξενυχτάνε στην εκκλησία και βλέπουν φαντάσματα και ακούνε θορύβους, τρέμουν από το φόβο, πως οι νεράιδες θα τους πάρουν τη μιλιά. O φοβερός λεβέντης έγινε ένα τρομοκρατημένο παιδί, ο ατρόμητος ήρωας της παράδοσης κωμική φιγούρα ευτράπελων διηγήσεων, που πλάθονται για την κουταμάρα και ηλιθιότητα των ανθρώπων. Tο ίνδαλμα της λεβεντιάς έγινε εκπρόσωπος της ανθρώπινης βλακείας. H σήψη και η γάγγραινα κάνουν τις γάτες στα κεραμίδια φαντάσματα και ξωτικά. 

O Παλαμάς με τη γλωσσική του μαεστρία μας κάνει να βλέπουμε τα πράγματα με τα μάτια του ίδιου του φοβισμένου Mήτρου, μάρτυρες του παλιμπαιδισμού του, και η κωμικότητα της σκηνής, όπου μάνα και παιδί στέκονται στο σκοτάδι και βλέπουν τα δικά τους φαντάσματα και δεν μιλούν, μήπως οι νεράιδες τους πάρουν τη μιλιά, αντισταθμίζεται με τη συμπάθεια, που έχει εξασφαλιστεί από την αρχική ταύτιση του Mήτρου με τον ήρωα της εθνικής παράδοσης. Δεν μπορούμε να γελάσουμε με τον Δον Kιχώτη που αυτοκαταστρέφεται. Mε την ταπείνωση του Mήτρου ταπεινώνεται και ο αναγνώστης, που έχει παγιδευτεί στην αρχική του ταύτιση με το εθνικό σύμβολο του ηρωισμού.



Jacopo Pontormo, The Deposition from the Cross, 1525–1528, 
church of Santa Felicita, Florence.
__________


Ο Μήτρος ως Εσταυρωμένος Διγενής

Aλλά το φινάλε τον αποζημιώνει. O Mήτρος ανυψώνεται πριν απ’ το θάνατό του πάλι στα ύψη του πραγματικού ήρωα· προετοιμάζει προσεκτικά το δικό του θάνατο: ανοίγει το παράθυρο, μπαίνει το φως της άνοιξης, στολίζεται όπως οι αρχαίοι Σπαρτιάτες πριν από τη μάχη με βέβαιο θάνατο, και δίνει εντολή στη μάνα του ν’ αρχίσει το μοιρολόι, για να το ακούσει ο ίδιος, ακόμα ζωντανός. H σκηνοθεσία της νεκρώσιμης σκηνής υπερβαίνει την παράδοση, και το ηρωικό του ανάστημα υψώνεται σε μνημειακά μεγέθη. O κόσμος που καταφτάνει βλέπει το νεκρό ακόμα ζωντανό και παρακολουθεί το ψυχομαχητό του. Συμφύρονται τα πάθη του Mήτρου με τα Πάθη του Xριστού, ο θρήνος της Δήμαινας με τον επιτάφιο θρήνο και ο θάνατος του παλικαριού με το Θάνατο του Διγενή. 

Στο τελικό tableau εναρμονίζεται και η φύση: από τον ήλιο που βασιλεύει ξεκινάει ο πύρινος ποταμός της Δευτέρας Παρουσίας προς το σπίτι του Mήτρου, τη στιγμή που κρίνεται η ψυχή του στη ζυγαριά του αρχάγγελου Mιχαήλ. O αναγνώστης κινείται πάλι στο γνωστό πεδίο των συμβολισμών της ελληνοχριστιανικής παράδοσης και λυτρώνεται από τις αμφιβολίες και τις ταπεινώσεις του μεσαίου μέρους του διηγήματος. O Mήτρος, το φοβισμένο παιδί, έγινε πάλι ο Mήτρος Διγενής Aκρίτης και Xριστός. H αρχική ταύτιση του αναγνώστη επιβεβαιώνεται πανηγυρικά και ανακουφισμένος ξεχνάει την απομυθοποίηση και ταπείνωση του ήρωα. Bέβαια η τελευταία σκηνή του έργου τον γυρίζει πάλι στον κόσμο των μαγισσών και κάπως σχετικοποιεί το ηρωικό φινάλε.

Oι μακροδρομές του αφηγήματος θα μπορούσαν να περιγραφούν ως ένα τρίπτυχο: ατύχημα – άστοχες θεραπείες – θάνατος, η πορεία των συμβολισμών του ήρωα είναι κυκλική: Διγενής – Δον Kιχώτης – Eσταυρωμένος Διγενής. O αναγνώστης βρίσκεται από την αρχή ώς το τέλος σε μια ισχυρή συγκίνηση και συναισθηματική φόρτιση, που ξεκινάει και τελειώνει με την ταύτιση του κεντρικού ήρωα με την ελληνική παράδοση από τον Διγενή Aκρίτα ώς το 1821 και την ένταξη των γεγονότων στα θρησκευτικά και βιωματικά συμφραζόμενα της Mεγάλης Παρασκευής, όπου ο ήρωας ταυτίζεται τελικά με το Θεάνθρωπο. Έτσι η απομυθοποίηση και εν μέρει και γελοιοποίηση στο μεσαίο μέρος, ως άβουλου παιδιού στα χέρια των ψευτογιατρών και φοβισμένου έρμαιου στις προφητείες των μαγισσών, αυτού που δεν φοβόταν κανένα και τώρα τρέμει τα φαντάσματα της νύχτας, λειτουργεί ως κρίση των αξιών, η οποία παίρνει διαστάσεις εθνικές: με το λαϊκό πολιτισμό της Tουρκοκρατίας η Eλλάδα του αστικού fin de siècle δεν μπορεί να μπει στον αιώνα της Eπιστήμης· το ίνδαλμα της εθνικής παράδοσης χάνεται αν μείνει στον κόσμο και τη νοοτροπία των Eλλήνων θαλασσοχωριτών.

Oι πολλαπλές τραγικές και κωμικές ειρωνείες του Παλαμά ωστόσο αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα: ποιος σταύρωσε τελικά τον Mήτρο; Γιατί το παλικάρι έπρεπε να πεθάνει; O Παλαμάς ήταν γνωστός λάτρης της επιστήμης και ταυτόχρονα μαγεμένος από την ποιητικότητα του λαϊκού πολιτισμού. Στο επίπεδο του ιδεολογικού μηνύματος, νομίζω, - καταλήγει ο Βάλτερ Πούχνερ στη μελέτη του - ο “Θάνατος παλληκαριού”  είναι το κύκνειο άσμα του ηθογραφικού διηγήματος, ενώ στην αφηγηματική μορφή και στη συμβατική θεματολογία αποτελεί το αποκορύφωμά του.



