Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

«...στη μανία μου, δε μπορώ να εγγυηθώ για τίποτα», Φεόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι


«Οι γυναίκες είναι ικανές απ’ το μηδέν να κάμουν το παν»

Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι
_____________

«Είσαι η ελπίδα μου, η ευτυχία μου και η ευλογία μου»

Τον Οκτώβριο του 1866 ο Ντοστογιέφκσι βρίσκεται στην Πετρούπολη, Με πολύ νωπές ακόμα τις δάφνες από το «Έγκλημα και τιμωρία», που τον έχει καθιερώσει ως μεγάλο μυθιστοριογράφο χωρίς να λύσει τα οικονομικά του προβλήματα, δεμένος μ' ένα δρακόντειο συμβόλαιο με τον εκδότη Στελόφσκι, οφείλει να ολοκληρώσει ως την 1η Νοεμβρίου το νέο του έργο. Πρόκειται για τον «Παίκτη» - απότοκο της νοσηρής προσκόλλησής του  στα ευρωπαϊκά καζίνο.

1η Οκτωβρίου του 1866, ένας φίλος τού βρίσκει μια ικανή νεαρή στενογράφο, και θαυμάστριά του, την Άννα Γκριγκόριεβνα Σνίτκινα, στην οποία αρχίζει να υπαγορεύει το έργο, 4 ώρες την ημέρα ως τις 29 Οκτωβρίου. 1η Νοεμβρίου η δουλειά τελειώνει. Στις 8 Νοεμβρίου, ερωτευμένος, ο Ντοστογιέφσκι, ζητάει το χέρι της κι εκείνη δέχεται αμέσως, αν και η πρώτη εντύπωση - όπως αργότερα εξομολογείται στις Αναμνήσεις της - «ήταν από τις πιο δυσάρεστες.»

 «Αυτός ο άντρας μού φαινόταν παράξενος! Στην αρχή τον βρήκα γέρο, αλλά στη συνέχεια δεν τον έκανα πάνω από 37 χρόνων· ήταν μετρίου αναστήματος· το πρόσωπό του φαινόταν σκαμμένο από τον πόνο. Τα μαλλιά του ανοιχτά, προς το κόκκινο, ήταν καλά αλειμμένα με αλοιφή και περίεργα χρυσαφιά προς τα πίσω, σαν περούκα· είχε μάτια τελείως διαφορετικά (εκείνη την εποχή περιποιόταν έναν τραυματισμό στο μάτι)· το ένα ήταν υπέροχα μαύρο, το άλλο είχε την κόρη υπερβολικάδιεσταλμένη, πράγμα που εμπόδιζε την έκφραση του βλέμματός του και έδινε σ’ όλο του το πρόσωπο μια παράξενη όψη. Μου θύμιζε καθηγητή και διάβαζα κάποια κακία στο πρόσωπό του.... Πρέπει να πω ότι ο Ντοστογιέφσκι δεν μου άρεσε καθόλου κι ότι η πρώτη μου εντύπωση ήταν από τις πιο δυσάρεστες»

«Ημερολόγιο της Άννας Ντοστογιέφσκαγια», της 4ης Οκτωβρίου 1867

Σαράντα μέρες μετά ο Ντοστογιέφσκι γράφει στην Άννα: «Όλο μου το μέλλον εξαρτάται από σένα, είσαι η ελπίδα μου, η ευτυχία μου και η ευλογία μου.»

Τέσσερις μήνες μετά, στις 15 Φεβρουαρίου 1867, την παντρεύεται. Εκείνος είναι 45 χρόνων, εκείνη 20.


«Twenty Six Days from the Life of Dostoyevsky», 1981 Soviet drama film directed by Aleksandr Zarkhi.

• Anatoly Solonitsyn as Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky
• Yevgeniya Simonova as Anna Grigoryevna Snitkina
_______________


«Είσαι η μόνη γυναίκα που με κατάλαβε»

Η Άννα Γκριγκόριεβνα είναι μια κοπέλα ήσυχη, στέρεη, πρακτική - σουηδικής καταγωγής από τη μεριά της μητέρας της. Στα καθημερινά - οικονομικά ζητήματα, πολύ πιο ώριμη από τον αθεράπευτα αφελή Ντοστογιέφσκι. Με το γάμο της γίνεται το σταθερό σημείο ενός κυκεώνα προβλημάτων, καθώς τα χρέη κυνηγούν τον Ντοστογιέφσκι σε βαθμό εφιαλτικό. Το πάθος του για το παιχνίδι κατατρώγει ό,τι χρήματα του αφήνουν οι πολλαπλές οικογενειακές υποχρεώσεις: συντηρεί τη χήρα του αδελφού του Μιχαήλ και τα τέσσερα παιδιά τους, καθώς και την πρώην ερωμένη του, τους δύο νεώτερους αδελφούς του Άντρέι και Νικολάι (έναν αδιόρθωτο μπεκρή), και κυρίως τον ανεπρόκοπο γιο της πρώτης γυναίκας του, τον Παύλο. 

Συγγενείς και πιστωτές, τον περιτριγυρίζουν σαν τα κοράκια. Η Άννα Γκριγκόριεβνα σώζει την κατάσταση αποφασίζοντας να φύγουν στο εξωτερικό. Για να βρει τα χρήματα, βάζει ενέχυρο όλα της τα κοσμήματα και τα έπιπλα τους. Στα μέσα του Απριλίου 1867 αναχωρούν για τη Γερμανία. Ο ευρωπαϊκός περίπλους τους θα διαρκέσει τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

Ο Ντοστογιέφσκι παίζει στη ρουλέτα και χάνει συνεχώς τα χρήματα που του δίνει με φειδώ η Άννα. Η πείνα χτυπάει πολλές φορές την πόρτα του ζεύγους. Όταν δεν έχουν τίποτε για να βάλουν ενέχυρο, ζητιανεύουν από εκδότες και φίλους. Κι ωστόσο είναι χρόνια δημιουργικά για τον συγγραφέα: ο «Ηλίθιος» και το μεγαλύτερο μέρος των «Δαιμονισμένων» γράφτηκαν την εποχή αυτή στο εξωτερικό.

Αλλά ο Ντοστογιέφσκι δεν αντέχει στην Ευρώπη. «Χρειάζομαι τη Ρωσία για τη δουλειά μου, για τη ζωή μου. Είμαι σαν το ψάρι έξω απ' το νερό» -γράφει στον φίλο του Μάικοφ. Αντίθετα, ανακαλύπτει την αξία της γυναίκας του: «Η Άννα Γκριγκόριεβνα αποδείχθηκε πιο βαθιά και πιο δυνατή απ' ό,τι περίμενα, και σε πολλές περιπτώσεις ήταν ο φύλακας-άγγελός μου». 

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, καταφέρνει ν' απολυτρωθεί και από το πάθος του. Η τελευταία του καταστροφή ήταν στο καζίνο του Βισμπάντεν. Από εκεί γράφει στις 28 Απριλίου 1871 στην Άννα: «Τώρα πέρασαν όλα, τελείωσαν όλα. Πιστεύεις, Άννα, ότι τα χέρια μου είναι τώρα πια ελεύθερα;» Πραγματικά, δεν θα ξαναπλησιάσει πια ρουλέτα. Το ζεύγος επιστρέφει στη Ρωσία τον Ιούλιο του 1871 για μια καινούρια αρχή. Απ' το σημείο αυτό ξεκινούν οι «Αναμνήσεις» της Άννας Γκριγκόριεβνα.




Στην Πετρούπολη, όπου εγκαθίστανται κι όπου γεννιέται ο γιος τους Φέντια, η σταθερή και πρακτική Άννα αναλαμβάνει τα ηνία. Δεν είναι εύκολα χρόνια. Συγγενείς και πιστωτές εξακολουθούν να τους κυνηγούν. Τα χρέη και η παιδική αγαθότητα του Ντοστογιέφσκι σε θέματα οικονομικής διαχείρισης εξακολουθούν να «δηλητηριάζουν τη ζωή τους» - σχεδόν ως το θάνατο του Ντοστογιέφσκι, στις 28 Ιανουαρίου 1881. Αλλά, τουλάχιστον, η Άννα καταφέρνει να τους κρατά σε κάποια απόσταση, επιτρέποντας στον άνδρα της να δουλεύει σχετικά απερίσπαστος. Γίνεται μάλιστα και εκδότης των έργων του (ξεκινώντας τον Ιανουάριο του 1873 με τους «Δαιμονισμένους») με επιτυχία. 

Η ίδια η Άννα Γκριγκόριεβνα συνοψίζει τον ρόλο της με πολλή απλότητα: «Είχε ανάγκη από ηρεμία για τη δουλειά του και την υγεία του, από τις οποίες εξαρτιόταν η επιβίωση μας». Η επίδραση της στη ζωή του Ντοστογιέφσκι στάθηκε ανεκτίμητη. Κουβάλησε κι αυτή με τον δικό της τρόπο το σταυρό της δημιουργίας του, αντιπαλεύοντας τις μύριες όσες υλικές δυσκολίες. Οι «Αναμνήσεις» της εικονογραφούν με απλές λέξεις, αισθήματα και σκέψεις, ένα Γολγοθά. Τον Γολγοθά του «δεν μπορούσαμε να...»: είναι ένα είδος ρεφρέν της αφήγησής της, που συνοψίζει την έλλειψη και της πιο στοιχειώδους υλικής άνεσης που κατέτρυχε το ζεύγος Ντοστογιέφσκι σχεδόν ως το θάνατο (παρά μερικά χρόνια) του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς.


Είχε άραγε η Άννα Γκριγκόριεβνα απόλυτη συνείδηση του μεγέθους με το οποίο συμβίωνε; Μιλάει για το «ταλέντο» του άνδρα της, όχι για τη μεγαλοφυΐα του και οι αναμνήσεις της συνιστούν μια λιτανεία παραπόνων για τις πρακτικές δυσκολίες που είχε ν' αντιπαλέψει καθημερινά, χωρίς αναφορές στην κυοφορία του ντοστογιεφσκικού έργου, την οποία θα πρέπει να βίωνε επίσης με τον τρόπο της.  Έγραψε τις παραπονιάρικες αναμνήσεις της προκειμένου να απαθανατίσει το ρόλο, τη σημασία της στο πλευρό ενός Μεγάλου; Ή μήπως στόχος της ήταν να αποτυπώσει για την αιωνιότητα, που λέει ο λόγος, τον σταυρό που μια παρασιτική οικογένεια και μια ποταπή κοινωνία είχαν φορτώσει στον επιληπτικό, αγαθό και μισάνθρωπο Τιτάνα; 

Χωρίς την άγρυπνη Άννα Γκριγκόριεβνα στο πλευρό του, ο Ντοστογιέφσκι θα είχε πιθανότατα κατασπαραχθεί.


