Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

«Στους χώρους του μουσείου βασίλευε μια εκκλησιαστική σχεδόν σιγή», Μουσείο Ντοστογιέφσκι, Αγία Πετρούπολη


Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky by Ilya Glazunov


Η Αγία Πετρούπολη του Ντοστογιέφσκι

Τα ταξίδια που συνηθίζουμε να τα λέμε «ζωής» τα ονειρευόμαστε χρόνια, τα σχεδιάζουμε μήνες, τα πραγματοποιούμε σε λίγες μέρες - για τόσες μόνο φτάνουν τα λεφτά μας - αλλά «τρεφόμαστε» απ' αυτά για όλη την υπόλοιπη ζωή μας με εικόνες κι ιστορίες.

Η Αγία Πετρούπολη, χτισμένη πάνω στα οστά 100.000 εργατών που χάθηκαν από σκορβούτο, δυσεντερία, ελονοσία, για να πάρουν μορφή τα εξευρωπαϊστικά όνειρα του Πέτρου, ήταν για μένα η Πετρούπολη του Πούσκιν, του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι. Όχι μόνο, αλλά πιο βαθιά, τη δική τους Πετρούπολη γνώριζα, σ' αυτήν είχα περπατήσει παρέα με τους ήρωες των έργων τους, σ' αυτήν ταξίδεψε το μυαλό και η καρδιά, πριν αξιωθούν να πατήσουν και τα ποδάρια. 


Nikolai Gogol's "Nevsky Prospekt", with illustrations by Mikhail Bychkov


Η Αγία Πετρούπολη «είναι μια πόλη μισότρελων», θα πει ένας από τους ήρωες στο «Έγκλημα και Τιμωρία» κι αλλού, στο ίδιο βιβλίο, ο Ντοστογιέφσκι, διά στόματος του ήρωά του Σβιντριγκάιλοφ, θα περιγράψει καλύτερα από κάθε άλλο Ρώσο συγγραφέα την ανάποδη όψη της αυτοκρατορικής πόλης με το αναστρέψιμο ντεκόρ της, τόσο πρόσφορο στο σάπισμα της ψυχής: «Είναι δύσκολο να βρεθεί άλλος τόπος όπου η ανθρώπινη ψυχή να πιέζεται από τόσο μιασματικές, τόσο πένθιμες και τόσο παράξενες επιδράσεις όσο εδώ στην Πετρούπολη».



Ο Ρασκόλνικοφ, καθώς περιπλανιέται στην αγορά, αντιλαμβάνεται "τη ζέστη του δρόμου, την έλλειψη αέρα, την έντονη δραστηριότητα και τους σοβάδες, τις σκαλωσιές, τα τούβλα και τη σκόνη, αυτή την ιδιαίτερη δυσοσμία της Αγίας Πετρούπολης και τους πολυάριθμους μεθυσμένους, που ολοκλήρωναν την αηδιαστική μιζέρια του θεάματος"

_____________________

Μια όμορφη και μοιραία πόλη, με τις επιβλητικές προσόψεις των παλατιών, τα κανάλια και τις προκυμαίες, μοιάζει να ξεπηδά από τα στάσιμα νερά των φιλανδικών ελών! Αρκεί μια πλημμύρα κι ο ήρωας του Πούσκιν στον «Μπρούτζινο ιππότη» θα δει την τρομακτική ανάποδη όψη της «Βενετίας του Βορρά»: περήφανα μνημεία να σκορπίζονται σε μια άμορφη οπτασία από ερείπια, δοκάρια και φέρετρα που πλέουν στο Νέβα.




Πίσω από την απατηλή λάμψη όλου αυτού του αρχιτεκτονικού οικοδομήματος, την πρωτεύουσα με τους αυτοσχέδιους Ευρωπαίους «αχθοφόρους», όπως έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, «που κουβαλάνε στους ώμους τους ένα ευάρεστο φορτίο», μόνο και μόνο για «την απόλαυση της μίμησης», την πόλη που «ξυπνάει το πρωί με χασμουρητά, κάνει τις δουλειές της με χασμουρητά, πάει για ύπνο με χασμουρητά», κρύβονται λαϊκές συνοικίες με βρωμερές τρώγλες, μουχλιασμένα κτίρια με δύσοσμες αυλές, κακόφημα κέντρα, οίκοι ανοχής και πολύπλοκα δρομάκια με το ύποπτο αμυδρό φως των φαναριών μέσα στην ομίχλη· «η πόλη η πιο αφηρημένη και η πιο συγκεκριμένη του κόσμου»



Fritz Eichenberg, Illustration for "Crime and Punishment" by Fyodor Dostoevsky. 
 [Girl on bench], 1938
_______________


Όπως ο σώφρων Γκολιάντκιν, ο ήρωας του Διπλού ανθρώπου, η Πετρούπολη έχει κι αυτή το άλλο της πρόσωπο, από το οποίο το έργο του Ντοστογιέφσκι αντλεί τη δύναμή του. Αυτό το σύμφυρμα πέτρας και δυστυχίας βαραίνει πάνω στη μοίρα των ηρώων του. Ολόκληρη η πόλη, μέχρι και το κλίμα της, ρυθμίζει το χαρακτήρα των γεγονότων και τις συγκρούσεις των μυθιστορημάτων του. Πράγματι , η Πετρούπολη ποτέ δεν ήταν πιο μοιραία για τους ήρωες του Ντοστογιέφσκι όσο την εποχή των Λευκών Νυχτών: «Ούτε μέρα, ούτε νύχτα, ούτε σκιά, ούτε φως». Αυτές οι λευκές νύχτες, σαν τα έλη του Νέβα, διεγείρουν τα πάθη, βουτώντας τα μέσα σε μια ατμόσφαιρα καθαρτηρίου.



Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Λευκές Νύχτες

______________

Μια απ’ αυτές τις νύχτες ο Πρίγκηπας Μίσκιν κάθεται σ’ ένα παγκάκι του Καλοκαιρινού Κήπου και μια επίσης από τις νύχτες αυτές ανακαλύπτει στο δωμάτιο του Ραγκόζιν, πίσω από τις κουρτίνες της κρεβατοκάμαρας, το μαχαιρωμένο σώμα της Ναστάζια Φιλίπποβνα τυλιγμένο μέσα σε ύφασμα βουτηγμένο στο κερί για μην αποσυντεθεί από τη ζέστη.

