
Κύρου Ανάβασις - Κάθοδος των Μυρίων
Ο Ξενοφών ήταν ανάμεσα στους Έλληνες μισθοφόρους που ακολούθησαν το 401 π.Χ. τον Κύρο στην εκστρατεία του από τη Μ. Ασία προς την πρωτεύουσα της περσικής αυτοκρατορίας Σούσα με στόχο την ανατροπή του Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη, αδελφού του Κύρου. Η εκστρατεία εκείνη έληξε άδοξα, όταν στη μάχη στα Κούναξα, το φθινόπωρο του 401 π.Χ., ο Κύρος σκοτώθηκε.
Στην «Κύρου Ανάβασιν» ο Ξενοφών περιγράφει ως αυτόπτης μάρτυρας την εκστρατεία αυτή. Ο τίτλος ωστόσο του έργου «ἀνάβασις» = «πορεία προς το εσωτερικό της χώρας», ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του πρώτου βιβλίου, γιατί στα υπόλοιπα έξι βιβλία περιγράφονται οι περιπέτειες της επιστροφής των μυρίων, δηλαδή των 10.000 Ελλήνων μισθοφόρων που είχαν ακολουθήσει τον Κύρο, μέχρι να φτάσουν στη Μαύρη θάλασσα, και η πορεία τους κατόπιν προς το Βυζάντιο, όπου τελικά έπειτα από διαπραγματεύσεις εντάχθηκαν στο στρατό των Σπαρτιατών.Κατά την πορεία της καθόδου, όταν οι στρατηγοί τους συνελήφθησαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων, ο Ξενοφών αναδείχθηκε σε έναν από τους στρατηγούς των Μυρίων. Στην διήγησή του ο Ξενοφών υπερτονίζει ίσως τις δικές του ικανότητες και την προσφορά του σε βάρος άλλων στρατηγών, ιδιαίτερα του Σπαρτιάτη Χειρίσοφου, αλλά οι περιγραφές του είναι γλαφυρές και περιέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τους ανθρώπους διαφόρων περιοχών και τον τρόπο ζωής τους.
Η άφιξη των Μυρίων στα παράλια του Εύξεινου Πόντου το 400 π.Χ. αποτελεί μία από τις πιο δραματικές και εμβληματικές στιγμές της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας, όπως τη διέσωσε ο Ξενοφώντας. Η πορεία τους στα ποντιακά παράλια και οι σταθμοί-κλειδιά που καθόρισαν τη σωτηρία τους περιλαμβάνουν:
Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο εξαντλητικής πεζοπορίας, μαχών και κακουχιών στα παγωμένα βουνά της Αρμενίας, οι Μύριοι ανέβηκαν στο όρος Θήχης. Από την κορυφή του αντίκρισαν για πρώτη φορά τον Εύξεινο Πόντο. Η αυθόρμητη κραυγή των στρατιωτών «Θάλαττα! Θάλαττα!» έμεινε στην ιστορία, καθώς η θέα της θάλασσας σήμαινε γι' αυτούς ότι είχαν πλέον επιστρέψει στον ελληνικό κόσμο και την ασφάλεια.
[...] οι Έλληνες έφτασαν στον Άρπασο ποταμό, που είχε πλάτος τέσσερα πλέθρα. Ύστερα βαδίζοντας ανάμεσα στη χώρα των Σκυθηνών τέσσερις σταθμούς, προχώρησαν είκοσι παρασάγγες μέσα σε κάμπο και πήγαν σε κάτι χωριά, όπου έμειναν τρεις μέρες και προμηθεύτηκαν τρόφιμα.
Από κει πέρασαν τέσσερις σταθμούς, προχώρησαν είκοσι παρασάγγες και πήγαν σε μια πόλη πολυάνθρωπη, πλούσια και μεγάλη, που την έλεγαν Γυμνιάδα. Απ᾽ αυτήν ο άρχοντας του τόπου στέλνει στους Έλληνες οδηγό, για να τους περάσει ανάμεσα από εχθρική του χώρα. Αυτός ήρθε και τους λέει πως μέσα σε πέντε μέρες θα τους πάει σ᾽ ένα μέρος, απ᾽ όπου θα δουν θάλασσα. Αν δεν γίνει έτσι, είπε πως δέχεται να θανατωθεί. Και οδηγώντας τους, επειδή μπήκε σε εχθρική του χώρα, τους πρότρεπε να βάζουν φωτιά και να την καταστρέφουν. Απ᾽ αυτό έγινε φανερό πως γι᾽ αυτόν το λόγο ήρθε κι όχι από αγάπη στους Έλληνες.
Την πέμπτη μέρα φτάνουν στο βουνό, που ονομαζόταν Θήχης. Όταν ανέβηκαν οι πρώτοι επάνω και είδαν τη θάλασσα, έβγαλαν κάτι δυνατές φωνές. Τις άκουσε ο Ξενοφώντας κι οι στρατιώτες της οπισθοφυλακής και νόμισαν πως είναι άλλοι εχθροί μπροστά και τους κάνουν επίθεση. Γιατί ακολουθούσαν από πίσω άντρες από τη χώρα που έκαψαν, κι οι στρατιώτες της οπισθοφυλακής εσκότωσαν μερικούς κι έπιασαν άλλους ζωντανούς, σε ενέδρα που έστησαν. Κυρίεψαν ακόμη ως είκοσι ασπίδες από πυκνότριχα ακατέργαστα δέρματα βοδιών.