Αλέξανδρος Βέλιος, Anna Snitkina, Η ζωή μου με τον Ντοστογιέφσκι, Ροές



Ο Ντοστογιέφσκι συναντά την Άννα Σνίτκινα. Από τη δραματική σειρά ρωσικής παραγωγής, με τίτλο «Κόλαση και παράδεισος: Φιοντόρ Ντοστογέφσκι» σε σκηνοθεσία Βλαντιμίρ Κοτινένκο

__________

«Για τη ζήλια, δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομακτικό από το χαμόγελο»

Η Άννα Γρηγόριεβνα έζησε δεκατέσσερα χρόνια στο πλευρό του Ντοστογιέφσκι, ενός ανθρώπου που ομολογούσε ο ίδιος για τον εαυτό του: «Έχω πολύ άσχημο, αποκρουστικό χαρακτήρα», «είμαι ένας παλιάνθρωπος», «έχω ένα απαίσιο ελάττωμα: αχαλίνωτο εγωισμό και φιλοδοξία», «είμαι γελοίος, προπέτης, υποφέρω πάντα από την άδικη γνώμη που σχηματίζουν για μένα οι άλλοι».

Στις Αναμνήσεις της, δεν κρύβει την «οδυνηρή» εντύπωση που της προκάλεσε η πρώτη τους συνάντηση: «Για πρώτη φορά στη ζωή μου, είχα δει έναν άνθρωπο έξυπνο, καλό, μα δυστυχισμένο, σα να ήτανε παραπεταμένος απ' όλον τον κόσμο. Ένα αίσθημα βαθιάς συμπόνιας και οίκτου φούσκωνε στην καρδιά μου.»

Καθώς η συνεργασία τους στρώνει, η Άννα κερδίζει την καρδιά του «γνωστού συγγραφέα», που μιλάει ελεύθερα και ανοιχτά μαζί της, «με ειλικρίνεια και αίσθημα» για τη ζωή του και τις δυστυχίες του: η θανατική καταδίκη, ο γάμος του, τα χρέη, οι παγίδες των εκδοτών.

«Όλες οι διηγήσεις του Ντοστογιέφσκι, είχανε ένα τόσο θλιμμένο χαρακτήρα.... έβρισκα φριχτό σε μια προχωρημένη πια ηλικία, αυτός ο καλός άνθρωπος, ένας άνθρωπος με τέτοιο ταλέντο, να μην έχει συναντήσει ακόμα την ευτυχία που ποθούσε, μα μονάχα να την αποζητάει.»

Την ευτυχία, ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, θα την βρει δίπλα στην Άννα.

«Τι καλή καρδιά! Δε με λυπάται μονάχα με τα λόγια, αλλά με την καρδιά της, και θέλει να με σώσει από τον κίνδυνο.»

Στην αγωνία του «αν ο γάμος είναι ακόμα δυνατός» για κείνον και στο ερώτημα «τι γυναίκα θα πρέπει να διαλέξει, έξυπνη ή καλή», απαντάει με σιγουριά ο ίδιος:

«Αν πρέπει αληθινά να διαλέξω, θα πάρω μια γυναίκα καλή, για να με πονάει και να μ' αγαπάει.»

Στα δεκατέσσερα χρόνια του κοινού τους βίου, η Άννα υπήρξε «η μοναδική που τον κατάλαβε», «ο στέρεος τοίχος, που εκείνος μπορούσε να στηριχτεί, που δεν θα τον άφηνε να πέσει, που θα τον ζέσταινε.....»

Η ζωή της μαζί του δεν υπήρξε σε κανένα τομέα εύκολη· χρέη, πολλαπλές οικογενειακές υποχρεώσεις, συγγενείς και πιστωτές, να τους περιτριγυρίζουν σαν τα κοράκια, συχνές και τρομακτικές επιληπτικές κρίσεις, που τις διαδεχόταν βαριά και παρατεταμένη καταθλιπτική μελαγχολία, το εμφύσημα, που τον ταλαιπωρούσε από το 1872 και χειροτέρευε χρόνο με το χρόνο. 

Ο Ντοστογιέφσκι, μ’ όλες ανώτερες ψυχικές και πνευματικές του αρετές, δεν έπαυε να είναι ένας άνθρωπος συμπλεγματικός, εύθικτος, νευρωτικός και σε πολλά ανώριμος. Η ζήλια και η παραφορά του ταλαιπωρούσε σ’ όλο το μάκρος του βίου του την Άννα. Πόση δύναμη χρειαζόταν να επιστρατεύει κάθε φορά, πληγωμένη από τις απρόβλεπτες και παράλογες εκρήξεις ζήλιας του συζύγου της και πόση αγάπη για να τον καταλαβαίνει, να τον συγχωρεί και να τον παρηγορεί, όταν η φωτιά έσβηνε και τον κυρίευαν οι ενοχές!

«Για τη ζήλια, δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομακτικό από το χαμόγελο», λέει κάπου η Francoise Sagan. Το χαμόγελο που προκαλεί την έκρηξη, το χαμόγελο που την σβήνει.

Yevgeniya Simonova as Anna Grigoryevna Snitkina

Νόμισα πως ήταν ικανός να με σκοτώσει......

«Ήταν κακός, ζηλόφθονος, διεφθαρμένος, όλη του τη ζωή την πέρασε μέσα σε τέτοια πάθη, που θα τον έκαναν αξιολύπητο, θα τον έκαναν γελοίο, αν δεν ήταν μαζί με αυτά και τόσο έξυπνος»

Νικολάι Στράχοφ για τον Ντοστογιέφσκι

Λίγες βδομάδες μετά το γάμο τους, ο Ντοστογιέφσκι και η Άννα φεύγουν για τη Μόσχα, όπου θα επισκεφτούν την οικογένεια της Βέρας, αγαπημένης αδελφής του Φεόντορ Μιχαήλοβιτς. Θα απομακρυνθούν για λίγο από την «αταξία» του καινούριου σπιτικού τους, από τη χαρούμενη φασαρία των γαμήλιων επισκέψεων με τα ατελείωτα συγχαρητήρια, αλλά κυρίως, από την εχθρότητα και τις προσβολές του Πάβελ Αλεξάντροβιτς, προγονού του Ντοστογιέφσκι.
Ο νεαρός γιος της πρώτης γυναίκας του Ντοστογιέφσκι, Μαρίας Ισάγιεβα, αφού δεν κατάφερε να παρεμποδίσει το γάμο του πατριού του με την  Άννα, την αντιμετώπιζε ως σφετερίστρια και της έκανε το βίο αβίωτο, με την ελπίδα να αναγκαστεί εκείνη, ταπεινωμένη, να εγκαταλείψει τη συζυγική εστία.

Το ταξίδι στη Μόσχα - μήνας του μέλιτος για το νιόπαντρο ζευγάρι - θα δοκιμάσει τις αντοχές της Άννας και θα την φέρει αντιμέτωπη με την πρώτη από τις πολλές κρίσεις ζήλιας που θα υποφέρει στα δεκατέσσερα χρόνια του κοινού συζυγικού τους βίου· κρίσεις που συνοδεύονταν πάντα από πικρά δάκρυα μεταμέλειας, συντριβή και υποσχέσεις. Ο Ντοστογιέφσκι τυραννιόταν από το πάθος του και δεν ήταν στο χέρι της Άννας να τον απαλλάξει από τις αναίτιες αλλά δηλητηριώδεις υποψίες του.



Pavel Isaev Dostoevsky, ο γιος της πρώτης συζύγου του Fyodor Dostoevsky, Maria Isaeva
__________

Η Βέρα Μιχαήλοβνα, μεσαία αδερφή του Ντοστογιέφσκι, ζει στη Μόσχα - παντρεμένη από το 1846 - με τον Αλεξάντρ Π. Ιβάνοβ, γιατρό και καθηγητή Φυσικής και τα εφτά παιδιά τους.

Η οικογένεια των Ιβάνοβ, την οποία ο Ντοστογιέφσκι αγαπούσε περισσότερο απ’ όλους τους συγγενείς του, είχε άλλα σχέδια για τον αγαπημένο αδελφό και θείο. Οι Ιβάνοβ αγαπούσαν πολύ τη θεία τους Ελένη Παύλοβνα, την αδερφή του πατέρα τους, που ο άντρας της ήταν βαριά άρρωστος εδώ και χρόνια κι είχε αποφασιστεί στην οικογένεια, πως αυτή η Ελένη Παύλοβνα, όταν θα χήρευε, θα παντρευόταν το θείο τους Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, που έτσι θα ’ρχόταν να μείνει οριστικά στη Μόσχα. Η οικογένεια, λοιπόν, έχει οργανώσει ολόκληρη συνωμοσία εις βάρος της «νεαρής θείας» που χάλασε τα όνειρα που έτρεφαν από καιρό. 

Μπήκαμε σ’ ένα απέραντο σαλόνι στολισμένο με έπιπλα παλιάς μόδας. Η Βέρα Μιχαήλοβνα, που δεν ήθελε να παρουσιαστεί με την πρωινή της ρόμπα σε μια άγνωστη συγγενή, θα φορούσε, όπως φαίνεται, μια τουαλέτα κατάλληλη για την περίσταση. Σε μισή ώρα σχεδόν, η πόρτα του σαλονιού άνοιξε απότομα και είδαμε να μπαίνει σα σίφουνας ένα αγοράκι καμιά δεκαριά χρονώ. 

— Βίτια ! Βίτια ! φώναξε ο άντρας μου.

Μα το παιδάκι δε στάθηκε· έτρεξε σε κάποιο άλλο δωμάτιο και φώναξε :

— Νέα, πολύ κομψή και δε φορεί γυαλιά ! 

Την ίδια στιγμή κάποιος του είπε να σωπάσει και το παιδί σώπασε, μα ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, που ήξερε τις συνήθειες του σπιτιού, κατάλαβε αμέσως :

— Δε μπόρεσαν να περιμένουν, είπε γελώντας, και στείλανε το Βίτια να δει τι λογής γυναίκα πήρα! [....]

Οι έπαινοι του αντρός μου, στο προηγούμενο ταξίδι του, δεν είχαν ενθουσιάσει τ’ ανήψια του, που, όταν μάθανε πως καταγινόμουν με τη στενογραφία, φαντάστηκαν πως θα ήμουν γριά μηδενίστρια, με κοντά μαλλιά και θα φορούσα γυαλιά!