In the Summer Garden. 
Illustration to Dostoevsky's novel "The Idiot" by Ilya Glazunov
________________

«Λευκές νύχτες» δεν προλάβαμε στα τέλη Ιουλίου, αρχές Αυγούστου και, σε δυο μόνο μέρες παραμονής και εντατικών ξεναγήσεων στην Πετρούπολη, ούτε στα χνάρια του Ντοστογιέφσκι και των ηρώων του προλάβαμε να βαδίσουμε. Καταφέραμε όμως, εκτός προγράμματος και με το ρολόι στο χέρι να τρυπώσουμε, λίγο πριν κλείσει, στο σπίτι – μουσείο του, εκεί που έζησε τα τελευταία του χρόνια και άφησε την τελευταία του πνοή. 

Αμέσως μετά την - υποχρεωτικά επί τροχάδην - ξενάγηση στο εμβληματικό, αλλά αχανές και  χλιδάτο Ερτμιτάζ, την περιήγηση στο μισοφωτισμένο τούτο σπίτι με την «εκκλησιαστική σχεδόν σιγή», ναι, θα μπορούσες και να την πεις «προσκύνημα». 








Η τελευταία μετακόμιση

Η Οικία - Μουσείο Ντοστογιέφσκι (Mузей Ф. М. Достоевского) βρίσκεται στον αριθ. 5 της οδού Kuznechny, στην Αγία Πετρούπολη. Είναι το τελευταίο από τα πολλά σπίτια που κατοίκησε ο Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ένα απλό, αρκετά συνηθισμένο σπίτι της Αγίας Πετρούπολης, που δεν διακρίνεται για τα αρχιτεκτονικά του πλεονεκτήματα, έγινε ένα από τα πιο ελκυστικά αξιοθέατα της Αγίας Πετρούπολης, λόγω του ότι ο Ντοστογιέφσκι έζησε και πέθανε εδώ.




Ο Ντοστογιέφσκι, αν και έζησε στην Αγία Πετρούπολη επί 28 συνολικά χρόνια, δεν απέκτησε ποτέ δικό του σπίτι. Πάντοτε νοίκιαζε τα σπίτια που κατοικούσε και μετακόμισε είκοσι φορές σε ανόμοια μεταξύ τους, σπίτια και σε πολλές, διαφορετικές μεταξύ τους τοποθεσίες. Ποτέ δεν έζησε περισσότερο από τρία χρόνια στην ίδια περιοχή και είχε πάντοτε την έμμονη συνήθεια να κατοικεί σε γωνιακά διαμερίσματα, με τα παράθυρά τους να έχουν θέα σε δύο δρόμους, και να είναι κοντά σε μια εκκλησία, ώστε να μπορεί να ακούει τις καμπάνες: αυτή η μουσική καταπράυνε το πνεύμα του. 


Το τελευταίο σπίτι, όπου έζησε και πέθανε ο Ντοστογιέφσκι, λίγους μήνες πριν συμπληρώσει τα εξήντα, ανάμεσα στην Προσπεκτίβα Κουζνέκνυ και την παλιά οδό Γιάμσκαγια, σήμερα οδό Ντοστογιέφσκι, ικανοποιούσε όλες αυτές τις απαιτήσεις του. Ακόμα και σήμερα όσοι το επισκέπτονται μπορούν να ακούσουν τους χτύπους της καμπάνας της ορθόδοξης εκκλησίας του Βλαδίμηρου, εκεί κοντά, να καλούν τους πιστούς σε προσευχή.



H θέα από το σπίτι προς το δρόμο. 
 Διακρίνεται ελάχιστα στα αριστερά η εκκλησία του αγίου Βλαδίμηρου



Καθεδρικός Ναός της Παναγίας του Βλαντιμίρ, 1880

_____________


Ο Ντοστογιέφσκι έζησε σε αυτή τη διεύθυνση από το τέλος του 1845 έως τα τέλη Απριλίου - αρχές Μαΐου 1846. Εδώ γράφτηκε «Ο Διπλός άνθρωπος».

Στη
συνέχεια, ο συγγραφέας θα επιστρέψει σε αυτό το σπίτι στις 5 Οκτωβρίου 1878. Στο διαμέρισμα 10 αυτού του σπιτιού στον 2ο όροφο, ο Ντοστογιέφσκι θα ζήσει μέχρι το θάνατό του, στις 28 Ιανουαρίου του 1881. Την εποχή αυτή ο συγγραφέας βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του και εδώ ολοκλήρωσε το τελευταίο μεγάλο έργο του «Αδελφοί Καραμαζόφ»

(1880).

Ε
δώ ολοκληρώθηκε επίσης «Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα», με προσωπικά κείμενα, άρθρα, δοκίμια, σχόλια, αλλά και διηγήματα του Ντοστογιέφσκι, που δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Ρωσίας από το 1873. Η έκδοση του Ημερολογίου ολοκληρώθηκε το 1877 και μόνο τρία χρόνια αργότερα το 1880 κυκλοφόρησε το τεύχος, που περιελάμβανε τον περίφημο «Λόγο για τον Πούσκιν» (τον εκφώνησε ο Ντοστογιέφσκι με αφορμή την αποκάλυψη του μνημείου Πούσκιν στη Μόσχα) καθώς και ένα τελευταίο τεύχος, που κυκλοφόρησε στις 29 Ιανουαρίου 1881, την επομένη του θανάτου του.


Από τα επίσημα εγκαίνια του μνημείου Πούσκιν στη Μόσχα στις 6 Ιουνίου 1880 


Οικογενειακά δράματα...

Ο
 Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, η Άννα Γκριγκόρεβνα και τα παιδιά τους Lyubov – εννέα ετών – και  Fedya – επτά ετών -  μετακόμισαν στο σπίτι αυτό, τον Οκτώβρη του 1878, για να ξεφύγουν από το διαμέρισμα όπου είχε πεθάνει ο μικρός Αλεξέι. 

Lyubov, Fedya



Ο Ντοστογιέφσκι ήταν δύο φορές παντρεμένος. Από τον πρώτο γάμο του με την Μαρία Ντμιτρίεβνα Ισάγιεβα δεν είχε παιδιά. Στις 15 Φεβρουαρίου 1867, παντρεύεται την Άννα Γκριγκόριεβνα Σνίτκινα, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία δύο μόνο επέζησαν.

Η
 πρώτη κόρη, η Sonya γεννήθηκε το 1868 στη Γενεύη και πέθανε τρεις μήνες αργότερα από πνευμονία. Η δεύτερη κόρη, η Lyubov  γεννήθηκε στη Δρέσδη το 1869, ο Fyodor (Fedya) στην Αγία Πετρούπολη το 1871 και τον Αύγουστο του 1875, στην  κωμόπολη Staraya Russa όπου η οικογένεια περνούσε το καλοκαίρι της, γεννήθηκε το τέταρτο παιδί ο  Alexey (Alyosha).