Η βοή όμως, όσο πήγαινε, μεγάλωνε και ακουγόταν πιο κοντά, κι εκείνοι που έρχονταν κάθε τόσο έτρεχαν γρήγορα προς το μέρος απ᾽ όπου συνέχιζαν να βγαίνουν οι φωνές, κι όσο περισσότεροι στρατιώτες μαζεύονταν, τόσο η βοή ακουγόταν δυνατότερα. Νόμισε λοιπόν ο Ξενοφώντας ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Γι᾽ αυτό ανέβηκε στο άλογό του, πήρε μαζί το Λύκιο και τους ιππείς κι έτρεχε για να δώσει βοήθεια. Σε λίγο ακούνε τους στρατιώτες να φωνάζουν «Θάλασσα! Θάλασσα!», κι αυτήν τη λέξη να πηγαίνει από στόμα σε στόμα. Τότε έτρεχαν όλοι, μαζί κι οι οπισθοφύλακες, ενώ έσερναν γρήγορα μαζί τους τα υποζύγια, καθώς και τα άλογα. Όταν έφτασαν όλοι στην κορυφή, τότε πια οι στρατιώτες με δάκρυα στα μάτια αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και τους στρατηγούς και τους λοχαγούς. Και ξαφνικά, με την προτροπή κάποιου, οι στρατιώτες κουβαλάνε πέτρες και κάνουν ένα μεγάλο σωρό. Πάνω σ᾽ αυτόν έβαλαν πολλά ακατέργαστα δέρματα βοδιών, ραβδιά και τις ασπίδες που είχαν κυριέψει, ενώ ο οδηγός κι εκείνος κομμάτιαζε τις ασπίδες και τους άλλους παρακινούσε να κάνουν το ίδιο. Ύστερα οι Έλληνες στέλνουν πίσω στην πατρίδα του τον οδηγό. Πρώτα όμως του χάρισαν όλοι μαζί δώρα, δηλαδή ένα άλογο, μια ασημένια κούπα, μια περσική στολή και δέκα δαρεικούς. Αλλά προπάντων τους ζητούσε δαχτυλίδια, και οι στρατιώτες τού έδωσαν πάρα πολλά. Τέλος τους έδειξε ένα χωριό για να στρατοπεδέψουν και το δρόμο που θα τους έβγαζε στους Μάκρωνες κι έφυγε μόλις σκοτείνιασε.
Από κει βαδίζοντας δυο σταθμούς προχώρησαν εφτά παρασάγγες κι έφτασαν στη θάλασσα, στην Τραπεζούντα, μια ελληνική πόλη με μεγάλο πληθυσμό, που βρισκόταν στον Εύξεινο Πόντο στη χώρα των Κόλχων κι ήταν αποικία των κατοίκων της Σινώπης. Εδώ έμειναν τριάντα, πάνω κάτω, μέρες, στα χωριά των Κόλχων. Και ξεκινώντας από εκεί λεηλατούσαν την Κολχίδα. Οι Τραπεζούντιοι όμως πήγαιναν στο στρατόπεδο τρόφιμα, για ν᾽ αγοράσουν οι Έλληνες, και τους καλοδέχτηκαν και τους έδωσαν για δώρα βόδια και αλεύρι κριθαρένιο και κρασί. Παράλληλα έκαναν συνεννοήσεις και για τους Κόλχους, που ήταν γείτονές τους, και μάλιστα για όσους κατοικούσαν στον κάμπο, κι έφεραν κι από κείνους βόδια για δώρα. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά άρχισαν να ετοιμάζουν τη θυσία που είχαν τάξει. Τους έφεραν τότε βόδια αρκετά, για να θυσιάσουν, όπως υποσχέθηκαν, στο Δία το σωτήρα και στον Ηρακλή και στους άλλους θεούς, και να τους ευχαριστήσουν που τους οδήγησαν ως εδώ με σιγουριά. Έκαμαν ακόμα και γυμνικούς αγώνες απάνω στο βουνό που είχαν στρατοπεδέψει. Διάλεξαν μάλιστα το Σπαρτιάτη Δρακόντιο, για να προετοιμάσει το μέρος και να επιβλέψει στον αγώνα. Αυτός όταν ήταν παιδί έφυγε από την πατρίδα του, γιατί, χωρίς να το θέλει, χτύπησε με μαχαίρι ένα άλλο παιδί και το σκότωσε.
Μόλις τελείωσε η θυσία, παράδωσαν τα δέρματα των ζώων στο Δρακόντιο και τον πρόσταξαν να τους οδηγήσει στον τόπο που είχε προετοιμάσει για τους αγώνες. Κι εκείνος τους έδειξε το μέρος που έτυχε να στέκονται, και τους είπε: «Αυτός ο λόφος είναι πάρα πολύ κατάλληλος, για να τρέχει κανείς σ᾽ όποια μεριά θέλει». Πώς όμως, του είπαν, θα μπορέσουν να παλέψουν σε τόσο ανώμαλο και δασωμένο τόπο;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Έτσι θα πονάει λίγο περισσότερο εκείνος που θα πέφτει».
Στον αγώνα έπαιρναν μέρος: για τον απλό δρόμο τα πιο πολλά παιδιά των αιχμαλώτων, για το μακρινό περισσότεροι από εξήντα Κρητικοί, για το πάλεμα και την πυγμαχία και το παγκράτιο άλλοι. Κι ήταν το θέαμα ωραίο. Γιατί πολλοί πήραν μέρος στους αγώνες κι άναψαν μεγάλες φιλονικίες ανάμεσα στους στρατιώτες που παρακολουθούσαν ως θεατές. Στο τρέξιμο παράβγαιναν και άλογα που έπρεπε οι ιππείς να τα οδηγήσουν στην κατηφοριά προς τη θάλασσα, κι ύστερα να τα γυρίσουν πίσω και να τα φέρουν στον βωμό. Όταν κατέβαιναν τα περισσότερα άλογα κατρακυλούσαν, ενώ στη μεγάλη ανηφοριά με κόπο προχωρούσαν βήμα βήμα. Τότε ακούγονταν οι άλλοι να φωνάζουν δυνατά και γελώντας να δίνουν θάρρος σε κείνους που αγωνίζονταν.
