Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα τραγούδια λένε πάντα την αλήθεια..... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα τραγούδια λένε πάντα την αλήθεια..... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Απρίλης, ο μήνας ο σκληρός κι ευαίσθητος των στίχων...


«Spring Awakening», by Catrin Welz-Stein
______________

Ο Απρίλης — φημισμένος κηπουρός

Ο Απρίλης
— φημισμένος κηπουρός —
πήδηξε το πρωί στον χέρσο κήπο μου
κι ένα εξαίσιο έμπηξε τριαντάφυλλο.

Η άνοιξη,
κρυμμένη πίσω απ’ το τριαντάφυλλο,
βλέπει την έκπληξή μου και γελάει,
ενώ με την απέραντη χαρά μου
παρασημοφορεί τον μάγο κηπουρό.

Κική Δημουλά, 1η Απριλίου, Από τη συλλογή Ερήμην (1958)

István Csók: Spring Awakening, 1900
__________

Ήλιοι - Απρίλιοι...

Να είχαμε μιαν άνοιξη.
Μη γελάς.
Με πράγματα που δεν υπάρχουν μη γελάς.
Ας λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια
πως είναι Απρίλης.
Το λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων.
Εμένα μ’ εξαπατούνε οι θεοί
κάθε που αλλάζει ο καιρός,
κάθε που δεν αλλάζει.
Μη γελάς.
Έαρ δε γίνεται
με ρίμες
ήλιοι - Απρίλιοι,
ήλιοι - Απρίλιοι,
ομοιοκατάληκτες στιγμές,
χρόνος χρωμάτων,
στρέμματα φωτός,
χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν.

Κική Δημουλά, Oι λυπημένες φράσεις
(από Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)


Ohara Koson, Sparrows on bamboo tree
__________

Προσέχετε τα σπουργιτάκια τ' Απρίλη

Προσέχετε τα σπουργιτάκια τ' Απρίλη.
Μη νομίζετε πως είναι σαν τ' άλλα
που παίζουν με τις ρόδες του αυτοκινήτου
και φεύγουν μισή στιγμούλα πριν τα πατήσουν.
Αυτά μένουν και σκοτώνονται.

Κώστας Μόντης, από τη συλλογή «Στιγμές», 1958.

William Holman Hunt, Amaryllis
_________

Θυμάμαι ήταν Απρίλης...

…Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το αν-
           θρώπινο βάρος σου
Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία
Όπως την πρώτη μέρα μας στη γη
Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες —Μα θυμάμαι πόνεσες
Ήτανε μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλια
Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κει που χαράζεται παν-
        τοτινά του ο χρόνος

Σ’ άφησα τότες

Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ’ άσπρα σπίτια
Τ’ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω
Στον ουρανό που φώτιζε μ’ ένα μειδίαμα.

Τώρα θα 'χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό
Θα ‘χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει
Κι εκείνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο Έρωτας
Κι εκείνο το κοχύλι σου όπου θ’ αντηχεί το Αιγαίο.

Οδυσσέας Ελύτης, Ηλικία της γλαυκής θύμησης (απόσπασμα), 
Προσανατολισμοί, εκδόσεις Ίκαρος

Michael Cheval, April
_________

Ο Απρίλης που ένιωσε ν’ αλλάζει φύλο...

ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ρόπτρο-σκαραβαίος
το παράτολμο δόντι μες στο ψύχος του ήλιου
ο Απρίλης που ένιωσε ν’ αλλάζει φύλο
της πηγής το μπουμπούκι ό,τι που ανοίγει.

Οδυσσέας Ελύτης, Το Δοξαστικόν, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος


Art by Claudia Tremblay
__________

Ο Απρίλης της νιότης την πνοή φυσούσε... 

Δεν ήμουν πλάι σου την άνοιξη αυτή
καθώς ο Απρίλης, πολύχρωμος και λαμπερός
της νιότης την πνοή φυσούσε μες στο κάθε τι -
ως και ο Κρόνος γελούσε κι έπαιζε, ο σκοτεινός.[...]  

Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Σονέτο 98, 
μτφρ. Μιλτιάδη Σαριγιαννίδη-Θαλασσινού

Francesco del Cossa, April. Fresco in Palazzo Schifanoia (detail), 1470
____________

Με τα χέρια λεύτερα, τον Απρίλη να μπατσίσω

Μες στο δάσος, μες στη νύχτα
Μια τρυπίτσα είναι τ’ αστέρι,
Τρέχει από κει μέσα, τρέχει,
Τρέχει ρυάκι το φλουρί,
Ρυάκι το μαργαριτάρι,
Γέμισα τις τσέπες μου,
Γέμισα τα χέρια μου-
Δεν μπορώ να περπατήσω.
Πάρτε τα μου ή πάρτε με.
Με τα χέρια λεύτερα,
Τον Απρίλη να μπατσίσω.

Γιάννης Ρίτσος, Ποίημα XVIII, 
από τη συλλογή «Τραγούδια τ’ Ουρανού και του Νερού»

Francesco del Cossa, April. Fresco in Palazzo Schifanoia (detail) - Triumph of Venus, 1470
_____________

...τέσσερις Απρίληδες

… Ένα καροτσάκι
τέσσερις Απρίληδες το σέρνουν
στο στρατί – στρατί του γαλαξία,
τέσσερις Απρίληδες με σέρνουν
μες στον ουρανό.

Μια κουνουπιέρα
τούλινο καραβάκι
οι ανάσες των πουλιών, των αστεριών
παίρνουν το καραβάκι
καταμεσίς στον ωκεανό
-πού πάμε, κοριτσάκι;

Μεγάλος που ‘ναι ο κόσμος,
μεγάλος, τι μεγάλος-

Τέσσερις τοίχοι
ένα παιδάκι
μια μητέρα
οι στίχοι
ένα καροτσάκι-
μην τρέχεις,
πώς να σε φτάσω;

Δεν έχει τοίχους η χαρά
δεν έχει χώρισμα η αγάπη…

Γιάννης Ρίτσος, Πρωινό άστρο, εκδόσεις Κέδρος

Charles E. Burchfield, An April Mood, 1946 - 1955
_______________

Απρίλης με το Θάνατο χορεύουν και γελούνε...

Μέρα χρυσή, κατάχρυση, μα πώς ναν τη χαρείς;
Κι ο μπάτης ο ανοιξιάτικος στα στήθια σου βαρύς.
Απρίλης με το Θάνατο χορεύουν και γελούνε
κι όσα λουλούδια και καρποί, ξέν’ άρματα σε κλειούνε.

Ετούτ’ οι σκότεινοι άνθρωποι σκοτώνουν την ημέρα,
τ’ ασήκωτο κεφάλι τους βαραίνει τον αέρα.
Ψεύτικα ζουν σε ψεύτικη πατρίδα. Που ’ναι σκλάβοι,
αλυσωμένοι από παντού, δεν το ’χουν καταλάβει,
μάιδε, πως είναι πεθαμένοι από την πρώτην ώρα,

που νεκρογεννηθήκανε στην πεθαμένη χώρα.
Κι όμως, πολύν καιρό δεν έχει, ετούτ’ οι πεθαμένοι
κάνανε θάμ’ αθάνατο στην πάσαν οικουμένη.
Πάλι από δαύτους, σύντομα, μόλις η Μάνα κράξει,
θα βγει ζωή κι ανάσταση για τη Μεγάλη Πράξη.

Κώστας Βάρναλης, Ψυχοδύναμη, Ελεύθερος Κόσμος, Μέρος Δεύτερο, 
ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ 1904-1975, εκδόσεις Κέδρος, 2014


S. G. Anderson, Το κορίτσι με τις πασχαλιές. 1893. 
Ιδιωτική Συλλογή
___________


Κι ας ήρθε ο Απρίλης ...

Κι ας ήρθε ο Απρίλης με τα βάγια και τις πασχαλιές·
πια δεν ακούω τίποτε, θαρρείς και χιόνισε όλη νύχτα.

5. 4. 1946

Γιώργος Σεφέρης, Απρίλης, Από τις «Μέρες του 1945 – 1951», 
ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄, Ίκαρος


Claude Monet, Lilac Irises, 1914 - 1917
__________

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός...

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς...

Τ. Σ. Έλιοτ, Η Έρημη Χώρα (1922), Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης (1936), 
Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1997.

Φώτης Κόντογλου, «Αθανάσιος Διάκος, ο αητός της Ρούμελης»
_________

Μέρα τ’ Απρίλη...Πώς να πεθάνω;

Μέρα τ’ Απρίλη
γεμάτη θάμπος
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.
Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.
Εκελαδούσαν
πουλιά πετώντας
όλο πιο πάνω.
Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

Κώστας Καρυωτάκης,  Διάκος, Ελεγεία και Σάτιρες

Auguste Toulmouche, A Young Woman in a Rose Garden, 1886
_____________

Tο πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη...

Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,
ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,
ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι.

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δε βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη.
Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες

και κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες
που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.

Κώστας Καρυωτάκης, Χαμόγελο, 
Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων,1919

Simeon Solomon, The Moon and Sleep, 1894, Tate Britain, London, UK
_____________

Ο Απρίλης κ’ η Σελήνη...

Ο Απρίλης κ’ η Σελήνη μέσα στο άλσος
σμίξαν. Το μεσονύχτι μεθυσμένοι
πέρασαν μ’ ευθυμία.
Και τώρα στη γαλήνη είνε απλωμένη
ρεμβαστική ματιά, η μελαγχολία.[...]

Μαρία Πολυδούρη, Φαντασία στο τραγούδι μιας νυχτερινής κιθάρας, 
Από τη συλλογή «Ηχώ στο Χάος»

Καλλιόπη Ασαργιωτάκη, Μαρία Πολυδούρη, 2005, λάδι και παστέλ σε χαρτί, 
© 2019 The Sotiris Felios Collection.
____________

Ήμουν το πρωτολούλουδο του Απρίλη...

Μ' απάντησες στο δρόμο σου, Ποιητή.
Ήμουν το πρωτολούλουδο του Απρίλη.
Η δίψα της αγάπης που ζητεί
σου φλόγιζε τη σκέψη και τα χείλη.

