Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

«...να γράψω μιαν Ιλιάδα για τις μυρωδιές, για τις εικόνες, τους ήχους....», Γιάννης Ρίτσος


...γιατί τις μυρωδιές δεν τις οσμίζεσαι μόνον αλλά και τις α κ ο ύ ς... 

Να το πάλι το ευπροσήγορο πρωινό (καλώς μου το) — σβήνει μ’ ένα ξανθό δροσόβρεχτο σφουγγάρι, σβήνει απ’ το μαυροπίνακα της νύχτας παράξενες αγχώδεις ασκήσεις μιας εφιαλτικής άλγεβρας ή τριγωνομετρίας, πεντάλφες ή εφτάλφες, κιγκλιδώματα φυλακών, χειροπέδες, κρατητήρια με άδειους κεσέδες από ξινισμένο γιαούρτι κάτου στο τσιμέντο [....] 
απ’ τον κηπάκο έρχεται (κι ακούγεται ταυτόχρονα) μια μυρωδιά δυόσμου και γειτονικού καφέ, γιατί τις μυρωδιές δεν τις οσμίζεσαι μόνον αλλά και τις α κ ο ύ ς (κι όμορφα το λέει ο λαός «ακούς αυτή τη μυρουδιά απ’ τις ακακίες;», «ακούς τη μυρουδιά απ’ το πευκόδασο;» ή «ακούς μυρουδιά από τηγανητά σκοτάκια απ’ την ταβέρνα του Μπαρούφα;» ή «ακούω μυρουδιά από μπαρούτι — κάτι τρέχει»

και τώρα το συνειδητοποιώ, παρ’ ότι το ’ξερα πάντοτε, πως υπάρχουν μυρωδιές οπτικές και μυρωδιές ακουστικές, δηλαδή εικαστικές και ηχητικές, ή και ταυτόχρονες, οπτικοακουστικές — όπως π.χ. προχτές που η Πολυξένη έβαλε το ’να πόδι της πάνω στ’ άλλο κι έτριξε ανεπαίσθητα το γόνατό της κι ακούστηκε, μαζί μ’ αυτό το τρίξιμο, η μυρωδιά της κάλτσας και του από μέσα του φουστανιού της, κι η μυρουδιά ήταν μακριά επειδή ήταν μακριές κι ωραίες οι γάμπες της Πολυξένης κι ας μη φορούσε ψηλά τακούνια


κι ίσως μάλιστα να υπάρχουν και μυρωδιές αφικές και γευστικές (αυτό δεν το ’χω ερευνήσει ακόμη — θα το σκεφτώ), αλλά μήπως δε λέμε, τρώγοντας ένα ροδάκινο, «άρωμα που το ’χει» κι όχι «γεύση που την έχει»

— κι όταν, γυμνασιόπαιδες στο Γύθειο, κάναμε τ’ ανοιξιάτικα δειλινά βόλτες στην προκυμαία, έξω απ’ τον Κήπο με τις μοσχοϊτιές που η μοσκοβόλια τους, ανάκατη με την αλμύρα της θάλασσας, με μυρωδιές από φύκια, καβούρια, καραβίδες, αχινιούς, αστακούς και με τα γέλια των κοριτσιών, γέμιζε τα πνευμόνια μας μ’ αβάσταχτη ευτυχία και φόβο, μήπως τότε δε λέγαμε «τούτη η μυρωδιά με π ι ά ν ε ι απ’ το λαιμό»; 


Κι ένα βράδυ πάλι που καθόμαστε στόν κηπάκο μου, ο Αλέκος μου ’πε σα να ντρεπότανε «η μυρωδιά του γιασεμιού θαρρώ πως μου μετράει το σφυγμό μου με τρία λιανούτσικα άσπρα δάχτυλα, εδώ στόν καρπό του αριστερού χεριού μου κάτω απ’ το ρολόι μου, κι όταν πριν απ’ τον ύπνο το κουρντίζω και το φέρνω στ’ αυτί μου να δω αν δουλεύει δεν ξέρω αν το τικ τακ είναι απ’ το γιασεμί, απ’ το σφυγμό μου ή απ’ το ρολόι μου». «Να το γράψεις», του λέω. Κι ο Αλέκος «ντρέπουμαι»...

Vincent van Gogh, Field with Poppies

Της παπαρούνας η στυφή μυρουδιά...

Και τώρα θυμήθηκα μιαν ιστορία που μου διηγήθηκε ο Γιώτης, σχετική με μυρωδιές. Μια μέρα, λέει, που ’χε ρεπό η Λεϊλά απ’ το μπορντέλο, πήγαν μιαν εκδρομή πέρα στα παλιά Πατήσια, ζεστό ανοιξιάτικο μεσημέρι’ τα γρασίδια πηγμένα στα χαμομήλια, στίς μαργαρίτες, πιό πολύ στίς παπαρούνες· στρώσαν πάνω στις παπαρούνες ένα μικρό τσούλι και κάτσαν να τσιμπήσουν κάτι πρόχειρα φαγιά που ’χαν πάρει μαζί τους· (εγώ έβλεπα τις πατησιώτικες παπαρούνες να σφύζουν από επιθετικό αίμα)· όπως κάτσαν λοιπόν καταγής λιώσαν οι παπαρούνες και μια στυφή μυρουδιά μας χτύπησε τα ρουθούνια· κι είπε η Λεϊλά «τούτη η μυρουδιά τρίβεται στα μεριά μου και καυλώνω» (αυτή την τελευταία λέξη την είπε ο Γιώτης κοκκινίζοντας σαν παπαρούνα, και πρόσθεσε δισταχτικά «είχε δίκιο· την έπαθα κι εγώ»). 

Francis Picasa, Two Women with Poppies

Τότε η Λεϊλά έκοψε δυο τρεις παπαρούνες, τις έτριψε με τα δάχτυλά της και τις έφερε στη μύτη μου να μυρίσω. Γέλαγε, γέλαγε, έτριψε τις παπαρούνες στα μάγουλά μου, γέλαγε πιότερο, έβγαλε απ’ την τσάντα της το καθρεφτάκι και μου ’δωσε νά κοιταχτώ. Δυο αστείες μελανιές βούλες είχαν μείνει στα μάγουλά μου. Και γελάγαμε τώρα κι οι δυο και φώναζε «είσαι ο μικρός γλυκός μου κλόουν στο Τσίρκο Παπαρούνα, και το πουλί σου (δεν το ’πε όπως άλλοτε) έχει στην άκρη του μια μεγάλη παπαρούνα». Κι ολο γελάγαμε, και τα δάχτυλά της είναι κι αυτά μελανιά, κι όταν σηκώσαμε το τσούλι να φύγουμε, κατά το δείλι, ήταν κι εκείνο γεμάτο μενεξεδένιες βούλες. 

Surreal Painting by Etam Cru

Κι οι μυρωδιές, στροβιλίζονται, με στροβιλίζουν....


Κι όσο σκέφτεσαι και θυμάσαι βρίσκεις πως υπάρχουν χιλιάδες και χιλιάδες μυρωδιές, άλλες μελαγχολικές (όπως οι μενεξέδες, οι λυγαριές, οι άοσμοι πανσέδες), άλλες εύθυμες (όπως οι παπαρούνες, οι μουσμουλιές, τα βάτα), κι υπάρχουν κι άλλες μυρωδιές από πράματα που δε μυρίζουν (όπως η μυρωδιά της νύστας, της προαίσθησης, της ονειροπόλησης), μυρωδιές ανθρώπων (όχι απ’ το σώμα τους, μα απ’ το μέσα τους).

Ο Πέτρος π.χ. μυρίζει καράβι μεσοπέλαγα. Ο Τέλης σπέρμα παρ’ όλη του την πάστρα. Ο Αλέκος απάτητη χλόη κάτω απ’ το λόφο της Αγια-Μαρίνας. Ο Γώγος μυρίζει αλάτι απ’ τα μαλλιά της Μιρέιγ και κάποτε μάλιστα στο λαιμό του, κάτω απ’ το δεξί του αυτί, βλέπεις κόκκους αλατιού να σπιθίζουν. Ο Γιώτης τεντωμένο πλατανόκλαδο σε θαλασσινό λιόγερμα. Ο Βαγγέλης, σαν τι μυρίζει; Πολλά. Δεν ξέρω. Η Μάρθα καλοτυπωμένες προκηρύξεις. Η Άννα μασχάλη του Πέτρου. Η Πολυξένη μεταξωτό ύφασμα με μια φαρδιά μπαμπακερή τσάντα. Η Τάνια μυρίζει νοικοκυρεμένα πουλιά, ιδίως χελιδόνια στο σούρουπο. [....]

Όλοι κι όλα μυρίζουν. Κι οι μυρωδιές τους — πνοές, εικόνες, μουσικές φράσεις, αναμνήσεις — συνωστίζονται μέσα μου, στροβιλίζονται, με στροβιλίζουν, άλλοτε μ’ ανεβάζουν, άλλοτε με ναρκώνουν (όπως τότε στο νοσοκομείο, στην εγχείρηση, με τη γενική νάρκωση, που δεν ήξερα πού ήμουν, τι ήμουν, και το παράθυρο ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο άδειο μάτι, ήσυχο όμως κι εντελώς αμνησίκακο), μυρωδιές φλύαρες ή σιωπηλές, χορευτικές ή ασάλευτες, αγαλμάτινες, κι όλες μου ζητάνε από πάνου ν’ ακουστούν. Πόσα και πόσα, καθένα με τη μυρωδιά του, την εικόνα του, τη συγκεχυμένη καταγωγή του.