Με την είδηση του ερχομού μας στη Μόσχα, είχανε συμφωνήσει, και αποφασίσει, να με κοροϊδέψουν και να με βάλουν στη θέση μου δείχνοντάς μου φαρδιά - πλατιά την αποδοκιμασία τους. Μα όταν, αντί για μια γριά διανοουμένη, μηδενίστρια, είδανε μια νέα, μια παιδούλα, που έτρεμε σχεδόν μπροστά τους, σαστίσανε τόσο που δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από πάνω μου, και με κοίταζαν με τόσο επίμονη προσοχή, που μ’ έκαναν να τα χάσω. 


Συνηθισμένη να εκφράζομαι απλά, χωρίς φαντασία, άρχισα τώρα να μιλάω μ’ ένα ύφος φιλολογικό και να πασχίζω να βρίσκω όμορφες φράσεις, έτσι που η ομιλία μου δεν είχε πια καμιά φυσικότητα. Δοκίμασα ν’ ανοίξω συζήτηση με τις νεαρές μου συγγένισες· αυτές μου απαντούσαν μονάχα μ’ ένα «ναι» και μ’ ένα «όχι»· Ήταν φανερό πως δεν ήθελαν να ’χουν κουβέντες μαζί μου. [......]

Δειπνήσαμε κατά τις πέντε και φέρανε και τη σαμπάνια των συγχαρητηρίων. Αυτό το γεύμα ήταν θορυβώδικο, μα πολύ λίγο εύθυμο για μένα, παρ’ όλο που έκανα άπειρες προσπάθειες για να φανώ ευδιάθετη· αστειευόμουν, γελούσα, ύστερ’ από το δείπνο τα κατάφερα ακόμα χειρότερα. [.....]

Άμα γυρίσαμε στο ξενοδοχείο, ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς με ρώτησε για τις εντυπώσεις μου. Του αποκρίθηκα πως η Βέρα Μιχαήλοβνα μου άρεσε πολύ καθώς και η Σόνια, μα πως δεν είχα προσέξει τους άλλους. Ωστόσο, κοιτάζοντας το λυπημένο μου πρόσωπο, μου είπε:

 Καημένη μου Άννιετσκα σε κατασπαράξανε. Είχες άδικο όμως. Έπρεπε να τους ανταποδώσεις τα πειράγματα και τότε θα είχαν καταπιεί τη γλώσσα τους. Πρέπει να είσαι πιό τολμηρή, αγαπητή μου. Η αλήθεια είναι πως άρεσες πολύ στη αδελφή μου και στη Σόνια, και ήσουν όλη μέρα τόσο όμορφη που δε χόρταινα να σε κοιτάζω.

Τα
 λόγια αυτά με παρηγόρησαν, μα ωστόσο άργησα ν’ αποκοιμηθώ κείνη τη νύχτα· ήμουν θυμωμένη με τον εαυτό μου γιατί δεν ήξερα να φερθώ στον κόσμο. [....]

«Twenty Six Days from the Life of Dostoyevsky», Yevgeniya Simonova as Anna Grigoryevna Snitkina
_________________

Το άλλο βράδι, ξαναπήγαμε στους Ιβάνοβ. Ήταν Παρασκευή, μέρα που δέχονταν. Μια μεγάλη συντροφιά ήταν συναγμένη στο σπίτι της κουνιάδας μου. Στο σαλόνι παίζανε ένα παιχνίδι, πολύ της μόδας τότε. Μου ’δωσαν θέση πλάϊ σ’ ένα νέο πολύ έξυπνο και πολύ εύθυμο, συμμαθητή του Σάσα Ιβάνοβ, που τον λέγανε Πλάτς, κι επειδή δε φαινόταν να μοιράζεται τη γενική εχθρότητα εναντίον μου, άρχισα να φλυαρώ και να γελάω μαζί του.

Ο άντρας μου έπαιζε χαρτιά στο γραφείο, μα σηκωνότανε συχνά για να ’ρχεται να μας βλέπει και κάθε φορά τον έβλεπα πιο συλλογισμένο και πιο θλιμμένο. Στο σουπέ, βρέθηκα πάλι πλάι στο νεαρό μου φίλο. Καθισμένος απέναντί μου, ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς δεν ξεκόλλαγε τα μάτια του απ’ τα δικά μου κι έδινε μεγάλη προσοχή στις φλυαρίες μας. Πολύ εύθυμη, του μίλησα αρκετές φορές, με την επιθυμία να τον κάνω να πάρει μέρος στην κουβέντα μας, μα άδικα. Αμέσως ύστερ’ απ’ το σουπέ, φύγαμε. 

Στο γυρισμό, σ’ όλο το δρόμο, ήταν αμίλητος και δεν αποκρίθηκε σε καμιά μου ερώτηση. Όταν βρεθήκαμε στην κάμαρά μας, άρχισε να κάνει βόλτες πάνω - κάτω, ολοφάνερα πολύ ταραγμένος. Επειδή λυπόμουν που τον έβλεπα έτσι, πήγα κοντά του για να τον χαϊδέψω, για να προσπαθήσω να διαλύσω την κακοκεφιά του, μα εκείνος έσπρωξε απότομα το χέρι μου, και με κοίταξε με τόση κακία στα μάτια, με τόση σκληρότητα, που η καρδιά μου σταμάτησε.

— Είσαι θυμωμένος μαζί μου, Φέντια; 
τον ρώτησα δειλά. Γιατί ;

Μ’ αυτή την ερώτηση, ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, ξέσπασε και με γέμισε βρισιές. Όπως έλεγε, ήμουν μια κοκέτα, χωρίς καρδιά. Ολάκερη τη βραδιά, δεν έκανα τίποτ’ άλλο παρά να χαριεντίζομαι με το γείτονά μου, μόνο και μόνο για να τον κάνω, αυτόν, να υποφέρει. 

Δοκίμασα να δικαιολογηθώ, μα ήτανε σα να ’ριχνα λάδι στη φωτιά. Ο άντρας μου, βγήκε απ’ τα όριά του, και ξεχνώντας πως είμαστε σε ξενοδοχείο, φώναζε μ' όλη του τη δύναμη.

Αυτά τα άδικα μαλλώματα, και οι αβάσιμες κατηγορίες με πλήγωσαν κατάβαθα. Οι φωνές του και η τρομερή έκφραση του προσώπου του με κατατρόμαξαν. Νόμισα πως θα πάθαινε καμιά τρομερή κρίση επιληψίας, και πως ήταν ικανός να με σκοτώσει. Μη μπορώντας πια να κρατηθώ ξέσπασα σε αναφιλητά. Αμέσως ο άντρας μου ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του, κι άρχισε να με ησυχάζει, να με παρηγορεί, να μου γυρεύει συγνώμη. 

Μου φιλούσε τα χέρια, έκλαιγε και αναθεμάτιζε τον εαυτό του, για τη σκηνή που μου είχε κάνει.

— Υπέφερα τόσο πολύ όλη αυτή τη βραδιά, είπε, βλέποντάς σε να φλυαρείς τόσο ζωηρά μ’ αυτόν το νεαρό. Φανταζόμουν πως τον είχες ερωτευτεί. Τρελός από ζήλια, ήμουν έτοιμος να του μιλήσω άσκημα. Τώρα βλέπω, πόσο άδικος ήμουν απέναντί σου.

Μετάνιωσε ειλικρινά, με παρακάλεσε να ξεχάσω τις προσβολές του, και με βεβαίωσε πως ποτέ πια δε θα ξαναζήλευε. Στο πρόσωπό του μπορούσα να διαβάσω έναν μεγάλο πόνο. Πραγματικά λυπόμουν τον καημένο τον άντρα μου. Πέρασα σχεδόν ολάκερη τη νύχτα καθισμένη κοντά του, πασχίζοντας να τον γαληνέψω και να τον παρηγορήσω. Οι καμπάνες της πρωϊνής λειτουργίας, δώσανε τέλος στις συζητήσεις μας. Αρκετή ώρα όμως ακόμη δεν μπορέσαμε να κοιμηθούμε.

Την άλλη μέρα, ξύπνησα στη μία το μεσημέρι. Ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, είχε ξυπνήσει νωρίτερα κι έμεινε δυο ώρες τουλάχιστον ασάλευτος από φόβο μη με ξυπνήσει. Μου ’κανε αστεία παράπονα, πως ήταν μισοπεθαμένος απ’ την πείνα, εξαιτίας μου. Από το φόβο του μη μου ταράξει τον ύπνο, δεν είχε ζητήσει να του φέρουν ούτε τον καφέ του.

Τον έβρισκα εξαιρετικά τρυφερό μαζί μου, μα η θύμηση της νυχτερινής σκηνής, που είχε χαραχτεί για πάντα στην καρδιά μου, με ανάγκασε να σκεφτώ το πρόβλημα των μελλοντικών μας σχέσεων. Κατάλαβα ως ποιο σημείο, μπορούσε η ζήλια να τυραννήσει την ψυχή του Ντοστογιέβσκη, και υποσχέθηκα στον εαυτό μου, να τον απαλλάξω στο μέλλον από τέτοιες εντυπώσεις. 



«Twenty Six Days from the Life of Dostoyevsky», Anatoly Solonitsyn as Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky
______________

«Νομίζεις ότι ερωτεύτηκα τον Άγριο Ασιάτη κι αυτός εμένα και θέλουμε να το σκάσουμε μαζί; »

Οι κρίσεις ζηλοτυπίας του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς με κατέθλιβαν και με βασάνιζαν πολύ. Η ζήλια του ήταν ακόμα πιο προσβλητική γιατί ήταν αβάσιμη, κι ωστόσο οι εκδηλώσεις της με έβαζαν μερικές φορές σε πολύ δυσάρεστη θέση. Θα διηγηθώ μια απ' αυτές τις περιπτώσεις.

 Είπα ήδη ότι ονειρευόμουν να κερδίζω χρήματα σαν στενογράφος και να συνδράμω έτσι την οικογένεια. Το 1872, έγινε λόγος να οργανωθεί ένα αγροτικό συνέδριο στη Νόβαγια Αλεξάνδρεια ή στη Λόμζα, κι ήθελαν για το συνέδριο μια στενογράφο. [....]

Η ιδέα του ταξιδιού μου δεν πολυάρεσε στον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, και γι' αυτό επινοούσε διάφορα προσχήματα με σκοπό να το αποτρέψει: πώς εγώ, μια νέα γυναίκα, θα πήγαινα μόνη σ' έναν άγνωστο και ξένο τόπο, πού θα έμενα εκεί, κ.λπ. Προκειμένου να εξαλείψουμε όλες τις αμφιβολίες του, ο αδελφός μου, τον οποίο βλέπαμε συχνά, μας κάλεσε μια μέρα να περάσουμε τη βραδιά σπίτι του, υποσχόμενος να καλέσει κι ένα φίλο του, που γνώριζε την Αλεξάνδρεια και θα πήγαινε επίσης στο συνέδριο.

