Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

«Θάνατος Παλληκαριού» ή «τα Πάθη του Mήτρου του Pουμελιώτη»


Θεόδωρος Ράλλη, Επιτάφιος, 1893
___________


Το 1891 ο Κωστής Παλαμάς δημοσιεύει στο περιοδικό Εστία το διήγημα με τον τίτλο «Θάνατος παλληκαριού», ενώ το 1901 κυκλοφορεί και ως βιβλίο. 
Στο άρθρο του με τίτλο «Θάνατος παλληκαριού ή η ανεπαίσθητη υπέρβαση του ηθογραφισμού» - δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία (τόμος 137, τεύχη 1623-1625) το 1995 - ο Βάλτερ Πούχνερ επιχειρεί μια εμπεριστατωμένη φιλολογική και αναλυτική προσέγγιση του διηγήματος του Κωστή Παλαμά. Ο Πούχνερ υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο αφήγημα, αν και φαίνεται να κινείται εντός των πλαισίων της ηθογραφίας, στην πραγματικότητα την υπερβαίνει (ανεπαίσθητη υπέρβαση). Ο συγγραφέας αναλύει πώς ο Παλαμάς χρησιμοποιεί τα ηθογραφικά στοιχεία για να αποδομήσει τον ηρωισμό και να εστιάσει στην ψυχολογία και τη δραματικότητα των ηρώων.


Ευγένιος Ντελακρουά: Σουλιώτες χορεύουν
Μουσείο Λούβρου
__________



Ο Μήτρος Ρουμελιώτης - ως Διγενής Aκρίτας

Το πρώτο επεισόδιο  διαδραματίζεται κατά τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής, στο Θαλασσοχώρι, όπου αγόρια και κορίτσια, άντρες και γυναίκες έχουν μαζευτεί έξω από την εκκλησία αναμένοντας τον Επιτάφιο. Σε μια ατμόσφαιρα γιορτής, ο Μήτρος Ρουμελιώτης χτυπά το πόδι του. Tα χριστολογικά συμφραζόμενα συμπληρώνονται με χαρακτηριστικά της ηρωικής ποίησης: το παλικάρι περιγράφεται ως σωστός Διγενής Aκρίτης, ήδη το όνομά του παραπέμπει στην ενσάρκωση του ιδανικού της λεβεντιάς. Bράχος στην πάλη, σωστός  αετός στο χορό. 

«Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης ήταν αληθινό παλληκάρι κ' είχεν όλα τα χαρίσματα του παλληκαριού· τα λόγια, την ορμή, το φιλότιμο, την ομορφιά και την περηφάνεια, την αγάπη της ζωής και την καταφρόνια του θανάτου.

[…] Αντρειωμένος ήταν˙ τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε να μείνη, σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο να’χανε βίος, κάλλιο να τον εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρὰ ν’ απομείνει σημειωμένος. Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτεί, να γιατρευτεί χωρίς να τ’απομείνει σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθεί απὸ το κρεββάτι, να μη σηκωθεί στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, χωρίς καλά καλά να το νοιώθεται, μονάχα ένα θεὸν ελάτρευε: την Εμορφιά, την άγια την Εμορφιὰ της λεβεντιάς και της υγείας, πόχει εκκλησιά της το κορμί. Και ας τα ‘βαναν με το κορμί του όλα του κόσμου τα κακά· φτάνει να μη του άφηναν τ’ αχνάρια τους σα βρισιὰ και σα λέρα· κορμὶ σημαδιακό, κορμί ντροπιασμένο. Για παλληκάρια σαν το παιδί της Δήμαινας ειν᾿ ατιμία η ασχημιά.

Kαι αυτό το φοβερό παλικάρι θα πατήσει μια λεμονόφλουδα και θα πέσει. “Σκοτώθηκα” φωνάζει προφητικά. Tο μικρό πέσιμο θα αποδειχτεί η μεγάλη πτώση.


Δημήτριος Γαλάνης, «Η Πομπή του Πάσχα» (La procession de Pâques)
___________


Tο μικρό πέσιμο - η μεγάλη πτώση.

Κανεὶς δὲν ἔπεσε νὰ κοιμηθῇ, ὅλοι ἀγρυπνοῦσαν· ποῦ νὰ κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ὅ τι πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, βουβὲς οἱ καμπάνες καὶ στὶς τρεῖς ἐκκλησούλες τοῦ Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ' οἱ καμπάνες γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὰ πάθη, σὰ νἄχουν κι αὐτὲς ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ δὲ μποροῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ καημό τους οὔτε νὰ ξεφωνίσουν. Μόνο τὰ ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τὸν κόσμο στῶν παιδιῶν τὰ χέρια˙ τρέχουν τὰ παιδιά, κι ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά, κι ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, καὶ τὰ χτυποῦνε μὲ κακὸ καὶ μὲ φωνές : «Ὥρα γιὰ τὴν ἐκκλησά! Ὥρα γιὰ τὴν ἐκκλησά!» Κ᾿ οἱ λιγοστοὶ ποῦ ἀπομένουν βάρυπνοι, πετειοῦνται ξαφνισμένοι καὶ τρέχουν στὸ παράθυρο, θαρρῶντας πῶς γλυκοχαράζει καὶ πῶς περνάει κάτου ὁ ἐπιτάφιος. Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, τὴ Μεγάλη Παρασκευή, βουβαίνοντ᾽ οἱ καμπάνες τοῦ θαλασσοχωριοῦ, ἐκεῖνες μόνο γιατί, ἀπ᾿ ἄκρη σ᾽ ἄκρη, τὸ θαλασσοχώρι σηκώνεται στὸ πόδι, γιὰ τὴν ἀγάπη πάλι τοῦ Χριστοῦ, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

Ἔτι κ᾿ ἐκείνη τὴ νύχτα˙ γυναῖκες κι ἄντρες, ἄλλοι χώρια κι ἄλλοι μαζωχτοί, ἔβγαιναν ἀπ᾿ τὰ σπίτια, ἀπὸ τοὺς καφενέδες, καὶ σκορπίζονταν ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ κατὰ τὶς ἐκκλησιές. Οἱ περπατησιές βαρυχτυποῦσαν στὰ καλντερίμια κι ὁλοένα ἐμάκραινε τοὺς ἤχους ὁ ἀντίλαλος τῆς νύχτας. Κ᾿ ἡ νύχτα, δροσοστάλαχτη ἀπριλιάτικη, μ᾿ ἕνα φεγγάρι νυστασμένο ποῦ πάει νὰ βασιλέψῃ καὶ χύνει ἀχνότερη γι᾿ αὐτὸ τὴ λάμψη του στὰ μαῦρα καὶ ξασβέστωτα παλιόσπιτα καὶ στὰ στραβὰ σοκάκια, ποῦ, λίγη, περισσή, ποτὲ κ᾿ ἡ λάσπη δὲν τοὺς λείπει. Οἱ ἐκκλησιὲς ὁλόφωτες, μὲ πόρτες ὀρθάνοιχτες. Κάπου κάπου ξεχύνονταν ὡς ἔξω ἡ φωνὴ τοῦ ἀναγνώστη, πρὶν ἀρχίσουν οἱ θρῆνοι. ᾿Αλλὰ τὸ μεγάλο τὸ πανηγύρι γίνετ᾿ ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὶς ἐκκλησιές. Γύρω σὲ φωτιές μεγάλες θρεμμένες μὲ ῥετσίνα, μὲ κληματόξυλα, μὲ σανίδια, μὲ φρόκαλα, μὲ σκαφίδια καὶ μὲ κοφίνια τῆς μπουγάδας, καὶ κάπου κάπου μ᾿ ὁλόκληρο παραθυρόφυλλο, - ἀλλοίμονο στὰ χαμηλὰ σπιτάκια καὶ στὶς ἀσυλλόγιστες νοικοκυρές, τὴ νύχτα ἐκείνη! - γύρω σὲ φωτιές, τοῦ κόσμου τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παλιόπαιδα, καὶ μέσα στὰ παιδιὰ κι ἄντρες μὲ μουστάκια, πηδοῦνε, τρέχουν, ἀλαλάζουν, δαιμονίζονται˙ κι ἀστραποβολοῦν στὰ σκότη καὶ βροντοχτυποῦν στὴν ἡσυχία οἱ σαλιόρες καὶ τὰ χοντρὰ χαλκούνια - Σῶσον, Κύριε! - κ᾿ οἱ τρακατροῦκες καὶ τὰ χαϊμαλιά, μὲ τέχνη καμωμένα ἀπὸ καλάμια κι ἀπὸ χοντρόχαρτα, καὶ γεμισμένα μὲ μπαρούτι, μὲ μπαρούτι ἀτέλειωτο. Δίσκος γιὰ τὸ μπαρούτι γύριζε μέσα στὶς ἐκκλησιές. ῎Αντρες καὶ παιδιά, φωτοκαίγονταν μ᾽ ἐκεῖνα, τῆς φωτιᾶς τὰ σύνεργα, γιὰ τὴν καλὴ χρονιά. Μπαρούτι μύριζε τὸ Θαλασσοχώρι κ᾿ οἱ ἐνορίτες μὲ τοὺς ἐνορίτες στέκονταν ἀμὰν γιὰ πόλεμο.

Δὲν ἦταν μόνον οἱ ἐκκλησιὲς ἀνοιχτές, τὴν ὥρα ἐκείνη. Ἐδὼ κ᾿ ἐκεῖ πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Ὅσο νἄρθ᾽ ἡ ὥρα ποὺ θὰ βγῇ ὁ ἐπιτάφιος, ὡς τὶς τρεῖς τὸ πρωί, ὅλος ὁ κόσμος δὲ μποροῦσε νὰ περνᾷ τὴν ὥρα του ὁλόρθος μέσ᾽ στὴν ἐκκλησιά ! Μ᾿ ἕνα βαρὺ γλυκό, μὲ ἕνα μεζὲ καὶ δυὸ ῥουφηξιὲς πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανεὶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ παίρνει δύναμη γιὰ νὰ συντροφέψῃ τὸν ἐπιτάφιο.

Κ᾿ ἔτσι σιγὰ σιγὰ οἱ παρέες τραβειούνταν κατὰ τὶς ἐκκλησιὲς μὲ δροσισμένο στομάχι. Τελευταία εἶχε ξεχαστῆ στὸ κρασοπουλειὸ τοῦ Ψημένου μιὰ συντροφιά χαρούμενη· ὁ Μῆτρος ὁ Ρουμελιώτης, ὁ Γιαννάκος ὁ Ταρνάναμας, ὁ Μάρκος ὁ Κανίνιας καὶ τὸ παιδὶ τῆς Χαρίταινας, ποῦ κανεὶς δὲν τὄκραζε μὲ τὄνομά του, ὅσο ποῦ καὶ τὸ ἴδιο τὸ ξέχασε κι ἄκουγε μόνο σὰν τὸν φώναζαν ἡ Ταρία Ταρέλα. Κ᾿ οἱ τέσσαρες θαλασσινοί· ὁ πρῶτος εἶχε ψαροκάϊκο, ὁ δεύτερος δούλευε στὸ ψαροκάϊκο τοῦ πρώτου, ὁ τρίτος ταξίδευε μὲ τὶς μαοῦνες, καὶ ἡ Ταρία Ταρέλα ἦταν ψαρᾶς. Καὶ οἱ τέσσερες εἰκοσιπέντε χρόνων κι ἀδερφωμένοι ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια. Τὸ κρασὶ κ᾿ ἡ κουβέντα τοὺς ἄναψαν τὸ κεφάλι, κι ἂν δὲν ἦταν Μεγάλη Παρασκευή, θὰ τὄσκουζαν. Το τραγούδι μισαγαλινό, ἁπαλὰ ἁπαλά κι ἀθέλητα, ξεφύτρωνε στὰ χείλη τους τέτοια νύχτα. Στὰ ὑστερνά κατάλαβαν πῶς ἄργησαν. Στὸν Ἅη Νικόλα, λίγα ποδάρια παρέκει ἀπὸ τὸ κρασοπουλειό, ἄρχισαν κι ἔψελναν «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι». Ὁ Ψημένος ἔστεκε στὸ φτερὸ γιὰ νὰ κλείσῃ. Πετάχτηκαν στὴ στιγμή. Βρέθηκαν στὸ δρόμο.