- Η Τραπεζούντα ως ελληνική πόλη στην Κολχίδα
- Οι σχέσεις με τους Κόλχους — μια λεπτή ισορροπία
- Η θυσία — θρησκευτική και πολιτική πράξη
- Οι γυμνικοί αγώνες — η πόλη εν κινήσει
- Η ιπποδρομία στην κατηφοριά — μια σκηνή κωμικής ανακούφισης
- Ο Μίθριος λόφος
Συνεχίζοντας την πορεία τους προς τα δυτικά, οι Μύριοι φτάνουν στην Κερασούντα, ελληνική πόλη, αποικία κι αυτή της Σινώπης, χτισμένη σε έδαφος της χώρας των Κόλχων. Εκεί πραγματοποιήθηκε καταγραφή του στρατεύματος: από τους περίπου 13.000 άνδρες που είχαν ξεκινήσει την εκστρατεία, είχαν απομείνει ζωντανοί 8.600 μάχιμοι, καθώς οι υπόλοιποι χάθηκαν από τις μάχες, το κρύο και τις ασθένειες.
Η Κερασούντα δεν ήταν εντελώς ανεξάρτητη πόλη-κράτος. Ήταν φόρου υποτελής στη Σινώπη, όπως η Τραπεζούντα και τα Κοτύωρα. Όπως αναφέρεται ρητά στο χωρίο 5.5.7 για τις αποικίες αυτές, οι πόλεις «ἦσαν ἐκείνων καὶ φόρον ἐκείνοις ἔφερον» (ανήκαν σε εκείνους και τους πλήρωναν φόρο).

Τα Κοτύωρα υπήρξαν ο επόμενος μεγάλος σταθμός τους, όπου φιλοξενήθηκαν για 45 ημέρες. Η παραμονή τους εκεί δεν ήταν εύκολη, καθώς υπήρξαν εντάσεις με τους ντόπιους για τον ανεφοδιασμό του στρατεύματος. Στα Κοτύωρα ο Ξενοφώντας σκέφτηκε σοβαρά το ενδεχόμενο να ιδρύσει μια νέα μόνιμη ελληνική αποικία με τους άνδρες του, σχέδιο όμως που τελικά εγκαταλείφθηκε λόγω των αντιδράσεων της Σινώπης.
Το απόσπασμα είναι ένα από τα πιο ζωντανά κεφάλαια της Ανάβασης . Ο Ξενοφών δεν γράφει απλώς στρατιωτική ιστορία, καταγράφει τη ζωή ενός στρατεύματος που, μακριά από την πατρίδα, ανακαλύπτει ότι η ποικιλία των καταγωγών του είναι δύναμη και όχι αδυναμία. Το τραπέζι με τους Παφλαγόνες εχθρούς, οι χοροί από διαφορετικά έθνη, τα γέλια στο τέλος, όλα μαζί συνθέτουν μια εικόνα ζωντανής ελληνικότητας, που δεν ορίζεται από τόπο αλλά από κοινές αξίες, τελετουργίες και χιούμορ.
Χορευτική ανάπαυλα
[...] κατά την παραμονή τους στα Κοτύωρα άλλοι ζούσαν αγοράζοντας τα τρόφιμα από την αγορά κι άλλοι λεηλατώντας την Παφλαγονία. Λεηλατούσαν όμως κι οι Παφλαγόνες με πολλή επιτηδειότητα όσους ήταν σκορπισμένοι και προσπαθούσαν να κακοποιούν όσους κατεσκήνωναν τη νύχτα μακριά. Απ᾽ αυτές τις πράξεις οι Έλληνες κι οι Παφλαγόνες ήταν μεταξύ τους σε σχέσεις εχθρικότατες.Ο Κορύλας λοιπόν, που τότε συνέβαινε να είναι αρχηγός των Παφλαγόνων, στέλνει στους Έλληνες απεσταλμένους με άλογα και ωραίες στολές να τους ειπούν πως ήταν πρόθυμος μήτε να αδικεί τους Έλληνες, αλλά και μήτε να αδικείται. Οι στρατηγοί όμως αποκρίθηκαν ότι γι᾽ αυτό το ζήτημα θα αποφασίσουν μαζί με το στρατό, δέχθηκαν όμως να τους φιλοξενήσουν. Στη φιλοξενία προσκάλεσαν κι από τους Έλληνες όσους εθεωρούσαν κατ᾽ εξοχήν αξίους μιας τέτοιας τιμής.
Αφού λοιπόν θυσίασαν βόδια, που είχαν πάρει από τους εχθρούς και άλλα ζώα κατάλληλα για θυσία, οργάνωσαν ένα μεγάλο συμπόσιο κι εδειπνούσαν ξαπλωμένοι σε στοιβάδες φύλλων από δένδρα κι έπιναν κρασί από κεράτινα ποτήρια, που τα εύρισκαν εκεί σ᾽ αυτή τη χώρα.