Την άνοιξη του 1878, ο τρίχρονος Αλεξέι πέθανε από επιληπτική κρίση. Αυτή ήταν, ίσως, η πιο μεγάλη από τις πολλές τραγωδίες της ζωής του βασανισμένου συγγραφέα που αγαπούσε ιδιαίτερα τον Αλεξέι, με μια σχεδόν οδυνηρή αγάπη, σαν να είχε το μυστικό προαίσθημα ότι σύντομα θα τον χάσει». Η τραγική εμπειρία του συγγραφέα αντανακλάται στο μυθιστόρημα «Αδελφοί Καραμαζόφ», το οποίο έγραφε το 1878-1880.


Aloysha Dostoevsky



Στο διαμέρισμα της οδού Kuznechny....

«Μετά την επιστροφή μας στην Αγία Πετρούπολη το φθινόπωρο [από την Staraya Russa], αποφασίσαμε να μην μείνουμε στο διαμέρισμα, που ήταν γεμάτο αναμνήσεις από το μικρό μας αγόρι και εγκατασταθήκαμε στο διαμέρισμα της οδού Kuznechny ...»

«Το
 διαμέρισμά μας αποτελείται από έξι δωμάτια, μια τεράστια  αποθήκη για βιβλία, ένα μπροστινό δωμάτιο και μια κουζίνα και βρίσκεται στον δεύτερο όροφο. Επτά παράθυρα βλέπουν στην οδό Kuznechny.

Οι επισκέπτες που ήθελαν να δουν τον  Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, συνήθως κατευθύνονταν από την είσοδο αριστερά και, κατά μήκος του διαδρόμου, στο σαλόνι. Η μπροστινή πόρτα οδηγούσε κατευθείαν σε μια μικρή τουαλέτα και από κει  στο παιδικό δωμάτιο», γράφει στις Αναμνήσεις της η σύζυγος του Ντοστογιέφσκι, Άννα Γκριγκόριεβνα. 

Στο χωλ της εισόδου βρίσκονται οι ομπρέλες και το καπέλο του Ντοστογιέφσκι.

















Το παιδικό δωμάτιο


Μολονότι δημοσίως ο Ντοστογιέφσκι ήταν βλοσυρός και χωρίς χιούμορ, υπήρξε στοργικός και τρυφερός πατέρας. Έδινε μεγάλο βάρος στην ανατροφή των παιδιών και βοηθούσε στο μπάνιο και στο τάισμα, σε αντίθεση με τους άντρες της εποχής του. Πίστευε ότι η ζωή χωρίς παιδιά δεν έχει κανένα νόημα. «Η ψυχή γιατρεύεται όταν είσαι κοντά σε παιδιά», συνήθιζε να λέει.

Ιδι
αίτερη σημασία έδινε και στην εκπαίδευση των παιδιών. Συχνά τους διάβαζε μεγαλοφώνως βιβλία Ρώσων και Ευρωπαίων συγγραφέων, που είχε γνωρίσει και αγαπήσει από τα νεανικά του χρόνια: Πούσκιν, Γκόγκολ, Ντίκενς, Hoffmann, Schiller, Hugo. Επίσης τους έφερνε σε επαφή με τη Βίβλο, χρησιμοποιώντας το βιβλίο που θυμόταν από την παιδική του ηλικία: «Εκατόν τέσσερις ιστορίες από την Παλαιά και τη Νέα διαθήκη»

Το
έξοχα διακοσμημένο παιδικό δωμάτιο περιέχει ένα ξύλινο αλογάκι, κούκλες και το «μουσικό» βιβλίο με τα παραμύθια που διάβαζε ο Ντοστογιέφσκι στα παιδιά του.











«Μπαμπά, πάρε μου ένα δώρο» , σημείωμα από τον επτάχρονο Φέντια.








Το δωμάτιο της Άννας Γκριγκόριεβνα

Το
 δωμάτιο της Άννας Γκριγκόριεβνα θυμίζει γραφείο μιας γυναίκας με έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα. Όλη της η ζωή ήταν αφιερωμένη στο σύζυγό της. Η Άννα ήταν γι αυτόν «η γυναίκα κι η μητέρα, η γραμματέας, ο αρχειοφύλακας κι η οικονόμος». Ο Ντοστογιέφσκι αναγνώριζε και εκτιμούσε την επίδρασή της Άννας στη ζωή του· «Είσαι η μόνη γυναίκα που με κατάλαβε», της γράφει και της αφιερώνει το τελευταίο και σπουδαιότερο μυθιστόρημά του, τους αδελφούς Καραμαζόφ.

Μετά το θάνατο του Ντοστογιέφσκι, η Άννα Γριγκόριεβνα πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της (37 χρόνια) συλλέγοντας υλικό για τη ζωή του συζύγου της και δημοσιεύοντας τα γραπτά του.

















Η Τραπεζαρία

Όλη η οικογένεια συγκεντρωνόταν στην τραπεζαρία μόνο το βράδυ, για το δείπνο. Ο Ντοστογιέφσκι από τα νεανικά του χρόνια συνήθιζε να δουλεύει τη νύχτα, απερίσπαστος, με απόλυτη ησυχία. Άρχιζε να εργάζεται στις 11-12 μ.μ.και συνέχιζε μέχρι τις 5-6 το πρωί. Στη συνέχεια, ξάπλωνε, σηκωνόταν μετά το μεσημέρι, έφτιαχνε μόνος του το τσάι του, πολύ δυνατό - ήθελε να κρατάνε πάντα ζεστό το σαμοβάρι - και το έπινε στην τραπεζαρία. Το απόγευμα ήταν απασχολημένος με διορθώσεις, και στις 6 το βράδυ η οικογένεια συγκεντρωνόταν για το δείπνο, το οποίο τελείωνε στις 7. 

Του άρεσε επίσης - διηγείται η κόρη του Lyubov στις αναμνήσεις της - ο καυτός, αχνιστός καφές. Πήγαινε στο γραφείο με το φλιτζάνι του, κρατώντας ένα κηροπήγιο και μια πετσέτα στο αριστερό χέρι και το φλιτζάνι με τον καφέ στο δεξί. Προτιμούσε να μένει μόνος με τον καφέ του για λίγο και τον ενοχλούσε όταν κάποιος του 'πιανε την κουβέντα. Του άρεσε να κάθεται μόνος του μέχρι τις 8 ή τις 8 και μισή και μετά ντυνόταν και έβγαινε για μια βόλτα.












Το σαλόνι

Στα τέλη της δεκαετίας του 1870, ο Ντοστογιέφσκι  ήταν διάσημος συγγραφέας όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και στο εξωτερικό. Το 1878, η Αυτοκρατορική Ακαδημία Επιστημών τον εξέλεξε ως επίτιμο μέλος στο Τμήμα Ρωσικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. 

