Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Μάης, και «η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί που 'χω στο στόμα»



Anna Ancher, Νεαρή γυναίκα ανάμεσα σε παπαρούνες(1890)



Στο έμπα του Μάη....


Στο έμπα του Μάη που καταφθάνει δριμύς και εν πλήρει εξαρτύσει, αφήνοντας πίσω υπαινιγμούς έαρος και υπεκφυγές ψιχάλας…..

«Χαροκόπος λεβέντης που αλύπητα ξοδεύει το βιος του φρόνιμου Απρίλη», «λάγνος βασιλιάς» που «φερσίματα καλοκαιριού σφετερίζεται και, μ’ όνειρα παράλογα,πυρετούς και δίψα, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις»

Ο Μάης που με την πάροδο των λέξεων, καίγεται σε αγρούς αιμάσσοντες ενώ «οι παπαρούνες χορεύουν τοπικό κατακόκκινο»

Κι όλη αυτή η πληθώρα ζωής στο κορύφωμα του έαρος – έτσι συμβαίνει πάντα – πέπρωται οσονούπω «να παραδώσει το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος»



Paul Cezanne 1861


Μάης και «Η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί πούχω στο στόμα.»

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο πλόκαμος της Αλταμίρας



Γεώργιος Ιακωβίδης, Άνοιξη, 1927



Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω....

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω: 

Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα 
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα 
τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες 

Θα 'λεγες, έτοιμα όλα τους να παν
στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.

Οδυσσέας Ελύτης, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1 Μ, Η Πρωτοµαγιά 
Ηµερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, εκδόσεις ύψιλον

«Illusion Face» by Andre Martins de Barros

Πρωτομαγιά

Αύριο θα κόψουμε κάτι λουλούδια
αύριο θα ψάλουμε κάτι τραγούδια
εις την πολύανθη Πρωτομαγιά.


Να, που δροσόβολη αύρα ξυπνάει, 
και ψιθυρίζοντας μοσχοβολάει
από τ’ αρώματα τ’ αυγερινά.

Σ’ τα φύλλα επέρναε και της καρδίας, 
σαν τα κινήματα της φαντασίας
που ζωγραφίζουνε την ευτυχιά.
Διονύσιος Σολωμός

May Day Garlands, Thomas Falcon Marshall, 1860


Πρωτομαγιά


Του Μαϊου ροδοφαίνεται η μέρα 
που ωραιότερη φύση ξυπνάει 
και την κάνουν λαμπρά και γελάει

πρασινάδες, αχτίδες, νερά. 
Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι 
παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι 
ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι, 
όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά. 
Ναι, χαρείτε του χρόνου τη νιότη, 
άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.
Διονύσιος Σολωμός

Γεώργιος Ιακωβίδης



Κι ο Μάης με το Έρωτα τον ψυχοκυνηγάρη....



Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε
με την Πρωτομαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα [......]


γιορτή παράξενη μεγάλη
το χρόνο μια φορά,
στο έμπα του Μάη του μήνα,
στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.

Κωστής Παλαμάς, Το πανηγύρι της Κακάβας, Ο Δωδεκάλογος του γύφτου

***


Κι ο Μάης με το Έρωτα τον ψυχοκυνηγάρη
είναι ηλιογέννητο ζευγάρι…


Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη ζωή
***

… Κι ο Μάης λάγνος βασιλιάς με το Φεγγάρι πλέκει
παθητικές κι αχόρταγες αγάπες μεθυσμένες.....

Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του βασιλιά Β

***

Το Μάη έχ’ η άνοιξη, τα χελιδόνια ο Μάρτης,
ο Απρίλης τα τριαντάφυλλα, κι ο Μάης τα κεράσια.


Κωστής Παλαμάς, Τραγούδια της καρδιάς και της ζωής


Γιάννης Μπεχράκης, «Οι ψαράδες της Λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου»


Ο Μάης του ψαρά

Όλα της άνοιξης τα κάλλη,
όλα τα στέλνω στο καλό
μπροστά σε φρέσκο, παχουλό,
μισολογγίτικο πετάλι!

Ας μαζώνουνται στους κήπους λυγερές και παλικάρια
για να μάσουν τα λουλούδια τώρα στην πρωτομαγιά.
Ω λιβάδι’ ανθοσπαρμένα,
δεν ανθίζετε για μένα!
Άνθη, δέντρα και χορτάρια,
σμαραγδένια μου στεριά,
δε σ’ αλλάζω μ’ ένα μόνο, μ’ ένα ψάρι που εγεννήθη
στης μανούλας μου της λίμνης τα ζαφειρωμένα στήθη.