Όταν έκαμαν σπονδές κι ετραγούδησαν τον παιάνα,πρώτα σηκώθηκαν Θράκες και, συνοδεία αυλού, χόρεψαν οπλισμένοι και πηδούσαν ψηλά και ελαφρά, κρατώντας και τα μαχαίρια τους. Τέλος κτυπά ο ένας τον άλλον ώστε να φανεί σ᾽ όλους πως τον πλήγωσε· κι ο πληγωμένος έπεσε κάτω με αρκετή τέχνη. Και οι Παφλαγόνες φώναξαν δυνατά. Τότε ο νικητής εσκύλευσε τα όπλα του νικημένου και βγήκε από τον τόπο που χόρευαν, τραγουδώντας το τραγούδι του Σιτάλκη, ενώ άλλοι Θράκες μετέφεραν έξω τον νικημένο, που τάχα ήταν νεκρός, πράγματι όμως τίποτε δεν είχε πάθει.
Ακολούθως σηκώθηκαν Αινιάνες και Μάγνητες,που χόρεψαν ένοπλοι το χορό που λέγεται καρπαία. Ο τρόπος που χόρευαν ήταν τούτος: ένας βάζει κάτω στη γη τα όπλα κι αρχίζει δήθεν να σπέρνει και να οδηγεί τα βόδια, συχνά όμως στρέφει προς τα πίσω το κεφάλι του, σα φοβισμένος, και να που άλλος παρουσιάζεται και κάνει το ληστή. Μόλις ο πρώτος τον ιδεί από μακριά, αρπάζει τα όπλα του από κάτω, τον συναντά και μάχεται μαζί του εμπρός στο ζευγάρι τα βόδια. Κι αυτά όλα τα έκαναν με ρυθμό σύμφωνα με τη μουσική του αυλού. Στο τέλος ο ληστής δένει το ζευγολάτη και φεύγει, παίρνοντας μαζί του και το ζευγάρι τα βόδια. Καμιά φορά όμως δένει ο ζευγολάτης το ληστή κι έπειτα ζεύει το ληστή κοντά στα βόδια και με τα χέρια του δεμένα πίσω οδηγεί κι εκείνον και τα βόδια.
Έπειτα άρχισε να χορεύει ένας Μυσός, κρατώντας σε κάθε του χέρι από μια μικρή από κλωνάρια ιτιάς ασπίδα, κι άλλοτε, χορεύοντας, έκανε πως μαχόταν με δυο αντιπάλους κι άλλοτε χρησιμοποιούσε τις μικρές ασπίδες για ν᾽ αποκρούσει τον ένα, άλλοτε πάλι, κρατώντας τις ασπίδες στροβιλιζόταν κι έκανε τούμπες προς τα πίσω κι έτσι φαινόταν ένα ωραίο θέαμα. Στο τέλος χόρεψε τον περσικό χορό, κτυπώντας τις ασπίδες και καθόταν οκλαδόν και ξανασηκωνόταν. Κι όλ᾽ αυτά τα έκανε ρυθμικά, σύμφωνα με το σκοπό που του έδινεν ο αυλός.
Κατόπιν αυτών βλέποντας ο Μυσός εκείνους να τα έχουν χαμένα, έπεισε κάποιον Αρκάδα που είχε μια χορεύτρια και την έφερε μέσα στον τόπο του χορού, αφού την ετοίμασε και την στόλισε, όσο γινόταν πιο όμορφα, και της έδωσε να κρατεί μιαν ελαφρά ασπίδα. Εκείνη χόρεψε ανάλαφρα την πυρρίχη. Τότε χαλασμός έγινε από τα χειροκροτήματα κι οι Παφλαγόνες ρώτησαν αν μαζί τους πολεμούσαν και γυναίκες. Κι εκείνοι τους είπαν πως αυτές ήταν που έτρεψαν εις φυγήν το βασιλιά απ᾽ το στρατόπεδό του! Έτσι τελείωσε η νύχτα εκείνη.
- Παιάνα: Στο τέλος του συμποσίου προσέφεραν σπονδή στον αγαθό δαίμονα και τραγουδούσαν τον παιάνα.
- Το τραγούδι του Σιτάλκη: Νικητήριο άσμα που είχε πάρει το όνομά του από τον βασιλιά των Οδρυσών της Θράκης Σιτάλκη, γνωστό, μεταξύ άλλων, για την εκστρατεία του εναντίον του βασιλιά της Μακεδονίας Περδίκκα (429 π.Χ.).
- Οι Αινιάνες ήταν λαός της Θεσσαλίας που ζούσε στην κοιλάδα του Σπερχειού ποταμού. Οι Μαγνήτες κατοικούσαν στην ορεινή περιοχή της Όσσας και του Πηλίου.
- Μυσός: Η Μυσία ήταν περιοχή της βορειοδυτικής Μ. Ασίας, ανατολικά της χώρας των Τρώων.
- Τον περσικό χορό: Ο χορός αυτός ονομαζόταν και ὄκλασμα.
- H πυρρίχη ήταν πολεμικός χορός που χορευόταν από οπλισμένους με περικεφαλαία, ασπίδα και δόρυ άνδρες, οι οποίοι με τις κινήσεις τους μιμούνταν τυπικές στρατιωτικές κινήσεις κατά την επίθεση και την άμυνα.
- Το πολιτικό πλαίσιο — η διπλωματία εν μέσω πολέμου
- Το συμπόσιο — η ελληνική παράδοση στην εξορία
- Οι χοροί — ένα μοναδικό εθνογραφικό ντοκουμέντο
Θρακική Πυρρίχη: Οι Θράκες χορεύουν έναν μαχητικό χορό, που κορυφώνεται σε προσομοίωση μονομαχίας: ο ένας «σκοτώνει» τον άλλον, τον «σκυλεύει» και φεύγει τραγουδώντας. Η θεατρικότητα είναι εντυπωσιακή: ο «νεκρός» σηκώνεται αβλαβής. Αυτός ο θρακικός πολεμικός χορός, ενσωματώνει τη βία μέσα στην τελετουργία.