Πολλοί επισκέπτες έρχονταν να δουν τον Ντοστογιέφσκι με διάφορες ερωτήσεις και αιτήματα και κείνος προσπαθούσε να ανταποκριθεί σε όλα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 τον καλούσαν συχνά σε λογοτεχνικές βραδιές με φιλανθρωπικό σκοπό, όπου μιλούσε πολύ, διαβάζοντας αποσπάσματα από τα έργα του. Οι σύγχρονοί του δήλωναν ότι είχε ένα σπάνιο ταλέντο να μεταμορφώνεται εντελώς όταν διαβάζει κάποιο από τα έργα του.



Η γωνιά με τον καναπέ και το οβάλ τραπέζι αποκαταστάθηκε σύμφωνα με τα σχέδια της ανηψιάς του Ντοστογιέφσκι. 











Το κουτί καπνού Laverm, που ο Ντοστογιέφσκι φύλαγε τα τσιγάρα που έστριβε.
Πάνω στο κουτί, γραμμένο από το χέρι της κόρης του Λιούμποφ την ημέρα του θανάτου του Ντοστογιέφσκι: «Στις 28 Ιανουαρίου 1881, ο μπαμπάς πέθανε...» Την θλιβερή αυτή ημέρα, το κουτί ήταν στο γραφείο του συγγραφέα.
________________






Το Γραφείο

Π
εριστασιακοί επισκέπτες σπάνια έμπαιναν στο γραφείο του Ντοστογιέφσκι· εδώ δεχόταν μόνο στενούς του φίλους. Οι συγγενείς του θυμούνται ότι δεν του άρεσε η ακαταστασία στο γραφείο του και τον ενοχλούσε να μετακινούν τα χειρόγραφα, τα βιβλία ακόμα και την καρέκλα του από κει που τα είχε αφήσει ο ίδιος. Ήταν χώρος δημιουργίας και κανείς δεν είχε δικαίωμα να καταστρέψει αυτή την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που είχε.



Fyodor Dostoevsky (woodcut by Vladimir Favorsky,1929)


Konstantin Vasiliev. Fyodor Dostoyevsky. 1976



Ο Ντοστογιέφσκι στο τελευταίο του γραφείο, Oleg Leonov, 1992 

__________________

Λίγο μετά το θάνατο του Ντοστογιέφσκι, η Άννα Γκριγκόριεβνα κάλεσε τον φωτογράφο Vladimir Taube στο σπίτι, για να απαθανατίσει τους εσωτερικούς χώρους του γραφείου όπως ήταν όταν ζούσε ο συγγραφέας. Χάρη σε αυτές τις φωτογραφίες αποκαταστάθηκε ο χώρος στη σύγχρονη έκθεση.

Στο χώρο κυριαρχεί, φυσικά, το τραπέζι, συμπαγές και ευρύχωρο, καλυμμένο με πράσινη τσόχα και πάνω το δερμάτινο πορτοφόλι του, η πένα του, ένα κουτάκι για τα φάρμακά του. Πάνω από το τραπέζι κρέμεται μια θήκη για επιστολές και  χαρτιά.






  


Στις βιβλιοθήκες φυλάσσονται βιβλία που ήταν μέρος της βιβλιοθήκης του Ντοστογιέφσκι και στη γωνία κρέμεται μια εικόνα της Παναγίας με ασημένιο πλαίσιο.

Στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο υπάρχει το ρολόι, που ανήκε στο νεότερο αδελφό του Ντοστογιέφσκι, Αντρέι Μιχαηλόβιτς, με τους δείκτες του σταματημένους την ώρα του θανάτου του συγγραφέα στις 8.36 μ.μ. 





Η Μαντόνα του Ραφαήλ..


Αριστερά πίσω από το γραφείο υπάρχει ο καναπές - αρκετά πιστό αντίγραφο του αυθεντικού - όπου ο Ντοστογιέφσκι μπορούσε να ξαπλώσει για μια σύντομη ανάπαυση ανάμεσα στις ατελείωτες και πυρετώδεις αγρυπνίες του. 


Στον τοίχο πάνω από τον καναπέ υπάρχει ένα αντίγραφο του αγαπημένου του πίνακα «Madonna Sistina» του Ραφαήλ. Επί σχεδόν 150 χρόνια η «Madonna Sistina» απολάμβανε στη Ρωσία μια αφοσίωση που άγγιζε τα όρια της λατρείας.

Ο ίδιος πίνακας της «Madonna Sistina», σύμφωνα με μαρτυρία του γιου του Τολστόι, Σεργκέι, κρεμόταν και στην Yasnaya Polyana. Ακόμα μια σύμπτωση είναι ότι και οι δύο λιθογραφίες δόθηκαν στους δύο συγγραφείς που, παρεμπιπτόντως δεν συναντήθηκαν ποτέ, από το ίδιο πρόσωπο: τη χήρα του ποιητού κόμητα Αλεξέι Τολστόι, την κόμισσα Σοφία Τολστόι· στον Τολστόι, όταν ήταν νέος, στον Ντοστογιέφσκι ως δώρο στα προτελευταία του γενέθλια, ένα χρόνο πριν πεθάνει. Αυτά τουλάχιστον υποστηρίζει σε βιβλίο του ο γιος του Τολστόι, Ilya Lvovich Tolstoy.

Η Άννα Γκριγκόριεβνα γράφει σχετικά με τον πίνακα στις Αναμνήσεις της: 
«Πιο συχνά στα 1879-80, ο άντρας μου πήγαινε να επισκεφθεί τη χήρα του ποιητού κόμητα Αλεξέη Τολστόη, την κόμησα Σοφία Τολστόη. Είταν μια γυναίκα με μεγάλη εξυπνάδα, πολύ μορφωμένη και καλλιεργημένη. Εχτός απ' την αξιοπρόσεχτη εξυπνάδα της, η κόμησα είχε μια πολύ ευαίσθητη καρδιά και θα θυμάμαι σ’ δλη μου τη ζωή μ’ ευγνωμοσύνη πόσο μπορούσε να εύχαριστεί τον άντρα μου. Μιλώντας μια μέρα μαζί μου για την Πινακοθήκη της Δρέσδης, ο Φέντια της είπε, ότι στη ζωγραφική, πάνω απ’όλα, έβαζε, τη Μαντόνα Σιξτίνα, και πρόσθεσε ταυτόχρονα, ότι λυπόταν που δεν μπόρεσε ακόμα να φέρει απ’ το Εξωτερικό μια καλή φωτογραφία εκείνου του πίνακα, που δεν μπορούσε κανείς να βρει στη Ρωσία.