Μια πρωτομαγιά επέρσι μπήκα σ’ ένα περιβόλι
για να κόψω δυο λουλούδια της αγάπης μου κι εγώ,
μα σε τόσο κόσμο επάνω
έξαφνα ο φτωχός τα χάνω,
μ’ εστραβοκοιτάζαν όλοι,
κι είδα κι έπαθα να βγω.
Βλέπεις, χέρι αργασμένο σε σταλίκια και καμάκια
δεν ταιριάζει να χαζεύει στου Μαγιού τα λουλουδάκια.

Και θαρρούσες πως δε θέλαν ούτ’ αυτά να τα σκλαβώσω,
πως κοιτάζαν να γλιτώσουν απ’ τα χέρια του ψαρά,
πως ερεύαν ένα ένα
μες στα χέρια μου δεμένα.
Ε! δε μ’ έμελε και τόσο!
Αποκείθε μια χαρά
έτρεξα μες στα δικά μου τα θαλασσινά λιβάδια
και της έστειλα μπουκέτο απ’ ολόφρεσκα στειράδια·

Η πρωτομαγιά η δική μου εκεί πέρα είν’ ωστόσο!
Εκεί έχει το γιβάρι περιβόλι ανθηρό,
και για γάστρες τα πριάρια
και τα φύκια για χορτάρια,
και την άρμη έχει για δρόσο,
και το κύμα για νερό.
Και καλαμωτές, γαΐτες και πελάδες και γιβάρια
καλοκαίρι και χειμώνα λουλουδίζουν από ψάρια.

Νά! της λίμνης τ’ αγεράκι όλο του το μόσχο χύνει
και ο ουρανός τού Μάη όλα τ’ άστρα του φορεί·
το μονόξυλο που μ’ έχει
μ’ όλη τη γοργάδα τρέχει,
κι η πριά μου αναδίνει
όση αναλαμπή μπορεί·
και το άξιο καμάκι δίχως πλιότερη φροντίδα
με τον πρώτο χτύπο βγάζει μια μαγιάτικη μαρίδα. 

Στάσου, νά το Βασιλάδι, πριαράκι φτερωτό μου!
Θα το στρώσω μες στα φύκια και θα φάγω και θα πιω,
κι ύστερα σ’ ένα λιθάρι
γλυκός ύπνος θα με πάρει
και θα γίνω στ’ όνειρό μου
βασιλιάς της λίμνης πιο,
και τον κόσμο των ψαριών μου θα προστάξω να χιμήσει
όλους τους ανθούς του Μάη να μαράνει, να ρουφήσει!

Κωστής Παλαμάς, Τραγούδια της Λίμνης, Σεπτέμβριος 1882


John William Waterhouse, A Song Of Springtime(1 913)



Μάιος

Ο Απρίλης ξανθός, αρχοντιά φημισμένη,
ζαχαρένια θωριά, ο Απρίλης πεθαίνει·
και ο Μάης απάνου του γέρνει,
χαροκόπος λεβέντης, μα δίχως μυαλά,
και του φρόνιμου Απρίλη τα μάτια σφαλά,
και τα πλούτη του παίρνει.

Ο Απρίλης σωρούς θησαυρούς και καλούδια,
τι πουλιά, τι νερά, τι δροσιές, τι λουλούδια
στα παλάτια τα πράσιν’ αφήνει!
Κι απ’ την ίδια στιγμή και απ’ την πρώτη βραδιά
να ο Μάης· αλύπητα δίχως καρδιά
τα ξοδεύει, τα χύνει.

Με τ’ αηδόνια καλεί τη χαρά και τη χάρη·
όπου νιότη, παιδί, λυγερή, παλικάρι,
όπου φτώχεια, όπου πλούτος γελάει,
του γλυκού μηνυτή καταφτάν’ η λαλιά·
η ζωή με ολάνοιχτη τρέχει αγκαλιά
στο τραπέζι του Μάη.

Της αυγούλας το φως πολυέλαιον έχουν,
τραγουδούν κι αγαπούν και θερίζουν και τρέχουν.
Στ’ αποφάγια, σαν πρόβαλ’ η μέρα,
φεύγ’ η νιότη χορτάτη και φεύγ’ η ζωή,
στις αγάπες η χάρ’, η χαρά στη βοή,
το παιδί στη μητέρα!

«—Το στεφάνι που βλέπεις, αυτό το στεφάνι
απ’ τα πλούτη του Μάη εγώ το ’χω κάνει,
μητερούλα με λούλουδα χίλια.
Ταπεινά κι ακριβά, είναι μία χαρά.
Πώς ταιριάζουνε, κοίτα, ζαμπάκια χλωρά
με φτωχά χαμομήλια.