Photography by Natalia Drepina, Russia

Έβρισκα ανάρμοστη την επέμβαση των τζιτζικιών στο θρήνο της Ερωφίλης..

Και τώρα
θυμήθηκα κείνη την παλιά εκδρομή του Καλλιτεχνικού Ομίλου της Εργατικής Λέσχης στο Μεγάλο Πεύκο κι η συντρόφισσα Κατίνα απάγγειλε πολύ όμορφα το θρήνο της «Ερωφίλης», μα τα τζιτζίκια ξεφώνιζαν τόσο ξεμουρλαμένα που μεγάλωνε η ζέστη και χάνονταν πολλά λόγια χωρίς να χάνεται ο ρυθμός του δεκαπεντασύλλαβου, κι έγειρε η Μάρθα στ’ αυτί μου και είπε «δε νομίζεις πως τα τζιτζίκια είναι η συνείδηση κι η έκφραση του ελληνικού καλοκαιριού;», κι εγώ, απότομα, χωρίς λόγο, της είπα «όχι», ίσως γιατί έβρισκα ανάρμοστη την επέμβαση των τζιτζικιών στο θρήνο της Ερωφίλης και θα προτιμούσα αυτή τη βαριά ηλιακή σιωπή ή τα νυχτερινά τριζόνια, και θαρρώ πως από τότε, ανεπίγνωστα αντιφώνησε μέσα μου στο θρήνο της Ερωφίλης ο θρήνος του «Επιταφίου» μου 



Γιατί και τα βιβλία έχουν τη μυρωδιά τους....

....γιατί ποτέ δεν ξέρεις πόσα πράματα, εικόνες, μνήμες, ευωδιές φτιάχνουν έναν στίχο, ένα ποίημα, με λίγο θυμάρι, λίγη τριμμένη ρίγανη, κάτι πευκοβελόνες, ένα ιδρωμένο μαυρομάντιλο μητέρας και λέξεις, λέξεις από μυριάδες στενάγματα, αίματα, ελατόριζες, ακρωτηριασμένα αγάλματα, σημαίες, μεγάλα ηραία αγκάθια.

Γιατί και τα βιβλία έχουν τη μυρωδιά τους, όχι απλώς μυρωδιά χαρτιού και αντιμόνιου, δική τους προσωπική μυρωδιά. Να, τις προάλλες διάβαζα ένα βιβλίο και όταν το ’κλεισα μου ’μεινε η μυρωδιά από ’να ξεβούλωτο φιαλίδιο αιθέρα πάνω σε μαρμάρινο κομοδίνο νοσοκομείου. Ένα άλλο βιβλίο, πριν από χρόνια, μου άφησε το άρωμα μιας αέρινης γυναίκας με αέρινο φόρεμα που πέρασε απ’ τον τοίχο αφήνοντας ένα άνοιγμα 
σαν γυάλινη ντουλάπα που μέσα της διακρίνονταν κρεμασμένα δυο σακίδια κυνηγών — το ένα με μια πέρδικα σκοτωμένη και τ’ άλλο μ’ έναν χρυσοκόκκινο μελισσουργό που ’χε σκοτώσει ο Μπότης, στα Τάλαντα, με δίκανο στις λεύκες πάνου απ’ το ποτάμι. [....]


Τι όμορφες μυρωδιές καρτερίας, διαφάνειας, μοναχικότητας, απορίας, απεραντοσύνης...

Τι
 όμορφες μυρωδιές καρτερίας, διαφάνειας, μοναχικότητας, απορίας, απεραντοσύνης, όταν η σκιά ενός ανθρώπου στον παραθαλάσσιο δρόμο σταματάει κάθε τέσσερα βήματα σαν να ακυρώνει μια δική του απόφαση, ή όταν η αμαρτωλή γυναίκα στυλώνει το βλέμμα της προς εκείνο το μέρος του σκοτεινού βουνού απ’ όπου περιμένει την καθυστερημένη ετυμηγορία της σελήνης.

Κι όλα
, πολύ συχνά, αναμιγνύονται μες στη βιασύνη σου να τα προλάβεις, φθόγγοι, νερά, φυλλώματα, πέτρες, μετεωρίτες, κύπελλα, ατμοί, καλάθια, μήλα — πριονιστήριο, αλλαντοπωλείο, μανάβικο, ιχθυοπωλείο, φούρνος, γαζία, ναυπηγείο, δεντρολίβανο, δυόσμος, πηγάδι, γυμνοσάλιαγκας, βουητό λιακάδας, βροχή σε τζάμια, σε τσίγκο, σε κεραμίδια, μυρίζει άλογο βρεγμένο απ’ τη βροχή μπροστά στο Χάνι των Καραγωγέων, ανάμεσα Λεβέτσοβα-Σπάρτη, μυρίζει βρεγμένο περιστέρι στα χέρια του ορφανού δωδεκαετούς που ’ρχεται απ’ τη Μονοβασιά για το γυμνάσιο του Γυθείου, σε ξέσκεπο κάρο με βροχόνερο και λάσπες, α, πώς μυρίζει σκυλί κοιμισμένο σε διάδρομο ακατοίκητου ξενοδοχείου, και μια ανοιχτή βαλίτσα στο πάτωμα από θαλασσινό ταξίδι, κι επέπλεαν στο λιμάνι τη νύχτα πολλά λεμόνια, κίτρα, φώτα ασετυλίνης, κι άλλη βαλίτσα από ταξίδι με τραίνο ή φορτηγό ή λεωφορείο ή μόνιππο ή μαούνα, μάνταλα σκουριασμένα βενετσιάνικων κάστρων, κομμένα δέντρα ολόσωμα να κυλούν στο ποτάμι με ξερές φλούδες φεγγαριού, μεγάλα ηλιοτρόπια στο περβολάκι του μπαρμπα-Θανάση όμοια μ’ εργατικά ξυπνητήρια σταματημένα στις καλοκαιρινές διακοπές, κοπριά, λαστιχένιος σωλήνας για το απογευματινό πότισμα του τριανταφυλλώνα, τα τρία ζευγάρια γοβάκια της Ουρανίας κάτω απ’ το κρεβάτι, άσπρα, θαλασσιά και κίτρινα, την ώρα που το φεγγάρι-χελωνόπουλο σεργιάναγε στην ταράτσα της πολυκατοικίας ανάμεσα στις μισομαραμένες γλάστρες, οι μπότες του δασοφύλακα στο κατώφλι της ξύλινης παράγκας, η ψάθα του τρυγητή λάμποντας στον ήλιο, η ψάθα της Ανθούλας με τις ροζ κορδέλες ανεμίζοντας στο αεράκι του Χατζάλαγα, χτύπημα κουδουνιού σε σπίτι εγκαταλειμμένο ως πάνω στη σκάλα, τα ρούχα των αρρώστων, τα πανιά της πρώτης περιόδου μελαχρινής χωριατοπούλας σε πήλινη λεκάνη πάνου στο ασβεστωμένο πεζούλι της αυλής, η κουζίνα της θείας Φωτεινής πεντακάθαρη με τα γυαλισμένα μπρίκια κρεμασμένα αράδα στον τοίχο κι ο αργαλειός στη γωνιά με τα λουλούδια του ανάκατα με πουλιά· 

Κρήτη, George Meis – Παλιά κουζίνα

και ψάρια κι ο κάτασπρος νεροχύτης μπροστά στο παράθυρο, παλιά ρολόγια με μουσικά ξυπνητήρια (όπως εκείνο που βρήκαμε στο παλιό σεντούκι ανάμεσα σε αποκριάτικα ρούχα και τούλινα σακουλάκια με ξερή λεβάντα), το μεγάλο μαύρο εκκρεμές της Ισμήνης σταματημένο από αιώνες, μπόγοι προσφύγων, μπόγοι φυλακισμένων, κι ένας γέρος αποφυλακισμένος καθόταν πάνου στον μπόγο του στο πεζοδρόμιο σα να ’χε πάθει αμνησία και δεν ήξερε πού να πάει, κι ο Βαγγέλης ήταν νευρικός με τα χέρια στις τσέπες, κι ελάφια λυπημένα, και κλειδιά από σπίτια που γκρεμίστηκαν, σκουριασμένα μεγάλα κλειδιά που δεν έχουν τίποτα ν’ ανοίξουν ή να κλείσουν (και τότε η σκουριά μυρίζει περισσότερο και αφηρημένα), κουβέρτες, καδρόνια, καθρέφτες, ποτήρια, πορσελάνη, κρύσταλλο (πάλι μυρωδιά διαφάνειας), κρεβάτια, μπακίρια, μπρούντζος, σιδηρουργείο, φυσερό, υφαντουργείο, τουβλάδικο, αγγειοπλαστείο, τσιμεντιέρα, εργαλεία, σουγιάς, δρεπάνι, σφυρί, τανάλια, πριόνι, κατσαβίδι, μπουφές, καρέκλες, παντζούρια, στέρνα με σάπια φύλλα, βιβλιοθήκη, χρηματοκιβώτιο, κηροπλάστες, κερί, σιδερένια κουτάλα, κι η άλλη ξύλινη, σύρμα, σπάγκος, σκονισμένη καπελιέρα πάνου στη ντουλάπα με τις ακτινογραφίες των τριών φθισικών (οι δυο πεθάναν, ο ένας ζει ακόμα), αρχαία νομίσματα, εισιτήρια λεωφορείων, κουτιά τσιγάρων με νυχτερινές σημειώσεις ή σκίτσα από μνήμης, μικρές αράχνες στο αυτί του πήλινου αγάλματος, κουρτίνες δαντελένιες ή βελούδινες, μαδημένα χρυσάνθεμα στα πλακάκια του λουτρώνα, βρεγμένες πετσέτες, κλειστό πιάνο από χρόνια, κούφωμα βιολιού ή κιθάρας (όπου έκρυβα τα παιδικά μου σχέδια μην τα βρει ο ξάδερφός μου ο Μπάμπης και μου τα σκίσει — εκεί στην οδό Ψαρομηλίγγου, κι έπαιζε η ρομβία στο δρόμο «βότανα πουλάω / κι άλλα μαγικά / και για τις κοπέλες / ξέρω μυστικά»), 