Πέρασαν τρεις βδομάδες. Ένα πρωί βλέπω να έρχεται στο σπίτι μας ο Βλαντίμηρ Σολοβιόβ (ο άντρας μου κοιμόταν ακόμα) κρατώντας ένα πελώριο χαρτόνι που περιείχε μια εξαίσια φωτογραφία της Μαντόνα Σιξτίνα, σε φυσικό μέγεθος, αλλά χωρίς τα πρόσωπα που την περιβάλλουν. Ο Σολοβιόβ, που ήταν πολύ φίλος με την κόμησα με πληροφόρησε, πως εκείνη η ίδια είχε γράψει σε φίλους της στη Δρέσδη, και της είχαν στείλει αυτό το αντίτυπο. 

Η κόμησα παρακαλούσε τον άντρα μου να το δεχτεί σαν ενθύμιο. Αυτό έγινε κατά τα μέσα του Οκτώβρη του 1879. Τα γενέθλια του αντρός μου, ήταν στις 30 του ίδιου μηνός. 

Αποφασίσαμε να βάλουμε τη φωτογραφία σε μια κορνίζα και να την παρουσιάσουμε στον Φεόντορ Μιχαήλοβιτς στις 30 τού Οχτώβρη. Παρακάλεσα τον Σολοβιόβ να ευχαριστήσει θερμά την κόμησα Τολστόη, και να την ειδοποιήσει ότι ο άντρας μου δε θα ’βλεπε την εικόνα πριν απ’ την ημέρα των γενεθλίων του.

Το πρωί στις 30 του Οχτώβρη, τη στιγμή που ήρθε ο άντρας μου να πάρει το τσάι στην τραπεζαρία, κρεμάσαμε τον πίνακα στον τοίχο της κάμαράς του, πανω απ’ το κρεβάτι του. Ύστερα απ’ τα καθιερωμένα συγχαρητήρια, ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιό του με τα παιδιά. Η έκπληξή του ήταν μεγάλη όταν άξαφνα είδε τον αγαπημένο του πίνακα.

«Πού τον βρήκες Άννια; με ρώτησε, νομίζοντας πως εγώ τον είχα αγοράσει. Όταν τον πληροφόρησα πως ήταν δώρο της κόμησας Τολστόη, συγκινήθηκε βαθύτατα και πήγε να την ευχαριστήσει την ίδια μέρα.

Πόσες φορές κείνη τη στερνή του χρονιά, δεν τον βρήκα όρθιο μπροστά σ’ αυτόν τον πίνακα, σε μια τέτοια έκσταση, που δε με αντιλαμβανόταν όταν έμπαινα. Τότε έφευγα πάλι αθόρυβα για να μην ταράξω την έξαρσή του.»


Άννα Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκη, Ο Ντοστογιέφσκη και γω, μτφρ. Σ. Βουρδουμπά, εκδόσεις Γκοβόστη (σελ. 308 - 309)


Ο Ντοστογιέφσκι έβλεπε τη «Madonna Sistina» ως «την υψηλότερη εκδήλωση της ανθρώπινης μεγαλοφυίας», «το σύμβολο της πίστης και της ομορφιάς που θα ήταν η σωτηρία του κόσμου». Ο πίνακας ήταν έμμονη ιδέα του Ντοστογιέφσκι και η εικόνα του εμφανίζεται σε πολλά από τα μυθιστορήματά του, όπως στο «Έγκλημα και  τιμωρία» και στους «Δαιμονισμένους»

Raffael, Madonna Sistina, 1513 – 1514, Πινακοθήκη της Δρέσδης


[....] όσο για τη Μαντόνα Σιστίνα, αυτή κρεμόταν σ’ έναν τοίχο ανάμεσα σε δυο παράθυρα, έτσι που το φως έπεφτε λοξά πάνω της, και η μέρα ήταν συννεφιασμένη - ο πίνακας ήταν, θαρρείς, σκεπασμένος από αχλή, η Μαντόνα αιωρούνταν μέσα στα σύννεφα, που φαίνονταν να σχηματίζουν τον αιθέριο ποδόγυρο του χιτώνα της ή ίσως γίνονταν απλώς ένα μ’ αυτόν και κάπου στο κάτω αριστερό μέρος του πίνακα, κοιτώντας ευλαβικά τη Μαντόνα, ξεπρόβαλλε ένας απόστολος με έξι δάχτυλα στο χέρι του - τα μέτρησα εγώ ο ίδιος, ήταν πράγματι έξι - η φωτογραφία αυτού του πίνακα, που τη χάρισαν στον Ντοστογέφσκι την ημέρα των γενεθλίων του, πολλά χρόνια μετά το ταξίδι στη Δρέσδη, μόλις λίγο καιρό πριν πεθάνει, γιατί θεωρείτο ότι αυτός ήταν ο αγαπημένος του πίνακας, αν και ο αγαπημένος του πίνακας ήταν μάλλον ο Νεκρός Χριστός του Χόλμπαϊν του νεότερου, 


1867· περνώντας από τη Βασιλεία, ο Ντοστογιέφσκι παγώνει από τρόμο μπροστά στον πίνακα του Hans Holbein (1497- 1543), «Ο Χριστός νεκρός». Ακριβώς το ίδιο δέος κυριεύει τον Μίσκιν, που δεν μπορεί να υποφέρει τη θέα του πίνακα κρεμασμένου στο σπίτι του Ραγκόζιν. «Βλέποντας αυτό τον πίνακα, θα μπορούσε κανείς να χάσει την πίστη του! ...», αναφωνεί.
___________________


αυτή λοιπόν η φωτογραφία της Μαντόνας του Ραφαήλ, πλαισιωμένη από μια ξύλινη κορνίζα, κρέμεται πάνω από τον δερμάτινο καναπέ που πάνω του πέθανε ο Ντοστογέφσκι, στο Μουσείο Ντοστογέφσκι του Λένινγκραντ - η αιθέρια Μαντόνα κρατά λοξά, μισοκαθισμένο στην αγκαλιά της, ένα εξίσου αιθέριο βρέφος στα σπάργανα, σαν να το θηλάζει, όπως κάνουν οι τσιγγάνες, μπροστά σε όλον τον κόσμο, η έκφραση όμως του προσώπου της είναι κάπως αινιγματική, όπως της Τζοκόντα [.....]

Λεονίντ Τσίπκιν, Καλοκαίρι στο Μπάντεν - Μπάντεν, εισαγωγή Σούζαν Σόνταγκ, 
μτφρ. από τα ρωσικά Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ. 34)










«Το κοινότοπο γκρίζο κτίριο» της οδού Kuznechny


Στο βιβλίο του «Καλοκαίρι στο Μπάντεν – Μπάντεν», ο συγγραφέας – αφηγητής Λεονίντ Τσίπκιν επιβιβάζεται στο τρένο που πηγαίνει από τη Μόσχα στο Λένιγκραντ (την πάλαι ποτέ και μέλλουσα Αγία Πετρούπολη).