Guido Borelli, La-Strada del Lago
__________

Πέρασε κι ὁ χειμῶνας. Ἔλυωσαν τὰ χιόνια τοῦ Ζυγοῦ, μόνο ἡ κορφή του πρόβαλλεν ἀκόμα τυλιγμένη σὰ μέσα σὲ ψιλὰ κατάλευκο γιασμάκι.

Στὸ Μισόκαμπο λουλούδιζαν οἱ μυγδαλιὲς καὶ στὰ σπιτάκια τοῦ Θαλασσοχωριοῦ, μέσ᾿ ἀπὸ κάθε χαγιάτι καὶ κάθε λιακωτό, μέσα σὲ λογῆς λογῆς γαστροῦλες καὶ κασσελάκια, πρασίνιζεν ὁ βασιλικός, τὸ δυόσμο, τὸ δεντρολίβανο, κι ἄνθιζαν τὰ ῥόδα, τὰ γαρούφαλα, τὰ μανουσάκια καὶ οἱ βιολέττες. Καὶ τὸ πιὸ φτωχόσπιτο τὸ ἔβλεπες πλούσιο σὲ μυριστικά, καὶ τὰ κορίτσια τοῦ Θαλασσοχωριοῦ, μὲ τὶς θρεμμένες πλεξίδες καὶ τὰ βεργολυγερὰ κορμάκια τους, τὸ εἶχαν ξεχωριστὴ δουλειὰ τὴν ἄνοιξη νὰ τὰ ποτίζουν καὶ νὰ τὰ ξεδιαλέγουν τὰ λουλούδια τους. Κ᾿ ἐκεῖ κάτω ἀπ᾿ τὰ χαγιάτια κι ἀπ᾿ τὰ λιακωτά, σὲ πόρτες καὶ σὲ παράθυρα κι ἀνάμεσα στὶς γάστρες ἔχτιζαν καὶ τὰ χελιδόνια τὶς φωλιές· τί εὔκολα, ποῦ εὔρισκαν τόπο γιὰ νὰ χτίσουν τὶς φωλιές τους ἐκεῖ πέρα· ὅσο φτωχότερα ἦταν χτισμένο τὸ σπίτι, τόσο πλουσιώτερα, τόσο ἀφοβώτερα ἐζοῦσαν τὰ χελιδόνια τὰ καημένα· καὶ θαρρεῖς τὸ γνώριζαν κι αὐτά. 

Στὸ σπιτικὸ τοῦ Μήτρου τοῦ Ῥουμελιώτη κανένα λουλούδι δὲν εἶχε ἀνοίξει˙ δυὸ τρεῖς γαστροῦλες ἐστέκονταν ἀπάνω στὸ μπαλκόνι γυμνές, σὰ νὰ διάβηκεν ἀπάνω τους ἀράπικο ποδάρι. Στὸ μυαλὸ τῆς Δήμαινας φροντίδες γιὰ λουλούδια δὲ χωροῦσαν. Τὸν περασμένο χειμῶνα ἔρριξε τάνεμόβροχο τὶς γάστρες μὲ τὶς τάβλες ποῦ τὶς ἐκρατοῦσαν καὶ στόλιζαν τὴ μπροστινὴ τὴν ὄψη τοῦ σπιτιοῦ ἀπ᾿ ἄκρη σ᾽ ἄκρη, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὰ καὶ τὶς φωλιές ποῦ καρτερούσανε τὰ χελιδόνια. Κανεὶς δὲ συλλογίστηκε νὰ τὶς ξαναστυλώσῃ. Καὶ σὰν ἦρθεν ἡ ἄνοιξη καὶ γύρισαν καὶ τὰ πουλιά της, δὲ στάθηκαν στὸ σπίτι κ᾿ ἔφυγαν τὸ χαλασμό, ἀνήσυχα χτυπῶντας τὰ φτερά.

Πέρασαν οἱ ἀποκριές, κ᾿ ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, μὲ τὸ καλό, ἦταν στὰ τελευταῖα. Κ᾿ ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν ξαναγύρισεν. Ὁ ἀπρίλης, νιόφερτος, ξανάνιωσε τὴ ζωὴ καὶ νέα δύναμη σκορποῦσε γιὰ τῆς ζωῆς τὸν ἀγῶνα· νέες χαρὲς ἔννοιωθεν ἡ ψυχή, νέες φροντίδες ξεφύτρωναν στὸ νοῦ· σὰν τἄνθη ξάνοιγαν οἱ ἀγάπες, οἱ ἐκκλησιὲς ἀνοιχτές μοσχοβολοῦσαν ἀπὸ λιβάνι, κ᾿ οἱ καρδιές, ἀνοιχτότερες, μοσχοβολοῦσαν ἀπὸ ἐλπίδες. Τέτοια ἐποχὴ γλυκαίνεται κι ὁ βασανισμένος· κι ὁ ἀπελπισμένος παίρνει ὁρμή· κι αὐτὸς ποῦ εἶν᾿ ἕτοιμος νὰ ξεψυχήσῃ, τὴν ἀγκαλιάζει σφιχτότερα τὴ ζωή, κοιτάει νὰ τὴν πουλήσῃ ὅσο μπορεῖ ἀκριβώτερα.

Ὁ Μῆτρος δὲν εἶχε πλέον γλυτωμό. Μετρημένες ἦταν οἱ μέρες του. Πάνε κ' οἱ γιατροὶ μὲ τὰ γιατρικά, πάνε κ' οἱ μάγισσες μὲ τὰ μαντολόγια. Γαγγραίνιασε τὸ πόδι. Τὸ φαρμάκι ἀνέβαινε ὁλοένα κι ἀπλώνοταν στὸ αἷμα. Κ᾿ ἐκεῖνος ἀμίλητος, ἄσειστος, μόνο τὰ μάτια του μιλοῦσαν, γοργοκίνητα, γυαλιστερά, λὲς καὶ περίμενε τὸ Χάρο, γιὰ νὰ λογαριαστοῦν. Ἡ δόλια ἡ Δήμαινα εἶχε καταντήσει ἀγνώριστη ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια κι ἀπὸ τὴ λύπη, σωστὸ σαράβαλο. Ὁ Μάρκος ὁ Κανίνιας, ὁ Γιαννάκος ὁ Ταρνάναμας κ᾿ ἡ Ταρία Ταρέλα οὔτε μιλοῦσαν οὔτε τὸ κουνοῦσαν ἀπ᾿ τὸ πλευρό του. Τη Μεγάλη Πέμπτη ἔφεραν τὸν παπᾶ Θύμιο καὶ τὸν μετάλαβε.