Δεν είχα ξαναδεί εκείνον το φίλο του αδελφού μου, αλλά είχα ακούσει γι' αυτόν. Ήταν ένας νεαρός Καυκάσιος, πολύ καλό παιδί αλλά όχι πολύ έξυπνο, που οι φίλοι του τον αποκαλούσαν ο Άγριος Ασιάτης για την ορμητικότητα του και τη ζωντάνια των κινήσεων του. Έφερε βαρέως αυτό το παράνομα και, για ν' αποδείξει πως ήταν Ευρωπαίος, είχε βρει σε κάθε τέχνη τους «θεούς» του: στη μουσική, τον Βάγκνερ· στη ζωγραφική, τον Ρεπίν στη λογοτεχνία, τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς. Μαθαίνοντας ότι θα έκανε τη γνωριμία του Ντοστογιέφσκι και θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμος, ο νεαρός ήταν έμπλεος ενθουσιασμού.

Έτσι, λοιπόν, την επομένη πήγαμε κι οι δύο στου αδελφού μου. Ο άνδρας μου, που δεν είχε πάθει καμιά κρίση για πολύ καιρό, ήταν πολύ ευδιάθετος. Κουβεντιάζαμε όμορφα κι ωραία όταν, ξαφνικά, εισέβαλε σαν άνεμος ένας νέος 23 χρονών, ψηλός, με σγουρά μαλλιά, εξαιρετικά σχιστά μάτια, χείλη πορφυρά, με δυο λόγια ο τύπος αυτού που αποκαλούσαμε την εποχή εκείνη «αηδιαστικά ωραίος». Μόλις μπήκε, διέκρινε τον «θεό» του και ταράχτηκε τόσο πολύ, που μετά βίας χαιρέτησε τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς και την οικοδέσποινα και συγκέντρωσε την προσοχή του αποκλειστικά σε μένα (προφανώς, επειδή με είδε σαν ένα γήινο ον που του έμοιαζε). Πήρε το χέρι μου, το φίλησε, και το ταρακούνησε δυνατά πολλές φορές, λέγοντας, με τη λαρυγγώδη φωνή του, πόσο ευτυχής ήταν που θα πήγαινα στο συνέδριο και πόσο διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να μου φανεί χρήσιμος. 

Ο ενθουσιασμός του με διασκέδαζε και τον ερμήνευα ως αποτέλεσμα της ντροπαλότητας και της σύγχυσης του. Αλλά ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς το 'βλεπε αλλιώς. Εκείνος που, αν και σπάνια, φιλούσε το χέρι των κυριών χωρίς ν' αποδίδει σ' αυτό καμιά σημασία, δυσφο­ρούσε πάντα αν κάποιος εκδήλωνε την ίδια μορ­φή ευγένειας προς εμένα, εκνευριζόταν φοβε­ρά. Ο αδελφός μου, παρατηρώντας την αλλαγή στη στάση του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς (οι διαθέσεις του μεταβάλλονταν πολύ απότομα), έσπευσε να φέρει την κουβέντα στο συνέδριο. Αλλά ο νεαρός ήταν ταραγμένος κι απαντούσε μόνιμα στις ερω­τήσεις απευθυνόμενος αποκλειστικά σ' εμένα.

 Όταν τον ρώτησα αν ήταν δύσκολο να πάει κα­νείς ως την Αλεξάνδρεια, αν το ταξίδι απαιτούσε πολλές αλλαγές τρένου, αποκρίθηκε πως δεν χρειαζόταν ν' ανησυχώ, θα με συνόδευε πολύ ευ­χαρίστως ο ίδιος και, αν ήθελα, θα μπορούσε να μπει στο ίδιο βαγόνι μ' εμένα. Αρνήθηκα την πρό­ταση του λέγοντας ότι θα μπορούσα να φθάσω και μόνη. Έπειτα ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς τον ρώ­τησε αν υπήρχε εκεί κανένα ξενοδοχείο όπου μπορούσε να μείνει μια νέα γυναίκα, κι ο νεαρός, που εξακολουθούσε να μην τολμά να κοιτάξει τον «θεό» του, αναφώνησε, απευθυνόμενος σε μένα: 

«Έλεγα να μείνω σ' ένα φίλο, αλλά αν η Άννα Γκριγκόριεβνα το επιθυμεί, θα εγκατασταθώ στο ίδιο ξενοδοχείο μ' εκείνην».

«Ακούς, Αννέτα; Ο νεαρός συμφωνεί να μείνετε μαζί. Μαζί! Καταπληκτικό!», βροντοφώναξε ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, χτυπώντας μ' όλη του τη δύναμη τη γροθιά στο τραπέζι. Τα κύπελλα του τσαγιού κύλησαν στο πάτωμα κι έγιναν κομμάτια. Η οικοδέσποινα έτρεξε να πιάσει τη λάμπα που ταλαντευόταν απ' το χτύπημα, και ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς σηκώθηκε μ' ένα πήδημα, έτρεξε στον προθάλαμο, έριξε το πανωφόρι του στους ώμους κι εξαφανίστηκε. Έτρεξα πίσω του φωνάζοντας: «Φέντια, πού πας; Φέντια, σταμάτα!» 


Αλλά είχε ήδη φύγει. Ντύθηκα βιαστικά, αυτό όμως πήρε κάποιο χρόνο, κι όταν βρέθηκα στο δρόμο διέκρινα από μακριά έναν άνθρωπο που έτρεχε στην αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου του σπιτιού μας. Βάλθηκα επίσης να τρέχω και, καθώς οι γάμπες μου ήσαν πιο νεανικές, μέσα σε πέντε λεπτά έφθασα τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς που, φοβερά λαχανιασμένος, έτρεχε ήδη λιγότερο γρήγορα. Πολλες φορές τον είχα φωνάξει, ικετεύοντάς τον να σταματήσει, αλλά δεν με άκουγε. Επιτέλους, τον πρόλαβα, στάθηκα μπροστά του πιάνοντας με τα δυο μου χέρια τις άκρες του πανωφοριού που είχε ρίξει στους ώμους του, κι έβαλα τις φωνές:

«Τρελάθηκες; Πού πας; Δεν είναι αυτός ο δρόμος μας. Σταμάτα - βάλε το πανωφόρι σου· θα κρυολογήσεις...» 

Οι φωνές και η έκδηλη ταραχή μου εντυπωσίασαν τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς· στάθηκε, φόρεσε με τη βοήθεια μου το πανωφόρι του, και του το κούμπωσα. Κατόπιν, παίρνοντας τον απ' το μπράτσο, τον παρέσυρα προς την αντίθετη μεριά. Αφέθηκε, αλλά διατηρώντας ένα ύφος δυσαρέσκειας. Ήμουν έξω φρενών και συνέχισα να φωνάζω:

«Πάλι ζηλεύεις λοιπόν, έτσι; Νομίζεις ότι ερωτεύτηκα τον Άγριο Ασιάτη κι αυτός εμένα και θέλουμε να το σκάσουμε μαζί, έτσι; Δεν ντρέπεσαι;» 

Και περιέλουσα με μομφές τον φτωχό μου σύζυγο, και του έδειχνα πόσο με πρόσβαλλε με τη ζήλια του. Ήμασταν παντρεμένοι εδώ και έξι χρόνια, ήξερε πόσο πολύ τον αγαπούσα, τι σήμαινε για μένα η οικογενειακή μας ευτυχία, κι όμως ήταν ικανός να ζηλέψει τον πρώτο τυχόντα, εκθέτοντας με σε γελοίες καταστάσεις...

Κάθε φορά που συνέβαινε μια ιστορία τέτοιου είδους, ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, ακούγοντας τις μομφές μου και προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, μου υποσχόταν να μην ξαναζηλέψει. Εγώ δεν ήθελα ν' ακούσω τίποτα. Τον επιτιμούσα όπως ξέρει να το κάνει μια εξοργισμένη γυναίκα. Αλλά δεν μπορούσα να μείνω για πολύ θυμωμένη με τον αγαπημένο μου σύζυγο. Αφού παραφερόμουν λέγοντας πολλές ανοησίες, γρήγορα ηρεμούσα, κι αισθανόμουν λύπη για εκείνον, αφού μάλιστα ήξερα πως όταν τον έπιανε η ζήλια δεν μπορούσε να συγκρατηθεί.


Έτσι έγινε κι αυτή τη φορά. Ξαναέφερα στο νου μου ζωντανά, απ' την κωμική τους πλευρά, τη συζήτηση και τον ενθουσιασμό του νεαρού, την οργή του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, τη φυγή του, κι έβαλα τα γέλια. Βλέποντας την αλλαγή της διάθεσης μου, ο άνδρας μου βάλθηκε ν' αστειεύεται με τον εαυτό του και με ρώτησε πόσα πράγματα είχε σπάσει αυτό το βράδυ στου αδελφού μου, κι αν μεταξύ των άλλων δεν είχε σπάσει και τα μούτρα του ενθουσιώδους θαυμαστή μου.
Κ
αθ' οδόν, συμφιλιωθήκαμε και καθώς ήταν μια ωραία βραδιά, γυρίσαμε στο σπίτι με τα πόδια. Πριν φτάσουμε, αγοράσαμε λουκούμια και καπνιστή πέστροφα. Ο δρόμος ήταν μακρύς και, με τα ψώνια μας, μας πήρε σχεδόν μιάμιση ώρα. Μπροστά στο σπίτι μας, βρήκαμε τον αδελφό μου. Μετά τη φυγή μας, ο καημένος μου ο Ιβάν είχε φανταστεί ένας Θεός ξέρει τι και είχε τρέξει σπίτι μας. Μια ώρα πριν από την άφιξη μας, είχε βάλει με το νου του το χειρότερο, κι έμεινε έκπληκτος όταν είδε και τους δυο μας να καταφθάνουμε τόσο καλοδιάθετοι. Του σερβίραμε τσάι και του προσφέραμε πέστροφα. Γελάσαμε πολύ. Ρώτησα τον αδελφό μου πώς δικαιολόγησε στο νεαρό την περίεργη εξαφάνιση μας. Μου αποκρίθηκε: 
«Όταν με ρώτησε τι συνέβη, του είπα: Ο διάβολος να σε πάρει αν δεν μπορείς να το καταλάβεις μόνος σου».

