Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

«Και μπορώ να πω πως ένιωθα ότι κάνω κι εγώ κάτι ενάντια...», Γιώργος Σκούρτης, Η υποταγή


Ήταν η αρχή του τέλους. 

Ήταν παραμονές του δημοψηφίσματος του 1973. Το σκίτσο δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδο στο «Βήμα», στις 26/7/1973. Δείχνει τον «Λαό» (με φουστανέλα, όπως τότε συνηθιζόταν να παρουσιάζεται) με ένα μεγάλο «ΟΧΙ» στο χέρι να πηγαίνει αντίθετα σε μια βροχή από «ΝΑΙ» - την κυβερνητική προπαγάνδα. 


Το σκίτσο παρουσιάστηκε στην τηλεόραση, στην εκπομπή του θεωρητικού της χούντας Γεώργιου Γεωργαλά, σε μια προσπάθεια αντιστροφής του νοήματός του. Το σχόλιο ήταν περίπου πως ιδού, ακόμα και ο σκιτσογράφος του «Βήματος» προβλέπει μια βροχή από ΝΑΙ και μόνο ένας γεροντάκος πάει να ψηφίσει ΟΧΙ.
Βαγγέλης Παυλίδης

Πράγματι, στις 29 Ιουλίου θα διενεργηθεί δημοψήφισμα μεταβολής πολιτεύματος σε προεδρευομένη δημοκρατία, με χαλκευμένο αποτέλεσμα “ΝΑΙ” 78,4% και “ΟΧΙ” 21,6%.
Στις 19 Αυγούστου ο δικτάτορας ορκίζεται «πρόεδρος» της Δημοκρατίας για 8 χρόνια και στις 8 Οχτωβρίου ορκίζεται κυβέρνηση πολιτικού προσωπείου υπό τον Σπ. Μαρκεζίνη. Την ορκωμοσία θα τελέσει ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

Ήταν η αρχή του τέλους. 


«..βγάλαμε τον πρώτο, βάλαμε τον δεύτερο και τον τρίτο και τον εκατοστό....»

ΜΑΝΟΛΗΣ: Αμέσως μετά το φοβερό εκείνο γεγονός που μας συνέβη ξαφνικά, εν ώρα ύπνου, ήρθε στην υπηρεσία μας μια διαταγή που έλεγε πως σε κάθε γραφείο, έπρεπε να μπει η φωτογραφία του δικτάτορα. Ήταν απ’ τα χειρότερα που θα μπορούσαν να συμβούν... Βέβαια, θα μου πείτε υπάλληλοι είμαστε, υπάλληλοι του κράτους..., όποια φωτογραφία και να κρεμάσουμε στον τοίχο, δεν αλλάζει τίποτα, ούτε και τίποτα αποδεικνύει... Πρώτα είχαμε άλλονε στον τοίχο, μετά ήρθε κάποιος άλλος, βγάλαμε τον πρώτο, βάλαμε τον δεύτερο και τον τρίτο και τον εκατοστό. Γελώντας τους κατεβάζαμε, βλαστημώντας τους ανεβάζαμε, έτσι, μεταξύ τυρού και αχλαδίου.




Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, υφυπουργός Εθνικής Άμυνας της κυβέρνησης Κέντρου που σχηματίσθηκε μετά τις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964. 
(Στον τοίχο η φωτογραφία του Βασιλιά Κωνσταντίνου Β’)



Ο Γρηγόριος Σπαντιδάκης ως υπουργός Εθνικής Άμυνας στην πρώτη χουντική «κυβέρνηση». Στον τοίχο οι φωτογραφίες του Βασιλιά Κωνσταντίνου Β’ και της Βασίλισσας Άννας Μαρίας.
________________


Ο δικτάτορας στο συρτάρι....


Όμως τώρα επρόκειτο για στυγνή δικτατορία και για απαίσιο δικτάτορα... Κι η δημοκρατική μου συνείδηση επαναστάτησε. Εγώ, ένας συνεπής δημοκράτης δεν θα μπορούσα ποτέ να προσκυνήσω τον δικτάτορα... Και φυσικά, αρνήθηκα!... Βέβαια, αρνήθηκα να την κρεμάσω, όχι να την παραλάβω!... Άλλο να υπογράφεις τυπικά ότι παρέλαβες μια φωτογραφία τόσο επί τόσο, κι άλλο να την κρεμάσεις στον τοίχο, πάνω απ’ το κεφάλι σου... Η παραλαβή έχει να κάνει με περιουσία του κράτους, που όλοι μας πρέπει να προστατεύουμε, ενώ η αποδοχή της φωτογραφίας ήτανε το ίδιο σαν ν’ αποδεχόμουν τον δικτάτορα. Κι ένιωθα περήφανος που το γραφείο μου ήτανε το μόνο που δεν είχε στον τοίχο του τη βρομερή φάτσα του καταπιεστή του λαού. Ήμουνα ο μόνος που δεν τον προσκυνούσα... Αυτό, βέβαια, δε θα πει πως οι άλλοι, με το να βάλουνε τη φωτογραφία του, έσκυβαν την κεφαλή. Ποτέ μου δεν το ισχυρίστηκα... Όμως η συνείδησίς μου μού 'λεγε συνέχεια: «Πρόσεχε, Μανόλη... Πρόσεχε. Από κάτι τέτοια, απλά πράγματα, αρχίζει η εκπόρθηση της ψυχής και της συνείδησης». Και πρόσεχα... 

Παρέλαβα, λοιπόν, τη φωτογραφία και την έβαλα μες στο συρτάρι του γραφείου μου. Κι έτσι, μπορούσα άνετα να σκύβω στη δουλειά μου, χωρίς να σκύβω στον δικτάτορα... Κι ένιωθα περήφανος γι’ αυτό κι η φωνή μέσα μου μού έλεγε: «Μπράβο, Μανόλη... Είσαι θαρραλέος, είσαι πατριώτης, είσαι δημοκράτης».

... Θυμάμαι, πολλές φορές όταν νεύριαζα με κάτι ή με κάποιον τιποτένιο προϊστάμενο, απ’ αυτούς που έσκυψαν αυτοστιγμεί τον αυχένα, θυμάμαι που έβαζα την παλάμη μου μέσα στο συρτάρι και μούντζωνα απανωτά τον δικτάτορα... Και ηρεμούσα!... Άλλοτε πάλι, τον έβγαζα έξω, μπροστά μου κι άρχιζα να τον στολίζω μ’ όλων των ειδών τις βρισιές και τις βλαστήμιες... Και ηρεμούσα και πάλι... 



«σε κατάσταση πολιορκίας....»

Όμως αυτά συνέβαιναν μονάχα όταν ήμουν μόνος μου. Γιατί θα πρέπει να σας υπενθυμίσω το κλίμα της τρομοκρατίας που επικρατούσε τότε, την φοβερή καχυποψία που μάς είχε καταλάβει όλους. Το φοβερό κάρφωμα που γινόταν από τους κάθε λογής σπιούνους και βολεψάκηδες... Και μπορούσα, βέβαια, να κάνω ό,τι θέλω με τη φωτογραφία, αλλά μόνον όταν ήμουν τελείως σίγουρος και ήσυχος πως δεν θα με δει κανείς, δεν θα μ’ ακούσουνε ούτε και οι τοίχοι... 

Θα μου πείτε... και τι έκανα όταν ερχότανε κανένας;... Προϊστάμενος ήμουνα, διαρκώς η πόρτα μου χτυπούσε, όλο και κάποιος ερχόταν, κατώτερος υπάλληλος ή ανώτερός μου ή ακόμα και ένας απλός πολίτης, για παράπονα ή για πληροφορίες... Τι έκανα, λοιπόν, τότε;... Απλούστατα, μόλις χτυπούσε η πόρτα, άνοιγα αμέσως το συρτάρι με το, πάντα έτοιμο γι’ αυτό, χέρι μου, έπαιρνα τη φωτογραφία και γρήγορα την ακουμπούσα πάνω στο γραφείο μου... Μετά, έλεγα «εμπρός», έμπαινε αυτός ο κάποιος, κάναμε τ’ είχαμε να κάνουμε, έβλεπε τη φωτογραφία εις περίοπτον θέσιν, συμφώνως τη διαταγή, δεν έλεγε τίποτα - φανερά τουλάχιστον - κι έφευγε... Κι εγώ αμέσως την άρπαζα, την έχωνα γρήγορα στο συρτάρι και το ’κλεινα με μανία και αγωνιστική ευχαρίστηση... Και σ’ όποιον τύχαινε να με ρωτήσει γιατί την έχω πάνω στο γραφείο κι όχι ψηλά στον τοίχο, έλεγα π.χ. πως ο τοίχος δεν σηκώνει πρόκα, ή πως είναι καλύτερα στο γραφείο, φαίνεται καλύτερα... Την πρώτη απάντηση - αν καί επιφυλακτική, λόγω του φόβου που επικρατούσε — την έδινα σ’ αυτούς που καταλάβαινα πως δεν ήσαν ύποπτοι, στους συνεπείς δημοκράτες... Την δεύτερη, σ' αυτούς που ψιλιαζόμουν ότι μπορούσαν να με καρφώσουν που δεν κρέμασα τη φωτογραφία...

Και μπορώ να πω πως ένιωθα ότι κάνω κι εγώ κάτι ενάντια... Πως αντιστέκομαι. Κι η συνείδησίς μου μού το ’λεγε καθαρά: «Κρατήσου» μου ’λεγε «μη σκύψεις το κεφάλι».



Γελοιογραφία του Βαγγέλη Παυλίδη για την χούντα
__________

Βέβαια, υπήρχανε κι οι δυσκολίες, δεν μπορώ να πω... Δεν ήσαν όλα εύκολα... Π.χ. το να βγάζω και να βάζω στο συρτάρι τη φωτογραφία τριάντα φορές την ημέρα και μάλιστα σε μηδέν χρόνο και με τον τρόμο στα δάχτυλα, δεν ήταν παίξε γέλασε... Δεν ήταν εύκολο... Όχι πως μπαίνανε στο γραφείο μου τριάντα άνθρωποι, αλλά οι μισοί οπωσδήποτε. Μερικές φορές, έβγαζα τη φωτογραφία από φόβο μήπως έρθει κάνας μπάσταρδος, χωρίς να χτυπήσει την πόρτα... κι έτσι, αν κάποια βήματα ή ομιλίες στο διάδρομο μού φαινόντουσαν απειλητικές, τσουπ, το χέρι μου στο συρτάρι, φωτογραφία και πάνω στο γραφείο... σε μηδέν χρόνο και με τον τρόμο στα δάχτυλα...

Όλ’ αυτά δεν ήσαν εύκολα... Όλη αυτή η αγωνία και η σκέψη μήπως και με βρουν χωρίς τη φωτογραφία, μ’ έκανε να ζω σε κατάσταση πολιορκίας, μ’ έκανε νευρικό, μ’ έκανε να ενεργώ γρήγορα, αστραπιαία, ταραγμένα... με αποτέλεσμα... να γδάρω το πάνω μέρος του χεριού μου, από τις πρώτες κι όλας επισκέψεις... «Η γάτα» έλεγα σ’ αυτούς που με ρωτούσανε. «Έχω μια γάτα που της αρέσει να παίζει μαζί μου, όπως με τον ποντικό»... Μπορεί αυτούς να τους έπειθα, αλλά το χέρι μου πονούσε, πονούσε πολύ, μια και το γδάρσιμο έγινε χτύπημα, το χτύπημα έγινε πληγή και η πληγή δεν έκλεινε ποτέ, μια και κάθε μέρα χτυπούσα το χέρι μου πολλές φορές και συνεχώς το μάτωνα... Οι συνάδελφοί μου απορούσαν με το γεγονός, έλεγαν δεν είναι δυνατόν ν’ αφήνω έτσι το χέρι μου, πρέπει να πάω σε γιατρό, ίσως να ’χω αιμοφιλία ή κάτι, τέλος πάντων, σοβαρό... Δεν ξέρανε αυτοί... Κι εγώ τους άφηνα με την απορία, αλλά και με τον θαυμασμό, πώς μπορούσα και τ’ άντεχα. Όσο για τον εαυτό μου, ένιωθα δυνατός και περήφανος. Έλεγα μέσα μου «Μανόλη... τόσοι και τόσοι σαπίζουνε στα μπουντρούμια, εσύ θα κάνεις ζήτημα;... Θα λιποψυχήσεις με μια τόση δα πληγή;»...

Και παρ’ όλους τους εφιάλτες που μου γέμιζαν τον ύπνο, παρ’ όλο το φόβο και τον τρόμο... κάθε μέρα σχεδόν έβλεπα πως βάζω το χέρι μου στο συρτάρι να πιάσω τη φωτογραφία και ή δεν εύρισκα τη φωτογραφία κι έμενα με την παλάμη μου κοκαλωμένη από αγκύλωση ή, ξαφνικά, λέει, το συρτάρι έκλεινε και μου ’πιανε το χέρι, ενώ συγχρόνως ακουγότανε ένα γέλιο χοντρό και κοροϊδευτικό, μαζί με φωνές βασανιστηρίων... παρ’ όλους, λοιπόν, τους εφιάλτες, τις μέρες και τις νύχτες, η συνείδησίς μου φώναζε μέσα μου: «Μπράβο!... Μπράβο!... Ακόμη λίγο και θα τον ρίξεις τον δικτάτορα. Η δημοκρατία θα νικήσει μόνο με τον αγώνα. Κρατήσου». Και κρατιόμουν... κι άντεχα... και περηφανευόμουν... Ώσπου, βέβαια, έπαθα γάγγραινα... Ευτυχώς ελαφράς μορφής, μόλις που την πρόλαβα, πήγα στο γιατρό «παρά λίγο να σαπίσεις» μου είπε, έδεσα το χέρι μου, ηρέμησα απ’ τους πόνους, αλλά πια συρτάρι τέρμα. Ήταν άδύνατον πια να το χρησιμοποιήσω... Άλλωστε.... άλλωστε ήταν γεγονός πια: είχα κουραστεί μ’ όλη αυτή την κωμωδία. Είχα αγανακτήσει με τον εαυτό μου!... Έλεγα μέσα μου «Μανόλη, ντροπή σου!... Δεν είναι δυνατόν!... Ή είσαι δημοκράτης ή δεν είσαι!... Κι αν μεν δεν είσαι, έχει καλώς, αν όμως είσαι, δεν μπορώ να καταλάβω τι σόι παιχνίδι παίζεις και γιατί... Σημασία έχει τι πιστεύεις μέσα σου κι όχι το συρτάρι. Δεν είναι το συρτάρι η ψυχή σου, Μανόλη!... Σταμάτα πια τα παιχνίδια. Ανάλαβε τις ευθύνες σου!...»