Μέγαρα – Άναμμα του καντηλιού

φανοστάτες, λάμπες πετρελαίου, το σβήσιμο της λάμπας του Καβάφη τα χαράματα (μια μυρωδιά διορατική), λυχνάρι, κλεφτοφάναρο του λιποτάχτη, καντήλι στο βραδινό εικονοστάσι που τσιτσίριζε κι έτρεμε σα να ’ταν να πεθάνει η γιαγιά με το μαύρο της φουστάνι (κι όντως πέθανε), μενταγιόν, βραχιόλια, δαχτυλίδια σε μπλε βελουδένιες κασετίνες (που τις έστειλαν πίσω όταν ξαρρεβωνιάστηκε η Νίνα γιατί ο Γιάγκος ήταν λίγο φαλακρός), κασόνια μπίρας, ο σανός των αλόγων, τα πίτουρα για τις κότες, καμπάνες, σφύριγμα τραίνου ή πλοίου, ψαρόσουπα, μαρουλοσαλάτα, λαδόξιδο, λαδολέμονο, νυχτερινό μπαρ, ναυτική ταβέρνα με χορό, τραπέζια βρεγμένα με ρετσίνα και ζεϊμπέκικα, κολόνια συνοικιακού κουρείου, κομμένα μαλλιά στο πάτωμα, πινέλα με σαπουνάδα κι άλλος καθρέφτης, φανελάκι ποδοσφαιριστή, σώβρακο με ονείρωξη, άδειο χειμερινό θέατρο μετά την παράσταση των «Περσών», η κόκκινη τραγική αυλαία και τα πόδια του ηλεκτρολόγου που σβήνει τα φώτα της εισόδου, η άρπα της Ναυσικάς στην αποθήκη, σιδερωμένα σεντόνια, φωλιά χελιδονιού, γάντια κι ομπρέλα της πεθαμένης, αντίσκηνο, ορθοστάτης, Ευαγγέλιο, δισκοπότηρο, το χέρι του εφημέριου λιβανισμένο σ’ επαρχιακό Ψυχοσάββατο, και το μεγάλο αόρατο χέρι του Κλειδοκράτορα, το καπέλο και το δίφραγκο του τυφλού, και πάνου απ’ όλα η αμφίθυμη μυρωδιά καταπατημένης αιωνιότητας. Βουίζει τό κεφάλι μου, συνωστισμός, θαύμα στό θαύμα, στρόβιλος, το απέραντο, το ανεξάντλητο, μαγεμένος, ζαλισμένος, να γράψω μιαν Ιλιάδα για τις μυρωδιές, για τις εικόνες, τους ήχους, τους συνειρμούς και τις περιπέτειές τους.  


Δε γράφεις καλύτερα ακόμα ένα ποίημα για την ειρήνη;

Θε μου, ξεχάστηκα. Κοιτάω το ρολόι μου — 6 απογευματινή. Κι έχουμε πει να περάσω απ’ τον Πέτρο να πάμε μαζί με το βραδινό λεωφορείο στο Μαραθώνα. Θα διανυκτερεύσουμε εκεί. Και τα χαράματα θα ξεκινήσουμε την πορεία ειρήνης μ’ όλο τον κόσμο. Ευτυχώς έχω ώρα.

Πηγαίνοντας στον Πέτρο, άκουγα συνέχεια μες στο κεφάλι μου παφλασμούς από μυρωδιές, τοπία, ήχους, μικρές, θαυμαστές, οικείες λεπτομέρειες που διαρκώς πολλαπλασιάζονται και μας προσηλυτίζουν το άπειρο, δίνοντας συγκεκριμένα αποσπάσματα του αόριστου, του άγνωστου, του ανεξήγητου σε μορφές αέναης μαγείας. Τρίκλιζα σχεδόν μεθυσμένος κι έλεγα, ναι, θα τη γράψω την Ιλιάδα μου, και θα το πω στον Αλέκο (όχι στον Πέτρο) ν’ αλαφρώσω.

Μα όταν έφτασα στον Πέτρο κι ήρθε να μ’ ανοίξει την πόρτα κουτσαίνοντας, γιατί φορούσε μόνο το δεξί του παπούτσι κι ύστερα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού να φορέσει και το άλλο του, κι ίσως γι’ αυτό, επειδή έτσι σκυμμένος με τις φαρδιές του πλάτες περνούσε στο πόδι του με την ολοκάθαρη κάλτσα το αριστερό του παπούτσι, κι ίσως επειδή το δωμάτιό  
του μύριζε φρεσκοσφουγγαρισμένο κατάστρωμα πλοίου, ένιωσα τη διάθεση να του πω για την Ιλιάδα μου με τις μυρωδιές.

Στην αρχή μ’ άκουγε γελαστά, ύστερα συγκαταβατικά κι αργότερα με σιωπηλή αποδοκιμασία.

«Καλά κι άγια όλα αυτά — μου ’πε— μα δε σου μυρίζει καθόλου το αίμα που χύνεται σ’ όλο τον κόσμο; Κι αντί να γράψεις μιαν όμορφη, βέβαια, Ιλιάδα για μυρωδιές, δε γράφεις καλύτερα ακόμα ένα ποίημα για την ειρήνη; Εγώ, ξέρεις, δεν έχω πολύ αγαθές σχέσεις με τους στίχους, ξέρω όμως απέξω σχεδόν όλο σου εκείνο το ποίημα:

όταν οι σκοτωμένοι μας μπορούν να γείρουν στο πλευρό 
              τους και να κοιμηθούν χωρίς παράπονο 
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου 
είναι η ειρήνη.

Ή το άλλο εκείνο:

όταν οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες, 
όταν μια μέρα που πέρασε δεν είναι μια μέρα που χάθηκε 
όταν ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά 
κι όταν το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού το ίδιο μπο-
      ρεί να το μ υ ρ ί σ ε ι ο ποιητής κι ο προλετάριος 
είναι η ειρήνη.

Έλεγε αυτούς τους στίχους ο Πέτρος τόσο απλά, όμορφα, σεμνά κι αδρά, κι είχε το πρόσωπό του μια τόσο γλυκιά, στοχαστική αυστηρότητα, που μ’ άρεσαν και μένα.

Γιάννης Ρίτσος, Θούριο της Μαραθώνιας Πορείας
"Από ’δω ο Γρηγόρης Λαμπράκης ξεκίνησε μόνος, μόνος, με την πολυπληθή μοναξιά των μαρτύρων..."

«Έχεις δίκιο» του είπα και του ζήτησα χαρτί και μολύβι. Άρχισα να γράφω. Ο Πέτρος αθόρυβα, σαν μέσα σ’ εκκλησία, πήγε στην κουζίνα, έψησε καφέ, μου ’φερε κι εμένα, ακούμπησε το φλιτζάνι κι ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι, πλάι μου, άναψε ένα τσιγάρο και μου το ’φερε αναμμένο στο στόμα μου (δεν το ’χε διόλου σαλιώσει), άναψε κι αυτός τσιγάρο, κάθισε παράμερα, άκρη άκρη στο κρεβάτι του κι έπινε τον καφέ του δίχως να βγάζει άχνα.

Ένιωθα το βλέμμα του να με τυλίγει μ’ εκείνη τη βαθιά συντροφική εμπιστοσύνη, και μου βούρκωναν τα μάτια, κι όλο μου το κορμί το περιέτρεχε κείνο το δίκαιο κι αγαπημένο «ευχαριστώ» μου. Έτσι, σε λιγότερο από μισή ώρα, έγραψα το ποίημα «Πορεία ειρήνης», για την «πολυπληθή μοναξιά των μαρτύρων». Του το διάβασα, αντιγράφοντας άθελά μου τη φωνή του. Σηκώθηκε, μ’ αγκάλιασε δυνατά, με φίλησε, κι είδα, μα την πίστη μου, πρώτη φορά τα μάτια του Πέτρου δακρυσμένα. Την άλλη μέρα το πρωί, στην τελετή της ειρήνης, το απάγγειλα στον Τύμβο του Μαραθώνα, κι οι σύντροφοι, μικροί, μεγάλοι, κλαίγαν και χειροκροτούσαν.