Είναι χειμώνας, τέλη Δεκέμβρη κι ο Τσίπκιν, ενώ κατευθύνεται προς το Λένινγκραντ, ταξιδεύει συνάμα μέσα στις ψυχές και τα σώματα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι και της συζύγου του Άννας Γκριγκόριεβνα, που νιόπαντροι, φεύγουν από την Αγία Πετρούπολη στα μέσα Απριλίου του 1867 για την Δρέσδη. Θα τους ακολουθήσει στα τέσσερα χρόνια της περιπλάνησής τους στην Δυτική Ευρώπη, στην επιστροφή τους στην Αγία Πετρούπολη και στο σπίτι της οδού Kuznechny, όπου ο συγγραφέας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και στεγάζει, από το 1971 το Μουσείο Ντοστογιέφσκι.

Ο Τσίπκιν, στο μοναχικό και σίγουρα όχι μοναδικό του προσκύνημα στον Ντοστογιέφσκι, φεύγει για μια βόλτα στην πόλη - η χειμωνιάτικη μέρα είναι μικρή και έχει ήδη αρχίσει να πέφτει σκοτάδι - «για να φωτογραφίσω το σπίτι του Ρασκόλνικοφ στο παλιό οίκημα των τοκογλύφων ή το σπίτι της Σόνιετσκα ή άλλα κτίρια όπου ο συγγραφέας τους έζησε στη διάρκεια της σκοτεινότερης και πιο απόκρυφης περιόδου της ζωής του, τα χρόνια που ακολούθησαν την επιστροφή του από την εξορία».

Συνεχίζοντας να περπατά, «οδηγούμενος από ένα είδος ενστίκτου», ο Τσίπκιν κατορθώνει να φτάσει «ακριβώς στο κατάλληλο σημείο» - «η καρδιά μου χτυπούσε γεμάτη χαρά και κάποιο άλλο ακαθόριστο συναίσθημα» - απέναντι από το τετραώροφο γωνιακό κτίριο της οδού Kuznechny.





..ένα γκρίζο γωνιακό σπίτι που μέσα στο σκοτάδι φάνταζε μαύρο..

[.... ] στα δεξιά μου υψωνόταν αόριστα λευκός ο όγκος του καθεδρικού ναού με τους τρούλους του να βυθίζονται μέσα στον μαύρο ουρανό - μπροστά μου βρισκόταν η αγορά Κουζνιέτσνι και πίσω δεξιά μου η εκκλησία Βλαντιμίρσκαγια - βγήκα ακριβώς στο σημείο που έπρεπε, και η καρδιά μου πλημμύρισε σχεδόν από χαρά κι από ένα άλλο, ακαθόριστο συναίσθημα - στ’ αριστερά της αγοράς Κουζνιέτσκι, ακριβώς στην απέναντι πλευρά του δρόμου, ξεχώριζε ένα τετραώροφο κτίριο με ημιυπόγειο, έτσι που σου έδινε την εντύπωση του πενταώροφου, ένα γκρίζο γωνιακό σπίτι που μέσα στο σκοτάδι φάνταζε μαύρο - ωστόσο η γωνία του σπιτιού δεν ήταν μυτερή αλλά επίπεδη, όπως σε πολλά γωνιακά σπίτια της Πετρούπολης, και σ’ αυτό το γωνιακό, επίπεδο σημείο ήταν βαλμένα στη σειρά παράθυρα και μπαλκόνια, και κάτω απ’ αυτό βρισκόταν η πόρτα στην οποία έμπαινες κατεβαίνοντας μερικά σκαλιά - η πόρτα έβγαζε στο φουαγέ που βρισκόταν στο ημιυπόγειο μαζί με το βεστιάριο και μια γυναίκα ήταν καθισμένη πλάι σε μια άλλη πόρτα, που έβγαζε στις σκάλες - αυτή πουλούσε εισιτήρια και τα εισιτήρια αυτά μπορεί κανείς να τα κρατήσει για σουβενίρ ή να τα πετάξει, επειδή κανείς δεν τα ελέγχει - εκτός αυτού, η γυναίκα σάς προτείνει το απλό φυλλάδιο του μουσείου, όπου με ένα μελαγχολικό τυπογραφικό κλισέ παρουσιάζονται το πορτρέτο του συγγραφέα και ο χώρος του γραφείου του, συνοδευόμενα από μερικές φράσεις του Σαλτικόφ-Σεντρίν, ή ένα μεταλλικό σηματάκι στο οποίο είναι σκαλισμένο το πρόσωπό του με τα εξογκώματα στο μέτωπό του - ανεβαίνοντας τη σκάλα βγαίνετε σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου γίνονται διαλέξεις, προβάλλονται κινηματογραφικές ταινίες ή διάφοροι ηθοποιοί διαβάζουν έργα του, ενώ στο δεύτερο και στο τρίτο πάτωμα, σε μια σειρά από δωμάτια με άψογα γυαλισμένο παρκέ που αναδίνει μια μυρωδιά κεριού, όπως στην εκκλησία, βρίσκεται η λογοτεχνική και αναμνηστική έκθεση - σε τραπεζάκια κάτω από κρύσταλλο, στους τοίχους, σε ειδικές βάσεις σταθερές ή περιστρεφόμενες βρίσκονταν αναρτημένα φωτοαντίγραφα των επιστολών του, οι πρώτες εκδόσεις των έργων του, πορτρέτα και φωτογραφίες δικές του και των μελών της οικογένειάς του και των συγχρόνων του, αποκόμματα εφημερίδων με γεγονότα που συνέβησαν στην Πετρούπολη εκείνη την εποχή, ανατυπώσεις φωτογραφιών σε μεγάλο μέγεθος με απόψεις της Πετρούπολης και του φρουρίου του Ομσκ, καθώς και της Φλωρεντίας, της Ρώμης και της Γενεύης (τόποι που επισκέφτηκε στα ταξίδια του στο εξωτερικό), εικονογραφήσεις των μυθιστορημάτων του, φωτογραφίες από σκηνές των έργων του που παίχτηκαν στο θέατρο και πλήθος άλλα ντοκουμέντα.