Ἡ Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσεν ὄχι σὰν τὶς ἄλλες χρονιές, μὲ μαῦρον οὐρανό. Ξημέρωσε καταγάλανη κι ὁλόξανθη. Μὲ τὴν πρώτη ἀχτῖνα τοῦ φωτὸς ποῦ γλύστρησεν ἀπὸ τὴ χαραμάδα στὸ στρῶμα τοῦ Μήτρου, ὁ Μῆτρος ἐσπαρτάρησε κ᾿ ἔβγαλε φωνὴ τρανὴ κ᾿ ἔκραξε :

« Μάννα, ἥλιο θέλω, ἀέρα θέλω· ἄνοιξε τὸ παράθυρο!»

Κι ἀνοίγει τὸ παράθυρο κι ὁ ἥλιος πλημμυρίζει τὸ σκοτιδιασμένο, τὸ ἔρμο σπίτι. Σὰν πανηγύρι χύνεται τὸ φῶς του σὲ πάτωμα, σὲ τοίχους, καὶ σὲ κάθε τι. Τὸν περιχύνει τὸν ἄρρωστο, καὶ θἄλεγες πῶς ἦταν αὐτὸς ὁ μόνος γιατρὸς κι ὁ μόνος μάγος. Τὰ μακρειὰ κι ἀχτένιστα μαλλιά του τἀναταράζει τὸ πρωϊνὸ τἀγέρι ποῦ μὲ βία χύθηκεν ἀπ᾿ τἀνοιχτὸ παράθυρο. Κι ἀπ᾿ τἀνοιχτὸ παράθυρο τὰ μάτια του τραβᾶνε ἴσα ὁλόϊσα κι ἀνταμώνονται μὲ τὸν ἥμερο γιαλὸ τοῦ Θαλασσοχωριοῦ· τὸν ἴδιο τὸ γιαλὸ ποῦ ἀλλάζει χίλια χρώματα σὰ χίλια ὄνειρα σὲ κάθε χρυσοφίλημα τοῦ ἥλιου ἀπ᾿ τὸ πρωί ὡς τὸ βράδυ. Μόνο πῶς ὁ αὔγουστος δὲ μποροῦσε τότε νὰ τοῦ δώσῃ τὴ μυστικὴ ἐμορφιὰ ποῦ σήμερα τοῦ δίνει ὁ ἀπρίλης, πλασμένη ἀπ᾿ ὅλες τὶς πνοὲς κι ἀπ᾿ ὅλες τὶς λαχτάρες τῆς ζωῆς. Καὶ σὲ μιὰν ἄκρη τοῦ μόλου, τὰ μάτια του ξανοίγουν ἕνα καϊκάκι, τὸ ἴδιο τὸ καϊκάκι του, ξαρματωμένο ἐκεῖ, παραρριμένο. Καὶ σὰ νὰ φώτισεν ὁ ἥλιος τὸ λογισμό του πιὸ βαθειὰ κι ἀπὸ τὸ σπίτι του, κατάλαβε κι αὐτὸς πῶς ἦρθεν ἡ στερνή του ἡ ὥρα, πῶς ὁ Χάρος πλάκωσε, καὶ πῶς ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ σὰν ἄξιο παλληκάρι, μὰ τὸν κὺρ Ἥλιο ποῦ τοῦ φώτιζε τὸν ὑστερνό του δρόμο. Κι ὁ μάγος ὁ ἥλιος τὸν ἐμάγεψε˙ τὸν ἐμέθυσε μὲ ἕνα παράξενο κι ἀπάντεχο κρασί, καμωμένο ἀπὸ ζωὴ κι ἀπὸ θάνατο.

«Ἕνα καθρέφτη, μάννα, ἕνα καθρέφτη!»

Τοῦ ξάναψεν ἔξαφνα ἡ ἔγνοια τοῦ στολιδιοῦ ἤθελε νὰ συγυρίσῃ τὴ λεβεντιά του γιὰ τὸ ταξίδι τοῦ κάτου κόσμου. Τοῦ φαίνονταν πῶς ἑτοιμάζονταν νὰ πάῃ στὸ πανηγύρι τοῦ Ἅη Λιᾶ, στὰ πλάγια τοῦ Ζυγοῦ. Κ᾿ ἡ μάννα ποῦ ἀλάλιασεν ἀπ᾿ τὴ συμφορά, ποῦ ἀγρικοῦσε καὶ δὲν ἔννοιωθε, ποῦ ἔννοιωθε χωρὶς νὰ συλλογίζεται, τοῦ φέρνει τὸν καθρέφτη.

Ἐπῆρε τὸν καθρέφτη, κι ἄρχισε νὰ κοιτάζεται μέσα σ᾽ αὐτόν· ὄχι νὰ κοιτάζεται, μὰ νὰ κοιτάζῃ μέσα σ᾽ αὐτὸν χίλιες ἐνθύμησες, χίλιες εἰκόνες ἀπ᾿ τὰ μικρά του χρόνια ὡς τὰ τωρινά· εἰκόνες κ᾿ ἐνθύμησες, θαφτές μέσα στὸ νοῦ του, ποῦ ξεθάφτονταν γιὰ ὑστερνὴ φορὰ κι ἀνασταίνονταν καὶ σὰν πουλάκια γοργόφτερα τὶς ἔβλεπε μὲ τὰ σβυσμένα μάτια του νὰ σπαρταροῦνε μέσα στὸ γυαλί. Κ᾿ ἔλεγε πῶς ἦτον ὁ καθρέφτης ὡσὰν ἐκεῖνον τὸ μαγικό, τὸν περίφημο, ποῦ μέσα του ξάνοιγες ὅλα τὰ μακρυνὰ τὰ περασμένα καὶ ὅλα τὰ μακρυνὰ τὰ μελλόμενα. Κ᾽ ὕστερα μὲ μιᾶς δὲν ἀντίκρυσε άλλο τίποτε μέσα στὸν καθρέφτη παρὰ τὸ κατάχλωμο πρόσωπό του καὶ τὸ σωμένο του κορμί. Καὶ πάλι ἀκούστηκε νὰ λέῃ μ' ἐκεῖνον τὸν ἀλάλητο καημὸ τῆς λεβεντιᾶς:

«Αχ! ὡραῖα νιάτα ποῦ θὰ φάῃ ἡ γῆς!»

