Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Το Όμορφο Κορίτσι της Αμάσειας και ο θρύλος της Σπηλιάς του Καθρέφτη


Photo made by notebooklm.google.com
_________

«Güzelce Kız», η ομορφιά που δεν χωρούσε στον κόσμο

Λένε οι παλιοί στην Αμάσεια — και το λένε από γενιά σε γενιά, σαν να το ’χουν δει με τα μάτια τους — πως κάποτε, σε εκείνη την πανάρχαια πόλη που στέκεται ανάμεσα στα βράχια και τον ποταμό, ο βασιλιάς είχε μια κόρη. Μια κόρη που ήταν τόσο όμορφη, που η ομορφιά της ήταν κάτι παραπάνω από ανθρώπινη. Όποιος την αντίκριζε, έστω και για μια στιγμή, έμενε άφωνος, σαν κεραυνός να του είχε κόψει τη γλώσσα και τα πόδια. Γι’ αυτό, από πολύ μικρή, της φόρεσαν στο πρόσωπο ένα πέπλο, λεπτό σαν πρωινή ομίχλη, και ποτέ δεν το έβγαλε. Ούτε στον ήλιο, ούτε στη βροχή, ούτε στον ύπνο — λέει ο θρύλος.

Μια μέρα, ο βασιλιάς αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να παντρέψει την κόρη του. Έστειλε αγγελιοφόρους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, στα βασίλεια και στα χωριά, στις πόλεις και στις στέπες: 

— «Όποιος σηκώσει το πέπλο της κόρης του βασιλιά, την αντικρίσει κατάματα και μείνει όρθιος, αυτός θα την πάρει για γυναίκα του.»

Και ήρθαν. Κύμα το κύμα, ήρθαν από παντού.

Πρίγκιπες με χρυσά καλύμματα στα κεφάλια τους, γιοι βεζίρηδων που ποτέ δεν είχαν γνωρίσει φόβο, πολεμιστές που είχαν αντιμετωπίσει στρατούς ολόκληρους, λόγιοι που νόμιζαν πως η γνώση τους προστάτευε από τα πάντα. Όλοι τους εμπιστεύονταν τη νεότητά τους, τη δύναμή τους, την καρδιά τους. Κι όλους τους, έναν έναν, η κεντρική πλατεία της Αμάσειας τους κατάπινε.


Photo made by notebooklm.google.com
__________

Η Όμορφη Κοπέλα καθόταν εκεί, σιωπηλή, με το πέπλο της να κυματίζει ελαφρά στον αέρα. Κι εκείνοι οι γεμάτοι αυτοπεποίθηση νέοι, μόλις πλησίαζαν, τα χέρια τους άρχιζαν να τρέμουν σαν φύλλα. Τα γόνατά τους λύγιζαν πριν καν αγγίξουν το πέπλο. Κάποιοι γύριζαν πίσω αθόρυβα, ντροπιασμένοι. Άλλοι έμεναν εκεί πετρωμένοι, ανίκανοι να κουνηθούν. Οι μέρες περνούσαν, και η πλατεία γέμιζε και άδειαζε, και κανείς δεν είχε καταφέρει τίποτα.

Έπειτα ήρθε εκείνος. Κανείς δεν ξέρει από πού. Λένε ότι ήταν φτωχός, χωρίς στέμμα, χωρίς στρατό, χωρίς τίτλο. Αλλά γενναίος με τον τρόπο που μόνο οι αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι είναι γενναίοι. Κι ήταν όμορφος, όχι με τη στολή ή τα κοσμήματα, αλλά από μέσα, με κάποιο φως που έβγαινε από τα μάτια του.

Ζήτησε άδεια και πλησίασε τον θρόνο.

— «Κι εγώ θέλω να δοκιμάσω την τύχη μου.»

Τα πλήθη στάθηκαν. Ακόμα και ο αέρας φάνηκε να κρατάει την ανάσα του. Εκείνος άπλωσε το χέρι, σταθερό, χωρίς τρεμούλα, και σήκωσε το πέπλο.

Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να περιγράψει τι είδε. Λένε πως ήταν σαν να έπεσε κεραυνός εκεί που δεν υπήρχαν σύννεφα. Μια λάμψη τυφλωτική, μια φλόγα που δεν έκαιγε αλλά κατέκλυζε τα πάντα, ένα ηλεκτρικό κύμα που σάρωσε την πλατεία. Οι άνθρωποι έπεσαν στο έδαφος κρύβοντας τα μάτια τους. Παιδιά έκλαψαν. Γυναίκες φώναξαν. Γέροι έψαλαν προσευχές. Κι έπειτα…σιωπή. Μια σιωπή βαριά, ατελείωτη, σαν να είχε ο κόσμος σταματήσει να αναπνέει.

Όταν τόλμησαν να κοιτάξουν, δεν βρήκαν σώματα, αλλά δύο μορφές από στάχτη. Έγιναν κάρβουνο για να μείνουν αχώριστοι, δεμένοι σε έναν αιώνιο ύπνο που καμία ανθρώπινη λογική δεν θα μπορούσε να μετρήσει.

Τους έθαψαν μαζί, κοντά στους αμπελώνες και τους κήπους έξω από την πόλη, μέσα σε έναν πέτρινο τάφο. Δύο ξεχωριστοί θάλαμοι, δύο ψυχές που ενώθηκαν μόνο στη στάχτη.

Και τότε έγινε το παράξενο.

Ο πέτρινος τάφος άρχισε να λάμπει. Στον ήλιο του πρωινού, στο φως του απογεύματος, στο χρυσό της δύσης. Ο τάφος έλαμπε, όπως έλαμπε κάποτε το πρόσωπο της Όμορφης Κοπέλας, σαν να είχε εγκλωβιστεί μέσα στην πέτρα κάτι από εκείνη τη φωτιά. Κι έτσι, οι άνθρωποι της Αμάσειας άρχισαν να την αποκαλούν «Aynalı Mağara» — «Η Σπηλιά του Καθρέφτη».

Λένε οι παλιοί πως ακόμα και σήμερα, σε ορισμένες ώρες της μέρας, αν σταθείς μπροστά της και κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις ένα φως που δεν μοιάζει με κανένα άλλο φως. Δεν είναι ο ήλιος. Δεν είναι η πέτρα.

Είναι, λένε, η ομορφιά που δεν χωρούσε στον κόσμο.​​​​​​​​​​​​​​​​



Photo made by notebooklm.google.com
___________


Η ιστορία και τα αρχετυπικά μοτίβα της

Η ιστορία είναι πλούσια σε αρχετυπικά μοτίβα. 

  • Η αδύνατη πρόκληση 

Ένας από τους πιο κλασικούς μηχανισμούς του παραμυθιού: ο βασιλιάς θέτει έναν αδύνατο όρο για να κερδίσει κανείς την κόρη του. 

  • Η κρυμμένη ομορφιά 

Το πέπλο δεν είναι απλώς ένδυμα, είναι σύμβολο, ένας διαρκής περιορισμός που  ακολουθούσε την κοπέλα σε κάθε στιγμή της ζωής της και παράλληλα ένα απαραίτητο προστατευτικό φράγμα, μια ασπίδα που της επέτρεπε να συνυπάρχει με τον κόσμο. 

Στη Σαΐδα της Αιγύπτου υπήρχε ένα διάσημο άγαλμα της Ίσιδας με την επιγραφή:

«Εγώ είμαι το παν όσα ήταν, όσα είναι και όσα θα είναι και κανένας θνητός δεν έχει σηκώσει ακόμα το πέπλο μου.»

Το πέπλο της Ίσιδας αντιπροσωπεύει τα μυστικά της φύσης και του σύμπαντο, την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα. Η γνώση αυτή είναι απαγορευμένη, ή τουλάχιστον απρόσιτη, στους απλούς θνητούς. Μόνο ο μυημένος, αυτός που έχει περάσει δοκιμασίες, μπορεί να πλησιάσει.

Και στις δύο περιπτώσεις, το πέπλο είναι το όριο ανάμεσα στον κόσμο των θνητών και σε κάτι υπερβατικό. Η Ίσιδα κρύβει την αλήθεια του σύμπαντος. Η Όμορφη Κοπέλα κρύβει μια ομορφιά που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια. 

Η Ίσιδα είναι η Φύση η ίδια, το αιώνιο θηλυκό που κρατά την αλήθεια. Η Όμορφη Κοπέλα λειτουργεί αλληγορικά με τον ίδιο τρόπο: δεν είναι απλώς μια γυναίκα, είναι η ενσάρκωση κάποιου υπερβατικού, η ομορφιά ως αρχή του κόσμου, κάτι ιερό που τυχαία πήρε ανθρώπινη μορφή.

Στον μύθο της Ίσιδας, κανείς θνητός δεν έχει σηκώσει το πέπλο και αυτό είναι αλληγορία για τη μόνιμη ανθρώπινη αδυναμία να κατανοήσει πλήρως τη φύση. Στον θρύλο της Αμάσειας, όλοι οι ισχυροί αποτυγχάνουν να σηκώσουν το πέπλο. Και όταν τελικά σηκωθεί η αποκάλυψη είναι καταστροφική. 

Ο φτωχός νέος της Αμάσειας είναι, με αλληγορική ανάγνωση, αυτός που τολμά να αναζητήσει την αλήθεια χωρίς προστασία, χωρίς μύηση, χωρίς τα εργαλεία που χρειάζεται. Στις μυστηριακές παραδόσεις που εμπνέονταν από την Ίσιδα, η ακατάλληλη ή πρόωρη μύηση ήταν επικίνδυνη. Ο μυούμενος μπορούσε να καταστραφεί από αυτό που αντίκριζε.

Και στις δύο ιστορίες κρύβεται η ίδια φιλοσοφική πεποίθηση:

Υπάρχει μια αλήθεια, μια ομορφιά, μια γνώση τόσο απόλυτη, που η επαφή μαζί της δεν αφήνει τον θνητό άθικτο. Η Ίσιδα το εκφράζει κοσμολογικά: η φύση δεν αποκαλύπτεται ποτέ πλήρως. Η Όμορφη Κοπέλα το εκφράζει ποιητικά: η απόλυτη ομορφιά καίει αυτόν που την αγγίζει.


Auguste Puttemans, Isis. Από το 1939 βρίσκεται
στον Εθνικό Ιστορικό Χώρο Herbert Hoover στο West Branch της Αϊόβα
___________


  • Ο φτωχός αλλά γενναίος ήρωας 

Ο νέος χωρίς τίτλο και πλούτη που τα καταφέρνει εκεί που οι ισχυροί αποτυγχάνουν. Κλασικότατο μοτίβο: η αξία δεν μετριέται με την κοινωνική θέση, αλλά με κάτι εσωτερικό, άρρητο.

  • Η υπερφυσική τιμωρία / η ομορφιά που σκοτώνει

Αυτό είναι το πιο σκοτεινό και ενδιαφέρον στοιχείο. Η ομορφιά εδώ δεν ανταμείβει, καταστρέφει. Η υπερβολική ομορφιά, ισοδύναμη με το ιερό, είναι απαγορευμένη στους θνητούς. Θυμίζει το μοτίβο της Μέδουσας,της Σεμέλης αλλά και τον βιβλικό Θεό που κανείς δεν μπορεί να δει κατάματα και να ζήσει. Αυτό που συνδέει όλες αυτές τις ιστορίες είναι μια βαθιά ανθρώπινη πεποίθηση: το υπερβολικό — είτε είναι ομορφιά, είτε αγάπη, είτε ιερότητα — δεν χωράει στα ανθρώπινα μέτρα. Όποιος το πλησιάσει, καίγεται. Κι αυτή η φωτιά είναι ταυτόχρονα καταστροφή και δόξα.​​​​​​​​​​​​​​​​

Το βλέμμα της Μέδουσας πετρώνει, με τον ίδιο τρόπο που η ομορφιά της κοπέλας παραλύει: κανείς δεν μπορεί να την αντικρίσει και να ζήσει. Ακόμα κι εδώ υπάρχει η λογική του «πέπλου»: ο Περσέας τη νικά μόνο κοιτώντας την αντανάκλασή της στην ασπίδα.

Η Σεμέλη ζητά από τον Δία να της αποκαλυφθεί στην πραγματική του μορφή. Εκείνος της προειδοποιεί. Εκείνη επιμένει. Η θεϊκή λάμψη την αποτεφρώνει. Η υπερβολική αποκάλυψη του ιερού είναι θανατηφόρα.


Dosso Dossi, Σεμέλη και Δίας, περ. 1525, λάδι σε μουσαμά. Ιδιωτική Συλλογή
___________

Ο Μωυσής είπε: «Δείξε μου τη δόξα σου».

Και ο Κύριος απάντησε: «Θα περάσω με όλη τη μεγαλοπρέπειά μου μπροστά σου και θα πω το όνομά μου μπροστά σου: “Κύριος”. Θα συγχωρώ εκείνον που θέλω να συγχωρήσω και θα σπλαχνίζομαι εκείνον που θέλω να σπλαχνιστώ. Δε θα μπορέσεις όμως», του λέει, «να δεις το πρόσωπό μου, γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να με δει και να μείνει ζωντανός». Μετά πρόσθεσε ο Κύριος: «Να μια θέση κοντά μου. Στάσου πάνω στο βράχο. Και όταν θα διαβαίνω μέσα στη δόξα της παρουσίας μου, θα σε βάλω στη σχισμή του βράχου, και θα σε σκεπάσω με το χέρι μου ώσπου να περάσω. Μετά θα πάρω το χέρι μου και θα δεις τα νώτα μου· το πρόσωπό μου όμως δεν θα το δεις».

Έξοδος 33, 18-23

Αυτό που κάνει την ιστορία εκπληκτικά ποιητική είναι η εικόνα: ο Θεός κρύβει τον Μωυσή στη σχισμή του βράχου σαν να τον προστατεύει από μια καταιγίδα φωτός, και του επιτρέπει να δει μόνο την πλάτη, το «μετά» της θεϊκής παρουσίας, σαν να βλέπεις το ίχνος μιας αστραπής αφού έχει ήδη περάσει. Η πλήρης αποκάλυψη του θείου προσώπου είναι θανατηφόρα από την ίδια τη φύση του ιερού: είναι πάρα πολύ για να το αντέξει η θνητή ύπαρξη.


Richard Mcbee, Ο Μωυσής στη σχισμή του βράχου καθώς ο Θεός περνάει
___________
 

  • Η μεταμόρφωση ως τέλος

Οι δύο νέοι δεν πεθαίνουν απλώς, μετατρέπονται. Το κάρβουνο, ο λαμπερός τάφος, η Σπηλιά του Καθρέφτη: η ιστορία αρνείται να τελειώσει με απλό θάνατο. Κάτι διατηρείται, κάτι συνεχίζεται.

  • Ο αιτιολογικός θρύλος 

Ο θρύλος εξηγεί γιατί ένα μέρος έχει το όνομα ή τον χαρακτήρα που έχει. Αυτό είναι χαρακτηριστικό των τοπικών θρύλων ειδικότερα: η ιστορία γίνεται «απόδειξη» μιας πραγματικής γεωγραφίας. Η Σπηλιά του Καθρέφτη υπάρχει, άρα ο θρύλος «αληθεύει».

  • Το ζεύγος που ενώνεται στον θάνατο

Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Φερχάτ και Σιρίν, Λαΐλα και Μετζνούν, Τριστάνος και Ιζόλδη:  η λαϊκή φαντασία επανέρχεται αδιάκοπα σε αυτή την εικόνα: δύο ψυχές που ο κόσμος χώριζε και ο θάνατος ένωσε. Ο τάφος με τους δύο ξεχωριστούς θαλάμους είναι μια ανατριχιαστικά ποιητική εικόνα αυτής της παράδοσης, όπως τα δύο τριαντάφυλλα που ανθίζουν στους τάφους του Φερχάτ και της Σιρίν, επίσης στην Αμάσεια. Όπως το αγιόκλημα που φυτρώνει στον τάφο του Τριστάνου και πλέκεται με κείνο που μεγαλώνει στον τάφο της Ιζόλδης. 


Rogelio de Egusquiza, Tristan and Isolt, 1910
Bilbao Fine Arts Museum
__________

Αυτό που κάνει τον συγκεκριμένο θρύλο ιδιαίτερο είναι ότι ανατρέπει την παραμυθιακή λογική: ο γενναίος ήρωας δεν κερδίζει, χάνεται μαζί με την πριγκίπισσα. Δεν υπάρχει happy end. Κι αυτό τον κάνει να μοιάζει πιο αρχαίος, πιο τραγικός, πιο αληθινός.​​​​​​​​​​​​​​​​


Edmond Guillaume, Όψη του αρχαίου τάφου λαξευμένου στο βράχο,
γνωστού ως Aynalı Mağara («Σπηλιά του Καθρέφτη»), 1872
____________


Μύθος και πραγματικότητα

Στην πραγματικότητα, «Η Σπηλιά του Καθρέφτη» βρίσκεται περίπου 3,3 χλμ. από το κέντρο της Αμάσειας, στο δρόμο προς την πόλη Ζιαρέτ. Είναι ένας από τους ονομαζόμενους «Τάφους των Βασιλέων του Πόντου», ο καλύτερα διατηρημένος και πληρέστερος βραχώδης τάφος στην Αμάσεια, που χρονολογείται από την ελληνιστική περίοδο. Πιστεύεται ότι είναι αφιερωμένος στον Θες, έναν μιθραϊκό ιερέα που έζησε στην Αμάσεια τον 2ο αιώνα π.Χ. Το εξωτερικό του σπηλαίου είναι γυαλισμένο με επιδέξια λιθοδομή, με αποτέλεσμα, αντανακλώντας το ηλιακό φως, να λάμπει σαν καθρέφτης· εξ ου και το όνομά του.

Ο ταφικός θάλαμος χωρίζεται από τον βράχο από μια στοά σε σχήμα U λαξευμένη στο βράχο. Στην επιφάνεια πάνω από τη στενή ορθογώνια πόρτα εισόδου, ψηλά πάνω από το έδαφος, υπάρχει ελληνική επιγραφή «Μεγάλος Ιερέας Θες» σε τρεις γραμμές. Ίχνη επιγραφής υπάρχουν επίσης κάτω από την πόρτα, αν και είναι ξεθωριασμένα. Μέσα στο σπήλαιο, υπάρχουν δύο θάλαμοι, ένας ορθογώνιος και ο άλλος τετράγωνος. Ο ορθογώνιος είναι ο κύριος ταφικός θάλαμος. 


Τοιχογραφία από τον τετράγωνο θάλαμο 
στο εσωτερικό του «Σπηλαίου του Καθρέφτη»
__________


Στον τετράγωνο θάλαμο, υπάρχουν πολύχρωμες τοιχογραφίες, πιθανώς φιλοτεχνημένες από τους Βυζαντινούς τον 11ο αιώνα. Στο θολωτό τμήμα, υπάρχουν απεικονίσεις των δώδεκα αποστόλων, έξι δεξιά και έξι αριστερά. Στο βόρειο και νότιο τοίχο, υπάρχουν αρκετές ανδρικές και γυναικείες μορφές. Στην ανατολική πρόσοψη, υπάρχει μια σύνθεση Δέησης που αποτελείται από τον Ιησού, τη Μαρία και τον Ιωάννη. Λέγεται ότι ένας από τους δώδεκα αποστόλους του Ιησού διέδωσε τον Χριστιανισμό σε αυτό το σπήλαιο.





Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Φερχάτ και Σιρίν, Ρωμαίος και Ιουλιέτα της Αμάσειας


Περσική μικρογραφία από το διάσημο έπος «Xusraw u Šīrīn» του 
Ο Χοσρόης συναντά για πρώτη φορά την Σιρίν να λούζει τα μαλλιά της, 
ένα από τα πλέον αναπαραγόμενα μοτίβα στην περσική τέχνη.
_____________


Φερχάτ και Σιρίν - Χουσρέβ και Σιρίν

Ο θρύλος του Φερχάτ και της Σιρίν είναι η ανατολίτικη εκδοχή του «Xusraw u Šīrīn» («Χουσρέβ και Σιρίν»), της διάσημης τραγικής ιστορίας αγάπης του Πέρση ποιητή Nizâmî-i Gencevi (1141–1209). Πρόκειται για μια ιστορία βασισμένη στον ταραχώδη έρωτα ανάμεσα στον Σασσανίδη πρίγκιπα (και μετέπειτα βασιλιά) της Περσίας, Χοσρόη Β' (570 - 628 μ.Χ), και την πριγκίπισσα της Αρμενίας (ή του Καυκάσου), Σιρίν. Αποτελεί το δεύτερο ποίημα της περίφημης συλλογής του Nizâmî, γνωστής ως Πεντάδα (Khamsa), και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους αισθηματικούς επικούς μύθους της Ανατολής.

Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν την ερωμένη του Χοσρόη Σιρίν, μόνο σε λίγες γραμμές. Ωστόσο, για αιώνες, επικά ποιήματα γράφονταν από λογοτεχνικές προσωπικότητες για τους δυο εραστές και την ιστορία αγάπης τους και αυτό το θέμα, το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές στον ιρανικό και τουρκικό πολιτισμό, μετατράπηκε από τον Ali Şir Nevai στην ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν. 

Αλλά πριν πάμε στο ερωτευμένο ζευγάρι της Αμάσειας, ας δούμε σε ελεύθερη απόδοση, την υπόθεση του έπους «Xusraw u Šīrīn» (Χουσρέβ και Σιρίν) του Nizâmî, που γράφτηκε τον 12ο αιώνα και αποτελεί το πρότυπο για όλα τα μεταγενέστερα έργα του είδους:

Ένα εικονογραφημένο χαλί από την νοτιοανατολική Περσία, περίπου 1870.
Απεικονίζει την ιστορία του Χουσρέβ και της Σιρίν.
____________

 

 Χουσρέβ και Σιρίν, ένα περσικό τραγούδι αγάπης

Πριν ακόμα γνωρίσει τη γυναίκα που θα τον έκαιγε σαν φωτιά, ο Χουσρέβ την είδε στον ύπνο του. Ήταν γιος του βασιλιά Χορμίζδ, γεννημένος από προσευχές και μεγαλωμένος μέσα στη λάμψη της εξουσίας, όμορφος, δυνατός, αλαζονικός με τον τρόπο εκείνων που δεν έχουν ακόμα πονέσει. 


Μια νύχτα, ύστερα από καβγά με τον πατέρα του, τον επισκέφθηκε στον ύπνο ο παππούς του, ο παλιός βασιλιάς, και του υποσχέθηκε τέσσερα δώρα: μια σύντροφο απαράμιλλης ομορφιάς, ένα άλογο γρηγορότερο από τον άνεμο, έναν λαμπρό θρόνο, και έναν μουσικό που θα έκανε τις πέτρες να κλαίνε. Το πρώτο δώρο ήταν η Σιρίν.


Ο Σαπούρ, ο έμπιστος φίλος του Χουσρέβ, ήταν ζωγράφος, από εκείνους που βλέπουν τον κόσμο πιο καθαρά από τους υπόλοιπους. Ταξίδεψε στην Αρμενία, εκεί που κυβερνούσε η σοφή Μεχινμπανού, και εκεί αντίκρισε την ανιψιά της, τη Σιρίν.


Γύρισε στον Χουσρέβ και δεν είπε λέξη. Άνοιξε απλώς το σκίτσο του. Ο Χουσρέβ κοίταξε και ερωτεύτηκε μια γυναίκα που δεν είχε δει ποτέ του, μια γυναίκα ζωγραφισμένη με μελάνι πάνω σε χαρτί.


Ο Σαπούρ ταξίδεψε ξανά στην Αρμενία. Αυτή τη φορά έφερε μαζί του πορτρέτα του Χουσρέβ, τα οποία άφηνε εδώ κι εκεί, κρεμασμένα σε δέντρα, στηριγμένα σε βράχους, στα μονοπάτια που περπατούσε η Σιρίν. Εκείνη τα έβρισκε ένα-ένα και τα κομμάτια της καρδιάς της που δεν ήξερε ακόμα ότι ήταν έτοιμη, άρχισαν να ενώνονται γύρω από αυτή την άγνωστη μορφή, σαν το φως που επιστρέφει στην πηγή του, μετατρέποντας την απλή περιέργεια σε μια φλόγα που έκαιγε τα σωθικά της πριν καν προφέρει το όνομά του.


Έτσι άρχισαν όλα: δύο άνθρωποι ερωτευμένοι με σκιές, εικόνες, υποσχέσεις χαραγμένες σε μελάνι. Κι έτσι ίσως έπρεπε να είχε τελειώσει: στο φάσμα του ονείρου, όπου τίποτα δεν πληγώνει.



Η Shirin βλέπει ένα πορτρέτο του Khusraw. 
Σελίδα από ένα χειρόγραφο της Khamsa του Nizami
Μουσείο Τέχνης της Κομητείας του Λος Άντζελες
___________


Ξεκίνησαν και οι δύο να βρουν ο ένας τον άλλον. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν μια φορά και δεν αναγνωρίστηκαν. Η τύχη, που άλλοτε φέρνει κοντά και άλλοτε χωρίζει, εκείνη τη στιγμή γέλασε σιωπηλά και συνέχισε το δρόμο της.


Η εξουσία έχει τη δική της λογική, σκληρή και κρύα σαν μάρμαρο. Ο Χουσρέβ έχασε τον θρόνο του και χρειάστηκε στρατό. Ταξίδεψε στο Βυζάντιο, στην αυλή του αυτοκράτορα, κι εκεί έκανε αυτό που κάνουν οι βασιλιάδες όταν έχουν ανάγκη: παντρεύτηκε την κόρη του, τη Μαρία, για να αγοράσει με γάμο αυτό που δεν μπορούσε να αγοράσει με χρυσό.


Η Σιρίν έμαθε τα νέα. Δεν έκλαψε ή τουλάχιστον δεν άφησε κανέναν να το δει. Έμεινε ακλόνητη, σαν τα βουνά της Αρμενίας, κι αρνήθηκε να κάνει αυτό που της πρότεινε ο Χουσρέβ: να έρθει κρυφά, παράνομα, σαν μυστικό που ντρέπεσαι να ονομάσεις.


— Ή θα με τιμήσεις ή δεν θα με έχεις, του είπε, και κάθε λέξη ήταν βαρύτερη από πέτρα.


Τότε ήταν, που στα βουνά ανάμεσα εμφανίστηκε ο Φερχάτ. Ήταν λιθοξόος, από εκείνους τους ανθρώπους που γνωρίζουν τη μυστική γλώσσα των βράχων, που ξέρουν πού χτυπάς για να σπάσει η πέτρα και πού για να μείνει ακέραιη. Αγάπησε τη Σιρίν, με εκείνη την ολοκληρωτική, άμυαλη, τρομακτική αγάπη, που αφήνει τον άνθρωπο χωρίς προφύλαξη.


Ο Χουσρέβ, που δεν γνώριζε γενναιοδωρία όταν τον καταλάμβανε η ζήλια, του έβαλε δοκιμασία: να τρυπήσει ένα ολόκληρο βουνό. Ο Φερχάτ σήκωσε την αξίνα και χτύπησε.


Χτυπούσε μέρα, χτυπούσε νύχτα, χτυπούσε με μια επιμονή που τρόμαξε ακόμα και τους θεούς. Οι βράχοι έπεφταν. Το βουνό υποχωρούσε. Και καθώς ο Φερχάτ πλησίαζε στο τέλος, ο Χουσρέβ κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο απλός λαξευτής, ήταν ίσως ο μόνος που αγαπούσε τη Σιρίν όπως της άξιζε να αγαπηθεί. Κι αυτό ακριβώς τον τρόμαξε.


Έστειλε μια γυναίκα στο βουνό, μ’ ένα ψέμα να το μεταφέρει στον Φερχάτ: 


— Η Σιρίν πέθανε! Δεν ζει πια! 


Ο Φερχάτ δεν είχε λόγο να συνεχίσει να χτυπά. Πέταξε την αξίνα ψηλά και την άφησε να τον χτυπήσει θανάσιμα. 


Τα χρόνια κύλησαν με τον τρόπο που κυλούν όταν κουβαλάς βάρος: αργά και σκληρά.


Η Μάρυαμ πέθανε. Ο Χουσρέβ περιπλανήθηκε, χάθηκε, βρέθηκε, χάθηκε ξανά. Πέρασε από έναν ακόμα γάμο με μια γυναίκα που τον έκανε να νιώσει πόσο άδεια μπορεί να είναι η ευτυχία χωρίς νόημα. Κι έτσι, τελικά, κατάλαβε.


Επέστρεψε στη Σιρίν. Την παντρεύτηκε, γιατί επιτέλους κατάλαβε ότι αυτή ήταν η μόνη επιλογή που μετρούσε. Κάτω από την επιρροή της, ο Χουσρέβ άρχισε να αλλάζει. Στράφηκε στις επιστήμες, στην πνευματικότητα, στη δικαιοσύνη κι έγινε ο βασιλιάς που θα μπορούσε πάντα να είναι, αν η αγάπη τον είχε βρει νωρίτερα.



Hatefi (1454–1521), Khusrau and Shirin 
Metropolitan Museum of Art
__________


Για λίγο, η ιστορία φάνηκε να τελειώνει καλά. Μα οι ιστορίες που τελειώνουν καλά δεν είναι αυτές που θυμάται ο κόσμος. Ο Σιρούγιε ήταν γιος του Χουσρέβ από τη Μαρία, ένας νέος με σκοτεινές επιθυμίες και ακόμα σκοτεινότερες φιλοδοξίες. Ανέτρεψε τον πατέρα του, τον έριξε στη φυλακή, και τελικά τον δολοφόνησε για τον θρόνο, αλλά και για τη Σιρίν. Γιατί και αυτός την ήθελε.


Η Σιρίν δέχτηκε να μπει στο μνημείο του Χουσρέβ για να τον αποχαιρετήσει. Μπήκε ήρεμη, με βήμα σταθερό, σαν γυναίκα που ξέρει ακριβώς τι κάνει. Γονάτισε δίπλα στο φέρετρό του. Και εκεί, στη σιωπή του τάφου, με το χέρι στο στήθος της, έκλεισε την ιστορία της μαζί με την ιστορία του.


Ο Σιρούγιε βρήκε την πόρτα κλειστή. Και πίσω από αυτήν, δύο ανθρώπους επιτέλους ενωμένους, εκεί που καμία εξουσία δεν φτάνει.


Ο Νιζαμί γνώριζε κάτι που ξέρουν όλοι οι μεγάλοι αφηγητές: η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι δοκιμασία. Είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπεις ποιος είσαι αλήθεια,  όχι ποιος νομίζεις ότι είσαι.


Ο Χουσρέβ χρειάστηκε χρόνια για να περάσει τη δοκιμασία αυτή. Η Σιρίν την πέρασε με την πρώτη. Κι ο Φερχάτ; Ο Φερχάτ δεν χρειάστηκε καν να δοκιμαστεί, γιατί εκείνος ήταν ήδη ολόκληρος, ήδη έτοιμος, ήδη άξιος. Κι αυτό ακριβώς ήταν η τραγωδία του.​​​​​​​​​​​​​​​​



«Η Δολοφονία του Khusrau Parviz»
Το έργο αποδίδεται στον  Abd al-Samad, περ. 1535.
Metropolitan Museum of Art
___________


Μύθος και πραγματικότητα

Το έργο του Nizâmî-i Gencevi, αν και αποτελεί μια ρομαντική μυθοπλασία, πατάει γερά πάνω σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα της ύστερης περιόδου της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών (6ος-7ος αι. μ.Χ.), εστιάζοντας στη ζωή του βασιλιά Χοσρόη Β' (Khosrow II Parviz). Η σχέση του μύθου με την ιστορία εντοπίζεται στα εξής σημεία:

  • Ο Χοσρόης Β' και η Εξορία του
Η αρχή του ποιήματος αντικατοπτρίζει την ιστορική πραγματικότητα της ανόδου του Χοσρόη στο θρόνο. Το 590 μ.Χ., ο πατέρας του, Χορμίσδας Δ', ανατράπηκε και ο Χοσρόης αναγκάστηκε να καταφύγει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία για να ζητήσει βοήθεια από τον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο. Στον Νιζαμί, αυτή η περίοδος εξορίας χρησιμοποιείται ως το σκηνικό όπου αναπτύσσεται ο έρωτάς του για τη Σιρίν. 
  • Το Πρόσωπο της Σιρίν
Η Σιρίν ήταν ιστορικό πρόσωπο, η αγαπημένη σύζυγος του Χοσρόη Β'.  Ήταν Χριστιανή, κάτι που αναφέρεται τόσο στις ιστορικές πηγές όσο και στο ποίημα. Η ιστορική Σιρίν φέρεται να επηρέασε τον Χοσρόη ώστε να δείξει ανοχή προς τους Χριστιανούς υπηκόους του.
Ενώ ο Νιζαμί την παρουσιάζει ως πριγκίπισσα από την Αρμενία, ιστορικές πηγές (όπως συριακά χρονικά) υποδηλώνουν ότι μπορεί να καταγόταν από την περιοχή του Κτησιφώντα ή το Χουζιστάν. 
  • Γάμοι πολιτικών συμφερόντων και η «Μαρία»
Στο ποίημα, ο Χοσρόης παντρεύεται τη Μαρία, κόρη του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μαυρίκιου, για να εξασφαλίσει στρατιωτική υποστήριξη. Αν και η ύπαρξη της Μαρίας αμφισβητείται από κάποιους σύγχρονους ιστορικούς (συχνά θεωρείται λογοτεχνικό εφεύρημα), η συμμαχία του Χοσρόη με το Βυζάντιο εναντίον του σφετεριστή Μπαχράμ Τσομπίν είναι απόλυτα τεκμηριωμένη. 
  • Το Τραγικό Τέλος
Ο θάνατος του Χοσρόη στο ποίημα από το χέρι του γιου του, Σιρόη (Kavad II), ακολουθεί την ιστορική αλήθεια της συνωμοσίας του 628 μ.Χ., που οδήγησε στη δολοφονία του βασιλιά και σηματοδότησε την αρχή της παρακμής της δυναστείας. Η αυτοκτονία της Σιρίν πάνω στο μνήμα του, ωστόσο, αποτελεί την ποιητική εξιδανίκευση του Νιζαμί. 
  • Ο Φερχάτ: Μύθος ή Πραγματικότητα;
Αντίθετα με τον Χοσρόη και τη Σιρίν, ο Φερχάτ θεωρείται κατά βάση μυθολογικός χαρακτήρας. Ωστόσο, η σύνδεσή του με το Όρος Μπεχιστούν (Behistun) εδράζεται στα εντυπωσιακά σασσανιδικά ανάγλυφα που υπάρχουν εκεί, τα οποία οι μεταγενέστεροι Πέρσες απέδιδαν στον θρυλικό γλύπτη που λάξευσε το βράχο για χάρη της αγαπημένης του.


Μικρογραφία που απεικονίζει τη Σιρίν να βλέπει τον Φερχάτ που ανοίγει σήραγγα μέσα από το βουνό 
(Emir Khosrow-i Dehlavi, Khamsa, TSMK)
___________


Φερχάτ και Σιρίν - Χουσρέβ και Σιρίν: Δύο παραδόσεις, μια καρδιά!

  • Ο Πρωταγωνιστής
Η πιο θεμελιώδης διαφορά είναι ποιος βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας. Στον Νιζαμί, ο Χουσρέβ είναι ο ήρωας. Είναι πρίγκιπας, βασιλιάς, άνδρας εξουσίας που αγαπά ατελώς και μαθαίνει αργά. Ο Φερχάτ είναι δευτερεύων χαρακτήρας, ένα επεισόδιο στη ζωή άλλων. Στην τουρκική λαϊκή παράδοση, ο Φερχάτ γίνεται ο πρωταγωνιστής. Είναι ο τεχνίτης, ο απλός άνθρωπος, εκείνος που αγαπά με τα χέρια και με ολόκληρο το κορμί. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι τυχαία: είναι η λαϊκή παράδοση να διεκδικεί την ιστορία για τον κόσμο της.
  • Η Σιρίν
Στον Νιζαμί η Σιρίν είναι Αρμένισσα πριγκίπισσα, ανιψιά της βασίλισσας Μεχινμπανού. Είναι γυναίκα με βούληση, σταθερές αρχές και εσωτερικό βάθος. Είναι εκείνη που παίρνει την πρωτοβουλία να εγκαταλείψει το θρόνο και τη χώρα της για να αναζητήσει τον Χιουσρέβ. Επίσης, δεν διστάζει να νουθετήσει ή να επικρίνει τον Χουσρέβ, απαιτώντας από αυτόν να συμπεριφέρεται ως σωστός ηγεμόνας προτού διεκδικήσει τον έρωτά της. Στην τουρκική εκδοχή η Σιρίν παραμένει ανιψιά της Μεχμινέ Μπανού, αλλά ο χαρακτήρας της απλοποιείται: είναι περισσότερο αντικείμενο του έρωτα παρά υποκείμενό του, και η τραγική της πράξη στο τέλος γίνεται αντανάκλαση της αγάπης για τον Φερχάτ, όχι πολιτική και ηθική στάση.
  • Η Δοκιμασία του Βουνού
Και στις δύο εκδοχές ο Φερχάτ καλείται να τρυπήσει ένα βουνό. Μα η σημασία της δοκιμασίας διαφέρει. Στον Νιζαμί είναι πράξη ζηλοτυπίας του Χουσρέβ: ένας βασιλιάς που εκμεταλλεύεται την εξουσία του για να εξοντώσει έναν αντίπαλο που θεωρεί κατώτερό του. 
Στην τουρκική παράδοση η δοκιμασία αποκτά κοσμικές διαστάσεις: ο Φερχάτ δεν παλεύει μόνο με το βουνό αλλά με την αδικία, με τον κόσμο που εμποδίζει συστηματικά τον απλό άνθρωπο να κερδίσει αυτό που αξίζει. Η αξίνα γίνεται σύμβολο λαϊκής αντίστασης.
  • Το Ψέμα και ο Θάνατος
Και στις δύο εκδοχές ο Φερχάτ πεθαίνει εξαπατημένος. Του λένε ψευδώς ότι η Σιρίν πέθανε. Στον Νιζαμί ο Χουσρέβ είναι ο ηθικός υπαίτιος: αυτός στέλνει την απεσταλμένη, αυτός φέρει το βάρος της πράξης, και το αφήγημα το καταγράφει ως σκοτεινό σημάδι στον χαρακτήρα του. Στην τουρκική εκδοχή ο υπαίτιος είναι ο Χουσρέβ, γιος του Χουρμούζ Σαχ και η παραμάνα που αναλαμβάνει ενεργό ρόλο, τιμωρούμενη στο τέλος από το λιοντάρι. Η ηθική τιμωρία είναι πιο άμεση και λαϊκή: το κακό ανταποδίδεται ορατά.
  • Το Τέλος της Σιρίν
Εδώ η διαφορά είναι δραματικά σημαντική. Στον Νιζαμί η Σιρίν παντρεύεται τον Χουσρέβ, ζει μαζί του, τον μεταμορφώνει. Ο θάνατός της έρχεται αργά, ως πράξη αξιοπρέπειας απέναντι στον Σιρούγιε. Είναι ο θάνατος μιας γυναίκας που έζησε με πληρότητα. Στην τουρκική εκδοχή η Σιρίν δεν παντρεύεται ποτέ κανέναν. Πεθαίνει αμέσως μόλις μαθαίνει για τον Φερχάτ, πηδώντας από τον λόφο. Ο θάνατός της είναι ανταπόκριση, όχι επιλογή με πολιτικές διαστάσεις: είναι η καρδιά που σταματά γιατί δεν έχει λόγο να συνεχίσει.
  • Ο Επίλογος
Ο Νιζαμί τελειώνει με θεολογική διάσταση: η πτώση του Χουσρέβ συνδέεται με την αλαζονεία του απέναντι στον Προφήτη. Η ιστορία γίνεται ηθικό και πνευματικό μάθημα. Η τουρκική παράδοση τελειώνει με μια ποιητική εικόνα: δύο τριαντάφυλλα, ένα κόκκινο και ένα λευκό, που μεγαλώνουν σκύβοντας το ένα προς το άλλο, μα χωρίζονται για πάντα από έναν αγκαθωτό θάμνο. Δεν υπάρχει θεολογία εδώ, υπάρχει μόνο η παρηγορητική και συνάμα άσπλαχνη γλώσσα της φύσης.
  • Συνολική Εκτίμηση
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι δύο εκδοχές αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Ο Νιζαμί γράφει για βασιλιάδες: η αγάπη είναι δοκιμασία ωρίμασης, η τραγωδία έχει πολιτικές και θεολογικές ρίζες, ακόμα κι ο έρωτας υπόκειται στη λογική της εξουσίας. Η τουρκική λαϊκή παράδοση γράφει για ανθρώπους: η αγάπη είναι απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη, η τραγωδία προέρχεται από την αδικία των ισχυρών απέναντι στους αδύναμους, και ο θάνατος δεν είναι τιμωρία αλλά η τελευταία, ανέκκλητη πράξη ελευθερίας.​​​​​​​​​​​​​​​​


Ο Φερχάτ κουβαλάει τη Σιρίν και το άλογό της, από αντίγραφο του Χάμσα του Νιζαμί Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο
__________


Η Ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν

Το ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο της ιστορίας «Χουσρέβ και Σιρίν» προσαρμόστηκε στην Ανατολία, με αποτέλεσμα πολλές παραλλαγές. Διαβάστηκε ευρέως και αγαπήθηκε από τον λαό. Η ιστορία έχει ειπωθεί με κάποιες παραλλαγές ανάλογα με τις χώρες και τις περιοχές σε μια ευρεία γεωγραφική περιοχή, συμπεριλαμβανομένων του Ιράν, του Αζερμπαϊτζάν, της Ανατολίας, της νότιας Κεντρικής Ασίας και της Αρμενίας.

Η ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν, όπως εξελίσσεται στην Ανατολία και το Αζερμπαϊτζάν, ξεκινά στο Χορασάν και συνεχίζεται στην Αμάσεια. Εδώ, ο Χοσρόης δεν είναι ο Σάχης του Ιράν, αλλά ο πρίγκιπας Χορμούζ Σαχ, ο ηγεμόνας της Αμάσειας, και ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ο Φερχάτ. Η πιο παλιά έκδοση του παραμυθιού στα τουρκικά χρονολογείται στο 1854, ενώ με το νεό (λατινικό) αλφάβητο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1930.

Στην παραδοσιακή λαϊκή αφήγηση, ο Φερχάτ είναι ο τύπος του «ερωτευμένου» (divane âşık). Ωστόσο, σε μεταγενέστερες διασκευές, όπως στο θεατρικό έργο του Ναζίμ Χικμέτ το 1948, ο χαρακτήρας του Φερχάτ μετασχηματίζεται από τον τύπο του εραστή στον τύπο του ανιδιοτελή εργάτη (fedakâr-emekçi). Ο Φερχάτ παύει να είναι απλώς ένας ερωτευμένος που δρα με βάση το προσωπικό του συναίσθημα και μετατρέπεται σε ένα σύμβολο της εργασίας και της κοινωνικής προσφοράς, καθώς το έργο του (το τρύπημα του βουνού) αποκτά μια ευρύτερη διάσταση θυσίας για το κοινό καλό.

Καθώς η ιστορία εισήλθε στη λαϊκή λογοτεχνία, συμπληρώθηκε με άλλα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. Η ιστορία έγινε ευρέως διαδεδομένη στον λαό, καθιερώθηκε στην προφορική παράδοση και αγαπήθηκε πολύ από το κοινό. Η Σιρίν, ως σύμβολο ομορφιάς, και ο Φερχάτ, ως σύμβολο υπομονής και αντοχής, άφησαν ένα ευρύ και επιδραστικό σημάδι στον λαό.


Άγαλμα Φερχάτ και Σιρίν κατά μήκος του πεζόδρομου
που πάει παράλληλα με τον Ίριδα ποταμό, στην Αμάσεια.
_________


Ο Φερχάτ και η Σιρίν της Αμάσειας

Μια φορά κι έναν καιρό, στη μεγάλη και πλούσια πόλη του Χορασάν, εκεί που οι αγορές μυρίζουν κανέλα και μόσχο και οι μιναρέδες αγγίζουν τα σύννεφα, κυβερνούσε μια δυνατή γυναίκα, η Μεχμινέ Μπανού. Είχε μια ανιψιά, τη Σιρίν, που ήταν τόσο όμορφη που λέγανε πως όταν περπατούσε στον κήπο, τα λουλούδια γύριζαν να την κοιτάξουν.

Η Μεχμινέ Μπανού αποφάσισε να χτίσει για τη Σιρίν ένα περίπτερο, λαμπρό σαν ανατολίτικο όνειρο. Κάλεσε τον καλύτερο τεχνίτη του τόπου, τον πρωτομάστορα Μπεχζάτ, και μαζί του ήρθε και ο γιος του, ο Φερχάτ, ένας νέος με χέρια που λάξευαν την πέτρα σαν να ήταν ζυμάρι, και μάτια που έκαιγαν σαν κάρβουνο.



Θρύλοι της Αμάσειας - Φερχάτ και Σιρίν
 ATAG (ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΜΑΣΕΙΑΣ)
_________



Την ώρα που ο Φερχάτ σκάλιζε τους τοίχους, εμφανίστηκε η Σιρίν. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και ο κόσμος σταμάτησε. Λένε πως και οι δύο λιποθύμησαν εκεί που στέκονταν, γιατί ο έρωτας που τους χτύπησε ήταν βαρύτερος κι από τις πέτρες που σκάλιζε ο Φερχάτ.

Κοντά στο περίπτερο κελάρυζε μια πηγή. Η Μεχμινέ Μπανού είπε δυνατά:

— Όποιος φέρει αυτό το νερό ως το κατώφλι μου, θα του δώσω ό,τι ζητήσει.

Ο Φερχάτ, που ήξερε τι ήθελε να ζητήσει, έσκυψε το κεφάλι και ξεκίνησε να σκάβει. Μέρα και νύχτα, με τα χέρια ματωμένα και τραγουδώντας το όνομα της Σιρίν, έφτιαξε μονάχος του το αυλάκι που ο κόσμος πίστευε πως δεν γινόταν. Και το νερό έτρεξε.

Μα όταν η Μεχμινέ Μπανού έμαθε για τον έρωτα του νέου με την ανιψιά της — κάποιοι λένε πως κι η ίδια τον είχε ερωτευτεί — σκοτείνιασε το πρόσωπο της. Τον έριξε στη φυλακή και εκεί θα 'μενε, αν ένα βράδυ δεν ερχόταν στον ύπνο της ένα όνειρο σαν φωτιά, που της είπε: Άφησέ τον.

Ελεύθερος πια, αλλά χωρίς τη Σιρίν, ο Φερχάτ ανέβηκε στα βουνά. Ζούσε σε σπηλιές, τρεφόταν με αέρα και πόνο, κι έπαιζε τον καημό του στον αυλό του τόσο γλυκά που τα άγρια ​​θηρία έρχονταν και καθόταν στα πόδια του, σαν να τον καταλάβαιναν. Εκεί, στην κορυφή της μοναξιάς του, τον βρήκε ο Χουρμούζ Σαχ, ο ηγεμόνας μιας γειτονικής χώρας. Άκουσε την ιστορία του νέου και η καρδιά του μαλάκωσε.

— Θα σε βοηθήσω, είπε.

Ζήτησε από τη Μεχμινέ Μπανού να παραδώσει τη Σιρίν. Εκείνη αρνήθηκε. Ακολούθησε πόλεμος. Η Μεχμινέ Μπανού ηττήθηκε και η Σιρίν οδηγήθηκε στο παλάτι του Χουρμούζ Σαχ, όχι όμως στην αγκαλιά του Φερχάτ. Γιατί εκεί την είδε ο γιος του Σαχ, ο Χουσρέβ, κι αυτός με τη σειρά του τρελάθηκε από έρωτα.

Τότε ο Χουρμούζ Σαχ, για να ξεφορτωθεί τον Φερχάτ χωρίς να χύσει αίμα, του είπε:

— Θέλεις τη Σιρίν; Τρύπησε το βουνό Έλμα! Φέρε νερό από την άλλη μεριά. Αν το καταφέρεις, είναι δική σου.


Γνωστό και ως «Κανάλι Νερού Φερχάτ», έχει μήκος 6 χλμ. και χρονολογείται στην ύστερη ελληνιστική-πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο. Κατασκευάστηκε για να καλύψει τις ανάγκες ύδρευσης της αρχαίας πόλης Αμάσειας. Αναφέρεται στη διάσημη λαϊκή ιστορία του Φερχάτ και της Σιρίν.
___________


Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αδύνατον. Μα ο Φερχάτ πήρε την αξίνα του, γονάτισε και προσευχήθηκε. Κι ύστερα χτύπησε.

Χτυπούσε μέρα, χτυπούσε νύχτα. Οι βράχοι έπεφταν σαν άχερο. Το βουνό έτρεμε. Ο κόσμος μαζευόταν από μακριά να βλέπει τον τρελό που αγαπούσε τόσο πολύ ώστε να σπάει βουνά με τα χέρια του. Κι ο Φερχάτ πλησίαζε, πλησίαζε στο τέλος της δοκιμασίας, πλησίαζε στη Σιρίν.

Τότε ο Χουσρέβ, από φόβο κι από δειλία, έστειλε μια γριά παραμάνα στο βουνό.

Η παραμάνα ανέβηκε λαχανιάζοντας, πλησίασε τον Φερχάτ που χτυπούσε με λύσσα την πέτρα, και του ψιθύρισε:

— Σταμάτα, παιδί μου. Η Σιρίν πέθανε. Κοίτα, σου έφερα τον χαβά από την κηδεία της.

Ο Φερχάτ άφησε την αξίνα να πέσει από τα χέρια του. Γύρισε και κοίταξε τον ουρανό. Και ύστερα, με μια κίνηση αργή και βέβαιη, πήρε την αξίνα και την πέταξε ψηλά, ψηλά και στάθηκε από κάτω.

Έτσι τελείωσε τη ζωή του ο Φερχάτ, εκεί στο βουνό, με το όνομα της Σιρίν στα χείλη.

Μα η Σιρίν ζούσε. Και όταν έμαθε τι έγινε, πήγε στον λόφο, κοίταξε για τελευταία φορά τον κόσμο που δεν της είχε χαρίσει τον αγαπημένο της και πήδηξε.


Το μνημείο του Φερχάτ και της Σιρίν, κατασκευασμένο από μπρούτζο και ύψος 5 μέτρα στην Αμάσεια του Πόντου (2012)
___________


Η δόλια παραμάνα, βρήκε το τέλος της την ίδια νύχτα. Ένα λιοντάρι βγήκε από τα σκοτάδια και δεν άφησε ούτε ίχνος της.

Ο Χουρμούζ Σαχ, βουβός από ντροπή και θλίψη, έθαψε τους δύο νέους δίπλα-δίπλα, εκεί κοντά στην Αμάσεια, όπου ακόμα και σήμερα λένε πως η γη θυμάται.

Κι από τον τάφο του Φερχάτ φυτρώνει κάθε άνοιξη ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Από τον τάφο της Σιρίν, ένα λευκό.Τα δύο φυτά μεγαλώνουν αργά, σκύβοντας το ένα προς το άλλο, σαν δύο άνθρωποι που θέλουν να αγγίξουν τα χέρια τους. Μα ανάμεσά τους φυτρώνει ένας αγκαθωτός θάμνος, γιατί ο κόσμος, ακόμα και μετά θάνατον, δεν τους αφήνει ποτέ να σμίξουν.

Έτσι λένε στην Αμάσεια, έτσι λένε παντού:

Μερικές αγάπες είναι τόσο μεγάλες, που ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος μπορεί να τις χωρέσουν.


Συμβολικοί τάφοι του Φερχάτ και της Σιρίν στον κήπο 
του «Μουσείου Εραστών Φερχάτ και Σιρίν»
_________


Το Μουσείο Εραστών

Στον λόφο Φερχάτ της Αμάσειας λειτουργεί από το 2013, το θεματικό «Μουσείο Εραστών Φερχάτ και Σιρίν», το οποίο κατέχει τον τίτλο του πρώτου και μοναδικού Μουσείου Ερωτευμένων της Τουρκίας. Στις 9 αίθουσες που διαθέτει, περιλαμβάνονται εικόνες, γλυπτά και έργα τέχνης που απεικονίζουν εκτός από τον θρύλο του Φερχάτ και της Σιρίν, τις ιστορίες της Λεϊλά και του Μετζνούν, του Κερέμ και της Ασλί, και του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Βρίσκεται κοντά στα ιστορικά κανάλια νερού που λέγεται ότι έσκαψε ο Φερχάτ μέσα από βουνά για χιλιόμετρα για να φέρει νερό και να κερδίσει τη Σιρίν.


«Μουσείο Εραστών Ferhat και Şirin» - Amasya
__________



Ομοιώματα του Φερχάτ και της Σιρίν, 
στο «Μουσείο Εραστών Ferhat και Şirin», στην Αμάσεια
_________


«Shirin» (2008) του Ιρανού σκηνοθέτη Abbas Kiarostami

Η πειραματική ταινία «Σιρίν» (Shirin, 2008) είναι μια από τις πιο ριζοσπαστικές κινηματογραφικές προτάσεις του Αμπάς Κιαροστάμι (22 Ιουνίου 1940, Τεχεράνη — 4 Ιουλίου 2016, Παρίσι). Το έργο επαναπροσδιορίζει τον κλασικό περσικό ερωτικό θρύλο του Χουσρέβ και της Σιρίν, μέσα από μια έντονα φεμινιστική σκοπιά, εστιάζοντας στη γυναικεία ταυτότητα και εμπειρία. Ο Κιαροστάμι επέλεξε να παραλείψει το όνομα του Χουσρέβ από τον τίτλο, καθιστώντας την ταινία μια αυτοπροσδιοριζόμενη «γυναικεία ματιά» της αφήγησης. Ενώ το έπος αφηγείται την ιστορία του Χοσρόου και της Σιρίν από ανδρική οπτική, ο Κιαροστάμι επιστρέφει τη φωνή στις γυναίκες: δεν τις παρουσιάζει ως αντικείμενα αφήγησης, αλλά ως υποκείμενα συναισθήματος και ερμηνείας. 

Η ταινία δεν δείχνει την ίδια την ιστορία, αλλά επικεντρώνεται αποκλειστικά στις εκφράσεις και τις αντιδράσεις των γυναικών που την παρακολουθούν σε έναν κινηματογράφο. Οι γυναίκες στην αίθουσα γίνονται ένα είδος καθρέφτη: άλλες κλαίνε, άλλες μένουν ανέκφραστες, άλλες ταυτίζονται βαθιά. Ο θεατής ακούει μόνο τους ήχους και βλέπει το αντίστοιχο φως και σκοτάδι της εικονικής ταινίας να πέφτει στα πρόσωπα 114 από τις καλύτερες ηθοποιούς του Ιράν και της διάσημης Γαλλίδας ηθοποιού του κινηματογράφου Ζιλιέτ Μπινός. 

Η Ζιλιέτ Μπινός επισκέφθηκε τον Κιαροστάμι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ενδιαφέρθηκε και τελικά επιλέχθηκε για να συμμετάσχει στην ταινία «Shirin».
___________


Η ηρωίδα παρουσιάζεται ως μια πρώιμη φεμινιστική φιγούρα, που αγωνίζεται για την αυτοδιάθεσή της, κάτι που φαίνεται από την αρχή της ιστορίας, όταν παίρνει την πρωτοβουλία να ταξιδέψει η ίδια για να συναντήσει τον Χουσρέβ. Η ταινία του Κιαροστάμι αναδεικνύει τον αισθησιακό χαρακτήρα της Σιρίν, αμφισβητώντας το κυρίαρχο στερεότυπο στις ισλαμικές περσικές αφηγήσεις ,που θέλει τις γυναίκες να χαρακτηρίζονται μόνο από συστολή και αθωότητα. Στο τέλος της ταινίας, η ηρωίδα απευθύνεται στο κοινό, αποκαλώντας τις γυναίκες «θλιμμένες αδελφές» και ρωτώντας αν κλαίνε για εκείνη ή για τη «Σιρίν που κρύβεται μέσα σε κάθε μία» από αυτές. Η Σιρίν γίνεται μεταφορά για τη γυναίκα που δεν έλαβε ποτέ την προσοχή που της άξιζε και ένιωθε μόνη χωρίς να την πιστεύει κανείς.

Εστιάζοντας σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας στο κοινό, ο Κιαροστάμι συνδέει την ελευθερία και την καταπίεση με τη γενιά των γυναικών που έζησαν τη νεότητά τους πριν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Η σύγχρονη ιρανική γυναικεία ταυτότητα, που παλεύει με τον ανδρικό έλεγχο, τίθεται σε διάλογο με τη θρυλική Σιρίν.

Η Σιρίν αντιπροσωπεύει μια πρώιμη μορφή αντίστασης απέναντι σε προσπάθειες παραμέλησης, καταπίεσης και εξαναγκασμού σε ρόλους που δεν επέλεξε η ίδια. Ακόμη και η σκηνή του θανάτου της χρησιμοποιείται από τον σκηνοθέτη για να ενισχύσει αυτή τη φεμινιστική προοπτική.

Ο Κιαροστάμι έχει γυρίσει μια ταινία για τις αντιδράσεις των γυναικών απέναντι σε ένα διάσημο τραγικό επικό ποίημα. Δάκρυα τρέχουν, τα μάτια κοιτάζουν αλλού και μετά ξανά πίσω, με κάθε ανεπαίσθητη κίνηση να αποτυπώνει τα συναισθήματα του θεατή. Προφανώς, ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις των ανδρών. Ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις των γυναικών. Αυτό γίνεται φανερό προς το τέλος, όταν ακούγεται η εικονική ταινία να λέει «Υπάρχει μια Σιρίν σε όλες τις γυναίκες...».

Κατά βάθος, ο Κιαροστάμι λέει κάτι απλό και συνάμα ανατρεπτικό: η Σιρίν δεν είναι η γυναίκα του έπους, είναι κάθε γυναίκα που κάθεται σε εκείνη την αίθουσα. Το έπος ήταν το πρόσχημα. Οι ζωντανές γυναίκες μπροστά στην κάμερα είναι η αληθινή ταινία.


Soundtrack of Shirin: Music: Hossein Dehlavi -  Music: Hossein Dehlavi
__________

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  • ΧορασάνΤο όνομα στα περσικά σημαίνει περίπου «εκεί που ανατέλλει ο ήλιος», δηλαδή η Ανατολή. Είναι μια ιστορική περιοχή που εκτείνεται στη σημερινή βορειοανατολική Περσία (Ιράν), καλύπτοντας επίσης τμήματα του Αφγανιστάν, του Τουρκμενιστάν και του Ουζμπεκιστάν. Στο Μεσαίωνα ήταν μια από τις σηματικότερες περιοχές πολιτισμού και διανόησης του ισλαμικού κόσμου. Πόλεις όπως η Νισαπούρ, η Μερβ και η Ηράτ ανήκαν στο Χορασάν και υπήρξαν κέντρα επιστήμης, ποίηση και τέχνης. Εκεί γεννήθηκε, για παράδειγμα, ο ποιητής Ομάρ Καγιάμ. Η ιστορία του Φερχάτ και της Σιρήν ανήκει στην τουρκο-περσική λογοτεχνική παράδοση και ο συνδυασμός Χορασάν–Αμάσεια στο παραμύθι δεν είναι τυχαίος. Συνδέει συμβολικά την περσική Ανατολή με την τουρκική Ανατολία, μια διαδρομή που ακολούθησαν αιώνες πολιτισμού και ποίησης.
  • Ἴρις ποταμός (σημερινός Yeşilırmak - Πράσινος Ποταμός). Πηγάζει από τον Αντίταυρο του Πόντου, διασχίζει την Αμάσεια, η οποία είναι χτισμένη στις όχθες του, περιτριγυρισμένη από απόκρημνα βουνά. και εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο. Ο Στράβων αναφέρει τον Ίριδα στα Γεωγραφικά του (12.39), περιγράφοντας τη ροή του μέσα από την πόλη: «Ἡ δ’ ἡμετέρα πόλις κεῖται μὲν ἐν φάραγγι βαθείᾳ καὶ μεγάλῃ, δι’ ἧς ὁ Ἴρις φέρεται ποταμός, κατεσκεύασται δὲ θαυμαστῶς προνοίᾳ τε καὶ φύσει, πόλεως ἅμα καὶ φρουρίου παρέχεσθαι χρείαν δυναμένη.»

ΠΗΓΕΣ

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

μια αληθινή ιστορία του Πόντου και η ανάγκη για συγχώρεση

''Σε μια αναζήτηση της ταυτότητας''
''Μια φωνή και μια μαρτυρία είναι αρκετή για την ιστορική δικαίωση των παθών ενός λαού ''




Η Thea Halo, αμερικανίδα υπήκοος, ποντιακής καταγωγής από μητέρα και ασσυριακής καταγωγής από πατέρα, είναι συγγραφέας και ζωγράφος που έχει βραβευθεί για τα ποιήματα και τα δοκίμιά της. Έχει παρουσιάσει τα έργα της σε εκθέσεις στη Νέα Υόρκη και αλλού. Ζει στη Νέα Υόρκη. Το βιβλίο της ''Ούτε το όνομά μου'' αποτελεί την ιστορία της μητέρας της για την κόλαση που ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τσαρλς Έβανς Χιουζ απέδωσε στη ''βαρβαρική απανθρωπιά των Τούρκων''. Συνολικά τρία εκατομμύρια χριστιανοί της Τουρκίας (Έλληνες, Αρμένιοι, Ασσύριοι) σφαγιάστηκαν, ενώ εκατομμύρια άλλοι εξορίστηκαν. Έτσι, έληξε με βάρβαρο τρόπο η τρισχιλιόχρονη ιστορία και παρουσία τους στη Μ. Ασία.

Εξαιτίας των συστηματικών προσπαθειών διαφόρων κυβερνήσεων και ενδιαφερομένων να αποσιωπήσουν τις βαρβαρότητες της χώρας τους, όπως η Τουρκία, και να δημιουργήσουν μια πλασματική ιστορία, οι μαρτυρίες όσων επιβίωσαν, όπως της μητέρας της συγγραφέως, συχνά παρέχουν τις πιο αυθεντικές και έγκυρες πηγές της αλήθειας.

Κεντρικό πρόσωπο στην αφήγηση είναι η μητέρα της Thea Halo, η Θυμία-Σάνο,  "η Ελληνίδα Αννα Φρανκ" για πολλούς, που έζησε το 1920 τη γενοκτονία των Ποντίων. 

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, η συγγραφέας μαζί με τη μητέρα της φτάνουν από την Αμερική στην Άγκυρα σε μια αναζήτηση, μετά τον ξεριζωμό, του χωριού της Θυμίας-Σάνο, στον Πόντο. 



ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Το μόνο που ξέρω 
Είναι ότι σίγουρα 
Δεν ξέρω τίποτα. 
Μα αυτό είναι το μόνο 
που ξεχνάω πιο συχνά.


Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η Θυμία- Σάνο αφηγείται στην κόρη της την ιστορία της ζωής της. Περιγράφει την ευτυχισμένη παιδική ηλικία της στα βουνά του Πόντου και τις συνήθειες και τα έθιμα των Ποντίων. Το μέρος αυτό του βιβλίου κλείνει με τον διωγμό τους από τους Τούρκους. Το τραγικότερο από όλα, όπως τονίζεται, είναι ότι οι Τούρκοι επιζητούσαν τον ολοκληρωτικό αφανισμό των Ελλήνων και δεν αρκούνταν στον διωγμό τους.


Τα δάκρυα είναι μέσα μου βαθιά, 
Ακόμα κι αν ξέρω πάντα 
ότι πονώ,
Ίσως και να πρέπει τότε 
Εκεί που 'ναι το κλάμα να βρεθώ.



Η Σάνο και ο Αβραάμ την ημέρα του γάμου τους, 24 Μαρτίου 1925

Το τρίτο μέρος περιγράφει τον ξεριζωμό των Ποντίων. Η Θυμία-Σάνο στην πορεία θανάτου έχασε όλη της την οικογένεια. Στα 15 της παντρεύτηκε τον Ασσύριο Αβραάμ Χάλο και έτσι βρέθηκε στην Αμερική. 

Η ΕΞΟΡΙΑ

Στα μακρινά ταξίδια μου 
Ζωές πολλές είδα να ξετυλίγονται στο δρόμο, 
Λες και η κάθε ζωή ήταν μαντίλα κεντημένη. 
Ξανά και ξανά
είδα τον πρώτο κόμπο καθεμιάς,
Το σχέδιο απ όπου ξεκινά,
Να λύνεται, να πέφτει,
Κι ο υφαντής στη σκόνη να χάνεται.
Της δικιάς μου ζωής το νήμα είδα
Να ξετυλίγεται κόμπο κόμπο,
Μέχρι που όλα τα πολύτιμα του κόσμου μου κομμάτια
Πεσμένα στο δρόμο πίσω μου έβλεπα,
Σαν άχρηστα και παραπεταμένα.
Μα ο μεγάλος κόμπος, ο κόμπος του Θεού μου, 
Δεμένος παρέμενε για να ξαναϋφάνω.
Μυστήριο ήταν τα σχέδια του Θεού για μένα.


Στο τέταρτο μέρος περιγράφει τη ζωή της στην Αμερική.


ΑΜΕΡΙΚΑ, ΑΜΕΡΙΚΑ

Σαν παιδί χαμένο
Χωρίς της μάνας το φουστάνι να με οδηγεί
Έκανα το μεγάλο βήμα
Και πέρασα από τον παλιό κόσμο στον νέο
Αφήνοντας πίσω τη θλίψη μου,
στην άλλη παραλία.


Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος ξαναγυρίζουμε στο παρόν, στην πορεία τους προς το Αϊοντόν, όπου φτάνουν και αναζητούν το σπίτι της μητέρας της συγγραφέως.



ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ


Σαν περιπλανώμενος τουρίστας 
Γυρνούσα στη γη 
Ψάχνοντας για κάτι 
Που δεν μπορούσα να ορίσω 
Μέχρι που στάθηκα στην πλαγιά 
Εκεί που κάποτε ζούσαν εκείνοι 
Ατενίζοντας το μεγαλείο 
Των ουρανών τους

«Όταν φτάσαμε και είδα αυτούς τους έρημους λόφους, η καρδιά μου μαύρισε. Ίσως και να σταμάτησε να χτυπάει. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτή ήταν η γη μας. Η περιοχή γύρω από το Αϊοντόν έμοιαζε να είναι αυτή που ήξερα, αλλά η περιοχή που έλεγε η γυναίκα ότι ήταν δική μας μου φαινόταν πολύ απότομη. Πίστευα ότι ήταν πολύ πιο επίπεδη στην κορυφή του λόφου. Και πίστευα ότι τουλάχιστον θα είχαν κρατήσει τα σπίτια. Πίστευα ότι θα τα κατοικούσαν. Αν το σκεφτεί κανείς, χιλιάδες χρόνια ιστορία και ολόκληρη η ζωή μας αθροιζόταν σε ένα σωρό από πέτρες. Αλλά όταν είδα εκείνο το μικρό μοσχαράκι δεμένο στο γέρικο δέντρο, η καρδιά μου σκίρτησε. 
"Περίμενε με", είχα πει στη Μάτα τη μέρα που έφυγα. Έμοιαζε η μικρή μου Μάτα να με περίμενε όλα εκείνα τα χρόνια, όπως της είχα ζητήσει. Ήθελα να πάω κοντά της και να την αγκαλιάσω από το λαιμό. Ήθελα να τρίψω το πρόσωπο μου πάνω στο χνουδωτό δικό της, όπως είχα κάνει με τη Μάτα όταν ήμουν παίδι. Όμως, φοβόμουν να την ακουμπήσω. Φοβόμουν ότι θα εξαφανιζόταν αν την ακουμπούσα. Φοβόμουν ότι θα εξαφανιζόταν, όπως είχαν εξαφανιστεί και όλα τα άλλα.

Μόνο πρόσφατα είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι τι θα είχε γίνει αν ο πατέρας μου είχε αρνηθεί να αφήσει τη γη μας και αν είχαμε κρυφτεί ανάμεσα στους Τούρκους, όπως είχε κάνει ο θείος μου. Δε γνωρίζω, όμως, τι απέγινε ο θείος μας και έτσι ποτέ δε θα μάθω ποια θα ήταν η μοίρα μας.

Καμιά φορά, όταν κάθομαι μόνη, κλείνω τα μάτια μου και βλέπω τον ήλιο να περνάει μέσα από τα σύννεφα και να λούζει τα περιβόλια της νιότης μου. Βλέπω τη μητέρα μου που απλώνει τα ρούχα στη χορταριασμένη πλαγιά. Και όταν αρχίζω να τραγουδάω, ακούω τη φωνή του πατέρα μου να σμίγει με τη δική μου, καθώς λέω τα τραγούδια που έλεγε και αυτός καθισμένος κοντά στη φωτιά. Σκέφτομαι αυτά τα απλά πράγματα που ο καθένας νομίζει ότι δε θα τελειώσουν ποτέ, τα πράγματα που θεωρεί δεδομένα, όπως τις αναπνοές που παίρνει, και που συνδέουν τα μεγάλα γεγονότα. Στην ουσία, αυτά είναι η πραγματικότητα. Είναι τα φτερά της πεταλούδας, το δόντι του καρχαρία, οι ρίζες της δυνατής οξιάς. Αυτές είναι οι κλωστές που φτιάχνουν το ύφασμα που υφαίνεται. Αν και τα πόδια μου έχουν γεράσει και η πλάτη μου είναι πλέον λίγο γυρτή και τα μάτια μου δε διακρίνουν πια τα έντονα χρώματα της αυγής χωρίς να κουραστούν, ακόμα και στις πιο σκοτεινές μου ώρες, χρειάζεται μονάχα να δω ένα λουλούδι να γέρνει το ωραίο του πρόσωπο για να ρουφήξει το νερό της βροχής ή να ακούσω τα παιδιά μου να γελάνε, για να ξέρω ότι η ζωή είναι ωραία. Η αναπνοή είναι το δώρο του Θεού. Η ζωή είναι η επιβράβευση μας. Τα υπόλοιπα εξαρτώνται από μας».

 Sano and Thea Halo in 1989


Στο τέλος του βιβλίου η σκυτάλη της αφήγησης επανέρχεται στα χέρια της συγγραφέως.

Η μητέρα μου μιλούσε λες και κάποιος μυστικός κόσμος της είχε δώσει δύναμη όλ' αυτά τα χρόνια. Η τελευταία της φράση κόλλησε στο μυαλό μου: «Τα υπόλοιπα εξαρτώνται από μας». Εγώ το πίστευα αυτό; Υποθέτω πως ένα κομμάτι μου το πίστευε, αλλά υπήρχε και το άλλο κομμάτι μου που δεν έπαυε να με προβληματίζει για το τι γίνεται όταν πρέπει να παλέψουμε με άλλους; Όταν η δική μας η ζωή βρίσκεται στα δικά τους τα χέρια; Όταν αυτοί ελέγχουν τη μοίρα μας; Τότε πράγματι εξαρτάται από εμάς;

Όταν είχα σταθεί στη γη της μητέρας μου, για πρώτη φορά στη ζωή μου μπόρεσα να τη δω στ αλήθεια να τρέχει παιδί κάτω στην πλαγιά με τη Μάτα δίπλα της. Έβλεπα τα μακριά της μαύρα μαλλιά. Το φόρεμα της που ανέμιζε και φούσκωνε στον αέρα. Έβλεπα και τους άλλους να τρέχουν, τη Χριστοδούλα και τον Γιάννη και τη μικρή Ναστασία. Είδα και τη γιαγιά μου όπως την είχε περιγράψει η μητέρα μου, που άπλωνε τα ρούχα σε ένα πανέμορφο πράσινο λόφο, ενώ η Μαθεία και η Μαρία ήταν ξαπλωμένες στην κούνια τους. Και ο παππούς μου εκεί ήταν και στοίβαζε τα ξύλα για το δύσκολο χειμώνα και ο προπάππους μου ακόμα, με τους ελαφρά γυρτούς ώμους και το γκριζωπό του μουστάκι, καθόταν δίπλα στη φωτιά. Και η γυναίκα του ακόμα, καθόταν και έπλεκε δίπλα του. Για πρώτη φορά στη ζωή μου τους έβλεπα να στέκονται μπροστά μου, λες και ήταν ζωντανοί.


Αυτό έψαχνα όλη μου τη ζωή; Την κληρονομιά μου; Ποια ήμουν και τι ήμουν; Γι αυτό είχα αυτή τη μανία με τα ταξίδια από τόσο νεαρή ηλικία; Κανένας τουριστικός οδηγός δε θα μπορούσε να παίξει αυτό τον ρόλο. Ένιωθα αλλαγμένη κατά έναν ανεξήγητο τρόπο. Είχα ιστορία. Είχα λαό δικό μου. Είχα αγάπη που ξεπερνούσε τα όρια του παρόντος. Αγάπη που ξεπερνούσε τη διάρκεια της δικής μου ζωής και τη βραχύτητά της. Μια αγάπη που ήταν κατά κάποιο τρόπο αρχαία και συνδεόταν με τις απαρχές του χρόνου.

Σήκωσα το βλέμμα μου και κοίταξα τη μητέρα μου που καθόταν δίπλα μου και κατάλαβα τι ακριβώς εξαρτιόταν από εμάς. Τι μπορούμε να κάνουμε με αυτό. Όχι αυτά που κάνουμε με όσα δε γίνεται να ελέγξουμε. Μα αυτά που κάνουμε με όσα μπορούμε να ελέγξουμε.

Και τότε κατάλαβα γιατί είχα γίνει από παιδί προστάτιδα της μητέρας μου. Κατάλαβα τι ήταν αυτό που είχε και επιχειρούσα πάντα να προστατεύσω. Ήταν η αθωότητα της. Η γενναιοδωρία της. Η άνευ όρων αγάπη της που της επέτρεπε να τα καταφέρνει σαν μητέρα μας, ανεξάρτητα από τα εμπόδια που βάζαμε εμείς ή κάποιοι άλλοι στο δρόμο της. Δεν υπήρχε τίποτε που να μην μπορείς να αγαπήσεις στη μητέρα μου. Μπορούσες να χωθείς στη μεγάλη της αγκαλιά και όλα σου τα προβλήματα να εξαφανιστούν.

Αλλά αυτή η αθωότητα που νόμιζα ότι προστάτευα στη μητέρα μου δεν ήταν τελικά καθόλου αθωότητα. Καταλάβαινα τώρα ότι αυτό ήταν μια βαθιά εδραιωμένη γνώση του κόσμου, μια βαθιά εδραιωμένη σοφία. Η άνευ όρων αγάπη και γενναιοδωρία της μητέρας μου δε βασίζονταν στην άγνοια του κόσμου, αλλά στη βαθιά γνώση των παιχνιδιών που παίζει η μοίρα και του αβέβαιου ελέγχου που έχουμε σε όλους αυτούς που αγαπάμε.

«Ίσως επιτέλους να βρίσκονται εκεί που πραγματικά ανήκουν», είπε η μητέρα μου. «Ίσως και να υπάρχουν στον αέρα... στο χορτάρι... στις πέτρες που κάποτε αποτελούσαν το σπιτικό τους και στα αγριολούλουδα που έχουν το δικό τους μερίδιο στη γη».

Η μητέρα μου γύρισε και κοίταξε τη Μαύρη Θάλασσα μέσα από τη σκιά των πεύκων. Λαμπύριζε σαν διαμάντι.

Thea Halo, Ούτε το όνομά μου, εκδόσεις Γκοβόστη, σελ. 488-491




«Όταν λες “μισώ”, ο πρώτος φόνος του κόσμου ξαναγίνεται μέσα σου». 


Τάσος Λειβαδίτης

Η συγγραφέας  Thea Ηalo, σε επίσκεψή της στην Αθήνα το 2010, μιλάει στον Μάκη Προβατά για τα πράγματα όπως πλέον τα βλέπει μέσα από την απίστευτη ιστορία της μητέρας της – μια ιστορία που τη «βάδισε» μαζί της κατά το ταξίδι τους στην Ανατολία. 
Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 516, σελ. 22-27, 5/09/2010.


<b>Θία Χάλο </b><br>Μνήμη μπεστ σέλερ
Η Thea Ηalo κατά την επίσκεψή της στην Ελλάδα το 2010
φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Η συγχώρεση είναι μια διαδικασία που πρέπει να ξεκινάει αφού κάνει το πρώτο βήμα αυτός που έσφαλε ή συμβαίνει μέσα σε αυτόν που έχει υποστεί το άδικο ανεξάρτητα από το τι κάνει ο άλλος; 

«Η συγχώρεση έχει να κάνει αποκλειστικά με το άτομο που έχει υποστεί την πληγή. Μερικές φορές μπορεί τα άτομα που σου έχουν προκαλέσει το πρόβλημα να μην ξέρουν καν ότι τους έχεις συγχωρέσει».

Αν αυτός που σε έχει τραυματίσει δεν νιώθει μετανιωμένος ή πιστεύει ότι δεν έχει κάνει κακό, συνεχίζεις να τον συγχωρείς και πάλι; 

«Η συγχώρεση είναι αποκλειστικά για το δικό σου καλό, οπότε ναι. Στην περίπτωση της μητέρας μου, για παράδειγμα, ή ίδια λέει ότι απλώς θέλει να ακούσει μια συγγνώμη για εκείνον τον διωγμό από την τουρκική κυβέρνηση. Βέβαια, να σας πω ότι ποτέ δεν μίσησε τους Τούρκους και ούτε έμαθε και σε εμάς να τους μισούμε. Οταν καμιά φορά τής λες για τους τούρκους πολίτες που έκαναν τις ασχήμιες και τα εγκλήματα, σου λέει: “Τι θα μπορούσαν να κάνουν;”. Την καταλαβαίνω απόλυτα, γιατί, κοιτώντας τη δική μου ζωή στις ΗΠΑ, και εγώ ήμουν εντελώς εναντίον της εισβολής στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, αλλά δεν έκανα κάτι για αυτό. Ούτε καν μια πορεία διαμαρτυρίας. Οι τούρκοι πολίτες τότε δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτε γιατί θα τους σκότωναν. Αυτό η μητέρα μου το καταλάβαινε τότε, το καταλαβαίνει και τώρα, γι’ αυτό το μόνο που θέλει είναι μια επίσημη συγγνώμη από τη σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας, παρ’ ότι η συγκεκριμένη δεν έχει να κάνει σε τίποτε με εκείνη την κυβέρνηση των διωγμών».

Ο Τάσος Λειβαδίτης έχει γράψει ότι «όταν λες “μισώ”, ο πρώτος φόνος του κόσμου ξαναγίνεται μέσα σου». 

«Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό και πολύ ωραίο. Αυτό για το οποίο αισθάνεσαι δυνατό μίσος τώρα είναι εκείνο για το οποίο πιθανόν να είχες αισθανθεί την ίδια ισχυρή αγάπη κάποτε. Η μητέρα μου λέει ότι “η ζωή είναι τόσο όμορφη, γιατί να την ξοδέψω μισώντας κάποιον;”».

Πώς αισθάνεστε εσείς ή η μητέρα σας για τους χριστιανούς που αποφάσισαν να αλλάξουν τη θρησκεία τους για να μείνουν τότε εκεί; 

«Θυμάμαι να συναντώ κάποιους Ελληνες που πραγματικά είναι θυμωμένοι με αυτούς, αλλά εγώ δεν θεωρώ ότι είναι τόσο φοβερό. Όπως όμως σας είπα, το πρώτο καθήκον σου είναι να επιβιώσεις. Και αν νιώθεις ότι πρέπει να αλλάξεις τη θρησκεία σου για να προστατεύσεις τον εαυτό σου και την οικογένειά σου, ποια είμαι εγώ που μπορώ να σου πω: “Δεν μπορείς να προστατεύσεις την οικογένειά σου, άσ’ τους να πεθάνουν”. Αυτή είναι μια απόφαση που οι άνθρωποι παίρνουν για τον εαυτό τους και δεν αισθάνομαι άσχημα για αυτούς. Και με έναν τρόπο, αυτός είναι ο λόγος που δεν διακηρύσσω το μίσος εναντίον των Τούρκων. Δεν βίωσα εγώ αυτό τον διωγμό, η μητέρα μου τον βίωσε και αν η μητέρα μου τους συγχωρεί, ποια είμαι εγώ να τους μισώ;».

Είναι πιο εύκολο να συγχωρέσεις έναν εχθρό από έναν φίλο; 


«Δεν είμαι σίγουρη, πρέπει να το σκεφτώ. Ίσως ένας φίλος μοιάζει να είναι περισσότερο προδότης, γιατί τον ξέρεις και τον εμπιστεύεσαι. Του έχεις πει την ιστορία σου, τη ζωή σου και μετά σε προδίδει. Ενας εχθρός είναι ένας εχθρός, δεν περιμένεις πραγματικά περισσότερα από αυτόν και δεν έχεις επενδύσει τίποτε σε αυτόν. Ισως, τελικά, είναι ευκολότερο να συγχωρέσεις έναν εχθρό από έναν φίλο. Αν μιλάμε συγκεκριμένα για τους Ελληνες και τους Τούρκους, ίσως οι Ελληνες περίμεναν περισσότερα από αυτούς ακριβώς επειδή ζούσαν χρόνια ως γείτονες, ο ένας δίπλα στον άλλον».

Λένε ότι το κακό με τη ζωή δεν είναι ότι κρατάει λίγο, είναι ότι αρχίζει αργά. Νομίζετε ότι αυτό ισχύει για τη μητέρα σας; 

«Κοιτάξτε, η μητέρα μου συγκεκριμένα άρχισε την ενήλικη ζωή της νωρίς αφού την “πέταξαν” από μικρό παιδί μέσα σε αυτήν και έτσι έχασε την παιδική της ηλικία. Μέσα στη ζωή μας όμως υπάρχουν πολλές μικρότερες ζωές που ζούμε. Η ζωή είναι όπως όταν διηγείσαι μια ιστορία που, ενώ νομίζεις ότι είναι μία, υπάρχουν πολλές μικρές ιστορίες μέσα σε αυτήν».

Αυτές οι μικρότερες ζωές όμως, που αποτελούν τη ζωή μας, μπορεί να έρθουν οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη και λίγο πριν από το τέλος. 
«Ναι! Ετσι ακριβώς έγινε και με τη Σάνο. Ξεκίνησε από ένα μέρος στην Τουρκία, που δεν είναι καν μια κουκκίδα στον χάρτη, και ήρθε στη μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, τη Νέα Υόρκη, όπου έπρεπε να περάσουν 80 χρόνια και τώρα στο τέλος της ζωής της έγινε τόσο γνωστή στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Για αυτήν όμως το πιο σπουδαίο είναι ότι στη Βόρεια Ελλάδα την αποκαλούν “γιαγιά όλων των Ποντίων”».

Τα όνειρα που έχουν οι άνθρωποι πρέπει να είναι μεγαλύτερα από τις πληγές τους. Πιστεύετε ότι αυτές οι μεγάλες πληγές για ένα εννιάχρονο κορίτσι, όπως ήταν τότε η μητέρα σας, το έκαναν να έχει ακόμη μεγαλύτερα όνειρα; 


«Μερικοί άνθρωποι δεν ξεπερνούν ποτέ τις πληγές τους και δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να πάει μπροστά και να προοδεύσει. Αυτό μπορεί να συμβεί για πολλούς λόγους, ακόμη και για λόγους ενοχής. Όπως η ενοχή του “γιατί επέζησα εγώ, ενώ οι άνθρωποι που αγαπούσα δεν επέζησαν;”. Έτσι, δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να ζήσει πραγματικά, γιατί δεν του συγχωρούν το γεγονός ότι επέζησε. Η Σάνο ποτέ δεν είπε “γιατί επέζησα;”, πολλές φορές μου είπε το εξής: “Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι ήμουν ένα μικρό κορίτσι με άγνοια, που απλώς ήθελα να επιβιώσω. Ένιωθα ότι αυτό ήταν το καθήκον μου. Αυτό μόνο”. Βέβαια, ήταν πολύ θλιμμένη και πληγωμένη για ό,τι συνέβη στους δικούς της ανθρώπους και αυτό που δεν ήθελε με τίποτε είναι να ξεχαστεί η οικογένειά της και ό,τι έγινε σε όλους αυτούς τους ανθρώπους τότε. Το βιβλίο μου της έδωσε τη σιγουριά που περίμενε ότι δεν θα ξεχαστούν».



Η Thea Ηalo  από την παρουσίαση του βιβλίου της στην Ελλάδα (Δημοτική Βιλιοθήκη Ψυχικού)

«Η μνήμη είναι ο μόνος δρόμος προς το σπίτι μας»


Terry Tempest William, Αμερικανός συγγραφέας  


Το «Ούτε το όνομα μου» είναι επίσης ένα βιβλίο για τα ωραία πράγματα της ζωής.

«Ήθελα να δείξω την ομορφιά του ελληνοποντιακού πολιτισμού, τουλάχιστον σε αυτά τα τρία χωριά, και τι χάθηκε πραγματικά, γιατί μόνο βλέποντας την ομορφιά αυτού που ήταν κάποτε μπορεί κανείς να καταλάβει πλήρως την τραγωδία και την αδικία αυτού που έχει καταστραφεί», λέει η Θεία Χάλο σε συνέντευξη που δόθηκε στον Khatchig Mouradian, Αρμένιο δημοσιογράφο της αρμενικής εφημερίδας Aztag του Λιβάνου το 2004.


«Εκθειασμός σ’  αυτό που χάθηκε, κάνει την ανάμνηση αγαπητή», είπε ο Σαίξπηρ.

Σε μια συνέντευξη, είπατε: «Να θυμάσαι, δεν σημαίνει να υποδαυλίζεις το μίσος μέσα και έξω. Το μίσος καταστρέφει ό,τι είναι καλό και καθαρό στο παρελθόν και στο παρόν. Σημαίνει απλώς να μην σβήσουμε αυτό που μας ανήκει.

«Δεν είναι εύκολο να ξεπεραστούν τα συναισθήματα μίσους, ιδίως για τα θύματα της γενοκτονίας και τους αμέσους απογόνους τους, έτσι δεν είναι;».

Η μητέρα μου έζησε αυτή τη Γενοκτονία. 
Έχασε όλη την οικογένειά της και την περιουσία της στην ηλικία των 10 ετών. Έζησε δίπλα-δίπλα με τους Τούρκους. Τα τουρκικά χωριά περιέβαλαν τα ελληνικά χωριά. Η μητέρα μου είπε ότι ανταλλάσσονταν προϊόντα και δεν είχαν πρόβλημα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι κανένας Τούρκος δεν επιτέθηκε ποτέ σε Έλληνα, Αρμένιο ή Ασσυρίο. Φυσικά, υπήρξαν κάποιοι, για διάφορους λόγους. 
Όμως, σε γενικές γραμμές ζούσαν ειρηνικά. Έχω ακούσει αμέτρητες ιστορίες των Αρμενίων, Ασσυρίων και των Ελλήνων, που εξιστορούν πώς οι Τούρκοι έχουν σώσει τις ζωές των οικογενειών τους. 
Η μητέρα μου λέει ότι πρέπει να κατηγορηθούν εκείνοι που ευθύνονται, δηλαδή η τουρκική κυβέρνηση. 
Αν αρχίσουμε να διακρίνουμε τους ανθρώπους σε μια χώρα και να ξεχάσουμε ότι όσα διέπραξαν  ήταν αντικείμενο  επιβολής μιας πολιτικής  από την κυβέρνηση, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να απαλλαγούμε από το μίσος. 
Η φυλετική νοοτροπία είναι διάχυτη και συνεχίζεται χωρίς διακοπή μέχρι σήμερα, γιατί υπάρχουν μίση που πάνε πίσω χιλιάδες χρόνια μεταξύ σχεδόν όλων των φυλών του κόσμου. Πρέπει να μάθουμε να αναγνωρίσουμε το παρελθόν χωρίς να το ξαναζούμε.

Δεν καταλαβαίνουμε πόσο το παρελθόν μας έχει επηρεάσει. Επειδή γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Υόρκη, μπορώ να πω ότι δεν επηρεάστηκα, αλλά δεν είναι αλήθεια. 
Οι γονείς μου έζησαν τη γενοκτονία. Με μεγάλωσαν και δεν ξέρουμε με τι λεπτούς τρόπους, η ζωή και οι δυσκολίες τους μας έχουν επηρεάσει. 
Είμαστε προϊόν των γονιών μας. Αν δεν αναγνωρίσουμε το παρελθόν τους, και δεν το αγκαλιάσουμε σαν μέρος του εαυτού μας, δεν θα αγκαλιαστούμε πλήρως. Μόνο όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε από πού προερχόμαστε μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε ποιοι είμαστε.


H Thea Halo στον φωτεινό χάρτη του Πόντου αναζητάει το χωριό της τον Άγιο Αντώνιο
Σύλλογος Ποντίων στο Χορτοκόπι Καβάλας

Και πότε φτάσατε εσείς η ίδια σε αυτή την κατανόηση;


Καταρχάς όταν επισκέφθηκα την Τουρκία. Ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα να συνδέομαι με την κληρονομιά μου. 
Εδώ στην Αμερική, κανείς δεν ξέρει ποιοι είναι οι Έλληνες του Πόντου. 
Και όλοι μου λένε ότι δεν μπορώ να είμαι Ασσύρια, επειδή οι ​​Ασσύριοι δεν υπάρχουν πια. 

Σκέφτηκα:  «Πώς μπορώ να είμαι κάτι που δεν υπάρχει;»
Δεν είχα κληρονομιά μέχρι να σταθώ στη γη της μητέρας μου, και έπειτα του πατέρα μου. 
Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να συνδέομαι με αυτούς τους ανθρώπους, που είναι τελικά ο λαός μου.
 Και αφού έγραψα την ιστορία της μητέρας μου, που περιείχε τη Γενοκτονία των Ποντίων, των Ασσυρίων και των Αρμενίων, ξεκίνησα να κάνω έρευνες για τη γενική ιστορία, για το βιβλίο, και συνειδητοποίησα πόσο σημαντική ήταν η ιστορία τους.
 Η σκέψη ότι  λαοί αυτοί είχαν ζήσει σε μια γη για τρεις χιλιάδες χρόνια και περισσότερο, είναι μια πολύ ισχυρή διαθήκη και δεν  μπορούν απλώς να αφαιρεθούν από το πρόσωπο γης και ούτε μπορεί η μνήμη τους να πάψει να υπάρχει, εδώ αλλά και όπου αλλού στη γη! 

Αυτό που σίγουρα ολοκληρώνει μια γενοκτονία, είναι όταν κανείς δεν έχει ακούσει για τον λαό σου. 
Κάποιοι  με ρωτούν γιατί ονόμασα το βιβλίο μου «Ούτε το όνομά μου». 
Ο λόγος είναι ότι η μητέρα μου έχασε τα πάντα, την οικογένεια της, το σπίτι της, τη γλώσσα της και τη χώρα της, ακόμη και το όνομά της. 
Αλλά πολλοί Έλληνες Πόντιοι και Ασσύριοι, μου είπαν ότι ο τίτλος έχει μεγαλύτερη σημασία γι 'αυτούς.
Σημαίνει ότι ακόμη και τα επίθετα, Έλληνας Πόντιος και Ασσύριος, χάθηκαν από τον κόσμο. 

Ήταν μια ενδιαφέρουσα αποκάλυψη για μένα.

Πολλοί Αρμένιοι αποδίδουν μεγάλη σημασία στα εδάφη που έχασαν. Γενοκτονία για αυτούς δεν είναι «απλώς» η εξόντωση ενάμιση εκατομμυρίου Αρμενίων, αλλά και η απέλαση ενός ολόκληρου λαού από τη γη του, καθώς και η εξόντωση ενός πολιτισμού.
 Όταν μιλάτε για την «γη του πατέρα σας» και τη «γη της μητέρας σας», τρέφεστε με  τα ίδια συναισθήματα;

Σχεδόν κάθε αρχαίος πολιτισμός έχει αυτό το δεσμό με τη γη. 
Τι άλλο είναι ένα μέρος που το ονομάζουμε «σπίτι μας»; 
Όταν στάθηκα σε αυτή τη γη, για πρώτη φορά στη ζωή μου, μπόρεσα να αισθανθώ πραγματικά τους προγόνους μου, τους παππούδες μου.
Έγιναν πραγματικότητα για μένα, για πρώτη φορά. 
Ήταν μέρος αυτής της γης τους, όπως τα βράχια, τα δέντρα, τα βότανα. 
Ο ιδρώτας τους και το αίμα τους ανακατεύτηκε με τη γη για χιλιάδες χρόνια. 
Πώς μπορεί κάποιος να φύγει μακριά, χωρίς να αισθανθεί ότι ένα μέρος του εαυτού του έμεινε πίσω, όπως ένα ακρωτηριασμένο χέρι ή πόδι που εξακολουθεί να στέλνει μηνύματα στον εγκέφαλο, ακόμη και όταν δεν είναι εκεί. 
Μια μέρα η μητέρα μου είπε: «Ξέρεις, όταν γεννηθείς σε μια χώρα, υπάρχει πάντα ένα κομμάτι του εαυτού σου που εξακολουθεί να αισθάνεται ότι αυτή η χώρα είναι το αληθινό σπίτι σου.»




Η Sano Halo (Eυθυμία Βαρυτιμιάδου) πέθανε στα 105 της χρόνια φέτος στις 30 Απριλίου 2014. 

Στις  9 Μαΐου του 2009 η Γιαγιά του Πόντου γιόρτασε τα εκατοστά γενέθλιά της στη Μονή της Παναγίας Σουμελά στο Νιου Τζέρσεϊ των ΗΠΑ.

Στις 12 Ιουνίου 2009 είχε απονεμηθεί τιμητικά η ελληνική υπηκοότητα σε μητέρα και κόρη, κάτι το οποίο αποτελούσε διακαή πόθο και των δύο και βέβαια πάγιο αίτημα των Ποντίων της Αμερικής. 

Έφυγε από τη ζωή η Sano Halo (Eυθυμία Βαρυτιμιάδου)