Anna Snitkina, Η ζωή μου με τον Ντοστογιέφσκι, Ροές (σελ. 76-84)

«Κόλαση και παράδεισος: Φιοντόρ Ντοστογέφσκι» σε σκηνοθεσία Βλαντιμίρ Κοτινένκο


«Βλέπω πως δεν έχεις νιώσει ούτε αληθινόν έρωτα, ούτε αληθινή ζήλια»

Η ανάμνηση εκείνου που συνέβη στις 18 του Μάη του 1876, με γεμίζει ακόμα και σήμερα με φρίκη. Τα Ρωσικά Σημειώματα δημοσίευαν κείνη τη χρονιά το καινούργιο μυθιστόρημα της Σοφίας Σμιρνόβα με τον τίτλο Δυνάμεις του Χαρακτήρα. Ο Ντοστογιέβσκη ήταν φίλος της Σοφίας Ιβάνοβας Σμιρνόβας κι εκτιμούσε το λογοτεχνικό της ταλέντο. Επειδή το τελευταίο της έργο τον ενδιέφερε, μου ζήτησε να του προμηθεύω τα τεύχη του περιοδικού αμέσως μόλις κυκλοφορούσαν. Διάλεγα πάντα τις λίγες μέρες ανάπαυλας, τότε που ξεκουραζόταν λίγο, απ’ το Ημερολόγιο ενός Συγγραφέα, και του πήγαινα τα Ρωσικά Σημειώματα. Επειδή το καινούργιο τεύχος δεν το δίνανε για διάβασμα, παρά μόνο για δυο-τρεις ημέρες, παρακαλούσα τον άντρα μου να το διαβάζει γρήγορα για να τα επιστρέψουμε έγκαιρα στη βιβλιοθήκη και να μην πληρώνουμε και πρόστιμο. Έτσι έγινε για το τεύχος του Απρίλη. Ο Ντοστογιέβσκη διάβασε το μυθιστόρημα και μου είπε πως η αγαπημένη μας Σοφία είχε περιγράψει θαυμάσια κάποιον απ’ τους αντρικούς τύπους του βιβλίου της.

Το ίδιο βράδυ, επειδή ο άντρας μου είχε πάει σε κάποια συγκέντρωση, άρχισα να διαβάζω και γω τις Δυνάμεις του Χαρακτήρα, αμέσως μόλις έβαλα τα παιδιά να πλαγιάσουν. Αυτό το μυθιστόρημα περιλαμβάνει μέσα στ’ άλλα, κι ένα ανώνυμο γράμμα σταλμένο στον ήρωα από κάποιον κατεργάρη. Και να το κείμενο:


Αγαπητέ κύριε και εντιμότατε Πιότρ Ιβάνοβιτς,

Ασφαλώς δε με γνωρίζετε, αλλά, επειδή συμμερίζομαι τα αισθήματά σας, παίρνω το θάρρος να σας στείλω αυτές τις λίγες γραμμές. Ο ευγενικός σας χαραχτήρας μου είναι απόλυτα γνωστός και η καρδιά μου σφίγγεται στη σκέψη πως χωρίς καμιά εκτίμηση στην εντιμότητά σας, κάποιο πρόσωπο απ’ τα πολύ κοντινά σας, σας απατά αισχρά.


Χωρισμένη από σας, τουλάχιστον χίλια βέρστια, ξεδιπλώνει τις φτερούγες της, σαν ευτυχισμένη περιστέρα, για να πετάξει προς τον ουρανό, και δε θέλει να ξαναγυρίσει στο πατρικό σπίτι. Της δώσατε την ελευθερία τόσο για το δικό σας κακό όσο και για το δικό της. Βρίσκεται στα νύχια κάποιου που τον φοβάται, μα που τη σαγηνεύει με το γοητευτικό του παρουσιαστικό· της έκλεψε την καρδιά και δε βλέπει πια, παρά μόνο με τα δικά του μάτια. Έτσι, τα παιδάκια της τής γίνονται αδιάφορα, αν αυτός δεν της απευθύνει μια στοργική λέξη.

Θα θέλατε να μάθετε ποιος είναι αυτός ο ελεεινός; Δε θα σας πω το όνομά του, αλλά προσέξτε μόνος σας, ποιος έρχεται πιο συχνά απ’ όλους στο σπίτι σας, προσέξτε τους μελαχροινούς. Όταν θα δείτε κάποιον μελαχροινό έτοιμο να δρασκελίσει το κατώφλι του σπιτιού σας, τα μάτια σας τέσσερα.

Είναι καιρός που αυτός ο μελαχροινός μπαίνει εμπόδιο στο δρόμο σας, μόνο που δε μπορείτε να τον μαντέψετε.

Μ
ονάχα η δική σας ανωτερότητα με παρακινεί να σας φανερώσω αυτό το μυστικό. Αν δε με πιστεύετε κοιτάξτε λίγο ποιος βρίσκεται μέσα στο μενταγιόν που φοράει η γυναίκα σας στο στήθος της.
(Κάποιο πρόσωπο αληθινά αφοσιωμένο, 
που θα σας είναι για πάντα άγνωστο.)



Πρέπει να ομολογήσω, πριν απ’ όλα, πως είχα περίφημη διάθεση κείνη τη στιγμή. Ο άντρας μου δεν είχε πάθει κρίση από αρκετό καιρό, τα παιδιά ήταν μια χαρά, τα χρέη μας σβήνανε σιγά - σιγά και το Ημερολόγιο ενός Συγγραφέα είχε επιτυχία. Όλα αυτά μου έδιναν κουράγιο κι επιδρούσαν στο χαραχτήρα μου και στην εύθυμή μου διάθεση. Και να που απότομα, επηρεασμένη όπως ήμουν, από το ανώνυμο γράμμα που μόλις είχα διαβάσει, πέρασε απ’ το μυαλό μου η πονηρή ιδέα, να το αντιγράψω, και αφού παραλείψω δυο-τρεις φράσεις και αλλάξω το όνομα, να το στείλω στον άντρα μου. Νόμιζα πως είχε διαβάσει αυτό το γράμμα στο μυθιστόρημα της Σοφίας Σμιρνάβα το περασμένο βράδυ, πως θα μάντευε αμέσως το αστείο και πως θα μπορούσαμε να γελάσουμε μαζί. Ταυτόχρονα συλλογιζόμουν πως μπορεί να το έπαιρνε και στα σοβαρά, μα και σ’αυτή την περίπτωση ήταν ενδιαφέρον για μένα να δω πώς θα φερνόταν ύστερα απ’ το διάβασμα μιας ανώνυμης επιστολής : θα μου την έδειχνε, ή θα την πετούσε στο καλάθι; Αμ’ έπος άμ’ έργον, λοιπόν, κατά τη συνήθειά μου!

Στην αρχή θέλησα να το γράψω με το δικό μου γραφικό χαραχτήρα, αλλά επειδή αντέγραφα κάθε μέρα τα στενογραφημένα κείμενα του Ημερολογίου, για τον άντρα μου, ο γραφικός μου χαραχτήρας του ήταν πολύ γνωστός. Έπρεπε λοιπόν να χρησιμοποιήσω ένα στρατήγημα. Έτσι άρχισα ν’ αντιγράφω το γράμμα μ’ ένα γράψιμο διαφορετικό και πιο όμορφο, απ’ το συνηθισμένο μου, που του ήταν γνώριμο. Ωστόσο αυτό ήταν αρκετά δύσκολο και μουντζούρωσα αρκετά φύλλα πριν καταφέρω να πετύχω ένα ικανοποιητικό γράμμα, που το πήγα την επομένη στο ταχυδρομείο.

Αυτό το γράμμα, μας ήρθε την ίδια μέρα, με το συνηθισμένο ταχυδρομείο.

Κείνη την ημέρα, ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, που είχε αργήσει έξω, γύρισε στο σπίτι ακριβώς στις πέντε κι επειδή δεν ήθελε να κάνει τα παιδιά να περιμένουν, άλλαξε γρήγορα - γρήγορα κουστούμι, και χωρίς ούτε καν να κοιτάξει τα γράμματα, ήρθε και κάθησε στο τραπέζι.

Τα παιδιά χαλάσανε τον κόσμο στο δείπνο. Ο άντρας μου ήταν ευδιάθετος, μιλούσε πολύ και γελούσε απαντώντας στις ερωτήσεις των μικρών. Μετά το φαγητό, μ’ ένα ποτήρι τσάι στο χέρι, κλείστηκε όπως συνήθως στο γραφείο του και γω συντρόφεψα τα παιδιά στην κάμαρά τους. Σε λίγο, θα μπορούσα να δω το αποτέλεσμα που είχε το ανώνυμο γράμμα μου.




Μπήκα στο γραφείο και κάθησα πλάι του στη συνηθισμένη μου θέση, φέρνοντας σκόπιμα τη συζήτηση σ’ ένα θέμα που έπρεπε να προκαλέσει τις απαντήσεις του άντρός μου. Μα αυτός σώπαινε πεισματικά, και δρασκέλιζε το δωμάτιο με βαριά βήματα. Είδα πως ήταν πολύ συγκινημένος κι αμέσως τον λυπήθηκα. Για να σπάσω τη σιωπή, ρώτησα :

— Γιατί είσαι τόσο σκυθρωπός, Φέντια;

Με κοίταξε με θυμό, έκανε ακόμα δυο φορές το γύρο της κάμαρας και στάθηκε μπροστά μου, σχεδόν με άγγιζε.

— Φοράς κανένα μενταγιόν; ρώτησε με πνιγμένη φωνή.

— Ναι, φορώ.

— Δείξ’ το μου.

— Γιατί; Το ’χεις δει τόσες φορές!

— Δείξε μου αυτό το μενταγιόν!
φώναξε μ’ όλη τη δύναμη της φωνής του.

Κατάλαβα πως το αστείο μου είχε τραβήξει πολύ μακριά, και για να ησυχάσω τον άντρα μου ξεκούμπωσα το γιακά της μπλούζας μου. Μα δεν πρόφτασα να πάρω μόνη μου το μενταγιόν. Μη μπορώντας πια να κυριαρχήσει το θυμό του, ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, όρμησε επάνω μου, και τράβηξε βίαια την λεπτότατη αλυσιδίτσα που μου είχε αγοράσει στη Βενετία, που έσπασε στη στιγμή και το κόσμημα του έμεινε στα χέρια. Έτρεξε στο γραφείο του κι έσκυψε ν’ ανοίξει το μενταγιόν. Μην ξέροντας πώς να τ' ανοίξει το στριφογύρισε πολλήν ώρα άπ’ όλες τις μεριές.