«Είσθε... όχι μόνον η χειρ και η φωνή του κράτους, αλλά και το όμμα και το ους αυτού» 
Δεκέμβριος 1967. Γ. Παπαδόπουλος προς Νομάρχας.
 (γελοιογραφία Βαγγέλη Παυλίδη)
_____________

Ο δικτάτορας μπρούμυτα στο γραφείο....

Και τις ανέλαβα... Είπα: «Εκεί που θα έχω τη φωτογραφία μέσα στο συρτάρι και θα με πνίγει η αγωνία μπας και με πιάσουνε να τήνε κρύβω, ή μπας και δεν προλάβω να τη βάλω στο γραφείο... στο εξής, θα την έχω συνέχεια πάνω στο γραφείο...»

Και μη βιαστείτε να χαμογελάσετε. Μη βιαστείτε να κρίνετε... Την έβαλα πάνω στο γραφείο, αλλά μπρούμυτα!... Γιατί, βέβαια, δεν μπορούσε ποτέ ένας δημοκράτης σαν κι εμένα να ’χει μπροστά του την απαίσια φωτογραφία, τη φάτσα ενός δικτάτορα... Η συνείδησίς μου, θα επαναστατούσε στη στιγμή!...

Την έβαλα, λοιπόν, μπρούμυτα κι έτσι ήμουνα και πάλι περήφανος πως ήμουνα ο μόνος μέσα σ' όλη την υπηρεσία που αντιστεκόταν... Ο μόνος που είχε βάλει κάτω τον δικτάτορα. Ο μόνος που του 'δινε σφαλιάρες. Γιατί, το 'κανα κι αυτό! Στιγμές-στιγμές, τον σφαλιάριζα.... έτσι... χτύπαγα για να χτυπήσω!... Και συνέχιζα την εργασία μου ήρεμος δημοκράτης... αγωνιστής!...

Όχι πως δεν ήταν δύσκολα!... Υπήρχανε κι οι δυσκολίες... Π.χ. η φωτογραφία που μας είχανε δώσει, ήτανε, όπως σας είπα, φωτογραφία τοίχου, πράγμα που σημαίνει πως είχε μοναχά ένα πιαστράκι στο πάνω μέρος για να μπαίνει στην πρόκα του τοίχου, και δεν είχε τίποτα στην πλάτη, για στήριγμα πάνω στο γραφείο... Ε, και λοιπόν;... Θα ρωτήσετε ίσως... Και λοιπόν, σας απαντάω εγώ δεν ήταν καθόλου εύκολο, ήτανε τρομερά δύσκολο να πιάνω τη φωτογραφία ξαφνικά και να καταφέρνω να τη στηρίξω πάνω σε κάποιο άλλο αντικείμενο όρθια... Κι αυτό να το κάνω σε μηδέν χρόνο, όπως σας ξανάπα, γιατί, ξαφνικά, χτυπούσε η πόρτα και τσουπ, έμπαινε κάποιος. Κι αν βέβαια, ήτανε κατώτερος του ’λεγα να βγει και να ξαναμπεί σε λίγο. Αν όμως ήτανε ανώτερος έπρεπε να σηκωθώ και να του δείξω σεβασμό και πριν σηκωθώ, έπρεπε ήδη να είχα τοποθετήσει τη φωτογραφία σε περίοπτη θέση πάνω στο γραφείο μου... Αλλά εγώ είμαι νευρικός... καλά όταν το ειδικό ανθοδοχείο ήτανε στην ειδικά κατάλληλη θέση. Ακουμπούσα τη φωτογραφία γρήγορα-γρήγορα και τέλειωνε... αλλ’ εγώ είμαι νευρικός, αλλάζω διαρκώς θέση στα αντικείμενα που βρίσκονται πάνω στο γραφείο μου και μέσα στη ζαλάδα μου, μέσα στην τρέλα μου, μέσα στο φόβο και στον τρόμο, αφαιρενόμουν, ξεχνούσα κι άλλαζα θέση στο ανθοδοχείο. Το 'βαζα δεξιά μου, αντί να το βάλω αριστερά ή το ’βαζα μακριά μου, αντί να το ’χω στο άπλωμα της παλάμης μου... Και στην κρίσιμη στιγμή έπρεπε κάπου αλλού να στηρίξω τη φωτογραφία, γιατί αν δεν την στήριζα καλά θα ’πεφτε και θα ’πεφτε μπρούμυτα ή ανάσκελα. Και φανταστείτε με να υποδέχομαι στο γραφείο μου κάποιον ανώτερο ή κάποιον σπιούνο και να ’χω τον δικτάτορα τέζα, πάνω στο γραφείο μου.... και φανταστείτε τα αυτά, ξέροντας πως εγώ ιδρώνω, ιδρώνω πολύ, γίνομαι μούσκεμα κι οι παλάμες μου γίνονται υγρές, μουλιάζουν, τ’ αντικείμενα γλιστράνε, πέφτουνε κι είναι αδύνατον να τα συγκρατήσω... 



«.. ώσπου έχασα το κουράγιο μου, λιποψύχησα....»

Παρ’ όλ’ αυτά, κράταγα καλά. Και τα μεσημέρια που γύριζα σπίτι μου, έλεγα περήφανος στον εαυτό μου: «Μπράβο, Μανόλη!... Πέρασε κι αυτή η μέρα... Κουράγιο, Μανόλη, κουράγιο!...» ...Και μπορώ να πω ότι ποτέ δε μου 'λειψε το κουράγιο...

Ίσως... ίσως μονάχα μια στιγμή... ναι... ομολογώ πως αυτή την καταραμένη στιγμή το ’χασα το κουράγιο μου, λιποψύχησα, αποκαλύφτηκα... έτρεμαν τα πόδια μου, και τα δόντια μου χτυπούσαν... μιλάω για κείνη τη φορά, μες στο μεσημέρι στο γραφείο που ήμουν απορροφημένος σε κάτι μπερδεμένα χαρτιά και σκούπιζα συνεχώς τα χέρια μου για να στεγνώσουν, αλλ’ αυτά, λέει, έτρεχαν νερό, είχανε μαλακώσει τόσο πολύ, είχανε χαλαρώσει κι όταν, λέει, ξαφνικά χτύπησε η πόρτα, πετάχτηκα, πάω να πιάσω την απαίσια φωτογραφία, πάω να τη σηκώσω, αλλ’ αυτή γλιστράει, την ξαναπιάνω, ξαναγλιστράει, τη χουφτώνω με τα χέρια μου κι αυτή γλιστράει... γλιστράει, κι ο ιδρώτας να τρέχει ποτάμι κι η ψυχή μου να φτερουγίζει. Και μέσα στο γραφείο, λέει, είχανε μπει ο Κος Γενικός, ο παλιός μου δάσκαλος, ο παπάς της ενορίας, ο πατέρας μου, ο αρχηγός των βασανιστηρίων, κι αυτός... αυτός... ο δικτάτορας... κι ερχόντουσαν όλοι καταπάνω μου γελώντας αθόρυβα κι ο πατέρας μου δάγκωνε τα δάχτυλά του, ο δάσκαλος έκανε νόημα πως θα με τιμωρήσει, ο παπάς μ’ αφόριζε, κι αυτός... ο δικτάτορας μ’ έδειχνε στον αρχηγό των βασανιστηρίων και του ’λεγε:

«Πάρ’ τόνε!... Πάρ’ τόνε!... Πάρ’ τόνε!...» Κι εγώ τότε πετάχτηκα πάνω, φώναξα. Ξύπνησα, ήτανε όνειρο, αλλ' εγώ έτρεμα και κρύωνα, εκεί, στο γραφείο, με τις παλάμες μου γεμάτες τρόμο...


Γελοιογραφία του Βαγγέλη Παυλίδη για την χούντα


«Ναι, τον κρέμασα... με τη μούρη του στον τοίχο!»

Και το άλλο πρωί, πήγα όπως κάθε μέρα στο γραφείο μου, αλλά πήγα αποφασισμένος. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν παρά μονάχα μια φωτογραφία! Κι εγώ, ένας δημοκράτης, δε θα ’πρεπε ν’ αφήσω να με κατακλύσει ο φόβος. Έπρεπε ν’ αντισταθώ!... «Ήγκικεν η ώρα» έλεγα στον εαυτό μου. «Ήγκικεν η ώρα!»...

Έτσι, μόλις μπήκα στο γραφείο μου, έτρεξα, άρπαξα αυτή τη βρομερή φωτογραφία, πήρα την καρέκλα, την έβαλα κοντά στον τοίχο, πήρα μετά το σφυρί και την κατάλληλη πρόκα - που τα ’χω έτοιμα από καιρό μες το συρτάρι - ανέβηκα πάνω στην καρέκλα, κάρφωσα με μια σφυριά την πρόκα και μετά κρέμασα τη φωτογραφία.. Ναι, την κρέμασα!... Ναι, τον κρέμασα... με τη μούρη του στον τοίχο!

Και μετά, κατέβηκα ήρεμος και περήφανος, πήγα την καρέκλα στη θέση της κι είπα στον εαυτό μου: «Μπράβο σου. Μπράβο σου... Νικάς! Νικάς!...»


Από τα Επίκαιρα , 1971. (Στον τοίχο η φωτογραφία του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου και το «πουλί» της χούντας)
_________________



Κωνσταντίνος Πλεύρης και Ιωάννης Λαδάς στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως ,1968 (Στον τοίχο η φωτογραφία του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου)
____________


Βέβαια... οι δυσκολίες συνεχίζονταν... Γιατί, στο εξής, κάθε φορά που θα χτυπούσε η πόρτα ή που θα νόμιζα ότι χτυπάει, θα ’πρεπε να πετάγομαι, να τρέχω στην καρέκλα, να την αρπάζω, να την βάζω στην κατάλληλη θέση στον τοίχο, να την στεριώνω, ν’ ανεβαίνω πάνω της σε μηδέν χρόνο, να ξεκρεμάω τη φωτογραφία, να τη γυρίζω απ’ την καλή και να την ξανακρεμάω σ’ αυτή την περίωπτη θέση και μετά να ξανακατεβαίνω, να πηγαίνω την καρέκλα στη θέση της, για να μη δημιουργήσω υποψίες και να λέω «εμπρός, περάστε» ήρεμος και καθόλου λαχανιασμένος, γιατί ήξερα πολύ καλά τι με περίμενε αν δεν κάνω όλα αυτά. Αν ξαφνικά, με πιάνανε με τη φωτογραφία ανάποδα... Δύσκολα, θα μου πείτε... Ναι, δε λέω...

Όμως εγώ άντεχα, άντεχα ακόμη, πάλευα ακόμη, κι ήμουνα περήφανος για τον εαυτό μου και κάθε τόσο του φώναζα, φώναζα στον εαυτό μου, του φώναζα: «Μανόλη!... Μανόλη!... Μανόλη!...»
1976

Γιώργος Σκούρτης, Υποταγή, 11 Μονόπρακτα, εκδόσεις Κέδρος

«Τα σκίτσα έγιναν με την δήθεν "αποστρατικοποίηση" και τον δήθεν "εκδημοκρατισμό" της Χούντας», αναφέρει ο Βαγγέλης Παυλίδης
______________


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

«Ναι, ήταν ένας παράξενος γάμος...», Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ – Όλγα Λεονάρντοβνα Κνίππερ


Τον έκανε να γελάει

Ο Τσέχωφ γνώρισε την Όλγα Κνίππερ το 1898, στις πρόβες του «Γλάρου· έπαιζε – και μάλιστα πολύ καλά – το ρόλο της ηθοποιού Αρκάντινα, μιας ελαφριάς γυναίκας, κοκέτας, ματαιόδοξης, αλλά τρυφερής και μελαγχολικής κάποιες στιγμές. 

Η Όλγα Λεονάρντοβνα είχε ταλέντο και αγαπούσε τη δουλειά της. Ήταν μια κοπέλα έξυπνη και δυναμική. Κυρίως, γεμάτη ζωντάνια και ενεργητικότητα - ο λεπτεπίλεπτος Τσέχωφ έβρισκε σ’ αυτό το πλάσμα μια μαχητικότητα, μια φλόγα, μια αγάπη για τη ζωή που του άρεσαν.


Ήταν εύθυμη, ήξερε να τον διασκεδάζει. Του μιλούσε για τις συναδέλφους της, για τις τουαλέτες της, για «τη σαλάτα που είχε φάει πριν λίγο, με πατάτες, αγγούρι, ρέγκες, κρεμμύδια και μοσχάρι», και όχι μόνο για την τέχνη και το θέατρο. Δεν ενδιαφερόταν αποκλειστικά για τα λογοτεχνικά σχέδιά του, αλλά και για το αν του είχαν βουρτσίσει καλά τα ρούχα, αν έτρωγε με όρεξη και για το αν μεγάλωναν τα μικρά δέντρα και τα λουλούδια στον κήπο της Γιάλτας. 

Τον έκανε να γελάει. Εξάλλου, δεν βρήκε από την αρχή το ύφος που ταίριαζε στη σχέση τους. Στις αρχές ενός έρωτα. η γυναίκα προσπαθεί πάντα, συνειδητά ή ασυνείδητα, να πλάσει έναν εαυτό σύμφωνο με την επιθυμία του άντρα που αγαπάει. Δοκιμάζει διάφορες ψυχικές διαθέσεις, όπως δοκιμάζει καπέλα μπροστά στον καθρέφτη, μέχρι ν’ ακούσει τη φωνή του εραστή να αποφαίνεται: «Αυτό σου πάει πολύ. Κράτησέ το».