Καρπαία: Οι Αινιάνες και Μάγνητες χορεύουν την καρπαία, έναν χορό που αφηγείται μια ολόκληρη αγροτική ιστορία: γεωργός σπέρνει, ληστής επιτίθεται, μάχη, δέσιμο και ο χορός μπορεί να τελειώσει και με τους δύο τρόπους. Εδώ ο Ξενοφών μας δίνει κάτι σπάνιο: έναν χορό που αφηγείται την κοινωνική πραγματικότητα, τον αιώνιο φόβο του αγρότη από τη ληστεία.
Μυσική Πυρρίχη (Σόλο): Ένας Μυσός χορεύει μόνος, με δύο μικρές ασπίδες από ιτιά, εναλλάσσοντας μάχη, στροβιλισμούς και τούμπες, χορό ακροβατικό και θεαματικό.
Μαντινικός και Αρκαδικός Χορός: Οι Αρκάδες και Μαντινείς αντιπροτείνουν κάτι εντελώς διαφορετικό: όχι ατομική επίδειξη αλλά συλλογική τάξη: ο ενόπλιος ρυθμός του αυλού, η πομπή, ο παιάνας. Είναι η πολεμική αισθητική της πόλης-κράτους στην πιο καθαρή της έκφραση: ο χορός ως στρατιωτική άσκηση και θρησκευτική τελετή ταυτόχρονα. Και οι Παφλαγόνες κατάπληκτοι, βλέπουν ένα στράτευμα που δεν είναι απλώς πολεμική μηχανή αλλά φορέας πολλαπλών πολιτισμών: θρακικού, αρκαδικού, μυστηριακού, μαγνητικού. Η ποικιλία αυτή δεν αποδυναμώνει το στράτευμα, αντίθετα το κάνει απρόβλεπτο και εντυπωσιακό. Οι χοροί είναι επίδειξη ισχύος με άλλα μέσα.
Η επιλογή του Καλλίμαχου είναι εξαιρετικά σκόπιμη ποιητικά . Ο ήχος του χορού των Αμαζόνων στην Έφεσο «έτρεξε» ανατολικά ως τις Σάρδεις, πρωτεύουσα της Λυδίας, και ακόμα πιο ανατολικά ως τον Βερεκύνθιο νομό, καρδιά της Φρυγίας και χώρα της Κυβέλης. Αυτό δημιουργεί μια θρησκευτική γεωγραφία ήχου: ο χορός της Αρτέμιδος αντέχει στη χώρα της Κυβέλης, δύο Μεγάλες Θεές της Ανατολής που η λατρεία τους αλληλοεπικαλύπτεται. Ο Καλλίμαχος υπαινίσσεται ότι η λατρεία της Αρτέμιδος στην Έφεσο είναι τόσο αρχέγονη και ισχυρή που ξεπερνά τα όρια του ελληνικού κόσμου και αγγίζει τον βαθύτερο ανατολικό κόσμο των Φρυγών.
Από τα Κοτύωρα, οι Μύριοι επιβιβάστηκαν σε πλοία και έπλευσαν για μια μέρα και μια νύχτα προς τη Σινώπη (τη μητρόπολη των περισσότερων ποντιακών πόλεων), έχοντας στα αριστερά τους την Παφλαγονία και έριξαν άγκυρα στο λιμάνι της Αρμήνης, όπου έμειναν πέντε ημέρες. Οι Σινώπειοι, αν και κάτοικοι της Παφλαγονίας, είναι στην πραγματικότητα άποικοι των Μιλησίων. Έστειλαν δώρα φιλοξενίας στους Έλληνες, τρεις χιλιάδες μέτρα κριθάρι με χίλια πεντακόσια πιθάρια κρασί.
Η αρχαία «Αρμήνη» (Harmene) ήταν ένα δευτερεύον, προστατευμένο φυσικό λιμάνι περίπου 7 χιλιόμετρα δυτικά της κυρίως πόλης. Σήμερα η τοποθεσία αυτή ονομάζεται Άκλιμαν (Akliman) και λειτουργεί ως δημοφιλές παραθαλάσσιο πάρκο και όρμος αναψυχής (Akliman Günübirlik Kullanım Alanı) στην επαρχία της Σινώπης. Αποτελεί τμήμα του Hamsilos Tabiat Parkı, του βορειότερου σημείου της Τουρκίας, προστατευόμενου για την πλούσια βιοποικιλότητα και το εκπληκτικό φυσικό του τοπίο.
Στον βυθό της Σινώπης έχουν εντοπιστεί αρχαιολογικά κατάλοιπα από δύο σημαντικά ναυάγια, τα οποία χρονολογούνται στη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο. Οι ανακαλύψεις αυτές έγιναν κατά τη διάρκεια υποβρύχιων ερευνών του λέκτορα Rasim Yaşar Tarakçı τις δεκαετίες του 1980 και 1990. Λόγω των ρευμάτων και της κίνησης της άμμου στη Μαύρη Θάλασσα, πολλά ευρήματα μπορεί να καλύπτονται ή να αποκαλύπτονται απότομα, γεγονός που υποδηλώνει ότι πιθανώς υπάρχουν εκατοντάδες ακόμη ναυάγια στην περιοχή που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη. Συγκεκριμένα, τα ναυάγια που έχουν καταγραφεί είναι:
Βρίσκεται σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από την ακτή, σε βάθος 8 μέτρων, σε έναν κόλπο προστατευμένο από τους βόρειους ανέμους. Το φορτίο του αποτελείται από πήλινα κεραμίδια στέγης, πολλά από τα οποία παραμένουν άθικτα στην αρχική τους θέση φόρτωσης. Στον βυθό βρέθηκαν επίσης ολόκληροι αμφορείς, θραύσματα κεραμικών της βυζαντινής περιόδου και ένα κομμάτι εφυαλωμένου πράσινου πιάτου. Τμήματα του ξύλινου σκελετού του πλοίου (το κάτω μέρος) έχουν διατηρηθεί καλά λόγω της επικάλυψης από άμμο και λάσπη.