Έβλεπα τα χέρια του να τρέμουν και το μενταγιόν έτοιμο να του ξεφύγει. Λυπόμουν τον Φεόντορ Μιχαήλοβιτς και μετάνιωσα γι’ αυτό που είχα κάνει. Του μίλησα σ’ έναν τόνο φιλικό, και του πρότεινα ν’ ανοίξω εγώ το μενταγιόν, μα αρνήθηκε τη βοήθειά μου θυμωμένος. Τέλος, τα κατάφερε να το ανοίξει και είδε απ’ τη μια μεριά το πορτραίτο της Λιούμπας μας κι απ’ την άλλη το δικό του. Κατασαστισμένος εξακολούθησε ωστόσο να περιεργάζεται το μενταγιόν, χωρίς να λέει λέξη.

— Ε, λοιπόν, τι βρήκες Φέντια, ανόητε; Πώς μπόρεσες να πιστέψεις ένα ανώνυμο γράμμα ;

— Πώς ξέρεις πως υπάρχει ένα ανώνυμο γράμμα;

— Τι θα πει, πώς; Εγώ η ίδια σου το ’στειλα!

— Τι θα πει εσύ, η ίδια; Τι είν’ αυτά που λες, είναι απίστευτο!

— Θα σου το αποδείξω αμέσως.


Πήγα στο άλλο τραπέζι, όπου βρισκόταν το φύλλο των Ρωσικών Σημειωμάτων απ’ όπου έβγαλα τις σελίδες που είχα ασκηθεί το περασμένο βράδυ.

Ο άντρας μου άφησε τα χέρια του να πέσουν από την απορία.

— Και συ λοιπόν το σύνταξες αυτό το γράμμα ;

— Δεν το σύνταξα καθόλου, το αντέγραψα μόνο από το μυθιστόρημα της Σοφίας Ιβάνοβνας. Το διάβασες χθες το βράδυ και νόμισα πως θα μάντευες αμέσως!


— Πώς θέλεις να θυμάμαι! Όλα τ’ ανώνυμα γράμματα είναι γραμμένα με τον ίδιο τρόπο. Μόνο που δεν καταλαβαίνω γιατί μου το ’στειλες.

— Απλούστατα θέλησα να κάνω ένα αστείο!

— Μα μπορεί κανείς ν’ αστειεύεται μ’αυτόν τον τρόπο; Για δες πόσο υπέφερα αυτή τη μισή ώρα!

— Ποιος μπορούσε να φανταστεί, πως είσαι ένας σωστός Οθέλλος! Και πως χωρίς να σκεφτείς τίποτα, θα ’παιρνες φωτιά;

— Σε τέτοιες περιπτώσεις δε λογικεύεται κανείς. Βλέπω πως δεν έχεις νιώσει ούτε αληθινόν έρωτα, ούτε αληθινή ζήλια.


— Ως τα σήμερα νιώθω την αληθινή αγάπη, μα κείνο που δεν ξέρω είναι η αληθινή ζήλια, και συ φταις γι’ αυτό! Γιατί δε μ’ απάτησες;
είπα γελώντας για να διαλύσω το σύννεφο, και να του αλλάξω διάθεση. Σε παρακαλώ, απάτησέ με μια φορά. Μ’ όλο που εγώ δεν είμαι τόσο ευέξαπτη όπως εσύ, εσένα δε θα σ’ άγγιζα καθόλου, μα κείνης της ελεεινής, θα της έβγαζα τα μάτια!

— Γελάς με όλα, Άννιετσκα, είπε ντροπιασμένα. Για συλλογίσου τη συμφορά που μπορούσε να συμβεί! Μάθε λοιπόν, πως στο θυμό μου μπορούσα να σ’ έχω στραγγαλίσει! Αχ ! Μπορεί κανένας να πει πάλι: ο θεός λυπήθηκε τα παιδιά μας! Για συλλογίσου ακόμα πως αν δεν έβρισκα το πορτραίτο μου στο μενταγιόν, θα μου ’μενε πάντα μια αμφιβολία σ’ όλη μου τη ζωή, για την πίστη σου, και σ’ όλη μου τη ζωή θα βασανιζόμουν απ’ αυτό. Σε ικετεύω, μην αστειεύεσαι με τέτοια ζητήματα· στη μανία μου, δε μπορώ να εγγυηθώ για τίποτα!

Όση ώρα μιλούσαμε, ένιωθα μιά δυσάρεστη αίσθηση κάθε φορά που κινούσα τό λαιμό μου. Έβαλα το μαντήλι μου στο σημείο που πονούσα, και είδα πως ήταν ματωμένο. Μόλις είδε το αίμα, ο άντρας μου, απελπίστηκε :

— Θεέ μου, τι έκανα; Άννιετσκα, αγαπημένη μου, συχώρεσέ με, σε πλήγωσα, σε πόνεσα! Πες μου υποφέρεις πολύ;

Τον ησύχασα πως δεν υπήρχε κανένα τραύμα, πως ήταν μόνο μια γρατζουνιά που θα χανόταν ως την άλλη μέρα. Δεν τον τάραζε τόσο το αστείο όσο η δική του η παραφορά. Όλη η βραδιά πέρασε με δικαιολογίες, με μετάνοιες και με τρυφερότητες. Και γω ήμουν ευτυχισμένη που αυτή η ηλίθια φάρσα, τελείωσε ευχάριστα. Λυπόμουν ειλικρινά που τον έκανα να υποφέρει, και ορκίστηκα να μην αστειευτώ άλλη φορά με τέτοιον τρόπο, μαζί του, γιατί έμαθα από πείρα ως ποιο βαθμό μανίας, μπορούσε να φτάσει ο πολυαγαπημένος μου άντρας, σ’ ένα ξέσπασμα ζήλειας.

Φύλαξα, απ’ τις 18 του Μάη 1876 ως τα σήμερα, το μενταγιόν και το ανώνυμο γράμμα.


Άννα Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκη, Ο Ντοστογιέφσκη και γω
μτφρ. Σ. Βουρδουμπά, εκδόσεις Γκοβόστη (σελ.246 - 250)


Η Άννα με τα παιδιά τους: Fyodor Fyodorovich and Lyubov Fyodorovna. 

«Πήγαινε να τον βρεις!»

«Συνόδευα πάντοτε τον Φεόντορ Μιχαήλοβιτς στις φιλολογικές εσπερίδες, αλλά δυστυχώς, τις κοσμικές μου εμφανίσεις τις σκίαζαν πάντα διάφορες σκηνές ζηλοτυπίας, που απρόσμενα κι αβάσιμα, μου ’κανε ο άντρας μου. Σκηνές, που πολλές φορές με βάζανε σε πολύ κωμική θέση. Να, ένα παράδειγμα:

Μια μέρα [του 1879] φτάσαμε πολύ αργοπορημένοι σε μια εσπερίδα που μας είχαν καλέσει. Ήταν κιόλας όλοι συναγμένοι. Μόλις μπήκαμε, υποδέχτηκαν τον Φεόντορ Μιχαήλοβιτς πολύ φιλικά και οι κύριοι μού φίλησαν το χέρι (μια κοσμική συνήθεια που έκανε τον άντρα μου έξω φρενών). Τους χαιρέτησε όλους λίγο ψυχρά κι έφυγε από κοντά μου. Κατάλαβα στη στιγμή τι συνέβαινε, κι αφού άλλαξα μερικές φράσεις με τους άλλους καλεσμένους, κάθησα στο πλάι του, με την πρόθεση να διαλύσω την κακή εντύπωση. Δεν τα κατάφερα όμως. Στις ερωτήσεις που του έκανα, δεν μου απαντούσε. Τέλος, μου ’ριξε μια ματιά γεμάτη κακία και μου είπε:

— Πήγαινε να τον βρεις!

Τον κοίταξα κατάπληκτη και ρώτησα:

— Ποιον;

— Δεν καταλαβαίνεις ;

— Δεν καταλαβαίνω ποιον πρέπει να πάω να βρω
, είπα γελώντας.

— Αυτόν που σου φίλησε το χέρι, με τόσο πάθος.

Επειδή όλοι όσοι βρίσκονταν στό σαλόνι, μου είχαν φιλήσει το χέρι από ευγένεια και σεβασμό, δε μπορούσα να ξέρω ποιος ανάμεσά τους ήταν, κατά τη γνώμη του αντρός μου, ο ένοχος.

Όλη αυτή η συζήτηση έγινε ψιθυριστά και με μουρμουρίσματα, ωστόσο, όσοι ήταν καθισμένοι δίπλα μας την άκουσαν περίφημα. Καταντροπιασμένη και φοβισμένη μήπως γίνει καμιά σκηνή, είπα στον άντρα μου:

— Καλά, Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, βλέπω πως είσαι κακόκεφος, και πως δε θέλεις να μου μιλήσεις· πάω στη σάλα, να βρω τη θέση μου. Αντίο.

Έφυγα. Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά, όταν ο Γκαϊντεμπούροβ ήρθε να με ειδοποιήσει ότι με γύρευε ο άντρας μου. Υπέθεσα πως δεν κατάφερνε να βρει στο βιβλίο του το μέρος που θα διάβαζε, και ξαναγύρισα στο σαλόνι, όπου με δέχτηκε εχθρικά.

— Δε μπόρεσες να κρατηθείς· έπρεπε νάρθεις να τον δεις; παρατήρησε.

— Ασφαλώς, είπα γελώντας, μα ήθελα να σε δω και σένα. Χρειάζεσαι τίποτα;


— Δε θέλω τίποτα.

— Μα δε με φώναξες;

— Ούτε το συλλογίστηκα. Μη το φαντάζεσαι, σε παρακαλώ!

— Λοιπόν, αφού δε με φώναξες, αντίο, φεύγω.


Σε δέκα λεπτά, κάποιος απ’ τους οργανωτές, με πλησίασε και μου είπε πως ο Ντοστογιέβσκη επιθυμούσε να μάθει πού ήμουν καθισμένη, πράγμα που τον έκανε να νομίζει ότι ο άντρας μου ήθελε και να με δει. Αποκρίθηκα πως μόλις τον είχα αφήσει στο αναγνωστήριο, και πως δεν ήθελα να τον εμποδίσω να συγκεντρωθεί στο κείμενο που θα διάβαζε. Δε σάλεψα απ’ τη θέση μου. Στο πρώτο διάλειμμα, ένας έφορος ξαναγύρισε και μ' εβεβαίωσε πως ο άντρας μου επέμενε να με δει. Έτρεξα γρήγορα στο σαλόνι και πήγα κοντά στον άντρα μου, είδα το πρόσωπό του ντροπιασμένο και μετανοιωμένο. Έσκυψε προς το μέρος μου, και μόλις που τον άκουσα :

— Συχώρεσέ με, Άννιετσκα, και δώσε μου το χέρι σου, για να μου φέρεις γούρι, θα διαβάσω αμέσως τώρα.