Στους χώρους του μουσείου βασίλευε μια εκκλησιαστική σχεδόν σιγή, που τη διέκοπτε μονάχα ο ευλαβικός ψίθυρος δυο τριών νεαρών που περιφέρονταν εκεί ή το θρόισμα των φύλλων του σημειωματάριου, στο οποίο κάτι σημείωνε με πάθος ένας νεαρός με σπυράκια στο πρόσωπο ή ακόμα και το ξερό τριζοβόλημα των λαμπτήρων φθορισμού, που άναβαν προσεκτικά οι ηλικιωμένες γυναίκες φύλακες, όταν κάποιος από τους επισκέπτες βρισκόταν σ’ ένα σημείο που χρειαζόταν φωτισμό, παρατώντας για μια στιγμή το πλεκτό τους - και κάπου κάπου τη σιωπή διέκοπτε μια απροσδόκητα δυνατή φωνή, που κάτι εξηγούσε γεμάτη αυτοπεποίθηση - πλησίαζε μια ομάδα σχολιαρόπαιδων με τον ξεναγό τους - η ομάδα ακολουθούσε αυστηρά την προβλεπόμενη μορφή επίσκεψης του μουσείου, ο χάρακας του ξεναγού πότε γλιστρούσε γρήγορα πάνω σε εκθέματα μικρότερης σημασίας, πότε επέμενε σε αντικείμενα τα οποία, κατά την άποψή του, παρουσίαζαν μεγαλύτερο γνωστικό ενδιαφέρον - οι μαθητές, που έστεκαν σε κάποια απόσταση από τον ξεναγό, τραβούσαν ο ένας τον άλλον από το μανίκι, έριχναν ματιές στις γωνίες και χαχάνιζαν 


Εκεί λοιπόν, στο τρίτο πάτωμα, αν θεωρήσει κανείς πάτωμα και το ημιυπόγειο, βρισκόταν το διαμέρισμά του - στον προθάλαμο, σε μια ειδική βάση, ήταν τοποθετημένη μια ομπρέλα με μεγάλη, γυριστή στην άκρη λαβή, φτιαγμένη από ελαφρά ξεθωριασμένο μαύρο καραβόπανο - υποτίθεται ότι με αυτή την ομπρέλα εκείνος έβγαινε για βόλτα, και στην κρεμάστρα ήταν κρεμασμένο ένα παμπάλαιο πλατύγυρο καπέλο να ήταν άραγε δικό του; 

Στο πρώτο δωμάτιο, προφανώς το σαλόνι, υπήρχαν κάτι παμπάλαιες βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία και δύο τρία τραπεζάκια τουαλέτας με μαρκετερί, που είχε μαυρίσει με τον καιρό, πάνω σ’ ένα απ’ αυτά τα τραπεζάκια υπήρχε ένα φύλλο τετραδίου με μερικές φράσεις γραμμένες μ’ έναν αδέξιο παιδικό γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή «Λιούμπα», στους τοίχους ήταν κρεμασμένες οικογενειακές φωτογραφίες της Άννας Γκριγκόριεβνα - μόνης της ή με τα παιδιά, τη Λιούμπα και τον γιο της τον Φέντια - στη μία από τις φωτογραφίες, που τραβήχτηκαν λίγο καιρό μετά τον θάνατο του πατέρα τους, η εντεκάχρονη Λιούμπα μοιάζει με ώριμη, απόλυτα σχηματισμένη κοπέλα, και τούτο τονίζεται ιδιαίτερα από τα ξέπλεκα μαλλιά και το μακρύ φόρεμα που σκεπάζει τα παπούτσια της - λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα της έφυγε από το σπίτι της μητέρας της και πήγε να μείνει μόνη της, δημιουργώντας ένα είδος σαλονιού και ζώντας όπως της έκανε κέφι, έτσι που η Άννα Γκριγκόριεβνα. βλέποντας κάποτε να βγάζουν από μια εκκλησιά το φέρετρο μιας κοπελίτσας, να αναφωνήσει: «Αχ, γιατί να μην είναι η κόρη μου αυτή που κουβαλάνε έτσι;» - λίγα χρόνια αργότερα η Λιουμπόφ Φιοντόροβνα έφυγε στο εξωτερικό, όπου ζούσε μια εντελώς μποέμικη ζωή, και σε τούτο συνέβαλλε εν μέρει η βαθιά ψυχική ανισορροπία της, ίσως δε και κάποια ψυχική πάθηση - εν πάση περιπτώσει, στα διαλείμματα των τακτικών κρίσεων κατάθλιψης που πάθαινε, πρόλαβε να καταγράψει τις αναμνήσεις από τον πατέρα της, τις οποίες οι κριτικοί του έργου του δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους, θεωρώντας ότι πολλά από τα περιστατικά τα οποία παρουσιάζει δεν είναι πειστικά, όσο για τους συλλογισμούς της είναι επιπόλαιοι και υποκειμενικοί· ειδικά η προσπάθειά της να αποδώσει στον Ντοοστογέφσκι νορμανδική καταγωγή θεωρείται απλώς μια έμμονη ιδέα - αυτό αποπειράται να τονίσει κυρίως ο Γκόρνφελντ, που έγραψε μια εισαγωγή στο βιβλίο της Λιουμπόφ Φιοντόροβνα όπου και η παραμικρή αμφιβολία ως προς το ότι ο Ντοστογέφσκι ανήκει στο ρωσικό έθνος αποτελεί την ύψιστη ιεροσυλία, αντιμετωπίζεται ως προσωπική προσβολή - όσο για τον γιο, τον Φέντια, μοιάζει σε αυτή τη φωτογραφία με επιμελή, αλλά μάλλον χαζό γυμνασιόπαιδο, και το κρανίο του έχει από φυσικού του ένα εκφυλισμένο σχήμα, κάτι που μοιάζει με κακοήθη γελοιογραφία του κρανίου του πατέρα του 

Η Anna Grigorievna και τα παιδιά της Lyubov και Fedya
________________


- ακολουθεί ένα άλλο δωμάτιο, το οποίο, πιθανότατα, ανήκε στην Αννα Γκριγκόριεβνα, κι αυτό με φωτογραφίες, και μάλιστα με μερικούς πίνακες κρεμασμένους στους τοίχους και ένα μικρό γραφείο - ακόμα ένα δωμάτιο με δύο πόρτες, εντελώς ασήμαντο και, τέλος, το δωμάτιο με το γραφείο εκείνου, πάνω στο οποίο βρίσκονταν βιβλία και χειρόγραφα, τσιγαρόχαρτα και μια ταμπακιέρα, δύο κεριά καμένα μέχρι τέλους, ένα μελανοδοχείο και ένα ημερολόγιο ανοιγμένο στην ημερομηνία του θανάτου του· και δίπλα στο γραφείο η εταζέρα με τα βιβλία, η οποία, κατά την εκδοχή της Άννας Γκριγκόριεβνα, όπως την παρουσιάζει στα Απομνημονεύματά της, έπαιξε μοιραίο ρόλο στην πνευμονική αιμορραγία που του παρουσιάστηκε όταν μια νύχτα προσπάθησε να τη μετακινήσει για να βρει την πένα του, που είχε πέσει από πίσω.