Ήμουν το πρωτολούλουδο. Κλειστή
τότε η πηγή των στοχασμών μου, εμίλει
μόνο η καρδιά μου αθώα και λατρευτή,
όταν το πρώτο βλέμμα μου είχες στείλει.[...]

Μαρία Πολυδούρη, Η αγάπη του Ποιητή, 1923, εκδόσεις Εστία


Odilon Redon, Red Thorns
___________

Του Απρίλη δακρυπότιστη τριανταφυλλιά...

Του Απρίλη οι δροσοπότιστες τριανταφυλλιές φουντώνουν. 
Αγκάθινα που απλώνουν τα κλαριά, 
τα τρυφερά τριαντάφυλλα πριν ανοιχτούν ματώνουν 
και κρέμονται λιπόψυχα, βαριά.

Του Απρίλη δακρυπότιστη τριανταφυλλιά θεριεύει 
στο στήθος μου η αγάπη αγκαθωτή.
Ρόδο η καρδιά μου αμύριστο πληγώνεται όπως νεύει 
και να! στο φως λιπόψυχη, ανοιχτή.

Μαρία Πολυδούρη, Απριλιάτικο, 
Αθήνα -Παρίσι (1922 - 1927), εκδόσεις Εστία

Sir Lawrence Alma-Tadema, Summer Offering(Young Girl with Roses), 1911
_____________

Τ’ είν’ ο Απρίλης με τα ρόδα του και μόνα;

Δε μπορώ να μη σε βλέπω το χειμώνα,
δε μπορώ να μη σε βρω το καλοκαίρι,
τ’ είν’ ο Απρίλης με τα ρόδα του και μόνα,
σα δεν έρθεις με τριαντάφυλλα στο χέρι; [...]

Κωστής Παλαμάς, Στιγμές και Ρίμες, Δειλοί και Σκληροί Στίχοι

Pierre-Narcisse Guerin, Aurora and Cephalus, 1810
__________

Ο Απρίλις κι η Αυγή

Ταίρι νιόνυφο προβαίνει
Ο Απρίλις κι η Αυγή,
Να του στρώση το προσμένει
Νυμφικό κρεββάτ’ η Γη.[...]

1881

Κωστής Παλαμάς, Ο Απρίλις κι η Αυγή, Τραγούδια της Καρδιάς και της Ζωής, 
Άπαντα, τόμος πρώτος, Αθήνα, Ίδρυμα Κωστή Παλαμά, 
Πάτρα, Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς


Hans Sebald Beham, March and April, between 1546 and 1547, 
Los Angeles County Museum of Art
____________

Ο Απρίλις θησαυρούς αφίνει!

Ο Απρίλις ξανθός, αρχοντιά φημισμένη,
Ζαχαρένια θωριά, ο Απρίλις πεθαίνει·
Και ο Μάις απάνου του γέρνει,
Χαροκόπος λεβέντης, μα δίχως μυαλά,
και του φρόνιμου Απρίλι τα μάτια σφαλά,
Και τα πλούτη του παίρνει.

Ο Απρίλις σωρούς θησαυρούς και καλούδια,
Τι πουλιά, τι νερά, τι δροσιές, τι λουλούδια
Στα παλάτια τα πράσιν’ αφίνει!
Κι απ’ την ίδια στιγμή και απ’ την πρώτη βραδειά
Να ο Μάις· αλύπητα δίχως καρδιά
Τα 'ξοδεύει, τα χύνει. [...]

Μάιος 1883

Κωστής Παλαμάς, Μάιος, Μήνες, Τα Τραγούδια της Πατρίδος μου,
 Άπαντα, τόμος πρώτος, Αθήνα, Ίδρυμα Κωστή Παλαμά, 
Πάτρα, Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς.


Ένας ευαίσθητος Απρίλης 

Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική: Παντελής Θαλασσινός
Δίσκος: Καλαντάρι (2006)


Ένας ευαίσθητος Απρίλης, ένας αθέατος καιρός
γελάει το φρουρό της πύλης και βγαίνει ήλιος λαμπερός.
Πετά τα ρούχα του στρατιώτη, φορά πουκάμισο λευκό
και στην αγάπη του την πρώτη στέλνει ένα όνειρο γλυκό.

Φέρνει μια ζάλη στους ανέμους, ανατριχίλα στο νερό
με την καρδιά στήνει πολέμους και με τον Έρωτα χορό.

Ένας ευαίσθητος Απρίλης, ένας αθέατος καιρός
γελάει το φρουρό της πύλης και βγαίνει ήλιος λαμπερός.
Από τους κήπους κόβει βάγια κι απ' την αυλή του πασχαλιές
για να στολίσει τα ναυάγια που μείναν δίχως αγκαλιές.

Φέρνει μια ζάλη στους ανέμους, ανατριχίλα στο νερό
με την καρδιά στήνει πολέμους και με τον Έρωτα χορό.



Απρίλιος 

Στίχοι και Μουσική: Ορφέας Περίδης

Ψαράδες την πρωταπριλιά μεγάλο ψέμα είπαν
σκαρφάλωσαν στις φασολιές και στα ουράνια βγήκαν
ήπιαν το γάλα των θεών, όλο το γαλαξία
αιώρες στο άλσος το ιερό με τα κορίτσια είδαν
τους πόθους και τα πάθη, το ερωτευμένο ελάφι

Το Σάββατο τους ξύπνησαν οι γκάιντες και τα ντέφια
ο Λάζαρος ο αγέλαστος βάγια σκορπάει στα δίχτυα
το μοιρολόι της Παναγιάς, των γυναικών λουλούδια
αυτά αναστήσαν τον Χριστό, χαρές δες και λουλούδια
κι ο Άδης επικράνθη, τ' άδυτα μύχια βάθη

Φωτιές τα χριστολούλουδα, η πλάση που ανασαίνει
χείλη με χείλη το γλυκό φιλι που ανασταίνει
ο 'Αι Γιώργης στην πηγή πολέμησε τον δράκο
και τα νερά λευτέρωσε και πότισε τον κάμπο
ολόκληρη οικουμένη φιλί που ανασταίνει

Ψυχές ξυπνήσαν σώματα κι ήπιαν όλο το πάθος
πόσο κρατάει ο έρωτας όσο ανοιχτό ένα άνθος!
Άχρονο φως αόρατο, κατέβα να μας ντύσεις
κι όλου του κόσμου τις καρδιές να τις παρηγορήσεις
κόκκινες να τις βάψεις κι αόρατο να λάμψεις



Πότε θα μπούμε στον Απρίλη

Στίχοι: Πυθαγόρας
Μουσική: Γιώργος Γιαννουλάτος
Πετρή Σαλπέα
Τα λιοτρόπια (1974)

Έπιασε το ξεροβόρι
Και δεν λες να μού’ρθεις πια
Με φωτιά και πανωφόρι
Δεν ζεσταίνεται η καρδιά

Πότε θα μπούμε στον Απρίλη
Το «σ’αγαπώ» να θυμηθείς;
Πότε θα σμίξουμε τα χείλη
Πότε καρδούλα μου θα’ρθείς;

Έχω στην καρδιά χειμώνα
Και στα χείλη παγωνιά
Πως σε πίκρανα λησμόνα
Φάρμακο είναι η λησμονιά


Έστησ' ο Έρωτας χορό

(Ποίηση: Δ.Σολωμού, Σύνθεση: Γ.Μαρκόπουλου) 

Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,

Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
Κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ' αναβρύζει κι η ζωή σ' γη, σ' ουρανό, σε κύμα.

Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητό 'ναι κι άσπρο,
Ακίνητ' όπου κι αν ιδής, και κάτασπρ' ως τον πάτο,
Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ' η πεταλούδα,
Που 'χ' ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.

Αλαφροίσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες;
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Ουδ' όσο κάν' η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στη λίμνη,
Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

(ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ 
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ΄, Απόσπασμα 6, Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ)


Απρίλη μου 

Στίχοι και μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Το τραγούδι του νεκρού αδελφού (1962)

Απρίλη μου, Απρίλη μου ξανθέ
και Μάη μυρωδάτε, καρδιά μου πώς αντέ 
Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πώς αντέχεις
μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές

Γιομίζ’ η γειτονιά τραγούδια και φιλιά
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ, μα το `χω μυστικό

Αστέρι μου, αστέρι μου χλωμό
του φεγγαριού αχτίδα στο γαϊτανόφρυδο
Στο γαϊτανο , στο γαϊτανοφρυδό σου
κρεμάστηκε η καρδιά μου σαν το πουλάκι στο ξόβεργο

Γιομίζ’ η γειτονιά...

Λουλούδι μου, λουλούδι μυριστό
και ρόδο μυρωδάτο, στη μάνα σου θα `ρθω
στη μάνα σου, στη μάνα σου θα `ρθω
να πάρω την ευχή της και το ταίρι που αγαπώ


Κοιμήσου παλικάρι 

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Βίκυ Μοσχολιού
Δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974) 


Αγάπη δίχως άκρη κι η θάλασσα πλατιά
Και της καρδιάς το δάκρυ, 
Πικρή σταλαγματιά

Κοιμήσου παλληκάρι στο κύμα τ’ αρμυρό
Θ’ αλλάξει το φεγγάρι, 
κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ

Αστροφεγγιά του Μάρτη, τ’ Απρίλη ξαστεριά
Δε σου ’μελλε γλυκέ μου, 
Να ξαναδείς στεριά

Κοιμήσου παλληκάρι στο κύμα τ’ αρμυρό
Θ’ αλλάξει το φεγγάρι, 
Κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ


Του σκοτωμένου αγοριού

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Δίσκος: Μίλα μου για τη λευτεριά (1971)
Ρένα Κουμιώτη

Του σκοτωμένου αγοριού το αίμα
κοντά στο ρέμα, κοντά στο ρέμα
όταν περνάς μην το πατήσεις
σκύψε να προσκυνήσεις

Δίπλα στα φρύγανα κοιμόταν σαν Απρίλης 
στάχυα στα χείλια του και στα μαλλιά
κι ακούστηκε η πιστολιά
και χάθηκε ο Απρίλης

Του σκοτωμένου αγοριού τους βώλους
κατάρα σ’ όλους, κατάρα σ’ όλους
βάλ’ τους ξανά στην κασετίνα
κι απέ ξαναπροσκύνα

Δίπλα στα φρύγανα κοιμόταν σαν τον Μάη
στάχυα στα χείλια του και στα μαλλιά
κι ακούστηκε η πιστολιά
και το αγόρι πάει


Το κορίτσι μου στ΄ άστρα    

Στίχοι: Ανδρέας Αγγελάκης
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Γιάννης Πουλόπουλος (1967)


Κρίνα τ’ Απρίλη ανθούν στην γλάστρα
να το κορίτσι μου, αστέρι στ’ άστρα

Θάλασσα ατέλειωτοι γαλάζιοι κάμποι
στ’ άσπρα παράθυρα ο ήλιος λάμπει

Άσπρα τριαντάφυλλα η αυγή θα στείλει
για το κορίτσι μου γιορτάστε φίλοι


Ήτανε Απρίλης μήνας 

Στίχοι, μουσική: Γιώργος Μητσάκης
Γιώργος Νταλάρας (1969)
Φωνητικά: Τάσσα Μαυρίδου


Ήτανε Απρίλης μήνας τα λουλούδια ανθίζανε
και στα πάρκα της Αθήνας τα παιδιά σφυρίζανε

Κι εγώ τότε σε πρωτόδα που ανθίζανε τα ρόδα
κι είχες πρόσωπο με χάρη περισσή 
και το πιο όμορφο λουλούδι `σουν εσύ

Ποιο χέρι σ’ έχει κόψει λουλούδι τρυφερό
σε ποια αγκαλιά να γείρω αγάπη πού να βρω
εγώ στους κήπους τώρα σεργιάνι δε θα βγω
το δάκρυ μου ποτάμι να πέσω να πνιγώ

Κι όταν μ’ εύρει ο χειμώνας ορφανό σε μια γωνιά
το κορμί μου θα παγώσει ο βοριάς κι η παγωνιά

Κι η καρδιά μου ορφανεμένη πεταλούδα πληγωμένη
που αγάπησε για πρώτη της φορά
κι είναι τώρα με σπασμένα τα φτερά

Ποιο χέρι σ’ έχει κόψει λουλούδι τρυφερό
σε ποια αγκαλιά να γείρω αγάπη πού να βρω
εγώ στους κήπους τώρα σεργιάνι δε θα βγω
το δάκρυ μου ποτάμι να πέσω να πνιγώ


Απρίλης 

Στίχοι:  Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Βασίλης Κουμπής
Πόπη Αστεριάδη (1972)   

Αγόρι μου ξανθέ μου Απρίλη
σαν δυοσμαρίνι ευωδάς
κάθε που με ξεπροβοδάς
μ’ ένα φιλί στα χείλη

Αγόρι μου ξανθέ μου Απρίλη
άσπρα μου δόντια δροσερά
ποια Παναγιά καλοκυρά
μωρό σ’ εγλυκοφίλει;

Αγόρι μου ξανθέ μου Απρίλη
έλα στο πλάι μου ξανά
να γιάνεις ό,τι με πονά
κι όσα ο καιρός θα στείλει


Είπες Απρίλη πως θα `ρθεις
  
Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Βίκυ Μοσχολιού & Λάκης Χαλκιάς (1974) 

Είπες Απρίλη πως θαρθείς
κοντά μου να πλαγιάσεις
κι όλες τις νύχτες ξαγρυπνώ
μετρώ τα χρόνια και γερνώ
ίσως και να με χάσεις.

Ξεχάστηκα κι απ’ το Θεό
μα ελπίζω στο μικρό μου γιο.

Σαν μεγαλώσει το παιδί 
τα γράμματα θα μάθει
για να σπουδάσει και να δει
τι σ’ έσπρωξε να πας εκεί
τα ίδια να μην πάθει.

Ξεχάστηκα κι απ’ το Θεό
μα ελπίζω στο μικρό μου γιο.


Θεσσαλονίκη, Σαββατόβραδο κι Απρίλης 

Στίχοι: Κυριάκος Ντούμος
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Θεσσαλονίκη, Σαββατόβραδο κι Απρίλης
και να μου δίνεις τον καημό μ' απλοχεριά,
σε κάποια απόμερη γωνιά της Νέας Κρήνης
με το τζουκ-μποξ να με γυρίζεις στα παλιά.

Σε ένα ρεμπέτικο θα ρίξω την ψυχή μου,
να ξεγελάσω το χαμένο τον καιρό. 
Ήτανε κάποτε η άνοιξη δική μου 
ήμουνα κάποτε Απρίλης σου εγώ.

Θεσσαλονίκη κι απ' το Κάστρο το βραδάκι
να σ' αγναντεύω και να λιώνω σαν κερί,
δεκαοχτώ χρονώ τρελό παλικαράκι
με το μεράκι σου να βγαίνω στη ζωή.


Μέρες που φύγαν 

Μουσική/ στίχοι: Γιώργος Σταυριανός
Μαρία Δημητριάδη
Δίσκος: Οι φόβοι του μεσημεριού (1986)


Μέρες που καρτερούσα 
ν’ αλλάξουν οι καιροί, 
νύχτες που σεργιανούσα 
τρεμάμενο κερί.

Μέρες που συλλογιόμουν
πού να 'σαι, πού γυρνάς
κι από ποια βρύση ξένη
πίνεις και ξεδιψάς.

Μέρες που φύγαν, μέρες που θά 'ρθουν, 
χρόνια που σ’ αγαπώ.
Η αγάπη φτάνει σαν πυροφάνι
στης νύχτας το χορό.

Μέρες που φύγαν, μέρες που θά 'ρθουν, 
χρόνια θα σ’ αγαπώ.
Γίνομαι αγάπη, γίνομαι Απρίλης, 
σκύβω και σε φιλώ.

Τα χρόνια που διαβήκαν
να σβήσω δεν μπορώ, 
οι πίκρες που μας βρήκαν
δεν έχουν τελειωμό.

Στα σύνορα της νύχτας
προσμένει η χαρά
και μες στο φως λουσμένη
μας γλυκοχαιρετά.


Άστρο τ΄ Απρίλη 
  
Στίχοι, μουσική: Στάθης Δρογώσης
Δίσκος: Τα φώτα που σβήνουν (1999)   

Μεσ’ στα σκοτάδια
Οι άνθρωποι περνούν
Ρίχνουν τα ζάρια
Κι ύστερα γερνούν

Πρόσωπα άδεια
Ψεύτικα γελούν
Μεσ’ στα σκοτάδια
Οι άνθρωποι πονούν

Μα εγώ σε θέλω
Σαν φως μονάχο
Σαν άστρο του Απρίλη
Στην πόλη που τ’ άστρα δε ζουν

Μα εγώ σε θέλω
Σαν φως μονάχο
Ζεστό με τυλίγει
Κι όλα περνούν

Ζούνε και ελπίζουν
Το τέλος να φανεί
Κι όλο γυρίζουν
Πάλι απ’ την αρχή


Κάθε Μάρτη, κάθε Απρίλη, κάθε Μάη

Πουλόπουλος Γιάννης
Μουσική/Στίχοι: Γλέζος Γιάννης/Τζεφρώνης Διονύσης

Κάθε Μάρτη, κάθε Απρίλη, κάθε Μάη
το τρενάκι της ψυχής μου ξεκινάει
και στης νιότης με γυρίζει τα λημέρια
στα μεγάλα τα ζεστά μου καλοκαίρια

Τα γλυκά μου βασανάκια τ ανοιξιάτικα
μου ραγίζουν την καρδούλα κυριακάτικα

Κάθε Μάρτη, κάθε Απρίλη, κάθε Μάη
χελιδόνι η καρδιά μου και πετάει
και θυμάμαι κάτι αγάπες περασμένες
γελαστές και τρυφερές και πονεμένες


Εκδρομή 

Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος
Στίχοι : Άρης Δαβαράκης
Δημήτρης Μπάσης


Η εκδρομή μου αρχίζει απ' την Ομόνοια
Όσο μ' αγαπάς θα ζω αιώνια
Μάιο μήνα έχω βρει το δρόμο μου
Να 'ρθω να σε συναντήσω

Κάθε χρόνο μόλις μπει Απρίλιος
Σα χωράφι μοιάζει όλη η υφήλιος
Παίρνω το δισάκι μου στον ώμο μου
Για να σε ξαναγαπήσω

Πάμε στα νησιά
Νύχτες μεσημέρια
Πάμε Κηφισιά
Πάμε και στ' αστέρια
σ' τα όχι και τα μη
Μην κολλάς στα πρέπει
Η δικιά μας η εκδρομή
Όλα τα επιτρέπει

Κι όπως θα χαϊδεύεται ο Ιούνιος
Και στο φως θα καίγεται ο Ιούλιος
Θα εκραγεί η γης Δεκαπενταύγουστο
Μέσα στην καυτή αγκαλιά μας

Το κρασί που κάθε χρόνο το 'πινες
Πριν οι παπαρούνες γίνουν κόκκινες
Θα χυθεί και φέτος μέσ' τα χάδια μας
Θα μεθύσει τα φιλιά μας


Θα 'ταν 12 του Μάρτη 

Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Χάρις Αλεξίου


Θα 'ταν 12 του Μάρτη,
μεσημέρι Κυριακής,
τότε που 'φευγες στρατιώτης
μ' ένα τρένο της γραμμής.

Τρίτη θέση σε βαγόνι,
μες στο κρύο και στο χιόνι.

Μάρτης στη Θεσσαλονίκη,
καλοκαίρι στο Ντεπό
Τα τραγούδια σου θυμάμαι,
τα τραγούδια που αγαπώ.

Και στην άκρη ξεχασμένη,
μια ζωή σε περιμένει.

Τον Απρίλη αρρωσταίνεις
και το Μάη δε μιλάς.
Μου 'γραψες δυο λέξεις μόνο,
πως ακόμα μ' αγαπάς.

Μ' αγαπάς και με θυμάσαι,
μες στο χιόνι που κοιμάσαι.


Πρώτη τ΄ Απρίλη  
  
Στίχοι, μουσική: Τάσος Βουγιατζής
Ελένη Δήμου
Δίσκος: Αντιθέσεις (1989)   

Ποιητής του ονείρου στο παιχνίδι του γύρου κι αυτός
να μαζεύει εικόνες από γκρίζους χειμώνες σκυφτός
Όπως κι όλα τα παιδιά στη δική μου τη γενιά
που δε βρίσκουν πουθενά παρηγοριά

Κι αν είναι ψέμα, πάλι βγαίνει αληθινό
Κι αν τα `χω όλα, ένα τίποτα κρατώ
Κι αν μ’ αγαπήσεις, αύριο θα μ’ αρνηθείς
Είναι πρώτη τ’ Απρίλη και δε θα με πιστέψει κανείς

Τα σταυρόλεξα λύνει και σ’ ατέλειωτη δίνη κυλά
Ουρανούς και φεγγάρια τους κλειδώσαν στ’ αμπάρια ξανά
Κι όπως όλα τα παιδιά στη δική μου τη γενιά
Μια τρελάδικο και μια στη λησμονιά

Κι αν είμαι λάθος, αύριο θα βγω σωστός
Κι αν είμαι φίλος, σύντομα θα γίνω εχθρός
Κι αν μ’ αγαπήσεις, αύριο θα μ’ αρνηθείς
Είναι πρώτη τ’ Απρίλη και δε θα με πιστέψει κανείς

Και μια πρώτη τ’ Απρίλη μες στον ήχο θα χαθώ της σιωπής


Όφις και κρίνος 

Στίχοι: Ειρήνη Γιωτοπούλου
Μουσική: Χρυσόστομος Καραντωνίου
Πάνος Παπαϊωάνου
Δίσκος: Ποτάμι ο καιρός (2009)


Δε θέλω να σε βλέπω όταν περνάς
και η ανάγκη σου να πνίγει τη δική μου.
Μήνας Απρίλης μα παράθυρα κλειστά
και το φιλί σου να λερώνει την ψυχή μου.

Και έτσι παράταιρος και μόνος θα σταθώ
σαν τα λιμάνια που προσμένουνε αγάπη
εσύ θ’ απλώνεις τα πανιά σου στον καιρό
σε μια πορεία που εγώ χάραξα στον χάρτη.

Δεν έχω ανάγκη να σε αγγίζω όπως παλιά
και η μυρωδιά σου να σαλεύει τη πνοή μου.
Έχω πια μάθει πως να ζούμε χωριστά
μέρα τη μέρα σ’ εξορίζω απ’ το κορμί μου.

Και έτσι παράταιρος και μόνος θα σταθώ
σαν τα λιμάνια που προσμένουνε αγάπη
εσύ θ’ απλώνεις τα πανιά σου στον καιρό
σε μια πορεία που εγώ χάραξα στον χάρτη.

Δε θέλω πια να μάθω τι ζητάς
αφού δεν ήμουν ούτε θα `μαι στα όνειρά σου.
Όφις και κρίνος ήταν η πλοκή σε μας
ο έρωτάς μου το σφιχτό τ’ αγκάλιασμά σου.


Το βαλς του Απρίλη  

Στίχοι: Σοφία Καραχάλιου
Μουσική: Λάζαρος Σαμαράς
Φωτεινή Βελεσιώτου


Αγκαλιές ήρθαν σαν μήνες, 
άλλες για να με ζεστάνουν
κι άλλες ήρθαν σαν τον Μάρτη, 
άνω - κάτω να με κάνουν.

Άνθρωποι, κορμιά σαν δέντρα, 
είχαν μέσα μου ριζώσει, 
άλλοι είχανε ανθίσει, 
άλλοι είχαν μαραζώσει.

Μα εγώ ζητούσα έναν, 
το Απρίλη μου τον ψεύτη
και τα λόγια που με δέναν, 
της καρδούλας μου τον κλέφτη.

Άλλοι μέσα στο Δεκέμβρη
μου ζητούσανε να γιάνω, 
τις ψυχές τις παγωμένες
κι έτσι μόνιμα να χάνω.

Τα λουλούδια που μυρίζουν
άλλοι για να με γλυκάνουν, 
στου Ιούλη τα νυχτέρια, 
τα φεγγάρια μου να φτάνουν.

Μα εγώ ζητούσα έναν
τον Απρίλη μου τον ψεύτη
και τα λόγια που με δέναν, 
της καρδούλας μου τον κλέφτη


Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Τα «Μαλαματένια λόγια»... με του Μάνου τα λόγια


Σκίτσο του Κώστα Γρηγοριάδη για την Εφημερίδα των Συντακτών (23/7/2018)
_______________

«Αυτός ο ακριβός ποιητής...»

«Αυτός ο ακριβός ποιητής, μέσα στη γενική του γενναιοδωρία, 
έστειλε με αγάπη πολλά από τα ποιητικά παιδιά του στο σχολείο της μουσικής 
όπου και αρίστευσαν χαριζόντάς μας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολλή και γνήσια ομορφιά».

Γιάννης Βαρβέρης, για τον Μάνο Ελευθερίου, Απρίλιος 2009

«Γεννήθηκα στη Σύρο. Έμεινα εκεί έως τα δεκαπέντε μου χρόνια. Κάποια μέρα έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο με εκκλησιαστικά κείμενα και συγκεκριμένα το ωρολόγιο πρόγραμμα της εκκλησίας, της γιαγιάς μου, με τον Ακάθιστο ύμνο και τα λοιπά, όπου κάθισα και τα έμαθα όλα απ’ έξω. Μετά το έχασα αυτό το βιβλίο, αλλά λίγο καιρό μετά νοικιάσαμε ένα δωμάτιο σε μία δασκάλα, εκεί γύρω στο 1950, η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά ήταν αυτή, η οποία πέθανε πρόπερσι. 

Η μητέρα μου, μου είχε απαγορεύσει να πηγαίνω στο δωμάτιό της, αλλά εγώ είχα δει ότι είχε επάνω στο κομοδίνο της κάτι βιβλία. Πηγαίνω, τα κοιτάζω και βλέπω ότι ήταν η «Ποιητική Ανθολογία» του Ηρακλή Αποστολίδη. Εκεί διάβασα πρώτη φορά ποιήματα του Καρασούτσα για παράδειγμα, θυμάμαι τον πρώτο στίχο που έλεγε «Ω, συ που είσαι θέρος στις αχανείς εκτάσεις», τι είναι αυτό; 

Μέχρι τότε απήγγειλα βέβαια ποιήματα στο σχολείο, αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα, τα μάθαινα παπαγαλία.  Τώρα άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω, τι είναι αυτά τα πράματα; Και έτσι πήγαινα κάθε μέρα και διάβαζα ποιήματα. 

Μια μέρα στο σχολείο, ο διευθυντής, ο κύριος Παλαιολογόπουλος που ήταν φιλόλογος, μπήκε και μας είπε: «παιδιά μου, εχθές η Ελλάδα έχασε ένα μεγάλο λογοτέχνη, το Γρηγόριο Ξενόπουλο», ήταν το 1951, τι πάει να πει λογοτέχνης ούτε που ήξερα. Μου 'μεινε όμως η λέξη όπως και το όνομα, γι’ αυτό και στη μνήμη του πέρσι, αγόρασα σαράντα σελίδες του Γρηγορίου Ξενοπούλου, ένα μονόπρακτο.

Μάνος Ελευθερίου, Συνταξιούχος υπάλληλος,  του Νίκου Ορφανού


Οικογενειακή φωτογραφία στη Σύρο, πριν το 1952 
Ο Μάνος Ελευθερίου (αριστερά), η Αγγελική (δεξιά), η μητέρα του Ευδοξία (κέντρο) με τον Στέλιο και τη Λιλή στην αγκαλιά της
__________

«...με τα μαλάματά της τα πολλά»

Το μόνο που θυμάμαι από τα «Μαλαματένια λόγια» είναι ότι γράφτηκαν με πάρα πολύ άγχος, Κυριακές, από τη μαύρη νύχτα μέχρι το βράδυ, Σάββατα απόγευμα, υπέφερα κυριολεκτικά με αυτό το τρα γούδι. Δυστυχώς δεν κράτησα τις διαδοχικές γραφές. [...]

Μου ζητάτε να σας μιλήσω στίχο στίχο για τα «Μαλαματένια λόγια». Ας το δοκιμάσουμε:

Μαλαματένια λόγια στο μαντίλι,
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές.

Η λέξη «μαλαματένια» δεν είναι του Σεφέρη, όπως μου καταλόγισε κάποιος βλαξ. Λες και οι λέξεις έχουν αποκλειστικότητα. Βεβαίως υπάρχουν λέξεις τις οποίες δεν μπορείς να χρησιμοποιείς αν δεν κάνεις αναφορά του προγόνου τους, όπως π.χ. «ανεπαισθήτως». Τη λέξη τη «βούτηξα» από τον Βάρναλη. Ήταν 1956, νομίζω, όταν γιορτάζονταν τα πενηντάχρονά του στο Ιντεάλ ή στο Τιτάνια και εκεί διάβασε η ηθοποιός Κυβέλη ποιήματά του. Μίλησε και ο Βάρναλης, μίλησε και ο Νίκος Βέης. Ο Βέης ήταν μέγας καθηγητής, γερμανοτραφής και ο πρώτος που κατέγραψε κώδικες του Αγίου Όρους δουλεύοντας δεκαοκτώ ώρες την ημέρα. Εκεί διάβασε η Κυβέλη: «Η θάλασσα, με τα μαλάματά της τα πολλά». Εκεί τινάχτηκα. Και ο στίχος «Μες στα μαλάματα μια νύφη ξαγρυπνά», στο τραγούδι «Του κάτω κόσμου τα πουλιά» από εκεί προέρχεται. Μου άρεσαν τα οκτώ «α» στη σειρά: «Στα-μα-λά μα-τα-μια νύφη ξαγρυπνά». Αυτά τα «α» με τρέλαιναν κάποτε. 

Σκεφτείτε πόσα «α» έχει ο στίχος του Σικελιανού: «Κι απ' τη χαρά τα μάτια της είναι διπλά ανοιχτά» και πόσα «α» έχει ο στίχος του Βαμβακάρη, αν είναι δικοί του οι στίχοι: «Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, μαύρα κατσαρά μαλλιά». Δεκατέσσερα «α» στη σειρά! 

Η λέξη «μαλάματα» είναι λοιπόν από τον Βάρναλη , αλλά τη θυμάμαι πάρα πολύ καλά και από τη Σύρο. Η γιαγιά μου έλεγε για μια γυναίκα «ήρθε και ήταν μες στο μάλαμα», εννοώντας ότι φορούσε πολλά κοσμήματα. Ήταν ξεχασμένη λέξη κι όταν την άκουσα από τον Βάρναλη, ήρθε πάλι στον αφρό.

Τ' αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες.

Το αλφαβητάρι το είδα σε μια σκηνή από ένα αναγνωστικό που διαβάζει μια κοπέλα. Βλέπετε, η κάθε σκηνή παραπέμπει αλλού.
Μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.

Έχω ξεφύγει από αυτά και βρίσκομαι στον δρόμο της ποίησης.

Τ' αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένη μια γενιά.

Παρόλο που παραπέμπει στον στίχο του Σεφέρη, δεν έχει καμία σχέση. Μετά θυμήθηκα ότι υπάρχει κι αυτός ο στίχος, και ήταν πολύ αργά για να τον βγάλω, αλλιώς θα τον άλλαζα οπωσδήποτε. Η χαμένη γενιά είναι η γενιά της Ωραίας Ελένης. Κάνω άλματα μέσα στην ιστορία.

Καλύτερα να σ' έλεγαν Μαρία
και να 'σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά.

Η Μαρία ήταν ένα κορίτσι που είχαν συλλάβει την περίοδο της Χούντας και είχαμε μάλιστα μάθει ότι τη βασάνισαν. Φυσικά δεν λεγόταν Μαρία. Ήταν φίλη μου. Έδωσε αργότερα κατάθεση στην Ευρώπη για τα βασανιστήρια. Είναι επώνυμο πρόσωπο.

Κι όχι να ζεις μ' αυτήν την κομπανία
και να μην ξέρεις τ' άστρο του φονιά.

Η λογοκρισία είχε σβήσει τη λέξη «συμμορία» και ο Μαρκόπουλος το έκανε «κομπανία». Δεν ξέρω ποια ζώα ήταν στις επιτροπές της λογοκρισίας εκείνη την εποχή.

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ' του καιρού την άγρια πληρωμή.

Πάρα πολλοί γυρνούσαν τότε από τις εξορίες, λίγο αργότερα από τις Σοβιετικές Ενώσεις ή είχαν, επιτέλους, αποφυλακιστεί ύστερα από πολύχρονη φυλάκιση. Αυτό ήταν η «πληρωμή» για πολλούς, ιδιαίτερα για όσους φυλακίστηκαν με την κατηγορία, τη μόνη κατηγορία, ότι ήταν κομμουνιστές. Για εκείνους που κατηγορήθηκαν για φόνους και ήδη είχαν πάρει τον δρόμο των ουρανών από χρόνια.

Στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή.

Αυτό είναι ποιητικό. Παραπέμπει σε λόγια της «μαγείας» και σε εξωπραγματικές καταστάσεις.

Και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή.

Βρήκαν την κακομοιριά μας. Δεν υπάρχει περίπτωση μια φλόγα να μην τρέμει. Η φλόγα πάντα τρέμει. Κι όμως υπήρχαν άνθρωποι απαθείς, αμέτοχοι, ασυγκίνητοι, δήθεν απολίτικοι και γι' αυτό επικίνδυνοι για την εθνική υγεία. Αφορμή υπήρχε για το μαράζι αυτών που γύριζαν. Γι' αυτούς υπήρχε μαράζι, το ανεκπλήρωτο όνειρο μιας ιδανικής κοινωνίας, η οποία ποτέ δεν γινόταν πραγματικότητα. Το πλήρες αδιέξοδο το είδαν όσοι επέζησαν μετά το 1989. Το ποίημα όμως είχε γραφτεί είκοσι χρόνια πριν.

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά.

Εδώ πια έχω φτάσει στα όρια της τρέλας.

Κι απ' το παλιό μαρτύριο να 'χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
Γυναίκες στη γωνιά μ' ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.

Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά το νιώθω. Υπάρχει μια διάψευση, αλλά δεν μπορώ να την εξηγήσω.

Και στ' ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή.

Εδώ αναφέρομαι στους Γερμανούς και στις εκτελέσεις της Καισαριανής.

Πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
Πώς το 'φερε η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή.

Λέγοντας «ποιητής» εννοούσα προφήτης. Θα ήθελα να υπάρχει ένας καινούργιος Άγγελος Σικελιανός, ακόμα και ένας Παλαμάς. Μπορεί να ήταν μεγαλόστομος και πομπώδης, αλλά σε ορισμένες ώρες ήταν χρήσιμος, άσχετα από την ποιητική αξία.

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι ο καπετάνιος στα βουνά.

Αυτή είναι μια πολύ παλιά ρήση, ήμουν παιδάκι όταν την άκουγα και βέβαια –κρυφά – εννοώ τον Άρη Βελουχιώτη, παλιό μου είδωλο, τον οποίο αναφέρω και χρόνια μετά σε στίχο ποιήματος.

Ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
Μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.

Δεν θες μια συνέχεια; Δεν πρέπει η φυλή να έχει μια συνέχεια; Τότε που το έγραφα έβλεπα μια συνέχεια. Δεν θεωρούσα τον εαυτό μου ως συνέχεια, τους επόμενους από μένα σκεφτόμουν. Θα ήταν πολύ υπεροπτικό και βλακώδες να σκεφτώ ότι είμαι η συνέχεια του Σολωμού, ο οποίος πάλευε για τα ίδια πράγματα αλλά σε άλλες σφαίρες, σε άλλες συνθήκες. Μια φορά έγραψα μια αφιέρωση σε κάποιον, στην πρώτη μου ποιητική συλλογή, το 1962, «για έναν καλύτερο κόσμο». Το ένιωθα αυτό το πράγμα, νομίζαμε ότι αλλάζαμε τον κόσμο με τα τραγούδια και με ό,τι γράφαμε. Είχα κουραστεί αφάνταστα να γράψω τη Θητεία. Δεν ήταν εύκολο. Το κουραστικό βέβαια δεν ήταν να γράψω τις ομοιοκαταληξίες, αυτό ήταν εύκολο, δεδομένο. Έπρεπε να προσαρμόσω ιδέες, αναμνήσεις, καταγγελίες, οράματα, αγανάκτηση και ελπίδες στις ομοιοκαταληξίες. Αυτό ήταν ο κόμπος.

Με δέσαν στα στενά και στους Κανόνες
και ξημερώνοντας μέρα κακή.
[τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί]

Το σωστό είναι «Παρασκευή», για να ομοιοκαταληκτεί ακριβώς με τη λέξη «αργυραμοιβοί», όχι «μέρα κακή» - το αλλάξαμε για τη λογοκρισία. Οι «Κανόνες» είναι με κάπα κεφαλαίο, από τον θρησκευτικό Κανόνα. Έτυχε μέρα Παρασκευή να εκδηλωθεί το κίνημα της Χούντας, αλλά και Παρασκευή να γίνει η δολοφονία του Λαμπράκη. Δικαίως η λογοκρισία ενοχλήθηκε.

Και στα υπόγεια ζάρια στους αιώνες
παιχνίδια παίζουν οι αργυραμοιβοί.

Τους αργυραμοιβούς τους έλεγαν σαράφηδες, Η λέξη «σαράφης» ήταν πιο οικεία, ήθελα να τη βάλω, αλλά δεν μου έβγαινε ποιητικά. Πλέον, και τη λέξη «σαράφης» και τη λέξη «αργυραμοιβός» δεν τις ξέρει κανείς. Κάποτε η οδός Αθηνάς ήταν γεμάτη σαράφηδες, τους πήγαινες κάτι, σου έλεγαν «τόσα».

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής.

Αυτό είναι αφιερωμένο στον Γιώργο Ζαμπέτα. Όταν του διάβασα τους στίχους, χωρίς το συγκεκριμένο εξάστιχο, μου λέει: Αυτό, μάγκα μου, δεν είναι τραγούδι, είναι κατάθεση στον Άρειο Πάγο». Το «μάγκας και νταής» το πρόσθεσα στο τέλος, ενθυμούμενος τον Ζαμπέτα. Μου άρεσαν αυτές οι λέξεις. Κυρίως με ενθουσίασε η εγκαρδίωση του Ζαμπέτα. Όταν γύρισα το βράδυ στο σπίτι μου, κάθισα και έγραψα την πρώτη μορφή του εξάστιχου.
Περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
Να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

Εδώ είναι ερωτικό το περιεχόμενο. Παρατραβηγμένα πράγματα. Είχε κι άλλα αυτή η ενότητα, αλλά δεν κράτησα τίποτα από τις διαδοχικές γραφές. Τις πέταξα.


Μάνος Ελευθερίου, Μαλαματένια λόγια, Αυτοβιογραφική Αφήγηση
καταγραφή - επιμέλεια: Σπύρος Αραβανής - Ηρακλής Οικονόμου, 
εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2021

Μαλαματένια Λόγια
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη ερμηνεία: Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Λάκης Χαλκιάς, Τάνια Τσανακλίδου
Από το δίσκο «Θητεία», 1974
________________

Η Θητεία, ήταν όπερα για τον Γρηγόρη Λαμπράκη 

Οι στίχοι είχαν ήδη δημοσιευτεί στην τρίτη ποιητική συλλογή του Ελευθερίου, «
Τα Ξόρκια» (1973). Υπάρχουν διαφορές μεταξύ ποιήματος και στίχων. Η σειρά των στροφών είναι διαφορετική (επιλογή του Μαρκόπουλου) και από το τραγούδι λείπει η τελευταία στροφή του ποιήματος. 

Τα δίχτυα που είχα ρίξει στο σκοτάδι
τα φέραν καταπάνω μου οι καιροί. 
Κι είδα τις έξι βρύσες μου σημάδι
ληστές να τις φυλούν και θυρωροί. 

Χρυσά κυπαρισσόμηλα στον Άδη 
και που κανείς ποτέ δεν ιστορεί.

Τα τραγούδια του δίσκου, πριν ηχογραφηθούν - παραμονές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 - τα είχε παρουσιάσει ο Νίκος Ξυλούρης στη Λήδρα, στην Πλάκα. Σε δίσκο κυκλοφόρησαν τον Μάρτιο του 1974, λίγους μήνες πριν πέσει η χούντα. Ο ίδιος ο Μάνος Ελευθερίου, σε συνέντευξή του στον Γιώργο Βουδικλάρη, τον Οκτώβριο του 2017, λέει σχετικά: 

«Η Θητεία με το Μαρκόπουλο ήταν μεγάλη στιγμή. Έπρεπε να έβλεπες όταν παιζόταν στη Λήδρα στην Πλάκα, πριν κυκλοφορήσει σε δίσκο. Ο Μαρκόπουλος είχε την πρόνοια, για να δει και τις αντιδράσεις του κοινού, να διορθώσει ίσως αν ήθελε, κι έπαιζε τα έργα του μπροστά σε κοινό πριν τα ηχογραφήσει. Γινόταν χαμός κάθε βράδυ! Ώσπου μια φορά η Ασφάλεια μυρίστηκε τι γίνεται…Ήταν μέσα στη χούντα… Ο δίσκος κυκλοφόρησε μετά; Νομίζω μέσα στη χούντα κυκλοφόρησε. Πριν πέσει λίγο, το ’74. Η Θητεία ήταν μια όπερα. Και μετά διαλέξαμε αυτά τα κομμάτια.»



Σε μια συνομιλία του με τον Νίκο Ορφανόο Μάνος Ελευθερίου αναφέρεται πάλι στη «Θητεία» και στα «Μαλαματένια λόγια»:

«Τη Θητεία την ηχογραφήσαμε μέσα στη χούντα. Τότε έγραφα συγκλονισμένος από όλα αυτά που ζούσαμε με τη χούντα. Για την ακρίβεια, η Θητεία, ήταν όπερα για το Γρηγόρη Λαμπράκη. Είχα πάει στην κηδεία του Λαμπράκη, αλλά και του Γεωργίου Παπανδρέου και του Σωτήρη Πέτρουλα. 

Ο Πέτρουλας έμενε κάπου στην Ακαδημία Πλάτωνος, είχαμε περπατήσει μέσα σε κάτι λιβάδια ήτανε, σιτοβολώνες ήτανε και φτάσαμε στο σπίτι του βράδυ, ήταν η μάνα του εκεί θυμάμαι με κάτι γυναίκες, οι αδερφές του με κάτι κεριά αναμμένα εκεί πέρα και θυμάμαι τη μάνα του που λέει σε μια στιγμή: «εγώ είμαι βέργα τ’ αρμυρού, κι ό,τι μου τύχει το μπορού». Απαπααα, τρελάθηκα. Τώρα του αρμυρού νερού, που η βέργα, το φυτό, γίνεται ντούρο στο νερό μέσα, του Αλμυρού της περιοχής, ποιος ξέρει.

Μας λογόκρινε η χούντα συνεχώς, μας καθυστερούσε, το «ξημερώνοντας μέρα κακή» στο τραγούδι, κανονικά ήταν «ξημερώνοντας Παρασκευή», γιατί Παρασκευή είχε γίνει το πραξικόπημα. Ή το « να ζεις μ’ αυτή την κομπανία», κανονικά ήταν «μ’ αυτή τη συμμορία» και εν τω μεταξύ αλλοίωνε και τη ρίμα, γιατί το συμμορία κάνει απόλυτη ομοιοκαταληξία, με το –ρια του προπροηγούμενου στίχου, βλακείες δηλαδή. Μου έλεγε ο Μαρκόπουλος πρέπει να αλλάξουμε αυτό το στίχο, στα «Λόγια και τα χρόνια», που λέει «και του καημού την πόρτα να χτυπήσεις», κανονικά έγραφα «και του λαού την πόρτα να χτυπήσεις», μου έλεγε ο Μαρκόπουλος να βάλουμε «και του λαγού την πόρτα», άκου τώρα, του λαγού (γέλια). 

Εκεί που γράφω «πως το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια, να μην ακούσεις έναν ποιητή», σκεφτόμουν το Μαγιακόφσκι και πως αυτοκτόνησε εκεί στη Ρωσία, ένα τέτοιο πράγμα ήθελα να υπενθυμίσω, να υπάρχει εκεί.» 


Μάνος Ελευθερίου διά χειρός Ανδρέα Πιπερίδη
________

Πηγές

  • Μάνος Ελευθερίου, Μαλαματένια λόγια, Αυτοβιογραφική Αφήγηση, καταγραφή - επιμέλεια: Σπύρος Αραβανής - Ηρακλής Οικονόμου, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2021
Copyright © 11/3/2021 Γεωργία Δημητροπούλου

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

«...όπως φυλάν τις λέξεις τους κρυφά οι ποιητές», 12+1 Ηλιοτρόπια του Άλκη Αλκαίου

Vincent van Gogh, Still Life - Vase with Fifteen Sunflowers, 
 1888, National Gallery, London, UK
__________

«Τα τραγούδια του με πιάνανε απ’ τον γιακά και με σφίγγανε στον τοίχο»


«Έχω μια σειρά τραγουδιών του Αλκαίου» μου είπε σχεδόν ψιθυριστά στο αυτί ο Παντελής, μια μέρα στο Παγκράτι.

«Μη πεις τίποτα» μου λέει. Δεν είπα. Αυτά τα πράγματα θέλουν να κρατάς μυστικά και τον λόγο σου. Μετά από λίγο καιρό, που ξαναβρεθήκαμε, μου τραγούδησε πάλι σιγά «Τα βότσαλα» ένα όμορφο και δυνατό χασάπικο. Ύστερα πέρασε καιρός, ψιλοχαθήκαμε με τον Παντελή. Νέα του μου έλεγε ο κοινός φίλος Γιώργος Χριστοδούλου, ότι προχωράει δηλαδή αυτή η δουλειά και τι ωραία τραγούδια που είναι. 

Λίγο μετά, τον Δεκέμβρη του 2012, άκουσα τα κακά νέα στο ραδιόφωνο «Πέθανε ο στιχουργός Άλκης Αλκαίος...» Στενοχωρήθηκα πολύ. Ήταν ο αγαπημένος μου στιχουργός. Τα τραγούδια του με πιάνανε απ’ τον γιακά και με σφίγγανε στον τοίχο. Έβαλα ένα ποτό, πήρα μια κόλλα χαρτί και έγραψα αμέσως ένα ποίημα. To L' ULTIMO BARGO (ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΠΑΡΚΟ). Δεν ξέρω, τελικά, γιατί διάλεξα έναν λατινικό τίτλο. Έτσι μου ήρθε. Ο Παντελής με τον Γιώργη τον Χριστοδούλου πήγαν στην κηδεία στην Πάργα. Στον δρόμο, μάλιστα, είχαν ένα ατύχημα. Τούμπαραν με το αυτοκίνητο, τους μάζεψε ο Θάνος Μικρούτσικος τυχαία, που ακολουθούσε. 

To L,' ULTIMO BARGO το διάβασα μια μέρα σε μια κοινή μας φίλη και μου είπε «Δημήτρη, αυτό εδώ θα το δώσω στον Παντελή για τα καινούργια τραγούδια του Αλκαίου», και μου το πήρε από τα χέρια. Ο καιρός περνούσε. Καιρός δύσκολος μέσα στην κρίση και σε ένα παράξενο πένθος χρόνια τώρα που περνάμε.


«Είναι μακρύ κι ατέλειωτο στην Πάργα το ταξίδι...»
___________

Χρόνια γυρίζει αδειανή του κόσμου η πιρόγα
θειάφι, κονιάκ και κάρβουνο στης γης τη ζυγαριά
και τα τραγούδια νηστικά πεθαίνουνε στη ρώγα
κι η ανάσα στο ζεϊμπέκικο σαν την πενιά βαριά.

Οι έρωτές μας κόψανε το πρωινό τσιγάρο
και σε υγρό σαπίζουνε αρχαίο καμπαρέ
μονάχος μες τα όνειρα πάλευες με τον Χάρο
σ' ένα βουβό παράξενο της μοίρας σου καρέ.

Είναι μακρύ κι ατέλειωτο στην Πάργα το ταξίδι
πώς να σε λέγαν άραγες δεν έμαθα ποτές
μέσα στον κόρφο έκρυβες τ' αμάλαγο το φίδι
όπως φυλάν τις λέξεις τους κρυφά οι ποιητές.

Τώρα γυρνάμε νηστικοί και ζούμε γελασμένοι
κι οι Βησιγότθοι έχουνε χαριστική βολή
της μέρας οι εξόριστοι, της νύχτας οι χαμένοι
είναι νωπά αγάλματα που αγάπησες πολύ.

Φαιό νταμάρι η θάλασσα στο τελευταίο μπάρκο
κι η Ρόζα κατακόκκινη στην πλώρη μοναχή
λαθραίες είναι οι ψυχές και σπάνε το εμπάργκο
να βρουν βαθιά στα πάθη τους την άλλη τους ψυχή.


Τα λόγια του Αλκαίου είναι κουβέντες διπλανές, καθημερινές....

Όλα αυτά τα χρόνια όταν βρισκόμασταν ρωτούσα πάντα τον Παντελή τι έγινε με τα τραγούδια του Αλκαίου. «Γίνονται», μου έλεγε. Καταλάβαινα ότι ήθελε τον καιρό του. Όταν έχεις κάτι σπουδαίο στα χέρια σου θέλεις και συ να φανείς αντάξιός του.

Φέτος, στις αρχές του 2018, με πήρε τηλέφωνο και μου ανακοίνωσε ότι επιτέλους τα «12+1 ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ», έτσι ονόμασε τον κύκλο αυτών των τραγουδιών, με 12 τραγούδια σε στίχους του Αλκαίου και ένα το δικό μου, είναι έτοιμα. Κολακεύτηκα. Σε λίγες μέρες μού έστειλε πρώτα το δικό μου, ένα παράξενο «κουτσοζειμπέκικο», που μου άρεσε πολύ. Μετά από λίγον καιρό μού έστειλε και τα άλλα τραγούδια της εργασίας αυτής και τα άκουσα όλα. Αυτό που με κάρφωσε από την αρχή ήταν ότι πάλι τα τραγούδια αυτά με πιάσανε από τον γιακά και με κολλήσανε σφιχτά στον τοίχο.
Ο Παντελής Θαλασσινός τόσο λυρικός και ευαίσθητος, όπως πάντα, με τις νότες να αναδεικνύουν τα λόγια του ποιητή με τον πιο ωραίο τρόπο. Τα λόγια του Αλκαίου είναι κουβέντες διπλανές, καθημερινές, σαν πέτρες στις τσέπες μας για όλον τον κόσμο, στους λιθοβολισμούς των αναμάρτητων και των πετυχημένων!

Οι μελωδίες εδώ του Θαλασσινού είναι μία ακόμη δυνατή στιγμή στην καριέρα του, που έτσι κι αλλιώς τον έχει καθιερώσει ως έναν από τους σπουδαιότερους τραγουδοποιούς, σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα. Συγκινήθηκα.

Αυτό είναι το μυστικό στα τραγούδια, είπα. Ζήλεψα κιόλας. Αυτή η κατάκτηση του απλού είναι η πιο επαναστατική πράξη. Το απλό είναι το πιο ποιητικό πράγμα του κόσμου και το πιο δύσκολο ταυτόχρονα.



Της Φωτιάς
_______

Να μ’ αγαπάτε και να μ’ αμφισβητείτε

Μ. Χατζιδάκις

Απλώνει η νύχτα απαλά

τα εβένινά της δίχτυα
στων ημερών τα ερείπια 
το βήμα σέρνουμε δειλά

Τρέχει ο χρόνος κι η ζωή
και δε μας περιμένει 
κι εσύ μετράς τι μένει 
απ’ της φωτιάς την εποχή

Δεν μπαίνει σε κανάλια η ζωή 
κυλάει σα λάβα βράδυ και πρωί 
μην παίρνεις τίποτα τοις μετρητοίς 
να μ’ αγαπάς και να μ’ αμφισβητείς

Το σύννεφο έφερε βροχή 
κι η νύχτα μια σειρήνα 
μην κλείνεις σε βιτρίνα 
τη λεύτερή σου την ψυχή


Τραγούδια πετροβόλα και ωραία αλητήρια....

Τα ηλιοτρόπια του Θαλασσινού ανοίγουν το πρόσωπό τους μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο πάντα στον ήλιο, χωρίς να κλείνουν ποτέ τα μάτια τους.

Άκουσα πολλές φορές τα τραγούδια, σε άλλα στάθηκα πιο πολύ, σε άλλα λιγότερο, αλλά ύστερα ήθελα να τα ξανακούσω όλα από την αρχή, χωρίς καμμιά εξαίρεση. Δεν γλυτώνεις εύκολα από τους στίχους του Αλκαίου και τις μελωδίες του Θαλασσινού. Από την ακρόαση δεν βγαίνεις ποτέ ακέραιος και αρτιμελής. Τραγούδια τόσο κραταιά και τόσο ευάλωτα, πετροβόλα και ωραία αλητήρια, στις γειτονιές του πόθου.

Θυμάμαι, πολύ μικρός στο χωριό μου δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί συγκεκριμένα μόνο τραγούδια άνοιγαν με το μυστικό κλειδί τους τις ψυχές των ανθρώπων που τα χόρευαν ως εξαίσιοι χορευτές, αμαρτωλοί και πάσχοντες, και αγίαζαν στις πίστες των ένθεων παθών τους. Είναι, λοιπόν, εκείνα τα τραγούδια που έχουν ανθίσει στις άγονες περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης, που μεγαλώνουν μόνον με τις υγρασίες των αισθημάτων. Τα τραγούδια, όμως, από τέτοιες καλλιέργειες είναι γόνιμα και αποδοτικά. 

Η εργασία αυτή είναι συμπαγής και μας αποδεικνύει τι είναι πραγματικά αυτό που λέμε κύκλος τραγουδιών, και ότι από αυτό το ελάχιστο μιας πρωτογενούς έμπνευσης μπορεί να γεννηθεί το παν. Ο Παντελής Θαλασσινός με τους στίχους του Άλκη Αλκαίου μάς υπενθυμίζει και κάτι άλλο στον καιρό της ομογενοποίησης και του μακελλειού στο τραγούδι, και όχι μόνο, ότι τα τραγούδια δηλαδή είναι πολύ μεγάλη υπόθεση, τόσο περίπλοκη, όμως, όπως το μυστήριο της ίδιας της ύπαρξης. Τα τραγούδια γίνονται ανθρώπινα μόνο όταν πλησιάζουν το θείο.

Οι ορχήστρες του Θαλασσινού είναι λιτές, δίνοντας χώρο στον λόγο και στο συναίσθημα, ακολουθώντας τον πανάρχαιο τρόπο αφήγησης του τόπου μας, χωρίς πονηριές και κόλπα. Οι ερμηνείες του εσωτερικές και δυνατές με έναν τρόπο μαγικό, που χρόνια ο Θαλασσινός έχει κατακτήσει με πολλά μεγάλα του τραγούδια. Δυνατές στιγμές είναι και οι δύο συμμετοχές της σπουδαίας Λιζέτας Καλημέρη και της νέας πολύ εκφραστικής (το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει) Φαίδρας Θαλασσινού. 

Αυτά τα ηλιοτρόπια μου όρισαν απόλυτα αυτό το ωραίο κίτρινο του Βαν Γκογκ με μια στάλα αίμα πάνω στα χείλη μου από τα φιλιά και τα όνειρα του κόσμου.

Τελικά, είμαστε βότσαλα μιας θάλασσας παλιάς σαν πρωτόπλαστο τραύμα στα νωπά μέλη των αγαλμάτων.


Δημήτρης Λέντζος, «12 + 1 Ηλιοτρόπια» Σαν Πίνακας Του Βαν Γκογκ



Δημήτρης Λέντζος - Παντελής Θαλασσινός 
___________

Η Ιστορία με τα “12 +1 Ηλιοτρόπια”, ξεκινάει κάπως έτσι..

Είν
αι μεσημέρι της 17ης Απριλίου του 2012. Απ’ το πρωί τα ραδιόφωνα παίζουν Δημήτρη Μητροπάνο, και αναγγέλουν το δυσάρεστο γεγονός!

Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η Λιζέτα.

 Παντελή, πρέπει να σε δώ. Να συναντηθούμε, να σου δώσω κάτι.

— Τι είναι Λιζέτα μου;

— Θα καταλάβεις... μου λέει

Συναντηθήκαμε λοιπόν το βραδάκι στη “Συλλαβή” της Κικής και του Φίλιππου, στο Παγκράτι.

— Έχω αυτό το φάκελο για σένα. Διάβασε και θα καταλάβεις, γιατί ήθελα ειδικά σήμερα, να σε δω.


Είχε μέσα ένα γράμμα για μένα, απ’ τον Άλκη Αλκαίο, με ημερομηνία 13 Απριλίου, λίγο πριν το Πάσχα του 2012. Περιείχε δώδεκα εξαιρετικούς λαϊκούς στίχους, αριθμημένους κι αραδιασμένους, με τη δική του σειρά. (Τη σειρά την κράτησα ως σήμερα).

Ο τίτλος 12+1 Ηλιοτρόπια, και γραμμένα για τη νέα δουλειά του Δημήτρη Μητροπάνου.

Πάνω απ’ το +1 υπήρχε μια σημείωση,που μου έλεγε... Το +1 (στο στούντιο για γούρι)


Γύρισα στο σπίτι, να τον πάρω τηλέφωνο, με την ησυχία μου.

—  Άλκη μου, σήμερα πήρα το φάκελο στα χέρια μου. Τι ατυχία! Μας προλαβαίνει η ζωή...

— Είδες καμιά φορά η μοίρα, τι παιχνίδια παίζει Παντελή μου;

— Ναι, Άλκη μου, όταν κάνουμε σχέδια, ο Θεός γελάει...

Μου εξήγησε ότι συζητώντας με το Δημήτρη, έκριναν,ότι αν είχα και γω το χρόνο, θα ήταν πολύ ωραίο αποτέλεσμα, μια ολοκληρωμένη δουλειά, με τους τρεις μας, ή έστω κάποιο απ’ αυτά.

Είχα ήδη συνεργαστεί με το Δημήτρη Μητροπάνο, στην προηγούμενή του δουλειά, δίνοντας του ένα τραγούδι, σε στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου, με τίτλο “Δίψα ο έρωτας κι αρμύρα”.

— Νιώθω ότι τα τραγούδια μείναν παραπονεμένα, του είπα, γιατί ήταν προορισμένα, να τα βγάλει βόλτα ένας πολύ μεγάλος τραγουδιστής.

— Να τα γράψεις τα τραγούδια, Παντελή, και να τα πείς εσύ, μου είπε.

Κλείσαμε το τηλέφωνο, κι είμαι σίγουρος, πως κι οι δύο νιώθαμε τα ίδια. Τη ματαιότητα και την απουσία, να μας ταρακουνά.. Το περαστικό μας παρόν, ήταν απαλλαγμένο από κάθε ίχνος φιλοδοξίας και υστεροφημίας...

Άρχισα να γράφω τα τραγούδια, ύστερα από λίγες εβδομάδες, παίζοντας του μερικά, απ’ το τηλέφωνο. Θυμάμαι τη χαρά του, και τα ενθαρυντικά του σχόλια, που με προέτρεπαν να φτιάξω όλα τα τραγούδια...

Του άρεσαν πολύ τα “Βότσαλα”, οι “Σπαθιές στο κύμα”, το “Πανέρι”, “Ο δρόμος το γράμμα κι ο ταχυδρόμος”, που του τα έφτιαξα ένα Cdάκι και τα άκουγε τις τελευταίες μέρες της αρρώστιας του, και της ζωής του.


Όποιος γι αγάπη αμάρτησε, παράδεισο θα λάβει...

Σαν τα καράβια έρχονται, και φεύγουν οι αγάπες
κι’ ειναι γλυκό κι’ είναι πικρό, να ζεις με αυταπάτες
Στην προκυμαία χωρισμούς θυμάσαι κι αγωνίες
βότσαλα που στρογγυλεψαν του κόσμου οι τρικυμίες

Όλα σου τα παράπονα, σπάστα και ξαναρίχτα
κι’ έλα να ξεδιπλώσουμε πανιά μέσα στη νύχτα
Τι κι αν μας πάει στην άβυσσο του κόσμου το καράβι,
όποιος γι αγάπη αμάρτησε, παράδεισο θα λάβει.

Σαν τα καράβια έρχονται, και φεύγουν οι αγάπες
κι είναι πικρό κι ειναι γλυκό, να ζεις με αυταπάτες
Στην προκυμαία τραγουδούν ξενυχτισμένοι ναύτες
του Άκη Πάνου ενα παληό, που λέει για παραβάτες


Τα τραγούδια μου σπαθιές στο κύμα...

Ιέρεια η άνοιξη, 
με σέρνει σε χορό μεθυστικό 
μ’ αγρύπνια και κατάνυξη, 
σε βρίσκω σε τοπίο μυστικό.
Σαν την γαλήνη ήσουνα, 
πριν έρθει τρικυμία και βροχή 
κι είχες σημάδι του έρωτα, 
και ράγισμα στο βλέμμα το βαθύ

Τα τραγούδια μου σπαθιές στο κύμα 
κι’ όλο απ’ την αρχή πιάνω το νήμα 
ότι ζήσαμε είν’ ακόμα εδώ 
καληνύχτα θα σε ξαναδώ

Οι φίλοι πακετάρουνε, 
αποσκευές να φύγουν μακριά 
σε δρόμους που ονειρεύονται, 
γαλήνη πως θα βρουν και γιατρειά. 
Ποιος ουρανός ποια θάλασσα, 
τον άνεμο ρωτώ και τη βροχή 
αυτά που πίσω άφησα, 
με πάνε καροτσάκι μια ζωή


Κι η ζωή μας στο πανέρι... 

Πλοίο δίχως τιμονιέρη 
τούτος ο ντουνιάς 
κι η ζωή μας στο πανέρι 
της κοψοχρονιάς

Ποιος πληρώνει ποιος χρωστά 
πού να πάω να ρωτήσω 
πώς ο κόσμος πάει μπροστά 
κι η ζωή γυρίζει πίσω

Ίδιο έργο δυο αιώνες 
μ’ άλλους θεατές 
σ’ αγορές και σε στρατώνες 
θάλασσες κι οι ακτές




Μόνο τα μάτια σου είν' ο δρόμος ...


Ποιος άνεμος κι απόψε με γυρνά
σε δρόμους που δε βγάζουν πουθενά
εδώ με ποιους να πας και ποιους ν` αφήσεις.
τι γρήγορα που τέλειωσε η γιορτή
κι εγώ μ’ ένα μετέωρο γιατί
τους φίλους να ρωτώ αν θα γυρίσεις


Μόνο τα μάτια σου είν’ ο δρόμος
το γράμμα μου κι ο ταχυδρόμος
η λεωφόρος κι η στροφή μου
απόδραση κι επιστροφή μου.
Μόνο τα μάτια σου είν’ ο δρόμος
ο κλέφτης μου κι ο αστυνόμος
Θεός και δαίμονας μαζί
που με πεθαίνει και με ζει.

Ποιος άνεμος κι απόψε με γυρνά
σε δρόμους που δε βγάζουν πουθενά
κανάλια διαφημίζουνε ειδήσεις
κι εγώ σ’ ένα παγκάκι στο σταθμό
ποτάμι που δε βρίσκει ωκεανό
αφίξεις να μετρώ κι αναχωρήσεις.


Με τη λαχτάρα να έρθει σ’ επαφή με το ανήκουστο και το φρέσκο....

Πάντα άφηνα μια απόσταση, από τους ανθρώπους που θαυμάζω. Πάντα είχα το φόβο μην απογοητευτώ, ή μην τους απογοητεύσω, ή μήπως χαλάσω το μύθο, που ’χα πλάσει στο μυαλό μου, αλλά και μην τους ζαλίσω και τους κουράσω. 

Τον ξεχωριστό αυτό άνθρωπο, δεν τον γνώρισα από κοντά. Κοντά ήρθαμε από τις τηλεφωνικές συζητήσεις μας, μιας και τους τελευταίους μήνες της ζωής του, δεν ήθελε να τον δω... Κοντά μας έφεραν τα τραγούδια μας... Τον θαύμαζα και τον θαυμάζω απεριόριστα για το πάθος του στα γραπτά του. Για τη λαχτάρα του να έρθει σ’ επαφή με το ανήκουστο και το φρέσκο, ακόμη και τον τελευταίο καιρό που είχε δυσκολίες.

Είναι ωραίο να κρίνεται ένας δημιουργός απ’ το έργο του, κι όταν μάλιστα, μας έχει ομορφήνει τις στιγμές. Γι αυτό το λόγο δεν μπορώ να μιλήσω γι αυτόν περισσότερο, αφήνω σ’ άλλους αυτό το ρόλο.

Ο Άλκης Αλκαίος όπως κι οι άνθρωποι που έκαναν αθάνατα τραγούδια θα ζει για πάντα στα χείλη μας και στην ψυχή μας. 

Θα ήταν παράλειψη αν δε δημοσίευα στο βιβλίο αυτό, τους χειρόγραφους στίχους του Αλκαίου. Έχουν μια μαγεία και μια άλλη δύναμη τα χειρόγραφα ενός μεγάλου ποιητή. Σου δίνουν κάτι απ’ την ατμόσφαιρα.


Σε μια παράλογη εποχή η λογική μου είσαι εσύ
___________



Δώσ’ μου μια μέρα αληθινή
μες στην ψευτιά και την ντροπή
Χίλιες μια νύχτες με μεθάς
κλειστά χαρτιά μη μου κρατάς

Τα όνειρα μας παίξαμε
στον κόσμο δε χωρέσαμε
Ψύχραιμοι τώρα και ταπί
ας δούμε αλήθεια τι θα πει

Κι αν η χαρά μας πέρασε
κι αν η ζωή μας γέλασε
εγώ είμαι εδώ και μη μου σκας
Κλόουν θα γίνω να γελάς
Της νύχτας μου βασίλισσα
τα χρόνια μου ξεφύλλισα
Μες την ψευτιά και την ντροπή
δώσ’ μου μια μέρα αληθινή.

Δώσ’ μου μια μέρα αληθινή
τι παει χαμένο και τι ζει
Πού θα `μαι αύριο αδιαφορώ
Το «εδώ και τώρα» σου ζητώ

Οι απαντήσεις λιώσανε 
κι οι ρήτορες τελειώσανε
Σε μια παράλογη εποχή
η λογική μου είσαι εσύ.

Σημείωση: Το τραγούδι “Κλόουν” έχει ξαναγίνει τραγούδι από τον χαμένο πρόωρα φίλο μας Μάριο Τόκα κι έχει τραγουδηθεί απ’ το Μίλτο Πασχαλίδη στη δουλειά “Τραγούδια που ζούνε λαθραία” της Cobalt Music, σε παραγωγή του Ηλία Μπενέτου.


«…κέρδος μου τα “τσιμπήματα”, και οι “χαρακιές” των στίχων...»

6 ολόκληρα χρόνια για να γίνουν τραγούδια οι στίχοι του Βαγγέλη Λιάρου (Άλκη Αλκαίου)... μάλλον είναι πολλά, αν κρίνω απ’ τα 3,5 χρόνια που έκανα για το «Καλαντάρι», του Ηλία, και τα 2,5 για το «Να ’ταν ο πόλεμος χορός» του Φασουλά... 

Οι σοβαρές και θεματικές δουλειές θέλουν το χρόνο τους. Πολλοί πιστεύουν μόνο στην έμπνευση, ή στις “μαγικές” φωνές, κι όχι στα 8ωρα που σκύβεις πάνω απ’ τα τραγούδια σου. Ο χρόνος πάντα είναι ανάλογος με την ευθύνη που σε «κατοικεί», ώστε το αποτέλεσμα να είναι αντάξιο, αυτών των ποιημάτων.

Καίτοι δεν έχω να κερδίσω χρηματικά απ’ αυτές τις παραγωγές, -που αντιθέτως σήμερα «βάζεις κι από την τσέπη σου»-, εν’ τούτοις το κέρδος μου είναι ανυπολόγιστα μεγάλο κι εσωτερικό. Είναι τα “τσιμπήματα”, και οι “χαρακιές” των στίχων, που γι αυτά ζουμε. Γι αυτά και τη συγκίνηση.

Το +1 των Ηλιοτροπίων καλύφθηκε από ένα τραγούδι του συντρόφου Δημήτρη Λέντζου, αφιερωμένο στη μνήμη του Άλκη Αλκαίου. Το Λέντζο τον αγαπώ σαν φίλο, σαν στιχουργό σαν φιγούρα και σαν άνθρωπο.

Το σημείωμα αυτό, προσπαθώ να το απαλλάξω από βαρύγδουπες κουβέντες, και να είμαι περισσότερο περιγραφικός. Είχα δασκάλους που με συμβούλεψαν γι αυτό.

“Μίλα σεμνά, για τα σημαντικά... Δεν περιγράφονται, όσο και να φωνάξεις. Οι βαριές οι λέξεις είναι μόνο για τα ασήμαντα”

Παντελής Θαλασσινός, Λίγα Λόγια Για Τη Διαδρομή Της Δουλειάς Αυτής