« Μωρὲς ξέχασα τὰ βεγγαλικά!» φωνάζει ὁ Κανίνιας.

Τὰ βεγγαλικὰ τὰ εἶχαν γιὰ νὰ τἀνάψουν στὸν ἐπιτάφιο.

«Στὰ πόδια τοῦ τραπεζιοῦ τἀπίθωσα, ζερβὰ στὴν ἀγκωνή, λέει ὁ Μῆτρος· στάσου καὶ στὰ φέρνω».

Καὶ βιαστικὸς ἔκαμε νὰ γυρίσῃ στὸν καφενέ.

Μὰ γυρίζοντας γλυστράει στὸ πεζούλι ἀπάνου, καὶ ξαπλώνεται μακρὺς πλατύς, καὶ γκόπ! ἀκούστηκ᾿ ἕνας ξερὸς κρότος.

Τρία ξεροσκαστὰ γέλοια ξέφυγαν ἀπὸ τὰ στόματα τοῦ Μάρκου, τοῦ Γιαννάκου καὶ τῆς Ταρίας, καὶ μιὰ φωνή, ἕνα «σκοτώθηκα» ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Μήτρου.

«Καλά, ἀδερφέ, ποῦ σκοτώθηκες! σήκω τώρα· μήπως χτύπησες;

Μωρέ, σκοτώθηκα! δὲ μπορῶ νὰ σηκωθῶ ! δὲ μὲ πιστεύετε;»

Καὶ μ᾿ ἕνα βογγητὸ τελείωσεν ὁ λόγος του, κ᾿ ἡ φωνὴ χύθηκε παραπονιάρα, ῥαγισμένη, σὰ νἄχε πάθει ἀπὸ τὸ πέσιμο κι αὐτή. Κ᾿ ἔφτασε σταὐτιά τους ἡ φωνή του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδια, τόσον ἔξαφν᾿ ἀλλαγμένη ἀπ᾿ τὸν πόνο, ξεψυχισμένη, ποῦ τοὺς περίχυσεν ἴδρωτας καὶ τοὺς τρεῖς. Εἶδαν πῶς δὲν ἦταν χωρατά.

«Μωρέ Μῆτρο! » μπόρεσαν μόνο νὰ ξεφωνίσουν, κ᾿ ἔτρεξαν νὰ τὸν πιάσουν, νὰ τοῦ δώσουν χέρι γιὰ νὰ σηκωθῇ.

«Ἔτσι γιὰ τὸ τίποτε· παραπάτησα . . . γλύστρησα νά, σὲ μιὰ φλοῦδ᾽ ἀπάνου· λεμονοκόμματο θὰ ἦταν νὰ πάθω τέτοιο κακό.

῎Αχ! σκοτώθηκα! »

Καὶ πιὸ σιγὰ καὶ πιὸ παραπονετικὰ ἔλεγεν ὅ τι ἔλεγε. Πάλεψε νὰ σηκωθῇ μόνος του, δὲ μποροῦσε᾿ τὸν ἀνασήκωσαν οἱ ἄλλοι.

«Κουράγιο, Μῆτρο!»

Ὁ Μῆτρος δὲ μποροῦσε νὰ σταθῇ στὰ πόδια του· τὄνα του πόδι, τὸ δεξί, δὲν τὄννοιωθε πιὰ γιὰ πόδι, τοῦ φαίνοταν σὰν ἀπὸ σίδερο, τοῦ στέκονταν ἀσάλευτο. Τὸν κρατοῦσαν ἀπὸ τὶς μασχάλες. Ὁ Ψημένος εἶχε κλείσει τὸ μαγαζὶ κ᾿ ἐστέκοταν κι αὐτὸς γιὰ νὰ βοηθήσῃ. Παραπέρα οἱ φωνὲς τῶν παιδιῶν ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ σκορπειοῦνται καὶ βοΐζουν· ξεσποῦν στὸν ἀέρα τὰ χαλκούνια˙ κ᾿ ἡ νύχτα ἀστράφτει, βροντάει καὶ σφυρίζει, καὶ ῥίχνει βροχὴ ἀπὸ σπίθες. ᾿Απὸ τὶς πόρτες καὶ τὰ παράθυρα τ᾿ Αη Νικόλα τὰναμμένα κεριά κ᾿ οἱ λαμπάδες τοῦ ἐπιταφίου φαντάζουν σὰν ἀστέρια· δροσερὰ παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται : «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, ποῦ ἔδει σου τὸ κάλλος;»


Rogier van der Weyden, The Descent from the Cross, 1435 -1438, 
Museo Nacional del Prado, Madrid
________


Ο Μήτρος ως Δον Κιχώτης

Mε τη διαζωγράφηση της πασχαλινής ατμόσφαιρας (“ω γλυκύ μου έαρ”) και την επίκληση της παραδοσιακής μορφής του ρουμελιώτη ήρωα και παλικαριού, – ένα σύμβολο που διατρέχει την ελληνική παράδοση από τη βυζαντινή ηρωική ποίηση ώς τους ήρωες του ’21 και την κοσμοαντίληψη του κλέφτικου τραγουδιού, – ο αναγνώστης σχεδόν αυτόματα ταυτίζει τον ήρωα με το ιδανικό της λεβεντιάς στην ελληνική παράδοση. Ωστόσο αυτή η ισχυρή ταύτιση, την οποία προκαλεί ο Παλαμάς με την επίκληση των συμβόλων της παράδοσης, ήδη στο πρώτο μέρος, με αλλεπάλληλες τραγικές ειρωνείες, υφίσταται κάποιο κλονισμό: ο Mήτρος δεν κάνει τίποτε σωστό για τη σωτηρία του, μόνη φωτεινή μορφή όλου του έργου είναι ο επιστήμονας γιατρός, ο οποίος ωστόσο δεν έχει μεγάλη υπόληψη στον κόσμο της δεισιδαιμονίας των θαλασσοχωριτών. Aκόμα κι όταν ο αναγνώστης πείθεται τελικά πως πρόκειται για μια ιστορία πεπρωμένου, το αναπόφευκτο τραγικό βρίσκεται στον παθητικό χαρακτήρα του Mήτρου, που παραδίδεται αμαχητί στον κόσμο της μητέρας του και στο λαϊκό πολιτισμό των χωρικών, οι οποίοι γρήγορα συμβιβάζονται με την ιδέα του μοιραίου.

Στο μέσον του έργου, όπου μπαίνουμε στον εφιαλτικό κόσμο των κομπογιαννιτών και τον ακόμα πιο σκοτεινό των μαγισσών, το ίνδαλμα της εθνικής παράδοσης του κλεφταρματολού απομυθοποιείται ανελέητα. Tου καταστρέφουν το πόδι τελείως· από δω και πέρα θα προχωρήσει η γάγγραινα, και το πόδι θέλει ακρωτηριασμό για να σωθεί. Aλλά ο Mήτρος αρνείται. Kαι αντί ν’ ακούσει την επιστήμη παραδίδεται σε μάγια και μάγισσες: στη γριά τη μάντισσα, ύστερα στην Oβριά από τα Γιάννενα, στο μάντη από τον  Έπαχτο. 

H απομυθοποίηση του ήρωα στη “νύχτα των νεράιδων”, φτάνει στο αποκορύφωμα: μάνα και γιος ξενυχτάνε στην εκκλησία και βλέπουν φαντάσματα και ακούνε θορύβους, τρέμουν από το φόβο, πως οι νεράιδες θα τους πάρουν τη μιλιά. O φοβερός λεβέντης έγινε ένα τρομοκρατημένο παιδί, ο ατρόμητος ήρωας της παράδοσης κωμική φιγούρα ευτράπελων διηγήσεων, που πλάθονται για την κουταμάρα και ηλιθιότητα των ανθρώπων. Tο ίνδαλμα της λεβεντιάς έγινε εκπρόσωπος της ανθρώπινης βλακείας. H σήψη και η γάγγραινα κάνουν τις γάτες στα κεραμίδια φαντάσματα και ξωτικά. 

O Παλαμάς με τη γλωσσική του μαεστρία μας κάνει να βλέπουμε τα πράγματα με τα μάτια του ίδιου του φοβισμένου Mήτρου, μάρτυρες του παλιμπαιδισμού του, και η κωμικότητα της σκηνής, όπου μάνα και παιδί στέκονται στο σκοτάδι και βλέπουν τα δικά τους φαντάσματα και δεν μιλούν, μήπως οι νεράιδες τους πάρουν τη μιλιά, αντισταθμίζεται με τη συμπάθεια, που έχει εξασφαλιστεί από την αρχική ταύτιση του Mήτρου με τον ήρωα της εθνικής παράδοσης. Δεν μπορούμε να γελάσουμε με τον Δον Kιχώτη που αυτοκαταστρέφεται. Mε την ταπείνωση του Mήτρου ταπεινώνεται και ο αναγνώστης, που έχει παγιδευτεί στην αρχική του ταύτιση με το εθνικό σύμβολο του ηρωισμού.



Jacopo Pontormo, The Deposition from the Cross, 1525–1528, 
church of Santa Felicita, Florence.
__________


Ο Μήτρος ως Εσταυρωμένος Διγενής

Aλλά το φινάλε τον αποζημιώνει. O Mήτρος ανυψώνεται πριν απ’ το θάνατό του πάλι στα ύψη του πραγματικού ήρωα· προετοιμάζει προσεκτικά το δικό του θάνατο: ανοίγει το παράθυρο, μπαίνει το φως της άνοιξης, στολίζεται όπως οι αρχαίοι Σπαρτιάτες πριν από τη μάχη με βέβαιο θάνατο, και δίνει εντολή στη μάνα του ν’ αρχίσει το μοιρολόι, για να το ακούσει ο ίδιος, ακόμα ζωντανός. H σκηνοθεσία της νεκρώσιμης σκηνής υπερβαίνει την παράδοση, και το ηρωικό του ανάστημα υψώνεται σε μνημειακά μεγέθη. O κόσμος που καταφτάνει βλέπει το νεκρό ακόμα ζωντανό και παρακολουθεί το ψυχομαχητό του. Συμφύρονται τα πάθη του Mήτρου με τα Πάθη του Xριστού, ο θρήνος της Δήμαινας με τον επιτάφιο θρήνο και ο θάνατος του παλικαριού με το Θάνατο του Διγενή. 

Στο τελικό tableau εναρμονίζεται και η φύση: από τον ήλιο που βασιλεύει ξεκινάει ο πύρινος ποταμός της Δευτέρας Παρουσίας προς το σπίτι του Mήτρου, τη στιγμή που κρίνεται η ψυχή του στη ζυγαριά του αρχάγγελου Mιχαήλ. O αναγνώστης κινείται πάλι στο γνωστό πεδίο των συμβολισμών της ελληνοχριστιανικής παράδοσης και λυτρώνεται από τις αμφιβολίες και τις ταπεινώσεις του μεσαίου μέρους του διηγήματος. O Mήτρος, το φοβισμένο παιδί, έγινε πάλι ο Mήτρος Διγενής Aκρίτης και Xριστός. H αρχική ταύτιση του αναγνώστη επιβεβαιώνεται πανηγυρικά και ανακουφισμένος ξεχνάει την απομυθοποίηση και ταπείνωση του ήρωα. Bέβαια η τελευταία σκηνή του έργου τον γυρίζει πάλι στον κόσμο των μαγισσών και κάπως σχετικοποιεί το ηρωικό φινάλε.

Oι μακροδρομές του αφηγήματος θα μπορούσαν να περιγραφούν ως ένα τρίπτυχο: ατύχημα – άστοχες θεραπείες – θάνατος, η πορεία των συμβολισμών του ήρωα είναι κυκλική: Διγενής – Δον Kιχώτης – Eσταυρωμένος Διγενής. O αναγνώστης βρίσκεται από την αρχή ώς το τέλος σε μια ισχυρή συγκίνηση και συναισθηματική φόρτιση, που ξεκινάει και τελειώνει με την ταύτιση του κεντρικού ήρωα με την ελληνική παράδοση από τον Διγενή Aκρίτα ώς το 1821 και την ένταξη των γεγονότων στα θρησκευτικά και βιωματικά συμφραζόμενα της Mεγάλης Παρασκευής, όπου ο ήρωας ταυτίζεται τελικά με το Θεάνθρωπο. Έτσι η απομυθοποίηση και εν μέρει και γελοιοποίηση στο μεσαίο μέρος, ως άβουλου παιδιού στα χέρια των ψευτογιατρών και φοβισμένου έρμαιου στις προφητείες των μαγισσών, αυτού που δεν φοβόταν κανένα και τώρα τρέμει τα φαντάσματα της νύχτας, λειτουργεί ως κρίση των αξιών, η οποία παίρνει διαστάσεις εθνικές: με το λαϊκό πολιτισμό της Tουρκοκρατίας η Eλλάδα του αστικού fin de siècle δεν μπορεί να μπει στον αιώνα της Eπιστήμης· το ίνδαλμα της εθνικής παράδοσης χάνεται αν μείνει στον κόσμο και τη νοοτροπία των Eλλήνων θαλασσοχωριτών.

Oι πολλαπλές τραγικές και κωμικές ειρωνείες του Παλαμά ωστόσο αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα: ποιος σταύρωσε τελικά τον Mήτρο; Γιατί το παλικάρι έπρεπε να πεθάνει; O Παλαμάς ήταν γνωστός λάτρης της επιστήμης και ταυτόχρονα μαγεμένος από την ποιητικότητα του λαϊκού πολιτισμού. Στο επίπεδο του ιδεολογικού μηνύματος, νομίζω, - καταλήγει ο Βάλτερ Πούχνερ στη μελέτη του - ο “Θάνατος παλληκαριού”  είναι το κύκνειο άσμα του ηθογραφικού διηγήματος, ενώ στην αφηγηματική μορφή και στη συμβατική θεματολογία αποτελεί το αποκορύφωμά του.



Guido Borelli, La-Strada del Lago
__________

Πέρασε κι ὁ χειμῶνας. Ἔλυωσαν τὰ χιόνια τοῦ Ζυγοῦ, μόνο ἡ κορφή του πρόβαλλεν ἀκόμα τυλιγμένη σὰ μέσα σὲ ψιλὰ κατάλευκο γιασμάκι.

Στὸ Μισόκαμπο λουλούδιζαν οἱ μυγδαλιὲς καὶ στὰ σπιτάκια τοῦ Θαλασσοχωριοῦ, μέσ᾿ ἀπὸ κάθε χαγιάτι καὶ κάθε λιακωτό, μέσα σὲ λογῆς λογῆς γαστροῦλες καὶ κασσελάκια, πρασίνιζεν ὁ βασιλικός, τὸ δυόσμο, τὸ δεντρολίβανο, κι ἄνθιζαν τὰ ῥόδα, τὰ γαρούφαλα, τὰ μανουσάκια καὶ οἱ βιολέττες. Καὶ τὸ πιὸ φτωχόσπιτο τὸ ἔβλεπες πλούσιο σὲ μυριστικά, καὶ τὰ κορίτσια τοῦ Θαλασσοχωριοῦ, μὲ τὶς θρεμμένες πλεξίδες καὶ τὰ βεργολυγερὰ κορμάκια τους, τὸ εἶχαν ξεχωριστὴ δουλειὰ τὴν ἄνοιξη νὰ τὰ ποτίζουν καὶ νὰ τὰ ξεδιαλέγουν τὰ λουλούδια τους. Κ᾿ ἐκεῖ κάτω ἀπ᾿ τὰ χαγιάτια κι ἀπ᾿ τὰ λιακωτά, σὲ πόρτες καὶ σὲ παράθυρα κι ἀνάμεσα στὶς γάστρες ἔχτιζαν καὶ τὰ χελιδόνια τὶς φωλιές· τί εὔκολα, ποῦ εὔρισκαν τόπο γιὰ νὰ χτίσουν τὶς φωλιές τους ἐκεῖ πέρα· ὅσο φτωχότερα ἦταν χτισμένο τὸ σπίτι, τόσο πλουσιώτερα, τόσο ἀφοβώτερα ἐζοῦσαν τὰ χελιδόνια τὰ καημένα· καὶ θαρρεῖς τὸ γνώριζαν κι αὐτά. 

Στὸ σπιτικὸ τοῦ Μήτρου τοῦ Ῥουμελιώτη κανένα λουλούδι δὲν εἶχε ἀνοίξει˙ δυὸ τρεῖς γαστροῦλες ἐστέκονταν ἀπάνω στὸ μπαλκόνι γυμνές, σὰ νὰ διάβηκεν ἀπάνω τους ἀράπικο ποδάρι. Στὸ μυαλὸ τῆς Δήμαινας φροντίδες γιὰ λουλούδια δὲ χωροῦσαν. Τὸν περασμένο χειμῶνα ἔρριξε τάνεμόβροχο τὶς γάστρες μὲ τὶς τάβλες ποῦ τὶς ἐκρατοῦσαν καὶ στόλιζαν τὴ μπροστινὴ τὴν ὄψη τοῦ σπιτιοῦ ἀπ᾿ ἄκρη σ᾽ ἄκρη, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὰ καὶ τὶς φωλιές ποῦ καρτερούσανε τὰ χελιδόνια. Κανεὶς δὲ συλλογίστηκε νὰ τὶς ξαναστυλώσῃ. Καὶ σὰν ἦρθεν ἡ ἄνοιξη καὶ γύρισαν καὶ τὰ πουλιά της, δὲ στάθηκαν στὸ σπίτι κ᾿ ἔφυγαν τὸ χαλασμό, ἀνήσυχα χτυπῶντας τὰ φτερά.

Πέρασαν οἱ ἀποκριές, κ᾿ ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, μὲ τὸ καλό, ἦταν στὰ τελευταῖα. Κ᾿ ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν ξαναγύρισεν. Ὁ ἀπρίλης, νιόφερτος, ξανάνιωσε τὴ ζωὴ καὶ νέα δύναμη σκορποῦσε γιὰ τῆς ζωῆς τὸν ἀγῶνα· νέες χαρὲς ἔννοιωθεν ἡ ψυχή, νέες φροντίδες ξεφύτρωναν στὸ νοῦ· σὰν τἄνθη ξάνοιγαν οἱ ἀγάπες, οἱ ἐκκλησιὲς ἀνοιχτές μοσχοβολοῦσαν ἀπὸ λιβάνι, κ᾿ οἱ καρδιές, ἀνοιχτότερες, μοσχοβολοῦσαν ἀπὸ ἐλπίδες. Τέτοια ἐποχὴ γλυκαίνεται κι ὁ βασανισμένος· κι ὁ ἀπελπισμένος παίρνει ὁρμή· κι αὐτὸς ποῦ εἶν᾿ ἕτοιμος νὰ ξεψυχήσῃ, τὴν ἀγκαλιάζει σφιχτότερα τὴ ζωή, κοιτάει νὰ τὴν πουλήσῃ ὅσο μπορεῖ ἀκριβώτερα.

Ὁ Μῆτρος δὲν εἶχε πλέον γλυτωμό. Μετρημένες ἦταν οἱ μέρες του. Πάνε κ' οἱ γιατροὶ μὲ τὰ γιατρικά, πάνε κ' οἱ μάγισσες μὲ τὰ μαντολόγια. Γαγγραίνιασε τὸ πόδι. Τὸ φαρμάκι ἀνέβαινε ὁλοένα κι ἀπλώνοταν στὸ αἷμα. Κ᾿ ἐκεῖνος ἀμίλητος, ἄσειστος, μόνο τὰ μάτια του μιλοῦσαν, γοργοκίνητα, γυαλιστερά, λὲς καὶ περίμενε τὸ Χάρο, γιὰ νὰ λογαριαστοῦν. Ἡ δόλια ἡ Δήμαινα εἶχε καταντήσει ἀγνώριστη ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια κι ἀπὸ τὴ λύπη, σωστὸ σαράβαλο. Ὁ Μάρκος ὁ Κανίνιας, ὁ Γιαννάκος ὁ Ταρνάναμας κ᾿ ἡ Ταρία Ταρέλα οὔτε μιλοῦσαν οὔτε τὸ κουνοῦσαν ἀπ᾿ τὸ πλευρό του. Τη Μεγάλη Πέμπτη ἔφεραν τὸν παπᾶ Θύμιο καὶ τὸν μετάλαβε.

Ἡ Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσεν ὄχι σὰν τὶς ἄλλες χρονιές, μὲ μαῦρον οὐρανό. Ξημέρωσε καταγάλανη κι ὁλόξανθη. Μὲ τὴν πρώτη ἀχτῖνα τοῦ φωτὸς ποῦ γλύστρησεν ἀπὸ τὴ χαραμάδα στὸ στρῶμα τοῦ Μήτρου, ὁ Μῆτρος ἐσπαρτάρησε κ᾿ ἔβγαλε φωνὴ τρανὴ κ᾿ ἔκραξε :

« Μάννα, ἥλιο θέλω, ἀέρα θέλω· ἄνοιξε τὸ παράθυρο!»

Κι ἀνοίγει τὸ παράθυρο κι ὁ ἥλιος πλημμυρίζει τὸ σκοτιδιασμένο, τὸ ἔρμο σπίτι. Σὰν πανηγύρι χύνεται τὸ φῶς του σὲ πάτωμα, σὲ τοίχους, καὶ σὲ κάθε τι. Τὸν περιχύνει τὸν ἄρρωστο, καὶ θἄλεγες πῶς ἦταν αὐτὸς ὁ μόνος γιατρὸς κι ὁ μόνος μάγος. Τὰ μακρειὰ κι ἀχτένιστα μαλλιά του τἀναταράζει τὸ πρωϊνὸ τἀγέρι ποῦ μὲ βία χύθηκεν ἀπ᾿ τἀνοιχτὸ παράθυρο. Κι ἀπ᾿ τἀνοιχτὸ παράθυρο τὰ μάτια του τραβᾶνε ἴσα ὁλόϊσα κι ἀνταμώνονται μὲ τὸν ἥμερο γιαλὸ τοῦ Θαλασσοχωριοῦ· τὸν ἴδιο τὸ γιαλὸ ποῦ ἀλλάζει χίλια χρώματα σὰ χίλια ὄνειρα σὲ κάθε χρυσοφίλημα τοῦ ἥλιου ἀπ᾿ τὸ πρωί ὡς τὸ βράδυ. Μόνο πῶς ὁ αὔγουστος δὲ μποροῦσε τότε νὰ τοῦ δώσῃ τὴ μυστικὴ ἐμορφιὰ ποῦ σήμερα τοῦ δίνει ὁ ἀπρίλης, πλασμένη ἀπ᾿ ὅλες τὶς πνοὲς κι ἀπ᾿ ὅλες τὶς λαχτάρες τῆς ζωῆς. Καὶ σὲ μιὰν ἄκρη τοῦ μόλου, τὰ μάτια του ξανοίγουν ἕνα καϊκάκι, τὸ ἴδιο τὸ καϊκάκι του, ξαρματωμένο ἐκεῖ, παραρριμένο. Καὶ σὰ νὰ φώτισεν ὁ ἥλιος τὸ λογισμό του πιὸ βαθειὰ κι ἀπὸ τὸ σπίτι του, κατάλαβε κι αὐτὸς πῶς ἦρθεν ἡ στερνή του ἡ ὥρα, πῶς ὁ Χάρος πλάκωσε, καὶ πῶς ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ σὰν ἄξιο παλληκάρι, μὰ τὸν κὺρ Ἥλιο ποῦ τοῦ φώτιζε τὸν ὑστερνό του δρόμο. Κι ὁ μάγος ὁ ἥλιος τὸν ἐμάγεψε˙ τὸν ἐμέθυσε μὲ ἕνα παράξενο κι ἀπάντεχο κρασί, καμωμένο ἀπὸ ζωὴ κι ἀπὸ θάνατο.

«Ἕνα καθρέφτη, μάννα, ἕνα καθρέφτη!»

Τοῦ ξάναψεν ἔξαφνα ἡ ἔγνοια τοῦ στολιδιοῦ ἤθελε νὰ συγυρίσῃ τὴ λεβεντιά του γιὰ τὸ ταξίδι τοῦ κάτου κόσμου. Τοῦ φαίνονταν πῶς ἑτοιμάζονταν νὰ πάῃ στὸ πανηγύρι τοῦ Ἅη Λιᾶ, στὰ πλάγια τοῦ Ζυγοῦ. Κ᾿ ἡ μάννα ποῦ ἀλάλιασεν ἀπ᾿ τὴ συμφορά, ποῦ ἀγρικοῦσε καὶ δὲν ἔννοιωθε, ποῦ ἔννοιωθε χωρὶς νὰ συλλογίζεται, τοῦ φέρνει τὸν καθρέφτη.

Ἐπῆρε τὸν καθρέφτη, κι ἄρχισε νὰ κοιτάζεται μέσα σ᾽ αὐτόν· ὄχι νὰ κοιτάζεται, μὰ νὰ κοιτάζῃ μέσα σ᾽ αὐτὸν χίλιες ἐνθύμησες, χίλιες εἰκόνες ἀπ᾿ τὰ μικρά του χρόνια ὡς τὰ τωρινά· εἰκόνες κ᾿ ἐνθύμησες, θαφτές μέσα στὸ νοῦ του, ποῦ ξεθάφτονταν γιὰ ὑστερνὴ φορὰ κι ἀνασταίνονταν καὶ σὰν πουλάκια γοργόφτερα τὶς ἔβλεπε μὲ τὰ σβυσμένα μάτια του νὰ σπαρταροῦνε μέσα στὸ γυαλί. Κ᾿ ἔλεγε πῶς ἦτον ὁ καθρέφτης ὡσὰν ἐκεῖνον τὸ μαγικό, τὸν περίφημο, ποῦ μέσα του ξάνοιγες ὅλα τὰ μακρυνὰ τὰ περασμένα καὶ ὅλα τὰ μακρυνὰ τὰ μελλόμενα. Κ᾽ ὕστερα μὲ μιᾶς δὲν ἀντίκρυσε άλλο τίποτε μέσα στὸν καθρέφτη παρὰ τὸ κατάχλωμο πρόσωπό του καὶ τὸ σωμένο του κορμί. Καὶ πάλι ἀκούστηκε νὰ λέῃ μ' ἐκεῖνον τὸν ἀλάλητο καημὸ τῆς λεβεντιᾶς:

«Αχ! ὡραῖα νιάτα ποῦ θὰ φάῃ ἡ γῆς!»

Καὶ καθὼς εἶπεν «ὡραῖα νιάτα», ἔτσι τὸν πῆρε γιὰ στερνὴ φορὰ κ᾿ ἡ φροντίδα τῆς νιότης, τοῦ στολισμοῦ καὶ τῆς ἐμορφιᾶς, ἡ φροντίδα, ποῦ δὲν τἀφίνει τὰ παλληκάρια καὶ μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χάρου. Κι ἄρχισε νὰ τὰ χτενίζῃ, νὰ τὰ χτενίζῃ τὰ σγουρά μαλλιά, τὰ φουντωμένα κι ὁλόμακρα, ποῦ εἶχαν ρουφήξει, θαρροῦσες, ὅλη τὴ φρεσκάδα καὶ τὴ δύναμη τοῦ κορμιοῦ, γι᾿ αὐτὸ φούντωσαν ἔτσι καὶ μάκρυναν. Κι ἔστριβε τὸ μουστάκι του σὰ νὰ ἦταν ἕτοιμος γιὰ δεύτερ᾽ ἀρραβωνήσια. Κι ὅταν ἀπόκαμε πιά, σὰ νὰ τοῦ φώτισεν ἄξαφνο φῶς τὸ νοῦ του, ἔτσι καθὼς ἦταν ἀκουμπιστός, εἶπε στὴ μάνα του:

Τώρα, δυστυχισμένη μάννα, τόσον καιρὸ ἔκανα κουράγιο, ἔλεγα πῶς δὲ θὰ πεθάνω... Μιὰ χάρη τώρα σοῦ ζητάω. Κλάψε με νὰ σ᾽ ἀκούσω.»

- Μπά! παιδί μου, τί λόγια εἶν᾿ αὐτά; Νὰ σὲ κλάψω; Ἵσα μ᾿ αὐτοῦ ἦρθες; τραύλιζεν ἀλαλιασμένη ἡ μάννα.

-Αχ! καὶ πάλι ἄχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τὰ νιάτα χῶμα γίνονται κ᾿ ἡ λεβεντιά χορτάρι, καὶ τὸ σαΐνικο κορμὶ χῶμα καὶ τὸ πατοῦνε ! Ὅπου πὰς καὶ σταθῇς, μάννα, νὰ τὸ λές».

Σώπασε λιγάκι, κ᾿ ἔξαφν᾿ ἀνατινάχτηκε ἀπελπισμένα καὶ φώναξε:

«Δὲ θέλω νὰ πεθάνω μοναχικά˙ κόσμο θέλω.῎Ανοιξε, μάννα, τὴν πόρτα, νὰ μπῇ κόσμος μέσα.»

Θὰ κόντευε τὸ μεσημέρι. Γύριζαν οἱ Θαλασοχωρίτες ἀπ᾿ τὴν ἐκκλησιάν. ῎Αντρες, γυναῖκες, παιδιά, κρατοῦσαν ἄνθη στὸ χέρι, τἄνθη τοῦ ἐπιταφίου. Ὅταν ἄξαφνα φτάνει σταὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅλων ἐκείνων, ποῦ ἔβγαιναν ἀπ᾿ τὸν Ἅη Νικόλα, κι ὅλων ἐκείνων ποῦ περνοῦσαν ἀπὸ κεῖ, – κ᾽ ἦταν ἀδιάκοπο τὸ διάβα κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνη, – φτάνει ἕνας ἦχος ἀργός, βραχνός, λυπητερός· λυπητερὸς ποῦ σήκωνε τὶς τρίχες καὶ σὲ σπάραζεν, ἦχος βγαλμένος σὰν ἀπὸ ζωντόβολο, σὰν ἀπὸ ἄνθρωπον· ἦχος ποῦ κατέβαινε καὶ ὑψώνονταν, κ᾿ ἐπνίγονταν, καὶ χύνονταν καὶ δέρνονταν· ἦχος ποῦ ἦταν καὶ μίλημα, καὶ οὔρλιασμα, καὶ θρῆνος, καὶ παράπονο, καὶ κλάψιμο, καὶ γέλιο, καὶ βρισιά, καὶ τραγούδι· τραγούδι τρομασμένης, ξετρελλαμένης, ἀπελπισμένης ψυχῆς. Κ᾿ οἱ διαβάτες ἄκουγαν, στέκονταν, ἀνατρίχιαζαν, αὐτιάζονταν, ἔνοιωθαν, κουνοῦσαν τὰ κεφάλια κ᾿ ἔλεγαν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου:

«Μυρολόϊ ! ποιὸς νὰ πέθανε;»

Κάποιος ἔδειξε τότε τὸ σπίτι τῆς Δήμαινας, κ᾿ ἔκραξε:

«Δὲν τὸ ξέρετε; ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Δήμαινας βγαίνει τὸ μυρολόϊ. Πέθανε ὁ ᾿Αφεντομῆτρος!»

Πέθανε ὁ Μῆτρος! ὁ Μῆτρος ὁ λεβέντης, ποῦ βασανίζονταν ἕνα χρόνο στὸ στρῶμα. Ὁ Μῆτρος ὁ χτυπημένος, ὁ ζηλοφθονεμένος, ὁ μαγεμένος, ὁ ἀδικοσκοτωμένος! Σὰ χαλάζι ἔπεσε τὸ μαντάτο στὸ Θαλασσοχώρι. Κι ὅσοι τἄκουγαν, ἀναστέναζαν, ἔσμιγαν μὲ βία τὶς ἀπαλάμες, κ᾿ οἱ γυναῖκες τραβοῦσαν τὰ μάγουλα σὰ νὰ μὴ τὸ περίμεναν ἀπὸ τόσους μῆνες. Δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ χωνέψουν. Ὅταν πεθαίνει παλληκάρι σὰν τὸ Μῆτρο, πεθαίνει ὁλόκληρη ζωή, σβειέται ὁ ἥλιος ! Καὶ τότε στάθηκεν ἕνα πρᾶμα, ποῦ δὲ θυμοῦνται οἱ γεροντότεροι νὰ ξαναστάθηκε κι ἄλλη φορὰ στὸ Θαλασσοχώρι. Καθένας ποῦ ἄκουγε τὸ νέο, τὸ ἔλεγε τοῦ ἄλλου καὶ ἀμέσως, ὅπως ἦταν κι ὅπου βρίσκονταν, τραβοῦσε γοργὰ κατὰ τὸ σπίτι τοῦ Μήτρου Ποῦ μαζεύτηκεν ὅλος ἐκεῖνος ὁ κόσμος; γυναῖκες ὀμορφοσυγυρισμένες μὲ τὰ μαῦρα φακιόλια· γυναῖκες ἀνάλλαγες, ὅπως βρίσκονταν στὰ σπίτια τους· κάθε λογῆς ἄντρες, νοικοκυραῖοι, δουλευτάδες τῆς θάλασσας καὶ τῆς στεριᾶς˙ παιδάκια ποῦ τὰ κρατοῦσαν ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ παιδάκια στὸ βυζὶ τῆς μάννας· ὅλοι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ τραβοῦσαν ἴσια ἐκεῖ. Ἔλεγες πῶς μέσα στὸ σπίτι ἐκεῖνο γίνονταν τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ ἔχει στηθῆ ἕνας ἄλλος ἐπιτάφιος. Καὶ πολλοὶ κρατοῦσαν ἀκόμα στὰ χέρια τους ἄνθῃ, ἄνθη ἀπὸ τὸν ἐπιτάφιο, κ᾿ ἔλεγες πῶς πήγαιναν νὰ τὰ ῥίξουν ἀπάνω στὸ στρῶμα τοῦ πεθαμμένου, μ᾿ αὐτὰ νὰ τοῦ εὐωδιάσουν τὸν τελευταῖο ὕπνο, νὰ τὸν ἁγιάσουν τὸ νεκρό.

Τὸ σπίτι ἐπρόβαλλε μ᾿ ἀνοιχτὰ παραθύρια, μὲ πόρτα ὀλάνοιχτη. Τόλουζεν ὁ ἥλιος τοῦ μεσημεριοῦ. Νὰ μὴν ἤξερε κανεὶς τίποτε, νὰ μὴ γρικοῦσε τὸν ἦχο, θὰ στοχάζονταν, ὄχι πῶς διάβαινεν ὁ Χάρος ἀπὸ κεῖ, μὰ πῶς εἶχε στηθῆ μεγάλο πανηγύρι. Κανεὶς δὲν τὸν κρατοῦσε τὸν κόσμο ἐκεῖνον. Ὅσοι ἔτρεξαν πρῶτοι, δρασκέλησαν τὸ κατώφλι, ἀνέβηκαν, τράβηξαν ἴσα μέσα, σκόρπισαν σ᾽ ὅλα τοῦ σπιτιοῦ τὰ χωρίσματα. Οἱ ἄλλοι καρτεροῦσαν ἀπ᾿ ὅξω. Κι ὅλο ἔρχονταν. Κι ὅλο κατέβαιναν, κι ὅλο ἄραζαν ἄνθρωποι μπροστὰ στὸ σπίτι. Κ᾿ ἔξαφνα πάλι ὅσοι πρόφτασαν καὶ πρωτανέβηκαν στὸ σπίτι, πρόβαλαν στὰ παράθυρα, κατέβηκαν πάλι, λαχανιασμένοι, ἀποσωμένοι, κίτρινοι, καὶ ἔφεραν νέο μαντάτο: «Δὲν πέθανεν ἀκόμα, δὲν πέθανε. Ψυχομαχάει· κ᾿ ἔβαλε νὰ τὸν μυρολογήσουν ζωντανό! Μωρέ, ἀκούς; δὲν ξαναστάθηκε τέτοιο πρᾶμα!»


Michelangelo’s Pieta (1504)
__________

Κι ἀλήθεια ἦταν· ὅσοι ἔμπαιναν μέσα στὸ σπίτι μαρμάρωναν. Ἐκεῖ ποῦ περίμεναν νὰ τὸν ἰδοῦν πεθαμμένο καὶ νὰ τὸν νεκροφιλήσουν, τὸν ἀντίκρυζαν ἀνακαθισμένο στὸ στρῶμ᾽ ἀπάνου, μ᾿ ὀργισμένη ὄψη, μὲ γουρλωμένα μάτια, μὲ τεντωμένα αὐτιά, σὰν ἄτι ἀνυπόμονο νὰ τρέξῃ στὸν κάμπο, σὰν παλληκάρι ποῦ καρτεροῦσε νὰ τοῦ φορέσουν τἄρματα γιὰ νὰ χυθῇ. Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ μαζωχτὴ ἡ γρηὰ Δήμαινα καὶ ἀσάλευτη, μὲ λείψανο κορμιοῦ μονάχα, μὲ δίχως ψυχή, μὲ δίχως δάκρυα· ὅλη της ἡ ζωὴ εἶχε γίνει φωνή, μὰ ὄχι φωνὴ γυναίκας, ἡ φωνὴ τῆς ἴδιας τῆς ἀπελπισιᾶς. Καὶ τραγουδοῦσε σ᾽ ἕνα σκοπὸ δικό της, ποῦ δὲν ξανακούστηκε κ᾿ ἔλεγε:

Ὀμορφονιὸς ψυχομαχάει, ὀμορφονιὸς πεθαίνει, ἀνάψτε πράσινα κεριὰ καὶ κίτρινες λαμπάδες, νὰ φέξουνε τόμορφονιοῦ νὰ κατεβῇ στὸν ἅδη. Σκαλί σκαλὶ κατέβαινε, σκαλὶ σκαλὶ ἀνεβαίνει.

Ἡ Βασίλω ἡ συμπεθέρα της, ποῦ δὲν μποροῦσε νὰ βαστάξῃ, κάτι θέλησε νὰ τῆς εἰπῇ:

«Καημένη Δήμαινα, δὲν ξαναστάθηκε τέτοιο στὴν οἰκουμένη, τὸ παιδί σου νὰ ζῇ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷς!»

Ἀλλ᾿ ἀντὶ νἀποκριθῇ ἡ μάννα, τὸ παιδὶ ἀποκρίθηκε:

«Πήγαινε στὴ δουλειά σου· τώρα θέλω νὰ μὲ κλάψη!»

Καὶ γυρίζοντας πρὸς τὴ μικροπαντρεμένη τὴ Λόλω, στὴν ξαδερφούλα του, ποῦ ἔστεκε γονατιστὴ κ᾿ ἔκρυβε τὰ σιγαλά της δάκρυα μέσα στὸ μαντίλι της, τὴν ἀγριοκοίταξε καὶ τῆς λέει:

«Μωρὴ Λόλω, γιατί δὲν κλαῖς καὶ σύ;»

Κι ἀκολουθοῦσε τὸ μυρολόγι:

Κ' ηὕρεν τον ἕνας σκώληκας, μὰ καὶ τὸν ἐρωτάει:
Ποῦ πάς, ἀσήμι, νὰ χαθῇς, μάλαμα, νὰ θολέψης;
Ποῦ πάς, ἀργυροκούδουνο, νὰ χάσῃς τὴ λαλιά σου;

Κι ἀπὸ τὰ χείλη τῆς μάννας τὸ μυρολόγι ξεφύτρωσε στὰ χείλη τῶν γυναικῶν τῶν ἄλλων, καθὼς τὰ δάκρυα φέρνουν δάκρυα καὶ τὰ γέλοια γέλοια, καθὼς τὸ κερὶ ἀνάφτει ἀπὸ ἄλλο κερί, καθὼς ἁπλώνονταν κάποτε κ᾿ ἡ πλυμμύρα τοῦ γιαλοῦ καὶ σκέπαζε τὸ Θαλασσοχώρι. Καὶ μέσα στὶς γυναῖκες ποῦ μυρολογοῦσαν, ἄλλες γυναῖκες πρόβαλαν μ᾿ ἀνθοστέφανα καὶ μὲ χλωρὰ μπουκέττα, κι ἄλλες παραπέρα, στἄλλα χωρίσματα, κασσέλλες ἄνοιγαν κ᾿ ἑτοίμαζαν ῥοῦχα γιὰ τὸ νεκρὸ ποῦ ἀκόμ᾿ ἀνάσαινε, κι ὁλοένα κόσμος, κόσμος ἀτέλειωτος ἀνέβαινε καὶ κατέβαινε. Καὶ μέσα στὸν κόσμο ὁ Γιαννάκος ὁ Ταρνάναμας, ὁ Μάρκος ὁ Κανίνιας κ᾿ ἡ Ταρία Ταρέλα, ἀποσωμένοι ἀπ᾿ τὶς ἀγρύπνιες, κι ἀπὸ τὸν πόνο συντριμμένοι, εἶχαν στυλώσει τὰ μάτια σὰν τυφλοὶ καὶ τίποτε λὲς δὲν ἔβλεπαν, τίποτε δὲν ἔλεγαν. ᾿Αντίκρυ ἀπὸ τὸ σπίτι ὁ μαραγγὸς κάρφωνε μὲ δακρυσμένα μάτια τὰ ξύλα τῆς κάσσας, κι ἀπάνω ἡ Βασίλω μὲ τὴ Γυφτογιάνναινα ξεδίπλωναν τὸ σάβανο· σ᾿ ἕνα τραπέζι ἔστεκεν ἡ κεντιστὴ κι ὁλόχρυση σκούφια, στερνὸ χάρισμα τῆς ἀρραβωνιαστικειᾶς στὸν ἄκληρο ποῦ τῆς ἔφυγε γιὰ πάντα· μ᾿ ἐκείνη θὰ τὸν στόλιζαν στὸ νεκροκρέββατο.

᾿Ἀπὸ τὸ μεσημέρι κ᾽ ἐκεῖθε ἄρχισεν ὁ χαροπόλεμος. Τὸ ψυχομαχητὸ κράτησεν ὅλο τὸ δειλινό. Καὶ τὸ παλληκάρι βογγοῦσε βαθειὰ κι ἀναταράζοταν, σὰ χώρα ποῦ κάθε λίγο καὶ λιγάκι τὴν ἀνατίναζεν ἀπὸ τῆς γῆς τὰ ἔγκατα σεισμός δαιμονισμένος. Καὶ μέσα στὸ ψυχομαχητό, στερνά ξεσπιθίσματα τοῦ καντηλιοῦ τῆς ζωῆς, τέτοια λόγια ξεπετειόνταν ἀνάρια ἀνάρια:

«῎Αχ! μωρέ, τί ἔπαθα!... Φουστανέλλα φορεῖς... Σιγά σιγά... μὴν πατήσῃς τὰ πόδια μου... Μπά! μπά! τί κόσμος εἶναι τοῦτος ;... Ὁρίστε ! ὁρίστε!... Μάννα... Μὴν πατήσης παραπάνω!... Τόπο! τόπο! ᾿Αέρα θέλω !... Γλυκειά ζωή... Μὴ μοῦ κρύβῃς τὸν ἥλιο... Παραδόθηκα!»


Michelangelo’s Pieta (1504)
_________

Καὶ μὲ τὸ «παραδόθηκα» παράδοσε στὸ Χάρο τὴ ζωή. Ξεψύχησε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ κόσμου, μέσα στοῦ Θαλασσοχωριοῦ τὴν ἀγκαλιά, σὰ λεύκα ποῦ τὴ ῥίχνει ὁ ξυλοκόπος, ὕστερ᾽ ἀπὸ βαρὺν ἀγῶνα, στἀνοιχτά, μπροστὰ στὴν ὄψη ὁλόκληρου τοῦ λόγγου τοῦ ἀνήμπορου. Τὴν ἴδιαν ὥραν ὁ ἀνθρώπινος ἐκεῖνος λόγγος ποῦ ἁπλώνονταν ἀπ᾿ τὸ στρῶμα τοῦ νεκροῦ ἴσια στὸ δρόμον ἔξω σκόρπισε μιὰ βοή, ποῦ τὴν εἶχε γεννήσει βαρὺς καημὸς κι ἀλαφρὸ ξανάσασμα: 

«Κρίμα στὸ παλληκάρι ποῦ πάει ἄδικα! Δόξα σοι, Κύριε, ποῦ τὸν ἀνάπαψες!»

Τὴν ἴδια ἐκείνην ὥρα, πέρα στῆς θάλασσας τὴν ἄκρη, ξανοίγονταν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ νεκροῦ κι ὁ ἥλιος ποῦ βασίλευεν ὁλοπύρινος. Τὸ ἥμερο ἀκρογιάλι δὲν ἐσούφρωνε πνοή. Τί γλύκα ποῦ εἶχεν ἡ φύση! Στεριὰ καὶ πέλαγο ἡσύχαζαν νὰ μὴ ταράξουν τὸν πρόσκαιρον ὕπνο τοῦ παντοτεινοῦ θεοῦ, τὸν ὕπνο τὸν αἰώνιο τοῦ πρόσκαιρου τἀνθρώπου.

Ὅμως τὴν ἴδια ἐκείνην ὥρα, ὅσοι παράστεκαν, μέσα στὸν πλατὺν ὀντᾶ, τὸ νεκρὸ μ᾿ ἀνοιγμένα μάτια ἀκόμα, εἶδαν κάτιτι παράξενο. Εἶδαν τὴ γριὰ τὴ Δήμαινα ἀπ᾿ τὸ στρῶμα τοῦ παιδιοῦ της, ποῦ εἶχε καρφωθῆ ἐκεῖ ξεψυχισμένη, χωρὶς αἴσθηση καὶ χωρὶς δάκρυα, καὶ πλέον καὶ χωρὶς φωνή, τὴν εἶδαν νὰ ὁρμήσῃ ἀγριωπή, μέσα στὸν κόσμο, σὰν ἀγριόγατα μ᾿ ὁλόρριχτα μαλλιά, μὲ χέρια τεντωμένα, μὲ δάχτυλα ὁλάνυχτα, σὰν κάποιον νἄθελε νὰ πνίξῃ. Μέσα στὴ μέση τοῦ σπιτιοῦ ἀθώρητη σὰ φίδ᾽ εἶχε γλυστρήσει κ᾿ ἔστεκεν ἀκίνητη, κι ἀμίλητη, κ᾿ ἔστεκεν ὁλογάληνη, σὰ μαρμαρωμένη, κ᾿ ἐκοίταζε πρὸς τὸ κρεββάτι τοῦ νεκροῦ, μιὰ κόρη. Μιὰ μυστική χαρὰ λαμπίριζε στὰ μάτια της, καὶ τὸ κλεισμένο στόμα της δὲν τἄνοιγεν, ὅμως τὸ χάραζ᾽ ἐλαφρότατα μιὰν ἀδιόρατη γραμμὴ ποῦ ἔμοιαζε χαμόγελο. Τἀνάστημά της δὲν ἦταν ψηλό, ἀλλ᾽ ὑψώνονταν ἀλύγιστο, τὸ πρόσωπό της φάνταζε ὡραιότερο, καθὼς ἐπρόβαλε μονάχα ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ μαῦρο σάλι ποῦ σκέπαζε ὅλο τὸ κεφάλι της. Σ' αὐτὴν ἀπάνου ὥρμησεν ἡ γριά. Ψιθυρισμοὶ ἀκούστηκαν τριγύρω:

«Μπᾶ! τὴν παλιοβρῶμα! τὴν ἀδιάντροπη! Μωρὲ τὴν εἴδατε τὴν Τρελλομόρφω;

᾿Αλλὰ προτοῦ προφτάσ᾽ ἡ Δήμαινα νὰ τὴν ἁρπάξῃ, ἐκείνη ἀφανίστηκε γοργά, σὰν ὄνειρο κακό, σὰν πειρασμὸς ὁλόγλυκος. Κι ἀπόμειν᾿ ἡ γριὰ σπαράζοντας καὶ φοβερίζοντας μὲ τὸ χέρι τὸν ἀέρα, καὶ πρὶν μακρειὰ πλατειά ξαπλωθῇ στὸ πάτωμα, πρόφτασε καὶ ξεφώνησε:

«Αχ! μωρὴ στρίγγλα! Ὡς κ᾿ ἐδῶ βγῆκες, μπόϊσσα! Μοῦ τὸν ἔφαγες! ἄχ! ἂν εἶχα κουμπούρι σ᾽ ἐσκότωνα! Ας εἶναι! δὲν τὸν πῆρες μιὰ φορά, κι ἂς τὸν πῆρε ὁ Χάρος!»


Νικηφόρος Λύτρας, Άνθη Επιταφίου, 1901
Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου
__________


Μήτρος και Χριστός: παράλληλα πάθη

Το διήγημα λειτουργεί σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα: ως ρεαλιστική αφήγηση μιας τοπικής κοινότητας και ως ανθρωπολογική σύνθεση για τον θάνατο, τη νέα και τη λαϊκή ψυχή. Ο Παλαμάς δεν δεν αφηγείται απλώς έναν θάνατο· δημιουργεί μια μυστηριακή ταύτιση του ανθρώπινου πάθους με το Θείο ΠάθοςΤοποθετώντας τον θάνατο του Μήτρου ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή, δημιουργεί έναν συστηματικό παραλληλισμό ανάμεσα στο ανθρώπινο δράμα και στο θεϊκό Πάθος, χωρίς ωστόσο να ταυτίζει τα δύο. Ο Παλαμάς δεν ισχυρίζεται ότι ο Μήτρος είναι Χριστός - είναι πολύ προσεκτικός ώστε η σύγκριση να παραμένει υπαινικτική και ποιητική, όχι βλάσφημη - αλλά ότι κάθε θάνατος νέου ανθρώπου επαναλαμβάνει, στη μικρή του κλίμακα, το μέγιστο κοσμικό δράμα που η Μεγάλη Παρασκευή καλείται να θυμίσει.
 

Παράλληλα στοιχεία Πάθους
  • Το σώμα ως θυσία. Ο Μήτρος, νέος και γεμάτος ζωή, καταστρέφεται από ένα ασήμαντο ατύχημα, μια γλίστρα σε φλούδα λεμονιού. Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αφορμή και στο αποτέλεσμα παραπέμπει στην αδικία της σταύρωσης: ένας αθώος, στον άνθο της ηλικίας του, χάνεται άδικα. Χαρακτηριστικά, ο λαός το διατυπώνει αυθόρμητα: «κρίμα στο παλληκάρι που πάει άδικα».
  • Το ψυχομαχητό ως Σταύρωση. Ο μακροχρόνιος αγώνας του Μήτρου με τον θάνατο, που κρατά «όλο το δειλινό», αντιστοιχεί στις ώρες της Σταύρωσης. Και οι τελευταίες του φράσεις ( «αέρα θέλω», «μη μου κρύβεις τον ήλιο», «παραδόθηκα» ) ηχούν σαν τα τελευταία λόγια του Χριστού επί του Σταυρού,  ιδίως το «παραδόθηκα» που παραπέμπει στο Ευαγγελικό «εις χειράς σου παρατίθεμαι το πνεύμά μου».
  • Ο Επιτάφιος μέσα στο σπίτι. Ο αφηγητής το λέει ρητά: «έλεγες πως μέσα στο σπίτι εκείνος γίνονταν την Πάθη του Χριστού, κ' έχει στηθεί ένας άλλος επιτάφιος». Μάλιστα, οι άνθρωποι κρατούν στα χέρια τους λουλούδια από τον πραγματικό Επιτάφιο της εκκλησίας, τα οποία μεταφέρονται από τη λατρεία στο νεκροκρέβατο, ενώνοντας τους δύο θανάτους.


Ο Διγενής ψυχομαχεί,. Έργο του Δ. Σκουρτέλη.
Συνδυασμός πολλών παραλλαγών της εξιστόρησης του θανάτου του ακρίτα
____________


Μήτρος, ο Διγενής της Ρούμελης

Ο Παλαμάς εξυμνεί τη λεβεντιά ως κορυφαία ανθρώπινη αξία, αναδεικνύοντας την επιβίωση του ηρωικού ιδεώδους από τη βυζαντινή παράδοση στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ο Διγενής είναι ο υπεράνθρωπος φύλακας των συνόρων, που δαμάζει τη φύση και τα θηρία, ζώντας μια ζωή γεμάτη άθλους. Ο Μήτρος αποτελεί μια σύγχρονη, λαϊκή ενσάρκωση του ηρωικού προτύπου του Διγενή, αν και σε ένα πιο γήινο πλαίσιο, με τα ίδια χαρακτηριστικά: ορμή, φιλότιμο, ομορφιά και περηφάνεια. Η ζωή του δεν είναι απλώς επιβίωση, αλλά μια διαρκής επίδειξη σωματικής και ψυχικής ρώμης. Για τον Μήτρο, το σώμα είναι ο «ναός» μιας θρησκείας που ονομάζεται Υγεία και Ομορφιά. 

Όπως ο Διγενής δεν δέχεται την ήττα, έτσι και ο Μήτρος δεν δέχεται το «σημάδι». Η ζωή και των δυο ταυτίζεται με τη λεβεντιά, τη σωματική αρτιότητα και δύναμη, που γίνεται φορέας αξιών και ταυτότητας. Η σωματική ατέλεια θεωρείται ατιμία και λέρα. Η αξία της ζωής γι' αυτούς χάνεται αν χαθεί η αρμονία και η δύναμη του κορμιού. Και οι δύο αγαπούν τη ζωή με πάθος, αλλά δεν φοβούνται τον θάνατο αυτόν καθαυτόν. Φοβούνται μόνο την παρακμή που προηγείται του θανάτου.

Ο θάνατος του Μήτρου είναι μια πιστή αναπαράσταση της ακριτικής παράδοσης: Ο Διγενής παλεύει με τον Χάρο στα «μαρμαρένια αλώνια» και χάνει μόνο επειδή ο Χάρος είναι αθάνατος. Ο Μήτρος, μεταφορικά, δίνει την ίδια μάχη. Πεθαίνει όρθιος, αρνούμενος να υποταχθεί στην αρρώστια που θα τον άφηνε «σημαδεμένο».Ο Μήτρος μετατρέπει τον θάνατό του σε συνειδητή τελετουργία: ζητάει καθρέφτη, χτενίζει τα μαλλιά του, στρίβει το μουστάκι του, στολίζεται, ανοίγεται στο φως και ακούει το ίδιο του το μοιρολόι, σαν να σκηνοθετεί ο ίδιος την έξοδό του από τη ζωή. Η φράση «ωραία νιάτα που θα φάει η γης» συμπυκνώνει αυτή την τραγωδία με αφοπλιστική απλότητα.

Ο θάνατος δεν είναι ήττα, αλλά η έσχατη πράξη διατήρησης της αξιοπρέπειας. Ο Διγενής πεθαίνει ως πολεμιστής που αντιστέκεται μέχρι τέλους. Ο Μήτρος προτιμά να πεθάνει παρά να ζήσει «ντροπιασμένος» από την αναπηρία. Ο Παλαμάς χρησιμοποιεί το αρχέτυπο του Ακρίτη για να δείξει ότι η ελληνική παλληκαριά δεν είναι μόνο πολεμική αρετή, αλλά μια αισθητική και ηθική στάση ζωής απέναντι στη φθορά. 



Θάνατος παλληκαριού, από την παράσταση που σκηνοθέτησαν η Μιχαέλα Αντωνίου και η Βάσια Σκιαδά, στο θέατρο Μικρός Κεραμεικός ως και 25 Απριλίου 2026
____________



«Έναν καθρέφτη, μάνα, έναν καθρέφτη».

Σε μια εποχή που η εικόνα γίνεται μέσο ύπαρξης, που φωτογραφίες και stories μας χαρακτηρίζουν, μας κατακλύζουν και μας καταναγκάζουν, το κείμενο του Κωστή Παλαμά, διαχρονικό και σύγχρονο, ανοίγει δρόμους για να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε τη σημερινή μας συνθήκη. Τι είναι ομορφιά; Τι είναι δύναμη; Τι αντιπροσωπεύει το κοινωνικά αποδεκτό; Τι σημαίνει να είσαι «παλληκάρι»; Μπορούμε τελικά να βρούμε την αλήθεια μας μέσα από το βλέμμα των άλλων;

Αν το δούμε, με σύγχρονους όρους, αυτό που ο Παλαμάς περιγράφει ως «λατρεία της Εμορφιάς» δεν είναι ματαιοδοξία με τη συνηθισμένη έννοια. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο τραγικό: η ταύτιση της ύπαρξης με την εξωτερική μορφή. Το κορμί δεν είναι απλώς σώμα, είναι «εκκλησιά», τόπος ιερός, μέσο με το οποίο ο Μήτρος συνομιλεί με τον κόσμο, κερδίζει τον σεβασμό, επιβεβαιώνει ότι υπάρχει.

Ο Παλαμάς δεν γράφει απλώς για έναν άντρα που χτύπησε το πόδι του. Γράφει για έναν άντρα που φοβάται να κοιτάξει στον καθρέφτη και να δει κάτι αλλαγμένο. Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης δεν τρέμει τον πόνο, δεν τρέμει τον θάνατο, τρέμει το σημάδι, τη μόνιμη, ορατή απόδειξη ότι το κορμί του δεν είναι πια αυτό που υπόσχεται να είναι.

Το «σημαδιακό κορμί» δεν είναι απλώς άσχημο, είναι «ντροπιασμένο», δηλαδή κοινωνικά νεκρό. Εδώ βρίσκεται η γέφυρα με το σήμερα που ανοίγει το αφήγημα του Παλαμά. Οι φωτογραφίες και τα stories δεν είναι τεχνολογική καινοτομία ούτε επιφαινόμενο· είναι η νεότερη μορφή του ίδιου αρχαίου αιτήματος: να με δουν, να με αναγνωρίσουν, να επιβεβαιώσουν ότι είμαι εκεί που νομίζω ότι είμαι. 

Ο Μήτρος ζητά έναν καθρέφτη από τη μάνα του. Εμείς ζητάμε likes. Και στις δύο περιπτώσεις, ο καθρέφτης δεν αντανακλά, κρίνει. Το μοιρολόγι της Δήμαινας είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο του κειμένου, παραδόξως. Η μάνα δεν κλαίει τον θάνατο του γιου της, τον κλαίει ως ομορφιά που χάνεται: «πού πας, ασήμι, να χαθείς». Η αξία του ανθρώπου μετριέται με αισθητικούς όρους, με μεταλλικές μεταφορές λαμπρότητας και αίγλης. Κι όταν αυτή η λαμπρότητα σβήνει, δεν φεύγει απλώς ένας άνθρωπος, φεύγει μια εικόνα. Κι η εικόνα, όπως ξέρουμε καλά πια, μπορεί να πονάει περισσότερο από τον ίδιο τον άνθρωπο που την κρατά.

Το ερώτημα «τι σημαίνει να είσαι παλληκάρι» δεν είναι εν τέλει ιστορικό. Είναι επίκαιρο και όχι μόνο για τους άντρες. Το «παλληκάρι» του Παλαμά είναι ο τύπος του ανθρώπου που έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων, και που δεν μπορεί πια να τον ξεχωρίσει από αυτό που βλέπουν εκείνοι. Σε αυτή την παγίδα δεν πέφτει μόνο ο Μήτρος. Πέφτουμε όλοι.​​​​​​​​​​​​​​​​

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Φλεβάρης των φλεβών, Φλεβάρης των ποιητών


Φλεβάρης, πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη
__________

Φλεβάρης, η σιωπηλή μεθόριος του χρόνου

Ο Φλεβάρης των ορίων: ανάμεσα στο τέλος και στην αρχή. Ούτε βαθύς χειμώνας, ούτε άνοιξη ακόμα.

Ο Φλεβάρης, το στερνοπούλι του χειμώνα, το δεύτερο εγγόνι του χρόνου, ο μήνας των φλεβών, η προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες.

Ο Φλεβάρης, ο πιο χαρούμενος και σκανδαλιάρης μήνας, που αν και κουτσός, ξέρει να χορεύει, να διασκεδάζει, να αγαπά τις σκανταλιές, να ερωτεύεται και να τρυπώνει στις πιο απίθανες νύχτες του χειμώνα σκορπώντας  γέλιο, χαρά και αναστάτωση με τις μεταμφιέσεις του.

Ο Φλεβάρης, με το λαβωμένο παιδικό πόδι και τα δακρυσμένα μάτια, «που άγρια τα κύματα κυλάει» αλλά και πλήρης ανοιξιάτικων υπαινιγμών και υποσχέσεων, γενναιόδωρα προσφέρει της μυγδαλιάς τα ευάλωτα άνθη.

Ο Φλεβάρης, της ανάληψης του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας - η ζωή πορεύεται με ερείπια, ημιτελή σχέδια και παρατημένες προθέσεις κι είναι η επιθυμία που μας κρατά ζωντανούς.

Ο Φλεβάρης δεν φωνάζει, υποχωρεί, μαζεύεται και υπόγεια προετοιμάζει το φως. Είναι ο μήνας που το σκοτάδι αρχίζει ανεπαίσθητα να χάνει τη δύναμή του — και αυτό ακριβώς τον κάνει τόσο ανθρώπινο. 


Σπύρος Βασιλείου, Καλαντάρι του 1947 με παροιμίες των μηνών
____________


«Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη...»


«…Ήρθε κάποτε μέρα κακιά κι ο ένας από τους μήνες, ο Φεβρουάριος που τα άλλα παιδιά τον φώναζαν Φλεβάρη, λαβώθηκε άσχημα στο ένα του πόδι. Δεν κατάφερνε πια να τρέξει τριάντα ολόκληρες μέρες όπως άλλοτε, μα μόνο είκοσι οκτώ και οι άλλοι τον έβγαλαν Κουτσοφλέβαρο…

- Δεν είναι μήνας σωστός! Δεν τον θέλουμε στο παιχνίδι! Mίλησαν άσπλαχνα ένα πρωί δύο από τους μήνες - παιδιά. Οι άλλοι δέκα συμφώνησαν, χωρίς να το καλοσκεφτούν. Και τον έβγαλαν από το παιχνίδι… Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη…»

Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, 
Τα παιδιά του χειμώνα, εκδόσεις Πατάκης


Έργο της Graciela Rodo Boulanger
_________


Ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο 

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.

— Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.

Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει.  Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.

— Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…  

— Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!

Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.

— Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄  αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα.  Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!

— Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης. 

— Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:

— Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;

— Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.

— Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.

— Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;

— Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.

— Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.

Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά. 

Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:

— Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!

Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι. Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.

— Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.

— Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.

Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.

— Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!

— Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.

Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.

— Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;

Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.

Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι,  μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...

Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...

— Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοι της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει.

Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!

Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…

Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:

— Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.

— Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.

— Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.

Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.

— Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;

— Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.

Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.

— Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.

«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:

— Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.

Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!



Irina Kolesnikova, Two buffoons
___________


—Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;,
παραξενεύτηκε ο παππούς.

Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:

— Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…

Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.

— Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.

Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.

Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.

Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.

— Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.

— Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.

-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.

Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος. Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:

«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»


Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου,Τα παιχνίδια του Φλεβάρη, 
εκδόσεις Πατάκης


Louise Jopling (1843-1933), Phyllis (1883)
________

Η Φυλλίς απεικονίζεται να υποφέρει από μεγάλη θλίψη αφού εγκαταλείφθηκε από τον Δημοφώντα. Μια εκδοχή της ιστορίας αναφέρει πώς η Φυλλίς άρχισε να μαραίνεται και να μαραίνεται ενώ περίμενε τον εραστή της και τελικά πέθανε από θλίψη. Ωστόσο, οι θεοί ήθελαν να τη σώσουν και έτσι τη μετέτρεψαν σε αμυγδαλιά, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να περιμένει τον εραστή της. Η αμυγδαλιά έγινε σύμβολο αγάπης και αιώνιας ελπίδας.
_______



Η αμυγδαλιά κι ο Βοριάς

«…Φλεβάρης θα΄ταν… Ηλιόλουστη μέρα από εκείνες που 'χαν ξεχαστεί από τις Αλκυονίδες του Γενάρη. Ο τόπος είχε γεμίσει πράσινο χρώμα και εμείς όλοι κατεβήκαμε στον κάμπο να βρούμε χόρτα, μάραθα που ξέραμε ένα χωράφι που ήταν γεμάτο. Και τρέχαμε χαρούμενοι κι ανέμελοι ανάμεσα στις πέτρες και τα μικρά ρυάκια και ξαφνικά, εκεί δίπλα  στις τσουκνίδες ,τις μαντιλήδες και όλα τα αγριόχορτα το τοπίο άλλαξε. Μια μεγάλη αγκαλιά από λουλούδια που μοσχομύριζαν, άσπρα και ροζ πεντάφυλλα, γέμισαν την  καρδιά μας φως, χαρά κι ελπίδα. Σαν όνειρο , σαν οπτασία μια νεράιδα με κατάξανθα μακριά μαλλιά μας προσπέρασε τρέχοντας.

 Ποια ήταν, πως; Το κατάλευκο φόρεμά της γεμάτο μικρά μικρά ανθάκια. Κι όλος ο τόπος μοσχομύρισε …Να 'ταν η Άνοιξη που βιαζόταν να έρθει. Μα δεν ήταν δυνατόν, έκανε κρύο πολύ, ακόμα Χειμώνας ήταν. Και τότε άστραψε το μυαλό, φωτίστηκε. Η Αμυγδαλιά ήταν, ντυμένη νύφη που έτρεχε να συναντήσει τον αγαπημένο της, τον Βοριά.

Θυμήθηκα όλη την ιστορία… Μας την είχε πει η δασκάλα μας στο σχολείο. Ποιος ξέρει ,έτσι μου φάνηκε, μια ομορφιά στη μέση του χειμώνα, στη μέση του κάμπου, μόνη, έρημη και πενταστόλιστη. Ένα ολάνθιστο δέντρο ανάμεσα σ΄ ένα σωρό άλλα που στέκονταν γυμνά, γκρίζα και αμίλητα. Για μια στιγμή ο άνεμος φύσηξε πολύ δυνατά και κουμπώσαμε τα παλτά μας γιατί νοιώθαμε την ψύχρα του στο σώμα μας. Εκείνη κούνησε λίγο τα κλαδιά της, λίγα ανθάκια έπεσαν, σκόρπισαν, τα πήρε εκείνος μακριά σαν να ήθελε κι αυτός να τα κρατήσει… 

Εμείς καταλάβαμε …η αμυγδαλιά ήταν κι ο Βοριάς, που συναντιόντουσαν μ΄ αυτόν τον παράξενο τρόπο …ανταλλάσσοντας λόγια αγάπης μέσα στο καταχείμωνο. Τούτα τα μικρά σκορπισμένα ανθάκια που στροβιλίζονταν ήταν το δώρο της, για τούτη την τόσο παράξενη σχέση. Ήταν τα …λόγια του αέρα …!»

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, 
Συλλογή Διηγημάτων, Ηράκλειο 2014


Edward Burne-Jones, Phyllis and Demophoon, 1870
Από τα μαλλιά της Φυλλίδας ξεπροβάλλουν άνθη αμυγδαλιάς.
Birmingham Museums and Art Gallery
__________


Ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει

Ξέρεις τ’ απάτητο βουνό που την κορφή του χιόνι
χειμώνα καλοκαίρι ζώνει;
Εκεί στη ρίζα του βουνού στέκει ένα σπίτι, κάτι
που μοιάζει του Ήλιου το παλάτι.

Μέσα στο σπίτι κάθονται δώδεκα Παλικάρια
με πρόσωπα σαν τα φεγγάρια.

[…] εκεί ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει,
γέρνει στης Μυγδαλιάς το πλάι […] 

Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη Ζωή, Κάποια Τραγούδια ακόμα, 
Οι Μήνες ( απόσπασμα), 1890.


February Rain by Scott Chitwood
_______


Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε...

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-

Τάσος Λειβαδίτης, «Φύλλα ημερολογίου», 
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990



Alex Colville, February, 1979
___________



Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα 

Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα ρούχα μια νύχτα ερειπωμένη
Αδιάκοπα ταξίδια, χιλιόμετρα αναμνήσεων κι ο σουβλερός
άνεμος στις παγωμένες λίμνες να ποδοπατεί χωρίς έλεος
την εσθήτα του καλοκαιριού
διαβαίνεις κάμπους και λαγκαδιές κρύσταλλα και
σταλαχτίτες ζεσταμένος από την πυροστιά των ματιών
της που θ’ ανθίσουν στη θέα σου
Μα κάποτε αλλάζει κι ο ρυθμός που σε κατέχει
Και οι απαντήσεις είναι πάντα τόσο φευγαλέες
Και το κορίτσι με το βιβλίο της βυζαντινολογίας ανοιχτό στα χέρια του
Δε θα σου πει τον καημό του
Κάθε βράδυ το φως θα δραπετεύει από τις γρίλιες για να
συναντήσει τον άσωτο που δεν έχει γυρισμό
και τα ερωτικά γράμματα σωρεύονται δένονται κατόπι με ροζ κορδέλες
κι ύστερα μια σιωπή μια σιωπή γιομάτη θλίψη σαν φτάνει η
ώρα η επίσημη που θα σκεφτείς εκείνον που αγαπάς
όταν εσύ που κατανίκησες τις αποστάσεις φεύγεις νικημένος
σαν ένα πλοίο με σβησμένα φώτα
ετοιμάζοντας ξανά το γυρισμό σου.


Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, 
 1943- 1997, εκδόσεις ΑΓΡΑ


Paul Cézanne - Mardi gras (Pierot et Harlequin), 1895
Μουσείο Πούσκιν, Μόσχα
__________



«Ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου»

Ο Μπασλάρ θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μας διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο Σαρλώ σ’ εκείνο το παιχνίδι με τον τσολιά τον παλαιστή και την ωραία με το μπικίνι που παίζαμε παιδιά. Χωρίς τον κουτσό που αποτελούνταν από τρία κομμάτια αντί για τέσσερα δεν θα μπορούσαμε να κινήσουμε τα πιόνια του παιχνιδιού που θα ήταν άχρηστο αφήνοντας τις φιγούρες σε συμβολική αταξία. Είναι ακόμα ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας. Είναι ο μήνας που διδάσκει, παρά την απατηλή ολότητα της ζωής των επωνύμων που καλλιεργούν οι δημοσιογράφοι, πως η ζωή όλων πορεύεται με ερείπια σχεδίων και προθέσεων και πράγματα ημιτελή και παρατημένα στη μέση. Σωστά έβαλαν εκεί τον καταναλωτικό έρωτα και τις μεταμφιέσεις του καρναβαλιού γιατί και τα δύο είναι στοιχεία της επιθυμίας. Αν συναντούσαμε το αντικείμενο της επιθυμίας μας θα είμαστε νεκροί από επιθυμίες. Δεν θα το συναντήσουμε ποτέ, αλλά σε κάθε απονενοημένη προσπάθεια θα μας δίνεται τόσο όσο να συνεχίσουμε την επόμενη. Κι έτσι ως το τέλος.

Υ.Γ. Καλύτερα θα ήταν να γράψω του Φεβρουαρίου των πόλεων.
Ο Χρίστος Παλαιοπάνος μου θύμισε ένα ακόμα πένθος. Το θεμελιώδες πένθος του ανθρώπου που έχασε το ρυθμό του χρόνου της φύσης. Γιατί εκεί, όπως ίσως θα συμπλήρωνε ο Μπασλάρ στο βιβλίο του Το Νερό και τα Όνειρα, ο Φεβρουάριος είναι μια προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες. Η παρήχηση του ρο όχι τυχαία πάει στα δύο ρω του Φεβρουαρίου και επισημαίνει τη δράση του στις ρίζες. Ο Φεβρουάριος είναι το πένθος του Μπωντλαίρ.




Χαρακτικό του καλλιτέχνη Pierre Leroy για τα «Άνθη του Κακού»
___________

   

«Η αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου Φεβρουαρίου»

«Ο Bachelard θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μάς διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας […]» γράφει σε ένα κείμενό του ο Βασίλης Λαλιώτης.

Ο Φεβρουάριος σημαίνει την κάθαρση, τον εξαγνισμό (κατά το λατινικό «februus»). Είναι το ημιτελές τραγούδι που σμίγει τους αγίους με τα καθάρματα πάνω από τα ανθρώπινα, στο ύψος της τέχνης. Εκεί που όλα αποκαθίστανται, εξαγνίζονται και επιστρέφουν ξανά στην επίγεια ταπεινότητα, αλλά και ταπείνωσή τους. 

«Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν στον παράδεισο …» έγραφε με τον λυρικό του ουτοπισμό ο Λειβαδίτης, ξεχνώντας πως εμείς χρωστάμε στον Φεβρουάριο, όχι αυτός σε εμάς.

Ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που ο Μπωντλαίρ, λίγο πριν τον θάνατό του, φοβήθηκε ότι τα «Άνθη του Κακού» θα μείνουν στην αφάνεια. Οι ευωδιές, όμως, της τέχνης του φθάνουν μέχρι σήμερα. Πιο ισχυρές από τις δυσοσμίες της τότε ζωής του.

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος με κομμένο πόδι. Για αυτό και η φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά. Για να υπενθυμίζει στον Οκταβιανό οτι δεν έχει διασωθεί κανένα κείμενό του κι ας του στέρησε μία μέρα για τη δική του αιωνιότητα. Να του θυμίζει ότι έχασε την «επιθυμία» αναζητώντας την «ολότητα», που δεν ήρθε ποτέ.

Η «αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου» Φεβρουαρίου είναι η παντοτινή νίκη του απέναντι στους άλλους, «ισχυρούς» μήνες.




Februus και Febris που αντιπροσωπεύουν τον μήνα Φεβρουάριο
Χαρακτικό του 1698, The British Museum
__________


Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι. Σε μια γωνιά ο Οκταβιανός
γογγύζει και τη φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά
καρφώνοντας βαθιά βελόνα υστεροφημίας.
Μαύρα ποτάμια ξεχύνονται στις αρτηρίες
σαν το ημιτελές τραγούδι της επιθυμίας
που ψάλλουν ματαίως οι καλένδες.
Ο Αύγουστος είναι ένας Φεβρουάριος
με περίσσιο λυγμό. Όπως τα κείμενα
του Αυτοκράτορα που θάφτηκαν στη λήθη
και ο γιος που δεν ήρθε στη μέρα που προστέθηκε
μένοντας θετό το ψεύδος της corona civica.
«Χειροκροτείστε πολίτες, χειροκροτείστε φίλοι,
η κωμωδία τελείωσε». Ώρα ν’ αρχίσει ο τρύγος.




Art by Margit J Füreder
_______



Του Φλεβάρη το πρόσωπο...

Why, what's the matter,
That you have such a February face,
So full of frost, of storm and cloudiness?

Τι συμβαίνει, λοιπόν,
κι έχεις τέτοιο φλεβαρίσιο πρόσωπο,
γεμάτο πάχνη, μπόρες και συννεφιές;

William Shakespeare, Much Ado About Nothing


Igor Grabar, February Azure, 1904, Tretyakov Gallery, Moscow
___________


Φεβρουάριος

Φεβρουάριος! Πιάσε μελάνη και κλάψε!

Θρηνώντας για τον Φλεβάρη γράψε,

Ενώ η λασπουριά βροντοκοπάει
Και καίγεται την μαύρη άνοιξη.

Βρες παϊτόνι. Δεκάρες δώσε έξι

Με τον ήχο της καμπάνας, με των τροχών την κλαγγή

Πήγαινε εκεί, όπου η νεροποντή

Βροντοκοπάει πιο πολύ από τα δάκρυα και τη μελάνη.

Εκεί, σαν καρβουνιασμένα αχλάδια,

Χιλιάδες κουρούνες από τα δέντρα

Στους λάκκους θα πέσουν, θα καταστρέψουν

Τη στεγνή θλίψη στο βυθό των ματιών.

Σαν μαύρα στίγματα εκεί που έλιωσαν τα χιόνια,

Αυλακωμένος ο αγέρας από τα κρωξίματα,

Όσο πιο τυχαία, τόσο πιο σωστά

Θρηνώντας γράφονται τα ποιήματα.





Nino Ninotti, Fiore d'inverno
__________


Afternoon in February

The day is ending,
The night is descending;
The marsh is frozen,
The river dead. 

Through clouds like ashes
The red sun flashes
On village windows
That glimmer red. 

The snow recommences;
The buried fences
Mark no longer
The road o'er the plain; 

While through the meadows,
Like fearful shadows,
Slowly passes
A funeral train. 

The bell is pealing,
And every feeling
Within me responds
To the dismal knell; 

Shadows are trailing,
My heart is bewailing
And tolling within
Like a funeral bell.

*******

Απόγευμα του Φεβρουαρίου

Η μέρα σβήνει,

η νύχτα κατεβαίνει·

ο βάλτος παγωμένος,

το ποτάμι νεκρό.

Μέσα απ’ τα σύννεφα, 
στάχτη στον ουρανό,

μια κόκκινη λάμψη του ήλιου τινάζεται

στα παράθυρα του χωριού

που αντανακλούν αίμα και φως.

Το χιόνι ξαναρχίζει·

οι θαμμένοι φράχτες

δεν ξεχωρίζουν πια
τον δρόμο 
απ’ την πεδιάδα.

Κι ανάμεσα στα λιβάδια,

σαν σκιές φοβισμένες,

αργά περνά

μια νεκρική πομπή.

Η καμπάνα χτυπά,

κι ό,τι αισθάνομαι μέσα μου

ανταποκρίνεται

στον πένθιμο ήχο της.

Οι σκιές μακραίνουν,

η καρδιά μου θρηνεί

και χτυπά από μέσα

σαν νεκρική καμπάνα.





Benjamin Williams Leader (1831–1923), February Fill Dyke
_____________



February

The month of February,
The month of frost and snow,
When grass is dead, and ways are mire,
And storm-winds blow.

*******

Φεβρουάριος

Ο μήνας ο Φεβρουάριος,
μήνας παγετού και χιονιού,
όπου το χορτάρι νεκρώνεται,
οι δρόμοι βουλιάζουν στη λάσπη
κι οι άνεμοι ξεσπούν.

Christina Rossetti (1830–1894), February 
Time Flies: A Reading Diary (1885)



Nikolai Anokhin, February Stillness
_________


On the wind in February

[...] On the wind in February
Snowflakes float still,
Half inclined to turn to rain,
Nipping, dripping, chill.
Then the thaws swell the streams,
And swollen rivers swell the sea:—
If the winter ever ends
How pleasant it will be!
[...]


**********


Στον άνεμο του Φλεβάρη

Στον άνεμο του Φλεβάρη
νιφάδες ακόμα πλέουν,
μισοδιστακτικές να γίνουν βροχή,
τσιμπώντας, στάζοντας, παγωμένες.
Κι ύστερα το λιώσιμο φουσκώνει τα ρυάκια,
κι οι φουσκωμένοι ποταμοί φουσκώνουν τη θάλασσα:—
Αν τελειώσει ποτέ ο χειμώνας,
πόσο ευχάριστο θα είναι!




Olga Vorobiova, February
___________


February Days


The icy northern blast sweeps by,
From wild wastes of the Arctic snow;
Above us droops a wintry sky,
A bleak white landscape lies below.
But, 'neath the chilly Polar blast,
A low, sweet undertone I hear:
"The wintry storms will soon be past,
And pleasant Spring-time days are near."


********

Ημέρες του Φλεβάρη


Η παγωμένη βόρεια έκρηξη σαρώνει,
από άγριες ερημιές αρκτικού χιονιού·
πάνω μας κρέμεται χειμωνιάτικος ουρανός,
κι απλώνεται από κάτω ένα άδειο, λευκό τοπίο.
Μα, κάτω από την ψυχρή πολική έκρηξη,
μια χαμηλή, γλυκιά φωνή ακούω:
«Οι χειμωνιάτικες μπόρες σύντομα θα περάσουν,
κι οι ευχάριστες ανοιξιάτικες μέρες πλησιάζουν».





Image created by pollo.ai
__________



Leap Year

Little month of February,
You are small, but worthy—very!
Will you grow up like the others,
Like your sister months and brothers?
Every four years with a bound
With a leap up from the ground,
Trying to grow tall as they—
All you stretch is one small day!
Even then you're not so tall
But just the shortest month of all.

*********

Δίσεκτο Έτος


Μικρούλη μήνα Φλεβάρη,
Είσαι μικρός, μα άξιος — πολύ!
Θα μεγαλώσεις σαν τους άλλους μήνες,
Σαν τις αδελφές σου και τ' αδέλφια σου;
Κάθε τέσσερα χρόνια με ένα πήδημα
Μ' ένα άλμα από το έδαφος,
Προσπαθώντας να ψηλώσεις όπως αυτοί —
Το μόνο που τεντώνεσαι είναι μια μικρή μέρα!
Κι ακόμα και τότε δεν είσαι τόσο ψηλός
Αλλά απλώς ο πιο σύντομος μήνας απ' όλους.




Eugène Grasset, La Belle Jardiniere, February, 1896
______________