Ήμουν εξαιρετικά ευχαριστημένη που είχε ηρεμήσει, κι έσπαζα μονάχα το κεφάλι μου για να μαντέψω ποιον απ’ τους παρισταμένους (όλοι τους άλλωστε, τι ειρωνία, ήταν αρκετά ηλικιωμένοι), υποψιαζόταν ο άντρας μου, πως ήταν ερωτευμένος μαζί μου. Την ώρα που βγαίναμε, αυτά τα περιφρονητικά λόγια: «Για δες αυτόν τον κοντό Φραντσέζο που τριγυρίζει σα δαιμονισμένος», μου έδωσαν επιτέλους να καταλάβω πως οι ζηλιάρικες υποψίες του αντρός μου, εκείνη την ημέρα είχαν στραφεί στον Γρηγορόβιτς, που είχε μητέρα Γαλλίδα.

Στην επιστροφή απ’ αυτή την εσπερίδα, μάλλωσα άσχημα τον άντρα μου, για την αστήριχτη ζήλεια του. Όπως συνήθως, μου ζήτησε συγγνώμη, παραδέχτηκε πως ήταν ένοχος και ορκίστηκε πως αυτό δε θα ξαναγινόταν ποτέ πια. Λυπόταν ειλικρινά για το φέρσιμό του, και με διαβεβαίωνε πως του ήταν αδύνατο ν’ αντισταθεί σ’ αυτό το απότομο ξέσπασμα ζήλιας, που τον είχε βασανίσει μια ολάκερη ώρα.


«Κόλαση και παράδεισος: Φιοντόρ Ντοστογέφσκι» σε σκηνοθεσία Βλαντιμίρ Κοτινένκο
___________________


Τέτοιες σκηνές, είχαμε κάθε φορά που πηγαίναμε σε κόσμο. Ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς δεν παρέλειπε ποτέ ν’ αναθέσει σ’ έναν απ’ τους οργανωτές της γιορτής, ή σε κάποιον γνωστό μας, να κοιτάζει πού ήμουν καθισμένη, και με ποιους κουβέντιαζα. Πλησίαζε συχνά τη μισάνοιχτη πόρτα του αναγνωστηρίου κι έψαχνε από μακριά να με βρει στη θέση που του είχαν υποδείξει. Συνήθως στους συγγενείς των ομιλητών, έδιναν θέση κατά μήκος του δεξιού τοίχου, λίγα βήματα πιο κει απ’ την πρώτη σειρά.

Όταν ανέβαινε στην έδρα, ο άντρας μου, χαιρετούσε το κοινόν, που τον χειροκροτούσε, μα δεν άρχιζε να διαβάζει πριν να εξετάσει προσεχτικά όλες τις κυρίες που ήταν καθισμένες κοντά στον δεξιό τοίχο. Για να με ξεχωρίσει γρήγορα, σκούπιζα το μέτωπό μου με ένα άσπρο μαντήλι ή ανασηκωνόμουν από το κάθισμά μου, και δεν άρχιζε να διαβάζει παρά μονάχα όταν βεβαιωνόταν ότι ήμουν πραγματικά εκεί. Οι διπλανοί μου, αντιλαμβάνονταν περίφημα τη ματιά και την έκφραση του αντρός μου, και μας κορόιδευαν, κάτι που μ’ έκανε να τρέμω από θυμό.

Πειραγμένη απ’ αυτή την κατάσταση είπα στον άντρα μου μια μέρα που πηγαίναμε σε μια φιλολογική βραδιά:

— Να ξέρεις, αγαπητέ μου, πως αν ψάξεις και σήμερα να με βρεις μέσα στον κόσμο, και περιεργάζεσαι έναν - έναν όλους τους ακροατές, θα σηκωθώ και θα φύγω απ’ την αίθουσα, περνώντας, μπροστά απ’ την έδρα. Σου δίνω το λόγο μου γι αυτό.

— Και γω, θα πηδήσω απ’ την έδρα, και θα τρέξω πίσω σου, για να δω μήπως σου συνέβη τίποτα, και πού πας.

Ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς αυτά τα λόγια τα πρόφερε μ’ έναν τόνο σοβαρό, κι έμεινα με την πεποίθηση πως έτσι θα ’κανε πραγματικά αν τύχαινε να βγω ξαφνικά απ’ τη σάλα.»



Άννα Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκη, Ο Ντοστογιέφσκη και γω, μτφρ. Σ. Βουρδουμπά, εκδόσεις Γκοβόστη (σελ. 301-303)

Η Άννα στην αίθουσα του Ιστορικού Μουσείου Dostoyevsky στη Μόσχα το 1916.
______________________

«Άναψε μια λαμπάδα, Άννια, και δος μου το Ευαγγέλιο»

Στις αρχές του 1881, όλα τα χρέη είχαν εξοφληθεί, οι κρίσεις της επιληψίας είχαν τρεις μήνες να ενοχλήσουν τον Φεόντορ Μιχαήλοβιτς· τίποτα δεν προμήνυε το τέλος του Ντοστογιέφσκι, που από τα μέσα του Γενάρη δούλευε για ένα ακόμα φύλλο του "Ημερολογίου ενός Συγγραφέα".

Στις 26 Γενάρη του 1881, ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς σηκώθηκε στη μία και διηγήθηκε στην Άννα το μικρό ατύχημα που του είχε συμβεί τη νύχτα· ο κοντυλοφόρος του, είχε πέσει καταγής και είχε κυλήσει κάτω από μια εταζέρα, την οποία αναγκάστηκε να μετατοπίσει. Η προσπάθεια που έκανε, προκάλεσε τη διάρρηξη κάποιας πνευμονικής αρτηρίας. Μια γουλιά αίμα ανέβηκε στο λαιμό του... Πριν το δείπνο μια καινούρια αιμορραγία, ο Ντοστογιέφσκι εξομολογείται, μεταλαμβάνει και ευλογεί τα παιδιά και την Άννα· την ευχαριστεί για την ευτυχία που του χάρισε και την παρακαλεί να τον συγχωρήσει, αν την πίκρανε σε οτιδήποτε.

«Στεκόμουν όρθια, πιο πολύ πεθαμένη παρά ζωντανή, χωρίς να΄χω τη δύναμη να του απαντήσω», θυμάται η Άννα. 




Η επόμενη μέρα, η 27η Ιανουαρίου, περνάει χωρίς επιπλοκές και στις 7 το πρωί της 28ης Ιανουαρίου, η Άννα, που κοιμάται σ΄ένα στρώμα στο πάτωμα, πλάι στον καναπέ του συζύγου της, ξυπνάει και βλέπει πως κοιτάζει προς το μέρος της: 

Έσκυψα απάνω του και τον ρώτησα:

— Λοιπόν, πώς αισθάνεσαι, αγαπημένε μου;

— Ξέρεις, Άννια, είπε με σιγανή φωνή, είναι τρεις ώρες που δεν κοιμάμαι, και που σκέφτομαι αδιάκοπα. Μα για μένα είναι τώρα φανερό, πως θα πεθάνω σήμερα.

— Αγαπημένε μου, γιατί το σκέφτεσαι αυτό; (του είπα γεμάτη ανησυχία). Τώρα πας καλύτερα, δεν έχεις πια αιμορραγία, και όπως λέει ο Κοχλακόβ, φαίνεται πως σχηματίστηκε κάποιο «πώμα». Για τ’ όνομα του Θεού, μη βασανίζεσαι πια με αμφιβολίες· θα ζήσεις ακόμα, σε βεβαιώ.

— Όχι, το ξέρω, θα πεθάνω σήμερα! Άναψε μια λαμπάδα, Άννια, και δος μου το Ευαγγέλιο.

Αυτό το Ευαγγέλιο το είχαν χαρίσει στον άντρα μου στο Τομπόλσκ, τη στιγμή που ξεκινούσε για τα καταναγκαστικά έργα, οι γυναίκες των Δεκεμβριστών.... 
Ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς δεν αποχωρίστηκε ούτε στιγμή αυτό το ιερό βιβλίο, τα τέσσερα χρόνια που πέρασε στο κάτεργο.
Ύστερα, το Ευαγγέλιο βρισκόταν πάντα πρόχειρο, κοντά του, στο γραφείο του, και πολλές φορές, όταν είχε αμφιβολίες για κάτι, ή αν δεν κατάφερνε να πάρει μια απόφαση, άνοιγε το Ευαγγέλιο στην τύχη και διάβαζε στο απάνω μέρος αριστερά, της σελίδας που άνοιγε. 
Έτσι και τούτη τη φορά θέλησε να συμβουλευτεί το άγιο βιβλίο, το άνοιξε και με παρακάλεσε να διαβάσω.

Ήταν το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, III, 14·15: «Ο δε Ιωάννης εκώλυεν αυτόν λέγων: Εγώ χρείαν έχω υπό σου βαπτισθήναι και συ ζητείς από εμέ; Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπε προς αυτόν: Μη διακωλύεις με· ούτω γαρ πρέπον εστί ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην».

Ακούς! Μη διακωλύεις με, αυτό σημαίνει πως θα πεθάνω! είπε ο άντρας μου κλείνοντας το βιβλίο. 




Δε μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου. Ο άντρας μου δοκίμασε να με ησυχάσει, να με παρηγορήσει. Μου είπε λόγια γεμάτα στοργή, και μ’ ευχαρίστησε για την ευτυχισμένη ζωή που είχε περάσει πλάι μου. Καθώς μου εμπιστευόταν τα παιδιά, μου είπε πως είχε πίστη σε μένα. Είχε την ελπίδα πως θα τ’ αγαπούσα και θα τα προστάτευα πάντα. Ύστερα, βρήκε για μένα λόγια που λίγοι σύζυγοι μπορούν να πουν στις γυναίκες τους, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια συζυγικής ζωής:

— Μη ξεχνάς, Άννια, πως σ’ αγάπησα πάντα φλογερά, και πως δε σε απάτησα ούτε με τη σκέψη.

Ήμουν συγκινημένη ως τα βάθη της ψυχής μου απ’ αυτά τα στοργικά λόγια, και πολύ τρομαγμένη κι ανήσυχη, γιατί κάθε συγκίνηση μπορούσε να ’ναι μοιραία γι’ αυτόν. 
Τον ικέτευα να μη συλλογιέται το θάνατο, να μη μας πικραίνει όλους με τις έγνοιες και τους φόβους του· τον παρακαλούσα ν’ αναπαυθεί και α κοιμηθεί. Ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς μ’ άκουσε, κι έπαψε να μιλάει μα η γαληνεμένη του μορφή, φανέρωνε καθαρά πως η ιδέα του θανάτου δεν τον άφηνε και πως το πέρασμα στον άλλο κόσμο, δεν είχε γι’ αυτόν τίποτα το τρομαχτικό.