Όλα τ’ άνθη, μητέρα, δεν είν’ αδερφάκια;
Σε γαστρούλες και κήπους, αγρούς και ρυάκια,
μια δροσιά, και μικρά και μεγάλα;
Να πονώ τα φτωχά δε μου είπες εσύ;
Όλα τα ’θελα· τ’ άλλ’ απ’ αγάπη χρυσή,
από έλεος τ’ άλλα.

Ποιό παιδί σαν εμέ τέτοια έχει μανούλα;
Τίνος άλλου ανθοί έχουν τέτοια δροσούλα;
Τέτοια χάρη και μύρο και χρώμα;
Στου σπιτιού μας την πόρτα θ’ ανθεί κρεμαστό
ώς την άλλη χρονιά που θ’ αλλάξω κι αυτό
με καλύτερ’ ακόμα».

«—Ω παιδί μ’, ο Θεός ένα άλλο στεφάνι
στη μεγάλη μικρή σου καρδιά έχει βάνει
από άλλου Μαγιού ωραιότητα.
Μοσχομύριστο πάντα κι ολόλευκ’ ανθεί,
μα σαν γείρει ξερό δε μπορεί ν’ αλλαχθεί.
Και το λεν αθωότητα».

Κωστής Παλαμάς, Μήνες, Τραγούδια της πατρίδος μου, Μάιος 1882


Odilon Redon, Spring (1883)

..χωρίς την ομορφάδα σου, λειψή του Μάη η εικόνα...

Να ’ξερες… κάθε δειλινό, την ώρα που θα σβήσει
ο ήλιος μες στη θάλασσα, στο βράχο ανεβαίνω
και κάμπο, θάλασσα, ουρανό, βουνά, χωριά, τη φύση
του Μάη τη γιορτιάτικη κοιτάζω, και προσμένω.
Αλλά του κάμπου οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα. 

...όλες αυτές οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα 
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα
για να μου δώσουνε σωστή του Μάη την εικόνα· 
τώρα δε φτάνουν από με να διώξουν το χειμώνα. 

Κωστής Παλαμάς, Επιστολή, Τραγούδια της καρδιάς και της ζωής


John William Waterhouse, Gather Ye Rosebuds While Ye May (1909)



Kαι πάλι...


Και πάλι, να, ο Μάιος για να 'λθει ξεκινά
Και διασκελίζει θάλασσες και κάμπους και βουνά.
Κρατεί ανθούς στα χέρια του και γύρω τους σκορπά
Κι όπου περάσει και διαβεί παντού μοσχομυρίζει.
Αχ, Μάη αν σ' αγάπησα κι αν σ' αγαπώ ακόμα
Ρίξε δροσάτα λούλουδα και στόλισε το χώμα
Που θα διαβεί η αγάπη μου - Δεν θέλω όπου πατήσει
Άλλο από ρόδα και μυρτιές το πόδι της ν' αγγίξει.

Ιωάννης Πολέμης, Και πάλι


Pierre Auguste Renoir, Spring (The Four Seasons)

Πρωτομαγιά


Έλα στο κεφάλι το ξανθό
Να σου βάλω τ' όμορφο στεφάνι
Που για σε όλη νύχτα το' χω κάνει,
Να στολίσω μ' άνθια τον ανθό.

Ιδέ το! τι ωραία που θα πάει
Του ξανθόχλωμού σου κεφαλιού!
Από τα υστερνά είναι του Απριλιού
Κι απ' τα πρώτα λούλουδα του Μάη.


Κι έτσι με τα ρόδα στα μαλλιά
Κι έτσι στα ολόλευκα ντυμένη,
Να θαρρώ πως σφίγγω αναστημένη
Την Πρωτομαγιά στην αγκαλιά!


Κωνσταντίνος Χατζόπουλος [Πέτρος Βασιλικός], Πρωτομαγιά



Edvard Munch, Spring (1889)

...σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει.....

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

Κ. Π. Καβάφης, Καλός και κακός καιρός, Αποκηρυγμένα 1886 –1898



The Spring by Odilon Redon

Ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απ’ το καλοκαίρι..


Στεγνό κορμί πυρακτωμένο πέταλο. Κι ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απ’ το καλοκαίρι. Ένα κορμί στο φως κινείται ζωντανό κι ευκίνητο σου σκίζει, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις. Προτείνει ένα πουκάμισο ανοιχτό και μαύρο. Προτείνει κι άλλα. Παράλογα όνειρα και πυρετούς και δίψα.
Τάκης Σινόπουλος, Νυχτολόγιο, 1978

***

.....Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω!
Οδυσσέας Ελύτης, Κόκκινο, Παραλλαγὲς πάνω σε μιαν αχτίδα, 
Ήλιος ο Πρώτος
***


Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο. Καθώς δραπέτες
φωτοστέφανων του Angelico μια θέση αγίου διεκδικούν μέσα στο ποίημα.
Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον


Δημήτριος Γερανιώτης, Κόρη με Παπαρούνες ( 1948)


..τι θα πει Μάιος..