Ο Τσέχωφ διαβάζει το «Γλάρο» με τα μέλη του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας.(Η Όλγα στα αριστερά  του Τσέχωφ)
___________________

Γάμος εν κρυπτώ....

Μέχρι την άνοιξη του 1901, όλα παρέμεναν αόριστα και παράξενα ανάμεσά τους. Περνούσαν μαζί λίγο καιρό το καλοκαίρι στη Γιάλτα, αντάμωναν στο γραφείο του συγγραφέα τα βράδια, ενώ η μητέρα και η αδελφή του Τσέχωφ κοιμούνταν. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, έπνιγαν τους θορύβους των φιλιών και των γέλιων τους, φλυαρούσαν κι έπιναν καφέ, που ετοίμαζε τελετουργικά η Όλγα· και σώπαιναν. Εκείνος δεν έλεγε τα λόγια που περίμενε η Όλγα: δεν όριζε την ημερομηνία του γάμου. Δίσταζε. Πώς μπορούσε να την απομακρύνει από το θέατρο; Εκείνη δεν θα ήθελε, κι εκείνος, που πάντα σεβόταν την ελευθερία του άλλου, δεν θα τολμούσε να της ζητήσει τέτοια θυσία.

Αλλά εκείνη τον αγαπούσε και είχε αποφασίσει ότι θα τον έκανε δικό της. Στη Ρωσία, τις περισσότερες φορές, αυτά τα πράγματα τα αποφάσιζε η γυναίκα. Ο άντρας, πιο μαλακός, παθητικός και ονειροπόλος, εμπιστευόταν πρόθυμα τη ζωή του στα χέρια της συντρόφου του.


Πέμπτη, 19 Απριλίου 1901

«Αν μου υποσχεθείς ότι κανείς, μα κανείς, στη Μόσχα δεν θα μάθει για το γάμο μας, παρά αφού θα έχει γίνει, θα σε παντρευτώ την ημέρα κιόλας της άφιξής μου. Μου προκαλούν τρόμο το γαμήλιο τραπέζι και οι ευχές και το ποτήρι με τη σαμπάνια που πρέπει να κρατάς στο χέρι, χαμογελώντας συνέχεια.» 

Πράγματι, ο γάμος περιβλήθηκε με τόσο μυστήριο που ακόμη και οι πιο στενοί συγγενείς του Τσέχωφ δεν έμαθαν τίποτα. Ούτε ο αδελφός του, ο Ιβάν Πάβλοβιτς, ο οποίος πήγε να τον δει τη μέρα του γάμου, δεν κατάλαβε τίποτα. Ο συγγραφέας και η ηθοποιός παντρεύτηκαν την Παρασκευή 25 Μαΐου 1901, σε μια μικρή εκκλησία της Μόσχας, παρουσία μόνο των τεσσάρων μαρτύρων που απαιτούσε ο νόμος.

Ο Τσέχωφ και η γυναίκα του πέρασαν την άνοιξη πλάι στον Βόλγα, σ' ένα σανατόριο, και μετά έφυγαν για τη Γιάλτα. Αλλά δεν θα έμεναν για πολύ μαζί: ήταν φθινόπωρο και άρχιζε η νέα θεατρική σεζόν. Η Όλγα Κνίππερ άφησε τον άντρα της στην Κριμαία και επέστρέψε στη Μόσχα.



«Σ’ έχω συνηθίσει λες κι είμαι μικρό παιδί...» 

Κι έτσι, άρχισε για το ερωτευμένο ζευγάρι μια παράξενη ζωή. Αλλεπάλληλοι χωρισμοί, νοσταλγία, παρεξηγήσεις, μάταιες ελπίδες. Και για τον Τσέχωφ, η μοναξιά και πάλι.
Στις αρχές του γάμου τους, είχε γράψει στην Όλγα Λεονάρντοβνα: 

«Ο βήχας μού παίρνει όλη μου την ενέργεια... Σκέψου εσύ για το μέλλον. Πάρε την κατάσταση στα χέρια σου. Εγώ θα κάνω ό,τι μου λες».


Είχε αγαπήσει τη φλόγα της, τη ζωντάνια της, ίσως και μια κάποια αρσενική ψυχρότητα που κρυβόταν πίσω από την πολύ θηλυκή, πολύ γοητευτική συμπεριφορά της. Η Όλγα έκλαιγε συχνά· είχε «τα νεύρα της». Έλεγε πως μόνο εκείνος μπορούσε να την παρηγορεί, να την καθησυχάζει, πως τον είχε ανάγκη, στην πραγματικότητα, όμως, ο Τσέχωφ έβλεπε ότι δεν τον χρειαζόταν. Και τι ζωή μπορούσε να της προσφέρει; Τη ζωή μιας νοσοκόμας στη θλιβερή, σκονισμένη Γιάλτα, τη στιγμή που εκείνη μπορούσε να δουλεύει, να ταξιδεύει, να διασκεδάζει, να μαθαίνει καινούργια πράγματα - να ζει, με δυο λόγια. 

Ο Τσέχωφ με την Όλγα και την αδελφή του Μάσα στην Γιάλτα, 1902
________________


Οποιοσδήποτε άλλος τρόπος ζωής θα της ήταν θυσία, και ο Τσέχωφ δεν ήθελε να της ζητήσει θυσίες. Για μια Λατίνα η κατάσταση θα ήταν πιο απλή, εκείνη όμως ήταν Βόρεια: της φαινόταν πολύ σκληρή η απόλυτη αφοσίωση στον άντρα. Αλλά και για τον Τσέχωφ ένα τέτοιο δώρο θα ήταν παράλογο και πρωτόγονο. Η γυναίκα του ήταν ένα ανθρώπινο πλάσμα, όπως κι αυτός. Έπρεπε να ζήσει μια γεμάτη ζωή· όσο για τον ίδιο, «φαίνεται πως αυτό είναι το ριζικό μου», έλεγε. Σπάνια παραπονιόταν, και πάντοτε με εξαιρετική διακριτικότητα και λεπτότητα: 
24 Αυγούστου 1901

«Πλήττω πολύ χωρίς εσένα. Σ’ έχω συνηθίσει λες κι είμαι μικρό παιδί...» 


27 Αυγούστου 1901

«Σ’ αγαπώ, πλήττω μακριά σου, χαρά μου, μικρή Γερμανίδα μου, κοριτσάκι μου. Ήδη το δεύτερο γράμμα σου είναι πιο σύντομο, φοβάμαι μήπως απομακρυνθείς από μένα ή μήπως συνηθίσεις να μην μ’ έχεις κοντά σου.» 


5 Νοεμβρίου 1901

«Λαχταράω με πάθος να δω τη γυναίκα μου. Μου λείπει πολύ, και αυτή και η Μόσχα, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Σε σκέφτομαι, σε θυμάμαι σχεδόν κάθε ώρα. Σ’ αγαπώ, γλυκιά μου...» 

Η Όλγα στο ρόλο της Έλενα Αντρέεβνα, Θείος Βάνιας 
Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, 1899
___________


«Χωρίς δουλειά, θα πεθάνω από πλήξη..»

Κι εκείνη
 υπέφερε. Τον αγαπούσε με τρυφερό πάθος κι ένιωθε τύψεις. Πόσο καλά, πόσο ήρεμα ζούσαν μαζί, τους καλοκαιρινούς μήνες ή στις σύντομες συναντήσεις τους στην Κριμαία ή στη Μόσχα. Τον φρόντιζε πολύ, την απασχολούσε το ντύσιμό του, η διατροφή του. Όταν έλειπε εκείνη, τα δείπνα του δεν ήταν καλά· οι υπηρέτες δεν άναβαν τις σόμπες, παραμελούσαν τα καθήκοντά τους. Είχε, βέβαια, τη μητέρα του και μια γριά υπηρέτρια να τον προσέχουν, αλλά η μία ήταν εβδομήντα ετών και η άλλη ογδόντα. Έβαζαν τα δυνατά τους για να τον περιποιούνται, όμως το αποτέλεσμα ήταν μέτριο. 

Ναι, ο Τσέχωφ χρειαζόταν τη γυναίκα του, και η Όλγα συλλογιζόταν με λύπη τον άρρωστο και μόνο συγγραφέα, συλλογιζόταν το «αγαπημένο, γλυκό του πρόσωπο», τα «μάτια του, γεμάτα αγάπη και τρυφερότητα». Και τότε του έγραφε: 

«Θα ήθελα να είμαι κοντά σου. Κακίζω τον εαυτό μου που δεν μπορώ να εγκαταλείψω τη σκηνή. Ούτε κι εγώ δεν καταλαβαίνω τι γίνεται μέσα μου. κι αυτό με θυμώνει... Πονάω όταν σκέφτομαι ότι είσαι μόνος σου εκεί πέρα, ότι είσαι λυπημένος, ότι πλήττεις, ενώ εγώ ασχολούμαι εδώ με πράγματα εφήμερα, αντί να δώσω όλο τον εαυτό μου στην αγάπη μου».

Η Όλγα στο ρόλο της Έλενα Αντρέεβνα, Θείος Βάνιας 
Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, 1899
_________

Του τα έγραφε αυτά, αλλά όταν ο Τσέχωφ έκανε πως συμφωνούσε («Θέλεις ν' αφήσεις το θέατρο; Το λες αλήθεια;») εκείνη έσπευδε να αναφωνήσει: 

«Χωρίς δουλειά, θα πεθάνω από πλήξη. Θα σέρνομαι από τη μια γωνιά στην άλλη, όλο νεύρα. Έχω ξεσυνηθίσει να μην κάνω τίποτα, και δεν είμαι πια αρκετά νέα ώστε να γκρεμίσω μέσα σε μια στιγμή όσα έχτισα με πολύ κόπο».

Τα λόγια αυτά έβγαιναν μέσα από την καρδιά της. Ήταν δύσκολο για μια δραστήρια και ταλαντούχα γυναίκα ν’ απαρνηθεί τις θεμιτές φιλοδοξίες της. Ο Τσέχωφ το κατάλαβε, και όχι μόνο δεν εξέφρασε ξανά κανένα παράπονο, αλλά έκανε και κάτι περισσότερο: με μια μεγαλειώδη ευγένεια ψυχής προσπάθησε να την παρηγορήσει, να την καθησυχάσει, να της δείξει ότι δεν ήταν ένοχη: 

«Για όσα δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί, δεν φταίμε ούτε εσύ ούτε εγώ, αλλά ο δαίμονας που έβαλε μέσα μου βάκιλους και μέσα σου την αγάπη για την τέχνη».

Η Όλγα Κνίππερ στις "Τρεις αδελφές", 1901
_________

«Ζω σαν καλόγερος και μόνο εσένα ονειρεύομαι...»

Και μ’ αυτόν τον τρόπο συνεχιζόταν η ζωή τους. Η Όλγα Κνίππερ βρισκόταν στη Μόσχα ή στην Αγία Πετρούπολη. Θεατρικές επιτυχίες, σκληρή αλλά γόνιμη δουλειά, φιλίες με διάσημους άντρες και αστραφτερές γυναίκες: αυτό ήταν το τυχερό ριζικό της νέας ηθοποιού.

Τον ίδιο καιρό, ο Τσέχωφ περιέγραφε κι αυτός τον δικό του τρόπο ζωής: είχε αιμοπτύσεις για κάποιες μέρες, αλλά τώρα πήγαινε καλύτερα. Η γυναίκα του δεν έπρεπε ν' ανησυχεί καθόλου. Έβαζε μια κομπρέσα που ήταν τεράστια και πολύ άβολη. Στη Γιάλτα δεν υπήρχε κρέμα. Οι γιατροί τού συνιστούσαν να τρώει πολύ· προσπαθούσε, αλλά τις περισσότερες φορές δεν είχε καθόλου όρεξη. Είχε πιάσει δύο ποντίκια: ποιος θα τολμούσε να πει πως έμενε άπρακτος; Έβρεχε, έκανε κρύο. 

Δεν μπορούσε η γυναίκα του να πάει κοντά του για δυο τρεις μέρες; Όχι περισσότερο. Όχι; Ήταν αδύνατον; Τόσο το χειρότερο! Μήπως θα ερχόταν τα Χριστούγεννα; Όχι; Θα έκανε πρόβες ένα καινούργιο έργο; Δεν θα είχε ούτε μια μέρα ελεύθερη; Λυπόταν πάρα πολύ που τον στεναχωρούσε. Την περίμενε; Καημένε Αντόν! Αλλά όχι: «Δεν σε περιμένω για τις γιορτές, δεν πρέπει να έρθεις, αγαπούλα μου», της έγραψε. «Δούλεψε, θα έχουμε πάντα καιρό να ζήσουμε μαζί. Την ευχή μου να ’χεις, κοριτσάκι μου.» Θα τα κατάφερνε ίσως να πάει να τον δει την πρώτη βδομάδα της Σαρακοστής;


Α! Αδηφάγο θέατρο! Ναι, η 'Ολγα προσπαθούσε να μείνει μακριά από τη σκηνή για τέσσερις πέντε μέρες, πήγαινε να τον βρει, οργάνωνε μια απομίμηση σπιτικού. Καθόταν δίπλα του, στη μεγάλη πολυθρόνα, ή γονατιστή στα πόδια του. Του μιλούσε για το θέατρο, του τραγουδούσε τ’ αγαπημένα του τραγούδια, και μετά ξανάφευγε. Ο Τσέχωφ έμενε μόνος. Έβγαινε να καθίσει στο παγκάκι του, στον ήλιο, ανάμεσα στα αγαπημένα του ζώα. στους σκύλους, στους κύκνους που έκρωζαν με βραχνή, παράξενη φωνή. Σηκωνόταν να κλαδέψει τις τριανταφυλλιές, αλλά πολύ γρήγορα λαχάνιαζε και κουραζόταν και τότε, σερνόταν πάλι μέχρι το παγκάκι του.