Καὶ καθὼς εἶπεν «ὡραῖα νιάτα», ἔτσι τὸν πῆρε γιὰ στερνὴ φορὰ κ᾿ ἡ φροντίδα τῆς νιότης, τοῦ στολισμοῦ καὶ τῆς ἐμορφιᾶς, ἡ φροντίδα, ποῦ δὲν τἀφίνει τὰ παλληκάρια καὶ μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χάρου. Κι ἄρχισε νὰ τὰ χτενίζῃ, νὰ τὰ χτενίζῃ τὰ σγουρά μαλλιά, τὰ φουντωμένα κι ὁλόμακρα, ποῦ εἶχαν ρουφήξει, θαρροῦσες, ὅλη τὴ φρεσκάδα καὶ τὴ δύναμη τοῦ κορμιοῦ, γι᾿ αὐτὸ φούντωσαν ἔτσι καὶ μάκρυναν. Κι ἔστριβε τὸ μουστάκι του σὰ νὰ ἦταν ἕτοιμος γιὰ δεύτερ᾽ ἀρραβωνήσια. Κι ὅταν ἀπόκαμε πιά, σὰ νὰ τοῦ φώτισεν ἄξαφνο φῶς τὸ νοῦ του, ἔτσι καθὼς ἦταν ἀκουμπιστός, εἶπε στὴ μάνα του:

Τώρα, δυστυχισμένη μάννα, τόσον καιρὸ ἔκανα κουράγιο, ἔλεγα πῶς δὲ θὰ πεθάνω... Μιὰ χάρη τώρα σοῦ ζητάω. Κλάψε με νὰ σ᾽ ἀκούσω.»

- Μπά! παιδί μου, τί λόγια εἶν᾿ αὐτά; Νὰ σὲ κλάψω; Ἵσα μ᾿ αὐτοῦ ἦρθες; τραύλιζεν ἀλαλιασμένη ἡ μάννα.

-Αχ! καὶ πάλι ἄχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τὰ νιάτα χῶμα γίνονται κ᾿ ἡ λεβεντιά χορτάρι, καὶ τὸ σαΐνικο κορμὶ χῶμα καὶ τὸ πατοῦνε ! Ὅπου πὰς καὶ σταθῇς, μάννα, νὰ τὸ λές».

Σώπασε λιγάκι, κ᾿ ἔξαφν᾿ ἀνατινάχτηκε ἀπελπισμένα καὶ φώναξε:

«Δὲ θέλω νὰ πεθάνω μοναχικά˙ κόσμο θέλω.῎Ανοιξε, μάννα, τὴν πόρτα, νὰ μπῇ κόσμος μέσα.»

Θὰ κόντευε τὸ μεσημέρι. Γύριζαν οἱ Θαλασοχωρίτες ἀπ᾿ τὴν ἐκκλησιάν. ῎Αντρες, γυναῖκες, παιδιά, κρατοῦσαν ἄνθη στὸ χέρι, τἄνθη τοῦ ἐπιταφίου. Ὅταν ἄξαφνα φτάνει σταὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅλων ἐκείνων, ποῦ ἔβγαιναν ἀπ᾿ τὸν Ἅη Νικόλα, κι ὅλων ἐκείνων ποῦ περνοῦσαν ἀπὸ κεῖ, – κ᾽ ἦταν ἀδιάκοπο τὸ διάβα κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνη, – φτάνει ἕνας ἦχος ἀργός, βραχνός, λυπητερός· λυπητερὸς ποῦ σήκωνε τὶς τρίχες καὶ σὲ σπάραζεν, ἦχος βγαλμένος σὰν ἀπὸ ζωντόβολο, σὰν ἀπὸ ἄνθρωπον· ἦχος ποῦ κατέβαινε καὶ ὑψώνονταν, κ᾿ ἐπνίγονταν, καὶ χύνονταν καὶ δέρνονταν· ἦχος ποῦ ἦταν καὶ μίλημα, καὶ οὔρλιασμα, καὶ θρῆνος, καὶ παράπονο, καὶ κλάψιμο, καὶ γέλιο, καὶ βρισιά, καὶ τραγούδι· τραγούδι τρομασμένης, ξετρελλαμένης, ἀπελπισμένης ψυχῆς. Κ᾿ οἱ διαβάτες ἄκουγαν, στέκονταν, ἀνατρίχιαζαν, αὐτιάζονταν, ἔνοιωθαν, κουνοῦσαν τὰ κεφάλια κ᾿ ἔλεγαν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου:

«Μυρολόϊ ! ποιὸς νὰ πέθανε;»

Κάποιος ἔδειξε τότε τὸ σπίτι τῆς Δήμαινας, κ᾿ ἔκραξε:

«Δὲν τὸ ξέρετε; ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Δήμαινας βγαίνει τὸ μυρολόϊ. Πέθανε ὁ ᾿Αφεντομῆτρος!»

Πέθανε ὁ Μῆτρος! ὁ Μῆτρος ὁ λεβέντης, ποῦ βασανίζονταν ἕνα χρόνο στὸ στρῶμα. Ὁ Μῆτρος ὁ χτυπημένος, ὁ ζηλοφθονεμένος, ὁ μαγεμένος, ὁ ἀδικοσκοτωμένος! Σὰ χαλάζι ἔπεσε τὸ μαντάτο στὸ Θαλασσοχώρι. Κι ὅσοι τἄκουγαν, ἀναστέναζαν, ἔσμιγαν μὲ βία τὶς ἀπαλάμες, κ᾿ οἱ γυναῖκες τραβοῦσαν τὰ μάγουλα σὰ νὰ μὴ τὸ περίμεναν ἀπὸ τόσους μῆνες. Δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ χωνέψουν. Ὅταν πεθαίνει παλληκάρι σὰν τὸ Μῆτρο, πεθαίνει ὁλόκληρη ζωή, σβειέται ὁ ἥλιος ! Καὶ τότε στάθηκεν ἕνα πρᾶμα, ποῦ δὲ θυμοῦνται οἱ γεροντότεροι νὰ ξαναστάθηκε κι ἄλλη φορὰ στὸ Θαλασσοχώρι. Καθένας ποῦ ἄκουγε τὸ νέο, τὸ ἔλεγε τοῦ ἄλλου καὶ ἀμέσως, ὅπως ἦταν κι ὅπου βρίσκονταν, τραβοῦσε γοργὰ κατὰ τὸ σπίτι τοῦ Μήτρου Ποῦ μαζεύτηκεν ὅλος ἐκεῖνος ὁ κόσμος; γυναῖκες ὀμορφοσυγυρισμένες μὲ τὰ μαῦρα φακιόλια· γυναῖκες ἀνάλλαγες, ὅπως βρίσκονταν στὰ σπίτια τους· κάθε λογῆς ἄντρες, νοικοκυραῖοι, δουλευτάδες τῆς θάλασσας καὶ τῆς στεριᾶς˙ παιδάκια ποῦ τὰ κρατοῦσαν ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ παιδάκια στὸ βυζὶ τῆς μάννας· ὅλοι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ τραβοῦσαν ἴσια ἐκεῖ. Ἔλεγες πῶς μέσα στὸ σπίτι ἐκεῖνο γίνονταν τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ ἔχει στηθῆ ἕνας ἄλλος ἐπιτάφιος. Καὶ πολλοὶ κρατοῦσαν ἀκόμα στὰ χέρια τους ἄνθῃ, ἄνθη ἀπὸ τὸν ἐπιτάφιο, κ᾿ ἔλεγες πῶς πήγαιναν νὰ τὰ ῥίξουν ἀπάνω στὸ στρῶμα τοῦ πεθαμμένου, μ᾿ αὐτὰ νὰ τοῦ εὐωδιάσουν τὸν τελευταῖο ὕπνο, νὰ τὸν ἁγιάσουν τὸ νεκρό.

Τὸ σπίτι ἐπρόβαλλε μ᾿ ἀνοιχτὰ παραθύρια, μὲ πόρτα ὀλάνοιχτη. Τόλουζεν ὁ ἥλιος τοῦ μεσημεριοῦ. Νὰ μὴν ἤξερε κανεὶς τίποτε, νὰ μὴ γρικοῦσε τὸν ἦχο, θὰ στοχάζονταν, ὄχι πῶς διάβαινεν ὁ Χάρος ἀπὸ κεῖ, μὰ πῶς εἶχε στηθῆ μεγάλο πανηγύρι. Κανεὶς δὲν τὸν κρατοῦσε τὸν κόσμο ἐκεῖνον. Ὅσοι ἔτρεξαν πρῶτοι, δρασκέλησαν τὸ κατώφλι, ἀνέβηκαν, τράβηξαν ἴσα μέσα, σκόρπισαν σ᾽ ὅλα τοῦ σπιτιοῦ τὰ χωρίσματα. Οἱ ἄλλοι καρτεροῦσαν ἀπ᾿ ὅξω. Κι ὅλο ἔρχονταν. Κι ὅλο κατέβαιναν, κι ὅλο ἄραζαν ἄνθρωποι μπροστὰ στὸ σπίτι. Κ᾿ ἔξαφνα πάλι ὅσοι πρόφτασαν καὶ πρωτανέβηκαν στὸ σπίτι, πρόβαλαν στὰ παράθυρα, κατέβηκαν πάλι, λαχανιασμένοι, ἀποσωμένοι, κίτρινοι, καὶ ἔφεραν νέο μαντάτο: «Δὲν πέθανεν ἀκόμα, δὲν πέθανε. Ψυχομαχάει· κ᾿ ἔβαλε νὰ τὸν μυρολογήσουν ζωντανό! Μωρέ, ἀκούς; δὲν ξαναστάθηκε τέτοιο πρᾶμα!»


Michelangelo’s Pieta (1504)
__________

Κι ἀλήθεια ἦταν· ὅσοι ἔμπαιναν μέσα στὸ σπίτι μαρμάρωναν. Ἐκεῖ ποῦ περίμεναν νὰ τὸν ἰδοῦν πεθαμμένο καὶ νὰ τὸν νεκροφιλήσουν, τὸν ἀντίκρυζαν ἀνακαθισμένο στὸ στρῶμ᾽ ἀπάνου, μ᾿ ὀργισμένη ὄψη, μὲ γουρλωμένα μάτια, μὲ τεντωμένα αὐτιά, σὰν ἄτι ἀνυπόμονο νὰ τρέξῃ στὸν κάμπο, σὰν παλληκάρι ποῦ καρτεροῦσε νὰ τοῦ φορέσουν τἄρματα γιὰ νὰ χυθῇ. Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ μαζωχτὴ ἡ γρηὰ Δήμαινα καὶ ἀσάλευτη, μὲ λείψανο κορμιοῦ μονάχα, μὲ δίχως ψυχή, μὲ δίχως δάκρυα· ὅλη της ἡ ζωὴ εἶχε γίνει φωνή, μὰ ὄχι φωνὴ γυναίκας, ἡ φωνὴ τῆς ἴδιας τῆς ἀπελπισιᾶς. Καὶ τραγουδοῦσε σ᾽ ἕνα σκοπὸ δικό της, ποῦ δὲν ξανακούστηκε κ᾿ ἔλεγε:

Ὀμορφονιὸς ψυχομαχάει, ὀμορφονιὸς πεθαίνει, ἀνάψτε πράσινα κεριὰ καὶ κίτρινες λαμπάδες, νὰ φέξουνε τόμορφονιοῦ νὰ κατεβῇ στὸν ἅδη. Σκαλί σκαλὶ κατέβαινε, σκαλὶ σκαλὶ ἀνεβαίνει.

Ἡ Βασίλω ἡ συμπεθέρα της, ποῦ δὲν μποροῦσε νὰ βαστάξῃ, κάτι θέλησε νὰ τῆς εἰπῇ:

«Καημένη Δήμαινα, δὲν ξαναστάθηκε τέτοιο στὴν οἰκουμένη, τὸ παιδί σου νὰ ζῇ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷς!»

Ἀλλ᾿ ἀντὶ νἀποκριθῇ ἡ μάννα, τὸ παιδὶ ἀποκρίθηκε:

«Πήγαινε στὴ δουλειά σου· τώρα θέλω νὰ μὲ κλάψη!»

Καὶ γυρίζοντας πρὸς τὴ μικροπαντρεμένη τὴ Λόλω, στὴν ξαδερφούλα του, ποῦ ἔστεκε γονατιστὴ κ᾿ ἔκρυβε τὰ σιγαλά της δάκρυα μέσα στὸ μαντίλι της, τὴν ἀγριοκοίταξε καὶ τῆς λέει:

«Μωρὴ Λόλω, γιατί δὲν κλαῖς καὶ σύ;»

Κι ἀκολουθοῦσε τὸ μυρολόγι:

Κ' ηὕρεν τον ἕνας σκώληκας, μὰ καὶ τὸν ἐρωτάει:
Ποῦ πάς, ἀσήμι, νὰ χαθῇς, μάλαμα, νὰ θολέψης;
Ποῦ πάς, ἀργυροκούδουνο, νὰ χάσῃς τὴ λαλιά σου;