- Ένα κάλυμμα σαρκοφάγου σπασμένο σε τρία κομμάτια (πιθανώς από πρόσκρουση σε βράχια κατά τη βύθιση) σε βάθος 8 μέτρων.
- Δύο ορθογώνια καλύμματα σαρκοφάγων τοποθετημένα «πλάτη με πλάτη» σε βάθος 14 μέτρων.
- Ένα ορθογώνιο κιβώτιο σαρκοφάγου χωρίς κάλυμμα, καλυμμένο εν μέρει από άμμο και θαλάσσιους οργανισμούς.
- Τριγωνικά κομμάτια που πιθανώς αποτελούν τμήματα καλύμματος σαρκοφάγου.
- Γύρω από τις σαρκοφάγους υπάρχουν διάσπαρτα θραύσματα αμφορέων και λαβές πήλινων δοχείων.
- Τάφοι Ναυτικών: Στην παράκτια ζώνη του Akliman έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα παλαιών τάφων, οι οποίοι αποδίδονται σε αρχαίους ναυτικούς που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους.
- Αρχαϊκή και Κλασική παρουσία: Σύμφωνα με τα πορίσματα της Περιφερειακής Αρχαιολογικής Έρευνας της Σινώπης (Sinop Regional Archaeological Survey), η Αρμήνη αποτελεί την πιο πιθανή θέση στην ευρύτερη χερσόνησο όπου υπήρχε οργανωμένη ελληνική δραστηριότητα ήδη από την Αρχαϊκή και Πρώιμη Κλασική περίοδο, πριν ακόμη η Ρωμαϊκή διοίκηση αναπτύξει το ευρύτερο οδικό και αγροτικό δίκτυο της περιοχής.
Ο στρατός των Μυρίων φτάνει με πλοία στην Ηράκλεια Ποντική, μια ευημερούσα ελληνική αποικία στη χώρα των Μαριανδυνών, την σημερινή πόλη Karadeniz Ereğli της Τουρκίας, όνομα που αποτελεί πιστή μεταγραφή του αρχαιοελληνικού «Karadeniz» δηλ. «Μαύρη Θάλασσα», «Ereğli» < Ερεγλή < Ερεγλί <Ηρακλής.
Η Ηράκλεια δυτικά έφτανε έως τον ποταμό Σαγγάριο, κοντά στη χερσόνησο της Αχερουσίας και κοντά στους ποταμούς Παρθένιο, Ύπιο και στον πλωτό Λύκο, ο οποίος είχε πλάτος 60 μ. περίπου. Η ίδρυσή της πόλης τοποθετείται, βάσει των αρχαιολογικών ανασκαφών, στον 6ο αιώνα π.Χ. (περίπου 560-558π.Χ.), από Μεγαρείς αποίκους, σύμφωνα με τον ιστορικό Ξενοφώντα, ή από Μιλήσιους, κατά τον Στράβωνα, οι οποίοι υπέταξαν τους αυτόχθονες αλλά, κατόπιν συμφωνίας, δεν τους πούλησαν ως σκλάβους έξω από την πόλη.
Η πόλη διέθετε φυσικό λιμάνι, που υποδηλώνεται και από την επωνυμία της Σωοναύτης, αυτή που σώζει τους ναυτικούς. Η ονοματοδοσία της πόλης έγινε προς τιμήν του πανελλήνιου ήρωα Ηρακλή, ο οποίος εμφανίζεται στον Εύξεινο άλλοτε ως μυθικός ιδρυτής και προστάτης της πόλης, και άλλοτε ως πρόγονος των τοπικών φύλων, και ειδικά των Μαριανδυνών, συνδέοντας ιδεολογικά όλη την περιοχή του Εύξεινου με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.
Η παρουσία των Μυρίων στην Ηράκλεια στάθηκε καταλυτική, πυροδοτώντας εσωτερικές έριδες, πειρατικές επιδρομές και τη διάσπαση του στρατεύματος σε μικρότερες φατρίες. Οι Ηρακλειώτες υποδέχτηκαν τους Έλληνες στέλνοντας δώρα ξενίας: 3.000 μεδίμνους κριθάρι, 2.000 μεδίμνους κρασί και μεγάλες ποσότητες ψωμιού, τυριού και κρεάτων. Ωστόσο φοβήθηκαν το μέγεθος και την απειλή του στρατεύματος. Ο Ξενοφών τους καθησύχασε, τονίζοντας ότι οι Έλληνες πήραν όσα πήραν φιλικά και δεν θα λεηλατήσουν την περιοχή.
Οι Αρκάδες και οι Αχαιοί μισθοφόροι, δηλ. το μεγαλύτερο μέρος του στρατού, ζητούν από την Ηράκλεια να τους δώσει 3.000 κυζικηνούς (χρυσά νομίσματα,) ως εφόδιο για τη συνέχεια της πορείας. Πρόκειται ουσιαστικά για εκβιασμό: έξω από τα τείχη μιας ειρηνικής ελληνικής πόλης, ζητούν λύτρα. από την πόλη της Ηράκλειας για να συνεχίσουν το ταξίδι.