Κι είχε βγει ένας μεγάλος ήλιος, κι είδα στη λάμψη του τον δολοφονημένο πέρσι Λαμπράκη, με τα χέρια του ανοιχτά σε σχήμα σταυρού, κρατώντας τεντωμένο πάνω στο πλατύ του στήθος το πανό «ΕΛΛΑΔΑ», να μπαίνει επικεφαλής της πορείας.



Και ξεκινήσαμε φωνάζοντας ΕΙΡΗΝΗ, ΕΙΡΗΝΗ, ΕΙΡΗΝΗ. Και κάποιος βάζει το χέρι του στην πλάτη μου. Γυρίζω. Είναι ο Βαγγέλης. Ναι, ο Βαγγέλης (αυτός που είναι), πάντα δικός μας. Πιανόμαστε ώμο με ώμο. Βαδίζουμε ολοι μαζί και τραγουδάμε:


Μες στην ειρήνη 
διάπλατα ανασαίνει 
όλος ο κόσμος 
με όλα τα όνειρά του.
ΕΙΡΗΝΗ, ΕΙΡΗΝΗ, ΕΙΡΗΝΗ.

ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ, 28, 29, 30, 31. VII. 83


Γιάννης Ρίτσος, Ήχοι και αναμνήσεις από μυρωδιές,Εικονοστάσιο Ανώνυμων Αγίων, Με το σκούντημα του αγκώνα, εκδόσεις Κέδρος 


Η Προυστική «Ιλιάδα» του Ρίτσου

Υπάρχουν ορισμένες σημαντικές συγγένειες μεταξύ του Ρίτσου και του Προυστ, η πιο ουσιαστική από τις οποίες εντοπίζεται στον καταλυτικό ρόλο της όσφρησης (και κατά προέκταση της γεύσης) στο βασίλειο της Μνήμης.  

Στον τρίτο τόμο του Εικονοστασίου, ο Ρίτσος συνθέτει ένα ολόκληρο κομμάτι με τίτλο: «Ήχοι και αναμνήσεις από μυρωδιές» (πάνω από 15 σελίδες, από 75 μέχρι 91). Εδώ, μας αναφέρει κάποια «Ιλιάδα για μυρωδιές».

 Όσο για τον Προυστ, η δική του εμμονή για τον ρόλο των μυρωδιών και της γεύσης είναι γνωστή από το παράδειγμα του μικρού γλυκού που λέγεται «μαντελέν» και που του θυμίζει τόσο έντονα, διάφορες λεπτομέρειες της παιδικής του ηλικίας. Συνοψίζει έτσι ο Προυστ:

«Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα δεν επιζεί... η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα, σαν τις ψυχές για να θυμούνται, να περιμένουν, να ελπίζουν, πάνω σ’ όλα αυτά τα ερείπια, να βαστούν, χωρίς να λυγίζουν, πάνω στη μικρή σχεδόν άϋλη σταγόνα τους, το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης.»
(1ος τόμος, σσ. 64-65. Μεταφρ.: Παύλος Ζάννας)

MARCEL PROUST, «A la recherche du temps perdu»


Αλλά ο Ρίτσος πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα από τον Προυστ, λέγοντας ότι δεν υπάρχει μονάχα η όσφρηση των μυρωδιών - υπάρχει και η ακοή:

.....γιατί τις μυρωδιές δεν τις οσμίζεσαι μόνον αλλά και τις α κ ο ύ ς (κι όμορφα το λέει ο λαός «ακούς αυτή τη μυρουδιά απ’ τις ακακίες;», «ακούς τη μυρουδιά απ’ το πευκόδασο;» ή «ακούς μυρουδιά από τηγανητά σκοτάκια απ’ την ταβέρνα του Μπαρούφα;» ή «ακούω μυρουδιά από μπαρούτι — κάτι τρέχει»)..... 
(3ος τόμος, σσ. 75-76)

Μία ακόμη πιο εκλεπτυσμένη παραλλαγή του Ρίτσου είναι οι «οπτικοακουστικές μυρωδιές.» Ακόμη μυρωδιές που ο Ποιητής χαρακτηρίζει ως «μελαγχολικές» ή «εύθυμες»· ή ακόμη σε «μεταφυσικά» πλαίσια:

«...κι άλλες μυρωδιές από πράματα που δε μυρίζουν (όπως η μυρωδιά της νύστας, της προαίσθησης, της ονειροπόλησης...)
(3ος τόμος, σ. 78)

Εάν ο Ρίτσος είχε ολοκληρώσει την «Ιλιάδα» του για τις μυρωδιές, μπορεί να είχε δημιουργήσει μία σύνθεση που θα ’τανε αποκαλυπτική ακόμη για τον ίδιον τον Προυστ! Γιατί στις σελίδες αυτές του τρίτου τόμου, κάνει μία βουτιά σε συναρπαστικές εικόνες και σε αναπάντεχους συνειρμούς που διαγείρονται από λογιώ-λογιώ μυρωδιές.

Όμως ο Ρίτσος αποθαρρύνεται για τη συνέχεια της ιδιόρρυθμης- ανεδαφικής «Ιλιάδος» από τον «τετράγωνο» Σύντροφο Πέτρο, που την θεωρεί αερολογίες για τους «εστέτ». Ο Ποιητής προσγειώνεται, μόλις τον αφοπλίζει ο Πέτρος με την ερώτηση:

«...μα δε σου μυρίζει καθόλου το αίμα που χύνεται σ’ όλο τον κόσμο;»
(3ος τόμος, σ. 89)

Τότε, ο Ρίτσος εγκαταλείπει αμέσως την Προυστική του «Ιλιάδα» και ξεκινάει ένα καινούριο ποίημα για την Ειρήνη, με την αφορμή της Μαραθώνειας Πορείας.

Amy Mims, Ο Προυστ και η «Ιλιάδα για μυρωδιές» του Ρίτσου, Ο Ρίτσος του Εικονοστασίου (Συμπληρωματικό Σημείωμα 4, σελ.382-384), Ιδιωτική Έκδοση


Η Amy Mims σε συνεργασία με τον Γιάννη Ρίτσο



Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

«Τα γραπτά ζούνε απ’ τις αδυναμίες τους.....», Κωστής Παπαγιώργης



Κωστής Παπαγιώργης διά χειρός Χρόνη Μπότσογλου (1991)


Κατάφερε να μιλήσει γράφοντας

«Από την πλευρά εκείνων που κατέχουν τη μαεστρία του λόγου, ίσως μοιάζουμε με μουγγούς που εκφράζονται με παράξενα νεύματα - μια σχεδόν ιδιωτική γλώσσα εικόνων. Από την πλευρά των μουγγών, είμαστε μουγγοί που κατάφεραν να μιλήσουν». 
Εουτζένιο Μπάρμπα 


Αυτή η απόφανση του Εουτζένιο Μπάρμπα ισχύει και στην περίπτωση του Κωστή Παπαγιώργη: Κατάφερε να μιλήσει γράφοντας. Αλλά οι κατέχοντες, δύσπιστοι, βυσσοδομούν: 

«Πατέρα, έγινα συγγραφέας», είπε στον δημοδιδάσκαλο πατέρα του κρατώντας το πρώτο βιβλίου του ανά χείρας. 

«Πώς μπορεί να γίνει συγγραφέας ένα παιδί που έκανε τόσα ορθογραφικά λάθη στο σχολείο;» απάντησε εκείνος.

 Όμως ο Κωστής δεν ξανάχασε τη μιλιά του...

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων,
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος

Ο Κ. Παπαγιώργης, οκτώ ετών, σε γάμο στην παραλία της Κύμης το 1955


«Υπεράριθμος, καρέκλα με τρία πόδια, παιδί του Καιάδα....»

Ευτυχώς όχι, [δεν υπήρχαν βιβλία στο σπίτι]. Κάποια δασκάλα είχε δωρίσει [στον πατέρα μου] τη βιογραφία του Βαν Γκογκ, που έστεκε χρόνια σε ένα ράφι πλάι στην Ιστορία της φιλοσοφίας του Θεοδωρίδη και σε μια συνοπτική βιογραφία του Νίτσε γραμμένη από τον Τσβάιχ. Αυτά ήταν και τα πρώτα βιβλία που διάβασα — εκτός από τα Κλασσικά εικονογραφημένα βέβαια. 

Το κλίμα του σπιτιού δεν είχε σχέση με το πνεύμα, ήταν η απόλυτη αυστηρότητα... το δασκαλίκι τότε εκφραζόταν με απηνή μέριμνα για την καλλιγραφία και την ορθογραφία. Δύο πράγματα οπού ήμουνα μπούφος. Γι’ αυτό, όταν, μετά από χρόνια, του είπα ότι γράφω βιβλία με κοίταξε συγκαταβατικά και μου είπε: «Ένα παιδί που ήταν τόσο ανορθόγραφο, πώς είναι δυνατόν να γράφει βιβλία;»

Αυτό που δεν κατάλαβα ποτέ ήταν ο τρόπος με τον οποίο μας είχε επιβληθεί αυτός ο άνθρωπος — σε μένα και τον αδελφό μου. Τα άλλα παιδιά του χωριού οι γονείς τους τα σάπιζαν στο ξύλο. Εμείς το πολύ να δεχόμασταν κάποια ξυλιά στα πόδια. Εντούτοις ήμασταν τα πιο τρομοκρατημένα παιδιά.