Κι ἀπὸ τὰ χείλη τῆς μάννας τὸ μυρολόγι ξεφύτρωσε στὰ χείλη τῶν γυναικῶν τῶν ἄλλων, καθὼς τὰ δάκρυα φέρνουν δάκρυα καὶ τὰ γέλοια γέλοια, καθὼς τὸ κερὶ ἀνάφτει ἀπὸ ἄλλο κερί, καθὼς ἁπλώνονταν κάποτε κ᾿ ἡ πλυμμύρα τοῦ γιαλοῦ καὶ σκέπαζε τὸ Θαλασσοχώρι. Καὶ μέσα στὶς γυναῖκες ποῦ μυρολογοῦσαν, ἄλλες γυναῖκες πρόβαλαν μ᾿ ἀνθοστέφανα καὶ μὲ χλωρὰ μπουκέττα, κι ἄλλες παραπέρα, στἄλλα χωρίσματα, κασσέλλες ἄνοιγαν κ᾿ ἑτοίμαζαν ῥοῦχα γιὰ τὸ νεκρὸ ποῦ ἀκόμ᾿ ἀνάσαινε, κι ὁλοένα κόσμος, κόσμος ἀτέλειωτος ἀνέβαινε καὶ κατέβαινε. Καὶ μέσα στὸν κόσμο ὁ Γιαννάκος ὁ Ταρνάναμας, ὁ Μάρκος ὁ Κανίνιας κ᾿ ἡ Ταρία Ταρέλα, ἀποσωμένοι ἀπ᾿ τὶς ἀγρύπνιες, κι ἀπὸ τὸν πόνο συντριμμένοι, εἶχαν στυλώσει τὰ μάτια σὰν τυφλοὶ καὶ τίποτε λὲς δὲν ἔβλεπαν, τίποτε δὲν ἔλεγαν. ᾿Αντίκρυ ἀπὸ τὸ σπίτι ὁ μαραγγὸς κάρφωνε μὲ δακρυσμένα μάτια τὰ ξύλα τῆς κάσσας, κι ἀπάνω ἡ Βασίλω μὲ τὴ Γυφτογιάνναινα ξεδίπλωναν τὸ σάβανο· σ᾿ ἕνα τραπέζι ἔστεκεν ἡ κεντιστὴ κι ὁλόχρυση σκούφια, στερνὸ χάρισμα τῆς ἀρραβωνιαστικειᾶς στὸν ἄκληρο ποῦ τῆς ἔφυγε γιὰ πάντα· μ᾿ ἐκείνη θὰ τὸν στόλιζαν στὸ νεκροκρέββατο.

᾿Ἀπὸ τὸ μεσημέρι κ᾽ ἐκεῖθε ἄρχισεν ὁ χαροπόλεμος. Τὸ ψυχομαχητὸ κράτησεν ὅλο τὸ δειλινό. Καὶ τὸ παλληκάρι βογγοῦσε βαθειὰ κι ἀναταράζοταν, σὰ χώρα ποῦ κάθε λίγο καὶ λιγάκι τὴν ἀνατίναζεν ἀπὸ τῆς γῆς τὰ ἔγκατα σεισμός δαιμονισμένος. Καὶ μέσα στὸ ψυχομαχητό, στερνά ξεσπιθίσματα τοῦ καντηλιοῦ τῆς ζωῆς, τέτοια λόγια ξεπετειόνταν ἀνάρια ἀνάρια:

«῎Αχ! μωρέ, τί ἔπαθα!... Φουστανέλλα φορεῖς... Σιγά σιγά... μὴν πατήσῃς τὰ πόδια μου... Μπά! μπά! τί κόσμος εἶναι τοῦτος ;... Ὁρίστε ! ὁρίστε!... Μάννα... Μὴν πατήσης παραπάνω!... Τόπο! τόπο! ᾿Αέρα θέλω !... Γλυκειά ζωή... Μὴ μοῦ κρύβῃς τὸν ἥλιο... Παραδόθηκα!»


Michelangelo’s Pieta (1504)
_________

Καὶ μὲ τὸ «παραδόθηκα» παράδοσε στὸ Χάρο τὴ ζωή. Ξεψύχησε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ κόσμου, μέσα στοῦ Θαλασσοχωριοῦ τὴν ἀγκαλιά, σὰ λεύκα ποῦ τὴ ῥίχνει ὁ ξυλοκόπος, ὕστερ᾽ ἀπὸ βαρὺν ἀγῶνα, στἀνοιχτά, μπροστὰ στὴν ὄψη ὁλόκληρου τοῦ λόγγου τοῦ ἀνήμπορου. Τὴν ἴδιαν ὥραν ὁ ἀνθρώπινος ἐκεῖνος λόγγος ποῦ ἁπλώνονταν ἀπ᾿ τὸ στρῶμα τοῦ νεκροῦ ἴσια στὸ δρόμον ἔξω σκόρπισε μιὰ βοή, ποῦ τὴν εἶχε γεννήσει βαρὺς καημὸς κι ἀλαφρὸ ξανάσασμα: 

«Κρίμα στὸ παλληκάρι ποῦ πάει ἄδικα! Δόξα σοι, Κύριε, ποῦ τὸν ἀνάπαψες!»

Τὴν ἴδια ἐκείνην ὥρα, πέρα στῆς θάλασσας τὴν ἄκρη, ξανοίγονταν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ νεκροῦ κι ὁ ἥλιος ποῦ βασίλευεν ὁλοπύρινος. Τὸ ἥμερο ἀκρογιάλι δὲν ἐσούφρωνε πνοή. Τί γλύκα ποῦ εἶχεν ἡ φύση! Στεριὰ καὶ πέλαγο ἡσύχαζαν νὰ μὴ ταράξουν τὸν πρόσκαιρον ὕπνο τοῦ παντοτεινοῦ θεοῦ, τὸν ὕπνο τὸν αἰώνιο τοῦ πρόσκαιρου τἀνθρώπου.

Ὅμως τὴν ἴδια ἐκείνην ὥρα, ὅσοι παράστεκαν, μέσα στὸν πλατὺν ὀντᾶ, τὸ νεκρὸ μ᾿ ἀνοιγμένα μάτια ἀκόμα, εἶδαν κάτιτι παράξενο. Εἶδαν τὴ γριὰ τὴ Δήμαινα ἀπ᾿ τὸ στρῶμα τοῦ παιδιοῦ της, ποῦ εἶχε καρφωθῆ ἐκεῖ ξεψυχισμένη, χωρὶς αἴσθηση καὶ χωρὶς δάκρυα, καὶ πλέον καὶ χωρὶς φωνή, τὴν εἶδαν νὰ ὁρμήσῃ ἀγριωπή, μέσα στὸν κόσμο, σὰν ἀγριόγατα μ᾿ ὁλόρριχτα μαλλιά, μὲ χέρια τεντωμένα, μὲ δάχτυλα ὁλάνυχτα, σὰν κάποιον νἄθελε νὰ πνίξῃ. Μέσα στὴ μέση τοῦ σπιτιοῦ ἀθώρητη σὰ φίδ᾽ εἶχε γλυστρήσει κ᾿ ἔστεκεν ἀκίνητη, κι ἀμίλητη, κ᾿ ἔστεκεν ὁλογάληνη, σὰ μαρμαρωμένη, κ᾿ ἐκοίταζε πρὸς τὸ κρεββάτι τοῦ νεκροῦ, μιὰ κόρη. Μιὰ μυστική χαρὰ λαμπίριζε στὰ μάτια της, καὶ τὸ κλεισμένο στόμα της δὲν τἄνοιγεν, ὅμως τὸ χάραζ᾽ ἐλαφρότατα μιὰν ἀδιόρατη γραμμὴ ποῦ ἔμοιαζε χαμόγελο. Τἀνάστημά της δὲν ἦταν ψηλό, ἀλλ᾽ ὑψώνονταν ἀλύγιστο, τὸ πρόσωπό της φάνταζε ὡραιότερο, καθὼς ἐπρόβαλε μονάχα ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ μαῦρο σάλι ποῦ σκέπαζε ὅλο τὸ κεφάλι της. Σ' αὐτὴν ἀπάνου ὥρμησεν ἡ γριά. Ψιθυρισμοὶ ἀκούστηκαν τριγύρω:

«Μπᾶ! τὴν παλιοβρῶμα! τὴν ἀδιάντροπη! Μωρὲ τὴν εἴδατε τὴν Τρελλομόρφω;

᾿Αλλὰ προτοῦ προφτάσ᾽ ἡ Δήμαινα νὰ τὴν ἁρπάξῃ, ἐκείνη ἀφανίστηκε γοργά, σὰν ὄνειρο κακό, σὰν πειρασμὸς ὁλόγλυκος. Κι ἀπόμειν᾿ ἡ γριὰ σπαράζοντας καὶ φοβερίζοντας μὲ τὸ χέρι τὸν ἀέρα, καὶ πρὶν μακρειὰ πλατειά ξαπλωθῇ στὸ πάτωμα, πρόφτασε καὶ ξεφώνησε:

«Αχ! μωρὴ στρίγγλα! Ὡς κ᾿ ἐδῶ βγῆκες, μπόϊσσα! Μοῦ τὸν ἔφαγες! ἄχ! ἂν εἶχα κουμπούρι σ᾽ ἐσκότωνα! Ας εἶναι! δὲν τὸν πῆρες μιὰ φορά, κι ἂς τὸν πῆρε ὁ Χάρος!»


Νικηφόρος Λύτρας, Άνθη Επιταφίου, 1901
Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου
__________


Μήτρος και Χριστός: παράλληλα πάθη

Το διήγημα λειτουργεί σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα: ως ρεαλιστική αφήγηση μιας τοπικής κοινότητας και ως ανθρωπολογική σύνθεση για τον θάνατο, τη νέα και τη λαϊκή ψυχή. Ο Παλαμάς δεν δεν αφηγείται απλώς έναν θάνατο· δημιουργεί μια μυστηριακή ταύτιση του ανθρώπινου πάθους με το Θείο ΠάθοςΤοποθετώντας τον θάνατο του Μήτρου ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή, δημιουργεί έναν συστηματικό παραλληλισμό ανάμεσα στο ανθρώπινο δράμα και στο θεϊκό Πάθος, χωρίς ωστόσο να ταυτίζει τα δύο. Ο Παλαμάς δεν ισχυρίζεται ότι ο Μήτρος είναι Χριστός - είναι πολύ προσεκτικός ώστε η σύγκριση να παραμένει υπαινικτική και ποιητική, όχι βλάσφημη - αλλά ότι κάθε θάνατος νέου ανθρώπου επαναλαμβάνει, στη μικρή του κλίμακα, το μέγιστο κοσμικό δράμα που η Μεγάλη Παρασκευή καλείται να θυμίσει.
 

Παράλληλα στοιχεία Πάθους
  • Το σώμα ως θυσία. Ο Μήτρος, νέος και γεμάτος ζωή, καταστρέφεται από ένα ασήμαντο ατύχημα, μια γλίστρα σε φλούδα λεμονιού. Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αφορμή και στο αποτέλεσμα παραπέμπει στην αδικία της σταύρωσης: ένας αθώος, στον άνθο της ηλικίας του, χάνεται άδικα. Χαρακτηριστικά, ο λαός το διατυπώνει αυθόρμητα: «κρίμα στο παλληκάρι που πάει άδικα».
  • Το ψυχομαχητό ως Σταύρωση. Ο μακροχρόνιος αγώνας του Μήτρου με τον θάνατο, που κρατά «όλο το δειλινό», αντιστοιχεί στις ώρες της Σταύρωσης. Και οι τελευταίες του φράσεις ( «αέρα θέλω», «μη μου κρύβεις τον ήλιο», «παραδόθηκα» ) ηχούν σαν τα τελευταία λόγια του Χριστού επί του Σταυρού,  ιδίως το «παραδόθηκα» που παραπέμπει στο Ευαγγελικό «εις χειράς σου παρατίθεμαι το πνεύμά μου».
  • Ο Επιτάφιος μέσα στο σπίτι. Ο αφηγητής το λέει ρητά: «έλεγες πως μέσα στο σπίτι εκείνος γίνονταν την Πάθη του Χριστού, κ' έχει στηθεί ένας άλλος επιτάφιος». Μάλιστα, οι άνθρωποι κρατούν στα χέρια τους λουλούδια από τον πραγματικό Επιτάφιο της εκκλησίας, τα οποία μεταφέρονται από τη λατρεία στο νεκροκρέβατο, ενώνοντας τους δύο θανάτους.


Ο Διγενής ψυχομαχεί,. Έργο του Δ. Σκουρτέλη.
Συνδυασμός πολλών παραλλαγών της εξιστόρησης του θανάτου του ακρίτα
____________


Μήτρος, ο Διγενής της Ρούμελης

Ο Παλαμάς εξυμνεί τη λεβεντιά ως κορυφαία ανθρώπινη αξία, αναδεικνύοντας την επιβίωση του ηρωικού ιδεώδους από τη βυζαντινή παράδοση στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ο Διγενής είναι ο υπεράνθρωπος φύλακας των συνόρων, που δαμάζει τη φύση και τα θηρία, ζώντας μια ζωή γεμάτη άθλους. Ο Μήτρος αποτελεί μια σύγχρονη, λαϊκή ενσάρκωση του ηρωικού προτύπου του Διγενή, αν και σε ένα πιο γήινο πλαίσιο, με τα ίδια χαρακτηριστικά: ορμή, φιλότιμο, ομορφιά και περηφάνεια. Η ζωή του δεν είναι απλώς επιβίωση, αλλά μια διαρκής επίδειξη σωματικής και ψυχικής ρώμης. Για τον Μήτρο, το σώμα είναι ο «ναός» μιας θρησκείας που ονομάζεται Υγεία και Ομορφιά. 