Η Ηράκλεια αρνείται να πληρώσει. Τότε εκδηλώνεται μια βαθύτερη κρίση εντός του στρατού: διαφωνίες ανάμεσα στους στρατηγούς, με κύριο ρήγμα τον Ξενοφώντα από τη μια και τους Αρκάδες-Αχαιούς από την άλλη, που οδηγούν στη διάσπαση του στρατού σε τρία τμήματα:
1. Οι Αρκάδες και οι Αχαιοί (περίπου 4.500 άνδρες)
2. Οι Θρακιώτες (περίπου 1.700 άνδρες), υπό τον Χειρίσοφο.
3. Οι υπόλοιποι (περίπου 700 άνδρες), υπό τον Ξενοφώντα.
Οι Αρκάδες και Αχαιοί, αυτόνομα πλέον, επιβιβάζονται σε πλοία που έδωσαν οι Ηρακλειώτες και φεύγουν πρώτοι. Επιχειρούν επιδρομή στη χώρα των Βιθυνών για λεηλασία και παθαίνουν μεγάλη καταστροφή. Βρίσκονται σε κίνδυνο εξόντωσης και μόνο η επέμβαση του Ξενοφώντα τους σώζει.
Ο Ξενοφώντας, με λεπτότητα, δεν παρουσιάζει την Ηράκλεια ως εχθρό, αλλά ως μια πλούσια, οργανωμένη, αυτάρκη ελληνική πόλη που προστατεύει τον εαυτό της από έναν στρατό που, αν και ελληνικός, έχει αρχίσει να συμπεριφέρεται ως κατακτητική δύναμη.
Μ’ αυτόν τον τρόπο η Ηράκλεια παρουσιάζεται:
- Οικονομικά εύρωστη: είναι γνωστή για το λιμάνι της, το εμπόριο και την παραγωγή τροφίμων· ο ίδιος ο Ξενοφώντας αναφέρει αλεύρι, κρεατικά και κρασί που στέλνει η πόλη.
- Πολιτικά έξυπνη: αρνείται τις απαιτήσεις χωρίς να προκαλέσει σύγκρουση, αντί αυτού ενθαρρύνει ανεπαίσθητα τη διάσπαση του στρατού.
- Διπλωματικά ψύχραιμη: αντί για αντιπαράθεση, η πόλη χρησιμοποιεί τα εσωτερικά ρήγματα του ελληνικού στρατού προς όφελός της.
Μέσα από το επεισόδιο αναδεικνύεται μια αντίθεση: ο φερόμενος ως «πολιτισμένος» ελληνικός στρατός εκβιάζει και λεηλατεί, ενώ η ελληνική πόλη επιδεικνύει σύνεση και αξιοπρέπεια. Ο Ξενοφώντας, χωρίς να το λέει ρητά, αφήνει τον αναγνώστη να κρίνει: η Ηράκλεια φέρεται ως «Ελλάδα»· οι Μύριοι, εκείνη τη στιγμή, όχι.
Το χωρίο λειτουργεί ως ηθικός καθρέφτης για τον στρατό των Μυρίων. Η Ηράκλεια είναι η ελληνική πόλη-σταθμός που τους θυμίζει τι έχουν χάσει — την πολιτική τάξη, την ενότητα, τον σεβασμό στις ομοεθνείς πόλεις — και ταυτόχρονα αναδεικνύει πόσο επικίνδυνα έχει εκτροχιαστεί ο στρατός χωρίς σταθερή αρχηγία και κοινό σκοπό.
Οι Μύριοι στο Λιμάνι της Κάλπης
Εκείνη την ήμερα λοιπόν στρατοπέδεψαν στο γιαλό, κοντά στο λιμάνι. Ο τόπος αυτός που ονομάζεται λιμάνι της Κάλπης, βρίσκεται στη Θράκη της Ασίας· η Θράκη τούτη πάλι αρχίζει από την είσοδο του Πόντου κι απλώνεται ως την Ηράκλεια, που είναι δεξιά μας, καθώς ταξιδεύουμε προς τον Πόντο. Η απόσταση από το Βυζάντιο ως την Ηράκλεια, όταν το καράβι αρμενίζει με κουπιά, είναι ταξίδι μιας μεγάλης μέρας του χρόνου. Ανάμεσα σ᾽ αυτές τις δυο δεν υπάρχει καμιά άλλη πολιτεία ούτε φιλική ούτε ελληνική, παρά κατοικούν Θράκες Βιθυνοί. Και όποιους πιάσουν από τους Έλληνες να έχουν ναυαγήσει ή να ξεμπαρκάρουν εκεί με κάποιον άλλο τρόπο, λένε πως τους φέρνονται με μεγάλη σκληρότητα. Όσο για το λιμάνι της Κάλπης, αυτό βρίσκεται στη μέση του δρόμου από την Ηράκλεια ως το Βυζάντιο, όταν ταξιδεύει κανείς με πλοίο από τη μια πολιτεία στην άλλη. Υπάρχει ακόμα εκεί ένα ακρωτήρι, που όσο μέρος του προχωρεί μέσα στη θάλασσα είναι ένας απόκρημνος βράχος κι έχει ύψος, στο χαμηλότερο σημείο, ως είκοσι οργιές, ενώ η ράχη του που απλώνεται στη στεριά, έχει πλάτος απάνω κάτω τέσσερα πλέθρα. Κι ο χώρος της ράχης αυτής είναι αρκετός να χωρέσει δέκα χιλιάδες κατοίκους. Κάτω απ᾽ αυτόν το βράχο και στη δυτική του μεριά, υπάρχει ένα λιμάνι με αμμουδερή ακροθαλασσιά. Και μια βρύση με γλυκό και άφθονο νερό τρέχει