Παιδί φιλάσθενο, μίζερο, προβληματικό. Σε ηλικία δέκα χρονώ είχα διαπλάσει τον μελλοντικό μου χαρακτήρα. Από τότε ένιωθα σαν τον άνθρωπο που του λείπει το δέρμα και ό,τι τον αγγίξει τον τραυματίζει. Ζήλευα τα χωριατόπαιδα για τον αυθορμητισμό τους, για τα απίθανα καμώματα με τις βάρκες που άρπαζαν κρυφά — αυτό μου έχει μείνει απωθημένο. Έπαιζα ξύλο καθημερινά για να τους μοιάσω...



Στο γήπεδο του Χολαργού, 1963

Το μόνο που με ενδιέφερε τότε ήταν το ποδόσφαιρο. Εκεί πρωτοκατάλαβα τον εαυτό μου. Πάνω στο παιχνίδι, ξέρεις, ο άλλος σου αναγνωρίζει ότι είσαι απαραίτητος, σε φωνάζει με το όνομά σου, παραδέχεται πως υπάρχεις — όλα αυτά είναι βασιλικός πολτός για το παιδί. 

Ενώ μέσα στο σπίτι δεν είχα ακούσει ποτέ κανέναν να επαίρεται για κάτι — ο πατέρας μου ποτέ δεν περιαυτολογούσε —, εγώ άρχισα να διαπλάθω ένα παράνομο «εγώ» εκτός οικογένειας, μέσα στην άλάνα. Ήμουνα κάποιος μακριά από τη δεσποτεία του δασκάλου. Τα παιδιά δασκάλων, παπάδων, δικαστικών, μπάτσων, κ.τ.λ. έχουν αυτό το πρόβλημα — πρέπει να επινοήσουν τον εαυτό τους εκτός οικογένειας... 

[....] από τότε γεννήθηκε μέσα μου μια περίπλοκη διάθεση που δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Εκεί που μου μιλούσαν για τετράγωνο, εγώ έψαχνα την πέμπτη πλευρά του τετραγώνου. Μου άρεσε το αίσθημα ότι είμαι υπεράριθμος, καρέκλα με τρία πόδια, ελαττωματικό ανταλλακτικό, παιδί του Καιάδα και άλλα παρόμοια. 

Καταλαβαίνεις λοιπόν τι έπαθα όταν σε ηλικία δεκαεπτά ετών, στην Αθήνα πλέον, ο Νίκος Νασοφίδης, ένας συμμαθητής, μου πρωτομίλησε για βιβλία. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι τα μύχια αισθήματά μου ήταν καταγεγραμμένα φαρδιά-πλατιά σε σελίδες. Το θεώρησα ανοσιούργημα! 

Τότε διάβασα τον Έφηβο του Ντοστογιέφσκι. Για να είμαι ειλικρινής δεν πολυκαταλάβαινα. Αλλά μπορούσα να απομονώνω φράσεις και να τις σιγοψιθυρίζω όπου σταθώ κι όπου βρεθώ: «Η γυναίκα είναι μια μεγάλη δύναμη», «η μουσική είναι η έκφραση του ανεκφράστου» έλεγα και ένιωθα μέλος μιας αόρατης αδελφότητας μυημένων... 

Τρίχες δηλαδή, αλλά χωρίς αυτές δε βάζεις χρόνια.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 22-37, επιλογή αποσπασμάτων)



Κωστής Παπαγιώργης: Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος, Σκηνοθεσία - Σενάριο: Ελένη Αλεξανδράκη 

Ααρών εναντίον Μωυσή ......

Είχα μεγάλες δυσκολίες να ενσωματωθώ στην εκάστοτε κοινωνική ομάδα. Τα χρόνια του Δημοτικού, σχεδόν δεν υπήρχε μέρα που να μην τσακωθώ... Είχα κάποιο σαράκι; ένα σπέρμα κοινωνικής διχόνοιας που δε μ’ άφηνε ήσυχο; ένα μικρό ψεγάδι στον εγκέφαλο που με έκανε άνω-κάτω και δε μου επέτρεπε να φερθώ φυσιολογικά;

Κάποτε μιά φίλη μου, κόρη στρατηγού, με την οποία είχαμε ζήσει μαζί κάνα-δυο χρονάκια, είχε πει γελώντας: «Είσαι ελαττωματικό ανταλλακτικό, αλλά τι πειράζει; Εγώ σε πάω». Το ελάττωμα αφορούσε στις σχέσεις μου με τον προφορικό λόγο, που με καθιστούσαν αυτόχρημα εξαίρεση, με έβγαζαν από την κοινωνική σειρά κι έκαναν τα απλά πράγματα σπαζοκεφαλιές.

Αυτή η ιστορία είχε άρχίσει πολύ απλά όπως όλες οι ψυχικές ασθένειες. Στις έξι τάξεις του Δημοτικού Σχολείου —πέντε στο λιμάνι και μια στο Χαλάνδρι — δε θυμάμαι να είχα κάποια ειδική δυσκολία στην ομιλία. Το μόνο που με ξένιζε ήταν η ματιά του πατέρα μου: αλλιώς με κοιτούσε στο σπίτι, αλλιώς στο σχολείο. Το «δάσκαλο» ποτέ δεν τον κατάλαβα. Κατά τα υπόλοιπα, λάλαγα όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου.

Τα αληθινά προβλήματα άρχισαν με την εισαγωγή στο Γυμνάσιο. Είχα περάσει πρώτος στις εξετάσεις, γιατί διαγωνίστηκα μέ παιδιά ψαράδων, ναυτικών, γεωργών και ξυλοκόπων που δεν είχαν δει ποτέ βιβλίο στα σπίτια τους. Ως πρώτος λοιπόν, είχα και ειδική μεταχείριση. Δε με σήκωναν στο μάθημα, προσπερνούσαν το όνομά μου στον κατάλογο με ένα ευχάριστο μουρμουρητό, και όταν κάποια απορία κυκλοφορούσε μέσα στην τάξη, ο Τρίμης έστρεφε το πρόσωπό του προς τη μεριά μου με εμπιστοσύνη. Τον δικαίωσα; Το βέβαιο είναι ότι, και να ήξερα μιαν απάντηση, αποκλειόταν να την προφέρω μέσα σε πενήντα παιδιά. Η συστολή μου έφτανε μέχρι αφασίας. Τότε εμφανίστηκε ο γλωσσοδέτης που έγινε πανίσχυρο καθεστώς κατά τα επόμενα χρόνια. 

Ήταν στιγμές που η γλώσσα με ήθελε και όλα πήγαιναν ρολόι· ήταν πάλι στιγμές που οι λέξεις έσπαγαν μέσα στο στόμα μου και τις έφτυνα συλλαβή προς συλλαβή πάνω στο πρόσωπο του άλλου με κάποιο αφόρητο αίσθημα ντροπής και ενοχής. Ειδικά σε διάθεση θυμού μού ήταν αδύνατο να ξεκινήσω μια πρόταση και να τη βγάλω πέρα. Σκοτείνιαζαν τα μάτια μου, το στέρνο μου δενόταν από μέσα κόμπο, λαλιά όμως δεν έβγαινε ούτε για δείγμα.


Όταν κάποτε συμβουλεύτηκα έναν ειδήμονα, αφού με άκουσε με συγκατάβαση, έβγαλε αυτοσχεδίως τη διάγνωση. Τίποτα το έμφυτο δεν με παίδευε. Όλα οφείλονταν στις πρωτοβουλίες του πρώτου μου παιδαγωγού, ήγουν του πατέρα μου. Αν και ήμουνα εκδηλωμένος αριστερόχειρας, ο σοφός παιδοτρίβης δεν δίστασε, ενονόματι της ομοιομορφίας και του ορθόδοξου βίου, να με κάνει με το στανιό δεξιόχειρα. Φυσικά, όταν έπαιρνε το μολύβι από το αριστερό χέρι και μου το έβαζε με το ζόρι στο δεξί, δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι μου προετοίμαζε σαν πυθία μια ζωή στέρησης και αστείας οδύνης. Αλλά ο κύβος είχε ριφθεί.




Η κατάσταση είχε ως εξής: Αν αποκαλέσω συμβατικά Μωυσή τα όσα σκεφτόμουνα κι ένιωθα, και αν βαφτίσω Ααρών τα όσα πάσχιζα να ξεστομίσω, μπορώ να πω ότι ο Μωυσής τα πήγαινε καλά, ενώ ο Ααρών χώλαινε ανησυχητικά. Ήταν δυο διαφορετικά πρόσωπα· ο ένας με ντρόπιαζε, ο άλλος με ξεντρόπιαζε. Μέσα μου διηγόμουνα ιστορίες, έστηνα ψιλή κουβέντα με τους αγγέλους, έπλαθα διαλόγους και μαλώματα. Ο Μωυσής στεκόταν στο ύψος του. Τι να πω όμως για τον Ααρών που τα μούσκευε οσάκις χρειαζόμουνα την επαφή με τους άλλους; Τα πατατράκ ήταν πολλά, κορδόνι ολόκληρο, που με ακολουθούσε μέσα κι έξω σα φαιδρή σκιά, αλλά δε μπορούσα να ζητήσω ευθύνες από κανέναν.