Όπως ο Διγενής δεν δέχεται την ήττα, έτσι και ο Μήτρος δεν δέχεται το «σημάδι». Η ζωή και των δυο ταυτίζεται με τη λεβεντιά, τη σωματική αρτιότητα και δύναμη, που γίνεται φορέας αξιών και ταυτότητας. Η σωματική ατέλεια θεωρείται ατιμία και λέρα. Η αξία της ζωής γι' αυτούς χάνεται αν χαθεί η αρμονία και η δύναμη του κορμιού. Και οι δύο αγαπούν τη ζωή με πάθος, αλλά δεν φοβούνται τον θάνατο αυτόν καθαυτόν. Φοβούνται μόνο την παρακμή που προηγείται του θανάτου.

Ο θάνατος του Μήτρου είναι μια πιστή αναπαράσταση της ακριτικής παράδοσης: Ο Διγενής παλεύει με τον Χάρο στα «μαρμαρένια αλώνια» και χάνει μόνο επειδή ο Χάρος είναι αθάνατος. Ο Μήτρος, μεταφορικά, δίνει την ίδια μάχη. Πεθαίνει όρθιος, αρνούμενος να υποταχθεί στην αρρώστια που θα τον άφηνε «σημαδεμένο».Ο Μήτρος μετατρέπει τον θάνατό του σε συνειδητή τελετουργία: ζητάει καθρέφτη, χτενίζει τα μαλλιά του, στρίβει το μουστάκι του, στολίζεται, ανοίγεται στο φως και ακούει το ίδιο του το μοιρολόι, σαν να σκηνοθετεί ο ίδιος την έξοδό του από τη ζωή. Η φράση «ωραία νιάτα που θα φάει η γης» συμπυκνώνει αυτή την τραγωδία με αφοπλιστική απλότητα.

Ο θάνατος δεν είναι ήττα, αλλά η έσχατη πράξη διατήρησης της αξιοπρέπειας. Ο Διγενής πεθαίνει ως πολεμιστής που αντιστέκεται μέχρι τέλους. Ο Μήτρος προτιμά να πεθάνει παρά να ζήσει «ντροπιασμένος» από την αναπηρία. Ο Παλαμάς χρησιμοποιεί το αρχέτυπο του Ακρίτη για να δείξει ότι η ελληνική παλληκαριά δεν είναι μόνο πολεμική αρετή, αλλά μια αισθητική και ηθική στάση ζωής απέναντι στη φθορά. 



Θάνατος παλληκαριού, από την παράσταση που σκηνοθέτησαν η Μιχαέλα Αντωνίου και η Βάσια Σκιαδά, στο θέατρο Μικρός Κεραμεικός ως και 25 Απριλίου 2026
____________



«Έναν καθρέφτη, μάνα, έναν καθρέφτη».

Σε μια εποχή που η εικόνα γίνεται μέσο ύπαρξης, που φωτογραφίες και stories μας χαρακτηρίζουν, μας κατακλύζουν και μας καταναγκάζουν, το κείμενο του Κωστή Παλαμά, διαχρονικό και σύγχρονο, ανοίγει δρόμους για να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε τη σημερινή μας συνθήκη. Τι είναι ομορφιά; Τι είναι δύναμη; Τι αντιπροσωπεύει το κοινωνικά αποδεκτό; Τι σημαίνει να είσαι «παλληκάρι»; Μπορούμε τελικά να βρούμε την αλήθεια μας μέσα από το βλέμμα των άλλων;

Αν το δούμε, με σύγχρονους όρους, αυτό που ο Παλαμάς περιγράφει ως «λατρεία της Εμορφιάς» δεν είναι ματαιοδοξία με τη συνηθισμένη έννοια. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο τραγικό: η ταύτιση της ύπαρξης με την εξωτερική μορφή. Το κορμί δεν είναι απλώς σώμα, είναι «εκκλησιά», τόπος ιερός, μέσο με το οποίο ο Μήτρος συνομιλεί με τον κόσμο, κερδίζει τον σεβασμό, επιβεβαιώνει ότι υπάρχει.

Ο Παλαμάς δεν γράφει απλώς για έναν άντρα που χτύπησε το πόδι του. Γράφει για έναν άντρα που φοβάται να κοιτάξει στον καθρέφτη και να δει κάτι αλλαγμένο. Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης δεν τρέμει τον πόνο, δεν τρέμει τον θάνατο, τρέμει το σημάδι, τη μόνιμη, ορατή απόδειξη ότι το κορμί του δεν είναι πια αυτό που υπόσχεται να είναι.

Το «σημαδιακό κορμί» δεν είναι απλώς άσχημο, είναι «ντροπιασμένο», δηλαδή κοινωνικά νεκρό. Εδώ βρίσκεται η γέφυρα με το σήμερα που ανοίγει το αφήγημα του Παλαμά. Οι φωτογραφίες και τα stories δεν είναι τεχνολογική καινοτομία ούτε επιφαινόμενο· είναι η νεότερη μορφή του ίδιου αρχαίου αιτήματος: να με δουν, να με αναγνωρίσουν, να επιβεβαιώσουν ότι είμαι εκεί που νομίζω ότι είμαι. 

Ο Μήτρος ζητά έναν καθρέφτη από τη μάνα του. Εμείς ζητάμε likes. Και στις δύο περιπτώσεις, ο καθρέφτης δεν αντανακλά, κρίνει. Το μοιρολόγι της Δήμαινας είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο του κειμένου, παραδόξως. Η μάνα δεν κλαίει τον θάνατο του γιου της, τον κλαίει ως ομορφιά που χάνεται: «πού πας, ασήμι, να χαθείς». Η αξία του ανθρώπου μετριέται με αισθητικούς όρους, με μεταλλικές μεταφορές λαμπρότητας και αίγλης. Κι όταν αυτή η λαμπρότητα σβήνει, δεν φεύγει απλώς ένας άνθρωπος, φεύγει μια εικόνα. Κι η εικόνα, όπως ξέρουμε καλά πια, μπορεί να πονάει περισσότερο από τον ίδιο τον άνθρωπο που την κρατά.

Το ερώτημα «τι σημαίνει να είσαι παλληκάρι» δεν είναι εν τέλει ιστορικό. Είναι επίκαιρο και όχι μόνο για τους άντρες. Το «παλληκάρι» του Παλαμά είναι ο τύπος του ανθρώπου που έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων, και που δεν μπορεί πια να τον ξεχωρίσει από αυτό που βλέπουν εκείνοι. Σε αυτή την παγίδα δεν πέφτει μόνο ο Μήτρος. Πέφτουμε όλοι.​​​​​​​​​​​​​​​​