δίπλα στη θάλασσα, στην περιοχή όπου δεσπόζει το ακρωτήρι. Υπάρχουν ακόμα κοντά στη θάλασσα και άλλων λογιών δέντρα, προπάντων όμως μερικά που είναι κατάλληλα για να φτιάχνουν με τα ξύλα τους καράβια. Όσο για το βουνό, αυτό προχωρεί στο εσωτερικό της χώρας ως είκοσι στάδια, κι είναι από χώμα και δίχως πέτρες. Υπάρχει και μια παραθαλάσσια έκταση μεγαλύτερη από είκοσι στάδια, που είναι γεμάτη από δέντρα κάθε λογής, πολλά και ψηλόκορμα. Η υπόλοιπη χώρα είναι μεγάλη και εύφορη, και βρίσκονται σ᾽ αυτή χωριά πολλά και με αρκετούς κατοίκους. Γιατί η γη παράγει και κριθάρια και σιτάρια και όλα τα όσπρια και μελίνες και σουσάμια και σύκα αρκετά και σταφύλια πολλά, που κάνουν γλυκόπιοτο κρασί, κι απ᾽ όλα τ᾽ άλλα, εκτός από ελιές. Τέτοια ήταν η χώρα. Οι Έλληνες τότε κατασκήνωσαν στην ακρογιαλιά, γιατί δεν ήθελαν να στρατοπεδέψουν στο μέρος όπου θα μπορούσε να χτιστεί πολιτεία. Τους φαινόταν πως και μονάχα το να πάνε σ᾽ αυτήν τη θέση θα έδειχνε κάποια υστεροβουλία, αφού μερικοί ήθελαν να χτίσουν εκεί πόλη.
Μετά την παραμονή τους στην Ηράκλεια την Ποντική, το στράτευμα των Μυρίων, διασπασμένο προσωρινά σε τρία κομμάτια, κατευθύνεται προς το Λιμάνι της Κάλπης, στον Εύξεινο Πόντο, στη «Θράκη της Ασίας» (τη μεταγενέστερη Βιθυνία). Πρόκειται για ένα φυσικά προστατευμένο λιμάνι, που ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα από Μιλήσιους ή Μεγαρείς αποίκους ως ορμητήριο και λιμάνι για τη χρήση και την προστασία των θαλάσσιων εμπορικών οδών της Μαύρης Θάλασσας. Μετά το Βασίλειο της Βιθυνίας, η Κάλπη έγινε λιμάνι προσέγγισης για πλοία κατά τη Ρωμαϊκή, Βυζαντινή και Γενουατική περίοδο. Κατά την Οθωμανική εποχή, προμήθευε την Κωνσταντινούπολη με ξύλα και κάρβουνα.
Ο Ξενοφών το περιγράφει με εξαιρετική λεπτομέρεια, παρουσιάζοντάς το σχεδόν ως την «ιδανική τοποθεσία» για την ίδρυση μιας νέας ελληνικής αποικίας.
Γεωγραφική Θέση και Οχύρωση
- Τοποθεσία: Βρίσκεται στον Εύξεινο Πόντο, στη «Θράκη της Ασίας» (τη μεταγενέστερη Βιθυνία). Απέχει περίπου την ίδια απόσταση (πορεία 4-5 ημερών με κωπηλασία) ανάμεσα στην Ηράκλεια Ποντική και το Βυζάντιο.
- Η Χερσόνησος: Ο Ξενοφών περιγράφει ένα κομμάτι γης που προεξέχει στη θάλασσα. Το τμήμα που βρέχεται από το νερό είναι ένας απότομος, απροσπέλαστος βράχος.
- Ο Ισθμός: Ο λαιμός (ο ισθμός) που συνδέει αυτόν τον βράχο με την ξηρά έχει πλάτος μόλις 400 πόδια (περίπου 120 μέτρα). Αυτό σήμαινε ότι το σημείο μπορούσε να οχυρωθεί και να προστατευτεί πανεύκολα με ένα μικρό τείχος.
- Το Λιμάνι: Βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον βράχο, στη δυτική πλευρά, διαθέτοντας μια παραλία προφυλαγμένη από τους βόρειους ανέμους.
- Άφθονο Νερό: Υπήρχε μια πλούσια πηγή γλυκού νερού ακριβώς πάνω στην παραλία, δίπλα στη θάλασσα.
- Ξυλεία για Ναυπήγηση: Το εσωτερικό της περιοχής καλυπτόταν από πυκνά δάση με εξαιρετικής ποιότητας ξύλο, κατάλληλο ακόμα και για κατασκευή πλοίων.
- Γόνιμη Γη: Το έδαφος ήταν ιδανικό για καλλιέργεια, γεμάτο κριθάρι, σιτάρι, όσπρια, σταφύλια και συκιές, εκτός από ελαιόδεντρα.
ΠΗΓΕΣ
- Babur Mehmet Akarsu, «Sinope Natural Harbor», μέρος του συλλογικού έργου «Current Researches in Geography», το οποίο εκδόθηκε το 2017 από τη Διεθνή Ένωση Έρευνας Κοινωνικών Επιστημών (IASSR) υπό την επιμέλεια των Hasan Arslan, Mehmet ALi İçbay και Kosyo Stoychev











,_sharpened.jpg)
%20(3).jpg)





%20kopya.jpg)
%20kopya.jpg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου