Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Το «αλυπιακόν μοσχάτον» στη ζωή ενός στερημένου λυπομανούς· Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


«Εκεί επωλείτο η ευθυμία...»

«.......η Παλαιά Αγορά...υπόγεια με δεκαπέντε και είκοσι σκαλοπάτια κάτω, όπου ήτο κόπος ν' αναβή τις πλέον, άμα άπαξ κατέβαινεν. Εκεί επωλείτο η ευθυμία. Με είκοσι ή τριάντα λεπτά ηγόραζέ τις μεγάλην δόσιν, μέγα ποσόν ευθυμίας. Με εξήντα λεπτά ηγόραζον ολόκληρον την ευθυμίαν.»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις



«Ο παπα-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το νεόκτηστον σταυροπηλιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του Ευαγγελισμού………Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως κατεσκεύαζε. Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν’ ανακουφίζει τας λύπας, τους καημούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου».
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μαύρα κούτσουρα




Οίνος ο παυσίλυπος.... 

Στον περίβολο του Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή, διασώζεται μέχρι σήμερα το κελί, όπου έζησε φιλοξενούμενος από τον παιδικό του φίλο, μοναχό Νήφωνα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Την εποχή εκείνη είχε έρθει από τη Σκιάθο ο Νικόλαος Διανέλλος, ο καλύτερος του φίλος από τα εφηβικά του χρόνια, τα δύσκολα χρόνια της ματαίωσης, με προορισμό το Άγιο Όρος, όπου θα μόναζε.

Ο Νήφων όμως ανέβαλλε διαρκώς την αναχώρησή του, γνωρίστηκε με τους επιτρόπους και τους ιερείς του ναού και του παραχώρησαν το καμαράκι να μένει. Στο καμαράκι, που είχε ένα πατάρι, αρκετά μεγάλο, κοιμόταν ο μοναχός, πάνω σ’ ένα αχυρένιο στρώμα και κει  αργότερα φιλοξένησε και τον Αλέξανδρο. 

Κοντά στους Αγίους Αναργύρους ήταν η ταβέρνα του Καχριμάνη, εκεί πήγαινε ο Παπαδιαμάντης με τον Νήφωνα και έτρωγαν. Κάθονταν αρκετές ώρες κουτσοπίνοντας και συζητώντας. Ο Νήφων τον μύησε στα μυστικά του οίνου και τα ’πιναν οι δυο τους στο ταβερνομπακάλικο του Καχριμάνη καθημερινά σχεδόν.

«Το Μπακάλικο του Καχριμάνη», Σαρρή 15 και Αγίων Ασωμάτων. Στο ισόγειο διώροφης οικίας, της πρώτης οθωνικής περιόδου, στεγαζόταν το Μπακάλικο του Καχριμάνη, όπου σύχναζε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όταν έμενε στου Ψυρρή.
____________________

Το «αλυπιακόν μοσχάτον»

«Ο Νήφων έπαιξε ρόλο στη ζωή του Παπαδιαμάντη, πιθανότατα επειδή έφερε πάνω του κάποια φευγαλέα παπαδιαμαντικά γνωρίσματα. Αποσχηματισμένος μοναχός, με σχέδια ζωής πάνω από τις δυνάμεις του, καψοκαλύβας καί ερημοσπίτης, θύμιζε άνθρωπο που κάποιος τον είχε μουντζώσει. Επιπλέον, ήταν μέγας πότης - πέθανε από το πιοτό- και αποτελούσε ιδανική συντροφιά για το μπακάλικο του Καχριμάνη. Αυτός ήταν ο διδάσκαλος του μεγάλου παπαδιαμαντικού ελαττώματος, του αλκοολισμού, που βοήθησε τα μάλα τη λογοτεχνία του και τη ζωή του. Εξωθημένος σε μια πενιχρή περιθωριακή ζωή, σε λαϊκούς χώρους με συντροφιά κάποια ναυάγια της ζωής, ο Αλέξανδρος θα δεχθεί ως φυσικό συγγενή του το κρασί. Μέχρι τέλους θα του μείνει πιστός.

Στη ζωή ενός στερημένου λυπομανούς που δεν χαρίζεται στις νεανικές του επιθυμίες, το κρασί μπορεί κάλλιστα να κρατήσει τον ρόλο ερωτικού υποκατάστατου. Σαν ευεργετικός εμβολιασμός του τραυματισμένου εγώ, η έκσταση της μέθης χαρίζει αναψυχή και παραμυθία, χωρίς να στερεί το παραμικρό από τους άλλους. Είναι μια καθαρά ιδιωτική και ανακουφιστική αυτοπάθεια. 

Είναι μήπως σύμπτωση ότι επέμενε τόσο στο «αλυπιακόν μοσχάτον»; Από χαρακτήρα, ο Παπαδιαμάντης δεν έπινε για να ξεσπάσει, για να αλλάξει τον κόσμο γύρω του ή να φανερώσει τα κρυφά που τον καταδυνάστευαν. Το κρασί, αντίθετα, του χάριζε μια εσωτερική γαλήνη, το σπίθισμα της πνευματικής μεταρσίωσης που τόσο το είχε ανάγκη, και τόσο τίμησε τους τόπους όπου σύχναζε και τους συμποτικούς αδελφούς. Αν κάθε μέθη σέρνει μέσα της και ένα ερωτικό λείψανο, ο Αλέξανδρος τιμούσε τον «έρωτά» του, γι’ αυτό κατέληγε ομαλά σε ψαλμωδίες. «Και ο απονύχτερος βακχευτής ήρχιζε, μετά τρυφερής μεσοφωνίας, μετά ψιθύρου και παθητικού τόνου να υποτερετίζη...»

Το άλλο πάθος του ήταν το κάπνισμα. Τα «ψιλά Αγρινίου, του Βάρκα...» τα αγόραζε χύμα, με την οκά, και το τραπέζι του στην εφημερίδα ήταν κατάστικτο από καψίματα. Πότης, καπνιστής, άνθρωπος που ήξερε το καλό φαγητό επειδή είχε σπουδάσει την πείνα - αλλά ποτέ τρεχέδειπνος -, ο νέος συγγραφέας θα αφήσει στην Ιστορία των γραμμάτων αυτή τη φιγούρα του άπλυτου, του κακοντυμένου, του λιγομίλητου επαρχιώτη, που θα κέρδιζε πολλά σαν συγγραφέας επειδή είχε χάσει πολλά σαν άνθρωπος. 

Κάτι από αυτή την εικόνα διασώζει το πορτραίτο του Δ. Χατζόπουλου: 

«Ο κ. Παπαδιαμάντης, ο εκ της νήσου Σκιάθου συγγραφεύς, ο ιδιόρρυθμος, ο εκκεντρικός, ο Μπεμ, ο Μένιππος φιλόσοφος, ο άνθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών, ο θαυμάσιος τύπος, ο ειλικρινής χαρακτήρ, ο περιφερόμενος συχνάκις ανά τας οδούς με το τετριμμένον και ξεθωριασμένον έπανωφόριον, με την ράβδον παραμάσχαλα...»

Κωστή Παπαγιώργη, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, 
Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 102 - 104

Ο Παπαδιαμάντης με το φίλο του Γιάννη Βλαχογιάννη στη Δεξαμενή το 1908.


Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Α. Παπαδιαμάντης, ένα μικρό παιδί, επιλαχών θεατής της ζωής των μεγάλων


Ο πίνακας είναι έργο του ζωγράφου-αγιογράφου Γιώργου Κόρδη
___________


«Εζήτησα ενεστώς, μου προσφέρετε μέλλον. Τούτο είναι δεσμά»

«Aλλά σημειωτέον ότι εγώ σας εζήτησα ενεστώς, και σεις μου προσφέρετε τρόπον τινά μέλλον. Τούτο είναι δεσμά».

Αυτό γράφει, ανάμεσα στ' άλλα, σε επιστολή προς τον πατέρα του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης από τον Πειραιά, όπου γράφεται το 1869 προκειμένου να τελειώσει το Γυμνάσιο. Η μεταξύ τους αλληλογραφία δεν θα αποκλίνει ποτέ από τον τόνο της ανάκρισης, της απολογίας και της οικογενειακής αναξιοπάθειας.

Δεσμά μέσα κι έξω, σε παρελθόν και μέλλον και το γυμνασιόπαιδο νιώθει οδυνηρά όχι μόνο ότι αποφασίζουν ερήμην του, αλλά, κυρίως, ότι πρέπει να δικάζεται καθημερινά για μια κατάσταση που λες και έχει επινοηθεί για να δοκιμάσει την ανθρώπινη αντοχή του, σωματική και ψυχική.

Είναι δεκαοχτώ ετών, ήδη γεροντογυμνασιόπαις, άπραγος, φοβισμένος, κι επιπλέον έχει το οδυνηρό συναίσθημα ότι ψωμίζεται από το πενιχρό εισόδημα του πατέρα του. Κουκί κουκί μετράει τα λεφτά του και, αν έχει ένα σκόλοπα εν σαρκί αυτά τα χρόνια, πέρα από τη στέρηση, αυτός είναι η μόνιμη σκέψη του παροργισμένου πατέρα που, αντί να ενισχύεται οικονομικά από τον υιό -όπως συνέβαινε με τους νεαρούς ναυτίλους του νησιού -, τον ενίσχυε, χωρίς να βλέπει καμιά προκοπή.

«Άλλως δε, εκτός της ψυχής μου, ήτις εψυχράνθη αρκετά, και απηύδησε να υποφέρη αηδίας, εκτός του στομάχου μου, όστις ως επί το πλείστον δεν καλοπερνά, εκτός της συνειδήσεώς μου, ήτις γογγύζει κατ' εμού, ως τρέχοντος εις την άβυσσον και συνεπιφέροντος και άλλους, εκτός της φαντασίας μου, ήτις εστενοχωρήθη πάρα πολύ και επεθύμει ελευθερώτερον αέρα, εκτός πάντων τούτων με κνίζει και το σώμα μου, το οποίον υπέφερεν εφέτος υπέρποτε. Η υγεία μου προ πολλού πάσχει μετρίως μεν, αλλά διαρκώς, και ουδέποτε σχεδόν παρεπονέθην διά τούτο εις ουδένα. Συνήθισα ήδη να καταπίνω πολλά πράγματα».
(15 Ιανουαρίου 1870)


Σε επιστολή του της 18ης Απριλίου 1874 - εικοσιτετράχρονος πια, εν μέσω ανοίξεως - συνθέτει το υποβλητικό ποίημα με αποδέκτη τη μητέρα του: 


Α. Παπαδιαμάντης, έργο του Γιάννη Δημητράκη
_________


Μάνα μου, 
εγώ είμαι τ' άμοιρο 
το σκοτεινό τρυγόνι 
όπου το δέρνει ο άνεμος 
βροχή που το πληγώνει.. 

Το δόλιο
όπου κι αν στραφεί 
απ' όπου κι αν περάσει 
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί 
κλωνάρι να πλαγιάσει.. 

Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη 
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη.. 

Παλεύω με τα κύματα 
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα 
πλην την ευχή σου μόνη..

Η λυγμική στην παιδικότητά της ομολογία αδυναμίας «Στην αγκαλιά σου τη γλυκεία, μαννούλα μου, ν' αράξω» κλόνιζε πιθανώς τα οικογενειακά σχέδια για το μέλλον του. Το όλο ζήτημα αφορούσε την εν γένει προσωπικότητα του Αλέξανδρου, πέρα από τις συγκεκριμένες δυσκολίες τής Αθήνας.




Το παπαδοπαίδι στόχος χλεύης των ανήλικων πληβείων

Τι σαράκι είχε αυτό τo παιδί; Και γιατί έκανε την τρίχα τριχιά;

Πλαγίως αλλά και σαφώς, τις εξηγήσεις θα τις δώσει ο ίδιος στα διηγήματά του, όταν, μετά από χρόνια, θα αποφασίσει να μιλήσει για την παιδική του ηλικία. Στις μικρές κοινότητες της νησιωτικής επαρχίας, ο γιος του παπά, του δασκάλου, του λιμενάρχη ή του ειρηνοδίκη, παρότι συναγελάζονται ελεύθερα με τα παιδιά των ντόπιων και μετέχουν στα ίδια παιχνίδια, δεν έχουν τα κότσια να τους μοιάσουν και, πολύ περισσότερο, να τα ξεπεράσουν.

Η αιτία ξεκινάει από την οικογένεια. Τα λαϊκά σπίτια έχουν τα παιδιά ξαμολημένα, ελεύθερα να σκληραγωγούνται και να αλητεύουν οι «καλές» οικογένειες, αντίθετα, ασκούν «άγρυπνον επίβλεψιν». Επιβάλλοντας φραγμούς, εθίζοντας το παιδί στην εσωτερίκευση του φόβου, οι αυστηρές οικογένειες καλλιεργούν ασυνειδήτως στους νεαρούς βλαστούς μια θηλυκή σχεδόν αδυναμία, που προσφέρεται σαν γλυκό ψωμί στα αγυιόπαιδα. 

Ο Αλέξανδρος υπήρξε κλασικό παράδειγμα και θύμα αυτής της παιδαγωγικής. Ως παπαδοπαίδι, γραπωμένο από το προνομιούχο ράσο του παπά, γινόταν ιδανικός στόχος των πληβείων ανηλίκων.

«Τ' άλλα παιδιά, όσον σέβας και φόβον εδείκνυον επί παρουσία των πρεσβυτέρων μελών της οικογενείας μου, όλον το έξέσπων εις φθόνον και έπιβουλήν κατ' εμού» .
Τα δαιμόνια στο ρέμα
____________

Η κοινωνική διαφορά, που ίσχυε «επί παρουσία των πρεσβυτέρων» και επέβαλλε υπακοή, μεταστρεφόταν βάναυσα σε επιθετικότητα εν απουσία των πρεσβυτέρων, με φυσικό αποτέλεσμα ένα αίσθημα ανεπάρκειας και αδυναμίας εκ μέρους του θύματος.

Αυτό το φτωχό δράμα, το παπαδοπαίδι το έζησε, καθώς φαίνεται, σε όλες του τις οδυνηρές αποχρώσεις. 

Πορτρέτο του Παπαδιαμάντη από το ζωγράφο Γιώργο Κόρδη, στις εκδόσεις Αρμός
__________


Μικρός μέσα στην αυστηρή οικογένεια, ο γιος γινόταν ακόμα πιο «μικρός» μέσα στην ανήλεη σαδιστική συντροφιά - και μάλιστα η μικρότητά του δεν ήταν αόριστη αίσθηση, απλή υποψία του πάσχοντος, παρά εκπεφρασμένη επίθεση, που έπαιρνε το νόημα εκδίκησης: 

«Με εμίσουν διότι ήμην παπαδοπαίδι».

Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό το μίσος - και κανείς δεν ξέρει να μισεί όπως τα παιδιά - δεν έμενε στα μάτια ή στα λόγια, αλλά έπαιρνε έμπρακτη μορφή ποινής στα παιδικά άθλα. Πώς θα μπορούσε το καλομαθημένο παπαδοπαίδι να δείξει την ίδια δεινότητα στις βάρκες (που τις έπαιρναν «αναρώτα», στα καβούρια, στις αναρριχήσεις σε δέντρα ή στα θαλασσώματα; Η διαφορά ήταν συντριπτική.

Όταν το παιδί δεν μπορεί να αναγνωρίσει στο πρόσωπο των συμπαικτών μια αντανάκλαση του εαυτού του, πολύ πιθανόν η απωλεσθείσα ομοιότητα να μεταστραφεί σε τυραννικό αίσθημα κατωτερότητας. Αυτό ακριβώς διαβάζουμε στην πασίγνωστη σελίδα όπου η «ασυμπαθής και άστοργος συντροφιά» κυνηγά τα καβούρια. Οι άλλοι - αληθινά παιδιά - κυλιούνται στον κατήφορο, κυνηγάνε τα καβούρια μέσα στους λάκκους του νερού· το παπαδοπαίδι τρέχει πίσω τους, πειθήνιο και ανήμπορο. Σε κάθε προσπάθειά του, τα καρκινικά δήγματα συνοδεύονται από τη γενική χλεύη.

«Καθώς μ' έδάγκαναν τα καβούρια, ούτω με ωνείδιζαν και τα παιδιά»
Τα δαιμόνια στο ρέμα
____________

Ο Παπαδιαμάντης ήταν το περίγελο τής παρέας; Ο ίδιος το ομολογεί:

«Δύο ή τρία εξ αυτών, άνευ αιτίας, ήρχισαν να με "αναγορεύουν", όπως λέγουν εις την γλώσσάν τους, να με προσφωνούν δηλαδή με υβριστικά επίθετα. Εγώ ήρχισα να κλαίω».
Τα δαιμόνια στο ρέμα
_____________


«Ήταν πανούργοι, παμπόνηροι», αποφαίνεται ο αφηγητής. Ήδη με αυτόν τον χαρακτηρισμό η αποπομπή από την ομάδα έχει οριστικοποιηθεί: από τη μια αυτοί - ικανοί, αετονύχηδες, σπίθες σωστές - και από την άλλη ο άπραγος διασυρόμενος και εμπαιζό-μενος. 

Ο πληθυντικός στο πασίγνωστο «Καρτερείτε κ' έμέ!» είναι κάτι παραπάνω από καίριος και διαφωτιστικός. Το παπαδοπαίδι καλεί την ομάδα, όχι κάποιον απ' αυτούς, απλούστατα γιατί δεν έχει κανένα φίλο και όλοι του φαίνονται ίδιοι. Γι' αυτό, άλλωστε, όταν θα ακούσει την καταδίκη του, δεν θα χρειαστεί να μας πει ποια χείλη την ξεστομίζουν:

«Είσαι για τυφλοψώμια!» Ωνόμαζαν ούτω τα πρόσφορα, τους άρτους τους προσφερόμενους εις τους ναούς. [...] Εκείνοι ήσαν τέκνα ναυτικών, πορθμέων, ναυπηγών, γεωργών. Οι πατέρες εθαλασσοπνίγοντο ή ίδρωναν πολύ για να βγάλουν το ψωμί, και οι υιοί το είχον διά καύχημα. Και διά τούτο εμέ μ' επεριφρονούσαν»

Τα δαιμόνια στο ρέμα
______________

Μέσα από αυτό το φτωχό παιδικό μελόδραμα, δεν μπορεί να λείπει ο κρυφός θαυμασμός του άλλου, όσο μειωτική κι αν αποδεικνύεται η κάθε σύγκριση.

«Και ο Χριστοδουλής έτρεξεν ελαφρόπους, με το εν μπουδονάρι του ανασηκωμένον ακόμα έως το γόνυ, με το άλλο καταβιβασμένον εις τον αστράγαλον, ξυπόλυτος, με τα πόδια παπουδιασμένα, μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος».
Ολόγυρα στη λίμνη
_______________

Σε αυτή την αυθεντική εικόνα του αγυιόπαιδου που είναι μες στα όλα και βγαίνει παλικάρι, τι θα είχε να αντιπαραθέσει το ήμερο παπαδοπαίδι;

«Έτρεξες καί συ κατόπιν του οκνός, ασθμαίνων, αλλ' έως να φθάσης εις την όχθην της λίμνης, πατών επί του ολισθηρού βάλτου, γλιστρών, ανάμεσα εις τες αρμυρήθρες και εις τες βουρλιές, ο Χριστοδουλής είχε κόψει ήδη όλόκληρον δεσμίδα εκ των πρωίμων ευωδών και μεθυστικών ανθέων [...]»
Ολόγυρα στη λίμνη
_____________


Το «Χριστὸς Ανέστη» του Γιάννη 
Ο πίνακας είναι έργο του ζωγράφου Κωνσταντίνου Κουτούμπα 
__________


«Είχε χαθή δι᾽ εμέ η ευθεία οδός»

Η ήττα είναι πλήρης. Κι ούτε είναι απλό λογοτεχνικό εύρημα ο στίχος του Δάντη, που του έρχεται στον νου: 

«Όταν ενθυμούμαι τώρα το συμβὰν εκείνο της παιδικής μου ηλικίας, μου φαίνεται ως να ήτο αλληγορία όλης της ζωής μου.

Chè la dirrita via era smarrita (Και ούτως οδός μακρά βραχεία γίγνεται).

Δεν επανεύρισκα, όχι, τον εαυτόν μου, αλλά μάλλον τον έχανα. Ω, ναι, είχε χαθή δι᾽ εμέ η ευθεία οδός. La dirrita via era smarrita.»
Τα δαιμόνια στο ρέμα
____________

Έτσι γαλουχούνται οι λογοτέχνες, θα έλεγε κανείς, αναπαράγοντας εύθυμα τη γνωστή σκέψη: ότι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες δεν είχαν να παρουσιάσουν καλλιτέχνες, για τον απλούστατο λόγο ότι, σε αντίθεση προς τους Αθηναίους, ξεφορτώνονταν τα ανάπηρα παιδιά. 

Σύμφωνα με τη σύγχρονη ψυχοθεραπευτική, η εξήγηση την οποία δίνει ο ασθενής για τα τραύματά του δεν αποτελεί ερμηνεία, αλλά εγγράφεται στη σειρά των συμπτωμάτων πού αποκρύπτουν μάλλον παρά αποκαλύπτουν την ασθένεια. Άραγε ο Παπαδιαμάντης είχε μια μακρινή σχέση, έστω, με περιπτώσεις σαν τον «άνθρωπο με τούς λύκους»; Σαν τον «άνθρωπο με τα ποντίκια»;

Εξ απαλών ονύχων, ο Αλέξανδρος είναι γεγονός ότι αποτραβιέται από τα σκληρά ήθη της ομάδας και - όπως όλα τα αδύναμα παιδιά - προσκολλάται στην οικογένεια. Μέσα στο σπίτι δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Η οικογένεια ήταν άσυλο και καταφυγή. Άλλωστε όλο το σπάνιο υλικό που θα μετουσιώσει αργότερα σε εκπληκτικές περιγραφές - εκδρομές, ξωκκλήσια, λειτουργίες, πανηγύρια, προσκυνήματα, ξεφαντώματα, συναπαντήματα - ουσιαστικά θησαυρίστηκε εκείνη τη δύσκολη εποχή, όταν ακολουθούσε τον πατέρα του σε αγρούς, μετόχια και απομακρυσμένα εκκλησάκια.

Αφού αδυνατούσε να μετάσχει στη ζωή των μικρών, άλλη λύση από το να γίνει επιλαχών θεατής της ζωής των μεγάλων δεν υπήρχε. Στα διηγήματα, αυτή η συναναστροφή με τον κόσμο των μεγάλων θα αφήσει ορατά ίχνη. 

Ο Παπαδιαμάντης, ακόμα και στα ώριμα χρόνια του, θα διατηρήσει μια παιδική εικόνα για τον κόσμο των μεγάλων. Δεν είναι ότι στρέφεται στα παιδικά του χρόνια για να αντλήσει το υλικό για τις ιστορίες του - είναι ότι η εικόνα συνοδεύεται από το παλαιό δέος. 

Οι γέροι στην αγορά και στα καφενεία, τα μακρύστομα τσιμπούκια, τα φέσια, όπως και οι γραίες με την αλλόκοτη συμπεριφορά τους, όλοι και όλα κατοικούν στα μάτια ενός παιδιού. Η πρόωρη πνευματική του ωρίμανση, από αυτή τη σκοπιά, είναι το πλέον εύλογο γεγονός. Το αποκομμένο παιδί κλείνεται στον εαυτό του, ζωγραφίζει, διαβάζει, καταγίνεται στο γράψιμο και στην πικρή ονειροπόληση.

Ο πίνακας είναι έργο του ζωγράφου Κωνσταντίνου Κουτούμπα 
___________


Κάθε δύναμη έχει ανάγκη αγωνισμάτων για να ασκηθεί.

Όπου υπάρχει ανώτερη μοίρα, τα υψηλά αισθήματα είναι καθήκον. Στα μικρογεγονότα αυτού του εξόριστου νησιώτη, δεν έχει νόημα να αναγνωρίζουμε μόνο το βάσανο ενός ανθρώπου που κακόπεσε· προτιμότερο είναι να δούμε το ψυχικό δράμα μιας ισχυρής φύσης που, παίζοντας το θέατρο των περιστάσεων, κατάφερε να μην παγιδευτεί σε αυτό που απλώς έζησε, επειδή είχε το σπάνιο προνόμιο να μετατρέψει την ταπεινή ζωή της σε πνευματικό γεγονός πρώτης τάξεως. Μόνο με αυτή τη λογική άλλωστε, μπορούμε, εκ του αποτελέσματος, να αναγνωρίσουμε θετικά χαρακτηριστικά στις αντιξοότητες του βίου. Κάθε δύναμη έχει ανάγκη αγωνισμάτων για να ασκηθεί.

Κωστή Παπαγιώργη,  Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, 
Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 81 - 91



Ο Παπαδιαμάντης, έργο του Τάσου Μαντζαβίνου
______________




Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Έρωτας στα χιόνια..... θα μπορούσε να τελειώσει κι αλλιώς.....



Και ω του θαύματος εκατηφόριζεν εις το στενόν σοκάκιν την νύκτα αυτήν ο τρελός του χωρίου, ο Αντώνης, άδοντας και χορεύοντας κάτω από το πυκνόν χιόνι. Εξάφνου εσκούντηξεν κάτι σκληρόν όπου είχε σκεπάσει το χιόνι. Εσταμάτησε να ιδεί τι ακριβώς είναι. Εκλονίσθη με αυτό που αντίκρισε. Έπαψε να άδει και τάχιστα ακούμβησε τις παλάμες του στο παγωμένον πρόσωπον του μπαρμπα Γιαννιού.

Ήτο παγωμένος. Ο μπαρμπα Γιαννιός άνοιξεν ολίγον τους οφθαλμούς του. Ο τρελός εφώναζεν βοήθεια μέσα στο σκοτάδι.Το απέναντι παράθυρον έτριξεν και εφάνη η σκιά της πολυλογούς γειτόνισσας.

-Τι τρέχει , τι συμβαίνει;
-Κατέβα κάτω.... ο Μπαρμπά Γιαννιός πεθαίνει, αποκρίθηκεν ο τρελός.

Χωρίς να αργοπορεί ουδέ μιαν στιγμήν η πολυλογού εκατέβη τας σκάλας της οικίας της, βγαίνει στο μικρόν σοκάκι και εβοήθησε τον Τρελαντώνη να μεταφέρουν τον μπαρμπά Γιαννιό εντός της οικίας της.

Εξάπλωσαν τον Μπαρμπά Γιαννιό μαζί  με την πατατούκαν του επί της κλίνης. Η πολυλογού έτρεξε να φέρει σπίρτον. Έβρεξεν τα μελανά χείλη του μπαρμπα Γιαννιού. Εφάνη να συνέρχεται. 