Έγραφε: «Ο Θεός μαζί σου. Να είσαι πάντα γερή και χαρούμενη, κορίτσι μου. Γράφε πιο πολύ στον κακό άντρα σου. Όταν είσαι λυπημένη, δείχνεις άχρωμη, γερασμένη, ενώ όταν είσαι χαρωπή, όπως συνήθως, είσαι ένας άγγελος». (15 Δεκεμβρίου 1901)

Εκείνη είχε πάλι πιει και είχε χορέψει μέχρι τις οκτώ το πρωί. «Αν ήξερες πόσο σε ζηλεύω! Ζηλεύω το κουράγιο σου, τη δροσιά σου, την υγεία σου, το χιούμορ σου...» «Ζω σαν καλόγερος και μόνο εσένα ονειρεύομαι...»

Ναι, ήταν ένας παράξενος γάμος, σίγουρα, όμως, υπήρχε έρωτας εξίσου φλογερός και από τις δύο πλευρές. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει συνήθως, στη δική τους περίπτωση αυτός που θυσίαζε την ευτυχία του για την ευτυχία της συντρόφου του ήταν ο άντρας· και η γυναίκα δεχόταν τη θυσία. Ωστόσο, αυτή η αντιστροφή των ρόλων παραβίαζε τόσο κατάφορα τα πρότυπα, ώστε γέμιζε ενοχές την Όλγα Κνίππερ και δεν την άφηνε να είναι απόλυτα ευτυχισμένη.

O Τσέχωφ με τη μητέρα του Ευγενία, την αδελφή του Μάσα και την Όλγα στη Γιάλτα
____________

«Υπόφερε και σώπαινε...»

Σπάνια μιλούσαν για όσα τους χώριζαν. Τι νόημα είχε; Όσο γερνούσε, ο συγγραφέας γινόταν όλο και πιο συνεσταλμένος και συγκρατημένος. Δεν ήθελε ούτε να παραπονιέται, ούτε να εξηγεί τι θα επιθυμούσε. Τα λόγια ήταν όλα ψεύτικα. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον άλλον. Και προπαντός, μακριά από όρκους, ηθικολογίες και μεγάλες κουβέντες. Δεν ωφελούν σε τίποτα. Καθένας πεθαίνει μόνος, όπως μόνος έχει ζήσει. Κι αυτή τη μοναξιά δεν μπορούν να την ανακουφίσουν ούτε ο έρωτας ούτε η φιλία. Καλύτερη η σιωπή, λοιπόν. Καλύτερα να υποφέρεις και να σκύβεις το κεφάλι χωρίς να λες τίποτα. «Υπόφερε και σώπαινε... Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι, ό,τι κι αν σκέφτεσαι εσύ, μη μιλάς, μη μιλάς...

Λαχταρούσε μ' όλη του την ψυχή τη γαλήνη, την αποστασιοποίηση, μα δυσκολευόταν να τα βρει. Ήταν πολλά αυτά που θεωρούσε σπουδαία για τον ίδιον: η επιτυχία των έργων του και των βιβλίων του, η γυναίκα του, η υγεία του. Και σιγά σιγά, θα τα έχανε όλα.
Ήταν ξαπλωμένος στο γραφείο του. Είχε πυρετό Αναστέναζε: «Δεν είναι πολύ ευχάριστο να ζεις για να πεθάνεις, αλλά να ζεις ξέροντας πως θα πεθάνεις νωρίς είναι ηλίθιο...». 

Η ζωή δεν έχει κανένα νόημα. Κι αν έχει, είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να το βρει· η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να το συλλάβει. Ο άνθρωπος μπορεί να εξουσιάζει μόνο τον εαυτό του και την ψυχή του. Με πολλή καρτερία, ευγένεια, αξιοπρέπεια και στωικότητα μπορεί κανείς να ξαναπλάσει την καρδιά του. Γι’ αυτό, τουλάχιστον, ο Τσέχωφ έδειχνε να είναι σίγουρος. 


Γιάλτα 1903 - δωμάτιο εργασίας
_____________

Πόσο σιχαινόταν τη Γιάλτα! Η Κριμαία ήταν ωραία, αλλά αυτή η πόλη, «κοσμοπολίτικη και μικροαστική μαζί», έμοιαζε με εμποροπανήγυρη. «Ξενοδοχεία σαν κουτιά, όπου μαραίνονται κακόμοιροι φυματικοί, αναιδείς μούρες Τατάρων... κολόνιες, αντί για την ευωδία των κέδρων και της θάλασσας.» Ποτέ δεν του είχε αρέσει η Γιάλτα· τώρα, όμως, του ήταν ανυπόφορη. Πόσο θα ήθελε να φύγει από κει! 

Οι τρεις αδελφές δεν παύουν να επαναλαμβάνουν: «Στη Μόσχα! Στη Μόσχα!». Αντανακλούν την επιθυμία του ίδιου του Τσέχωφ. Του έλειπε η Μόσχα, οι δυνατές καμπάνες της, ο παγωμένος αέρας της, τα έλκηθρά της... Στη Μόσχα βρισκόταν η ζωή, το θέατρο, ο έρωτας! Ενώ εκεί, στη Γιάλτα, έκανε άσκοπους περιπάτους πλάι στη θάλασσα. 

Ήταν ένας αδύνατος άντρας με ελαφρύ περπάτημα και τρυφερό, σχεδόν θηλυκό, βλέμμα. Το ρυτιδωμένο πρόσωπο γινόταν όλο και πιο σκοτεινό. Τα μαλλιά είχαν μακρύνει, το γενάκι ήταν απεριποίητο. Οι κοπελιές τον κοίταζαν με λατρεία. 


Το σπίτι της Γιάλτας χτίστηκε το 1898. Ο Τσέχοφ εγκαταστάθηκε εκεί μετά τον θάνατο του πατέρα του. «Ήταν, ίσως το πιο αυθεντικό σπίτι στη Γιάλτα. Ένα λευκό, αγνό, ζεστό και ασύμμετρα όμορφο..» Έτσι το περιέγραψε ο Ρώσος συγγραφέας Aleksandr Kurpin.
___________

Όταν ο Τσέχωφ έφυγε από τη ζωή, το σπίτι φρόντιζε η αδερφή του Μάσα, που κατάφερε να μην πειραχτεί τίποτα από μέσα. Το σπίτι αναστηλώθηκε το 2010 και σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.
__________

Στη Γιάλτα είχε χτίσει ένα λευκό σπιτάκι σε μια λεωφόρο στρωμένη ακόμη με χώμα. Ζούσε εκεί με τη μητέρα του. Τα δωμάτια ήταν πάντα σιωπηλά και κρύα. Όταν έπεφτε το βράδυ, επάνω στο γραφείο του έκαιγαν δυο κεριά. Μερικές φορές, περνούσε μέρες ολόκληρες ακίνητος σε μια πολυθρόνα, με τα μάτια κλειστά. Η γριά μητέρα του δίσταζε, αναστέναζε (ήξερε ότι του Αντόν Πάβλοβιτς δεν του άρεσε να του μιλάνε για την υγεία του), ώσπου δεν κρατιόταν άλλο. Τον πλησίαζε και τον ρωτούσε δειλά δειλά: «Πονάς, Αντόσα;».

«Ποιος, εγώ; Όχι»
, της απαντούσε. «Δεν είναι τίποτα. Έχω λίγο πονοκέφαλο.»

Όποτε αισθανόταν καλύτερα, έβγαινε στον κήπο και από εκεί κοίταζε το νεκροταφείο των Τατάρων, που βρισκόταν αρκετά κοντά, λουσμένο στον ήλιο. Να θυμόταν άραγε την αστόχαστη ευχή του:

«... Την ευτυχία που συνεχίζεται από μέρα σε μέρα, από το ένα πρωί στο άλλο πρωί, δεν θα την άντεχα. Υπόσχομαι να γίνω ένας πολύ καλός σύζυγος, βρείτε μου όμως μια γυναίκα που, παρόμοια με το φεγγάρι, δεν θα εμφανίζεται κάθε μέρα στον ορίζοντά μου». (Γράμμα στον Σουβόριν, 1895)



Ο Τσέχωφ στο σπίτι της Γιάλτας
__________

«...από πολύ ψηλά, από κει που πετάνε τα πουλιά.» 

Ο Τσέχωφ έγραφε το Βυσσινόκηπο, φυσικά, για να παιχτεί από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Εκείνη τη σεζόν (1903- 1904), οι γιατροί επέτρεψαν επιτέλους στον Τσέχωφ να φύγει από τη Γιάλτα. Ήταν ευτυχισμένος. Θα ξανάβρισκε το χιόνι και τον πάγο που αγαπούσε. Χαιρόταν σαν παιδί που περιεργάζεται το λούτρινο ζωάκι του και τον γούνινο σκούφο του.

«Ήταν σαν η μοίρα να είχε αποφασίσει να του φερθεί με καλοσύνη και να του δώσει, επιτέλους, έστω και για λίγο, όλα όσα αγαπούσε...», γράφει η Όλγα Κνίππερ. «Τη Μόσχα, το χειμώνα, το θέατρο!»

Η παράσταση του Βυσσινόκηπου ήταν ένας θρίαμβος. Στην τελευταία πράξη του Βυσσινόκηπου, το κοινό είδε να ανεβαίνει στη σκηνή ένας αδύναμος χλομός άντρας: ο Αντόν Τσέχωφ. Ακουγε τις επευφημίες που έφταναν ως αυτόν «πολύ προσεκτικά, πολύ σοβαρά». Ο κόσμος θαύμαζε τον συγγραφέα, σεβόταν τον άνθρωπο. Στο πρόσωπό του δεν δόξαζαν μόνο τον «Ρώσο Μωπασσάν», αλλά και μια ανθρώπινη ύπαρξη που είχε ζήσει με πολύ κουράγιο και αξιοπρέπεια. 

Στα χειροκροτήματα ποο τον αποθέωναν εκείνο το βράδυ υπήρχε και μια δόση σνομπισμού και δημαγωγίας· ο Τσέχωφ, που δεν γελιόταν ποτέ, το αισθανόταν και ίσως γι' αυτό το βλέμμα του ήταν τόσο διεισδυτικό, τόσο σοβαρό. «Έδινε την εντύπωση ότι παρακολουθούσε τον ενθουσιασμό τους από πολύ ψηλά, από κει που πετάνε τα πουλιά.» Αλλά μέσα σ’ εκείνη την αχλή της δόξας υπήρχε και το αγνό άρωμα του σεβασμού και της αγάπης, κι αυτό τον έκανε ευτυχισμένο. Με δυσκολία στεκόταν στα πόδια του. Από κάτω, του φώναζαν: «Καθίστε, Αντόν Πάβλοβιτς, ξεκουραστείτε!».

Εκείνος δεν ήθελε· χρειάστηκε να τον καθίσουν με το ζόρι σχεδόν σε μια πολυθρόνα που την έσυραν πάνω στη σκηνή. Τώρα έδειχνε ακόμη πιο χλομός και αδύνατος- όλοι καταλάβαιναν ότι είχαν μπροστά τους έναν καταδικασμένο άνθρωπο. Ήταν 17 Φεβρουάριου 1904. Είχαν περάσει ακριβώς σαράντα τέσσερα χρόνια από τότε που είχε γεννηθεί σ’ ένα φτωχόσπιτο του Ταγκανρόγκ αυτός ο γιος μαγαζάτορα. Ίσως εκείνη τη στιγμή να συλλογιζόταν τα μακρινά παιδικά του χρόνια, ίσως πάλι να συλλογιζόταν το θάνατο που ζύγωνε.


Ο Βυσσινόκηπος στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. 
Η Όλγα Κνίππερ στο ρόλο της Ρανέβσκαγια
Πρεμιέρα στις 17 Ιανουαρίου 1904 και τιμητική εκδήλωση για τον συγγραφέα. 
___________

«Δεν βάζουν πάγο πάνω σε μια άδεια καρδιά...»


Στις αρχές του καλοκαιριού, έφυγε με τη γυναίκα του για το Μπάντενβαϊλερ· ήταν μια γερμανική λουτρόπολη, φωτεινή και καθαρή, στον Μέλανα Δρυμό. Πέρασε λίγες μέρες στο Βερολίνο· οι γερμανοί γιατροί διαπίστωσαν ότι η καρδιά του εμφάνιζε σημάδια κόπωσης. Όσο για τους πνεύμονες, ήταν κατεστραμμένοι, δεν θα ζούσε περισσότερο από έξι ή οκτώ μήνες. Παρ’ όλα αυτά, η Όλγα Λεονάρντοβνα δεν έχανε την ελπίδα της. Ακόμη κι ο ίδιος ο Τσέχωφ είχε μέρες που ένιωθε καλά, που ξανάβρισκε τη χαρούμενη διάθεσή του. Έκανε σχέδια για δουλειές, για ταξίδια. 

Ωστόσο, φεύγοντας από το Βερολίνο έδωσε εντολή να κατατεθούν στο λογαριασμό της γυναίκας του κάποια χρήματα που περίμενε να πάρει. Ο φίλος στον οποίο απευθύνθηκε γι' αυτό το ζήτημα ξαφνιάστηκε και ζήτησε να μάθει το λόγο. Ο Τσέχωφ δίστασε, και μετά: «Έτσι», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους. «Για κάθε ενδεχόμενο.»



Βρήκε ένα ευχάριστο ξενοδοχείο μ’ έναν ωραίο κήπο. Το δωμάτιό του είχε ήλιο μέχρι τις εφτά το βράδυ. Καθόταν έξω, στο μπαλκόνι· κοίταζε την πόλη, τους διαβάτες, τα βουνά πέρα στο βάθος. Πάθαινε σοβαρές κρίσεις δύσπνοιας. Δεν μιλούσε καθόλου, ύστερα μια πονηρή έκφραση περνούσε από το πρόσωπό του, που το έτρωγε ο πυρετός. Και τότε διηγούνταν κωμικές ιστορίες, μ’ αυτό το τρυφερό και ανάλαφρο, το εντελώς «τσεχωφικό» κωμικό ύφος, που έκανε την Όλγα Λεονάρντοβνα να κλαίει από τα γέλια.

Όσο πλησίαζε ο θάνατος, τόσο πιο ήρεμος, υπομονετικός και γλυκός γινόταν, αλλά και πιο απόμακρος· κλεινόταν στον εαυτό του, αναζητούσε στα βάθη της καρδιάς του μια νησίδα μοναξιάς. Ώσπου, μια ζεστή μέρα του Ιουλίου, αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τις τρεις επόμενες μέρες, φοβήθηκαν για τη ζωή του· ύστερα, έδειξε να συνέρχεται. Η καρδιά είχε αντέξει. Το τρίτο βράδυ, είπε στη γυναίκα του ότι ένιωθε πολύ καλύτερα.

«Πήγαινε να κάνεις έναν περίπατο, πήγαινε να τρέξεις λίγο στο πάρκο», της ψιθύρισε με σβησμένη φωνή.



Δεν τον είχε αφήσει λεπτό μέχρι τότε· φοβόταν. Εκείνος επέμεινε. Η Όλγα κατέβηκε τελικά για λίγο στον κήπο και, όταν γύρισε, τον βρήκε ανήσυχο. Της είπε να πάει να δειπνήσει. Δεν ήταν πεινασμένη; Μέχρι την τελευταία στιγμή, νοιαζόταν περισσότερο για κείνην παρά για τον εαυτό του. Αλλά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχαν ακούσει το γκονγκ του δείπνου Η Όλγα Λεονάρντοβνα ξάπλωσε σ’ έναν μικρό καναπέ δίπλα στο κρεβάτι του Αντόν Πάβλοβιτς. Δεν μιλούσε· ήταν θλιμμένη και κουρασμένη, «αν και δεν μου περνούσε καθόλου από το μυαλό ότι το τέλος ήταν τόσο κοντά», είπε αργότερα.

Για να την κάνει να ξεχαστεί, ο Αντόν Πάβλοβιτς άρχισε να σκαρώνει ένα διήγημα, να φαντάζεται «μια πολύ σικ λουτρόπολη, με πολλούς χοντρούς και καλοταϊσμένους λουόμενους που έσκαγαν από υγεία, που τους άρεσε το φαγητό, Άγγλους και Αμερικάνους με κόκκινα μάγουλα· γυρίζουν όλοι στα σπίτια τους, λαχταρώντας ένα πλούσιο δείπνο, αλλά ο μάγειρας έχει φύγει». Πώς θ' αντιδράσουν όλοι αυτοί οι ευτυχισμένοι και κακομαθημένοι άνθρωποι σε τούτη την αναποδιά; 

Μιλούσε, η Όλγα Λεονάρντοβνα τον άκουγε γελώντας. Βράδιαζε. Σιγά σιγά, το ξενοδοχείο, η μικρή πόλη ησύχασαν, ώσπου αποκοιμήθηκαν μέσα στην αγκαλιά του δάσους και των λόφων. Ο άρρωστος σώπασε. Λίγες ώρες αργότερα, φώναξε τη γυναίκα του και της ζήτησε να καλέσει τον γιατρό. «Ήταν η πρώτη φορά που ζητούσε ο ίδιος γιατρό», είπε η Όλγα Λεονάρντοβνα.



Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο κόσμο, όλοι όμως κοιμούνταν και η γυναίκα του Τσέχωφ ένιωθε διπλά μόνη και εγκαταλειμμένη ανάμεσα σ’ εκείνο το αδιάφορο πλήθος. Θυμήθηκε ότι κοντά εκεί έμεναν δύο ρώσοι φοιτητές. Τους ξύπνησε. Ο ένας έτρεξε να βρει γιατρό, όσο η Όλγα έσπαγε πάγο για να τον βάλει πάνω στην καρδιά του ετοιμοθάνατου. Εκείνος έσπρωξε απαλά το χέρι της.

«Δεν βάζουν πάγο πάνω σε μια άδεια καρδιά...»

Ήταν μια ζεστή νύχτα του Ιούλη. Είχαν ανοίξει όλα τα παράθυρα, αλλά και πάλι ο άρρωστος δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Ο γιατρός του έκανε μια ένεση με καμφορούχο έλαιο, αλλά η καρδιά δεν τονώθηκε. Έφτανε το τέλος. Έφεραν σαμπάνια. «Ο Αντόν Πάβλοβιτς», γράφει η Όλγα Κνίππερ, «ανακάθισε και με πολλή σοβαρότητα είπε δυνατά στον γιατρό, στα γερμανικά (μιλούσε πολύ λίγο γερμανικά): Ich sterbe (Πεθαίνω). 

Ύστερα πήρε το ποτήρι, γύρισε το πρόσωπό του προς το μέρος μου, χαμογέλασε με το υπέροχο χαμόγελό του και είπε: 

“Πάει πολύς καιρός που έχω να πιω σαμπάνια”. Αδειασε αργά όλο το ποτήρι, ώς την τελευταία σταγόνα, και πλάγιασε μαλακά στο αριστερό πλευρό».

Την ίδια στιγμή, μπήκε στο δωμάτιο μια πεταλούδα της νύχτας, τεράστια και κατάμαυρη. Πετούσε από τοίχο σε τοίχο, χτυπιόταν πάνω στις αναμμένες λάμπες, έπεφτε με καμένα τα φτερά της, ύστερα ξανάρχιζε το τυφλό και μοιραίο πέταγμά της. Τέλος, ξαναβρήκε το ανοιχτό παράθυρο και χάθηκε. Εν τω μεταξύ, ο Τσέχωφ είχε σταματήσει να μιλάει, ν’ αναπνέει, να ζει.

Irène Némirovsky, Η Ζωή του Τσέχωφ, σελ. 200 - 233 (επιλογή), εκδόσεις Κέλευθος




Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

«..τις σκέψεις που τρέχουν δώθε-κείθε στο μυαλό μου αραδιάζω στο χαρτί..», Yosida Kenkō, Tsurezuregusa



Ο Κενκό και το Τσουρέ-ζουρέ-γκουσά

Κενκό Χόσι είναι το βουδιστικό όνομα του μοναχού και συγγραφέα Ουράμπε Κανεγιόσι. Γεννήθηκε το 1281 στη Γιοσίντα, ένα βορειοανατολικό προάστιο του Κιότο, την εποχή του αυτοκράτορα Γκο Ούντα, στον οποίο ήταν τρομερά αφοσιωμένος. Έγινε αξιωματικός στην αυτοκρατορική φρουρά, αλλά, όταν πέθανε ο αυτοκράτορας, το 1324, ασπάστηκε το βουδισμό και αποσύρθηκε από τα εγκόσμια στην ηλικία των 43 ετών και μέχρι τον θάνατό του, το 1350.

Το Τσουρέ-ζουρέ-γκουσά είναι μία συλλογή από φιλοσοφικούς στοχασμούς σε 243 παραγράφους, καθεμία ανεξάρτητη από την άλλη, και ανήκει κατεξοχήν στο ιαπωνικό λογοτεχνικό είδος που αποκαλείται ζουιχίτσου. Το Τσουρέ-ζουρέ-γκουσά είναι ένα κλασικό έργο της ιαπωνικής λογοτεχνίας και διδάσκεται στο σχολείο. Το όνομά του το έχει πάρει από την πρώτη φράση του βιβλίου. Τσουρέ-ζουρέ σημαίνει σχόλη, ραστώνη και το γκουσά σημαίνει γρασίδι, λέξη που στην ιαπωνική κουλτούρα δηλώνει μεταφορικά την ίδια τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφική σκέψη, καθώς επίσης και κάτι που δεν είναι τελειωμένο αλλά ωμό ακόμα και αδούλευτο.


Ο Κενκό έζησε τη ζωή του ως ερημίτης χωρίς να μπορέσει όμως ποτέ να εξαλείψει εντελώς τα πάθη και τις επιθυμίες για τα πράγματα ετούτου του κόσμου. Το Τσουρέ-ζουρέ-γκουσά γράφτηκε τα χρόνια 1330-1332. Λίγα είναι γνωστά γιά τη ζωή και τον χαρακτήρα του Κενκό, αλλά πολλά μπορούμε να καταλάβουμε διαβάζοντας το έργο του, το οποίο θεωρείται από τους μελετητές της ιαπωνικής λογοτεχνίας και κουλτούρας ότι αντιπροσωπεύει τον ιαπωνικό χαρακτήρα και τη σκέψη που σε γενικές γραμμές έχουν ακόμα παραμείνει αναλλοίωτα. Ο τύπος ανθρώπου που αντιπροσωπεύει ο Κενκό είναι ακόμα πολύ συνηθισμένος ανάμεσα στους σημερινούς Ιάπωνες: ήρεμος, ευαίσθητος εσωτερικά, αδρανής, καθόλου πρακτικός, καλλιτεχνική φύση, σαρκαστικός, με παλαιού τύπου γούστα.

Το Τσουρέ-ζουρέ-γκουσά δεσπόζει σαν ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα ζουιχίτσου, είδους έργων από δοκιμιακές σκέψεις, σημειώσεις και συλλογισμούς χωρίς εμφανή συνάφεια, συνήθως με μια φιλοσοφική θεώρηση και μια συνειρμικής λογικής οργάνωση και συνήθως όχι προορισμένα για δημοσίευση. Το ζουιχίτσου άνθησε και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα με κύριους εκπροσώπους το Βιβλίο του μαξιλαριού της Σέι Σόναγκον, το Χότζοκι του Κάμο νο Τσόμεϊ και το παρόν έργο του Κενκό. Κατά τη διάρκεια της περιόδου Έντο (1603-1868) πολλοί συγγραφείς προσπάθησαν να αναβιώσουν το λογοτεχνικό αυτό είδος, ενώ υπάρχουν ακόμα πολλοί σύγχρονοί μας που δοκιμάζουν την πένα τους γράφοντας συλλογές σκέψεων, ανήκοντας έτσι στο ζουιχίτσου (η ποικίλη πένα, το πινέλο).

Παναγιώτης Ευαγγελίδης, recto/verso
Περιοδικό Δοκιμιακού Λόγου, τεύχος 01, Δεκέμβριος 2018


...στοιχειωμένος λες από κάποια αλλόκοτη τρέλα

Στο
χαστικά κάθομαι όλη μέρα απέναντι στα σύνεργα του γραψίματος και χωρίς κάτι στο μυαλό συγκεκριμένο τις σκέψεις που τρέχουν δώθε-κείθε στο μυαλό μου αραδιάζω στο χαρτί, στοιχειωμένος λες από κάποια αλλόκοτη τρέλα.


Suzuki Harunobu, Parodies of the Three Evening Poems  Saigyô Hôshi
_________________


Να αλλάξουμε την καρδιά μας προς το καλύτερο.....

Είναι καλό για κάποιον να ’χει αβρά χαρακτηριστικά κι ωραίους τρόπους και πάντα χαίρεται κανείς να συναντάει ανθρώπους ικανούς για μια μικρή, όμορφη κουβέντα, αρκεί βέβαια να μην είναι πολύ φλύαροι. Είναι μεγάλο κρίμα όμως όταν ο πραγματικός χαρακτήρας ενός ανθρώπου δεν συμβαδίζει με την ελκυστική του εμφάνιση.


Το σώμα και η εμφάνισή μας καθορίζονται βέβαια από τη φύση. Δεν γίνεται όμως να αλλάξουμε την καρδιά μας προς το καλύτερο, εάν στ’ αλήθεια το επιθυμούμε; Κι είναι πράγματι πολύ κρίμα όταν κάποιος, όσο ευπαρουσίαστος και καλός, στερείται σοφίας και χαρακτήρα, γιατί συχνά στη συνάφειά του με ανθρώπους με όψη λιγότερο ελκυστική τα έλαττώματά του θα έχουν ως συνέπεια να παραγκωνιστεί και να περάσει στην αφάνεια.

Π
ρέπει λοιπόν να επιδιώκουμε το μονοπάτι της πραγματικής καλλιέργειας, της λογοτεχνίας και της μουσικής. Είναι επίσης αξιέπαινο να γίνει κανείς αυθεντία στον τομέα των αρχαίων ηθών και τελετουργικών. Επίσης καλός είναι κάποιος ταχύς και προικισμένος στο γράψιμο και στο σχέδιο, κάποιος που έχει μια ευχάριστη φωνή, ένας που μπορεί να χρονόμετρά τη μουσική και που δεν αρνείται το λίγο κρασάκι, ακόμα κι αν δεν πίνει πολύ. 


Utagawa Kuniyoshi (1797-1861) Forty-eight Habits of the Floating World: 
The Habit of Offering More Sake, 1846
__________________

Εάν δεν κατανοεί την ομορφιά του έρωτα, πάντα θα του λείπει κάτι

Σε όσα κι αν διαπρέπει ένας άντρας, εάν δεν κατανοεί την ομορφιά του έρωτα, πάντα θα του λείπει κάτι. Μοιάζει με χρυσοποίκιλτη κούπα του σάκε που της λείπει ο πάτος. Εκείνος που μούσκεψε από την πρωινή δροσιά και τον παγετό περιπλανώμενος άσκοπα έξω απ’ το σωστό μονοπάτι είναι απτόητος από τις διδαχές των γονιών και τις κατηγορίες του κόσμου και υποφέρει από μια καρδιά που πάει πίσω-μπρος, κεντημένη αβεβαιότητα, καλύτερος όμως ακόμα είναι εκείνος που όταν κοιμάται μόνος στριφογυρνάει ανήσυχα όλη τη νύχτα· μη δείχνετε όμως απ’ την άλλη και πολύ χαρούμενο χαρακτήρα, γιατί είναι κατά πολύ προτιμότερο οι γυναίκες να θεωρούνε κάποιον δύσκολο στους χειρισμούς.


Kotondo Torii, Woman Combing Her Hair, October 1929, 
Ronin Gallery, New York
___________

...μ’ ένα σχοινί πλεγμένο από μαλλιά γυναίκας μπορούμε να δέσουμε ακόμα κι έναν δυνατό ελέφαντα

Το
 πρώτο πράγμα που τραβάει το βλέμμα ενός άντρα είναι η όμορφη κόμη μιας γυναίκας· μπορεί κανείς όμως να καταλάβει τι είδους άνθρωπος είναι και τη θέση της στην κοινωνία αν την ακούσει να μιλάει ακόμα και πίσω από ένα παραβάν. Η παραμικρή της κίνηση, ακόμα κι όταν πηγαίνει με αθωότητα να καθίσει, μπορεί να αναστατώσει την καρδιά ενός άντρα. Στ’ αλήθεια, όταν μια γυναίκα παύει να τηρεί τους τύπους, ο άντρας δεν μπορεί πια να κλείσει μάτι κι είναι ικανός ακόμα και τη ζωή του να παίξει κορόνα-γράμματα. Κι επίσης μπορεί να πραγματοποιήσει άθλους αδύνατους αλλιώς, μόνο και μόνο με την ελπίδα να κερδίσει τον έρωτά της. 
Βαθιές πράγματι οι ρίζες της αγάπης και πέρα μακριά η πηγή της, πολλές οι απολαύσεις των έξι αισθήσεων· οφείλουμε όλες να τις περιφρονούμε, η πιο μεγάλη όμως όλων είναι αυτή εδώ η χίμαιρα. Και σ’ αυτό δεν γνωρίζει διαφορά ο γέρος απ’ τον νέο, ο σοφός απ’ τον ανόητο. Ξέρουμε πως μ’ ένα σχοινί πλεγμένο από μαλλιά γυναίκας μπορούμε να δέσουμε ακόμα κι έναν δυνατό ελέφαντα και πως τα αρσενικά ελάφια το φθινόπωρο δεν γίνεται να μην αποκριθούν στον ήχο που κάνει ένα ξύλινο σανδάλι στο πόδι ενός κοριτσιού. Κατά συνέπεια, πρέπει να νουθετούμε εαυτούς ενάντια στο είδος αυτό της χίμαιρας και να είμαστε πολύ προσεκτικοί και σε επαγρύπνηση.

Jo-no-mai by Uemura Shoen, 1936 
Tokyo National University of Fine Arts and Music, Tokyo
___________

Μπορεί κανείς να καταλάβει πολλά για τον χαρακτήρα του ιδιοκτήτη βλέποντας ένα σπίτι. 

Μόλο που το επίγειο σπίτι μας είναι μονάχα ένα πρόσκαιρο αναπαυτήριο, αν είναι χαριτωμένο και καλαίσθητο, θα μας προσφέρει σίγουρα κάποιες μικρές χαρές. Ακόμα και το φεγγαρόφωτο που χύνεται πάνω στη γαλήνια κατοικία ενός καλού ανθρώπου είναι παραπάνω από εντυπωσιακό· και, παρόλο που μπορεί να μην είναι μοντέρνο και μεγαλοπρεπές, η αρχαία συστάδα των δέντρων, ο κήπος με τα φυτά που δεν έχουν μεγαλώσει τεχνητά μα το καθένα με τον δικό του τρόπο, το παγκάκι από μπαμπού, ο καλοφτιαγμένος μικρός φράχτης και η όμορφα βαλμένη του επίπλωση ανακαλούν παλιά ιδανικά και μας βυθίζουν σε μια γαλήνια σαγήνη. 

Πόσο όμως άσχημο και θλιβερό είναι για το μάτι να βλέπει σπάνια και πολύτιμα έπιπλα από την Κίνα και την Ιαπωνία, στιλβωμένα και φινιρισμένα από διάφορους τεχνίτες με τις μεγαλύτερες ικανότητες, κακοβαλμένα, με τα φυτά και τα δέντρα στον κήπο μεγαλωμένα με παράλογα άσχημους τρόπους. 

Βέβαια κανείς δεν ζει για πάντα και μια απλή ματιά αρκεί για να μου υπενθυμίσει πως όλα θα χαθούν σαν μια γραμμή καπνού. Ναι, τελικά μπορεί κανείς να καταλάβει πολλά για τον χαρακτήρα του ιδιοκτήτη βλέποντας ένα σπίτι. 



Μια παραγγελία είχε κάποτε δοθεί στο παλάτι του Γκο Τόκου Ντάιτζι νο Οτόντο, που απαγόρευε να φωλιάζουν εκεί οι μικροί αετοί. Και ο Σάιγκιο, όταν είδε κάποιους άντρες να απλώνουν σχοινιά για την αναχαίτισή τους, είπε: «Τι τον πειράζει αν τα αετόπουλα κάθονται εκεί πάνω; Τέτοια καρδιά έχει αυτός ο ευγενής;» και έκτοτε δεν παρουσιάστηκε ποτέ πια να του υποβάλει τα σέβη του. 

Το περιστατικό αυτό μου ’ρθε στη μνήμη σε κάποια άλλη περίσταση, όταν πάλι άπλωναν παρόμοια σχοινιά στη στέγη του παλατιού Κόσακα, όπου ζει ο πρίγκιπας Άγια νο Κότζι. Σ’ αυτήν όμως την περίσταση οι άνθρωποι μού είπαν: «Το κάνουνε επειδή η Αυτού Μεγαλειότης στεναχωριόταν που έβλεπε τα σμήνη των κορακιών ν’ αρπάζουν τα βατράχια απ’ τη λιμνούλα», κι αναλογίστηκα τότε πόσο ευγενές ήταν ένα τέτοιο συναίσθημα. Ο Τόκου Ντάιτζι τι να ’χε άραγε στο μυαλό του; 


Ο κήπος του ναού Hasedera στην Καμακούρα, χαρακτηριστικός της Ζεν βουδιστικής φιλοσοφίας
________________


Είναι ωραίο να ζει κανείς ταπεινά......

Είναι ωραίο να ζει κανείς ταπεινά, να απεκδυθεί κάθε πολυτέλειας, να μην αποθηκεύει πλούτη, να μην προσκολλάται στα του κόσμου τούτου. Από τα αρχαία χρόνια ελάχιστοι ήταν οι σοφοί που ήταν πλούσιοι σε χρήμ
α.

Ζο
ύσε κάποτε στην Κίνα κάποιος με το όνομα Κιο Γιου, που δεν είχε καμία περιουσία απολύτως· βλέποντάς τον κάποιος να πίνει νερό μέσα απ’ τις χούφτες τού έδωσε μια κολοκύθα. Εκείνος την κρέμασε στο κλαδί ενός δέντρου, ο αέρας όμως την πήγαινε πέρα - δώθε και έκανε τόσο θόρυβο, που στο τέλος την κατέβασε από κει πάνω και την πέταξε. Και άρχισε πάλι να πίνει νερό μέσα από τα χέρια του. Τι καθάρια ψυχή πρέπει να έκρυβε μέσα του

Κι
έπειτα ήταν ο Σόνσιν, που, μην έχοντας σκέπασμα να ρίξει πάνω του τις νύχτες του χειμώνα, πήρε ένα δεμάτι άχυρα και χωνόταν από κάτω του το βράδυ, ενώ με το που ξημέρωνε το σήκωνε και το έβαζε στο πλάι. 

Οι Κινέζοι θεωρούν αυτούς τους άντρες έξοχα παραδείγματα προς μίμηση και γράφουν γι' αυτούς στα χρονικά εξασφαλίζοντάς τους υστεροφημία. Στην Ιαπωνία, ακόμα κι αν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να μιλήσει γι’ αυτούς.



Aυτοί που έφυγαν αρχίζουν μέρα με τη μέρα να ξεθωριάζουν στον νου μας....


Αυτοί που έχουν φύγει
Γίνονται μέρα με τη μέρα όλο και πιο ξένοι 
Αυτοί που μόλις έχουν έρθει 
Γίνονται μέρα με τη μέρα όλο και πιο φίλοι.

Από την κινέζικη ανθολογία Μόνζεν

Δεν υπάρχει τίποτα πιο λυπητερό απ' την περίοδο που ακολουθεί τον θάνατο ενός ανθρώπου. Στη διάρκεια των σαράντα εννέα ημερών του πένθους αποσυρόμαστε στον ναό κάποιου χωριού πάνω στα άγρια βουνά ή σε κάποιο μικρό δυσπρόσιτο σημείο κι εκεί, μαζί με άλλους πολλούς ακόμα, οι καρδιές μας αγαλλιάζουν καθώς εκτελούμε τις τελετουργίες του θανάτου. Οι μέρες περνάνε σαν αστραπή. Την τελευταία μέρα αυτής της πένθιμης περιόδου μάς διακατέχει όλους μεγάλη θλίψη και κανείς δεν μιλάει σε κανέναν, καθένας ετοιμάζει μόνος τις αποσκευές του κι ύστερα χωριζόμαστε και σκορπάμε προς όλες τις κατευθύνσεις. 

Όταν όμως επιστρέφουμε, υπάρχουν ένα σωρό πράγματα στο σπίτι που μάς θλίβουν ακόμα περισσότερο. Τόσα και τόσα που πρέπει να προσέξουμε να αποσιωπηθούν «ώστε να μη στεναχωρηθούν εκείνοι που είναι ακόμα ζωντανοί», αλλά το να σκεφτόμαστε με τέτοιον τρόπο εν τω μέσω τόσης θλίψης μάς κάνει να δείχνουμε ακόμα πιο αναίσθητοι. 


Okunoin Cemetery Mt.Koya, Japan 
___________________


Καθώς περνούν οι μήνες του χρόνου, παρόλο που ούτε για μια στιγμή δεν ξεχνάμε, αυτοί που έφυγαν αρχίζουν μέρα με τη μέρα να ξεθωριάζουν στον νου μας,  ενώ, ακόμα κι αν τους θυμόμαστε, οι μέρες μαζί τους χάνονται στον χρόνο, αρχίζουμε να μιλάμε για μικροπράγματα, να γελάμε και να χαιρόμαστε. 

Το νεκρό σώμα θάβεται μακριά στο μοναχικό χωριό ενός μακρινού βουνού και επισκεπτόμαστε τον τάφο μόνο σε ειδικές ημερομηνίες, ενώ σύντομα βρύα φυτρώνουν στις ξύλινες ταφικές πλάκες που θάβονται κάτω από τα πεσμένα φύλλα των δέντρων και μόνο ο νυχτερινός άνεμος και το φεγγάρι μάς δίνουν ακόμα μια κάποια, μικρή παρηγοριά. Όσο κρατάει η ζωή των πενθούντων που θυμούνται και επισκέπτονται τους νεκρούς τους όλα βαίνουν ακόμη καλώς, σύντομα όμως κι αυτοί οι ίδιοι καταλήγουν να πεθάνουν· εκείνοι όμως που γνωρίζουν τον νεκρό μόνο από αφηγήσεις και ακούσματα θα νιώσουν άραγε κάποια θλίψη; Και μετά, όταν παύσουν οι τελετές του πένθους, η καταγωγή του νεκρού και το όνομά του το ίδιο βουλιάζουν στην αφάνεια και μόνο η ανοιξιάτικη χλόη, που κάθε χρόνο πάντα το ίδιο απαράλλαχτα φυτρώνει, μένει να συγκινεί εκείνους που έχουν ευαισθησία.

Στο
 τέλος ακόμα και το πεύκο που θρηνεί στην καταιγίδα, πριν προλάβει να συμπληρώσει τα χίλια του χρόνια, το κόβουν οι άνθρωποι για καυσόξυλο κι ο παλιός τάφος γίνεται ένα με τον αγρό όπου ήταν σκαμμένος. Και μετά, τι κρίμα, όλα εξαφανίζονται.




Τόσο αγροίκος, που η πένα του δεν δέησε να γράψει τίποτα για το χιόνι....

Ένα πρωινό, μετά από μια όμορφη χιονόπτωση, έστειλα γράμμα στο σπίτι ενός φίλου σχετικά με μια υπόθεση για την οποία ήθελα να του μιλήσω, χωρίς όμως καθόλου να αναφερθώ στο χιόνι, και εκείνος μου έστειλε: «Πώς είναι δυνατόν να κάθομαι ν’ ακούω έναν άνθρωπο τόσο διεστραμμένο και αγροίκο, που η πένα του δεν δέησε να γράψει τίποτα για το χιόνι που έχει πέσει; Τι καρδιά χτυπάει μέσα στο στήθος του;», απάντηση που με διασκέδασε πολύ. Τώρα ο άνθρωπος που έγραψε αυτή την επιστολή έχει πεθάνει, κι εγώ διατηρώ ακόμη την ανάμνηση του μικρού αυτού περιστατικού.


Torii Kiyonaga, Women in Snowy Garden. Ukiyo-e woodblock print, 1786


...ούτε σοφία ούτε γνώση ούτε ταλέντα ούτε δόξα

Κάλλιο ένα φλασκί σάκε 
Απ’ το ν' αφήσω πίσω μου βουνά χρυσάφι μέχρι τη Μεγάλη Άρκτο.

Από την συλλογή κινέζικης ποίησης "Χακούσι Μπουντζού"


Εκείνος που την καρδιά του κυβερνάει ο πόθος της φήμης και του πλούτου και που παλεύει σκληρά γι’ αυτά όλη του τη ζωή δίχως ν’ αφιερώνει καθόλου χρόνο στην ηρεμία νομίζω πως είναι ανόητος. Όσο μεγάλος κι αν είναι ο πλούτος του, δεν θα είναι ποτέ αρκετός για να τον προστατέψει. Είναι ένα μονοπάτι που οδηγεί σε κινδύνους και προσκαλεί συμφορές. Ακόμα κι αν, όπως μας λέει το Χακούσι Μπουντζού, καταφέρει να συσσωρεύσει χρυσάφι μέχρι τη Μεγάλη Άρκτο, οι κληρονόμοι μετά τον δικό του θάνατο θα έχουν πολλές έγνοιες και ούτε υπάρχει κανένα νόημα σε όλες αυτές τις απολαύσεις που τέρπουν μόνο τα μάτια των ανόητων. Μόλο που οι άμαξές του είναι μεγάλες, τα άλογά του καλοθρεμμένα και ο ίδιος βουτηγμένος στον χρυσό και στα κοσμήματα, οι σοφοί άνθρωποι θα τον θεωρήσουν απλώς αξιοθρήνητο βλάκα. «Ας πετάξει τον χρυσό του στα βουνά κι ας καταποντίσει τα κοσμήματά του στην πιο βαθιά λίμνη»· δεν υπάρχει μεγαλύτερος ηλίθιος από τον τυφλωμένο από χρήμα.

Μερικοί ζουν με την ελπίδα πως το όνομά τους θα παραμείνει αθάνατο και μετά τη δική τους αποχώρηση από τη ζωή. Δεν μπορούμε όμως με κανέναν τρόπο να πούμε πως ένας άνθρωπος υπερέχει επειδή κατέκτησε υψηλό βαθμό αξιώματος και χαίρει γενικού σεβασμού. Όσο βλαξ και άνους κι αν είναι κάποιος, εάν γεννήθηκε σε καλό σπίτι και βοηθούσης και της τύχης, μπορεί να κατακτήσει υψηλό αξίωμα και χλιδή. Υπάρχουν όμως πολλοί σοφοί και εξέχοντες άνθρωποι που από μόνοι τους απαρνήθηκαν τα αξιώματα και ενάντια στα κελεύσματα των καιρών επέλεξαν να παραμείνουν και να πεθάνουν σε μια κατώτερη κοινωνική θέση. Εκείνοι που με νύχια και με δόντια αγωνίζονται για υψηλά αξιώματα και διακρίσεις έρχονται δεύτεροι σε ανοησία μετά από εκείνους που άπληστα γυρεύουν πλούτη. 


Nikko Toshugu Shrine, Japan.
_____________


Υπάρχουν δε και εκείνοι που στόχος τους είναι ν' αφήσουν πίσω τους τη φήμη για τη σοφία και το πνεύμα, στα οποία διέπρεψαν· αν όμως κάτσουμε να το συλλογιστούμε καλύτερα, θα δούμε πως η επιθυμία αυτή για υστεροφημία στην πραγματικότητα είναι αγάπη για τη δόξα. Κι εκείνοι όμως που πιθανώς να επαινεθούν ή να κατηγορηθούν δεν θα είναι για πολύ ζωντανοί κι οι ίδιοι. Αλλά και εκείνοι που μπορεί στη συνέχεια να τους έχουν ακουστά λόγω της φήμης τους θα φύγουν κι αυτοί σύντομα. Ενώπιον ποιου πρέπει να ντραπούμε λοιπόν και ποιου την αναγνώριση να ποθούμε; Επιπλέον, ο έπαινος είναι η ρίζα της συκοφαντίας. Άρα το ν' αφήσει κανείς ένα καλό όνομα μετά τον θάνατό του δεν είναι τελείως ανώφελο; Κι εκείνος που αυτό ποθεί έρχεται τρίτος σε βαθμό ανοησίας.

Εν τούτοις, αν μπορούσα να πω εδώ μερικές λέξεις σε όσους επιζητούν μανιωδώς τη γνώση και αναλώνονται στην επιθυμία για σοφία, θα ήταν ότι η γνώση παράγει πλάνες. Το ταλέντο από τη μεριά του συνδαυλίζει και φουσκώνει τα γήινα πάθη. Γνώση αποκτημένη με μελέτη και μαθητεία στα λεγόμενα άλλων δεν είναι πραγματική σοφία. Τότε για ποια σοφία μιλάμε; Γιατί το σωστό και το λάθος είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και τι μπορούμε να πούμε πως είναι το σωστό; 

Κάποιος που είναι αυθεντικός (αυτός που γνωρίζει το πραγματικό μονοπάτι, ο άνθρωπος που έχει εφαρμόσει στη ζωή του την τέλεια αρετή) δεν έχει ούτε σοφία ούτε γνώση ούτε ταλέντα ούτε δόξα. Ποιος θα μπορούσε να τον αποτιμήσει και να μιλήσει γι’ αυτόν στούς άλλους; Κι αυτό όχι επειδή κρύβει τις αρετές του ή προσποιείται τον τρελό· αλλά απλώς γιατί όλη του η ύπαρξη κατοικεί πέρα από τα όρια της σοφίας ή της ανοησίας, του πλούτου ή της φτώχειας. 

Μίλησα ήδη για την αναζήτηση πλούτου και δόξας αυτών που η καρδιά έχει παραπλανηθεί. Τα πάντα, όλα τα πράγματα αυτού του κόσμου, είναι ανώφελα. Δεν χρειάζεται να μιλάμε για αυτά. Δεν χρειάζεται να τα αναζητούμε.


Βαρέλια με σάκε, Itsukushima-Jinja Shrine
_____________

«Κατάργησε όλους τους δεσμούς με τις ανθρώπινες υποθέσεις...»

Τι σόι άνθρωπος είναι αυτός που δεν του αρέσει και το βρίσκει μάλιστα βαρετό να ζει εν σχόλη; Πόσο ωραίο είναι απλώς να είσαι μόνος χωρίς τίποτα να αποσπά την προσοχή σου. Όταν ζει κανείς τη ζωή ενός ανθρώπου του κόσμου η καρδιά του είναι αιχμάλωτη ποταπών πειρασμών και εύκολα μπορεί να παραπλανηθεί. Οι άλλοι μάς εμπλέκουν και μας επηρεάζουν με τις κοσμικές κουβέντες τους κι έτσι χάνουμε τη δική μας αυθεντικότητα, γιατί με τον έναν γλεντάς, με τον άλλο τσακώνεσαι, τη μια στιγμή θυμώνεις, την άλλη αγαλλιάζεις κι η καρδιά δεν έχει ούτε μια στιγμή γαλήνης. Η σκέψη και η διάκριση θολώνουν ιδιαίτερα, η εμπλοκή μας στα υπέρ και στα κατά ενός ζητήματος, στη λογική του κέρδους και της ζημιάς μάς κρατά σε συνεχή αναστάτωση. 

Μεθυσμένοι από πλάνες, είναι σαν να ζούμε στη ζάλη ενός ονείρου. Απασχολημένοι να τρέχουν εδώ κι εκεί, ξεχνώντας αλόγιστα τι είναι σημαντικό και τι όχι, έτσι είναι οι πιο πολλοί άνθρωποι ετούτου του κόσμου. Και πάλι όμως, ακόμα και όταν κάποιος δεν ακολουθεί συνειδητά το αληθινό μονοπάτι, εάν, απομακρυσμένος από την επιρροή του κόσμου, διάγει τον βίο του εν γαλήνη και η καρδιά του δεν σκιάζεται από τις υποθέσεις ετούτου του κόσμου αλλά παραμένει ήρεμη, θα είναι, τουλάχιστον για την ώρα, ευτυχισμένος. Όπως είναι γραμμένο και στη Μάκα Σίκουαν: «Κατάργησε όλους τους δεσμούς με τις ανθρώπινες υποθέσεις, τις επιδεξιότητες και τα ταλέντα, την κοινωνική αναγνώριση, τη μελέτη και τη μάθηση».


Yoshitoshi Taiso (1839-1892), Sanetaka - New Forms of Thirty-six Ghosts
_______________


Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις κάτι αμέσως, τώρα, τη στιγμή που το σκέφτεσαι!

Κάποιος που σπούδαζε τοξοβολία στάθηκε απέναντι από τον στόχο κρατώντας δύο βέλη στο χέρι του. Ο εκπαιδευτής όμως τού είπε: «Ένας αρχάριος δεν πρέπει ποτέ να έχει και δεύτερο βέλος, επειδή, όσο ξέρει πως έχει ένα ακόμα, θα είναι απρόσεκτος με το πρώτο. Κανονικά κάθε φορά που ρίχνει πρέπει να σκέφτεται πως με αυτή τη βολή θα χτυπήσει τον στόχο και να μην έχει τίποτα άλλο στο μυαλό του έξω από αυτό». Αναμφίβολα με μόνο δύο βέλη δεν θα έκανε μεγάλες ανοησίες μπροστά στον εκπαιδευτή του με το ένα από αυτά. Όμως, αν και ο ίδιος μπορεί να μη συνειδητοποιούσε πως είναι απρόσεκτος, ο δάσκαλός του το ήξερε. Πρέπει να κρατάμε αυτή τη συμβουλή κατά νου σε κάθε περίσταση.

Ο άνθρωπος που ακολουθεί τον δρόμο της μάθησης σκέφτεται με σιγουριά το βράδυ ότι έρχεται το πρωί και το πρωί ότι έρχεται το βράδυ και πως θα έχει τότε πολύ περισσότερο χρόνο για τις βαθυστόχαστες μελέτες του, κι αυτός ο άνθρωπος είναι πολύ λιγότερο πιθανό να αναγνωρίσει την απώλεια των στιγμών. Πόσο δύσκολο είναι στ’ αλήθεια να κάνεις κάτι αμέσως, τώρα, τη στιγμή που το σκέφτεσαι!




Κακοί φίλοι....καλοί φίλοι

Υπάρχουν εφτά είδη ανθρώπων που δεν θα έπρεπε να έχει κανείς φίλους. Το πρώτο είναι ένας κορδωμένος υψηλόβαθμος, το δεύτερο νεαροί άντρες, το τρίτο όλοι οι εύρωστοι και χωρίς κανένα πρόβλημα υγείας άνθρωποι, το τέταρτο εκείνοι που αγαπάνε το ποτό, το πέμπτο οι γενναίοι πολεμιστές, το έκτο οι ψεύτες, το έβδομο οι φιλάργυροι. Και υπάρχουν επίσης τρία είδη φίλων που είναι καλά. Πρώτον οι γενναιόδωροι, δεύτερον οι γιατροί, τρίτον εκείνοι που έχουν σοφία.


Kuniyoshi (1852-53), Nojiri 
_______


Το φεγγάρι τάχα και τα λουλούδια υπάρχουν μόνο όταν τα βλέπουμε με τα μάτια μας;

Κλεισμένος στο σπίτι
Πού να ’χει πάει η άνοιξη από τότε που ήμουνα έξω τελευταία φορά; 
Τα χαρούμενα άνθη της κερασιάς που τόσο λαχτάρησα
Τώρα μαραίνονται και πέφτουν.

Από την ανθολογία Κόκινσου (περιλαμβάνει 1100 ποιήματα, κυρίως της εποχής Χεϊάν, που η τελική τους μορφή χρονολογείται το 905 της σημερινής εποχής)
_______________

Είναι άραγε μόνο όταν τα λουλούδια βρίσκονται σε πλήρη άνθιση και όταν το φεγγάρι λάμπει άσκιαχτο από σύννεφα που αξίζει να τα θαυμάζουμε; Όμως το να ερωτεύεσαι το φεγγάρι που υποψιάζεσαι πίσω απ’ τη βροχή, το να είσαι κλεισμένος στο σπίτι σου και χωρίς να το πάρεις μυρωδιά η άνοιξη να έχει παρέλθει σε κάνει πιο πλούσιο σε αισθήσεις και αποχρώσεις. 

Τα κλαδάκια που είναι γυμνά ακόμα από άνθη κι ένας κήπος στρωμένος μαραμένα πέταλα είναι εξίσου άξια θαυμασμού. Είναι άραγε στίχοι όπως το Πηγαίνοντας να δούμε τα άνθη και βρίσκοντας τα πέταλά τους σκόρπια και μαραμένα ή το Δεν κατάφερα να βγω απ’ το σπίτι κι έτσι δεν πήγα να τα δω κατώτεροι με οποιοδήποτε τρόπο από εκείνον που λέει ότι πήγα και είδα τα λουλούδια;

 Όταν τα πέταλα έχουν σκορπίσει ή όταν το φεγγάρι βυθίζεται και χάνεται, ποθούμε μέσ’ απ’ την ψυχή μας να τα δούμε να εμφανίζονται και πάλι, εκείνος όμως που στερείται λεπτού γούστου λέει μονάχα «από τούτα τα κλαδιά τα πέταλα έχουν σκορπίσει εδώ κι εκεί, έτσι δεν έχουν πια τίποτα αξιοθέατο».


Kiyochika, Cherry blossoms at Mukojima (with Mt Fuji visible across the bay)
____________________

Τα πιο πολλά πράγματα πρέπει κανείς να τα βλέπει στην ολότητά τους. Η αγάπη των ερωτευμένων όταν μπορούν να βλέπονται ανεμπόδιστα μετά βίας αξίζει κάποιας μνείας. Αλλά όταν ατυχώς υπάρχουν εμπόδια στις συναντήσεις τους, όταν είναι ανάστατοι από την αθέτηση των υποσχέσεων, όταν, περνώντας τις ατέλειωτες νύχτες μόνοι, οι σκέψεις τους πετάνε σε μέρη μακρινά και μέρες του παρελθόντος στο καλύβι τους που τώρα έχει ερημώσει, σε αυτά πράγματι ενσαρκώνεται η ιδέα του έρωτα. 


Ασύγκριτα πιο συγκινητικό απ’ το να κοιτάζει κανείς μια αψεγάδιαστη πανσέληνο είναι το να βλέπεις το φεγγάρι λίγο πριν την αυγή, χλωμό και μοναχικό πάνω απ' τα κλαδιά των κέδρων στα άγρια βουνά, να ανακαλύπτει τις σκιές ανάμεσα από τα δέντρα και το πώς όλα σκοτεινιάζουν κάτω απ’ τα συμπλέγματα που σχηματίζουν τα σύννεφα, καθώς αρχίζει να πέφτει μια σιγανή βροχή. Τότε είναι που τα φύλλα της βελανιδιάς μέσα στην υγρή τους λάμψη τρυπάνε την καρδιά μας, κάνοντάς μας να νοσταλγούμε την πρωτεύουσα και τη συντροφιά των φίλων μας.

Yoshitoshi, Lune Ishiyama, October 1889
___________

Το φεγγάρι τάχα και τα λουλούδια υπάρχουν μόνο όταν τα βλέπουμε με τα μάτια μας; Η άνοιξη χωρίς κανείς να βγει απ’ το σπίτι του και μια φεγγαρόφωτη νύχτα ενώ είμαστε κλεισμένοι στο δωμάτιό μας είναι στ’ άλήθεια πηγές μεγαλύτερης ευχαρίστησης και γοητείας. Ένας άνθρωπος καλού γούστου δεν κάνει ποτέ επίδειξη θαυμασμού. Και πάντα είναι συγκρατημένος σε σχέση με την απόλαυση που αισθάνεται. Ένας χωριάτης όμως εκστασιάζεται με τα πάντα, πράγμα που εκδηλώνει με τρομερό ενθουσιασμό. Θα περάσει σπρώχνοντας μέσα απ’ όλους στο πλήθος μέχρι να φτάσει στα λουλούδια και θα σταθεί εκεί κοιτάζοντάς τα χωρίς να ξεκολλάει τα μάτια του, πίνοντας το σάκε του ενώ κατεβάζει ποιηματάκια απ’ την κούτρα του, και στο τέλος θα κόψει κιόλας άκαρδα ένα μεγάλο ανθισμένο κλαδί να το πάρει μαζί του. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα πλατσουρίσει με χέρια και πόδια μέσα στην πηγή, θ’ αφήσει τα ίχνη των υποδημάτων του στο άσπιλο χιόνι και για όλα θα κάνει το ίδιο, χωρίς να μπορεί να θαυμάσει τίποτα από μια λογική απόσταση.

Kiyochika, The iris garden at Horikiri
___________

Αυτό που μονάχα τους νοιάζει είναι να δουν τις φανφάρες.......

Είναι πολύ παράξενο να βλέπει κανείς ανθρώπους αυτού του είδους να παρακολουθούν την πομπή της γιορτής του Κάμο. Λέγοντας «Το θέαμα της παρέλασης είναι πολύ αργά και δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε στο μπαλκόνι μέχρι να φανούν», αποσύρονται στο πίσω μέρος του σπιτιού και πίνουν σάκε, μασουλάνε κατιτίς και παίζουν γκο και σουγκορόκου. Μετά, όταν κάποιος που έχει παραμείνει έξω φωνάζει «Έρχονται!», όλοι τους σκοτώνονται ποιος θα φτάσει πρώτος στο μπαλκόνι, σπρώχνουν τις κουρτίνες και στριμώχνονται όλοι μαζί σε σημείο να υπάρχει φόβος να πέσουν, φροντίζοντας όμως να μη χάσουν στιγμή απ’ το θέαμα. «Για κοίτα εκεί», φωνάζουν για το καθετί και μετά, αφού η πομπή περάσει, κατεβαίνουν πάλι κάτω λέγοντας: «Άντε, να 'μαστε καλά πάλι μέχρι την επόμενη φορά». Αλίμονο, αυτό που μονάχα τους νοιάζει είναι να δουν τις φανφάρες. Σχεδόν όλοι οι πρωτοκλασάτοι άνθρωποι της πρωτεύουσας παρακολουθούν μισοκοιμισμένοι και βλέπουν πολύ λίγα πράγματα. Ταυτόχρονα οι νεαροί κατώτερης κοινωνικής βαθμίδας, που είναι εκεί για να τους υπηρετούν, αλλά και εκείνοι που κάθονται στις πίσω θέσεις, δεν σκύβουν ποτέ μπροστά με αγένεια για να μπορέσουν να δουν, και έτσι τελικά κανείς δεν βγαίνει απ’ τη βολή του για να παρακολουθήσει την πομπή να περνάει.

Aoi Matsuri parade in Kyoto
__________

Όλα είναι στολισμένα με φύλλα από αόι, πράγμα που εξασκεί επάνω μου, δεν ξέρω γιατί, μια παράξενη γοητεία. Καθώς χαράζει η μέρα, ήσυχα καταφθάνουν αμάξια και αναρωτιέμαι ποιανού είναι το ένα και ποιανού το άλλο, μέχρι πιθανώς να αναγνωρίσω τους οδηγούς και τους υπηρέτες. Όλη αυτή η φαντασμαγορία ομορφιάς και μεγαλοπρέπειας που πηγαίνει και έρχεται δεν μου αφήνει πολύ χρόνο για την ίδια την πομπή. Την ώρα που δύει ο ήλιος όμως πού έχουν πάει όλες αυτές οι σειρές των αμαξών και οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν; Το τρίξιμο των τροχών δεν ακούγεται πια, οι κουρτίνες και οι ψάθες έχουν μαζευτεί και, καθώς παρακολουθώ, τίποτα δεν απομένει παρά μια ερήμωση, που μου φέρνει θλίψη καθώς τη συγκρίνω με αυτήν του ίδιου του κόσμου και του εφήμερου των ανθρωπινών. Η θέα του μεγάλου δρόμου είναι ίσως το πραγματικό νόημα του εορτασμού.



Aoi-Matsuri, Kyoto 
_______

Καθώς αναγνωρίζω ήδη πολλούς μέσα στο πλήθος που βλέπω να περνάει πάνω-κάτω μπροστά απ' αυτό το μπαλκόνι, σκέφτομαι πως όλος ο πληθυσμός του κόσμου δεν μπορεί να είναι τελικά τόσο μεγάλος. Ακόμα κι αν η μοίρα μου το ’χει να πεθάνω μετά απ’ όλους αυτούς, και πάλι δεν πρέπει να ’χω πολύ ακόμα που θα βρίσκομαι εδώ κάτω. Εάν μια μικρή τρύπα παραμείνει ανοιχτή σε ένα μεγάλο βαρέλι, το νερό θα αρχίσει να τρέχει και - μόλο που μοιάζει να στάζει τόσο αργά αν αφήσουμε τη διαρροή να συνεχίζεται - το βαρέλι σύντομα θα αδειάσει. 

Chikanobu, A beauty watches a festival going by...
_______________

Ο θανάσιμος εχθρός που λέγεται εφήμερο....

Δεν υπάρχει μέρα που να μην πεθάνουν άνθρωποι στην πρωτεύουσα. Πιστεύετε πως είναι ένας ή δύο κάθε μέρα; Συχνά στο Τορίμπε, στη Φουναόκα και σε άλλα βουνά οι κηδείες είναι πολυάριθμες και δεν υπάρχει μέρα χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Τα φέρετρα πουλιούνται συνήθως ευθύς μόλις τελειώσει η κατασκευή τους. Σε πολλούς ανθρώπους, όσο νέοι και δυνατοί κι αν είναι, η ώρα του θανάτου έρχεται απροσδόκητα. Είμαστε πολύ τυχεροί που γλιτώσαμε μέχρι σήμερα, αλλά μπορούμε να λογαριάσουμε τους εαυτούς μας ασφαλείς έστω και για μια στιγμή; Είναι ακριβώς όπως το παιχνίδι μαμακοντατέ, που παίζεται με πιόνια του σουγκουρόκου. Όταν τα πιόνια του σκακιού μπαίνουν στη σειρά, δεν ξέρουμε ακόμα ποιο θα πιαστεί αιχμάλωτο για να βγει απ’ το παιχνίδι, όταν όμως μετά τα καταμετρήσουμε, βλέπουμε ότι ένα λείπει και, ενώ μοιάζει πως τα άλλα έχουν γλιτώσει, όταν περάσει ο κάθε γύρος και μετρήσουμε πάλι, κάθε φορά ο αριθμός τους λιγοστεύει· ποιος μπορεί να ελπίσει πως θα γλιτώσει τελικά; 

Όταν ένας πολεμιστής πηγαίνει στη μάχη γνωρίζοντας πολύ καλά πως ο θάνατος παραμονεύει, ξεχνάει το σπίτι του όσο και τον ίδιο του τον εαυτό. Μα και το να απαρνηθεί κανείς τον κόσμο και να απολαμβάνει ειρηνικά κάνοντας κηπουρική σε ένα ψάθινο καλύβι, σκεπτόμενος με χαρά ότι βρίσκεται πέραν αυτών των κινδύνων, είναι επίσης επίφοβο. Ο θανάσιμος εχθρός που λέγεται εφήμερο δεν θα έρθει και στα ειρηνικά βάθη των βουνών να αναμετρηθεί μαζί σου; Αυτό το είδος του επερχόμενου θανάτου δεν είναι λιγότερο απτό από το πεδίο της μάχης για τον πολεμιστή.

Kitagawa Utamaro,Five Beauties Playing Go, 1793-94
__________________

Τίποτα παραπάνω απ’ ό,τι χρειάζεσαι για τη μέρα με τη μέρα διαβίωση... 

Κανείς σοφός άνθρωπος δεν αφήνει πίσω του μεγάλη περιουσία όταν πεθάνει. Να σωρεύεις άχρηστη ιδιοκτησία είναι λάθος, ενώ τα όμορφα αντικείμενα δείχνουν μια μάταιη προσκόλληση στα εγκόσμια, και είναι ακόμα πιο λάθος να αφήσει κανείς πίσω του μια τέτοια μεγάλη συσσώρευση πλούτου. Θα υπάρξουν πάντα εκείνοι που θα πούνε «Αυτό δικαιούμαι να το πάρω εγώ»· πόσο άκομψο είναι να φιλονικούν οι άνθρωποι για ό,τι έχει μείνει πίσω. Οπότε, εάν έχετε αποφασίσει σε ποιον θέλετε να αφήσετε την ιδιοκτησία σας, θα πρέπει να του τη δώσετε όσο ακόμα είστε στη ζωή. Το καλύτερο είναι να μην κρατάει κανείς τίποτα παραπάνω απ’ ό,τι χρειάζεται για τη μέρα με τη μέρα διαβίωσή του.

Yoshitoshi, Lune a Kasuga 
________________

Με καρδιά ευλύγιστη στα πάρε-δώσε με τον κόσμο......

Πολλά είναι τα πράγματα στα οποία δεν μπορούμε να έχουμε καμία εμπιστοσύνη. Ένας ανόητος άνθρωπος νιώθει θυμό και πίκρα επειδή έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη σε κάποια πράγματα και αυτά τον πρόδωσαν. Ούτε την εξουσία δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε. Είναι εύκολο να καταποντιστεί κι ο πιο ισχυρός ακόμη άνθρωπος. Δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε ούτε τα πλούτη ούτε την ιδιοκτησία. Μέσα σε μια στιγμή όλα μπορεί να χαθούνε. Ακόμα κι αν έχεις ιδιοφυία, δεν μπορείς να την εμπιστευτείς. Μα και ο Κομφούκιος ακόμη δεν ήταν κακότυχος; Υπάρχει αρετή; Ούτε αυτή μπορούμε να εμπιστευτούμε. Και ο Γκανκουάι (πρώτος μαθητής του Κομφούκιου) ήταν δυστυχής. Ούτε καν την προστασία του Αφέντη σου δεν μπορείς να εμπιστευτείς. Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να σου επιβληθεί κάποια τιμωρία που επισύρει την ποινή του θανάτου. Δεν μπορείς να εμπιστευτείς τους υπηρέτες που έχεις στη δούλεψή σου. Μπορεί να σε εγκαταλείψουν και να το σκάσουν. Δεν μπορείς να εμπιστευτείς τις προθέσεις των ανθρώπων. Σίγουρα τα αισθήματά τους θα αλλάξουν. Μην εμπιστεύεσαι τις υποσχέσεις. Λίγοι είναι εκείνοι οι οποίοι κρατούν τον λόγο τους.

Αν δεν στηρίξεις την πίστη σου ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό σου, τότε στα καλά θα χαίρεσαι και στα κακά δεν θα δυσανασχετείς. Εντούτοις, αν ο χώρος μπροστά και πίσω, δεξιά και αριστερά είναι στενός, θα συντριβείς. Αν λοιπόν η καρδιά σου δεν είναι προσεκτική και ευλύγιστη στα πάρε-δώσε με τον κόσμο, θα βρεθείς σε δύσκολη θέση και θα πάθεις κακό, ενώ, αν ζεις ειρηνικά και γαλήνια, δεν θα πειραχτεί ούτε τρίχα από τα μαλλιά σου. 

Ο άνθρωπος είναι το πνεύμα της γης και του ουρανού. Το σύμπαν είναι κάτι που δεν έχει σύνορα. Ο άνθρωπος λοιπόν, ως πνεύμα του σύμπαντος από τη φύση του, πώς θα μπορούσε να διαφέρει από τον ουρανό και τη γη; Αν η καρδιά σας είναι η καρδιά του σύμπαντος και είναι ανεκτική και δίχως όρια, τότε ούτε τα πάθη της χαράς ούτε ο φόβος δεν θα μπορέσουν να σας αγγίξουν, τίποτα από τα πράγματα του κόσμου ετούτου δεν θα τα καταφέρει να σας ταράξει.

Yoshitoshi, Mount Ashigara moon - Yoshimitsu, October 1889
____________

Τι σόι πράγμα είναι ο βούδας.......


Όταν ήμουν οκτώ χρονών, ρώτησα τον πατέρα μου τι σόι πράγμα είναι ο βούδας και αυτός μου απάντησε ότι ο βούδας είναι αυτό στο οποίο κατατείνει και αυτό που γίνεται τελικά ο άνθρωπος. Εγώ ρώτησα πάλι: «Πώς γίνεται άραγε ένας άνθρωπος βούδας;» Κι ο πατέρας μου απάντησε: «Γίνεται όταν ακολουθήσει τη διδασκαλία του βούδα». Kι εγώ πάλι ρώτησα: «Και πώς αυτός ο βούδας που διδάσκει έγινε ο ίδιος βούδας;» Και ο πατέρας μου απάντησε: «Έγινε βούδας ακολουθώντας κι αυτός τη διδασκαλία ενός προηγούμενου βούδα». Τότε εγώ ρώτησα ξανά: «Και εκείνος ο πρώτος βούδας απ’ όλους τους βούδες που συνέχισαν τη διδασκαλία του τι βούδας ήταν;» Και τότε ο πατέρας μου χαμογέλασε και είπε: «Χωρίς αμφιβολία πρέπει να έπεσε από τον ουρανό ή μπορεί να ξεφύτρωσε από τη γη». 

Μετά από αυτό συνήθιζε να λέει στους ανθρώπους του, διασκεδάζοντάς το ιδιαιτέρως, το πώς είχε στριμωχτεί από ένα παιδί και το πώς εκείνος δεν είχε καταφέρει να βρει και να του δώσει απαντήσεις.

Ο Μεγάλος Βούδας στο ναό Kōtoku-in στην Καμακούρα
________________

Tōdai – ji, Nara, το μεγαλύτερο και παλιότερο μπρούντζινο άγαλμα του Βούδα στον κόσμο, ύψους 16 μέτρων και βάρους 550 τόνων.
_______________

Ράθυμη πένα, Yosida Kenkō
Μετάφραση - Πρόλογος - Σημειώσεις: Παναγιώτης Ευαγγελίδης, 
recto/verso, Περιοδικό Δοκιμιακού Λόγου, τεύχος 01, Δεκέμβριος 2018