Λεονίντ Τσίπκιν, Καλοκαίρι στο Μπάντεν - Μπάντεν, εισαγωγή Σούζαν Σόνταγκ,

μτφρ. από τα ρωσικά Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ. 217 - 223)


Το Μουσείο είχε τη δική του ιστορία......

Στον προ-επαναστατικό ρωσικό τύπο, γράφονταν άρθρα που ζητούσαν να τοποθετηθεί σ’ αυτό το σπίτι αναμνηστική πλάκα και να ανοίξει εδώ ένα μουσείο αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Ωστόσο, αυτή η πρωτοβουλία δεν εφαρμόστηκε, και στα μετεπαναστατικά χρόνια έγινε σχεδόν αδύνατη.


Το 1917, η χήρα του συγγραφέα, Anna Grigorievna Dostoevskaya, εγκατέλειψε την Αγία Πετρούπολη και εγκαταστάθηκε στο κτήμα της στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Το 1918, πέθανε μόνη της, μακριά από τα παιδιά και τα εγγόνια της.
Όλα τα αντικείμενα που κάποτε βρίσκονταν στο σπίτι όπου ζούσε ο Ντοστογιέφσκι είχαν παραδοθεί πριν την αναχώρησή της από την Αγία Πετρούπολη σε μία αποθήκη και στη συνέχεια εξαφανίστηκαν. Τα περισσότερα χειρόγραφα του συγγραφέα, με μερικές εξαιρέσεις, συμπεριλήφθηκαν στα κρατικά αρχεία.




Η Anna Grigorievna με τα εγγόνια της Andrei and Fyodor

_____________________

Στα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, η μνήμη και το έργο του Ντοστογιέφσκι δεν ήταν σε μεγάλη εκτίμηση, για το λόγο ότι οι κοινωνικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις του ήταν ασυμβίβαστες με την επίσημη σοβιετική ιδεολογία. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ήταν δυνατό να δημιουργηθεί ένα μουσείο στο σπίτι όπου ζούσε. Στα χρόνια αυτά, το σπίτι της οδού Κουζνέτσνυ είχε παρακμάσει και είχε ματατραπεί από το καθεστώς σε κοινοτικά διαμερίσματα. Ωστόσο, ακόμα και τότε διάσημοι συγγραφείς και μελετητές υπενθύμιζαν στον Τύπο τη σημασία του Ντοστογιέφσκι στην ιστορία του ρωσικού πολιτισμού και μιλούσαν για την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα μουσείο στην πόλη, όπου πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του.

Το 1971, η 150η επέτειος από τη γέννηση του μεγάλου συγγραφέα, που γιορτάστηκε σε όλο τον κόσμο, υπήρξε καταλυτική για την ίδρυση του Μουσείου στο σπίτι της οδού Kuznechny. Το διαμέρισμα ανακαινίστηκε με βάση το υπάρχον υλικό στα κρατικά αρχεία της πόλης και τις μαρτυρίες των συγχρόνων του συγγραφέα.

Τα επίσημα εγκαίνια του Μουσείου Ντοστογιέφσκι έγιναν το Νοέμβριο του 1971 και αποτέλεσαν μέγιστο πολιτιστικό γεγονός στην τότε πόλη του Λένινγκραντ.

Μεγάλη υπήρξε η συμβολή στη δημιουργία του Μουσείου του εγγονού του συγγραφέα Andrei Fyodorovich Dostoevsky (1908-1968), ο οποίος είχε στην κατοχή του μια πολύτιμη συλλογή αφιερωμένη στη μνήμη του διάσημου παππού του και η οποία, αργότερα έγινε η βάση του μουσείου.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι συλλογές του μουσείου εμπλουτίστηκαν και με πολλά άλλα εκθέματα, ενώ η βιβλιοθήκη του μουσείου περιέχει 24.000 τόμους.

Σήμερα, σε άλλο χώρο, στο ίδιο κτίριο, φιλοξενείται πλούσια συλλογή με αντικείμενα, φωτογραφίες, αφίσες από θεατρικές παραστάσεις των έργων του συγγραφέα και η αλληλογραφία του με συγγενείς και φίλους. Πολύ χαμηλός φωτισμός που προκαλεί ατμόσφαιρα μυστηρίου στον επισκέπτη. Εδώ, ανάμεσα στα εκθέματα, υπάρχει και η νεκρική μάσκα του Ντοστογιέφσκι.






Η σκάλα στο σπίτι του Ρασκόλνικοφ, έργο του Β. Κostygov (1993)



Ένα απ’ τα βίτσια του Ντοστογιέφσκι δίνει μια μορφή συμβολική, χειροπιαστή, σ’ ό,τι είναι η ίδια η ουσία του "Είναι" του: η αρρωστιάρικη μανία για τα τυχερά παιχνίδια. Από μικρό παιδί έχει το πάθος των χαρτιών - αλλά μόνο στην Ευρώπη ανακαλύπτει το διαβολικό καθρέφτη της νευρικότητάς του: το Κόκκινο και το Μαύρο, τη ρουλέτα, αυτό το τόσο επικίνδυνο παιχνίδι μέσα στον πρωτόγονο δυϊσμό του. 

Η πράσινη τσόχα του Μπάντεν, η ρουλέτα του Μόντε-Κάρλο είναι οι εντονότερες εκστάσεις του στην Ευρώπη: τον υπνωτίζουν πιο πολύ απ’ τη Μοντάνα της Σιξτίνα, απ’ τα αγάλματα του Μιχαήλ Άγγελου, απ’ τα μεσημβρινά τοπία, απ’ την τέχνη και τον πολιτισμό ολόκληρου του κόσμου. Επειδή εκεί βρίσκει την ένταση, την τελεσίδικη απόφαση: μαύρο ή κόκκινο, μονά ή ζυγά, ευτυχία ή εκμηδένιση, χασούρα ή κέρδος - συμπυκνωμένα στα δευτερόλεπτα εκείνα που η ρόδα γυρίζει: η ένταση συγκεντρωμένη μέσα σ’ αυτή την αστραπή του πόνου ή της απόλαυσης, όπως τη λαχταράει η ιδιοσυγκρασία του.

Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Ο Παίκτης, εκδόσεις Γκοβόστη (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)




Μετά την αποφυλάκισή του στη Σιβηρία Στα δεξιά ο Ντοστογιέφσκι, παρέα με το φίλο του Chokan Valikhanov (φωτογραφία του N.Leibin, Semipalatinsk, 1858). 

Πηγές



Portrait of Fyodor Dostoevsky by Vasily Perov
___________