Ο Ααρών ήταν το κουσούρι μου. Η αχίλλειος πτέρνα, που είχε ανέλθει από τα πόδια στο στόμα. Σε κάθε συνάντηση ήξερα ότι, αργά ή γρήγορα, μου την είχε φυλαγμένη. Ενώ σέρβιρα τις φράσεις στρογγυλεμένες και μεστές, αίφνης —εδώ βρισκόταν ο βαθύτερος εαυτός μου— έσπαγε η πρόταση και γινόταν χίλια κομμάτια στο πρόσωπο του άλλου. Από την έκφρασή του καταλάβαινα ότι έλεγε μέσα του: «Α, εδώ είμαστε λοιπόν...»

Πού δηλαδή; Με βασάνιζε αυτό το ανεξέλεγκτο τελωνείο της προφοράς που ψαλίδιζε ό,τι ήθελε, επέβαλλε αφωνία, με έκανε ρεζίλι χωρίς να έχω τρόπο να αντιδράσω.


Άραγε, τραύλιζα επειδή φοβόμουνα την παρουσία των άλλων; ή φοβόμουνα την παρουσία των άλλων επειδή είχα τη βεβαιότητα ότι θα τραυλίσω; Ο κύκλος ήταν φαύλος και οι αιτίες χαμένες μέσα στα αποτελέσματα. Αλλά, αν υπάρχει μια απόμακρη απαρχή της αγοραφοβίας ή της λεξοφοβίας, αυτή δε μπορεί να μη σχετίζεται με τα προβλήματα της προφοράς.


Η γλώσσα που φέρνει κοντά τους ανθρώπους, εμένα με είχε απομακρύνει χωρίς ημερομηνία λήξεως.

Από μέρα σε μέρα, το κουσούρι μετατρεπόταν σε χρόνια αναπηρία, με φυσική συνέπεια να διαστρέφει τον ψυχισμό μου και να με οδηγήσει σε αλλόκοτες αποφάσεις. Ο λόγος; Πριν απ’ όλα η άθλια εικόνα που παρουσίαζα στις συντροφιές και στις συζητήσεις. Σε αντίθεση με άλλους ομοιοπαθείς, που κρατούσανε μιαν απόσταση από τον εαυτό τους και δεν έπαιρναν κατάκαρδα την εικόνα του τραυλίζοντος Εγώ τους, αυτό το ρεζίλι σε μένα ήταν αφόρητο. Προτιμούσα να μου κόψουν τη γλώσσα από τη ρίζα.

Φυσικά, τη γλώσσα την κράτησα, έστω μόνο για να τρώω· αλλά τότε δεν μπορούσα να φανταστώ τι χαράτσι θα πλήρωνα για την αποχή μου από την ομιλούσα κοινωνικότητα. Αφού ο Ααρών μου δεν τα έλεγε, σε όλες τις μεγάλες εκκρεμότητες — πανεπιστήμιο, στρατός, εργασία —, ήμουνα υποχρεωμένος να ακολουθήσω αποκλίνουσα οδό. Δεν υπήρχε άλλη λύση: από παντού έπρεπε να πάρω τρελόχαρτο. Ούτω και εγένετο. Το ’σκασα από τον στρατό, από το πανεπιστήμιο, από την εργασία, την οικογένεια.



Όταν λοιπόν βρέθηκα στο Παρίσι, δεν είχα περιθώρια εκλογής. Θα ήμουν ο σιωπηλός του χωριού, κλεισμένος σε μια σοφίτα με ξυρισμένο κεφάλι και αφοσιωμένος υστερικά στο διάβασμα. Από τη σοφίτα θα ’βγαινα πάνοπλος για ν’ ανακτήσω ό,τι είχα στερηθεί. Σάν ανέκδοτο δεν ηχεί άσχημα· μόνο που εγώ το έκανα ζωή. Και, ασφαλώς, πλήρωσα τη νύφη.

Έξω φρένων με την κοινωνική μου εικόνα, δηλητηριασμένος από τις σκέψεις που πιθανώς έκαναν οι άλλοι για μένα, αφοσιώθηκα στη διάσωση μιας εσωτερικότητας που κάποτε θα διέψευδε όλες αυτές τις ευτελείς σκέψεις. Θέλει πολύ τάχα μια νεανική ψυχή να συφοριαστεί, να πληρωθεί μικροψυχίας και μνησικακίας, ζώντας μόνο με την απώτερη προοπτική να ρεφάρει για σαράντα χρόνια αφωνίας;

Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, εκδόσεις Καστανιώτη 
(Ζ' Συνεδρία, σελ. 113-129, επιλογή αποσπασμάτων)

Παρίσι, 1972


Άρχισα να γράφω με το μολύβι στο στόμα...

«Δέκα ολόκληρα χρόνια ήμουνα όπως ο Ζαχαρίας στο ναό: και ιδού έση σιωπών και μη δυνάμενος λαλήσαι άχρι..., φτυστός με το γιο του Δαρείου: τα μεν άλλα επιεικής, άφωνος δέ. Ήμουνα άλαλος γιατί η γλώσσα μου κόλλαγε στον ουρανίσκο. Μωυσής που ψάχνει τον Ααρών του....

Αλλά αυτή η άδυναμία, αντί να με εξουθενώσει με φυτίλιασε. Επειδή δεν έκανα «σπουδές», επειδή το τυπικό του σχολείου, του όποιου σχολείου, με εξαιρούσε γιατί εκεί γίνονταν δεχτοί μόνο όσοι πλήρωναν με το πανίσχυρο νόμισμα του προφορικού λόγου, αναγκάστηκα, σα Ροβινσώνας ναυαγισμένος στο αρχιπέλαγος της σιωπής, να τα κάνω όλα μόνος μου.

Στασίασα, πήρα την εξουσία του εαυτού μου στα χέρια μου. Έγινα από μόνος μου σχολείο και πανεπιστήμιο, χωρίστηκα σε δάσκαλο και μαθητή με μια μονάχα επιθυμία. Αφού το στόμα μου ήταν χτισμένο παράθυρο, έπρεπε να βρω μια διέξοδο προς τον κόσμο. Μιλούσα γράφοντας, αλλά δεν μπορούσα να γράφω μιλώντας. Γι’ αυτό όταν τύχαινε ν’ ακούσω ένα ρήτορα, έναν πολιτικό στον εξώστη ή έναν καθηγητή στο αμφιθέατρο να ρητορεύουν, ασκώντας φυσιολογικότατα το καθεστώς της λαλιάς, θυμόμουν το Ρουσώ: Si je pouvais parler la plume a la bouche.

Άρχισα να γράφω με το μολύβι στο στόμα. Αυτό είναι η γραφή: ένας υπάκουος Ααρών που σου δανείζει το στόμα του για να μιλήσεις. Και να πεις τι; Δεν είχα ιδέα, είχα όμως ένα ένστιχτο κηπουρού που στήνει τις καλαμωτές για τ’ αναρριχητικά φυτά.

Χαμένος, όπως όλοι οι έφηβοι, δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος έπαιζε με τη ζωή μου, ποιο στυγνό χέρι με είχε κλειδώσει μέσα στο σώμα μου. Έτσι αποφάσισα να γίνω επαγγελματίας αναγνώστης για να το μάθω.

Κωστής Παπαγιώργης, Curriculum vitae, 
Σιαμαία και Ετεροθαλή, εκδόσεις Ροές (σελ. 130-132, επιλογή αποσπασμάτων)


Ο Κ. Παπαγιώργης με τον Σλόμο Ντετσάβες στο Παρίσι.

Να διαβάσω «μέχρι τελικής πτώσεως»....


Άρχισα να γράφω, αλλά δεν είχα κάποιο τάλαντο. Ούτε σταλιά! Ήθελα να γράψω μια ερωτική ιστορία σαν κι αυτές που θα ήθελα να ζήσω, αλλά στο χαρτί έβγαινε τζίφος. Ίσως αυτό με ώθησε να γίνω μανιώδης αναγνώστης. 

Πάνω στο ζήτημα της ανάγνωσης έχω πια πολλές τύψεις. Κάθε νέος που στρώνεται στη δουλειά έχει ανάγκη έναν δάσκαλο — έναν «γέρο», που θα τον βοηθήσει να μη βγάλει τα μάτια του. Τα βιβλία δεν είναι πατατάκια — θέλουν υπομονή, επανάληψη και κυρίως ψυχική προετοιμασία. Διαφορετικά θεριεύει η απληστία, οξύνεται η βιβλιομανία, αλλά το αποτέλεσμα είναι μηδαμινό. 

Μπορεί να σου φανεί παραμύθι, αλλά γύρω στα είκοσι εγκατέλειψα τη Νομική Θεσσαλονίκης, πήρα τρελόχαρτο από το στρατό και βρέθηκα στο Παρίσι με αυτή τη φιλοδοξία: να διαβάσω μέχρι τελικής πτώσεως.

Το εγώ μου και ο κόσμος είχαν διαχωριστεί τελείως. Κλείστηκα λοιπόν σε μια σοφίτα για να βρω την άκρη. Αυτό ονομάζω «μέχρι τελικής πτώσεως».

Οι νέοι είναι μωροθαύμαχτοι... Ο καθένας μπορεί να τους πάρει στο λαιμό του, αρκεί να τους τάξει μεγαλεία και φούμαρα. Δε νομίζω ότι είχα κάποια κλίση σε φιλοσοφικά διαβάσματα — κι από πού να τη βρω;—, εντούτοις μπήκα με το έτσι θέλω στα βαθιά νερά. 