Κατά τις εννέα το πρωί αποκοιμήθηκε ήσυχα, χωρίς ν’ αφήσει το χέρι μου που το κρατούσε μέσα στο δικό του. Έμεινα καθισμένη, ασάλευτη, από φόβο μην ταράξω τον ύπνο του. Κατά τις έντεκα όμως, ξύπνησε απότομα κι ανασηκώθηκε απ’ το μαξιλάρι του. Η αιμοραγία ξανάρχιζε. Ήμουν ολότελα απελπισμένη, μ’ όλο που κατέβαλλα απεγνωσμένες προσπάθειες για να κρατήσω ένα ήρεμο ύφος. Πάσχισα να τον πείσω πως το αίμα που έχασε ήταν ελάχιστο σε ποσότητα και πως θα σχηματιζόταν ένα «πώμα» όπως και προχτές. Σ’ απάντηση στα καθησυχαστικά μου λόγια, ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, κούνησε θλιμμένα το κεφάλι, σα να ήταν σίγουρος πως το προαίσθημα που είχε για το θάνατό του, θα αλήθευε κείνη την ίδια μέρα.[....]

H Άννα επισκέπτεται τον τάφο του Νοτστογιέφσκι με τα παιδιά της, Πετρούπολη 1881


Ολόκληρη την ημέρα, δεν άφησα ούτε στιγμή τον αγαπημένο μου άντρα· κρατούσε το χέρι μου μέσα στο δικό του και ψιθύριζε: «δυστυχισμένη... αγάπη μου... με πόσες σκοτούρες σ’ αφήνω... καημενούλα μου, τι δύσκολο που θα σου είναι να ζήσεις!...»

Τον ησύχασα, τον παρηγόρησα με την ιδέα μιας ανάρρωσης· μα ήταν φανερό, πως ο ίδιος δεν είχε πια καμιά ελπίδα, και δεν τον άφηνε πια η σκέψη πως θα εγκατέλειπε την οικογένειά του, σχεδόν χωρίς καθόλου πόρους. 

Ο αγαπημένος μου άντρας ψιθύριζε πολλές φορές: «Φώναξε τα παιδιά». Τα φώναζα· ο πατέρας τους τούς έτεινε τα χείλη του, τον φιλούσαν, ύστερα, σύμφωνα με την εντολή του γιατρού φεύγανε αμέσως. Ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς τα παρακολουθούσε θλιμμένος με τα μάτια. Σχεδόν δυο ώρες πριν πεθάνει, όταν τα ζήτησε και ήρθαν ακόμα μια φορά κοντά του, μου είπε να δώσω το Ευαγγέλιο στο Φέντια.

Στις εφτά, το σαλόνι και η τραπεζαρία, πλημμύρισαν από επισκέπτες, φίλους και περίεργους: στις εφτά ερχόταν ο καθηγητής Κολχακόβ να ιδεί τον άντρα μου, και τον περίμεναν.

Άξαφνα, και χωρίς φανερή αιτία, ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, τινάχτηκε κι ανασηκώθηκε λίγο στο ντιβάνι. Ένα λεπτό αυλάκι αίμα χρωμάτισε και πάλι το σαγόνι του. Του δώσαμε μικρά κομματάκια πάγου, αλλά η αιμορραγία δε σταματούσε. 

Ο άντρας μου είχε χάσει τις αισθήσεις του. Ήμουν γονατισμένη μαζί με τα παιδιά πλάι στον καναπέ, και κλαίγαμε, συγκρατώντας μ’ όλη μας τη δύναμη τ’ αναφιλητά μας, γιατί ο γιατρός μάς είχε προειδοποιήσει ότι ο θόρυβος είναι η ύστατη αίσθηση που έχει ένας ετοιμοθάνατος, και πως η διακοπή της σιωπής δεν έκανε άλλο παρά να μακραίνει την αγωνία του και να παρατείνει τους πόνους.

Κρατούσα τα χέρια του αντρός μου, κι ένιωθα πως ο σφυγμός του χτυπούσε όλο και πιο αδύναμα. Το ίδιο βράδυ, στις οχτώ και τριανταχτώ λεπτά, ο πολυαγαπημένος μου πέθανε.


Άννα Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκη, Ο Ντοστογιέφσκη και γω, 
μτφρ. Σ. Βουρδουμπά, εκδόσεις Γκοβόστη (σελ. 322 - 326)


«Ένας στέρεος τοίχος να στηριχτεί και να τον ζεσταίνει...»

Το γεγονός ότι ο άντρας μου μ’ αγαπούσε και μ’ εκτιμούσε, όχι μόνο όπως πολλοί σύζυγοι, αλλά και με λάτρευε σα να ήμουν ένα πλάσμα εξαιρετικό, πλασμένο μόνο γι’ αυτόν, και πως αφού μ’ αγάπησε τον πρώτο καιρό του γάμου μας, εξακολούθησε να μ’ αγαπάει μέχρι τον θάνατό του, αυτό το γεγονός, υπήρξε για μένα ένα μυστήριο σ’ ολάκερη τη ζωή μου. 

Στην πραγματικότητα δεν είχα καμιά ξεχωριστή ομορφιά, δεν είχα κανένα ταλέντο, ούτε καμιά ιδιαίτερη πνευματική ανάπτυξη, και είχα μόνο μια μέτρια μόρφωση. Ωστόσο τιμήθηκα και λατρεύτηκα σχεδόν, από έναν άντρα έξυπνο και προικισμένο με υπέροχα χαρίσματα.
Αυτό το μυστήριο φωτίστηκε κάπως για μένα, όταν διάβασα ένα σχόλιο του Ροζάνοβ (που αναφερόταν σ’ ένα γράμμα του Ντοστογιέβσκη, όπου μιλούσε για τον Στράχοβ) στις 5 του Γενάρη του 1890.

«Κανένας, ούτε κι ένας «φίλος» δε μπορεί να μας διορθώσει, μα είναι μια μεγάλη ευτυχία στη ζωή να συναντήσει κανείς έναν άνθρωπο μ’ ένα χαραχτήρα ολότελα διαφορετικό, με άλλα ιδιαίτερα γνωρίσματα και με άλλες απόψεις, έναν άνθρωπο που, μ' όλο που μένει πάντα ο ίδιος, που δε μας ακολουθεί ποτέ, δε φροντίζει να μας μιμηθεί (συμβαίνει κι αυτό) και δεν ανακατεύει την ψυχή του (σε τούτη την περίπτωση μια ψυχή χωρίς ειλικρίνεια) στην εσωτερική μας ζωή, στο χάος μας, αποτελεί ένα τείχος γερό, ένα οχυρό στις «ανοησίες» του καθενός μας. 

Η φιλία βρίσκεται μέσα στην αντίθεση, και όχι στην ομοφωνία. Αληθινά ο Θεός μού χάρισε το Στράχοβ για δάσκαλο. Μα η φιλία μου μ’ αυτόν, οι σχέσεις μου μαζί του, αντιπροσώπευαν πάντα ένα είδος στέρεου τοίχου, που ένιωθα πως πάντα θα μπορούσα να ακουμπήσω σ' αυτόν, ή μάλλον να στηριχτώ. Και ποτέ δε θα μ’ αφήσει να πέσω, και θα με ζεσταίνει...»

Πραγματικά, εγώ κι ο άντρας μου, είμαστε «πρόσωπα» με απόλυτα διαφορετικό χαραχτήρα, που είχαμε ο καθένας μας τα ιδιαίτερά μας γνωρίσματα, και τις απόψεις μας, μα μέναμε πάντα εμείς οι ίδιοι, δεν ακολουθούσαμε ο ένας τον άλλον, δε ζητούσαμε να μιμηθεί ο ένας τον άλλον, δεν συγχέαμε τις ψυχές μας, δεν επεμβαίναμε, εγώ στην εσωτερική του ζωή, ούτε αυτός στη δική μου. 

Έτσι ο καλός μου ο άντρας και γω, νιώθαμε απόλυτα ελεύθεροι πνευματικά. Ο Φεόντορ Μιχαήλοβιτς, που στοχαζόταν πολύ στη μοναξιά του, τα βαθιά προβλήματα της ανθρώπινης ψυχής, εκτιμούσε, όπως φαίνεται, την άρνησή μου να αναμιχθώ στην πνευματική και ψυχική του ζωή και μου ’λεγε κάποτε: 

«Είσαι η μοναδική γυναίκα που με κατάλαβε» (κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό γι’ αυτόν). Οι σχέσεις του μαζί μου αντιπροσώπευαν πάντα αυτόν «το στέρεο τοίχο που θα μπορούσε ν’ ακουμπήσει ή μάλλον να στηριχτεί και που δεν θα τον άφηνε να πέσει, και που θα τον ζέσταινε...»

Αυτό εξηγεί ακόμα, κατά τη γνώμη μου αυτήν την υπερβολική εμπιστοσύνη που είχε ο άντρας μου σε μένα, και σ' όλες μου τις πράξεις, μ’ όλο που τίποτα δικό μου δεν ξεπερνούσε τα όρια του συνηθισμένου.

Αυτές οι σχέσεις μάς έδωσαν τη δυνατότητα να ζήσουμε δεκατέσσερα χρόνια συζυγικής ζωής, μέσα στην πιο μεγάλη ευτυχία που μπορεί να υπάρξει στη γη.


«Twenty Six Days from the Life of Dostoyevsky», 1981 Soviet drama film directed by Aleksandr Zarkhi.
__________________

«Ποιον άλλο θα μπορούσα να παντρευτώ μετά τον Ντοστογιέφσκι;»

«Πολλοί Ρώσοι συγγραφείς θα αισθανόντουσαν καλύτερα, αν είχαν γυναίκα σαν εκείνη του Ντοστογιέφσκι»
Λέων Τολστόι

Η Άννα έμεινε χήρα στα 35 της. Έζησε μόνο 14 χρόνια με τον Ντοστογιέφσκι και 37 "χωρίς εκείνον, αλλά μαζί με κείνον"Δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, απαντώντας με ειρωνεία: 

«Ποιον άλλο θα μπορούσα να παντρευτώ μετά τον Ντοστογιέφσκι; Ίσως τον Τολστόι;»

Αφιερώθηκε στην δημοσίευση των έργων του Ντοστογιέφσκι και την επιμέλεια του μουσείου του συγγραφέα. Το 1917 εγκατέλειψε την Αγία Πετρούπολη και εγκαταστάθηκε στο κτήμα της στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Το 1918, πέθανε μόνη της, μακριά από τα παιδιά και τα εγγόνια της.


Η Anna Grigorievna με τα εγγόνια της Andrei and Fyodor