William Russell Flint, The Heroes. Ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες καρφώνουν
το κλαδί της βελανιδιάς που μιλάει, στο μπροστινό μέρος του πλοίου,1912.
Σύμφωνα με τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, το πρωραίο τμήμα της Αργούς,
που ήταν ξύλο με ανθρώπινη φωνή και προφητικό χάρισμα, προερχόταν
από ιερή βελανιδιά της Δωδώνης
____________
Τα ορεινά τείχη του Πόντου
«Μαύρη Θάλασσα κλειστή, μακρινές μου πεδιάδες
πίσω από τις Συμπληγάδες»
Διονύσης Σαββόπουλος, Μαύρη Θάλασσα
Τα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας, η παραθαλάσσια ορεινή ζώνη, που αρχίζει από τις εκβολές του Σαγγάριου δυτικά και φτάνει ως τις εκβολές του Άκαμψι ανατολικά (στα τουρκογεωργιανά σύνορα) είναι ενωμένα κάτω από ένα όνομα: Πόντος.
Δύσκολα θα χαρακτήριζε κάποιος«θαλασσινό» αυτό το εκτεταμένο παράλιο μέτωπο των 1200 περίπου χιλιομέτρων. Η φύση και ο χαρακτήρας του είναι καθαρά βουνίσιοι. Τα ορεινά τείχη της μικρασιατικής γης κλείνουν ερμητικά τη νότια πλευρά της Μαύρης Θάλασσας και τα κύματα γλύφουν γκρεμούς, πανύψηλες πλαγιές, βράχια και δάση. Οι ραχοκοκαλιές των Παφλαγονικών και των Ποντικών Άλπεων σχηματίζουν ένα μακρύτατο τείχος, που δίνει την εντύπωση ότι συγκρατεί τα νερά για να μην πλημμυρίσουν τα οροπέδια της ενδοχώρας. Όλη η αιολική δύναμη εκλύεται εδώ, στην άκρη της θάλασσας, πάνω στο μέτωπο των βουνών. Τεράστιες ποσ'οτητες λάσπης, κορμοί δέντρων, όγκοι νερού κόντρα στα θαλάσσια ρεύματα και ουρανομήκη κύματα κάνουν τη θάλασσα να κοχλάζει. Μέσα στην καταιγίδα η στεριά χάνεται.
Κι ενώ στην ανατολική πλευρά του Εύξεινου Πόντου ο θεόρατος Καύκασος, ο Αντικαύκασος και τα ενδιάμεσα Μοσχικά όρη δημιουργούν ένα πεδινό τρίγωνο, που έχει στη βάση του την παραλία και τη θάλασσα, εδώ στη νότια πλευρά λείπει τελείως ο μεταβατικός χώρος ανάμεσα στις ορεινές ραχοκοκαλιές και το ανοιχτό πέλαγος. Μόνον μια στενή πεδιάδα υπάρχει στο μήκος των 1.200 χιλιομέτρων, στη μέση περίπου της απόστασης. Είναι ένα κάθετο άνοιγμα, μια κοιλάδα, που χωρίζει τα όρη της Παφλαγονίας δυτικά, από τις Ποντικές Άλπεις ανατολικά. Μέσα στην κοιλάδα τρέχουν παράλληλα ο ποταμός Άλυς (Κιζίλ Ιρμάκ), ο Ίρις (Γιεσίλ Ιρμάκ) και ο Λύκος (Γκερμελί τσάϊ). Τα πλατιά αυτά ποτάμια, που έρχονται από το εσωτερικό, σχηματίζουν την προσχωσιγενή πεδιάδα της αρχαίας Αμισού (Σαμσούντας) και δημιουργούν ένα βαλτώδες δέλτα, το οποίο δεν ξεπερνά τα 100 χιλιόμετρα πλάτος. Παράκτια ζώνη δεν υπάρχει ούτε στην εκβολή των ποταμών ούτε στο ορεινό μέτωπο που αντικρίζει τη θάλασσα.
Τα πλοία που περνούσαν τον Βόσπορο και κατευθύνονταν προς το βασίλειο των Αμαζόνων, 360 μίλια διαδρομή, ή συνέχιζαν για την Κολχίδα κι είχαν μπροστά τους άλλα 210-250 μίλια θάλασσα, έπρεπε να παραπλεύσουν αυτά τα ορεινότατα και αλίμενα παράλια, που τα ταράζουν οι ρωσικοί βοριάδες και οι νότιοι βουνίσιοι άνεμοι. Κανένα ιστιοφόρο ή κωπήλατο ιστιοφόρο πλοίο δεν μπορούσε να φτάσει στον προορισμό του δίχως να σταθεί στα μέρη όπου χτίστηκαν αργότερα οι ελληνικές αποικίες και οι δεκάδες λιμανόσκαλες.
Παρόλο όμως ότι οι ακτές είχαν ζωτική σημασία για τους ναυτιλλομένους, δεν έχει βρεθεί ούτε το ελάχιστο ίχνος λιμενικής εγκατάστασης. Γιατί ολόκληρη η βόρεια Μικρά Ασία, με τα πανύψηλα όρη της Παφλαγονίας στα δυτικά και τις Ποντικές Άλπεις στα ανατολικά, παραμένει τόπος ανασκαφικά παρθένος.
Αν δεχτούμε ότι η Αργώ και κάποια άλλα ελληνικά πλοία πέρασαν τον Βόσπορο και πήγαν στην Κολχίδα, στον Καύκασο ή στο βασίλειο των Αμαζόνων και στο Χιττιτικό βασίλειο πριν από την εποχή του μεγάλου αποικισμού, τότε θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπήρχαν παλαιότερες εγκαταστάσεις κατά μήκος της νότιας ακτής, πριν από τον 7ο αιώνα. Διάφορες σχετικές ιστορίες βρίσκει κανείς στα «Αργοναυτικά» ποιήματα και σε άλλα αρχαία συγγράμματα, καθώς και σε γεωγραφικά κείμενα των ρωμαϊκών χρόνων.
Οι επικές ιστορίες για το ταξίδι του Ιάσονα και των Αργοναυτών στην Κολχίδα, οι ιστορίες του Ηρακλή που πλοηγείται στον Εύξεινο Πόντο και του Οδυσσέα που περιπλανιέται στη γη των Κιμμερίων, καθώς και ο μύθος του Δία που περιορίζει τον Προμηθέα στα βουνά του Καυκάσου ως τιμωρία, μπορούν όλα να θεωρηθούν ως αντανακλάσεις των πρώιμων επαφών μεταξύ των πρώτων Ελλήνων αποίκων και των τοπικών φυλών.
Küre Mountains, απότομα βουνά του Πόντου, που πέφτουν απευθείας στη θάλασσα.
_______________
Οι περισσότερες από τις ιστορίες μπορούν να χαρακτηριστούν σαν «παφλαγονικοί θρύλοι», γιατί αναφέρονται στα άγρια κι αφιλόξενα παράλια της Παφλαγονίας. Τα βουνά της κατρακυλούν στη θάλασσα. Τα κύματα τινάζονται ως τις κορφές των θεόρατων βράχων. Οι απότομες πλαγιές απομονώνουν εντελώς τις ακτές και αποκλείουν οποιαδήποτε χερσαία επικοινωνία. Μόνον από τη θάλασσα είναι προσπελάσιμη η παραθαλάσσια ζώνη. Ακόμα και ακτές που απέχουν δέκα-δεκαπέντε χιλιόμετρα η μια από την άλλη είναι αποκομμένες μεταξύ τους. Σε μερικά μέρη ούτε ορεινά μονοπάτια δέν υπῆρχαν, και ο δρόμος που συνέδεσε για πρώτη φορά τα παράλια χωριά και τις κωμοπόλεις ανοίχτηκε μόλις το 1975. Μέχρι τότε η επικοινωνία γινόταν με βάρκες και ψαροκάικα.
Τα παράλια όμως είναι αλίμενα και εκτεθειμένα στους ορμητικούς θαλασσινούς ανέμους. Στο φρύδι της θάλασσας ήταν χτισμένες οι ελληνικές αποικίες και οι μικροοικισμοί που εξυπηρετούσαν τη ναυτιλία και εμπορεύονταν τη ναυπηγική ξυλεία της περιοχής. Οι «Παφλαγονικοί θρύλοι» αφορούν κυρίως τον Ηρακλή και τους Αργοναύτες και αναφέρονται ιδιαίτερα στο μοναδικό κομμάτι αυτής της γης που θα μπορούσε εύκολα να γίνει ναυτικός σταθμός, τη χερσόνησο της Σινώπης, τη σημερινή Σινόπ.
Ήρωες και Ποντοπόροι: τα πρώτα ταξίδια 1400 π.Χ. - 700 π.Χ.
_____________
Ο θρύλος της Αργοναυτικής Εκστρατείας
Ο θρύλος της Αργοναυτικής Εκστρατείας συγκροτήθηκε από τα πρώτα καράβια, τα πρώτα μακρινά ταξίδια και από τις περιπέτειες των πρωτοπόρων ναυτικών. Οι δεκάδες προσθήκες στον αρχικό μύθο, οι γεωγραφικές πληροφορίες που συνυφάνθηκαν με τις παλαιότερες διηγήσεις, η ενσωμάτωση κατορθωμάτων που ανήκαν σε νεότερους ή παλαιότερους ήρωες είναι κυρίως έργο των ποιητών της Ελληνιστικής εποχής.
Αυτή η αρχική διήγηση πάντως αφορά ένα ταξίδι που τοποθετείται χρονικά τον 14ο ή 13ο αιώνα, όταν άκμαζαν τα βασίλεια της Μυκηναϊκής εποχής. Οπωσδήποτε πριν από τον Τρωικό πόλεμο, που έγινε στις αρχές του 12ου αιώνα, γιατί είναι εντελώς ξεκάθαρο πως οι αρχηγοί της στρατιάς ήταν απόγονοι ή είχαν συγγενικούς δεσμούς με τους Αργοναύτες. Αν μάλιστα πιστέψουμε τους αρχαίους ποιητές, που λένε πως η Αργώ πέρασε τον Ελλήσποντο γλιστρώντας μέσα στη νύχτα, γιατί ο βασιλιάς της Τροίας Λαομέδων φρουρούσε την είσοδο των στενών και δεν άφηνε κανένα ελληνικό πλοίο να περάσει, τότε μπορούμε να χρονολογήσουμε το ταξίδι γύρω στο 1280 με 1260 π.Χ. Τα μυκηναϊκά ευρήματα στη Μαύρη Θάλασσα, αν και λιγοστά, ενισχύουν την άποψη πως το πρώτο πλοίο που διάβηκε τον Βόσπορο ήταν η πενηντάκωπη Αργώ.
Ο μύθος των Αργοναυτών είχε μεγάλη απήχηση σε όλο τον ελληνικό κόσμο. Για τον λόγο αυτό υπάρχουν πολλές αναφορές σε σημαντικούς αρχαίους συγγραφείς για την Αργοναυτική εκστρατεία και τους ήρωες της: Απολλώνιος Ρόδιος, Ησίοδος, Απολλόδωρος, Υγίνος, Πίνδαρος, Ηρόδοτος, Ευριπίδης, Βαλέριος Φλάκκος κ.ά. Στην πρώιμη Ελληνιστική περίοδο, ο Απολλώνιος Ρόδιος προσπάθησε να επαναφέρει το είδος του αρχαϊκού έπους με ένα εξάμετρο ποίημα για τους Αργοναύτες. Όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, έτσι και τα Αργοναυτικά συμπεριλαμβάνουν μέσα στις αφηγηματικές αναφορές τους γεγονότα που συμβαίνουν πριν και μετά την δράση της ιστορίας.
Το Χρυσόμαλλο Δέρας προερχόταν από το κριάρι, το οποίο έδωσε η Νεφέλη στα παιδιά της. Σ’ αυτό ανέβηκαν ο Φρίξος και η αδελφή του Έλλη, για να ξεφύγουν από τον πατέρα τους Αθάμα, βασιλιά του Ορχομενού της Βοιωτίας και την μητριά τους Ινώ, που ήταν έτοιμοι να τον θυσιάσουν. Ο Φρίξος, με τη βοήθεια της μητέρας του Νεφέλης, τελικά έφθασε στην αυλή του βασιλιά της Κολχίδος Αιήτη, ο οποίος τον δέχθηκε με τιμές και του έδωσε την κόρη του Χαλκιόπη για γυναίκα. Όταν ο Φρίξος θυσίασε το κριάρι στον Δία, χάρισε το χρυσόμαλλο δέρμα του στον Αιήτη, ο οποίος το κρέμασε σε μια βαλανιδιά στο δάσος του Άρη και τοποθέτησε έναν δράκοντα να το φυλά νυχθημερόν.
Θεόφιλος Κεφαλάς – Χατζημιχαήλ – Ο Φρίξος Και Η Έλλη
_________
Ο Ιάσονας γεννήθηκε στην Ιωλκό, την ώρα που το χρυσόμαλλο κριάρι, έχοντας στη ράχη του τον Φρίξο, έφτανε στην Κολχίδα. Ο πατέρας του Αίσονας, γιος του βασιλιά της Ιωλκού, Κρηθέα και της Τυρώς, φοβούμενος τον αδελφό του Πελία, παρέδωσε κρυφά τον Ιάσονα στον φημισμένο παιδαγωγό Κένταυρο Χείρωνα στο Πήλιο για να τον εκπαιδεύσει. Ο Χείρων με την μητέρα του Φιλύρα, τον φρόντισε και τον ανέπτυξε σωματικά και πνευματικά. Όταν ο Ιάσονας έγινε είκοσι ετών, ο Κένταυρος Χείρων του εκμυστηρεύτηκε την καταγωγή του. Ο Ιάσονας ξεκίνησε για την Ιωλκό να πάρει πίσω τη ζωή που του έπρεπε.
Ο βασιλιάς Πελίας, είχε λάβει χρησμό από το Μαντείο των Δελφών ότι θα σκοτωθεί από έναν απόγονο του Αιόλου, ο οποίος θα φορά ένα σανδάλι (μονοσάνδαλος). Όταν ο Πελίας είδε τον Ιάσονα να φοράει σανδάλι μόνο στο δεξί του πόδι, φοβήθηκε μην επαληθευτεί ο χρησμός. Προκειμένου να τον απομακρύνει από το βασίλειο, του έθεσε όρο να φέρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, πιστεύοντας ότι θα σκοτωθεί στην προσπάθεια επίτευξης της αποστολής του. Πρόθυμοι να κινδυνεύσουν μαζί με τον Ιάσονα ήταν αρκετοί ριψοκίνδυνοι φίλοι. Ο Ιάσονας οργάνωσε την φιλόδοξη εκστρατεία του και έστειλε απεσταλμένους σε όλη την Ελλάδα, καλώντας όποιον αγαπά τις επικίνδυνες περιπέτειες. Στρατολόγησε έτσι τους μεγαλύτερους ήρωες της εποχής για να τον συνοδεύσουν στην αποστολή του. Σε όλους αυτούς η θεά Ήρα έβαλε ασίγαστο πόθο να σηκώσουν μαζί το βάρος μιας τόσο μεγάλης επιχείρησης.
Με τον τρόπο αυτό μπορούσαν να δοξαστούν, να βοηθήσουν το πανελλήνιο, ταξιδεύοντας στην μακρινή χώρα της Κολχίδος, στον βασιλιά Αιήτη και να επιστρέψουν το Χρυσόμαλλο Δέρας στην Ιωλκό, στον τόπο της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Σύμφωνα με τον χρησμό, η Ιωλκός δεν θα ευημερούσε ποτέ αν κάποιος δεν επέστρεφε από τη χώρα του Αιήτη το δέρμα του κριαριού με το οποίο είχε φύγει ο Φρίξος και η Έλλη από τον Ορχομενό, για να μην θυσιαστούν. Χωρίς αμφιβολία η τελική φάση του ταξιδιού τους, δηλαδή η απόκτηση του Χρυσόμαλλου δέρατος, ήταν έργο του Ιάσονα, ενώ το θαλάσσιο ταξίδι αποτελούσε συλλογικό εγχείρημα.
Το πλοίο με το οποίο οι ήρωες ξεκίνησαν το ταξίδι τους, κατασκευάστηκε από τον αρχιτέκτονα Άργο, και με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς, που έφερε από την ιερή βελανιδιά της Δωδώνης το πρωραίο τμήμα, ξύλο με ανθρώπινη φωνή και προφητικό χάρισμα, ονομάστηκε Αργώ (η λέξη σημαίνει και γρήγορη, λαμπρή) και από αυτό οι ταξιδιώτες της πήραν το όνομα Αργοναύτες.
Επειδή μάλιστα, είχε γίνει με ξυλεία από τα δάση του Πηλίου το έλεγαν, επίσης Πηλιάδα Αργώ.
Argonautica 1: The Journey Begins, Tyler miles Lockett
___________
Η Αργώ αποπλέει από τις Παγασές, το επίνειο της Ιωλκού και ανοίγεται στο πέλαγος, πλέοντας βορειοανατολικά. Με πρώτο σταθμό την «ανεμόεσσα», όπως την λέει ο Όμηρος Λήμνο, οι Αργοναύτες εγκαταλείπουν το Αιγαίο, παραπλέουν τις ακτές τις Ίμβρου και χώνονται νύχτα στον Ελλήσποντο, για να βρεθούν στην νότια πλευρά της Προποντίδας, σε μια θάλασσα, ξένη αλλά όχι τόσο δύσκολη για έμπειρους αιγαιοπελαγίτες ναυτικούς. Σ' ένα απόμερο λιμανάκι στις ακτές της Μυσίας (σημερινά Μουδανιά στη Θάλασσα του Μαρμαρά), ο Ύλας, ο σύντροφος του Ηρακλή χάνεται, όταν πηγαίνει να φέρει νερό από το άντρο των Λιμναίων Νυμφών. Ο Ηρακλής με τον Πολύφημο μένουν πίσω για να τον βρουν. Οι Αργοναύτες περιμένουν ώρες, αλλά λόγω των ευνοϊκών ανέμων αποπλέουν χωρίς αυτούς. Ο Πολύφημος ιδρύει στη Μυσία την πόλη Κίο (Κριός) και γίνεται βασιλιάς της. Στο σημείο αυτό ο Ηρακλής αποχωρεί από την Αργοναυτική Εκστρατεία και συνεχίζει τους περίφημους άθλους του.
Ψηφιδωτό που απεικονίζει τον μύθο της απαγωγής του Ύλα από τις νύμφες του νερού,
εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλάνια (Alanya), στην Τουρκία.
Προέρχεται από την αρχαία πόλη Σύεδρα (Syedra)
__________
Η αποχώρηση του Ηρακλή είναι από τα πιο συζητημένα επεισόδια του έπους, με πολλαπλές διαστάσεις, ποιητικές, μυθολογικές και θεολογικές. Ο Ηρακλής είναι ο μεγαλύτερος ήρωας της ελληνικής μυθολογίας, και αν παρέμενε στην Αργώ θα υποβάθμιζε τον Ιάσονα ως κεντρικό πρόσωπο. Ο Απολλώνιος το λύνει με κομψό τρόπο: δεν τον διώχνει, αλλά τον αφήνει να φύγει από το πάθος του για τον Ύλα, δηλαδή από αδυναμία που ταιριάζει και στον μεγαλύτερο ήρωα.
Το επεισόδιο έχει βαθιά μυθολογική υφή. Ο Ύλας δεν σκοτώνεται, αρπάζεται από τις Λιμναίες Νύμφες που τον ερωτεύτηκαν, συνεπαρμένες από την ομορφιά του. Πρόκειται για τυπικό μοτίβο της αρπαγής του ωραίου νέου από υπερφυσικές γυναικείες οντότητες, παράλληλο με την αρπαγή του Γανυμίδη ή του Υακίνθου. Ο Ύλας εισέρχεται στον κόσμο των Νυμφών και δεν επιστρέφει ποτέ. Η εξαφάνιση του είναι μια είσοδος σε άλλο επίπεδο ύπαρξης. Η τοπική λατρεία στη Μυσία ήταν ζωντανή: οι κάτοικοι της Κίου έκαναν κάθε χρόνο τελετουργική αναζήτηση του Ύλα, καλώντας το όνομά του στα βουνά.
Ο ήρωας Γλαύκος αναδύεται από τη θάλασσα και αποκαλύπτει στους Αργοναύτες ότι η μοίρα του Ηρακλή είναι να μείνει πίσω: έχει να εκπληρώσει τους άθλους του για την Ευρυσθέα και τελικά να γίνει θεός. Αυτό αποδίδει στην αποχώρηση μια κοσμολογική αναγκαιότητα: ο Ηρακλής δεν είναι απλώς ένας ήρωας που χάνεται στον δρόμο. Είναι το ον που ακολουθεί ξεχωριστή, καλύτερη πορεία προς την αποθέωση.
Biagio d'Antonio, Ο Ύλας και οι Νύμφες,1465
Ο πίνακας παρουσιάζει τις περιπέτειες των Αργοναυτών. Δεξιά απεικονίζεται
η αρπαγή του Ύλα από τις Νύμφες.Metropolitan Museum of Art, New York.
______________
Από την ώρα όμως που η Αργώ φτάνει στο πέρασμα που ενώνει την Προποντίδα με τη Μαύρη θάλασσα, τα στοιχεία της φύσης αγριεύουν. Φρενιασμένοι άνεμοι σαρώνουν τα Στενά. Σωστά φτερωτά τέρατα που οι Έλληνες ονόμασαν Άρπυιες. Επιφανειακά και υποθαλάσσια ρεύματα ανακατώνουν τα νερά. Η απαίσια Σκύλλα από δω, η φρικτή Χάρυβδις από κει. Αρπακτικά πουλιά παλεύουν μέσα στην ομίχλη. Γύπες και θαλασσαετοί ψάχνουν να βρουν τροφή. Και οι κινητοί βράχοι – ή τα κομμάτια του πάγου που κατεβάζει η Μαύρη Θάλασσα από τα μεγάλα ποτάμια της – καθώς μετακινούνται και στριφογυρίζουν στο βορινό στόμα του Βοσπόρου, απαγορεύουν κάθε προσπέλαση. Συμπληγάδες είναι το πιο γνωστό από τα ονόματα που έδωσαν οι ναυτικοί σε αυτούς τους φρουρούς της Μαύρης Θάλασσας. Κι έμεινε η λέξη να σημαίνει, μεταφορικά, κάθε ανυπέρβλητο εμπόδιο.
Οι Άρπυιες, τα φτερωτά τέρατα του Βοσπόρου, νικήθηκαν από τους Αργοναύτες Ζήτη και Κάλαϊ. Τα δυο αδέλφια, γιοι του Βορέα, του βόρειου ανέμου που κατεβαίνει από τη Θράκη, έβγαλαν τα ξίφη τους και έτρεψαν σε φυγή τις Άρπυιες.Έτσι ο τυφλός μάντης Φινέας ελευθερώθηκε από τα τέρατα που τον τυραννούσαν κι αποκάλυψε στους Αργοναύτες τον τρόπο να περάσουν ανάμεσα στις Συμπληγάδες και να βγουν στη Μαύρη Θάλασσα. Σύμφωνα με τη μοίρα, επειδή ένα πλοίο κατάφερε να περάσει, οι Συμπληγάδες ρίζωσαν και έμειναν για πάντα ακίνητες και ο Εύξεινος Πόντος ανοίχτηκε μια για πάντα στα πλοία.
Οι Αργοναύτες περνούν ανάμεσα στις Συμπληγάδες Πέτρες
_________
Οι Αργοναύτες στο έρημο νησί της Θυνίας
Κωπηλατώντας ακατάπαυστα κοντά στα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου, οι Αργοναύτες περνούν τον Ρήβα ποταμό, τον βράχο της Κολώνης,η οποία είναι το ακρωτήριο γύρω από τον Λύκο ποταμό, το ακρωτήριο Μέλαινα και τις εκβολές του ποταμού Φυλλίδα έως ότου φτάνουν στο έρημο νησί της Θυνιάδας, η οποία έχει περίμετρο επτά σταδίους.Τη διττή ονομασία Θυνία και Θυνιάς σχολιάζει ο Καλλισθένης, αναφερόμενος στο γεγονός πως για την ίδια χώρα και το ίδιο νησί οι μεν Ἐλληνες προτιμούν το όνομα Θυνία, οι δε βάρβαροι Θυνιὰς.
Κατά την ελληνική, ρωμαϊκή και βυζαντινή (προτουρκική) εποχή, το νησί ονομαζόταν Δαφνουσία, Ἀπολλωνία, Θυνιάς, Θυνή, Θυνίς και Θυνηίς. Τα τελευταία από αυτά τα ονόματα προέρχονται από την αρχαία ελληνική λέξη «θύν(ν)ος», δηλαδή «είδος ψαριού» - ο τόνος [αντιδάνειο από το ιταλ. tonno < υστλατ. tunnu(m) < λατ. thynnus, που ανάγεται στο αρχ. "θύννος"] - και ίσως από τους Θύνιους, μια φυλή θρακικής καταγωγής που ζούσε στην παράκτια Βιθυνία.
Το νησί αναφέρεται από τον γεωγράφο Πτολεμαίο και τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο και τον Στράβωνα, καθώς και στον Περίπλου του Ευξείνου Πόντου. Τα ονόματα Θυνιάς και Δαφνουσία δίνονται και τα δύο από τον Πτολεμαίο, το Θυνιάς από τον Πλίνιο, τον Στράβωνα και τον Στέφανο Βυζάντιο. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος γράφει ότι ονομάζεται επίσης Θυνή, Θυνίς και Θυνηίς. Το νησί αναφέρεται επίσης στα ελληνικά επικά ποιήματα Αργοναυτικά και Ορφέως Αργοναυτικά. Και τα δύο ποιήματα αφορούν τους Αργοναύτες.
Το νησί της Θυνίας ή Δαφνουσίας (σημερινό Kefken Adası) βρίσκεται κοντά στις ακτές της Βιθυνίας, ανάμεσα στον Βόσπορο και τον ποταμό Σαγγάριο. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στην κλασική γραμματεία στο έργο Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου (3ος αιώνας π.Χ.) και αποτελεί τον πρώτο σταθμό τους μετά την είσοδό τους στον Εύξεινο Πόντο. Οι πηγές αναφέρουν ότι το λιμάνι του νησιού ήταν αρκετά μεγάλο και ασφαλές ώστε να προσφέρει καταφύγιο στα πλοία που κατευθύνονταν προς την Ηράκλεια την Ποντική.
Στο νησί λειτουργεί φάρος, που χτίστηκε το 1879 για να καθοδηγεί τα πλοία στη Μαύρη Θάλασσα. Πρόκειται για το μοναδικό νησί στη Μαύρη Θάλασσα με μόνιμη ανθρώπινη εγκατάσταση, μόνο μια οικογένεια ψαράδων, προς το παρόν. Υπάρχουν ωστόσο σχέδια να ανοίξει το νησί στον τουρισμό τα επόμενα χρόνια.
Kefken Adası, το νησί της Θυνίας ή Δαφνουσίας, όπως είναι σήμερα
___________
Η στάση στο νησί αυτό αποτελεί μια από τις πιο θρησκευτικά υποβλητικές στιγμές των Αργοναυτικών, καθώς συνδέεται με τη θεοφάνεια του Απόλλωνα. Στο κείμενο περιγράφεται ως ένας τόπος απομονωμένος και ιερός, καθώς η εμφάνιση του Απόλλωνα λειτουργεί ως θεϊκό σημάδι εύνοιας, που ενθαρρύνει τους Αργοναύτες και τους προετοιμάζει πνευματικά για τις επόμενες δοκιμασίες τους στον Πόντο.
Ο Ηρόδωρος μαρτυρεί την ύπαρξη βωμού στο νησί προς τιμήν του Απόλλωνα που αποκαλείται Ἑῷος Ἀπόλλων, δηλαδή Αυγερινός Απόλλωνας, εφόσον την αυγή εμφανίζεται στους Αργοναύτες, οι οποίοι επίσης την αυγή προσάραξαν στο νησί της Θυνιάδας. Στην ίδια γραμμή κινείται και η αφήγηση του Απολλώνιου, σύμφωνα με την οποία ο Ορφέας καλεί τους συντρόφους του να ονομάσουν τη Θυνιάδα ιερό νησί του Αυγερινού Απόλλωνα που ταξιδεύει την αυγή. Αυτό το γεγονός οδήγησε στην εγκαθίδρυση μιας λατρείας του Απόλλωνα και της Δάφνης στο νησί, η οποία πιστεύεται ότι αργότερα διαδόθηκε σε ολόκληρη την περιοχή.
Ο Ορφέας προτείνει τέλος την ίδρυση βωμού και την προσφορά θυσιών προς τιμήν του θεού με σκοπό τον εξευμενισμό του. Η πρότασή του γίνεται δεκτή και οι εργασίες ολοκληρώνονται υπό τον ήχο της λύρας του Ορφέα και με την ένορκη επισφράγιση της ομοφροσύνης που θα συνέχει τους Αργοναύτες στο εξής.
Karoly Ferenczy, Orpheus, 1894
_________
Τώρα που το θεϊκό φως δεν έχει έρθει ακόμα ούτε είναι απόλυτο σκοτάδι, αλλά μια αχνή λάμψη έχει απλωθεί στη νύχτα, την ώρα που οι άνθρωποι ξυπνούν και το ονομάζουν λυκόφως, εκείνη την ώρα η Αργώ γλίστρησε στο λιμάνι ενός έρημου νησιού, της Θυνιάδας. Οι ήρωες ήταν εξαντλημένοι. Τα χέρια τους πονούσαν από τα κούπια, τα σώματά τους ζητούσαν ανάπαυση. Σκαρφάλωσαν στη στεριά και άφησαν τα γόνατά τους να λυγίσουν στην άμμο. Και τότε συνέβη κάτι που κανείς δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Μπροστά τους εμφανίστηκε ο γιος της Λητούς. Ερχόταν από μακρινή Λυκία και πήγαινε προς τη χώρα των αναρίθμητων Υπερβορείων, σ΄εκείνους τους μακάριους λαούς που ζουν πέρα από τους βόρειους ανέμους. Τα χρυσά του μαλλιά κυματίζανε σε τούφες στα μάγουλά του καθώς προχωρούσε. Στο αριστερό χέρι κρατούσε ασημένιο τόξο, στους ώμους κρεμόταν η φαρέτρα του. Και κάτω από τα βήματά του ολόκληρο το νησί ανατρίχιασε και σείστηκε, και τα κύματα ορθώθηκαν ψηλά στην ακτή σαν να ήθελαν να τον χαιρετίσουν.
Οι Αργοναύτες πέτρωσαν. Κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι και να κοιτάξει κατάματα τα ωραία μάτια του θεού. Στέκονταν με τα κεφάλια σκυμμένα στη γη, σαν στάχυα μπροστά στον άνεμο, ενώ ο Απόλλωνας συνέχισε την πορεία του πάνω από τα νερά, στον αέρα, και χάθηκε.
Τότε σηκώθηκε ο Ορφέας, ο γιος του Οίαγρου, εκείνος που γνώριζε τη γλώσσα που μιλούν οι θεοί στις καρδιές των ανθρώπων. Στράφηκε στους αρχηγούς και είπε:
«Ελάτε, ας ονομάσουμε τούτο το νησί "ιερό νησί του Απόλλωνα της Αυγής", γιατί σε όλους μας φανερώθηκε περνώντας στο χάραμα· ας του χτίσουμε βωμό στην ακτή κι ας του προσφέρουμε όσες θυσίες μπορούμε· και αν στο μέλλον μας επιτρέψει να επιστρέψουμε με ασφάλεια στη γη των Αιμονίων, τότε θα βάλουμε στο βωμό του μηρούς κερασφόρων τράγων. Τώρα όμως, ας τον εξιλεώσουμε με θυσίες και σπονδές. Να είσαι καλός μαζί μας, βασιλιά, να είσαι καλός στην εμφάνισή σου».
Έτσι είπε, και αμέσως έχτισαν ένα βωμό με χαλίκια. Μετά σκόρπισαν στο νησί να βρουν θήραμα, ένα ελαφάκι ή μια άγρια κατσίκα, που συχνά αναζητούν βοσκότοπο στο βαθύ δάσος. Κι ο γιος της Λητούς τους οδήγησε σ' ένα θήραμα. Κι ό,τι βρήκαν το τύλιξαν με ευλάβεια σε λίπος και το έκαψαν στον ιερό βωμό, τιμώντας τον Απόλλωνα, Άρχοντα της Αυγής. Και τότε ο Ορφέας πήρε τη βιστωνική λύρα του και γύρω από τη φωτιά που έκαιγε τη θυσία, οι Αργοναύτες στήσανε χορό και τραγουδούσαν:
«Χαίρε, ωραίε θεέ της ίασης, Φοίβε, χαίρε», Κι η λύρα του Ορφέα ύφαινε ανάμεσά τους μια ιστορία παλιά: πώς κάποτε κάτω από τη βραχώδη κορυφογραμμή του Παρνασσού, ο ίδιος ο Απόλλωνας, ακόμα νέος και χωρίς γένια, με τα μακριά του μαλλιά να λαμπυρίζουν, σκότωσε με το τόξο του τον χθόνιο δράκοντα Πύθωνα. Είθε να είσαι ευγενικός! Πάντα, βασιλιά, να μην κουρεύονται οι μπούκλες σου, να μην χτενίζονται, γιατί έτσι είναι σωστό. Και μόνο η Λητώ, κόρη του Κοίου, να τις χαϊδεύει με τα αγαπημένα της χέρια. Και συχνά οι Κωρύκειες νύμφες, κόρες του Πλείστου, επαναλάμβαναν κάθε φορά την επωδό, φωνάζοντας «Θεραπευτής»· από εκεί, λένε, γεννήθηκε αυτή η ωραία επωδός του ύμνου προς τον Φοίβο.
Αφού λοιπόν τον γιόρτασαν με χορό και τραγούδι, ορκίστηκαν με ιερές σπονδές αγγίζοντας τη θυσία καθώς έδιναν τον όρκο, ότι θα βοηθούσαν πάντα ο ένας τον άλλον με ομόνοια καρδιάς, όσα κι αν τους έφερνε το μέλλον. Ακόμη και τώρα υπάρχει εκεί ένας ναός προς τιμήν της ευγενούς Ομόνοιας, τον οποίο ανήγειραν οι ίδιοι οι ήρωες, τιμώντας με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο τον θεό που πέρασε, αλλά και τον δεσμό που τους ένωνε.
Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, βιβλίο 2, στ. 669-720, σε ελεύθερη απόδοση
Gustave Moreau, Ο Απόλλωνας κατατροπώνει τον Πύθωνα, 1885
National Gallery of Canada, Ottawa
_________
Από τα παραπάνω προκύπτει η μυθολογική και θρησκευτική σημασία του νησιού Kefken (αρχαία Θυνία ή Δαφνουσία):
- Πρώτη Αναφορά: Είναι η πρώτη τοποθεσία στη νότια ακτή του Εύξεινου Πόντου που καταγράφεται στην κλασική γραμματεία (3ος αι. π.Χ.) μέσω των Αργοναυτικών.
- Κέντρο Λατρείας: Η θεοφάνεια του Απόλλωνα στους Αργοναύτες οδήγησε στην ίδρυση βωμού και στη δημιουργία της λατρείας του Απόλλωνα και της Δάφνης.
- Πηγή Διάδοσης: Η λατρεία του Απόλλωνα στην ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας πιθανότατα εξαπλώθηκε ξεκινώντας από αυτό το νησί.
Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Füsun Tülek, καθηγήτριας αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Kocaeli, το νησί δεν ήταν απλώς ένας βράχος στη θάλασσα, αλλά ένας διαχρονικός συνδετικός κρίκος μεταξύ της θρησκευτικής παράδοσης και της οικονομικής ισχύος στον Εύξεινο Πόντο. Η σημασία του νησιού είναι πολυδιάστατη, καθώς συνδέει τη μυθολογία, τη θρησκεία, τη στρατηγική και το εμπόριο κατά μήκος των αιώνων.
Ναυτιλιακή και Εμπορική Σημασία
- Στρατηγικό Λιμάνι: Το νησί διέθετε ένα από τα λίγα ασφαλή και μεγάλα λιμάνια στη νότια ακτή, λειτουργώντας ως κρίσιμος σταθμός για τα πλοία που κατευθύνονταν ανατολικά προς την Ηράκλεια την Ποντική.
- Εμπορικός Σταθμός: Ενσωματώθηκε στην επικράτεια της Ηράκλειας Ποντικής και άκμασε κατά τη Ρωμαϊκή, Βυζαντινή και Μεσαιωνική περίοδο ως κέντρο θαλάσσιου εμπορίου.
- Βενετικό Μονοπώλιο: Τον 12ο αιώνα, το νησί αποτέλεσε μέρος της βενετικής «θαλασσοκρατίας», καθώς οι Βενετοί έμποροι απέκτησαν προνόμια ελεύθερου εμπορίου στα λιμάνια της Αυτοκρατορίας.
Στρατιωτική και Πολιτική Σημασία
- Οχυρωματική Θέση: Το νησί προστατευόταν από ισχυρά τείχη (κυρίως βυζαντινά, αλλά και ελληνιστικά), υπογραμμίζοντας την ανάγκη προστασίας των λιμενικών εγκαταστάσεων.
- Πεδίο Σύγκρουσης: Λόγω της θέσης του, έγινε σημείο διεκδίκησης και πολιορκιών λειτουργώντας ως «κλειδί» για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας προς την Κωνσταντινούπολη. Η Δαφνουσία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ιστορία της αυτοκρατορίας το 1260-1261 μ.Χ. Όταν ο βενετικός στόλος μαζί με τους Λατίνους πολιόρκησαν το νησί το 1260, άφησαν την Κωνσταντινούπολη αφύλακτη. Αυτό αποτέλεσε μια «χρυσή ευκαιρία» για τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο να ανακαταλάβει την πρωτεύουσα το 1261 μ.Χ.
- Σύγχρονη Ιστορία: Κατά τον Τουρκικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, το νησί έπαιξε κρίσιμο ρόλο στη μεταφορά πολεμοφοδίων στην Ανατολία.
Αρχαιολογική Σημασία
- Πολιτιστική Κληρονομιά: Το νησί φιλοξενεί σημαντικά ευρήματα, όπως οχυρωματικά τείχη από την Ελληνιστική και Βυζαντινή περίοδο, κυκλικούς πύργους (11ος-12ος αι.), αρχαίες δεξαμενές και βυθισμένο μόλο.
- Έχει ανακηρυχθεί από το Τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού ως «Αρχαιολογικός Χώρος Πρώτου Βαθμού», λόγω της καλής κατάστασης των μνημείων του και των ευρημάτων κεραμικής που χρονολογούνται από τον 5ο αιώνα π.Χ.
Η ιστορία της Δαφνουσίας.
Βίντεο φτιαγμένο με το notebooklm.google.com
__________
Το Αχερούσιο Σπήλαιο στην Ηράκλεια του Πόντου
Η Ηράκλεια η Ποντική, ένας σημαντικός αρχαιοελληνικός οικισμός, στα νότια παράλια του Εύξεινου Πόντου, στην περιοχή που λεγόταν χώρα των Μαριανδυνών, είναι η σημερινή πόλη Karadeniz Ereğli της Τουρκίας, όνομα που αποτελεί πιστή μεταγραφή του αρχαιοελληνικού «Karadeniz» δηλ. «Μαύρη Θάλασσα», «Ereğli» < Ερεγλή < Ερεγλί <Ηρακλής.
Η Ηράκλεια δυτικά έφτανε έως τον ποταμό Σαγγάριο, κοντά στη χερσόνησο της Αχερουσίας και κοντά στους ποταμούς Παρθένιο, Ύπιο και στον πλωτό Λύκο, ο οποίος είχε πλάτος 60 μ. περίπου. Η ίδρυσή της πόλης τοποθετείται, βάσει των αρχαιολογικών ανασκαφών, στον 6ο αιώνα π.Χ. (περίπου 560-558π.Χ.), από Μεγαρείς αποίκους, σύμφωνα με τον ιστορικό Ξενοφώντα, ή από Μιλήσιους, κατά τον Στράβωνα, οι οποίοι υπέταξαν τους αυτόχθονες αλλά, κατόπιν συμφωνίας, δεν τους πούλησαν ως σκλάβους έξω από την πόλη.
Η πόλη διέθετε φυσικό λιμάνι, που υποδηλώνεται και από την επωνυμία της Σωοναύτης, αυτή που σώζει τους ναυτικούς. Η ονοματοδοσία της πόλης έγινε προς τιμήν του πανελλήνιου ήρωα Ηρακλή, ο οποίος εμφανίζεται στον Εύξεινο άλλοτε ως μυθικός ιδρυτής και προστάτης της πόλης, και άλλοτε ως πρόγονος των τοπικών φύλων, και ειδικά των Μαριανδυνών, συνδέοντας ιδεολογικά όλη την περιοχή του Εύξεινου με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Όπως καταγράφει ο Ξενοφώντας, όταν οι Μεγαρείς άποικοι κατέφθασαν στη νότια ακτή της Μαύρης Θάλασσας, άκουσαν μια παράδοση που ήθελε τον Ηρακλή να έχει ανασύρει τον Κέρβερο, τον τερατώδη φρουρό του Άδη με τις τρεις κεφαλές σκύλου, την ουρά δράκοντα και τις εννιά φιδοκεφαλές, από ένα σπήλαιο κοντά σε εκείνη την περιοχή· έκτοτε, το πέρασμα έμεινε αφύλακτο, επιτρέποντας την εύκολη άνοδο των ψυχών στον Πάνω Κόσμο.
Ο ήρωας ζήτησε πρώτα την άδεια του θεού Πλούτωνα. Ο Πλούτων συμφώνησε αλλά με τον όρο να μην χρησιμοποιήσει ο Ηρακλῆς όπλα. Κι αυτός τυλίχτηκε στη λεοντή του, άρπαξε τον Κέρβερο από τον λαιμό κι όταν το τέρας παραδόθηκε, το πήγε στην Αργολίδα για να το παρουσιάσει στον έντρομο βασιλιά Ευρυσθέα.
Peter Paul Rubens (1577–1640), Ηρακλής και Κέρβερος (1636).
Prado National Museum
___________
Ποια από όλες τις πύλες του Άδη φρουρούσε ο Κέρβερος; Η μία από τις δύο επικρατέστερες εκδοχές την τοποθετεί στην περιοχή του ακρωτηρίου της Ηράκλειας, εκεί που κατρακυλάνε τα όρη της Παφλαγονίας στη θάλασσα. Φοβερά χάσματα ανοίγονται· τα βάραθρα και οι στοές οδηγούν στα ανθρακωρυχεία του Ζογκουλντάκ. Τα μαύρα και γυαλιστερά κοιτάσματα και η χαρακτηριστική μυρωδιά από το διοξείδιο του άνθρακα, που δηλητηριάζει τον αέρα, δίνουν στον τόπο την όψη της κόλασης.
Στην καρδιά της σύγχρονης πόλης Karadeniz Ereğli βρίσκεται το Αχερούσιο Σπήλαιο, γνωστό σήμερα ως Cehennemağzı Mağaraları (Σπηλιές του Στόματος της Κολάσεως). Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα τριών σπηλαίων που συνδέονται με τον μύθο του Ηρακλή και την κάθοδό του στον Άδη, όπου αιχμαλώτισε τον Κέρβερο.
Cehennemağzı Mağaraları (Σπηλιές του Στόματος της Κολάσεως).
__________
Οι Τρεις Σπηλιές του Συμπλέγματος
1. Σπηλιά της Εκκλησίας (Kilise Mağarası): Αυτό το σπήλαιο, το οποίο ήταν μια πολύ παλιά χριστιανική εκκλησία, χρησιμοποιήθηκε ως μυστικός τόπος λατρείας στα πρώτα χρόνια, όταν ο Χριστιανισμός εξαπλωνόταν και ήταν απαγορευμένος. Οι κίονες, τα κιονόκρανα, τα ψηφιδωτά δάπεδα, οι λυχνοστάτες και άλλα ερείπια μέσα στο σπήλαιο είναι διακοσμημένα με μοτίβα που φέρουν ίχνη της Πρώιμης Χριστιανικής Περιόδου.
Σπηλιά της Εκκλησίας (Kilise Mağarası)
________
2. Σπηλιά του Ηρακλή (Herkül Mağarası): Είναι γνωστή στους ντόπιους ως Σπήλαιο Koca Yusuf. Θεωρείται το σημείο όπου ο Ηρακλής εισήλθε στον Κάτω Κόσμο για τον δωδέκατο και τελευταίο άθλο του, τη σύλληψη του Κέρβερου. Η παράδοση,την οποία υιοθετούν και μεταγενέστεροι συγγραφείς όπως ο Οβίδιος, αναφέρει ότι η περιοχή ήταν γνωστή, ήδη από τα αρχαία χρόνια, για ένα δηλητηριώδες φυτό που είχε σε αφθονία, την ακονιτίνη, ακονίτη, ή όπως είναι σήμερα γνωστό, το αρσενικό. Λέγεται, λοιπόν, πως ο Κέρβερος, τρομοκρατημένος από το ηλιακό φως, το οποίο αντίκριζε για πρώτη φορά, καθώς ο Ηρακλής τον έβγαζε στο φως, άρχισε να βγάζει αφρούς και σάλια πάνω στο ακόνιτο, το οποίο αμέσως φαρμακώθηκε και μετατράπηκε στο πασίγνωστο δηλητήριο, συνδέοντας τη γη των ζωντανών με το θανατηφόρο άγγιγμα του Κάτω Κόσμου.
Σπηλιά του Ηρακλή (Herkül Mağarası)
_______
3. Σπηλιά του Μαντείου (Ayazma Mağarası): Έχει μεγαλύτερη επιφάνεια από τα άλλα δύο σπήλαια και αποτελείται από δύο θαλάμους. Τα υπόγεια ύδατα που καλύπτουν τον έναν από αυτούς τους θαλάμους, εκτός από την ιερή του σημασία, χρησιμοποιούνταν και ως δεξαμενή στο παρελθόν, τροφοδοτώντας με νερό τα άλλα δύο σπήλαια και τη γύρω περιοχή. Στο εσωτερικό της υπάρχει μια μικρή λίμνη. Λόγω της ακουστικής της, πιστεύεται ότι κατά την αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν ως Νεκρομαντείο, για χρησμούς και επικοινωνία με τις ψυχές των νεκρών.
Λίγα είναι τα στοιχεία που έχουν σωθεί για το νεκρομαντείο στην Ποντοηράκλεια, όπως αλλιώς αποκαλούνταν η πόλις. Το επισκέφθηκε, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Σπαρτιάτης στρατηγός Παυσανίας, περί το 479 - 477 π.Χ. Είναι άγνωστος ο τρόπος λειτουργίας του νεκρομαντείου και η μέθοδος νεκρομαντείας – επίκλησης που χρησιμοποιούνταν. Επίσης, δεν αναφέρεται σε καμιά από τις λογοτεχνικές πηγές η παρουσία και η δράση των ιερέων (αν
υπήρχαν), καθώς και ποιες ήταν οι λατρευόμενες θεότητες, στις οποίες ήταν αφιερωμένο το ιερό - ψυχοπομπείο.
Ελάχιστα διευκολύνει ο Πλούταρχος στον Κίμωνα, όπου αφηγείται την ιστορία του Παυσανία και της Κλεονίκης, που αποτελεί ένδειξη της απώλειας του μέτρου από τον Παυσανία, γεγονός που οδήγησε στην απομάκρυνσή του από την ηγεσία των Ελλήνων. Σύμφωνα με τον Daniel Ogden (στο έργο του Greek and Roman Necromancy), η αφήγηση του Πλουτάρχου για τον Παυσανία στην Ηράκλεια υπονοεί τη μέθοδο της εκκόλαψης (incubation ή εγκοίμησης), η οποία αποτελούσε κεντρικό τελετουργικό στα αρχαία ψυχομαντεία.
Ο Ogden υποστηρίζει ότι η αφήγηση του Πλουτάρχου δεν περιγράφει μια "εξωτερίκευση" του φαντάσματος που βλέπουν όλοι, αλλά μια προσωπική, οραματική εμπειρία που προκαλείται από την παραμονή στον ιερό χώρο. Ενώ η εγκοίμηση είναι πασίγνωστη από τα Ασκληπιεία για θεραπευτικούς σκοπούς, στα ψυχομαντεία χρησιμοποιούνταν για την επικοινωνία με τους νεκρούς. Η μέθοδος αυτή βασιζόταν στην πίστη ότι κατά τη διάρκεια του ύπνου η ψυχή απελευθερώνεται από το σώμα και μπορεί να συνομιλήσει απευθείας με τις οντότητες του Άδη.
Ανάγλυφο αφιερωμένο στον Ασκληπιό και την Υγίεια. Ασκληπιείο Πειραιά, περ. 400 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά.
_________
Λέγεται ότι ο Παυσανίας έστειλε να του φέρουν μια παρθένο από το Βυζάντιο, την Κλεονίκη, νέα από επιφανή οικογένεια, προκειμένου να συνουσιαστεί μαζί της. Οι γονείς της την έστειλαν σε εκείνον κατόπιν εξαναγκασμού, αλλά και από φόβο. Εκείνη ζήτησε από αυτούς που βρίσκονταν έξω από το δωμάτιο να σβήσουν το φως, και πλησίασε σιωπηλά το κρεβάτι στα σκοτεινά. Ο Παυσανίας ήδη κοιμόταν. Όμως εκείνη σκόνταψε πάνω στο λυχνοστάτη και κατά λάθος τον αναποδογύρισε. Ο Παυσανίας πετάχτηκε από το θόρυβο και τράβηξε τη λόγχη του, νομίζοντας πως κάποιος εχθρός τον πλησίαζε. Χτύπησε την κοπέλα και την έριξε κάτω. Εκείνη σκοτώθηκε από το χτύπημα και δεν επέτρεπε στον Παυσανία να ησυχάσει, αλλά τον επισκεπτόταν σαν φάντασμα τις νύχτες στον ύπνο του, απαγγέλλοντας θυμωμένη σε εξάμετρο: "Πήγαινε στη δικαιοσύνη· η ύβρις είναι πολύ κακή για τους ανθρώπους"
Οι σύμμαχοι πήραν αυτή την προσβολή ιδιαίτερα βαριά, και μαζί με τον Κίμωνα τον έδιωξαν από την πόλη. Κατατρεγμένος από το Βυζάντιο και καταδιωκόμενος από το φάντασμα, όπως λέγεται, κατέφυγε στο νεκρομαντείο στην Ηράκλεια. Ανακαλούμενος το φάντασμα της Κλεονίκης την ικέτευσε να παύσει την οργή της. Εκείνη του παρουσιάστηκε σε όραμα και του είπε ότι σύντομα θα απαλλασσόταν από τις συμφορές του όταν θα βρισκόταν στη Σπάρτη, μιλώντας με ένα γρίφο, όπως φαίνεται, για το θάνατο που τον περίμενε. Σε κάθε περίπτωση, πολλοί αφηγούνται αυτή την ιστορία.
Πλούταρχος, Κίμων 6.4-7
Η περιοχή στα αριστερά της εισόδου του Σπηλαίου Ayazma χρησιμοποιείται σήμερα για συναυλίες κλασικής μουσικής, ειδικά κατά τη διάρκεια φεστιβάλ. Τα σπήλαια είναι ανοιχτά στους επισκέπτες ως αρχαιολογικός χώρος υπό τη δικαιοδοσία της Διεύθυνσης του Μουσείου Karadeniz Ereğli.
Σπηλιά του Μαντείου (Ayazma Mağarası)
_________
Η Αχερουσία Χερσόνησος και το Αχερούσιο Ακρωτήριο
Στη χώρα των Μαριανδυνών, κοντά στην Ηράκλεια Ποντική (σημερινό Karadeniz Ereğli της Τουρκίας - υποδέχεται τους Αργοναύτες με μεγάλο ενθουσιασμό, ο βασιλιάς τους, Λύκος. Ο Λύκος θυμάται τον Ηρακλή από παλιά, όταν ήταν ακόμη έφηβος - «με το πούπουλο που μόλις φύτρωνε στα μάγουλά μου». Ο Ηρακλής είχε περάσει τότε από τη γη των Μαριανδυνών κατά τη διάρκεια του άθλου για τη ζώνη της Ιππόλυτης, της βασίλισσας των Αμαζόνων. Η αναφορά στον Δάσκυλο, πατέρα του Λύκου, τοποθετεί τη σκηνή στην αυλή της βασιλικής οικογένειας των Μαριανδυνών.
Κεντρικό στοιχείο είναι η ιστορία του αδελφού του Λύκου Πρίολα, που είχε σκοτωθεί από τους Μυσίους και για τον οποίο ο λαός τραγουδά ακόμη μοιρολόγια, ένα σπάνιο τοπικό μυθολογικό μοτίβο θρήνου. Ο Ηρακλής εκδικήθηκε σκοτώνοντας στην πυγμαχία τον Τιτία, έναν εξαιρετικά ισχυρό τοπικό πολεμιστή, «που ξεπερνούσε όλους τους νέους σε ομορφιά και δύναμη». Η νίκη αυτή έχει άμεση πολιτική συνέπεια: υποτάσσει Μυσίους και Φρύγες στον Δάσκυλο.
Η αφήγηση του Λύκου λειτουργεί και ως γεωγραφικός χάρτης ηγεμονίας, με σαφείς αναφορές:
- Ρήβας ποταμός και Κολώνη: όρια της κυριαρχίας που εξασφάλισε ο Ηρακλής στα ανατολικά.
- Βιλλαίος ποταμός: τα σκοτεινά νερά του ορίζουν την περιοχή των Παφλαγόνων του Πέλοπα, που υποχώρησαν χωρίς αντίσταση.
- Ύπιος ποταμός: τα λιβάδια του αποτελούν το σύνορο που παραβίαζαν οι Βεβρυκίοι με τις επεκτατικές τους βλέψεις.
Ο Λύκος κλείνει με μια αιτιολογική αναφορά: υπόσχεται να ανεγείρει στους γιους του Τυνδάρεου, Κάστορα και Πολυδεύκη, στο Αχερούσιο ύψωμα έναν ψηλό ναό. Πρόκειται για τυπικό αιτιολογικό μύθο που εξηγεί την ύπαρξη τοπικής λατρείας των Διοσκούρων ως προστατών των ναυτικών. Η επιλογή του Αχερουσίου για τον ναό των Διοσκούρων έχει βαθύτερη ποιητική λογική: οι Διόσκουροι, ως προστάτες των ναυτικών, ιδρύουν τη λατρεία τους ακριβώς εκεί όπου το τοπίο παραπέμπει ταυτόχρονα στον θάνατο και στη σωτηρία, στη Μαύρη Θάλασσα, τον πιο επικίνδυνο θαλάσσιο δρόμο για τους αρχαίους Έλληνες.
Σύμβολα των Διοσκούρων, όπως οι πίλοι, τα χαρακτηριστικά κωνικά καπέλα, στεφανωμένοι με αστέρια, εμφανίζονται συχνά σε νομίσματα της περιοχής του Πόντου, υποδηλώνοντας την ευρεία αποδοχή της λατρείας τους. Στα νομίσματα της Ηράκλειας του Πόντου, αλλά και γειτονικών πόλεων όπως η Αμισός και η Αμάσεια, τα σύμβολα αυτά εμφανίζονται με συγκεκριμένο τρόπο:
- Πίλοι: Τα κωνικά καπέλα που φορούσαν οι Διόσκουροι, συχνά τοποθετημένα εκατέρωθεν ενός κεντρικού συμβόλου (π.χ. ενός κέρατος αμαλθείας ή ενός αετού).
- Αστέρια: Πάνω από κάθε πίλο υπάρχει συνήθως ένα οκτάκτινο αστέρι, συμβολίζοντας τη μεταμόρφωση των διδύμων στον αστερισμό των Διδύμων και τη θεϊκή τους φύση ως «φωστήρες» των ναυτικών, καθώς η παρουσία τους συνδέθηκε άρρηκτα με το φως και την καθοδήγηση μέσα στο σκοτάδι της θάλασσας.
- Σύνδεση με τον Μιθριδάτη: Κατά την εποχή του Μιθριδάτη ΣΤ' του Ευπάτορα, η λατρεία των Διοσκούρων ενισχύθηκε, καθώς ο βασιλιάς συχνά παρουσιαζόταν ως προστάτης των ελληνικών πόλεων και συνεχιστής των ηρωικών παραδόσεων.
Χάλκινο νόμισμα από την Αμάσεια, 120 - 100 π.Χ
Στην πίσω όψη (δεξιά), εικονίζεται το κέρας της Αμάλθειας ανάμεσα
σε δύο πίλους με οκτάκτινο αστέρι πάνω από κάθε πίλο
_________
Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, στο έπος του «Αργοναυτικά» (Βιβλίο 2, στίχοι 727-748), περιγράφει τη σπηλιά και την ευρύτερη περιοχή της Αχερουσίας Χερσονήσου και του Αχερούσιου Ακρωτηρίου,που αντιστοιχεί σήμερα στο Cape Baba (Baba Burnu στα τουρκικά), το ακρωτήριο που βρίσκεται δίπλα στη σημερινή πόλη Karadeniz Ereğli, στην επαρχία Zonguldak της Τουρκίας.
Την τρίτη μέρα του ταξιδιού τους, οι ήρωες ξύπνησαν με χαρά στις καρδιές τους. Ένας δροσερός αέρας από τη δύση φυσούσε σταθερά, σαν να τους καλούσε ο ίδιος ο Ζέφυρος να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Σήκωσαν τα πανιά, κι η Αργώ, εκείνο το θαυμαστό πλοίο που είχε χτιστεί με ξύλο από το ιερό δάσος της Δωδώνης, άφησε το απόκρημνο νησί κι άρχισε να γλιστρά πάνω στα νερά σαν θαλασσόπουλο που πετά.
Πέρασαν τις εκβολές του ποταμού Σαγγάριου, που ξεχύνεται στη θάλασσα σαν μυστηριώδες φίδι, και αντίκρισαν , μια εύφορη χώρα που μύριζε υγρή γη και άγρια άνθη. Ο Λύκος ποταμός και η λίμνη Ανθεμοεισία άστραφταν μακριά σαν ασημένιοι καθρέφτες στον ήλιο. Τα σχοινιά και όλα τα σύνεργα της Αργούς τραγουδούσαν και τρέμανε στον άνεμο, κι ολόκληρο το πλοίο έμοιαζε σαν ζωντανό πλάσμα που χαίρεται την ταχύτητά του.
Μα η νύχτα έφερε γαλήνη. Ο άνεμος σταμάτησε απότομα, σαν να τον διέταξε κάποια αόρατη θεότητα να σωπάσει. Κι όταν χάραξε η αυγή, είδαν μπροστά τους κάτι που τους έκοψε την ανάσα: το Αχερούσιο Ακρωτήρι.
Υψωνόταν μπροστά τους με απόκρημνα, σκοτεινά βράχια, να κοιτάζει σαν φύλακας την ανήσυχη θάλασσα της Βιθυνίας. Στους πρόποδές του, λείοι βράχοι έμπηγαν τις ρίζες τους βαθιά στον βυθό, και τα κύματα σπάγανε επάνω τους με βαρύ, αλλεπάλληλο κρότο, σαν κτύποι μεγάλου τυμπάνου σε κηδεία. Στην κορυφή, πλατάνια απλώνανε τα γέρικά τους χέρια προς τον ουρανό, ακίνητα κι αιώνια.
Ήταν ένας τόπος που σε έκανε να μιλάς χαμηλόφωνα. Γιατί εκεί, κρυμμένη μέσα σε μια βαθιά, σκοτεινή χαράδρα, σκεπασμένη από δέντρα και βράχια που δεν άφηναν φως να περάσει, βρισκόταν η είσοδος του Άδη.
Από εκείνο το άνοιγμα ανάβλυζε ασταμάτητα μια παγωμένη ανάσα, σαν αναπνοή του ίδιου του κόσμου των νεκρών. Η παγωνιά αυτή έστρωνε κάθε πρωί λεπτό παγετό στις πέτρες γύρω-γύρω, ένα λευκό, γυαλιστερό στρώμα που μόνο ο μεσημεριανός ήλιος τολμούσε να λιώσει. Και ποτέ, μα ποτέ, δεν ησύχαζε εκείνο το ακρωτήρι. Ένας διαρκής βόμβος το στοίχειωνε: ο ήχος των κυμάτων από κάτω κι ο ψίθυρος των φύλλων που ανακατεύονταν με τον αέρα που έβγαινε από τη σπηλιά, σαν ψυχές αναρίθμητες που μουρμούριζαν μέσα στο σκοτάδι.
Κι από εκεί έτρεχε ο Αχέρων. Ο ποταμός των νεκρών, ανοίγοντας τον δρόμο του μέσα από την πέτρα, πηδώντας από ύψη, χυνόταν τελικά στη θάλασσα. Ακόμα κι η θέα του νερού του ήταν αρκετή για να θυμίσει στους ήρωες πόσο λεπτό είναι το σύνορο ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών.
Αργότερα, οι Μεγαρείς της Νισαίας, όταν ήρθαν να εποικίσουν αυτή τη γη, θα ονόμαζαν τον ποταμό Σωναύτη, τον «σωτήρα των ναυτών», γιατί, μια φορά, όταν παγιδεύτηκαν σε μια τρομερή θαλασσοταραχή, αυτός ο ίδιος ποταμός τους οδήγησε με ασφάλεια στη στεριά,
Οι Αργοναύτες όμως δεν είχαν χρόνο για ιστορίες. Εκμεταλλεύτηκαν την ηρεμία του ανέμου, πέρασαν το ακρωτήρι με μεγάλη επιμέλεια, και έδεσαν σε απέναντι ακτή. Κατεβαίνοντας στη στεριά, κανείς δεν μιλούσε για ώρα. Όλοι κοιτούσαν πίσω προς εκείνον τον σκοτεινό βράχο που μουρμούριζε ακόμα. Και όλοι ήξεραν ότι η θάλασσα, σ’ αυτά τα μέρη, δεν ήταν απλώς θάλασσα.
Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά,
βιβλίο 2, στίχ. 727-748 σε ελεύθερη μετάφραση
Η περιοχή Kandilli στο Karadeniz Ereğli, γνωστή για την ιστορική της σημασία
στη βιομηχανία εξόρυξης άνθρακα.
___________
Η Αργώ του Tim Severin φτάνει στο Αχερούσιο Σπήλαιο
Το 1984, μια ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Tim Severin, Βρετανό εξερευνητή, επιστήμονα, ιστορικό, σκηνοθέτη και συγγραφέα, διάσημο για την αναβίωση ιστορικών διαδρομών που συνδέουν τη μυθολογία με την πειραματική αρχαιολογία, αναδημιούργησε το θρυλικό ταξίδι των Αργοναυτών, κατασκευάζοντας ένα ακριβές αντίγραφο της Αργούς, μήκους 16 μέτρων, από ξύλο πεύκου.
Δεν χρησιμοποιήθηκαν καρφιά και τα ξύλα ενώθηκαν με εντορμίες (μόρσα) και δερμάτινους ιμάντες, όπως ακριβώς στην εποχή του Χαλκού. Η Αργώ ξεκίνησε από το Βόλο, την αρχαία Ιωλκό, και έφτασε μέχρι τη Γεωργία, την αρχαία Κολχίδα, διανύοντας πάνω από 1.500 μίλια.
Στόχος της ερευνητικής ομάδας ήταν να αποδειχθεί αν ήταν τεχνικά δυνατό για ένα κωπήλατο πλοίο της εποχής εκείνης να διασχίσει το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο.
Το ντοκιμαντέρ του BBC κατέγραψε τις εξαντλητικές προσπάθειες του πληρώματος των κωπηλατών που στους σταθμούς άλλαζε: στην Τουρκία, μαζί με τους 10 Βρετανούς και τους 10 Έλληνες κωπηλάτες, προστέθηκαν και Τούρκοι εθελοντές κωπηλάτες, συμβολίζοντας τη συνεργασία των λαών πάνω στο θρυλικό σκαρί.
Το εξώφυλλο του βιβλίου «The Jason Voyage» του Tim Severin. Η εικόνα δείχνει το πλοίο της αποστολής, με τα πανιά να φέρουν απεικονίσεις που θυμίζουν αρχαιοελληνικά σχέδια με κριάρια. Η έκδοση περιλαμβάνει σχέδια του Trondur Patursson.
__________
Το άρθρο του Severin στο National Geographic, τον Σεπτέμβριο του 1985, με τίτλο «The Jason Voyage», έκανε την ιστορία γνωστή σε εκατομμύρια αναγνώστες, αναδεικνύοντας τη σύνδεση μεταξύ γεωγραφίας και μυθολογίας και αποδεικνύοντας ότι ο μύθος των Αργοναυτών είχε ρεαλιστική βάση, καθώς το πλήρωμα κατάφερε να δαμάσει τα ισχυρά ρεύματα του Βοσπόρου (ταχύτητας έως 5 κόμβων), χρησιμοποιώντας μόνο τη δύναμη των κουπιών.
Στον επόμενο σταθμό τους, το Ερεγλί (Ηράκλεια η Ποντική), η ομάδα ταυτοποίησε την είσοδο για τον Κάτω Κόσμο, βασιζόμενη σ' έναν συνδυασμό κλασικών κειμένων, γεωλογικής παρατήρησης και τοπικής παράδοσης. Όταν έφτασαν στο Ερεγλί, οι ντόπιοι έδειξαν στον Severin το Σπήλαιο της Κολάσεως ως το κέντρο όλων των τοπικών μύθων. Η ομάδα διαπίστωσε ότι η μνήμη των «ξένων που πέθαναν εκεί» είχε επιβιώσει μέσα από τους αιώνες, μεταμορφωμένη σε τοπικούς θρύλους για αρχαίους πολεμιστές.
Στο βιβλίο του, ο Severin περιγράφει την απότομη πτώση της θερμοκρασίας και το «παγωμένο ρεύμα αέρα» που έβγαινε από τα βάθη του σπηλαίου, κάτι που οι αρχαίοι απέδιδαν στην ανάσα του Χάρου ή του Κέρβερου. Η ομάδα ένιωσε το δέος που θα ένιωθαν οι αρχαίοι ναυτικοί βλέποντας αυτές τις σκοτεινές τρύπες στη γη, σε μια περιοχή που συχνά καλύπτεται από ομίχλη. Η ταυτοποίηση δεν ήταν μόνο επιστημονική, αλλά και ψυχολογική, καθώς το τοπίο «επέβαλλε» τον μύθο του.
Τουρκικά αλιευτικά σκάφη υποδέχονται την Αργώ καθώς φτάνει σε ένα λιμάνι. Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο «The Jason Voyage» του Tim Severin (1985)
___________
Οι Θάνατοι του Ίδμονα και του Τίφυ
Στη τη γη των Μαριανδυνών πεθαίνουν δύο από τους Αργοναύτες, ο Ίδμονας και ο Τίφυς. Σύμφωνα με τον μύθο, αλλά και τις έρευνες του Tim Severin στην περιοχή της Ηράκλειας της Ποντικής, ο θάνατος των δύο Αργοναυτών θεωρείται μια από τις πιο μελαγχολικές στιγμές του ταξιδιού.
Εκεί χτύπησε τον γιο του Άβαντα η μοίρα που του είχε ορίσει — τον Ίδμονα, τον δοξασμένο για την τέχνη της μαντείας. Μα η τέχνη του δεν μπόρεσε να τον σώσει· η ανάγκη τον έσερνε στον όλεθρο, ακατανίκητη.
Στον λειμώνα ενός καλαμόφυτου ποταμού ξάπλωνε κρυμμένος, δροσίζοντας τα πλευρά του και την τεράστια κοιλιά του μέσα στη λάσπη, ένας αγριόχοιρος με ασπρισμένους χαυλιόδοντες, πλάσμα θανατερό, που ακόμα και οι νύμφες των ελών τον τρέμανε. Κανένας άνθρωπος δεν το ήξερε· βοσκούσε μόνος στα απέραντα χωράφια, αθέατος και άγνωστος.
Και να, ο Ίδμων, ο γιος του Άβαντα, βάδιζε ανάμεσα στις λασπωμένες όχθες του ποταμού· κι ο αγριόχοιρος, από κρυφή φωλιά που κανείς δεν υποψιαζόταν, πετάχτηκε ψηλά μέσα από τα καλάμια και του άνοιξε τον μηρό με μιας, κόβοντας με το κόκαλο μαζί και τα νεύρα. Με οξεία κραυγή ο ήρωας έπεσε κάτω· κι οι σύντροφοι, μόλις άκουσαν ότι χτυπήθηκε, βρέθηκαν αμέσως δίπλα του με αλαλαγμό. Ο Πηλέας όρμησε με το ακόντιό του εναντίον του αγρίμιου που έφευγε τρέχοντας στο έλος· εκείνο στράφηκε ξανά, μα ο Ίδας το πλήγωσε, κι αυτό κατέπεσε βογκώντας πάνω στο γρήγορο δόρυ. Τον αγριόχοιρο τον άφησαν εκεί που έπεσε· τον Ίδμονα όμως, που ξεψυχούσε, οι σύντροφοι τον σήκωσαν με θλίψη και τον μετέφεραν στο πλοίο, κι αυτός άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια τους.
Εκεί σταμάτησαν κάθε σκέψη για ταξίδι και παρέμειναν βυθισμένοι στον πόνο, να τελέσουν την ταφή του νεκρού. Τρεις ολόκληρες μέρες θρήνησαν· την τέταρτη τον έθαψαν με όλες τις τιμές που του άξιζαν. Ο λαός, μαζί με τον βασιλιά Λύκο τον ίδιο, πήραν μέρος στην κηδεία· και σφάχτηκαν αμέτρητα κοπάδια στον τάφο του, όπως πρέπει για τους νεκρούς.
Και να, σε εκείνη τη γη, ο τύμβος αυτού του άνδρα υψώνεται ακόμα· και στέκει ένα σημάδι για να το βλέπουν οι άνθρωποι των μεταγενέστερων χρόνων, ο κορμός μιας αγριελιάς, από αυτές που φτιάχνουν τα πλοία, που ανθίζει με τα πράσινα φύλλα του ακριβώς λίγο πιο κάτω από το Αχερούσιο ακρωτήριο. Κι αν πρέπει να το πω αυτό καθαρά, όπως μου ορίζουν οι Μούσες: ο Φοίβος είχε διατάξει τους Βοιωτούς και τους Νισαίους να τιμούν τον Ίδμονα ως φύλακα της πόλης τους, και γύρω από τον κορμό εκείνης της αρχαίας αγριελιάς να χτίσουν την πόλη τους. Αυτοί όμως αντί για τον θεοσεβούμενο Αιολίδη Ίδμονα, τιμούν ως τώρα τον Αγαμήστορα.
Ποιος άλλος πέθανε εκεί; Γιατί οι ήρωες έχωσαν εκεί κοντά κι έναν δεύτερο τύμβο για έναν ακόμη σύντροφο που τους έφυγε. Δύο σημάδια στέκουν ακόμα των ανδρών εκείνων.
Λένε πως πέθανε κι ο Τίφυς, ο γιος του Αγνία· δεν ήταν γραφτό να ταξιδέψει πιο μακριά. Κι αυτόν, εκεί μακριά από την πατρίδα, τον κάλεσε σύντομα μια αρρώστια για πάντα σε ανάπαυση, αμέσως μόλις η ομάδα κατέληξε στον νεκρό γιο του Άβαντα. Αβάσταχτο πένθος έπεσε πάνω τους μέσα στη συμφορά.
Γιατί μόλις θάψανε κι αυτόν δίπλα στον πρώτο, σωριάστηκαν κατά γης έξω από τη θάλασσα, μέσα στην αδυναμία τους, σκυμμένοι τον εαυτό του ο καθένας, ούτε φαγητό έτρωγαν ούτε νερό έπιναν· η ψυχή τους είχε βουλιάξει στο βάρος της θλίψης, γιατί η επιστροφή στην πατρίδα φαινόταν πλέον μακριά από κάθε ελπίδα.
Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά,
βιβλίο 2, στίχ. 815 - 863 σε ελεύθερη μετάφραση
Η ναυπήγηση της «Αργούς»: Ο Τίφυς, από τις Θεσπιές της Βοιωτίας, μαθαίνει από τη θεά Αθηνά πώς να δένει τα πανιά στα κατάρτια, ενώ ο Άργος καλαφατίζει το ιερό πλοίο.
Ανάγλυφο από τερακότα, ρωμαϊκό έργο τέχνης, πιθανώς 1ος αιώνας μ.Χ. British Museum
_________________
Ο Ίδμων, ο μάντης της αποστολής, πεθαίνει από την επίθεση ενός άγριου κάπρου στους βάλτους της περιοχής. Οι Αργοναύτες τον έθαψαν με μεγάλες τιμές και πάνω στον τάφο του φύτεψαν μια αγριοκερασιά (ή άγρια ελιά). Ο Απολλώνιος αναφέρει ότι ο τάφος του παρέμεινε στη χώρα εκείνη ως αιτιολογικό σημείο: ο Φοίβος διέταξε τους Βοιωτούς να ιδρύσουν πόλη γύρω από αυτόν τον τάφο. Έτσι ο θάνατος αποκτά ιδρυτική διάσταση: ο Αργοναύτης γίνεται ήρωας-πολιούχος ξένης γης, συνδέοντας την ελληνική παράδοση με τον μυθικό αποικισμό του Πόντου.
Ο θάνατος του Ίδμονα έχει βαθιά ειρωνεία: είναι ο μάντης της εκστρατείας, αυτός που γνωρίζει τα μελλούμενα, αλλά δεν μπορεί να σωθεί από τη μοίρα του: «ἀλλά μιν οὔτι μαντοσύναι ἐσάωσαν, ἐπεὶ χρεὼ ἦγε δαμῆναι». Η γνώση του πεπρωμένου δεν ισοδυναμεί με τη δυνατότητα αποφυγής του. Σημαντικό είναι ότι ο Απολλώνιος έχει ήδη από το Α΄ βιβλίο (στ. 139) επισημάνει ότι ο Ίδμων ήρθε τελευταίος από όσους κατοικούσαν στο Άργος, γιατί, μολονότι με την τέχνη του είχε μάθει τη μοίρα του, ήρθε ώστε να μην τον φθονήσει ο λαός για την ένδοξη φήμη του.
Ο θάνατος του Τίφυ, του κυβερνήτη, από μια ξαφνική ασθένεια είναι ακόμα πιο καταλυτικός για το ηθικό της ομάδας, καθώς ήταν ο μόνος που ήξερε να «διαβάζει» τα κύματα: χάνεται το άτομο που κατευθύνει το πλοίο, η ψυχή της εκστρατείας. Ο Severin περιγράφει πώς η ομάδα του, το 1984, ένιωσε την ίδια αγωνία όταν αντιμετώπισε τα ρεύματα της περιοχής, κατανοώντας γιατί οι αρχαίοι θεωρούσαν την απώλεια του κυβερνήτη τόσο κρίσιμη σε αυτό ακριβώς το σημείο. Ο τόπος λειτουργεί συμβολικά ως κατώφλι: πριν μπουν στο πραγματικά επικίνδυνο τμήμα του ταξιδιού, η εκστρατεία πληρώνει ήδη βαρύ τίμημα.
Η ομάδα του Severin αναζήτησε τα σημεία ταφής των δύο Αργοναυτών που αναφέρονται στις πηγές (κυρίως στον Απολλώνιο τον Ρόδιο) και παρόλο που δεν βρέθηκαν «επιγραφές» με τα ονόματα τους, κατέληξε στα εξής:
- Ο Απολλώνιος τοποθετεί τον θάνατο του Ίδμονα στον λειμώνα καλαμένιου ποταμού με λάσπη και βάλτους, περιβάλλον που ταιριάζει απόλυτα με τις εκτεταμένες ελώδεις εκτάσεις κοντά στις εκβολές του ποταμού Λύκου (σημερινός Gülüç). Η περιοχή γύρω από το Ερεγλί είχε πράγματι εκτεταμένους βάλτους, ιδανικό περιβάλλον για αγριογούρουνα, οι οποίοι αποξηράνθηκαν μεταγενέστερα. Ο τύμβος τοποθετείται κάτω από το Αχερούσιο ακρωτήριο, που ταυτίζεται με το σημερινό ακρωτήριο Baba Burnu κοντά στο Ereğli, γεωγραφικός προσδιορισμός που παραμένει αναγνωρίσιμος ακόμα και σήμερα.
- Ο Τίφυς, επίσης θάφτηκε στην ακτή, κοντά στο Αχερούσιο Ακρωτήριο (Baba Burnu σήμερα).
Ίδμων και Μόψος: Οι δύο μάντεις καθοδηγούνται από τον Απόλλωνα
κατά την Αργοναυτική εκστρατεία. Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο
_____________
Η Ηράκλεια και ο γαιάνθρακαςΗ Ηράκλεια (Ereğli) αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα εξόρυξης γαιάνθρακα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα. Όταν το 1896 η Société Ottomane d' Heraclée (εταιρεία με ισχυρή γαλλική και ελληνική κεφαλαιακή συμμετοχή) έλαβε το αποκλειστικό προνόμιο εκμετάλλευσης, αντικαθιστώντας τις πρωτόγονες μεθόδους με σύγχρονες υποδομές, η ελληνική παρουσία υπήρξε καταλυτική τόσο σε επίπεδο ιδιοκτησίας όσο και τεχνικής οργάνωσης.
Η περιοχή έγινε κέντρο πολλών Ελλήνων επιχειρηματιών, που ήρθαν από διάφορα μέρη του Πόντου και της Καππαδοκίας, καθώς και από την Κωνσταντινούπολη. Άλλοι ασχολήθηκαν με τα ορυχεία (όπως η οικογένεια Ρομπάκη) κι άλλοι με τα ναυτιλιακά στο επίνειο του Zonguldak, την Ηράκλεια - Ereğli.
Ανάμεσα στις κυρίαρχες επιχειρηματικές μορφές ήταν ο Πάνος Κουρτζής, ιδρυτής της ατμοπλοϊκής εταιρείας "Κουρτζή", ο Αρτίν Καραμανιάν Βασίλογλου, επιχειρηματίας και εφοπλιστής που δραστηριοποιήθηκε έντονα στην εξόρυξη και το εμπόριο άνθρακα και ο Παναγιώτης Μιχαήλ, ένας από τους κύριους προμηθευτές και διαχειριστές ορυχείων που συνεργάζονταν με μεγάλους εμπορικούς οίκους της εποχής.
Ορυχεία κ. Ρομπάκη. Salut de Zongouldak
_________
Μετά την έξοδο του 1922 και την κατάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Έλληνες μεγιστάνες που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους. Οικογένειες όπως του Πάνου Κουρτζή μετέφεραν την έδρα των ναυτιλιακών και τραπεζικών τους δραστηριοτήτων στην Αθήνα και τη Μυτιλήνη. Τα ορυχεία, οι εγκαταστάσεις φόρτωσης και οι οικίες των επιχειρηματιών στην Ηράκλεια χαρακτηρίστηκαν ως "εγκαταλελειμμένες περιουσίες" (Emval-i Metruke) και περιήλθαν στο τουρκικό δημόσιο. Τα παλιά ορυχεία του 19ου αιώνα αποτελούν πλέον μέρος της βιομηχανικής ιστορίας της Τουρκίας, με πολλά από τα κτίρια της "Société d'Heraclée" να σώζονται ως αρχιτεκτονικά μνημεία.
Manœuvres aux Stocks dans le Port de Zoungouldak
__________
Ο ποταμός Καλλίχορος, ο Διόνυσος και το Αύλιον Άντρο, ο τάφος του Σθένελου
Η διαδρομή μετά τη Μαριανδυνία λειτουργεί ως μυθολογική χαρτογράφηση του Πόντου: κάθε τόπος αποκτά ελληνική ταυτότητα μέσα από συνδέσεις με θεούς, ήρωες ή τελετουργίες. Μετά την ταφή των δύο συντρόφων, οι Αργοναύτες διαπεραιώνουν συμβολικά τα σύνορα μεταξύ θανάτου και ζωής. Έτσι η εκστρατεία επαναεκκινεί, αφήνοντας πίσω τους νεκρούς.
Ο ποταμός Καλλίχορος και το άντρο συνδέονται με τον Διόνυσο. Ως «Νυσήιος υιός του Διός», ο Διόνυσος σύμφωνα με τον μύθο, εκστράτευσε ως την Ινδία πριν επιστρέψει να εγκατασταθεί στη Θήβα. Επιστρέφοντας από την Ινδία, ο θεός τέλεσε οργιαστικές τελετές και χορούς μπροστά στο σπήλαιο και «πέρασε αμειδήτους ιεράς νύκτες» μέσα σε αυτό. Εδώ η «άγρια» διονυσιακή λατρεία μετατράπηκε σε θρησκευτικό και πολιτισμικό θεσμό μέσω του χορού και των μυστηρίων.
Η φράση «ἀμειδήτους ἁγίας νύκτας» (χωρίς χαμόγελο, ιερές νύχτες) είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα: υπαινίσσεται μυστηριακές τελετές, ίσως συγγενείς με τα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου η Δήμητρα πενθούσε «αγέλαστη» για την Περσεφόνη. Ο Διόνυσος άλλωστε συνδεόταν με τα Ελευσίνια, και η συσχέτιση αυτή δίνει στον τόπο μια βαθύτερη, μυστηριακή διάσταση που αρμόζει με το ολόκληρο κλίμα αυτού του τμήματος του ταξιδιού.
Ο Απολλώνιος εξηγεί την ονομασία των τόπων και η παρουσία του Διονύσου συνδέει τον Πόντο με την ελληνική θρησκευτική παράδοση, εντάσσοντας τον «βαρβαρικό» χώρο στον ελληνικό μυθικό ορίζοντα.
Ποταμός CALLİCHORUS (ÜZÜLMEZ NEHRİ)
_________
Ο Σθένελος, γιος του Άκτορα, είχε πεθάνει εκεί επιστρέφοντας από την εκστρατεία κατά των Αμαζόνων μαζί με τον Ηρακλή. Η ίδια η Περσεφόνη ελευθερώνει την ψυχή του από τον Κάτω Κόσμο, γιατί θέλει να δει τους συντρόφους του. Το φάντασμά του εμφανίζεται πάνω στον τύμβο, οπλισμένο όπως στη μάχη. Ο μάντης Μόψος διατάζει να σταματήσουν και να προσφέρουν χοές και θυσίες.
- Είναι ήδη ο τρίτος τάφος ηρώων που συναντούν (Ίδμων, Τίφυς, Σθένελος). Ο Πόντος παρουσιάζεται ως χώρος διάσπαρτος από ελληνικές ηρωικές μνήμες.
- Η σύνδεση με τον Ηρακλή: Ο Σθένελος πολέμησε δίπλα στον Ηρακλή, ο οποίος, εγκατέλειψε νωρίτερα την Αργοναυτική εκστρατεία. Η μνεία αυτή διατηρεί το «σκιώδες» παρόν του Ηρακλή στο έπος και παράλληλα του προσδίδει μια αίσθηση απώλειας και νοσταλγίας για το αξεπέραστο μέγεθος του Ηρακλή.
- Αιτιολογία: Η λύρα του Ορφέα δίνει το όνομα Λύρη στον τόπο, άλλο ένα παράδειγμα της τεχνικής του Απολλώνιου, που μετονομάζοντας τις τοποθεσίες, κάνει τον ξένο και αφιλόξενο Πόντο να μοιάζει οικείος και ελληνικός. Με το να ονομάζει έναν τόπο «Λύρη» από το όργανο του Ορφέα, ο ποιητής «δαμάζει» το τοπίο. Η μουσική (πολιτισμός) νικά τη φύση και η δράση των ηρώων, συνδεδεμένη με τη γεωγραφία που γνώριζαν οι αναγνώστες της Αλεξανδρινής εποχής, νομιμοποιεί την ελληνική παρουσία στον Εύξεινο Πόντο.
Ο Ηρακλής πολεμά τις Αμαζόνες, αττική υδρία, περ. 530 π.Χ.–520 π.Χ.
Louvre Museum
_____________
Οι Αργοναύτες στην Σινώπη
Οι Αργοναύτες φτάνουν στις «ασσυριακές ακτές» — η αρχαία ονομασία της περιοχής γύρω από τη Σινώπη, την πρώτη και σημαντικότερη ελληνική αποικία του Πόντου (σημερινή Sinop στην Τουρκία). Εκεί βρήκαν εδώ εγκατεστημένους τρεις αδελφούς, γιους του Δηίμαχου (Δηλεών, Αυτόλυκος, Φλόγιος). Είχαν ξεκινήσει από την πατρίδα τους, πριν από χρόνια, με τον Ηρακλή, για να πάνε στο βασίλειο των Αμαζόνων να πάρουν τη χρυσοκέντητη ζώνη της έφιππης βασίλισσάς τους, άλλη μια υπόμνηση του απόντος ήρωα που πλανάται ως σκιά πάνω από το ταξίδι.
Στη διάρκεια της μάχης που ακολούθησε, αποκόπηκαν από την υπόλοιπη ομάδα και δεν μπόρεσαν να επιβιβαστούν στα πλοία, για να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Τα τρία αδέλφια εγκατέλειψαν το βασίλειο των Αμαζόνων και την πεδιάδα της Σαμσούντας κι ήρθαν να αναζητήσουν καταφύγιο στο ακατοίκητο λιμάνι της Σινώπης. Αλλά κι ο γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι, πριν ιδρυθεί η σπουδαία αποικία που έχτισαν εδώ οι Ίωνες, η Σινώπη είχε κατοικηθεί από συντρόφους του Ιάσονα. Κι όμως παρ' όλα αυτά δεν έχει βρεθεί τίποτα που να αποδεικνύει την παρουσία των Ελλήνων πριν από τον 7ο αιώνα.
Το επεισόδιο της Σινώπης είναι ένα από τα χαριτωμένα αιτιολογικά διηγήματα του Απολλώνιου: η κόρη του Ασωπού κατάφερε να διατηρήσει την παρθενία της εξαπατώντας διαδοχικά τον Δία, τον Απόλλωνα και τον ποταμό Άλυ: και οι τρεις της υποσχέθηκαν ό,τι επιθυμεί, και αυτή ζήτησε παρθενία. Η ιστορία αυτή λειτουργεί ως αστεία αντιστροφή: η γυναίκα υπερνικά τους ισχυρότερους άνδρες/θεούς με την πανουργία της.
Η χερσόνησος της Σινώπης ξεχωρίζει για τη φιλόξενη μικρογεωγραφία της από όλο το υπόλοιπο νότιο μέτωπο. Εδώ, μια προέκταση της οροσειράς κατεβαίνει ομαλά προς τη θάλασσα, αφήνει ελεύθερο έναν μικρό χώρο που μπορεί να καλλιεργηθεί, προχωράει σχηματίζοντας έναν στενόμακρο λαιμό και καταλήγει σε έναν ογκώδη βραχόλοφο, που μοιάζει με νησί. Δεξιά κι αριστερά του λαιμού διαμορφώνονται δυο κόρφοι, που προσφέρουν κατάλληλες συνθήκες ελλιμενισμού. Οι παλαιοί ταρσανάδες είναι στον μικρό κόρφο της δυτικής πλευράς. Το κύριο αγκυροβόλιο των πλοίων είναι το βαθύ και καλά προστατευμένο λιμάνι της ανατολικής πλευράς. Δεν το πιάνει ούτε ο χιονιάς που κατεβαίνει από την Κριμαία ούτε οι φουρτούνες που έρχονται ανταριασμένες από τους αέρηδες του Καυκάσου. Γι' αυτό και οι Πόντιοι έλεγαν πως τρία λιμάνια έχει η πατρίδα τους: τη Σινώπη, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο!
Άποψη της Σινώπης, αρχές 20ου αι., ταχυδρομικό δελτάριο εποχής
____________
Στο Ακρωτήριο των Αμαζόνων και στον Θερμώδοντα ποταμό
Μετά τον μακρύ Αιγιαλό, οι Αργοναύτες φτάνουν στον Θερμώδοντα ποταμό και αγκυροβολούν στον κόλπο του ακρωτηρίου λόγω τρικυμίας.Το βασίλειο των Αμαζόνων - σύμφωνα με τον Απολλώνιο Ρόδιο αλλά και τον Πλούταρχο και τον ΨευδοΑπολλόδωρο - βρισκόταν στην πεδιάδα που σχηματίζεται ανάμεσα στην οροσειρά της Παφλαγονίας και στις Άλπεις του Πόντου, στις εκβολές του ποταμού Θερμώδοντα (σημερινός Terme Çayı στην Τουρκία). Ο Θερμώδων Ποταμός θεωρούνταν το φυσικό σύνορο πέρα από το οποίο ξεκινούσαν οι άγνωστες και άγριες περιοχές της Ανατολής
Ο Στράβων παρέχει μια λεπτομερή περιγραφή της γεωγραφίας της πεδιάδας στα Γεωγραφικά του, σημειώνοντας ότι η Θεμίσκυρα βρισκόταν περίπου 60 στάδια από την πόλη της Αμισού (σημερινή Σαμψούντα), στους πρόποδες δασωμένων βουνών που διασταυρώνονταν από πολυάριθμα ρυάκια από την μια πλευρά και βρεχόταν από τη θάλασσα από την άλλη. Η ίδια η πεδιάδα ήταν διαρκώς υγρή λόγω του ποταμού Θερμώδωντα, ο οποίος συγκέντρωνε νερά από ορεινούς παραποτάμους και διέσχιζε την περιοχή πριν εκβάλει στο Ποντικό Πέλαγος. Ένας παρόμοιος ποταμός, ο Ίρις (σύγχρονος Γεσιλιρμάκ), διέσχιζε την περιοχή μετά τη συγχώνευσή του με τον Λύκο, συμβάλλοντας στη γονιμότητα της γης.
Σήμερα ο ποταμός Terme, ο οποίος ρέει ακριβώς μέσα από την καρδιά της ομώνυμης περιοχής στη Σαμψούντα, είναι ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα του τόπου, τόσο με τα γεωγραφικά του χαρακτηριστικά όσο και με τους αρχαίους θρύλους που κουβαλάει.
Ο Απολλώνιος αναφέρεται και πάλι στον Ηρακλή και τον ένατο άθλο του, υποστηρίζοντας την εξής εκδοχή: ο Ηρακλής έπιασε με ενέδρα την κόρη του Άρη, την Μελανίππη, εκεί που προχωρούσε, η Ιππολύτη του έδωσε τη στολισμένη ζώνη της ως λύτρα για την αδελφή της και ο Ηρακλής την έστειλε πίσω απείραχτη. Ενώ ο Απολλώνιος παρουσιάζει μια πιο στρατηγική κίνηση (ενέδρα και ανταλλαγή ομήρου), η αρχαία ελληνική τέχνη, κυρίως η αγγειογραφία, επέλεγε να δείξει τη βίαιη σύγκρουση, καθώς εξέφραζε καλύτερα το ηρωικό ιδεώδες της μάχης.
Haleplibahçe Mozaik Müzesi (Μουσείο Ψηφιδωτών Haleplibahçe), Σανλιούρφα
Το πιο διάσημο έκθεμα είναι τα ψηφιδωτά που απεικονίζουν πολεμίστριες Αμαζόνες σε σκηνές κυνηγιού. Θεωρούνται από τα σπανιότερα και πολυτιμότερα ψηφιδωτά παγκοσμίως, καθώς είναι από τα ελάχιστα που απεικονίζουν τις μυθολογικές Αμαζόνες με τόσο λεπτομέρεια, χρησιμοποιώντας πρωτότυπες πέτρες από τον ποταμό Ευφράτη.
_________
Στην αττική αγγειογραφία, το όνομα της Μελανίππης εμφανίζεται, αλλά σπάνια στη θέση της αιχμάλωτης που ανταλλάσσεται. Συχνά μάλιστα, το όνομα της Μελανίππης συγχέεται ή εναλλάσσεται με αυτό της Αντιόπης ή της Ιππολύτης σε σκηνές αρπαγής από τον Θησέα, ο οποίος ήταν σύντροφος του Ηρακλή στην εκστρατεία. Μια πολύ σημαντική απεικόνιση της Μελανίππης βρέθηκε σε μωσαϊκά στην αρχαία πόλη της Αντιόχειας (ή Έδεσσα) στη Μεσοποταμία (σημερινή Sanliurfa) της Τουρκίας. Κατά τις ανασκαφές στην περιοχή, μεταξύ 2006 και 2008, ανακαλύφθηκαν μεγαλοπρεπή επιδαπέδια ψηφιδωτά που καλύπτουν δώδεκα δωμάτια μιας έπαυλης, η οποία πιθανότατα ανήκε σε υψηλόβαθμο αξιωματούχο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τον 5ο–6ο αιώνα μ.Χ. Το κτίριο είναι γνωστό ως η «Βίλα των Αμαζόνων» λόγω των εντυπωσιακών απεικονίσεων Αμαζόνων. Εκεί, η Μελανίππη εμφανίζεται ως βασίλισσα που κυνηγά ένα λιοντάρι, επιβεβαιώνοντας ότι η μορφή της παρέμεινε δημοφιλής ως σύμβολο ισχύος στην ευρύτερη περιοχή του Πόντου.
Μωσαϊκό με θέμα το κυνήγι Αμαζόνων. Η βασίλισσα Μελανίππη, της οποίας το όνομα είναι γραμμένο από πάνω της, επιτίθεται σε λιοντάρι με τη λόγχη. Το ψηφιδωτό διακοσμούσε το κύριο δωμάτιο της «Βίλας των Αμαζόνων» και χρονολογείται από τον 5ο-6ο αιώνα μ.Χ.
__________
Η παραμονή των Αργοναυτών στη χώρα των Αμαζόνων διαρκεί παρά πολύ λίγο, γιατί οποιαδήποτε καθυστέρηση εκ μέρους τους θα σήμαινε, τι άλλο παρά σύρραξη με τις φιλοπόλεμες Αμαζόνες, που δεν τιμούσαν ούτε καν τους θεσμούς. Η πολεμοχαρής τους διάθεση οφείλεται άλλωστε στην καταγωγή τους, για την οποία ο ποιητής υιοθετεί την εκδοχή του Φερεκύδη. Οι Αμαζόνες είναι κόρες του Άρη, που ενώθηκε με τη Ναΐδα νύμφη Αρμονία, στο σύδεντρο Ακμόνιο άλσος γύρω από τον Θερμώδοντα ποταμό.
Πολύ κοντά βρισκόταν η Θεμίσκυρα, η θρυλική πρωτεύουσα του κράτους των Αμαζόνων, η οποία ταυτίζεται συχνά με την ιστορική πόλη και περιοχή Çarşamba. Η ονομασία «Çarşamba» σημαίνει «Τετάρτη» στα τουρκικά, λόγω της μεγάλης εβδομαδιαίας αγοράς που παραδοσιακά γινόταν εκεί τη συγκεκριμένη ημέρα. Η πόλη χωρίζεται στα δύο από τον ποταμό Yeşilırmak, (Ποταμός Ίρις), ο οποίος εκβάλλει στη Μαύρη Θάλασσα σχηματίζοντας το μεγαλύτερο δέλτα της περιοχής.
Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ηρακλής, ο Θησέας αλλά κι ο Αχιλλέας, που πάλεψαν με τις Αμαζόνες για να αποκτήσουν τη χρυσή ζώνη της βασίλισσας Ιππολύτης, είχαν φτάσει με πλοίο ως τα παράλια της Σαμσούντας. Στην εύφορη πεδιάδα της ζούσαν οι περίφημες καβαλάρισσες, οι φρουροί του μοναδικού δρόμου που ενώνει τα παράλια του Πόντου με το εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Υπάρχει μάλιστα μια εκδοχή του μύθου, η πηγή της οποίας παραμένει αδιευκρίνιστη, που λέει ότι ο Ηρακλής είχε αρματώσει όχι ένα αλλά εννέα πλοία για τη μακρινή εκστρατεία. Κι επειδή όσο χρυσάφι κι αν είχε πάνω της αυτή η ζώνη δεν μπορεί να ήταν και πολύ βαριά, άλλο θα πρέπει να ήταν το φορτίο που σκόπευαν να μεταφέρουν οι επώνυμοι παληκαράδες. Δεν αποκλείεται να ήταν λινάρι. Το πιθανότερο όμως είναι να επρόκειτο για μετάλλευμα· χαλκό, κασσίτερο ή ασήμι. Αμαζόνες και οι γειτονικοί Αλιζόνες ήταν λαοί που ζούσαν σε μεταλλοφόρες χώρες.
Οι Χάλυβες, οι Τιβαρηνοί και οι Μοσσύνοικοι
Ο Απολλώνιος, στο σημείο αυτό, κάνει μια εθνογραφική περιήγηση στα όρια του γνωστού κόσμου, στο πνεύμα του Ηροδότου. Κάθε λαός ορίζεται από αυτό που τον διαφοροποιεί από τον ελληνικό κανόνα: εργασία, γέννηση, ήθη, εξουσία. Όσο η Αργώ απομακρύνεται από τον ελληνικό κόσμο, τόσο οι λαοί γίνονται πιο «παράξενοι», υπογραμμίζοντας ότι οι Αργοναύτες ταξιδεύουν στα έσχατα όρια της ανθρώπινης τάξης .
Οι Χάλυβες (ή Χάλυβοι) ήταν ένας αρχαίος, πολεμικός και μυστηριώδης λαός της Μικράς Ασίας, ο οποίος αναφέρεται και στον Όμηρο - «ἐξ ᾿Αλύβης, ὅθεν ἀργύρου ἐστί γενέθλη» - όταν απαριθμεί τους συμμάχους των Τρώων. Η χώρα τους όμως - που γεννάει τον άργυρο - θα πρέπει να ήταν κοντά στο βασίλειο των Αμαζόνων.
Ίσως μάλιστα να πρόκειται για την περιοχή που βρίσκεται μεταξύ Σαμσούντας και Τραπεζούντας. Γιατί εκεί κοντά στην Τρίπολη του Πόντου, υπάρχει μια αρχαία παραθαλάσσια πόλη που ονομαζόταν από τα αρχαία χρόνια Αργύρια. Σύμφωνα με τον Αρριανό, η Αργύρια απείχε 20 στάδια (περίπου 3,7 χλμ.) από την Τρίπολη και διέθετε λιμάνι για τη μεταφορά των μεταλλευμάτων. Η ονομασία της Τρίπολης μάλιστα οφείλεται στη δημιουργία της από τρεις προϋπάρχουσες αρχαίες πόλεις: την Ισχόπολη, την Αργύρια ή Αργύρεια και τη Φιλοκάλεια. Μετά την οθωμανική κατάκτηση ονομάστηκε Driboli και αργότερα Tirebolu.
Η περιοχή της αρχαίας Αργύριας τοποθετείται κοντά στο σημερινό χωριό Halkavala (ή Kılçık) στην Τουρκία. Τα μεταλλεία βρίσκονται στις πλαγιές των βουνών που περιβάλλουν τον ποταμό Χαρσιώτη, μια περιοχή πλούσια όχι μόνο σε άργυρο, αλλά και σε χαλκό και ψευδάργυρο. Από αυτά τα Αργύρια προμηθεύονταν ασήμι και οι Αυτοκράτορες της Τραπεζούντας, τον 13ο, 14ο και 15ο αιώνα. Το αργυρωρυχείο λειτουργούσε μέχρι το 1800, όταν πια στέρεψε η φλέβα. Λόγω της τεράστιας αξίας του αργύρου, τα μεταλλεία προστατεύονταν από το κάστρο Bedrama (ή Πέτρωμα), το οποίο έλεγχε τη δίοδο από την ενδοχώρα προς τα παράλια. Είναι χτισμένο πάνω σε έναν απότομο κωνικό βράχο που δεσπόζει στην κοιλάδα του ποταμού Χαρσιώτη. Αυτή η φυσική οχύρωση το καθιστούσε σχεδόν απόρθητο.
Κάστρο Bedrama (ή Πέτρωμα), Tirebolu (Τρίπολη)
_________
Ο Απολλώνιος παρουσιάζει τους Χάλυβες ως λαό εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στην εξόρυξη σιδήρου και χάλυβα. Δεν καλλιεργούν, δεν εκτρέφουν ζώα, δεν φυτεύουν· η μόνη τους ασχολία είναι να σκάβουν τη σκληρή γη και να ανταλλάσσουν τον σίδηρο για να εξασφαλίζουν την τροφή τους.
Ο Ξενοφών τους συνάντησε το 400 π.Χ. κατά την πορεία των Μυρίων προς τη Μαύρη Θάλασσα και τους περιγράφει στο διάσημο ιστορικό και αυτοβιογραφικό του έργο «Κύρου Ανάβασις», το οποίο γράφτηκε γύρω στο 370 π.Χ., ως «τους πιο γενναίους από όλους τους λαούς που πέρασαν και ήρθαν σε μάχη σώμα με σώμα».
Οι Χάλυβες στα χρόνια του Ξενοφώντα, σχετικά λίγοι και υπήκοοι των Μοσυνοίκων, κυριαρχούσαν αρχικά στη μεταξύ Κωτυώρων και Κερασούντος χώρα, αλλά αργότερα επεκτάθηκαν προς τα δυτικά των Κωτυώρων ως την Οινόη, στην πλούσια σε μεταλλεύματα χώρα των Τιβαρηνών και νότια επεκτάθηκαν ως τη Μικρή Αρμενία. Κατά τον Ξενοφώντα οι Χάλυβες φορούσαν λινούς θώρακες, μακριούς, που κάλυπταν και το υπογάστριο και έφεραν κνημίδες και κράνη στο κεφάλι. Ο οπλισμός τους είχε δόρατα, λόγχες και μαχαίρια στις ζώνες τους.
Οι Αργοναύτες περνούν και από τη χώρα των Τιβαρηνών, όπως ακριβώς ο ίδιος ο Ξενοφών και οι «Μύριοι» κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους, αφιερώνοντας τρεις ημέρες για να τη διασχίσουν. Ο Ξενοφών τους περιγράφει ως έναν ειρηνικό και χαρούμενο λαό, σε αντίθεση με άλλους πιο πολεμικούς ή «άγριους» λαούς της περιοχής. Σημειώνει ότι η χώρα τους (Τιβαρηνία) βρισκόταν στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, ανάμεσα στους Χάλυβες και τους Μοσσύνοικους, με κύρια πόλη τους τα Κοτύωρα.
Στους Τιβαρηνούς, όπως μας πληροφορεί ο Απολλώνιος, υπάρχει ένα έθιμο, γνωστό στην ανθρωπολογία ως «Couvade» (κουβάντ, από το γαλλικό couver που σημαίνει «επωάζω»): μόλις η γυναίκα έφερνε στον κόσμο το παιδί, ο σύζυγος έπεφτε στο κρεβάτι, έδενε το κεφάλι του και υποκρινόταν ότι πονάει, δεχόμενος τις φροντίδες της γυναίκας του.
Το έθιμο αυτό δεν περιοριζόταν μόνο στους Τιβαρηνούς. Παρόμοιες πρακτικές έχουν καταγραφεί στην αρχαία Κύπρο, την Κορσική, ακόμη και σε φυλές του Αμαζονίου μέχρι και τον 20ό αιώνα. Σε κοινωνίες που περνούσαν από το μητριαρχικό στο πατριαρχικό σύστημα, η τελετουργία αυτή ήταν ένας συμβολικός τρόπος για να δηλώσει ο άνδρας δημόσια ότι το παιδί είναι δικό του. Επιπλέον, με το να προσποιείται ο άνδρας τον πόνο, θεωρούσαν ότι «ξεγελούσε» τα κακά πνεύματα, τραβώντας την προσοχή τους πάνω του και προστατεύοντας το ευάλωτο νεογέννητο και τη μητέρα.
Οι Αργοναύτες, σύμφωνα με τον Απολλώνιο, φτάνουν στη συνέχεια στο ιερό βουνό και τη χώρα των Μοσσυνοίκων, που ζουν ανάμεσα σε ψηλά βουνά, μέσα σε ξύλινες πυργοειδείς καλύβες [μόσσυν, ῡνος], από τις οποίες πήραν το όνομά τους. Οι Μοσύνοικοι κατοικούσαν στην περιοχή πάνω από την Κερασούντα και επεκτείνονταν βορειοανατολικά μέχρι την Τρίπολη. Ήταν γνωστοί για την απομονωμένη ζωή τους στα βουνά και τις ιδιαίτερες κοινωνικές τους δομές, σύμφωνα με τις οποίες ο βασιλιάς ήταν συχνά υπό περιορισμό αν η σοδειά δεν πήγαινε καλά
Παράξενα είναι τα έθιμα και οι νόμοι τους. Όσα είναι σωστό να γίνονται φανερά μπροστά στον κόσμο ή στην αγορά, αυτοί τα κάνουν στα σπίτια τους· όμως όσα εμείς κάνουμε σπίτι μας, αυτοί τα κάνουν έξω στη μέση του δρόμου, χωρίς ντροπή. Δεν σέβονται τη συζυγική κλίνη, αλλά σαν τα γουρούνια που βόσκουν σε κοπάδια, καθόλου δεν ντρέπονται μπροστά στους άλλους και πλαγιάζουν με τις γυναίκες χάμω στη γη. Ο βασιλιάς τους κάθεται στην πιο ψηλή καλύβα και μοιράζει δίκαιες κρίσεις στο πλήθος, ο κακομοίρης! Γιατί αν τύχει και σφάλει καθόλου στις αποφάσεις του, εκείνη τη μέρα τον κρατούν κλειδωμένο και νηστικό.
Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, βιβλίο 2, στίχ.
Ο Ξενοφών στην «Κύρου Ανάβασιν» (Βιβλίο 5) προσφέρει μια πολύ πιο λεπτομερή ματιά από τον Απολλώνιο, καθώς ο ίδιος και ο στρατός του έμειναν οκτώ ημέρες στη χώρα των Μοσσυνοίκων το 400 π.Χ. Ενώ ο Απολλώνιος εστιάζει στο μυθικό και το παράδοξο, ο Ξενοφών περιγράφει έναν λαό με έντονες εσωτερικές συγκρούσεις και περίεργες διατροφικές συνήθειες, αποκαλώντας τον ως τον πιο ξένο και απομακρυσμένο από τα ελληνικά έθιμα λαό (βαρβαρωτάτους).
- Εμφάνιση: Περιγράφει τους εύπορους Μοσσύνοικους ως λευκούς και παχείς, με δερματοστιξία (τατουάζ) σε σχήμα ανθέων σε όλο τους το σώμα (πλάτη και στήθος).
- Διατροφή: Σημειώνει ότι έτρεφαν παιδιά με βραστά κάστανα για να παχύνουν και αποθήκευαν στις καλύβες τους παστό κρέας δελφινιού και λίπος δελφινιού σε αγγεία.
- Κοινωνική Δομή: Ο Ξενοφών επιβεβαιώνει την ιστορία του Απολλώνιου για τον Βασιλιά-Φυλακισμένο. Αναφέρει ότι αν ο βασιλιάς έπαιρνε κακή απόφαση, ο λαός τον άφηνε να πεινάσει μέσα στον πύργο του.
- Συμπεριφορά: Όπως και ο Απολλώνιος, παρατηρεί ότι γελούσαν μόνοι τους, χόρευαν χωρίς θεατές και μιλούσαν στον εαυτό τους, σαν να ήταν πάντα σε παρέα ενώ ήταν μόνοι.
Οι Χάλυβες, οι Τιβαρηνοί και οι Μοσσύνοικοι σε χάρτη του ταξιδιού των Αργοναυτών
από τον Abraham Ortelius, 1624
___________
Οι Αργοναύτες στο Ιασόνειο Ακρωτήριο
«Ζηνὸς Ἐυξείνοιο Γενηταίην ὑπὲρ ἄκρην»
Απολλώνιος Ρόδιος, «Αργοναυτικά», ΙΙ.1009–1015
Φεύγοντας από τους Χάλυβες και πριν περάσουν από την χώρα των Τιβαρηνών, οι Αργοναύτες έπλευσαν γύρω από το ακρωτήριο, που ο Απολλώνιος αποκαλεί «Γενηταίη άκρα Ζηνός Ευξείνοιο» και ταυτίζεται με το σημερινό Yason Burnu (Ακρωτήρι Ιάσονος) στη βορειοανατολική ακτή της Τουρκίας, μεταξύ Σαμψούντας (Αμισός) και Ορντού (Κοτύωρα), κοντά στο χωριό Τσάιτεπε (Çaytepe).
Το βορειοδυτικό τμήμα αυτής της χερσονήσου είναι το βραχώδες ακρωτήριο, ενώ στο ανατολικό τμήμα υπήρχε ένα από τα καλύτερα φυσικά λιμάνια του Πόντου, το οποίο ονομαζόταν Γενήτης.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες πέρασαν από το σημείο, το οποίο ήταν γνωστό για τους επικίνδυνους βράχους του. Εκεί, στο υπαίθριο ιερό του Διός, έκαναν θυσίες, στον θεό της φιλοξενίας και προστάτη των ξένων, πριν φθάσουν στην Κολχίδα.
Το βραχώδες Ιασόνειο Ακρωτήριο - σημερινό Yason Burnu
_________
«Έν δὲ τῇ παραλίᾳ ταύτῃ ἀπὸ Ἀμισοῦ πλέουσιν ἡ Ἡράκλειος ἄκρα πρῶτον ἔστιν,
εἶτ᾽ ἄλλη ἄκρα Ἰασόνιον καὶ ὁ Γενήτης, εἶτα Κοτύωρα πολίχνη».
Στράβων, ΧΙΙ.3.17:
Ο Στράβων διαχωρίζει αυτό που ο Απολλώνιος αποκαλεί ενιαία «Γενηταίη άκρα Ζηνός Ευξείνοιο» σε δύο ξεχωριστά τοπωνύμια: το «Ιασόνιον» ως ακρωτήριο και τον «Γενήτη» ως διαφορετική τοποθεσία. Αυτό είναι φιλολογικά σημαντικό, γιατί υποδηλώνει ότι στην εποχή του Στράβωνα (1ος αι. π.Χ.–1ος αι. μ.Χ.) το ακρωτήριο είχε ήδη αποκτήσει το όνομα «Ιασόνιον», δηλαδή είχε επικρατήσει η μυθολογική σύνδεση με τον Ιάσονα έναντι της παλαιότερης θρησκευτικής ονομασίας (Γενεταίος Ζευς).
Ο Στράβων λοιπόν μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε πώς μετατοπίστηκε η ονοματοδοσία της περιοχής μεταξύ ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής: από το θεολογικό (Ζευς Εύξεινος) στο μυθολογικό-ηρωικό (Ιάσων).
Στο Ιασόνειο Ακρωτήριο - σημερινό Yason Burnu
__________
Μια εκκλησία αργότερα, αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο αντικατέστησε τον αρχαϊκό ναό με αποστολή επίσης την προστασία των ναυτικών. Κείτεται σε κατάφυτο μοναχικό σημείο, ακριβώς δίπλα σ' έναν φάρο, με θέα τα κύματα του Εύξεινου, να χτυπούν τον Πόντο. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ή εκκλησία του Ιάσονα, όπως λέγεται ακόμα και σήμερα, χτίστηκε με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική το 1868 από χριστιανούς Γεωργιανούς και Έλληνες κατοίκους της περιοχής, ενώ έγιναν εργασίες συντήρησης, αναστήλωσης και αποκατάστασης το 2004. Η εκκλησία, στέκεται ακόμα, παράλληλα με τα ερείπια της περίφραξης του κήπου της.
Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ή εκκλησία του Ιάσονα (Yason Kilisesi),
που βρίσκεται στο Ακρωτήριο του Ιάσονα, στην επαρχία Ορντού της Τουρκίας.
__________
Ο χώρος γύρω από την εκκλησία είναι σπαρμένος με βυζαντινά και αρχαία ερείπια
______________
Η έρευνα στις καταθέσεις αργίλου και την κεραμική, κατά την αρχαιότητα, δείχνει στοιχεία κέντρου παραγωγής και εμπορίου. Η πόλη συνέχισε να λειτουργεί κατά και μετά την αρχαιότητα ως περιφερειακό κέντρο για το θαλάσσιο εμπόριο. Υπόλοιπα από τα ερείπια βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα σημεία της ακτογραμμής. Αρχαία λιμάνια και σημεία αναπαραγωγής των ψαριών μπορεί επίσης ακόμα να δει κανείς και σήμερα.
Τους βυζαντινούς και υστεροβυζαντινούς χρόνους οι χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής, έρχονταν εδώ, κατά τον εορτασμό των Θεοφανίων προκειμένου να παρακολουθήσουν τον αγιασμό των υδάτων.
Το εσωτερικό της Εκκλησίας του Ιάσονα (Yason Kilisesi)
__________
Οι Αργοναύτες στο νησί του Άρη
Αφήνοντας πίσω και τους Μοσυνοίκους, οι Αργοναύτες πλέουν για το νησί του Άρη, την Αρητιάδα. Ο μάντης Φινέας τους έχει προειδοποιήσει για το νησί αυτό, αναφέροντας ότι εκεί οι βασίλισσες των Αμαζόνων, Οτρηρή και Αντιόπη, είχαν χτίσει έναν πέτρινο ναό αφιερωμένο στον Άρη, στον οποίο πρόσφεραν θυσίες πριν πάνε στον πόλεμο. (Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, στ.382- 387). Μάλιστα στον μαύρο βραχώδη βωμό δεν επέτρεπαν να θυσιάζονται πρόβατα και βόδια, παρά μόνο άλογα (στ.1168-1176).
Κατά την Κλασική και Ελληνιστική περίοδο ονομαζόταν «Νήσος Άρεος» (Αρητιάς) ενώ κατά τη Ρωμαϊκή - Βυζαντινή περίοδο «Χαλκερίτις». Ο Ξενοφών αναφέρει την Κερασούντα ως ελληνική αποικία εξαρτώμενη από τη Σινώπη στα τέλη του 5ου αι. π.Χ.
Εκτός από τον Απολλώνιο, το νησί μνημονεύεται από πολλούς ακόμα αρχαίους συγγραφείς. Ο Πλίνιος το ονομάζει «Χαλκερίτις» και αναφέρει ναό αφιερωμένο στον Άρη. Ο Αρριανός, που επισκέφθηκε την περιοχή τον 2ο αι. μ.Χ. για επιθεώρηση ρωμαϊκών στρατιωτικών φυλακίων, αναφέρει ότι το νησί απέχει 30 στάδια από τη Φαρνάκεια - αρχαία Κερασούντα.
Το νησί κατοικήθηκε από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. ως τον 15ο αι. μ.Χ. Κατά τον Μεσαίωνα υπήρξε μοναστηριακό-στρατιωτικό κέντρο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στις συγκρούσεις μεταξύ Τούρκων και Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (13ος-15ος αι.), και παρέμεινε αναπόσπαστο τμήμα της ανατολικοποντιακής εμπορικής οδού. Εγκαταλείφθηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση της Τραπεζούντας το 1461, ενώ τον 19ο αι. κατασκευάστηκε φάρος για τις ανάγκες του λιμανιού του Giresun.
Το νησί της Κερασούντας - Αρητιάδα
_________
Πρόκειται για ένα μικρό νησί έκτασης 40.000 τ.μ., που βρίσκεται 1,7 χλμ. από την αρχαία Κερασούντα (σύγχρονο Giresun) στον Ανατολικό Πόντο. Σύμφωνα με γραπτές πηγές, είναι το μόνο νησί στην Ανατολική Μαύρη Θάλασσα που κατοικήθηκε τόσο στην αρχαιότητα όσο και στον Μεσαίωνα. Η στρατηγική του θέση τεκμηριώνεται από μια σειρά σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων που υποδεικνύουν έναν οργανωμένο και πολυσύχναστο σταθμό κατά την αρχαιότητα και τους μεσαιωνικούς χρόνους:
- Στην ανατολική βραχώδη ακτή έχουν εντοπιστεί 17 λαξευμένοι κρίκοι πρόσδεσης και κυλινδρικές δέστρες απευθείας στον φυσικό βράχο. Οι δέστρες αυτές, που φτάνουν σε ύψος τα 0,70 μ., είναι ασυνήθιστες για την αρχαιότητα και υποδηλώνουν ότι το λιμάνι μπορούσε να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα τουλάχιστον 17 πλοία, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλων εμπορικών πλοίων με μεγάλο εκτόπισμα.
- Υποδομές φόρτωσης και εκφόρτωσης: Η ύπαρξη τετράγωνων και κυκλικών οπών στην επιφάνεια του βράχου υποδεικνύει την παρουσία ξύλινων κατασκευών, όπως πλατφόρμες ή δρόμους, που διευκόλυναν τη διακίνηση εμπορευμάτων από τα πλοία προς το εσωτερικό των τειχών.
- Φυσική προστασία και καταφύγιο: Ο νοτιοανατολικός κόλπος λειτουργούσε ως φυσικό λιμάνι, προσφέροντας ασφαλές καταφύγιο από τους ισχυρούς βόρειους και δυτικούς ανέμους. Η θέση του πάνω στη θαλάσσια οδό μεταξύ Σινώπης και Τραπεζούντας το καθιστούσε απαραίτητο σταθμό για τα εμπορικά πλοία της περιοχής.
- Στρατιωτικός έλεγχος και ασφάλεια: Το λιμάνι, σε συνδυασμό με το οχυρωματικό σύστημα του νησιού, χρησίμευε ως στρατιωτικό φυλάκιο για την προστασία της γειτονικής πόλης Κερασούντας και ως βάση για την καταπολέμηση των πειρατικών επιθέσεων στον Εύξεινο Πόντο.
Το τείχος του νησιού: Νότιος και Δυτικός Πύργος
Ertekin M. Doksanaltı and İlker M. Mimiroğlu, Giresun/Aretias - Khalkeritis Island
_______________
Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, τα αρχαιολογικά ευρήματα στη νήσο Αρετιάδα αποκαλύπτουν ένα ισχυρό οχυρωματικό σύστημα, το οποίο προσέδιδε στο νησί χαρακτήρα «κάστρου-μοναστηριού»:
- Το νησί περιβαλλόταν πλήρως από ένα τείχος μήκους περίπου 600 μέτρων, ύψους 6 μέτρων και πάχους 0,9 έως 1,10 μέτρων. Αν και το μεγαλύτερο μέρος του οχυρωματικού συστήματος που σώζεται σήμερα χρονολογείται στον 10ο με 12ο αιώνα, στο δυτικό τμήμα εντοπίστηκαν σειρές από μεγάλους ορθογώνιους λίθους στα θεμέλια, οι οποίοι ανήκουν στο πρώτο τείχος που χτίστηκε κατά την Ελληνιστική ή Ρωμαϊκή περίοδο. Ιστορικά αρχεία αναφέρουν ότι τα τείχη επισκευάστηκαν και ενισχύθηκαν κατά τη διάρκεια των Οθωμανο-Ρωσικών πολέμων (1806-1812) κατόπιν αιτήματος των κατοίκων της Κερασούντας.
- Στο οχυρωματικό σύστημα περιλαμβάνονται τρεις ημισφαιρικοί πύργοι: δύο στη δυτική πλευρά και ένας στη νοτιοανατολική, χτισμένοι στο πλαίσιο του ίδιου κατασκευαστικού προγράμματος, το οποίο χρονολογείται στον 10ο με 12ο αιώνα. Ένας από αυτούς είναι ιδιαίτερα καλοδιατηρημένος και έχει πλάτος 7 μέτρα. Οι στρογγυλοί πύργοι του νησιού λειτουργούσαν ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για την απέναντι πόλη της Κερασούντας. Η στρατιωτική δύναμη στο νησί μπορούσε να ειδοποιήσει την πόλη για επικείμενες επιθέσεις από τη θάλασσα ή την ξηρά.
Ένας από τους τρεις ημισφαιρικούς πύργους στο νησί Giresun
_________
Οι αρχαιολογικές μελέτες υπέδειξαν την ύπαρξη ενός υπαίθριου ναού ή ιερού χώρου που σχετίζεται με τη λατρεία των βράχων κατά την Κλασική-Ελληνιστική περίοδο. Στο κέντρο του νησιού εντοπίστηκε ένας βαθμιδωτός βωμός λαξευμένος στον φυσικό βράχο, ο οποίος λειτουργούσε ως υπαίθριος χώρος λατρείας. Στην ανατολική βραχώδη ακτή, στρατηγικά τοποθετημένες έξω από τα μετέπειτα τείχη, ανακαλύφθηκαν οπές προσφορών λαξευμένες στον βράχο. Αυτές οι οπές (ορθογώνιες ή κυκλικές) θεωρούνται λατρευτικά στοιχεία που πιθανώς συνδέονται με τη λατρεία της Κυβέλης ή της Μητέρας Θεάς. Αυτή η συγκεκριμένη διάταξη ταιριάζει απόλυτα με τα γνωστά ιερά της Κυβέλης στην Κεντρική και Δυτική Ανατολία και μας δείχνει ξεκάθαρα πόσο συνδεδεμένος ήταν ο Εύξεινος πόντος με την ενδοχώρα.
Λάκκοι προσφορών στο νησί Giresun
________
Οι πηγές αναφέρουν ότι στο νησί λατρευόταν μια μαύρη πέτρα. Στην περιοχή των οπών προσφορών υπάρχει ένας μεγάλος, άμορφος λίθος, γνωστός σήμερα ως «Πέτρα Hamza» (Hamza Taşı, στα τουρκικά), ο οποίος θεωρείται ιερός και ενισχύει την άποψη ότι η τοποθεσία διατηρεί τη θρησκευτική της σημασία μέσω της πολιτισμικής παράδοσης. Πάνω στον λίθο υπάρχουν δύο βαθιές οπές, οι οποίες πιθανότατα χρησιμοποιήθηκαν για τη διέλευση σχοινιών κατά την αρχική τοποθέτηση του όγκου στο σημείο.
Τα ευρήματα αυτά προσφέρουν αρχαιολογική τεκμηρίωση στις αναφορές του Απολλώνιου του Ρόδιου στα Αργοναυτικά, όπου περιγράφεται ένας ναός του Άρη στον οποίο οι Αμαζόνες θυσίαζαν άλογα, καθώς και στις αναφορές του Πλίνιου για έναν ναό αφιερωμένο στον Άρη στο νησί.
Οι αρχαίες κοιλότητες, στις οποίες οι άνθρωποι πριν από χιλιάδες χρόνια άφηναν τις προσφορές τους απευθείας μέσα στο σώμα της Γης και δίπλα τους, η πέτρα Hamsa, ο γκριζόμαυρος λίθος των θυσιών, με την 4.000 ετών ιστορία της, αποτελούν τον συνδετικό κρίκο που δένει το παρελθόν με το σήμερα. Το νησί παραμένει ένας ενεργός τελετουργικός χώρος, τόπος «αρχαίας μαγείας», όπου οι άνθρωποι συνεχίζουν να πηγαίνουν για να κάνουν ευχές και να αφήσουν προσφορές.
Κάθε χρόνο, κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Φεστιβάλ Aksu, μεταξύ 20 και 23 Μαΐου, η πέτρα αυτή αποτελεί την τελευταία ιεροτελεστία, το σημείο εκκίνησης και τερματισμού για τον γύρο του νησιού. Αφού οι συμμετέχοντες φτάσουν με βάρκες στο σημείο της πέτρας, γυρίζουν τρεις φορές γύρω του και με την ολοκλήρωση της περιφοράς, κάνουν μια ευχή. Οι μελετητές επισημαίνουν ότι αυτή η σύγχρονη πρακτική αποτελεί μια μορφή πολιτισμικής μεταβίβασης, καθώς το υπαίθριο ιερό του νησιού, που συνδέεται με αρχαίες λατρείες, διατηρεί τη θρησκευτική και μυστικιστική του ταυτότητα αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες
Hamza Taşı, στο νησί Giresun
____________
Τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν επίσης την ύπαρξη σημαντικών βυζαντινών κατασκευών στο νησί, το οποίο κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο λειτουργούσε ως καστρομονάστηρο.Τα κυριότερα ευρήματα περιλαμβάνουν:
- Ο Κεντρικός Ναός (Καθολικό): Κοντά στο κέντρο του νησιού εντοπίστηκαν τα ερείπια μιας μεγάλης εκκλησίας, η οποία θεωρείται το καθολικό του μοναστηριακού συγκροτήματος. Ο ναός φαίνεται πως είχε τουλάχιστον δύο φάσεις: μια πρώιμη κατά τον 5ο-6ο αιώνα μ.Χ. και μια κύρια φάση κατά τον 10ο-11ο αιώνα. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές (όπως τα χρονικά του Μιχαήλ Παναρέτου), το μοναστήρι στο νησί ήταν αφιερωμένο είτε στην Παναγία Ελεούσα είτε στον Άγιο Φωκά της Σινώπης.
- Ψηφιδωτά: Κατά τις έρευνες βρέθηκαν διάσπαρτα ανάμεσα στα ερείπια της εκκλησίας κομμάτια από ψηφιδωτά δάπεδα, αποτελούμενα από λευκές, γκρίζες, πράσινες, καφέ και μαύρες ψηφίδες. Τα ψηφιδωτά αυτά χρονολογούνται στον 5ο-6ο αιώνα μ.Χ. και αποτελούν σπάνια δείγματα για την περιοχή του Ανατολικού Πόντου.
- Αρχιτεκτονικά Γλυπτά: Ανακαλύφθηκαν τέσσερα τμήματα από μαρμάρινα ή λίθινα θωράκια τέμπλου. Αυτά φέρουν πλούσιο γεωμετρικό διάκοσμο με κυκλικά και ορθογώνια μοτίβα που συνδέονται με κόμπους, χαρακτηριστικά της τέχνης του 10ου-11ου αιώνα.
- Άλλες Βυζαντινές Δομές: Εκτός από τον κεντρικό ναό, στο εσωτερικό των τειχών υπήρχαν ένα παρεκκλήσι, αποθήκες, δεξαμενές νερού και ένα μεγάλο κτίριο που προσδιορίζεται ως το διοικητήριο.
Τα ερείπια της εκκλησίας στο νησί Giresun
_________
Οι πλάκες του τέμπλου της εκκλησίας, με πλούσιο γεωμετρικό διάκοσμο
(κυκλικά και ορθογώνια μοτίβα που συνδέονται με κόμπους),
χαρακτηριστικά της τέχνης του 10ου-11ου αιώνα.
__________
Η Νύχτα των Σιδερένιων Φτερών
Αφού προσπέρασαν και τους Μοσσυνοίκους, οι Αργοναύτες κωπηλατούσαν όλη μέρα, έχοντας απέναντί τους το νησί του Άρη, την η Αρητιάδα. Αργά το απόγευμα η Αργώ άρχισε να βαραίνει. Το αεράκι είχε κοπάσει από το σούρουπο και τα κουπιά έσκαβαν κουρασμένα τα νερά. Μπροστά τους, το νησί του Άρη, σαν μαύρη πλάτη ζώου, φάνταζε βουβό και απαίσιο κάτω από τον σκοτεινιασμένο ουρανό.
Κανείς δεν μίλαγε. Τότε το είδαν.
Ένα πουλί, σαν αετός αλλά όχι αετός, σαν ερωδιός αλλά όχι ερωδιός, γλιστρούσε αθόρυβα στον αέρα πάνω από το πλοίο. Πριν προλάβει κανείς να φωνάξει, ανασήκωσε το φτερό του σαν σπαθί και το άφησε να πέσει.
Ο Οιλέας αναστέναξε βαριά. Το φτερό, ακονισμένο σαν βέλος σιδερένιο, είχε καρφωθεί στον αριστερό του ώμο. Το κουπί τού γλίστρησε από τα χέρια και χάθηκε στα κύματα. Ο Εριβώτης έτρεξε δίπλα του. Με ηρεμία έβγαλε το φτερό, έλυσε το δερμάτινο λουρί από τη θήκη του σπαθιού του και έδεσε σφιχτά την πληγή.
Ένα δεύτερο πουλί ορμούσε ήδη από ψηλά. Ο Κλύτιος, γιος του Εύρυτου, τέντωσε το καμπυλωτό του τόξο, άφησε το βέλος και το πουλί στροβιλίστηκε στον αέρα σαν σβούρα και έπεσε στο νερό δίπλα στην πλώρη.
Τότε σηκώθηκε ο γέρος Αμφιδάμας.
— «Ακούστε με», είπε, και η φωνή του ήταν από εκείνες που δεν σηκώνουν αντίρρηση. «Το νησί του Άρη είναι κοντά· το καταλάβατε κι εσείς μόλις είδατε τα πουλιά. Τα βέλη όμως δεν θα μας σώσουν. Εκεί μέσα υπάρχουν χιλιάδες απ' αυτά. Αλλά θυμάμαι κάτι, που το είδα με τα ίδια μου τα μάτια.»
— «Κάποτε, στην Αρκαδία, ο Ηρακλής ο ίδιος είχε σταθεί αμήχανος μπροστά στη λίμνη της Στυμφαλίας. Τα πουλιά της κολυμπούσαν και πετούσαν, αναρίθμητα, και το τόξο του δεν έφερνε αποτελέσματα. Τότε ανέβηκε σε μια ψηλή κορυφή, έσφιξε στο χέρι ένα χάλκινο κρόταλο και το έτριξε με όλη του τη δύναμη. Ο ήχος έσκισε τον αέρα σαν κεραυνός. Και τα πουλιά έφυγαν τρέχοντας, σαστισμένα.»
— «Δεν τα φοβίζει ο θάνατος», είπε ο γέρος. «Τα φοβίζει ο θόρυβος.»
Η προετοιμασία ήταν παράξενη, σχεδόν γελοία αν δεν ήταν τόσο σοβαρή. Φόρεσαν τα χάλκινα κράνη τους, που άστραφταν ακόμα και στο σούρουπο. Τα κόκκινα λοφία κυμάτιζαν σαν φλόγες. Οι μισοί πήραν τα κουπιά. Οι άλλοι σήκωσαν τις ασπίδες πάνω από το πλοίο, τη μία δίπλα στην άλλη, σαν κεραμίδια που καλύπτουν στέγη σπιτιού τη νύχτα της καταιγίδας. Η Αργώ έγινε χελώνα. Μια ένοπλη, ακαταμάχητη χελώνα.
Κορμοράνοι στο νησί Αρητιάδα - Giresun
___________
Και τότε, φώναξαν. Όλοι μαζί, με όση ανάσα είχαν, με όσο φόβο κουβαλούσαν μέσα τους, γυρίζοντάς τον ανάποδα σε οργή. Η κραυγή υψώθηκε από το κατάστρωμα στον αέρα σαν κύμα. Όταν έπιασαν στεριά, οι ασπίδες χτύπησαν μεταξύ τους σαν κύμβαλα και μέσα από τα δέντρα και τις πέτρες του νησιού ξεχύθηκαν αναρίθμητα πουλιά, σαν σύννεφο ζωντανό.
Ανέβηκαν στον αέρα, στροβιλίστηκαν πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, και άρχισαν να ρίχνουν τα φτερά τους, πυκνά, σαν χαλάζι που χτυπά τη στέγη. Αλλά η στέγη της Αργώς κρατούσε. Χάλκινη, άτρωτη! Και τα πουλιά έφυγαν προς τα βουνά της απέναντι στεριάς, πάνω από τη θάλασσα, μακριά.
Εκείνο το βράδυ, στην Αρητιάδα, οι Αργοναύτες αποβιβάστηκαν σ’ ένα νησί αδειανό και ήσυχο. Ο Οιλέας ξάπλωσε με τον ώμο δεμένο. Ο Κλύτιος καθάρισε το τόξο του. Και ο γέρος Αμφιδάμας κοίταξε τη θάλασσα, χωρίς να λέει τίποτα. Κάποιες μάχες δεν κερδίζονται με σπαθί, αλλά με θόρυβο, τόλμη, κι έναν άνθρωπο που θυμάται τι έκανε κάποτε ο Ηρακλής σε μια λίμνη της Αρκαδίας.
Αργοναυτικά, Βιβλίο Β΄, στ. 1030–1080 (ελεύθερη απόδοση)
Το νησί Αρητιάδα - Giresun
________
Η συλλογική νοημοσύνη ανώτερη της ανδρείας
Σε μια εποχή που το επικό ιδεώδες ήταν ο μονομάχος ήρωας, ο Απολλώνιος γράφει για μια ομάδα που σκέφτεται μαζί και αυτό το παράδοξο είναι ίσως το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο της σκηνής. Τα βέλη αποτυγχάνουν. Η φωνή, τα χτυπήματα των ασπίδων, η συλλογική κραυγή, αυτά νικούν. Ο Απολλώνιος προτάσσει εδώ μια πολύ ώριμη, σχεδόν μοντέρνα ιδέα: ότι η συλλογική νοημοσύνη και η τακτική είναι ανώτερες της ατομικής ανδρείας κι αυτό το πετυχαίνει κατανέμοντας με σοφία τους ρόλους:
Ο Οιλέας, ως τραυματίας, λειτουργεί ως αφορμή της δράσης. Ο Εριβώτης, ήρεμος και πρακτικός, δείχνει ψυχραιμία στον πανικό, Ο Κλύτιος, πολεμιστής, ενστικτώδης, αντιδρά χωρίς να σκεφτεί. Ο Αμφιδάμας, ο σοφός γέρος, κλειδί της σκηνής, εισάγει τη μνήμη και την εμπειρία ως όπλο.
Κι εδώ, η αναφορά στον Ηρακλή δεν είναι τυχαία. Όπως και σε προηγούμενες σκηνές, ο ήρωας που έχει ήδη εγκαταλείψει την Αργώ, επιστρέφει ως απόν πρότυπο: οι Αργοναύτες δεν τον έχουν μαζί τους, αλλά μιμούνται τη σοφία του.
Gustave Moreau (1875 - 1880), Hercules at Lake Stymphalιs,
Musée National Gustave Moreau, Paris, France
__________
Η «μυθοποίηση» των φυσικών φαινομένων
Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι και σήμερα, το νησί Giresun αποτελεί φυσικό έδαφος αναπαραγωγής για κορμοράνους και γλάρους στη Μαύρη Θάλασσα και σταθμό ανάπαυσης για αποδημητικά πουλιά. Σε σχετικό άρθρο τους, οι διακεκριμένοι Τούρκοι αρχαιολόγοι και ακαδημαϊκοί M. Doksanaltı και Ilker M. Mimiroğlu, επισημαίνουν ότι ακόμα και σήμερα τα θαλασσοπούλια του νησιού «φτερουγίζουν και κραυγάζουν απειλητικά ή ακόμα και επιτίθενται σε ανθρώπους που τα πλησιάζουν, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής», ακριβώς όπως περιγράφει ο Απολλώνιος για τα πουλιά του Άρη.
Πύργος Παρατήρησης και σμήνος πουλιών στο νησί Giresun
__________
Η σύνδεση είναι πολύ εύλογη για αρκετούς λόγους. Πρώτον, οι Στυμφαλίδες όρνιθες στην παράδοση των Αργοναυτικών περιγράφονται ως επιθετικές και αναρίθμητες, χαρακτηριστικά που αντιστοιχούν στη συμπεριφορά αποικιών κορμοράνων ή γλάρων που προστατεύουν τις φωλιές τους. Δεύτερον, το νησί ως απομονωμένη βραχονησίδα, ήταν ανέκαθεν ιδανικός τόπος φωλιάσματος, άρα η πυκνή παρουσία πουλιών ήταν σταθερό φαινόμενο ανά τους αιώνες. Τρίτον, οι αρχαίοι ναυτικοί που περνούσαν από το νησί θα συναντούσαν αυτή την επιθετική συμπεριφορά των πουλιών, η οποία θα έκανε βαθιά εντύπωση και θα τροφοδοτούσε τη μυθολογική παράδοση.
Το νησί Αρητιάδα - Giresun, με πυκνή παρουσία πουλιών μέσα στους αιώνες
_______
Αυτή η περίπτωση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πρότυπο που μελετά η σύγχρονη επιστήμη: πολλοί αρχαίοι μύθοι αποτελούν «κωδικοποιημένες» περιγραφές πραγματικών φυσικών φαινομένων. Επιθετικά αποδημητικά ή φωλιάζοντα πουλιά σε ένα απομονωμένο νησί, που «επιτίθενται» σε ναυτικούς που αποπειρώνται να αποβιβαστούν, είναι μια απολύτως ρεαλιστική εικόνα που θα μπορούσε να γεννήσει ή να εμπλουτίσει τον μύθο.
Συνεπώς, η συνέχεια αυτής της ορνιθολογικής πραγματικότητας από την αρχαιότητα ως σήμερα αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα του πώς ένα σταθερό φυσικό χαρακτηριστικό ενός τόπου μπορεί να αφήνει ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μυθολογική μνήμη.
Κορμοράνοι και γλάροι στο νησί Giresun
____________
H ηχώ των Αργοναυτών - Η μαγεία του νησιού Giresun
Όταν το 1984, η αποστολή του Tim Severin πλησίασε το νησί του Άρη, επιβεβαίωσε την παρουσία των «Στυμφαλίδων Ορνίθων», καθώς οι εικόνες δείχνουν την πειραματική Αργώ να προσεγγίζει τις απόκρημνες ακτές του νησιού, κατακλυσμένες από χιλιάδες γλάρους και κορμοράνους.
Μέχρι και σήμερα, οι επισκέπτες παρατηρούν ότι το νησί εξακολουθεί να είναι γεμάτο από πλήθη θαλασσοπουλιών, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διαχρονική ταυτότητα του τόπου ως «νησί των πουλιών». Η Αρητιάδα, νησί του θεού του πολέμου, της βίας και των θυσιών από τη μια, και της θεάς της Γης, της γονιμότητας και της στοργής, από την άλλη, ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στον άγριο πολεμικό χαρακτήρα του Άρη και την γειωμένη φύση της Μητέρας Θεάς Κυβέλης.
Μια αδιάσπαστη αλυσίδα λατρείας ξεκινά από την αρχαιότητα και φτάνει έως το σύγχρονο φεστιβάλ Aksu. Ένας γεωγραφικός χώρος διατηρεί την ιερότητά του, μεταμορφώνοντας τις παλιές δοξασίες σε ζωντανή πολιτιστική κληρονομιά. Όπως και στην αρχαιότητα, το νησί διατηρεί μια μαγική ή θρησκευτική σημασία που καθοδηγεί τις πράξεις των επισκεπτών. Οι ήρωες του αργοναυτικού μύθου αναζητούσαν καθοδήγηση και προστασία για το ταξίδι τους. Οι σύγχρονοι επισκέπτες χρησιμοποιούν τις σχισμές των βράχων για να αφήσουν πέτρες, επιδιώκοντας να επηρεάσουν το μέλλον τους (γάμος, απόκτηση παιδιού) μέσω της μαγείας του νησιού. Οι κύριες τελετουργίες και προσφορές περιλαμβάνουν:
- Περιφορά με σκάφος: Οι επισκέπτες νοικιάζουν βάρκες από την ηπειρωτική χώρα, πηγαίνουν στο νησί και κάνουν τρεις κύκλους γύρω από αυτό πριν αποβιβαστούν.
- Προσφορές σε εσοχές των βράχων: Οι άνθρωποι αφήνουν βότσαλα μέσα σε τρύπες ή σχισμές των βράχων. Αυτή η πράξη έχει συγκεκριμένους συμβολισμούς:
Τα νεαρά ζευγάρια που επιθυμούν να παντρευτούν τοποθετούν δύο μικρά βότσαλα μαζί σε μια εσοχή.
Όσοι θέλουν να αποκτήσουν παιδί, τοποθετούν ένα πολύ μικρό βότσαλο σε μια από τις τρύπες του βράχου.
Δέσιμο υφασμάτων: Μια άλλη συνήθεια είναι να δένουν κομμάτια υφάσματος πάνω σε καρφιά και να κάνουν μια ευχή..
- Νυχτερινή τελετουργία αναρρίχησης: Κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι άνθρωποι πηγαίνουν σε έναν συγκεκριμένο βράχο που βρίσκεται στην άκρη του νησιού. Εκεί, ο άντρας της οικογένειας ή του ζευγαριού πρέπει να σκαρφαλώσει γύρω από τον βράχο τρεις φορές προς την ίδια κατεύθυνση.
Η αποστολή του Tim Severin στο νησί του Άρη (1984)
_________
Από την αρχαία - ελληνιστική εποχή και τη λατρεία του Άρη και της Κυβέλης, περνάμε στην μεσοβυζαντινή περίοδο, όταν ο παγανισμός φεύγει και στην ίδια θέση χτίζεται ένα μοναστήρι για τον Άγιο Φωκά, προστάτη των ναυτικών και φτάνουμε στο σήμερα, στον 21ο αιώνα, με το φεστιβάλ Aksu (Aksu Şenliği). Τρεις διαφορετικοί κόσμοι, τρεις διαφορετικές θρησκείες κι όμως, μια κοινότητα, ίσως και χωρίς να το συνειδητοποιεί, διατηρεί μια παράδοση χιλιάδων ετών, βασισμένη στη λατρεία των βράχων. Μπορεί να άλλαξαν οι θεοί, να άλλαξαν οι λέξεις, όμως το νησί δεν έχασε ποτέ τη μαγεία του.
Νήσος Αρετιάς: Μύθος και παρόν
Βίντεο φτιαγμένο με το notebooklm.google.com
________
Οι Αργοναύτες στο νησί της Φιλύρας
Μια ακόμη στάση της Αργούς στη διαδρομή της για την Κολχίδα, την οποία πλέον έχει πλησιάσει αρκετά, είναι το νησί της Φιλύρας/ Φιλυρηίδας, εκεί όπου ανατράφηκε ο Κένταυρος Χείρων.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας το πλοίο συνήθιζε να αγκυροβολεί ή να αποπλέει από διάφορα μέρη, τα οποία απέπνεαν κίνδυνο, κακοτυχία ή εξαπάτηση. Η επιλογή αυτή του ποιητή συνάδει με την επιθυμία του να δημιουργήσει ένα φόντο μέσω της εκάστοτε ώρας της μέρας ή της νύχτας. Το σκοτάδι και αντιστοίχως η νύχτα, ακόμη και σήμερα, συνδέεται με τον φόβο, τον θυμό και τον απειλητικό κίνδυνο. Επομένως, ο συγγραφέας επιλέγει το σκηνικό να συμπορεύεται με τη διάθεση και τα συναισθήματα των ηρώων και τη δράση, η οποία παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο επεισόδιο. Η Ρέα, δηλαδή, είναι εξαπατημένη, ο Κρόνος οργισμένος και η Φιλύρα ντροπιασμένη.
Κι όταν έπεσε η νύχτα πέρασαν από το νησί της Φιλύρας. Εκεί κάποτε ο γιος του Ουρανού, ο Κρόνος, τότε που ακόμα βασίλευε στον Όλυμπο ανάμεσα στους Τιτάνες και ο Δίας ανατρεφόταν ακόμα κρυφά από τους Ιδαίους Κουρήτες στη σπηλιά της Κρήτης, αφού εξαπάτησε τη Ρέα, ξάπλωσε δίπλα στη Φιλύρα και χάρηκε την αγάπη της.
Μα η θεά τους βρήκε στη μέση της ερωτικής τους συνεύρεσης. Κι ο Κρόνος πετάχτηκε από το κρεβάτι βιαστικά, και τράπηκε σε φυγή με τη μορφή αλόγου με κυματιστή χαίτη.
Η Φιλύρα, η κόρη του Ωκεανού, κατακόκκινη από ντροπή, εγκατέλειψε τον τόπο εκείνο και τις συνήθειές της κι έφτασε στις μακρινές ορεινές ράχες των Πελασγών, εκεί όπου, από εκείνη την ερωτική ένωση με τον μεταμορφωμένο θεό, γέννησε τον τεράστιο Χείρωνα: από τη μια μεριά άλογο, από την άλλη θεός.
Αργοναυτικά, Βιβλίο Β΄, στ. 1231-1241 (ελεύθερη απόδοση)
Girolamo Francesco Maria Mazzola (Parmigianino), Saturn and Philyra
__________
Η αφήγηση του Απολλώνιου του Ρόδιου λειτουργεί σε τρία επίπεδα:
- Αιτιολογικά, εξηγεί την υβριδική φύση του Χείρωνα, αποτέλεσμα της μεταμόρφωσης του Κρόνου τη στιγμή της σύλληψης.
- Γεωγραφικά, ο Απολλώνιος συνδέει κάθε σταθμό της διαδρομής με έναν τοπικό μύθο. Το νησί δεν είναι απλώς ένας τόπος διανυκτέρευσης, αλλά φορτισμένο με κοσμογονική σημασία, αφού συνδέεται με την εποχή πριν τη βασιλεία του Δία.
- Ηρωικά, η αναφορά στον Χείρωνα έχει ιδιαίτερο βάρος για τους Αργοναύτες, καθώς ο Χείρωνας ήταν δάσκαλος του Ιάσονα. Ο τόπος γέννησης του δασκάλου του ήρωα εντάσσεται έτσι στο ταξίδι ως μια σιωπηρή τιμή.
Ορειχάλκινο άγαλμα του του Κενταύρου Χείρωνα, 3,5 μέτρων,
έργο του Ανδρέα Χάλαρη στον κυκλικό κόμβο Αναύρου, στον Βόλο (2022)
__________
Αρχαίοι λαοί της νοτιοανατολικής ακτής του Πόντου
Μετά το νησί της Φιλύρας - το νησί αυτό τοποθετείται κοντά στις ακτές της χώρας των Μακρύ(ώ)νων - οι Αργοναύτες δεν σταματούν πουθενά, πλέουν αδιάκοπα παρακάμπτοντας διαδοχικά τέσσερις λαούς Εύξεινου Πόντου: τους Μάκρωνες, τους Βεχείρους, τους Σάπειρες και τους Βύζηρες. Ο ευνοϊκός άνεμος, ζεστός και σταθερός, τους επιτρέπει να προχωρούν χωρίς κόπο.
- Οι Μάκρυνες (ή Μάκρωνες, όπως αναφέρονται στις περισσότερες πηγές) ήταν αρχαία κολχική φυλή, που κατοικούσε νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας, σε μια περιοχή που εκτεινόταν προς τα όρη της Αρμενίας. Ήταν γνωστοί ως πολεμικός λαός. Χρησιμοποιούσαν δερμάτινες ασπίδες και κοντά ακόντια.Φορούσαν χαρακτηριστικούς χιτώνες από τρίχες. Έγιναν γνωστοί από τον Ξενοφώντα, καθώς βοήθησαν τους «Μυρίους» να βρουν τον δρόμο προς τη θάλασσα.
- Βέχειροι (ή Βέχειρες): Κατοικούσαν δυτικά των Μακρώνων, κοντά στην περιοχή της Κερασούντας. Αναφέρονται ως λαός με άγρια ήθη που ζούσε κυρίως από την κτηνοτροφία και το κυνήγι στις απόκρημνες πλαγιές των Ποντικών Άλπεων.
- Σάπειρες (ή Σάσπειρες): Κατείχαν την ενδιάμεση περιοχή μεταξύ της Κολχίδας και της Μηδίας (περιοχή σημερινού Ερζερούμ). Ο Ηρόδοτος τους θεωρούσε πολύ ισχυρό έθνος. Ήταν ο συνδετικός κρίκος που ένωνε τον Εύξεινο Πόντο με την ενδοχώρα της Ασίας.
- Βύζηρες (ή Βούξηρες): Γείτονες των Μακρώνων και των Βεχείρων. Όπως και οι υπόλοιποι, ήταν πολεμιστές που χρησιμοποιούσαν ξύλινα κράνη, μικρές ασπίδες από δέρμα βοδιού και μακριά ακόντια.
Όλοι αυτοί οι λαοί είχαν στενούς δεσμούς με τους Κόλχους και οι αρχαίοι συγγραφείς τους περιγράφουν ως λαούς που διατήρησαν την αυτονομία τους λόγω του δύσβατου εδάφους. Με το πέρασμα των αιώνων, οι πληθυσμοί αυτοί αφομοιώθηκαν ή μετεξελίχθηκαν στο έθνος των Λαζών και των Τζάνων.
Κόλχος πολεμιστής του Πόντου
_________
Το τέλος του ταξιδιού - Άφιξη στην Κολχίδα
Σωκράτης: «και τότε πιστεύω ότι η γη είναι εξαιρετικά μεγάλη και ότι
εμείς που ζούμε ανάμεσα στις στήλες του Ηρακλή και της Φάσιδας
κατοικούμε σε ένα μικρό μέρος της γύρω από τη θάλασσα»
Πλάτωνας, Φαίδων, 109a-b
____________
Το Βασίλειο της Κολχίδας κατέχει μια ουσιαστική θέση στην ιστορία της Γεωργίας, απαθανατισμένο στην ελληνική μυθολογία ως η μυθική γη του Χρυσόμαλλου Δέρατος και ο προορισμός του Ιάσονα και των Αργοναυτών. Για τους αρχαίους Έλληνες, η Κολχίδα βρισκόταν στην άκρη του γνωστού κόσμου, το μέρος όπου ο ήλιος ξεκινούσε το καθημερινό του ταξίδι στον ουρανό, μια χώρα, με κάποιο τρόπο ανώτερη από την Ελλάδα εκείνης της εποχής, που κατείχε το χρυσόμαλλο δέρας, ένα συμβολικό αντικείμενο, σημαντικό για τον ελληνικό πολιτισμό.
Για αιώνες, πολλοί πίστευαν ότι η Κολχίδα ήταν ένας απλός θρύλος, ένα μυθικό βασίλειο γεννημένο από ποιητική φαντασία. Αλλά τα επίμονα στοιχεία που βρέθηκαν σε κλασικά κείμενα ενθάρρυναν τους μελετητές και τους εξερευνητές να συνεχίσουν την αναζήτηση. Και τότε, επιτέλους, έγιναν ανακαλύψεις. Οι μύθοι αποδείχθηκαν αληθινοί: η Κολχίδα ήταν πραγματική. Ήταν πράγματι το χρυσό βασίλειο που περιγράφεται στα αρχαία χρονικά: ακμάζον, εκλεπτυσμένο και απέραντο, με πόλεις μεγαλοπρεπείς.
Ο αρχαιολογικός χώρος του Βάνι βρίσκεται κοντά στη σύγχρονη πόλη Βάνι, στη δυτική Γεωργία, είναι μια κορυφαία, ανασκαμμένη πόλη (8ος-1ος αιώνας π.Χ.), που χρησίμευσε ως σημαντικό πολιτικοθρησκευτικό κέντρο για το αρχαίο Βασίλειο της Κολχίδας. Είναι γνωστός για την παραγωγή εντυπωσιακών, εκλεκτών χρυσών κοσμημάτων και θησαυρών, αποδεικνύοντας την ιστορική, μη μυθική ύπαρξη της Κολχίδας. Ήταν ένα ακμάζον συγκρότημα πόλης-ναού που άκμασε από τον 16ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ., συχνά συνδεδεμένο με τη μυθική Γη της Κολχίδας.
Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει πλούσιες, εκλεκτές ταφές (5ος-3ος αιώνας π.Χ.) που περιέχουν εξαιρετικά χρυσά έργα, ασημένια/χάλκινα σκεύη και τοπική κεραμική, καθώς και υπολείμματα αρχαίων παγανιστικών ναών. Ο χώρος παρέχει ουσιαστικά στοιχεία για την κοινωνική πολυπλοκότητα της Κολχίδας και τις αλληλεπιδράσεις της με τον ελληνικό, τον περσικό και τον ποντιακό κόσμο.
Χρυσό κολιέ με 31 μενταγιόν σε σχήμα χελώνας (περίπου 450 π.Χ.),
ένα από τα πιο διάσημα ευρήματα από τις ανασκαφές
στην αρχαία πόλη Βάνι (Vani) της Γεωργίας
Εθνικό Μουσείο της Γεωργίας (Georgian National Museum), Τιφλίδα
____________________
Καθώς προχωρούσαν, ο βυθός της θάλασσας άρχισε να φαίνεται μπροστά τους· και ήδη ανατέλλανε από τους ορίζοντα οι απόκρημνες, κατακόρυφες πλαγιές των Καυκάσιων βουνών. Εκεί, δεμένος με χάλκινα δεσμά που δεν λύνονταν, ο Προμηθέας κρεμόταν πάνω στους βράχους και έτρεφε με το ήπαρ του τον αετό που ξανάρχονταν κάθε φορά να το κατασπαράξει.
Το απόγευμα τον είδαν να πετάξει με οξύ σφύριγμα πάνω από την άκρη του πλοίου, σχεδόν στα σύννεφα· κι όμως, παρόλα αυτά, τίναξε όλα τα πανιά καθώς τα άγγιξαν οι φτερούγες του στο πέρασμά του. Γιατί δεν είχε τη φύση ενός συνηθισμένου ουράνιου πουλιού, αλλά συνέχιζε να ισορροπεί τα μακριά φτερά του σαν γυαλισμένα κουπιά. Και λίγο μετά άκουσαν την πικρή κραυγή του Προμηθέα καθώς ο αετός του ξέσκιζε το ήπαρ· και ο αέρας αντηχούσε από τις κραυγές του μέχρι που σημάδεψαν τον αρπακτικό αετό κι εκείνος όρμησε πίσω από το βουνό στο ίδιο ακριβώς μονοπάτι. Μέσα στη νύχτα, με την τέχνη του Άργου στο τιμόνι, έφτασαν στον πλατύρρευστο Φάση και στα έσχατα πέρα της θάλασσας.
Και αμέσως μάζεψαν τα πανιά και τον βραχίονα και τα έβαλαν μέσα στην κούφια θήκη του ιστού· χαμήλωσαν και το ίδιο το κατάρτι στο πλάι και γρήγορα με τα κουπιά μπήκαν στο μεγάλο ρεύμα του ποταμού, που παντού αφρόβραζε κι υποχωρούσε μπροστά τους. Κρατούσαν στα αριστερά τον απότομο Καύκασο και την Κυταιίδα πόλη της Αίας· και από την άλλη μεριά την πεδιάδα του Άρη και το ιερό άλσος του θεού, όπου ο δράκοντας φρουρούσε άγρυπνος το δέρας, απλωμένο στα φυλλώδη κλαδιά μιας βελανιδιάς.
Τότε ο Ιάσονας, ο γιος του Αίσονα, πήρε ένα χρυσό κύπελλο και έχυνε σπονδές στάλα-στάλα άγνο κρασί και μέλι στη Γη, στους θεούς που κατοικούν σε αυτήν, και στις ψυχές των νεκρών ηρώων· και τους ικέτεψε να να δώσουν ευγενική βοήθεια και να καλωσορίσουν το πλήρωμα με ευνοϊκούς οιωνούς.
Αμέσως ύστερα ο Αγκαίος είπε:
— «Φτάσαμε στη χώρα των Κόλχων και στα νερά του Φάση. Ήρθε η ώρα ν' αποφασίσουμε μεταξύ μας αν θα δοκιμάσουμε τον Αιήτη με ήπια λόγια ή αν θα ήταν σκόπιμο να επιχειρήσουμε κάτι άλλο»;»
Έτσι μίλησε. Κι ο Ιάσονας, με τη συμβουλή του Άργου, διέταξε να τραβήξει το πλοίο ψηλά μέσα σε ένα σκιερό βάλτο που βρισκόταν κοντά στην πορεία τους· κι εκεί πέρασαν τη νύχτα. Και η αυγή, που τόσο την ποθούσαν, δεν άργησε να φανεί.
Αργοναυτικά, Βιβλίο Β΄, στ. 1242-1281 (ελεύθερη απόδοση)
Biagio d'Antonio, Metropolitan Museum of Art, New York, 1465
(Αριστερά) Ο Ιάσονας φτάνει στην Κολχίδα, όπου τον υποδέχονται
ο βασιλιάς Αιήτης με τις κόρες του, Μήδεια και Χαλκιόπη
____________
«Φᾶσίν τ' εὐρὺ ῥέοντα» - «πεδίον τὸ Ἀρήιον ἱερά τ' ἄλση»
Το απόσπασμα του Απολλώνιου του Ρόδιου είναι εντυπωσιακά ακριβές γεωγραφικά: η αλληλουχία θάλασσα → εκβολές ποταμού → πεδιάδα → πόλη προς την εσωτερική, ορεινή πλευρά, αντίθετα από τη ροή του νερού, αντιστοιχεί ακριβώς στη φυσική τοπογραφία της δυτικής Γεωργίας, υποδηλώνοντας ότι ο συγγραφέας είχε πρόσβαση σε αξιόπιστες γεωγραφικές πληροφορίες για την περιοχή.
- Ο μυχός του πόντου, «μυχὸς διεφαίνετο πόντου»
Πρόκειται για τον εσώτερο κόλπο του Εύξεινου Πόντου, δηλαδή την ανατολική απόληξή του. Η φράση σηματοδοτεί ότι οι Αργοναύτες έχουν φτάσει στο τέρμα της θάλασσας πλεύσης, στη σημερινή ανατολική ακτή της Γεωργίας, κοντά στην περιοχή του Πότι.
Το Πότι ιδρύθηκε από αποίκους της ελληνικής πόλης της Μιλήτου τον 7ο αιώνα π.Χ. και ονομάστηκε Φάσις. Σύμφωνα με πηγές, ήταν βασικό εμπορικό κέντρο και σημείο διέλευσης προς την ηπειρωτική χώρα. Η Φάσις δεν έχει ακόμη εντοπιστεί και οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι ίσως αυτό οφείλεται είτε σε γεωμορφολογικές αλλαγές είτε στην εσφαλμένα επικρατούσα άποψη ότι η πόλη διατήρησε τα χαρακτηριστικά των ελληνικών αποικιών.
Σε κάθε περίπτωση, από την αρχή του ελληνικού αποικισμού και ακόμη και σε παλαιότερες περιόδους, αυτή η παράκτια περιοχή ήταν προσανατολισμένη προς την Ελλάδα, όπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά ευρήματα. Σε σύγκριση με άλλες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, η ακτογραμμή της Κολχίδας εμφανιζόταν λιγότερο αποικισμένη. Με βάση γραπτές πηγές, μόνο τρεις αποικίες ιδρύθηκαν εκεί: η Διοσκουρία (σημερινό Σοχούμι και ενδοχώρα), η Γυένος (σημερινό έδαφος της Οτσαμτσίρ) και η Φάσις. Η τοποθεσία της τελευταίας είναι η πιο περίπλοκη, αλλά είναι γενικά αποδεκτό ότι βρίσκεται μέσα σε ένα τρίγωνο, που οριοθετείται δυτικά από τους ποταμούς Χόμπι και Σούψα και ανατολικά από τον οικισμό Σιμάγρε.
Ο O.D. Lordkipanidze (Οτάρ Λορντκιπανίτζε), κορυφαίος Γεωργιανός αρχαιολόγος, που συνέδεσε το όνομά του με τη μελέτη και τις ανασκαφές της αρχαίας Φάσιδος, στο βιβλίο του Phasis: The river and city in Colchis (Στουτγκάρδη 2000), αναλύει τα αρχαιολογικά ευρήματα, υποστηρίζοντας την έντονη ελληνική παρουσία στην περιοχή. Αν και ο ίδιος καθόρισε το πλαίσιο, οι ανασκαφές για την ακριβή θέση της αρχαίας πόλης συνεχίζονται, με νεότερους ερευνητές, όπως ο Vakhtang Litcheli, να διενεργούν έρευνες στην περιοχή. Η συνεργασία μεταξύ Αμερικανών και Γεωργιανών αρχαιολόγων αποσκοπεί στην ανίχνευση της πόλης μέσω ενός συνδυασμού επιφανειακής, συστηματικής και υποβρύχιας αρχαιολογικής έρευνας.
Δώδεκα διαφορετικές απόψεις σχετικά με την τοποθεσία της πόλης Φάσις
_________
Ούτε Έλληνες ούτε Ρωμαίοι συγγραφείς αναφέρουν τίποτα για την προέλευση και τη σημασία του ονόματος Φάσις. Το πιθανότερο είναι ότι δεν είναι ελληνικό, αλλά ήταν το τοπικό όνομα που χρησιμοποιούνταν για την περιοχή πριν από την ίδρυση της ελληνικής αποικίας. Οι γλωσσολόγοι έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το όνομα Φάσις σχετίζεται με το γεωργιανό όνομα της περιοχής (Πάτι / Πότι). Επιπλέον, πιστεύεται ότι το όνομα της πόλης είναι μια εξελληνισμένη εκδοχή μιας τοπικής λέξης που σημαίνει νερό, λόγω της στενής σύνδεσης της περιοχής τόσο με τη θάλασσα όσο και με το ποτάμι.
Οι περιγραφές της περιοχής από τον Απολλώνιο τον Ρόδιο επαληθεύονται και από τον Ιπποκράτη και το περίφημο ιατρικό και φιλοσοφικό σύγγραμμά του «Περί αέρων, υδάτων, τόπων», που εκτιμάται ότι γράφτηκε στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. (περίπου στο διάστημα 440–400 π.Χ. Ο Ιπποκράτης επιβεβαιώνει ότι η χώρα ήταν βαλτώδης, δασώδης και πλημμυρισμένη από κανάλια.Η κίνηση με μονόξυλα αντί για πεζοπορία παραπέμπει ευθέως στον τρόπο που η Αργώ εισέρχεται στη Φάση και προχωρά στο εσωτερικό. Το πλοίο δεν είναι απλώς μεταφορικό μέσο αλλά η μόνη λογική επιλογή σε αυτό το περιβάλλον. Η παρατήρηση ότι ο Φάσις είναι «ο πιο στάσιμος από όλους τους ποταμούς» εξηγεί και κάτι που αφήνει να εννοηθεί ο Απολλώνιος: το πλοίο μπαίνει στον ποταμό με κουπιά χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, γιατί το ρεύμα είναι ήπιο και η επιφάνεια ομαλή. Γράφει σχετικά ο Ιπποκράτης:
«Αυτή είναι, λοιπόν, η γνώμη μου για τα προηγούμενα ζητήματα. Όσον αφορά όμως την περιοχή του Φάση (Κολχίδα), η χώρα εκεί είναι βαλτώδης, ζεστή, γεμάτη νερά και πυκνή βλάστηση. Εκεί σημειώνονται συνεχώς, σε κάθε εποχή, πολλές και καταρρακτώδεις βροχές.Οι άνθρωποι ζουν μέσα στους βάλτους και τα σπίτια τους είναι ξύλινα και καλαμένια, κατασκευασμένα πάνω στο νερό. Περπατούν ελάχιστα μέσα στην πόλη και την αγορά, αλλά μετακινούνται πάνω-κάτω με μονόξυλα (βάρκες), καθώς υπάρχουν πολλά κανάλια. Πίνουν νερά ζεστά και στάσιμα, τα οποία σαπίζουν από τον ήλιο και φουσκώνουν από τις βροχές. Ο ίδιος ο ποταμός Φάσης είναι ο πιο στάσιμος από όλους τους ποταμούς και η ροή του είναι εξαιρετικά ήπια.
Όλα τα αγροτικά προϊόντα που παράγονται εκεί είναι καχεκτικά, νωθρά και δεν αναπτύσσονται σωστά εξαιτίας της υπερβολικής υγρασίας, με αποτέλεσμα να μην ωριμάζουν ποτέ. Επίσης, πυκνή ομίχλη και υδρατμοί καλύπτουν μόνιμα τη χώρα.Για αυτούς ακριβώς τους λόγους, οι κάτοικοι του Φάση έχουν τελείως διαφορετική εμφάνιση από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Είναι ψηλοί στο ανάστημα και υπερβολικά παχύσαρκοι, σε σημείο που δεν ξεχωρίζουν καθόλου οι κλειδώσεις και οι φλέβες τους. Το δέρμα τους είναι ωχρό (κιτρινωπό), σαν να υποφέρουν από ίκτερο. Η φωνή τους είναι η πιο βαριά από όλων των ανθρώπων, επειδή αναπνέουν έναν αέρα που δεν είναι καθαρός, αλλά γεμάτος υγρασία και θολός. Επιπλέον, από τη φύση τους είναι αρκετά νωθροί και αποφεύγουν τη σωματική κούραση.
Οι εποχές εκεί δεν αλλάζουν απότομα, ούτε προς τον υπερβολικό καύσωνα ούτε προς το δριμύ ψύχος. Οι άνεμοι που πνέουν οι περισσότεροι είναι νότιοι, εκτός από ένα τοπικό αεράκι. Αυτό φυσάει μερικές φορές με μεγάλη βία, είναι ενοχλητικό και καυτό, και οι ντόπιοι το ονομάζουν "κέγχρονα". Ο βοριάς, από την άλλη, δεν φτάνει συχνά στην περιοχή, και όταν φυσάει, είναι αδύναμος και απαλός.»
Ιπποκράτης, «Περί Αέρων, Υδάτων και Τόπων», XV
Εκβολές του ποταμού Ριόνι, αρχαίου Φάσι, στην πόλη Πότι,
κοντά στην αρχαία ελληνική αποικία Φάσι στη Γεωργία, 1870
Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, Ταξιδιωτικά, Mε το βλέμμα των Περιηγητών
____________
Η Φάσις ήταν προορισμός για τους Έλληνες εμπόρους από τη Μεσόγειο κατά τα κλασικά και ελληνιστικά χρόνια και χρησίμευε επίσης ως εμπορικό κέντρο μέχρι την ύστερη ρωμαϊκή και πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Σύμφωνα με πηγές, η πόλη είχε τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας ελληνικής αποικίας: ναούς του Απόλλωνα και της Άρτεμης, θέατρο, καθώς και νομισματοκοπείο και οχυρώσεις, αν και κανένα από αυτά δεν έχει ανακαλυφθεί. Οι Έλληνες άποικοι συνυπήρχαν –ειρηνικά σύμφωνα με στοιχεία– με τους ιθαγενείς, οι οποίοι αφομοιώθηκαν κατά την ελληνιστική περίοδο. Το λιμάνι της πόλης ήταν κέντρο εμπορίου σιτηρών από την Κολχίδα , καθώς και μετάλλων και εξωτικών αγαθών, τα οποία ανταλλάσσονταν με ελιές, κρασί και κεραμικά από την Ελλάδα.
Η Φάσις ήταν ένα σημείο διέλευσης εμπορευμάτων που στη συνέχεια μεταφέρονταν στην ηπειρωτική χώρα μέσω των ποταμών. Έχει υποστηριχθεί ότι η Φάσις πιθανώς έμοιαζε με τη σύγχρονη Βενετία με κανάλια και τάφρους, λόγω του γεγονότος ότι βρισκόταν δίπλα στις εκβολές του ποταμού και ήταν χτισμένη στο επίπεδο της θάλασσας.
Με βάση το έργο του Αρριανού «Περίπλους Ευξείνου» (130-131 μ.Χ), ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι ο μύθος των Αργοναυτών και του Χρυσόμαλλου Δέρατος έλαβε χώρα στον συγκεκριμένο ποταμό και στην ομώνυμη πόλη. Ο ισχυρισμός τους βασίζεται στον ιστορικό Αρριανό, ο οποίος αναφέρει ότι η πόλη είχε ένα «μουσείο» όπου εκτίθετο η αρχική άγκυρα της Αργούς, του πλοίου του Ιάσονα.
Ο ιστορικός Φάρος στην πόλη Πότι, η οποία είναι σήμερα το μεγαλύτερο λιμάνι της Γεωργίας
στον Εύξεινο Πόντο. (Poti Lighthouse)
____________
- Τα Καυκάσια όρη, «Καυκασίων ὀρέων ἀνέτελλον ἐρίπναι»
Οι απόκρημνες πλαγιές του Καυκάσου που φαίνονται να ανατέλλουν από τον ορίζοντα καθώς πλησιάζουν. Ο Απολλώνιος τα περιγράφει ως ηλίβατα, δηλ. κατακόρυφα, ασκαρφάλωτα. Αντιστοιχούν στη Μεγάλη Οροσειρά του Καυκάσου, με τις κορυφές που φτάνουν έως 5.000 μ., ορατές από τη θάλασσα σε καιρό αίθριο. Εκεί τοποθετεί ο μύθος τα βάσανα του Προμηθέα, συγκεκριμένα στην περιοχή που αντιστοιχεί στη σημερινή Αμπχαζία ή Νότια Οσετία.
Theodoor Rombouts , Prométhée, 1620, Βασιλικό Μουσείο Καλών Τεχνών Αμβέρσα
_____________
- Ο Φάσις ποταμός, «Φᾶσίν τ' εὐρὺ ῥέοντα»
Ο Φάσις είναι ο σημερινός ποταμός Ριόνι (Rioni) στη δυτική Γεωργία. Εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο κοντά στο σημερινό Πότι. Ο αρχαίος Φάσις αποτελούσε το όριο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Εκτός από τον Ηρόδοτο, ο εν λόγω ποταμός αναφέρεται και στο έργο «Θεογονία» του Ησίοδου, ως θεός.
Ο Φάσις δεχόταν τα νερά του Ίππου και του Γλαύκου, σχηματίζοντας έναν μεγάλο ποταμό. Ξεκινά ως ορμητικός ορεινός ποταμός - κοντά στις πηγές του ήταν γνωστός και με το όνομα Βόας - και στη συνέχεια διασχίζει πεδινές περιοχές, περνώντας από τη σημαντική πόλη του Κουτάισι. Ο Απολλώνιος τον χαρακτηρίζει «εὐρὺ ῥέοντα», δηλ. πλατύρρευστο, περιγραφή που ταιριάζει απόλυτα με τον Ριόνι, με πλάτος που φτάνει τα 150–200 μ. στις εκβολές του.
Rioni river in Kutaisi
______
Η περιοχή των εκβολών του αρχαίου Φάσι αντιστοιχεί σήμερα στο Εθνικό Πάρκο Κολχίδας στη Γεωργία. (Kolkheti National Park). Το τοπίο διατηρεί την αυθεντική, πυκνή βλάστηση και τους σκιερούς βαλτότοπους που περιγράφονται στις μυθολογικές αναφορές για την άφιξη της Αργούς.
Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο - ερευνητή Vakhtang Litcheli, η υπόθεση ότι ο ποταμός Φάσις εκβάλλει στη σημερινή κοίτη του ποταμού Πιχώρι, είναι αποδεκτή. Εκτός από τα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά, η άποψη αυτή υποστηρίζεται από τη συγκέντρωση αρχαιολογικών θέσεων και στις δύο όχθες του Πιχώρι από τον 6ο έως τον 5ο αιώνα π.Χ. καθώς και μεταξύ των ποταμών Πιχώρι και Ριόνι.
Pichori river in Kolkheti National Park, Western Georgia
___________
- Η Αίη / Κυταιίδα πόλις — «Κυταιίδα τε πτόλιν Αἴης»
Η Αίη είναι η πρωτεύουσα της Κολχίδας, το βασίλειο του Αιήτη. Ταυτίζεται παραδοσιακά με την αρχαία Κύτα ή Κουτάισι, τη σημερινή πόλη Kutaisi στη δυτική Γεωργία, μια από τις αρχαιότερες πόλεις της χώρας και η τρίτη μεγαλύτερη, χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ριόνι. Το Kutaisi βρίσκεται περίπου 180 χλμ. μέσα στην ενδοχώρα, ακολουθώντας τον Ριόνι προς τα βουνά, σε αντίθεση με το Πότι που βρίσκεται στις εκβολές, στην ακτή. Η πόλη κατοικείται αδιάλειπτα εδώ και χιλιάδες χρόνια, με ευρήματα που χρονολογούνται από τη 2η χιλιετία π.Χ. και αποτελεί τον θρυλικό προορισμό των Αργοναυτών στην αναζήτησή τους για το Χρυσόμαλλο Δέρας.
Η «Κολχική Κρήνη» κοσμεί σήμερα την πλατεία Νταβίντ Αγμασενεμπέλι, ακριβώς στην καρδιά του Κουτάισι. Τα μεγάλα αποκαλυπτήρια της «Κολχικής Κρήνης» πραγματοποιήθηκαν το καλοκαίρι του 2011, με την παρουσία του Προέδρου Σαακασβίλι. Τα τριάντα γλυπτά που είναι διατεταγμένα στα επίπεδα του σιντριβανιού, είναι βουτηγμένα σε αρχαίους μύθους.
Η «Κολχική Κρήνη» αποτίει φόρο τιμής στην πλούσια κληρονομιά του Κολχικού πολιτισμού, ο οποίος είναι αιώνια συνυφασμένος με την γεωργιανή ταυτότητα. Κάθε άγαλμα είναι ένα αντίγραφο σε μεγαλύτερη κλίμακα πραγματικών αντικειμένων που αποκαλύφθηκαν σε ανασκαφές στην αρχαία περιοχή της Κολχίδας. Τα πρωτότυπα, τα οποία χρονολογούνται από τον 3ο-2ο αιώνα π.Χ., φυλάσσονται τώρα στο Εθνικό Μουσείο της Γεωργίας.
Ολόκληρο το σύνολο της «Κολχικής Κρήνης» στεφανώνουν ευγενή άλογα,
που λέγεται ότι ανήκουν στον θρυλικό βασιλιά Αιήτη της Κολχίδας.
Αυτά τα μεγαλοπρεπή ζώα προσθέτουν μια τελευταία νότα στο μνημείο,
συνδυάζοντας τον μύθο, την αρχαιολογία και την εθνική υπερηφάνεια
σε ένα αρμονικό θέαμα.
____________________
- Το Αρήιον πεδίον και τα ιερά άλση, «πεδίον τὸ Ἀρήιον ἱερά τ' ἄλση»
Το Αρήιο πεδίο είναι το ιερό τέμενος του Άρη όπου φυλασσόταν το Χρυσόμαλλο Δέρας. Πρόκειται για την εύφορη προσχωσιγενή πεδιάδα που εκτείνεται από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας (κοντά στη σημερινή πόλη Πότι) προς την ενδοχώρα, φτάνοντας μέχρι την πόλη Κουτάισι (την αρχαία Αία, πρωτεύουσα της Κολχίδας).
Τα Ιερά Άλση ταυτίζονται με τα πυκνά, υγρά, υποτροπικά δάση της περιοχής, τμήμα των οποίων προστατεύεται σήμερα από το Εθνικό Πάρκο Κολχίδας (Kolkheti National Park). Τα δάση αυτά χαρακτηρίζονται από αιωνόβιες δρύες, φυτά αναρρίχησης και έντονη υγρασία, στοιχεία που γέννησαν τον μύθο του σκοτεινού δάσους όπου ο δράκοντας φύλαγε το Χρυσόμαλλο Δέρας. Οι «ιερές δρύες» στις οποίες κρεμόταν το Δέρας συνάδουν με την πυκνή βλάστηση της περιοχής.
Colchian Dragon guarded the legendary golden fleece
Johan Egerkrans - Illustrator
___________
- Το σκιερό έλος, «δάσκιον εἰσελάσαντας ἕλος»
Ο τόπος αγκυροβολίας της Αργούς, ένας σκιερός βαλτότοπος κοντά στις εκβολές του Φάσι, αντιστοιχεί στους εκτεταμένους υγροτόπους του δέλτα του Ριόνι, που σήμερα αποτελούν τo Εθνικό Πάρκο Κολχίδας, γνωστό και ως ο «Αμαζόνιος της Γεωργίας». - Πυκνά Παραποτάμια Δάση: Τα δέντρα καλύπτουν τις όχθες των καναλιών, δημιουργώντας τη χαρακτηριστική σκιά και την ατμόσφαιρα του αρχαίου βαλτότοπου.
- Υδάτινες Διαδρομές: Η πρόσβαση στα πιο απομονωμένα σημεία του δέλτα γίνεται αποκλειστικά με βάρκες, μέσα από στενά περάσματα που θυμίζουν την περιγραφή του αγκυροβολίου.
- Η Λίμνη Παλιαστόμι: Μια μικρή λίμνη δίπλα στο λιμάνι του Πότι, που συνδέεται με τη Μαύρη Θάλασσα μέσω ενός στενού καναλιού και αποτελεί το κέντρο αυτού του προστατευόμενου υγροβιότοπου. Το 1961, αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στον βυθό της λίμνης ίχνη ανθρώπινου οικισμού που χρονολογούνται από τον 2ο αιώνα μ.Χ..
Λίμνη Paliastomi, το κεντρικό στολίδι του Εθνικού Πάρκου Κολχίδας (Kolkheti National Park),
το οποίο προστατεύεται από την UNESCO
_________
Ο χρυσός της Κολχίδας
Από πολύ νωρίς είχε υποτεθεί ότι πίσω από τον μύθο του χρυσόμαλλου δέρατος διακρίνονταν οι προσπάθειες των Ελλήνων κατά τη Μυκηναϊκή εποχή για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Μαύρης Θάλασσας. Η περιγραφή του χρυσόμαλλου δέρατος παραπέμπει στην χρήση προβιών για την απόληψη του χρυσού από τις κοίτες των ποταμών. Το πυκνό τρίχωμά τους συγκρατούσε τον χρυσό που παρέσυρε το νερό, σε ψήγματα ή σκόνη, παίρνοντας χρυσαφένια λάμψη. Η μέθοδος αυτή ήταν ευρέως διαδεδομένη κατά την Εποχή του Χαλκού και ήταν η ίδια που εφαρμοζόταν και στον Φάση ποταμό, στην Κολχίδα.
- Στράβων, Γεωγραφικά ΧΙ.2.19
Ο Στράβων περιγράφει τους Σοανούς, λαό που κατοικούσε στις κορυφές του Καυκάσου πάνω από τη Διοσκουριάδα, ως τους πιο ισχυρούς της περιοχής, με βασιλιά και συμβούλιο τριακοσίων ανδρών. Στο ίδιο χωρίο γράφει ότι
στα ορεινά ποτάμια της χώρας τους υπήρχε άφθονος χρυσός, τον οποίο εξόρυσσαν χρησιμοποιώντας τετρημένα αγγεία και προβιές.
- Αππιανός, Ρωμαϊκά ΧΙΙ.103
Ο Αππιανός, αφηγούμενος την εκστρατεία του Πομπηίου στην Κολχίδα, παραθέτει την πιο λεπτομερή και ζωντανή μαρτυρία:
«Πολλά ρεύματα κατεβαίνουν από τον Καύκασο φέρνοντας χρυσόσκονη τόσο λεπτή που είναι αόρατη. Οι κάτοικοι βάζουν προβιές με πυκνό μαλλί μέσα στο ρεύμα και έτσι συλλέγουν τα επιπλέον σωματίδια· και ίσως το χρυσόμαλλο δέρα του Αιήτη ήταν τέτοιου είδους.»
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Αππιανός ο ίδιος κάνει τη σύνδεση με τον μύθο. Δεν πρόκειται για σύγχρονη ερμηνεία αλλά αρχαία εξορθολογική ανάγνωση του μύθου του Χρυσόμαλλου Δέρατος: δεν βλέπει το Δέρας ως υπερφυσικό αντικείμενο αλλά ως αλληγορία μιας πραγματικής πρακτικής, της συλλογής χρυσής άμμου με προβιές στα ποτάμια του Καυκάσου.
- Σύγχρονη επιστημονική επιβεβαίωση
Σύμφωνα με το ScienceNews , ο γεωλόγος Avtandil Okrostsvaridze του Κρατικού Πανεπιστημίου Ilia στην Τιφλίδα της Γεωργίας και οι συνάδελφοί του συνδέουν τον σκοπό και τον προορισμό του Ιάσονα με την
ιστορία της εξόρυξης χρυσού στην περιοχή. Στην περιοχή Svaneti,
τα ορεινά ρυάκια περιέχουν μικρά σωματίδια χρυσού και χρυσοποίκιλτης πέτρας που πέφτουν στο νερό αφού διαβρωθούν από τους βραχώδεις σχηματισμούς. Οι ντόπιοι παραδοσιακά βυθίζουν προβιές στα ρυάκια για να παγιδεύσουν το μέταλλο και αυτή η τεχνική έχει διατηρηθεί για χιλιάδες χρόνια. Αργότερα εξελίχθηκε στο ρείθρο-φάτνη.
Προστέθηκε δηλαδή ένα ξύλινο λούκι το οποίο είχε πλέον ως επένδυση το δέρμα του ζώου.
Ένα ρείθρο-φάτνη, δηλ. ένα ξύλινο λούκι το οποίο είχε ως επένδυση το δέρμα του ζώου
___________
Πρώτο στάδιο: Τετρημένα ξύλινα αγγεία, δηλαδή δοχεία με τρύπες στον πάτο, τοποθετούνταν στο ρεύμα και λειτουργούσαν ως πρωτόγονο κόσκινο για την άμμο. Περνούσε το νερό και η λεπτή άμμος, ενώ τα βαρύτερα σωματίδια χρυσού παρέμεναν μέσα.
Δεύτερο στάδιο: Προβιές με πυκνό, τραχύ μαλλί απλώνονταν στο ρεύμα· η λανολίνη του μαλλιού «παγίδευε» τα μικροσκοπικά σωματίδια χρυσής σκόνης, που η άμμος και το νερό δεν μπορούσαν να κρατήσουν.
Τρίτο στάδιο: Οι εμποτισμένες με χρυσό προβιές κρέμονταν να στεγνώσουν και στο φως του ήλιου έλαμπαν χρυσαφένιες.
Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της τεχνικής ήταν μια προβιά κατακόρυφα εμποτισμένη με χρυσό, δίνοντας γένεση στο ρομαντικό και αινιγματικό φαινόμενο του «Χρυσόμαλλου Δέρατος» στον πολιτισμένο κόσμο.
Άγαλμα της Μήδειας που κρατά το Χρυσόμαλλο Δέρας στο Μπατούμι της Γεωργίας
___________
Το Χρυσόμαλλο Δέρας στα Αργοναυτικά του Απολλώνιου
Ο Απολλώνιος περιγράφει το Δέρας σε τρεις διαφορετικές στιγμές του έπους, η καθεμία με διαφορετική λειτουργία.
1. Πρώτη εικόνα — Β΄ 1267–1270: Το Δέρας στο άλσος
Μόλις η Αργώ εισέρχεται στον Φάση, οι Αργοναύτες το βλέπουν από μακριά: στο ιερό άλσος του Άρη, κρεμασμένο στα κλαδιά μιας βελανιδιάς, με άγρυπνο φρουρό τον δράκοντα. Ο Απολλώνιος δεν το περιγράφει ακόμα λεπτομερώς, αλλά το αφήνει να λάμπει μέσα από τα φύλλα ως υπόσχεση, ως σκοπός που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.
2. Κεντρική περιγραφή — Δ΄ 162–182: Η στιγμή της αρπαγής
Η πιο λεπτομερής και ποιητικά πλούσια περιγραφή βρίσκεται στο Δ΄ βιβλίο, τη στιγμή που ο Ιάσονας το αρπάζει:
Ο Ιάσονας σήκωσε το τεράστιο δέρας στα χέρια του· και από τη λαμπερή αίγλη του μαλλιού άπλωσε στα όμορφα μάγουλα και το μέτωπό του μια κόκκινη φλόγα σαν πυρκαγιά. Και μεγάλο όσο η προβιά ενός μονοχρονίτικου βοδιού ή ελαφιού, αυτό που οι κυνηγοί αποκαλούν νεαρό ελάφι, τόση ήταν η έκταση του δέρατος, ολόχρυσο από πάνω ως κάτω. Βαρύ ήταν, πυκνόμαλλο· και καθώς ο Ιάσονας βάδιζε, ακόμα και από τη γη κάτω από τα πόδια του ανέβαινε η λάμψη του.
3. Παράλληλη εικόνα — η κοπέλα και το φεγγάρι
Αμέσως μετά, ο Απολλώνιος δείχνει μια από τις πιο τρυφερές παρομοιώσεις του έπους: ο Ιάσονας το κράτησε ψηλά χαρούμενος, όπως μια παρθένα πιάνει στον καλοφτιαγμένο χιτώνα της τη λάμψη του φεγγαριού στην πανσέληνο, καθώς ανατέλλει πάνω από το ψηλοτάβανο δωμάτιό της· και η καρδιά της αγαλλιάζει καθώς βλέπει την όμορφη ακτίνα.
Η εικόνα που φτιάχνει ο Απολλώνιος είναι εξαιρετικά συγκεκριμένη και αποκαλυπτική:
- Δεν είναι υπερβολικά μεγάλο, αλλά ένα αντικείμενο που ένας άνθρωπος μπορεί να κρατήσει και να περπατήσει μαζί του. Αυτό συνάδει απόλυτα με την πρακτική περιγραφή των αρχαίων πηγών για τις προβιές που χρησιμοποιούσαν οι Κόλχοι για να συλλέγουν χρυσό.
- Είναι «βαρύ» κι αυτό συνάδει με μια προβιά εμποτισμένη με χρυσή άμμο.
- Δεν είναι απλώς «χρυσό», αλλά εκπέμπει φως που αντανακλάται παντού, ακόμα και στη γη. Η εικόνα αυτή θυμίζει ακριβώς μια προβιά κατάφορτη με χρυσά σωματίδια που λάμπουν στον ήλιο.
Ο σχολιαστής των Αργοναυτικών παρατηρεί ότι «πολλοί το αποκάλεσαν χρυσό, και ο Απολλώνιος τους ακολούθησε· ο Σιμωνίδης όμως άλλοτε το αποκαλεί λευκό, άλλοτε πορφυρό», υπενθυμίζοντας ότι η «χρυσή» χροιά δεν ήταν αδιαμφισβήτητη στην αρχαία. παράδοση και ίσως παραπέμπει περισσότερο στη λαμπρότητα παρά στο κυριολεκτικό χρώμα.
he Golden Fleece -To Χρυσόμαλλο Δέρας
__________
ΠΗΓΕΣ
- Μαριάννα Κορομηλά, Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα, Πολιτιστική Εταιρεία "Πανόραμα"
Ο Ιάσονας αρπάζει το Χρυσόμαλλο Δέρας, θραύσμα σαρκοφάγου.
Μάρμαρο Luni, ρωμαϊκό έργο τέχνης, δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ.
National Roman Museum of the Altemps Palace, Roma
____________