Ο μπάρμπα Γιαννιός ήνοιξε τους οφθαλμούς του διάπλατα. Κοιτάζει τριγύρω του και θωρεί εμπροστά του την πολυλογού. Της απλώνει το χέρι και της ψελίζει:

-Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα,  και κλείνει τους οφθαλμούς του, διά παντός αυτή την φορά.-




Σταματία Σαλάππα
Τάξη Γ3
3ο Γυμνάσιο Βύρωνα
Σχολ. έτος 2013-14

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Ο μπαρμπα- Γιαννιός, «τραγικό της αγάπης πρόσωπο». "O Έρωτας στα χιόνια" του Aλέξανδρου Παπαδιαμάντη


"Ο Έρωτας στα χιόνια" του Γιώργου Κόρδη, έργο εμπνευσμένο από το ομώνυμο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Αποτελεί μέρος μιας συλλεκτικής έκδοσης του διηγήματος, περιορισμένης σε 50 αντίτυπα. Ψηφιακή ζωγραφική, 2019
______________



 H τελευταία μέρα ενός γερασμένου, «εν αμαρτίαις» ανθρώπου..

Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.

Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:

― Σεβτάς είν' αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.

Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπάρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν. Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του.

Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια.

Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμειναν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ' ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρει σύντροφος με καμίαν βρατσέρα εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγει με ξένην βάρκαν να βγάλει κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος.

Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή. Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάσει ή διά να ζεσταθεί, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του: 

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,κάμε κ' εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως: 

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,δεν είπες μια φορά κ' εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα. 


Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη "Έρωτας Στα Χιόνια" διαβάζει η Σαπφώ Νοταρά
____________


Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες: Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,κι ο παπάς χειρομυλίζει. Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπάρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον.

Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγει ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλο ή ανεμόμυλο, κ' επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον. Kαι είχεν πελατεία μεγάλη, η Πολυλογού. Γυάλιζε, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ' ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα.

Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπάρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε. Ποίος να τον αγαπήσει αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάσει το καράβι του, τας Λαίδες της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του.

Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάσει την γειτόνισσαν. Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτε εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκο, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γη.

Και έβλεπε το βουνό ν' ασπρίζει εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρο της γειτόνισσας κλειστό, βωβό, και τον φεγγίτη να λάμπει θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζει ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσα της ν' αλέθει, κ' ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν γύριζε μάτι να τον ίδει, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικές και εις ποιητικές εικόνας.

― Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια...
Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύει πέραν, εις τον υψηλό, πευκόσκιον λόφο, και ν' ασχολείται εις το να στήνει βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβει τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοτσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν' ανακαλύψουν τελευταία τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα.

Εξέλειπαν οι μικροί μακριοί καρποί από τας αγριελιάς εις το βουνό του Bαραντά, εξέλειπαν τα μύρτα από τας ευώδεις μερσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρό πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.Την άλλην βραδιά επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ' εμορμύριζεν:

― Ένας Θεός θα μας κρίνει... κ' ένας θάνατος θα μας ξεχωρίσει.

Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:

― K' ένα κοιμητήρι θα μας σμίξει.

Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθει να κοιμηθεί, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου, κάμε κ' εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.



«Paysage De Neige, Enfant Au Capuchon» by Pierre Bonnard
_____________________



Την άλλην βραδιά, η χιών είχε στρωθεί σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκο.

― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίσει όλους στο μάτι του Θεού... ν' ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας. 

Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασία, εν ξυπνητό όνειρο. Ωσάν η χιών να ισοπεδώσει και ν' ασπρίσει όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτία, την δυστυχία, τα ναυάγια, να τα σκεπάσει, να τα εξαγνίσει, να τα σαβανώσει, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

N' ασπρίσει και να σαβανώσει τον δρομίσκο τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιά του και με την δυσωδία του, και τον οικίσκο τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένη: Να σαβανώσει και να σκεπάσει την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτρα, και τον χειρόμυλο της, και την φιλοφροσύνη της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρία της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελο της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψει, να τα ασπρίσει, να τα αγνίσει! Την άλλην βραδιά, την τελευταία, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ' ανέπνεε πλέον. Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημαγμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένο, φθαρμένο, σωθικά λειωμένα.

Δεν ημπορούσε πλέον να ζήσει, να αισθανθεί, να χαρεί. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγοριά, να ζεσταθεί. Ήπιε διά να σταθεί, ήπιε διά να πατήσει, ήπιε διά να γλιστρήσει. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.Hύρε τον δρόμο, τον ανεγνώρισε. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Ακούμπησε τις πλάτες, στύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:

― Να είχαν οι φωτιές έρωτα!... Να είχαν οι θηλιές χιόνια...


Έρωτας στο χιόνι, φωτογραφία του Αντώνη Ψαρά 
_________________



Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίσει λογική πρόταση. Συνέχεε λέξεις και εννοίας. Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτη μιας θύρας. Kατά λάθος άγγισε το ρόπτρο. Tο ρόπτρο ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι; Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας.

Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώσει πρόθεση ότι επεχείρει ν' ανάβει, καλώς ή κακώς, εις την οικία της. Πώς όχι; Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμονή. Kαρδιά του χειμώνος.

― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.Tο παράθυρο έτριξε. O μπάρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστη, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρο εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!

O μπάρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτη. Δοκίμασε να ειπεί το τραγούδι του, αλλ' εις το πνεύμα του το υποβρύχιο, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:

«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»

Mόλις άρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβο του ανέμου και εις τον στρόβιλο της χιόνος.

― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.

Eξεπιάσθη από την λαβή του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσε. Ηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου. Άπαξ δοκίμασε να σηκωθεί, και είτα εναρκώθη. 

Εύρισκε φρικώδη ζέστη εις την χιόνα.«Είχαν οι φωτιές έρωτα!... Είχαν οι θηλιές χιόνια!»


Kαι το παράθυρο προ μιας στιγμής είχε κλεισθεί. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.Πλην δεν τον είδε ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. 

K' επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμές, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανο. Kαι ο μπάρμπα-Γιαννιός άσπρισε όλος, κ' εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθεί γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Tρισαγίου.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρωτας στα χιόνια, (από τα Άπαντα, Γ΄, Δόμος 1989) 



Στα μάτια τα ψιχαλιστά
που `χει ο έρωτας καρτέρι
πόσο μεθύσι μέθυσα
ένας Θεός το ξέρει..

Στίχοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική: Μανώλης Λιαπάκης
___________


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  • «Ο Παπαδιαμάντης στράφηκε με τα διηγήματά του προς τους ηττημένους της ζωής, τους άπραγους, τους αλκοολικούς, τους φτωχούς, σ' αυτούς που ζουν παράμερα από τους «πολιτισμένους» ανθρώπους, συναισθανόμενος τον αγώνα τους κόντρα στην αρρώστια, το θάνατο, τον κοινωνικό αποκλεισμό.» Να επαληθεύσετε τον παραπάνω ισχυρισμό με στοιχεία του κειμένου. Είναι ο μπάρμπα-Γιαννιός «τραγικό της αγάπης πρόσωπο» όπως τον χαρακτηρίζει ο κ. Ακρίβος;
  • Το «παράθυρο» μέσα από το οποίο βλέπουμε το διήγημα είναι η ιδέα του άσπρου. Ποιες μορφές-σημασίες παίρνει το άσπρο στο διήγημα; Τι εντύπωση και ποιες σκέψεις σας γεννά ο θάνατος του ήρωα μέσα στο χιόνι στο τέλος του διηγήματος; 
  • Το μεθύσι χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα-αφηγητή ως τέχνασμα για να φτάσει τον ήρωά του σε έκσταση. Δικαιολογήστε την παραπάνω διαπίστωση.
  • Πώς περιγράφεται από τον παντογνώστη αφηγητή η γειτόνισσα του μπαρμπα-Γιαννιού; Ταιριάζει η περιγραφή αυτή σε μια γυναίκα μοιραία-ερωτεύσιμη ή θυμίζει περισσότερο κωμική φιγούρα; Γιατί  επιλέγει αυτή ο αφηγητής ως αντικείμενο του ερωτικού πόθου του ήρωα;
  • «∆ύο από τα χαρακτηριστικά της αφηγηματικής τέχνης του Παπαδιαμάντη είναι η αναδρομική αφήγηση και η περιγραφή τόπου ή χώρου: α) να εντοπίσετε στο απόσπασμα δύο παραδείγματα για την κάθε περίπτωση, β) τι πετυχαίνει ο συγγραφέας με τη χρήση αυτών των αφηγηματικών χαρακτηριστικών;» 
  • Πώς θα χαρακτηρίζατε την υπόθεση του διηγήματος; Διαθέτει εξέλιξη, πλοκή, δραματικές συγκρούσεις και αφηγηματικά τεχνάσματα προκειμένου να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη; Πού έγκειται κατά τη γνώμη σας η αξία του;
  • Ο μπάρμπα –Γιαννιός  φαντάζεται τον Έρωτα «ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη». Να σχολιάσετε την παρομοίωση και το ρόλο της.
  • Στην αφήγηση κυριαρχεί το ασύνδετο και πολυσύνδετο σχήμα, συχνά χωρίς ρήμα. Εντοπίστε χαρακτηριστικά παραδείγματα και εξηγήστε τη λειτουργία τους.
  • Να σχολιάσετε το οξύμωρο σχήμα: «Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.»

Δημήτρης Μοράρος, Έρωτας στα χιόνια
 __________



«Ήρως εις έρωτα αγνόν»

«Κανείς
 άλλος συγγραφέας δεν μπήκε τόσο βαθιά, τόσο ανυπόδητος στο βασίλειο του έρωτα - κι ας μην υπάρχει πουθενά η περιγραφή έστω μιας σκηνής από ερωτική κλινοπάλη», εκτιμά ο Κώστας Ακρίβος, ο οποίος επιμελήθηκε τη συλλογή «Να είχεν ο έρωτας σαΐτες! Επτά αγαπητικά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη», που  κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» με ζωγραφιές Δημήτρη Μοράρου. 

Τραγικό της αγάπης πρόσωπο, alter ego του συγγραφέα, θεωρεί ο Κ. Ακρίβος τον μπάρμπα-Γιαννιό στο διήγημα «Έρωτας στα χιόνια». Είναι ερωτευμένος με την παντρεμένη γειτόνισσα, ωστόσο δεν εξωτερικεύει τα συναισθήματά του. «Καθώς δεν μπορεί να ξεπεράσει τους κοινωνικούς φραγμούς, ο μπάρμπα-Γιαννιός αναμετριέται με τον θάνατο. Μέσα σε κακές καιρικές συνθήκες, πνίγεται στο κρασί και στο χιόνι».

Ο ερωτικός πόθος, καλά κρυμμένος στα βάθη της ψυχής, που αδυνατεί να εκφραστεί, είτε από δειλία είτε από σεμνότητα χαρακτηρίζει πολλά από τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. «Αντικατοπτρίζουν καταστάσεις που έζησε ο ίδιος ή γεγονότα που φιλτράρονται μέσα από την ιδιοσυγκρασία του και εκφράζουν την πίκρα, τη στενοχώρια, την απογοήτευση», μας λέει ο Κ. Ακρίβος. «Άλλωστε και η ίδια η ζωή του ήταν γεμάτη στερήσεις».

Στο «Έρως-ήρως», πάλι, ο νεαρός βαρκάρης αισθάνεται «σπαραγμόν απερίγραπτον» για τη μικρή Αρχόντω που πρόκειται να παντρευτεί έναν κατά πολύ μεγαλύτερό της. Με τη φαντασία του κάνει σενάρια πως είναι μαζί, ωστόσο στο τέλος συμμορφώνεται: «Κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ' εφάνη ήρως εις τον έρωτά του-έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας».


Δημήτρης Μοράρος, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
_________________


Προσέγγιση του διηγήματος «Έρωτας στα χιόνια, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», μέσω διερευνητικής δραματοποίησης.


Εμψυχωτής: Σίμος Παπαδόπουλος


Δημιουργία θεατρικού – συζήτηση εκτός θεατρικού ρόλου – δημιουργία δράσης και στοχασμού νέου περιβάλλοντος –– διαμόρφωση της ιστορίας


  • Είναι τυχαίο που ο μπάρμπα-Γιαννιός ξεκίνησε σα ναύτης με μία πατατούκα και μόνο μ’ αυτή γύρισε ξανά στη στεριά;
  • Tι συναισθηματική αξία μπορεί να είχε η πατατούκα για τον μπάρμπα-Γιαννιό;
  • Τι μπορεί να απέγινε το καράβι του;
  • Διαχειρίστηκε σωστά τα κέρδη που απέκτησε;
  • Ποια ήταν τα πάθη του;Ήταν τυχαίο που το παρατσούκλι του στη γειτονιά ήταν Έρωντας; Τι υποδήλωνε;
  • Πως μπορεί να έχασε τη γυναίκα του και το παιδί του;
  •  Άραγε μπόρεσε να ξεπεράσει τον θάνατό τους;
  •  Με ποιους τρόπους ξεχνούσε τους καημούς του;
  • Αναζητώντας τον έρωτα της πολυλογούς, η οποία είχε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή τι αντιλαμβανόμαστε για την ηθική και συναισθηματική πλευρά του μπάρμπα-Γιαννιού;
  •  Πώς να ήταν η δική του οικογενειακή ζωή;
  •  Ήταν ο μπάρμπα-Γιαννιός ικανός να λύσει πραγματικά τα προβλήματά του;
  • Τι μπορεί να έλεγε ο μπάρμπα-Γιαννιός στην πολυλογού αν άνοιγε την πόρτα;
  • Πώς θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η πολυλογού τον μπάρμπα-Γιαννιό;
  • Ποιος άλλος θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα από την οικογένεια της πολυλογούς και πως θα αντιδρούσε;
  • Η χρονική στιγμή (μέρες Χριστουγέννων) θα επηρέαζε την αντίδραση της οικογένειας βλέποντας τον μπάρμπα-Γιαννιό μεθυσμένο να χτυπά την πόρτα του σπιτιού τους;
  •  Αν ήσουν ο μπάρμπα-Γιαννιός τι θα άλλαζες στη ζωή σου;
  • Αν ήσουνα στη θέση της πολυλογούς ή του συζύγου της θα προσπαθούσες να βοηθήσεις τον μπάρμπα-Γιαννιό; Αν ναι, με ποιους τρόπους;

  
Α. Παπαδιαμάντης, έργο του Γιάννη Δημητράκη
__________



Αξιολόγηση

   Ο μπάρμπα – Γιαννιός, ενώ ξεκίνησε ως ναυτικός καταφέρνοντας να αποκτήσει το  δικό του καράβι και μια άνετη ζωή, τελικά  δεν στάθηκε ικανός να διαχειριστεί και να λύσει τα προβλήματά του. Αν και δεν διευκρινίζεται από τον συγγραφέα σε ποια χρονική στιγμή και με ποιόν τρόπο επήλθε ο θάνατος της γυναίκας και του παιδιού του, είναι φανερό πως δεν μπόρεσε συναισθηματικά να αντιμετωπίσει τον χαμό τους.  Κυριευμένος από τα πάθη του, ξεκινώντας από το τίποτα, κατέληξε στο τίποτα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, πως το μόνο που απόσωσε ήταν η πατατούκα με την οποία ξεκίνησε για τα καράβια. Το πάθος του για το γυναικείο φύλο, επέφερε την οικονομική καταστροφή, ζώντας σε ένα παλιό, μισογκρεμισμένο σπίτι, ενώ το πάθος του για το ποτό, ήταν αυτό που τελικά έκοψε το νήμα της ζωής του.

Στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί, επιζητούσε τον έρωτα από την γειτόνισσα πολυλογού, γυναίκα με άντρα και τέσσερα παιδιά. Έρωτας ηθικά παράνομος κι όμως τον επιζητούσε έμπρακτα φωνάζοντας στο σοκάκι :

" Γειτόνισσα – γειτόνισσα πολυλογού και ψεύτρα
δεν είπες μια φορά κι εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα."

Τα συναισθήματά του, παρορμητικά και έντονα έβρισκαν διέξοδο σε ονειροπλασίες και φαντασιώσεις, αποφορτίζοντας τον παροδικά. (οι σαΐτες του έρωτα, ο γέρο - Φετετζέλης ).
Ώσπου το χιόνι σαν άσπρο σινδόνι από τον χώρο του φαντασιακού, περνά στον χώρο του πραγματικού  και καλύπτοντάς τον,αγνίζει με τον θάνατο.


Ο Παπαδιαμάντης, έργο του Τάσου Μαντζαβίνου
_____________



Νέα δράση

Νέο σαλπάρισμα! Μ’ άλλον αέρα! Φόρεσε την πατατούκα του, εκείνη που τον ζέσταινε όταν πρωτομπαρκάρισε σαν ναύτης, που τον προστάτευε νύχτες ολόκληρες από την αλμύρα των κυμάτων.
Έβγαλε από την αριστερή τσέπη του υποκαμίσου το χτενάκι του, ρίχνοντας μια τελευταία αισιόδοξη ματιά στον καθρέφτη.

- Όλα καλά θα πάνε..! Είπε βγαίνοντας από την καμπίνα του και κατευθύνθηκε στους ναύτες για τις τελευταίες οδηγίες.

- Τα φορτία είναι όλα μέσα καπετάνιε, είμαστε έτοιμοι να σαλπάρουμε! φώναξε ένας ναύτης τρέχοντας προς το μέρος του.

Κι όντως, όλα καλά πήγανε  στο πρώτο ταξίδι και στο δεύτερο και στο τρίτο και σε όλα όσα ακολούθησαν. Σε κάθε λιμάνι οι έμποροι τον καλωσόριζαν, τον φίλευαν και τον ξεναγούσαν στα σοκάκια της κάθε πόλης.Όλες τις γεύσεις και τις μυρωδιές που έπαιρνε, τις έστελνε στη γυναίκα του μέσα σ’ ένα φάκελο, γεμάτο ιστορίες μακρινές και αλλιώτικες που είχε δει και ζήσει.

Κι εκείνη έκλεινε τα μάτια και τις σιγομουρμούριζε στο αγέννητο τέκνο που είχε στα σπλάχνα της.

Σα μικρό παιδί περίμενε τα γράμματα ο μπάρμπα – Γιαννιός και κάθε φορά που διάβαζε πως η κοιλιά της γυναίκας του μεγάλωνε μουρμούριζε αναστενάζοντας…

- Βρέχει, βρέχει άσπρο χιόνι
και ο γιός μου μεγαλώνει!

Έτσι πίστευε ο μπάρμπα-Γιαννιός, πως γιο θα βγάλει και άδειαζε τις μποτίλιες με τους ναύτες, με τους εμπόρους, στην υγειά του σπλάχνου του.

- Καπετάνιε! Τηλεγράφημα! φώναξε ο ναύτης ένα ηλιόλουστο πρωινό που ο ούριος άνεμος έσπρωχνε το καράβι απαλά στο επόμενο λιμάνι.

- Η έγκυος στοπ αρρώστησε στοπ!

Όλα σκοτείνιασαν… η καμπίνα θόλωσε…
Με δυσκολία έφτασε ως το μικρό ξύλινο τραπεζάκι και άρπαξε το κονιάκ, ύστερα σιγή, το βλέμμα κενό, ούτε λόγος να μπει άνθρωπος στην καμπίνα…

Την επόμενη μέρα διέταξε να αυξήσουν ταχύτητα οι μηχανές, ο καιρός βοηθούσε να φτάσει συντομότερα στο επόμενο λιμάνι κι από κει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Απ’ το μικρό παραθυράκι της καμπίνας, το βλέμμα του έσπρωχνε τα κύματα και κάθε γουλιά ποτού έφερνε και έναν βαρύ αναστεναγμό.

Όταν έφτασε στο λιμάνι, έδωσε στον έμπιστό του ναύτη βιαστικά κάποιες οδηγίες για τα εμπορεύματα και φορώντας βιαστικά την πατατούκα του μπήκε στο επιβατικό καράβι, που θα τον έφερνε κοντά στην άρρωστη γυναίκα του..

- Φυματίωση … είπε ο γιατρός το παιδί είναι αδύνατον να σωθεί..όσο για τη μητέρα…

Κι έτρεξε ο μπάρμπα-Γιαννιός σε γιατρούς άλλους δέκα, μαντζούνια παρήγγειλε από την μακρινή Αλγερία, γιατροσόφια του φέρανε από την Ινδία, του κάκου… η έγκυος χειροτέρευε..

Ούτε που τον ένοιαζε για το καράβι, για τα εμπορεύματα, όλες του τις οικονομίες έδωσε με μία μοναχά ελπίδα… να σώσει τη γυναίκα του και το παιδί του. Δύο μήνες πέρασαν έτσι, ώσπου μια μέρα όλα γύρω του πήραν το νωχελικό, κίτρινο  χρώμα του κονιάκ…

- Λυπάμαι… είπε ο γιατρός και σκύβοντας το κεφάλι αποχώρισε.

Νέα από το καράβι ερχόντουσαν τακτικά τον πρώτο καιρό, όλα κλειστά και στοιβαγμένα στη χαραμάδα κάτω από την πόρτα, κανένα δεν άνοιξε κι έτσι περνούσαν οι μήνες… ναυάγιο η ψυχή του, φουρτουνιασμένα κύματα οι σκέψεις του, θολές οι μνήμες του κυλούσαν σαν τα κύματα μέσα στο ποτό.
Κάποιες φορές κοιτούσε απ’ το παράθυρο το στολισμένο σπίτι της γειτόνισσας πολυλογούς…

καρδιά του χειμώνα, Χριστούγεννα, Αϊ Βασίλης, φώτα και μες στην κρύα κάμαρα οι σοφάδες έπεφταν.

-  Άνοιξε μπάρμπα-Γιαννιό, φώναξε μια βαριά αντρική φωνή καθώς χτυπούσε η πόρτα.

Σηκώθηκε αργά και σαν άνοιξε την πόρτα τα κλειστά γράμματα 'γίναν ένα με τους πεσμένους σοφάδες στη γωνιά.

Ήταν ο άντρας της πολυλογούς… - Έλα να φας μαζί μας μπάρμπα Γιαννιό, χρονιάρα μέρα..τα παιδιά και τι δε θα ' διναν να τους πεις μια ιστορία από τα ξένα.

Φόρεσε αργά  την σκονισμένη του πατατούκα και ξεκίνησαν μαζί για το γειτονικό σπίτι. Την πόρτα άνοιξε ο μικρότερος γιος της πολυλογούς φορώντας στο κεφάλι του ένα ναυτικό καπέλο.

-  Άλλος για τη βάρκα μας! Φώναξε και τράβηξε τον μπάρμπα-Γιαννιό κοντά στο στολισμένο καραβάκι που ήταν μαζεμένα και τα υπόλοιπα παιδιά.




«Τραγικό της αγάπης πρόσωπο»...

Στην εκπομπή «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ», τρεις νεοέλληνες συγγραφείς, ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ, ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ και ο ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ, παρουσιάζουν το διήγημα του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ «ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ». Ο καθένας τους διαβάζει αποσπάσματα από αυτό και συνάμα παραθέτει τις απόψεις του για τη γλώσσα, τα πρόσωπα, το χαρακτήρα του πρωταγωνιστή του διηγήματος και για το πώς παρουσιάζεται ο ίδιος ο Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ μέσα από τα κείμενά του.


Μερικά από τα σχόλια των τριών συγγραφέων

• Το διήγημα, γραμμένο τα Χριστούγεννα του 1896, ανήκει στην πρώτη σειρά της διηγηματογραφίας του Α. Παπαδιαμάντη, στην τάξη των παπαδιαμαντικών αριστουργημάτων, ακόμα και κατά την ομολογία αρνητών του συγγραφέα. Είναι μια λιτή αφήγηση της τελευταίας μέρας ενός γερασμένου, «εν αμαρτίαις» ανθρώπου. Πρόκειται για άθλο καλλιτεχνικής σύνθεσης που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια των πεντέμισι όλων κι όλων σελίδων, ενός ζωντανού οργανισμού που γεννάει. (Α. Κοτζιάς)

• Η αθλιότητα της ζωής του κεντρικού ήρωα επεκτείνεται και στη γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος: άθλια, θλιβερή, «πολυλογού, ψεύτρα με τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της.» Δεν τον ενδιαφέρει η ίδια, τον έρωτα ερωτεύεται! 

Μια άλλη βαθμιαία υπέρβαση, πολύ πιο σημαντική, πιο ολική είναι ο εξαγνισμός, η εξαΰλωση. Το χιόνι, σαν σεντόνι, σαν σάβανο, σκεπάζει τα πάντα και ο ήρωας βλέπει μέσα σ’ αυτή την αποστειρωμένη, παγωμένη λευκότητα, την εξαΰλωση, τον εξαγνισμό, την αθώωσή του. (Γ. Χειμωνάς) 

• Ένα διήγημα με ρυθμό τελετουργικό, σα να κρουέται κάποια φτερούγα αγγέλου ο οποίος  υπερίπταται και πρόκειται ανά πάσα στιγμή ν’ αρπάξει την ψυχή του μπαρμπα-Γιαννιού.«Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα.» Μια ολόκληρη παράγραφος χωρίς καθόλου ρήμα, σαν ένα λαχάνιασμα, μια συγκοπή του συγγραφέα για να φτάσει στην τελική σκηνή, εκεί που ο ήρωας βρίσκεται έτοιμος, άθελά του σχεδόν να χτυπήσει το ρόπτρο της θύρας. (Μένης Κουμανταρέας)

• Η ιδέα του άσπρου μέσα στο διήγημα είναι καθοριστική, σαν μια εξίσωση. Η πρώτη φορά που λέγεται η λέξη «άσπρα» μέσα στο διήγημα είναι για να υποδηλώσει το χρήμα, μετά «άσπρο» ίσον «χιόνι», «χιόνι» ίσον «κρύο», «κρύο» ίσον «αγνότης», «αγνότης» ίσον «εξαγνισμός» και «εξαγνισμός» ίσον «θάνατος». Αυτή είναι η πορεία, ο σκελετός, το παράθυρο μέσα από όπου βλέπουμε το διήγημα αυτό. (Μένης Κουμανταρέας)

• Στο τέλος ο συγγραφέας, μετά από μια μακρά πορεία, μια μεγάλη μεταβολή, που γίνεται κάτω από την επιφάνεια και «δι’ ασυλλήπτων μεθόδων», έφτασε να νιώθει μπαρμπα-Γιαννιός ο ίδιος, έφτασε να ταυτίζεται με τον ήρωά του, όπως άλλωστε και ο αναγνώστης, παρατηρητές και οι δυο στην αρχή ενός «αμαρτωλού γέροντα», που δεν τον έφταναν οι δυστυχίες του, του έλαχε και να ερωτευτεί. Πρόκειται για μια μυστηριώδη, «δι’ ασυλλήπτων μεθόδων», μεταβολή διαθέσεων που μας προσφέρει ο Παπαδιαμάντης και οι «αλλόκοτες ιστορίες», όροι και οι δυο που χρησιμοποίησε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, μιλώντας για τον Σκιαθίτη πεζογράφο. (Α. Κοτζιάς)


Δημήτρης Μοράρος, "Έρωτας στα χιόνια" (2001)
___________