Κάτσε και λογάριασε: Κριτική του καθαρού λόγου, Φαινομενολογία του πνεύματος, Ηθική, Λογικές έρευνες, θέληση της δυνάμεως, Το Είναι και το Μηδέν, Ερμηνεία των ονείρων, Η παρακμή της Δύσεως, Είναι και Χρόνος, Σούμα θεολογική... Τι άλλο χρειάζεται για να χάσει τα μυαλά του ένας νέος άνθρωπος; 

Τόσο πιεστικά και τόσο άγονα δεν ξαναδιάβασα ποτέ στη ζωή μου. Όταν προσπαθείς να συνδυάσεις τόσο βαριά κείμενα με μια υποτυπώδη προσωπική ζωή και μια πρωτόλεια νοημοσύνη, μοιάζεις με άνθρωπο που επιχειρεί να κάνει κόμπο δένοντας ένα παλαμάρι με μια κλωστή.

Όλ’ αυτά τα διαβάσματα εκμηδένισαν την παρόρμηση του γράφειν. Φαντάσου έναν νέο που διαβάζει ποίηση. Μετά τη συγκίνηση που νιώθει από ένα στιχούργημα του Ρεμπώ ή του Καρυωτάκη δεν είναι ευνόητο να μπει κι αυτός στον αμαρτωλό πειρασμό να σκαρώσει ένα; Προσωπικά, το βρίσκω ευεργετικό. Αλλά τι να γράψεις όταν διαβάζεις τον Παρμενίδη, τον Σοφιστή ή το Ο Κόσμος ως βούληση και παράσταση;

Η διάθεση για προσωπική έκφραση είχε ατροφήσει. Ήμουνα βιβλιάνθρωπος στείρος, άγονος...

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 37 - 44, επιλογή αποσπασμάτων)



Σκίτσο φιλοτεχνημένο από τον Γ. Καλαϊτζή, φίλο του Κ. Παπαγιώργη


Μια δεκαετία για να σαλεύσουν τα ύδατα......


Όταν επέστρεψα στο Χαλάνδρι, με περίμεναν οι παλιοί συμμαθητές για να ξεκινήσουμε από κει που είχαμε μείνει. Εδώ πρέπει να σου πω ότι τρέφω μεγάλη εκτίμηση στη συντροφιά. Όταν στήνεται ένα τραπέζι και ένα γύρω κάθονται δέκα νέοι άνθρωποι που ο ένας κρέμεται από τα χείλη του άλλου, ό,τι κι αν γίνει βοηθάει τις ψυχές. 

Τέτοιο ψυχικό αναβάπτισμα δεν είχα γνωρίσει στη ζωή μου. Μπορεί να πέρασα δέκα χρόνια μεθυσμένος, να κατέστρεψα την υγεία μου και να κινδύνευσε η ζωή μου, αλλά εκεί βρήκα ευκαιρία να το σκάσω από τον ψεύτικο εαυτό μου. Κατά μία έννοια, τα ψέματα είχαν τελειώσει.
Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 48)

Φώτης Κόντογλου


Περιττό να πω ότι αυτή η θερμή αδελφότητα ήταν πρωτοφανής γιά μένα. Τέτοια κολυμβήθρα ανθρώπινης αποδοχής, που λησμονούσε να ζητήσει πίσω τα δανεικά, ούτε να τη φανταστώ δε μπορούσα. Μυγιάγγιχτος κι εριστικός από κούνια, εκεί ξέχναγα ανακουφιστικά όλα μου τα πιστεύω και όλους τους όρκους που δίνει ο βαστάζος των βιβλίων. 


Μόνο οι άνθρωποι σε κάνουν να χαίρεσαι. Μονάχα με ανθρώπους μπορείς να γλεντήσεις, να βγάλεις το μέσα έξω, να πετάξεις, αν χρειαστεί, την άχρηστη προσωπίδα που σεπνίγει και δε σε αφήνει ν’ ανασάνεις.

Επί δέκα χρόνια έζησα αυτό το παράξενο καθεστώς — τη μέρα Χούσερλ, Σπινόζα και Χέγκελ· τη νύχτα ταβέρνα, μεθοκόπημα και σκυλάδικα. Όποιος δεν ξέρει το δρομολόγιο δε μπορεί να καταλάβει. Επίσης, δε μπορεί να υποψιαστεί το εσωτερικό ξεχαρβάλωμα, όταν αυτά που ζεις δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά που σε δίδαξαν τα δόλια τα διαβάσματα.

Όλο το δανεικό μυαλό που είχα αγοράσει στο εξωτερικό έπρεπε τώρα να περάσει από δοκιμασία, ν’ αλλάξει φύση και, στην ανάγκη, να πεταχτεί στα σκουπίδια. Άνθρωπος που δεν ξεσκαρτάρει τον εαυτό του πώς να δει Θεού πρόσωπο;

Με το ουίσκι ξεπέρασα και τη χρόνια αναπηρία μου. Απροσδόκητα, τις ώρες της μέθης δεν είχα καμιά δυσκολία με τα σύμφωνα και τους ρόζους του |κ| καί του |π|. Μπορούσα να μιλάω απρόσκοπτα, ροϊκά, με ευφράδεια, κι όχι μόνο ελληνιστί, παρά και γαλλιστί και σ’ όλες τις γλώσσες των αγγέλων. 

Με μια μπουκάλα ουίσκι ανέβαινα στο ύψος μου. Το καταλάβαινα ότι με το οινόπνευμα λύνονταν όλοι οι κόμποι στο διάφραγμα και ελευθερωνόμουνα, όπως φυλακισμένος που βρίσκει το δεσμωτήριο αφύλακτο. 

Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, εκδόσεις Καστανιώτη 
(Θ' Συνεδρία, σελ. 158-161,επιλογή αποσπασμάτων)



Los Borrachos (1628), Diego Velazquez
 Museo del Prado, Madrid

Τώρα πια που είμαι ξενέρωτος και δεν πίνω, καταλαβαίνω ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν μπορεί κάτι να σε βοηθήσει αν δεν έχει έρθει η ώρα σου. Σε αυτό πιστεύω πολύ. Αν χρωστάω κάτι στο αλκοόλ — στο ουίσκι για την ακρίβεια—, είναι ότι μου έμαθε τον βαθύτερο εαυτό μου και παρότι είναι παραμυθιάρικο, με ανάγκασε να στραφώ προς την αληθινή πλευρά των πραγμάτων. Με τα διαβάσματα είχα πλάσει ένα παρά φύσιν εγώ — σαν παράνομη οικοδομή, η οποία γκρεμίστηκε τούβλο - τούβλο.


Αυτή η παραβολή του Ευαγγελίου με τα ύδατα που σαλεύουν και όποιος πέσει μέσα πρώτος θεραπεύεται, ταιριάζει στην περίπτωσή μου. Πράγματι χρειάστηκε όλη αυτή η δεκαετία για να σαλεύσουν τα ύδατα. Μόλις πήρα εξιτήριο από το νοσοκομείο, όλα μου ήταν εύκολα. Ενώ πρωτύτερα βρισκόμουνα σε μια κατάσταση οιονεί αφασίας και υποψιασμένης βλακείας, κατόπιν ένιωσα έτοιμος. Όλα τα θέματα ήταν μπροστά μου.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων,
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 49)



Από αριστερά: Κωστής Παπαγιώργης, Θανάσης Βαλτινός, Χρόνης Μπότσογλου, Βασίλης Παπαβασιλείου (1991)


Σαν τον λαγό μπροστά στο φίδι ...


Αυτό που με συναρπάζει είναι η κατάσταση του διαλυμένου Εγώ, του ανθρώπου που βρίσκεται σε απόλυτη αδυναμία — σαν τον λαγό μπροστά στο φίδι — και αρχίζει να παίρνει ανάποδες, όπως λέμε. 

Στο Ίμερος και κλινοπάλη, για παράδειγμα, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το θέμα όσο η προσπάθεια του ανθρώπου να εκφραστεί ανορθόδοξα για ένα λίαν ορθόδοξο θέμα. Είναι ψυχοσωτήριο να δένεσαι κόμπος για να γράψεις, κάνει καλό από κάθε πλευρά. 

Το Εγώ άλλωστε, παρότι αξιομίσητο κατά Πασκάλ, δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη φιλαυτία του. Ό,τι είναι δικό του το αγαπάει — ακόμα και τα σκατά του. Δεν είδα ποτέ άνθρωπο που να έχει ξεμπερδέψει με το Εγώ του. Άρα κι όταν έγραψα για τη μισανθρωπία, πάλι με το Εγώ και τις ασθένειές του ασχολήθηκα. Γενικά η ζωή περνάει σαν μια ισόβια κρίση εγωισμού.

Από έφηβος ήμουν θύμα των συγκινήσεων· μόνο μια μεγάλη συγκίνηση μπορεί να με κάνει άνω-κάτω και να με μεταμορφώσει σε γραφιά. Μιλώντας άλλωστε για το μεθύσι δεν έγραψα τα όσα έζησα. Ούτε ταβέρνες υπάρχουν πουθενά ούτε μπαρ και σκυλάδικα. Μόνο βιβλία αναφέρω. Μάλιστα τότε κατάλαβα την αξία των βιβλίων. Ενώ από μόνα τους με νέκρωναν, μόλις βρήκα το νήμα από την ίδια τη ζωή, με βοήθησαν να μην βυθιστώ στην αμεσότητα. Ενώ κατείχα τα μέσα, μου έλειπε ο σκοπός και το θέμ
α.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 51-58)



Το βιβλίο είναι ένα στρώμα μαργάρου γύρω από το εκάστοτε τραύμα 

«Όσοι δεν έχουν τι να πουν, αφηγούνται μυστικά του βίου τους»

Πωλ Βαλερύ

Πώς γίνεται κάποιος συγγραφέας; Δεν πηγαίνει βέβαια σε σχολή, όπως οι γιατροί, οι λογιστές, οι ζωγράφοι έστω. Μπορεί κάποιος να σπουδάσει για να γίνει φιλόλογος ή καθηγητής, αλλά ο γραφιάς είναι άλλο πράγμα. Ωσότου εμφανισθεί δεν λείπει από κανέναν, κανείς δεν τον ψάχνει, λείπει μόνο από τον εαυτό του. Γι’ αυτό οι περισσότεροι συγγραφείς θυμούνται με κάποια θλίψη τα χρόνια της βουβής μαθητείας, της προετοιμασίας και της δοκιμασίας. Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με μια μικρή μεταμόρφωση, με ιδιωτικό σκάνδαλο...

Για να μη χαθούμε σε αισθητικές θεωρίες, ας πάρουμε ένα γνωστό παράδειγμα: τον τρόπο που παράγεται το μαργαριτάρι. Ο ομώνυμος πολύτιμος λίθος είναι προϊόν ενός μαλακίου το οποίο έχει ως όστρακο ένα υλικό από μάργαρο. Όταν ένα ξένο σώμα διεισδύσει στον μανδύα, τότε τα επιθηλιακά του κύτταρα εκκρίνουν ομόκεντρα στρώματα μαργάρου περικαλύπτοντας τον ανεπιθύμητο επισκέπτη. 

Νομίζω ότι ο μέσα ψυχισμός του ανθρώπου αντιδρά με τον ίδιο τρόπο. Κάθε απειλή την περικαλύπτει με τα φτηνά ή τα ακριβά του υλικά. Το βιβλίο είναι ένα στρώμα μαργάρου γύρω από το εκάστοτε τραύμα. Αλλά υπάρχει και συνέχεια τερπνή. Οι Κινέζοι σκέφτηκαν να βάζουν μικροσκοπικούς βούδες στον μανδύα των μαλακίων και να τους μετατρέπουν έτσι σε πολύτιμους λίθους. Το τέχνασμα αποδίδει, με τη διαφορά ότι αυτό το μαργαριτάρι — επειδή παράγεται τεχνητά — είναι δευτέρας ποιότητος...


Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, 
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 59-60)



"Πάσχω άρα υπάρχω"
 “You will burn and you will burn out; you will be healed and come back again.”
 ― Fyodor Dostoyevsky, The Brothers Karamazov 
Photo by Christian Schloe

Ισοβίως ασχολήθηκα με τα ψεύδη και τις δολιότητες της συνείδησης

Από προσωπική πείρα μπορώ να σου πω ότι οι συγγραφείς που πάσχουν, που δεν καλλιεργούν την υγιεινή άποψη για τη ζωή, προσφέρουν μεγαλύτερες συγκινήσεις. Η ζωή έχει ένα νοσηρό υπόστρωμα κι από κει πηγάζουν τα πιο εντυπωσιακά βιβλία. Πέραν τούτου, ο καθείς και τα όπλα του...

Μπορώ να περιγράψω έναν άνθρωπο σε δύσκολη θέση, πιασμένον στο δόκανο της άρνησης. Αντίθετα ο νικητής, ο ευτυχής, ο χαρούμενος δε μου λέει τίποτα. Η ευτυχία όπως θα ξέρεις από πείρα, δεν έχει βαθύτητα. Βαθύτητα δεν έχει και η γεύση του νερού, γι’ αυτό είναι τόσο απαραίτητο. Κατά βάθος πρόκειται για το πρόβλημα του κακού και τον μέγιστο ρόλο που κρατά στη ζωή μας. Όλες οι ιστορίες που λατρεύουμε περιγράφουν οδύνες και βάσανα. Καμιά τους δεν έχει ως θέμα την ευτυχία. Την ευτυχία, όταν τη ζεις, δεν την περιγράφεις. Γι’ αυτό προτίμησα να γράψω για τον ζηλότυπο ερωτευμένο, παρά για τον δον Ζουάν. Όπως θα έχεις παρατηρήσει, όλες οι ερωτικές ιστορίες στη λογοτεχνία γράφονται από τη μεριά των χαμένων.


Αυτό που θεώρησα πάντα οικείο μου χώρο είναι ότι το εγώ φέρεται πάντα σαν ασθενής. Ένας κακότροπος ασθενής που σιχαίνεται τους γιατρούς, τα φάρμακα, το κρεβάτι που κοιμάται, τους επισκέπτες, τα άνθη που του προσφέρουν, ακόμα και το νερό που πίνει. Δεν πίστεψα ποτέ στην ακέραια προσωπικότητα, στα ειλικρινή αισθήματα, στους ντόμπρους χαρακτήρες. Κάθε συμπεριφορά είναι για μένα θέατρο που πρέπει να ανακαλύψω τους κρυφούς του μηχανισμούς.

Ισοβίως ασχολήθηκα με τα ψεύδη και τις δολιότητες της συνείδησης. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ένας άνθρωπος εννοεί πράγματι αυτό που λέει, ή ότι αισθάνεται πράγματι αυτό που αισθάνεται. Η συνείδηση δεν έχει ουδεμία σχέση με την ευθύτητα. Παντού παρατηρούμε παρελκυστικές κινήσεις, ανεπαίσθητους μαγνητισμούς, ψυχικά μασκαρέματα.

Edward Burne-Jones, Pygmalion and the Image: The Heart Desires (1875–78)

«Oι επιθυμίες μοιάζουν μολοσσοί δεμένοι με κλωστή»

Το κακό είναι η πολύτιμη μαγιά της κοινωνικής ζωής. Με το καλό, ψωμί δε φουρνίζεται. Φυσικά δεν μιλάω για τον φόνο — δεν είμαι εγκληματίας... Το μόνο που με συναρπάζει είναι η άρνηση στις άπειρες μεταμορφώσεις της. Το παιδί, όπως λέει ο Πλάτων, δεν μπορεί να διαλέξει. Του λες θες αυτό ή εκείνο, και φυσικότατα καταργεί τη διάζευξη για να πάρει και τα δύο. Η ανθρώπινη επιθυμία είναι ανήθικη. Γι’ αυτό κάθε ηθική θεωρία, το πρώτο — και το τελευταίο — που κάνει είναι να παιδαγωγήσει τις επιθυμίες. 

Για έναν γραφιά όμως που δεν ενδιαφέρεται μόνο για το δέον (τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι) αλλά και για το είναι (τι κάνουν οι άνθρωποι), ανοίγεται μέγας αγρός αν προσηλωθεί στο είναι. Σε όλα τα γλυκά όνειρα του ατόμου διαπράττονται εγκλήματα. Έμπρακτα, πλασματικά, κατά φαντασίαν κάθε άτομο θα πρέπει να υπερισχύσει για να συναντήσει τον εαυτό του. Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν άνθρωπο που να είναι «αποτυχημένος», «στερημένος», «ανήμπορος» και παραταύτα συνετός καί ευτυχής. Παντού η προσωπική ικανοποίηση συνοδεύεται από δύναμη — πραγματική ή πλασματική. Ακόμα και ο ζήτουλας πρέπει να είναι καπετάν-ένας για να νιώθει καλά.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, 
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 61-66)

Fiódor Dostoiévski


«Ένιωθα πάντα σαν καρικατούρα του Ντοστογιέφσκι...»

«Ήταν κακός, ζηλόφθονος, διεφθαρμένος, όλη του τη ζωή την πέρασε μέσα σε τέτοια πάθη, που θα τον έκαναν αξιολύπητο, θα τον έκαναν γελοίο, αν δεν ήταν μαζί με αυτά και τόσο έξυπνος»
Νικολάι Στράχοφ για τον Ντοστογιέφσκι

«Μόνο βαθιά αρρστημένοι στο πνεύμα άνθρωποι θα ήταν σε θέση να νιώσουν τον πραγματικό Ντοστογιέφσκι».

S. D. Mirsky
Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται. Μόνο με τον θάνατο της μάνας μου ένιωσα ικανός να γράψω για τον Ντοστογιέφσκι. Και η δουλειά ήταν πολλή. Η φιλολογική φασίνα μου φάνηκε εξαντλητική, τα περισσότερα πράγματα είχαν ειπωθεί, χώρια που δεν ήξερα να συνδέσω το βιβλίο με τη «μέσα» μου ιστορία.


Κι όμως! Τη λύση τη βρήκα στον Γκολιάτκιν. Αυτός ήταν ο άνθρωπός μου.Ένιωθα πάντα σαν καρικατούρα του Ντοστογιέφσκι, μάλιστα έβρισκα ότι τα πρόσωπά του - τα πρωτεύοντα αλλά κυρίως τα δευτερεύοντα - είναι όλα ξεσηκωμένα από μένα.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, 
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 68, 84)