Βροχή στα βόρειά μου του Μαϊου.

...... Παπαρούνες
ντυμένες το παραδοσιακό τους
δηλητήριο χορεύουν τοπικό κατακόκκινο.

Συγκινημένο το άγαλμα της απορίας μου:
τι θα πει Μάιος σιγά σιγά
με την πάροδο των λέξεων;

Κική Δημουλά, B' προβολής



Victor Zaretsky, May The 1st (1970)


 «Εθνική» Πρωτομαγιά

Χορεύουνε Πρωτομαγιά Σκορπιός και Σπετσοπούλα
κι έχουν μπροστάρη του χορού τον «εθνικό» Μπαμπούλα.
Οι τράπεζες, οι φάμπρικες, τάνκερ, διυλιστήρια
και ναυπηγεία χορεύουνε στα λαϊκά Ανθεστήρια.

Χορεύει και τ’ Αφεντικού το γυάλινο σαράγι
που μ’ έναν πήδο η γυάλινη συνείδησή του εράγη…
Χάρος και Μάης χορεύουνε στα ξερονήσια κάτου
και δίπλα ο Έχτος κελαηδεί με τα σιδερικά του.

Κώστας Βάρναλης, Μάης 1969, Οργή λαού



The Soul of the Rose by John William Waterhouse

Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία.....

« Σήμερον όμως, επειδή ήτο ελληνική εορτή, η εορτή της Aνθούς, η πομπή συνωδεύετο και από την μεγάλην κόρην της κυρίας της, την περικαλλή Mατήν.....H Mατή εβάδιζε δεξιόθεν παρά το πλευρόν της γραίας, υψηλή, ευσταλής, καλλίζωνος.Ήτο ήδη δεκαεπταέτις, κ’ εφαίνετο να είναι είκοσιν ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, ομοία με την Πρωτομαγιάν, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος- έρος»



Δημήτριος Γερανιώτης, Κοπέλα σε Αγρό, 1905

«… Yπερέβησαν ήδη την στενήν πάροδον και εξήλθον εις τους χλοερούς διανθείς κάμπους. Mεθυστικόν άρωμα ανήρχετο από των απειραρίθμων ανθών, οι φράκται των αμπέλων έθαλλον με αγραμπελιά, και μ' αιγοκλήματα και με ακανθώδεις θάμνους, τινές των αγρών εφαίνοντο αιμάσσοντες εις τας πρώτας ακτίνας του ηλίου από χιλίας μυριάδας παπαρούνας.


Eναμίλλως ήνθουν το χαμαίμηλον και η καυκαλήθρα και η μολοχάνθη, τα αστεράκια και τα κιτρινούλια επρόβαλλον δειλώς τας ασθενείς κεφαλάς των εν μέσω της υπερκόμπου αφθονίας των κατερύθρων μηκώνων σημειούντων την υπεραιμίαν του έαρος. Aνώνυμά τινα ανθύλλια, χόρτα σταχυοειδή, σπαράγγια ακανθωτά και βεργιά και άλλα ανεμειγνύοντο εν μέσω του απείρου πλούτου της Xλωρίδος.


May Flowers by Victor Borisov-Musatov (1894) 


Η Φωτεινή ενέβαλε το κλειδίον εις το κρεμαστόν κλείθρον και ήνοιξε την θύραν του
περιβόλου. Τα παιδία εισώρμησαν σκιρτώντα εις τον ελαιώνα.Ήτο καλόν κτήμα περιποιημένον πολύ.  O Σταθάκης, ο Mανώλης και τα άλλα παιδία, έτρεξαν αμέσως εις το μέρος του κτήματος, το διευθετημένον εις κήπον, και ήρχισαν να δρέπωσι ρόδα και κρίνους. Eίχαν κόψει αγραμπελιά καθ' οδόν, και ήρχισαν να πλέκωσι στεφάνους και να τους φορώσιν εις την κεφαλήν, μετά τόσου ενθουσιασμού, μεθ' όσου μικρόν πρότερον ανεζήτουν τον Mάην και το λυσοχόρταρον· μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως.

Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία, ήτο η άνοιξις εν πληθώρα ζωής, ετοίμη να παραδώση το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος.

Kαι μετά τρεις μήνας ετελείτο ο γάμος του περιπαθώς ερώντος Kωστή μετά της περικαλλούς κ’ ευαισθήτου Mατούλας. Kαι η αγαστή και θεσπεσία παρθενική καλλονή, το κορύφωμα του έαρος, επέπρωτο να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον θέρος - έρος.»



Ψηφιδωτό από το Αρχαιολογικό Μουσείο Αργους


Όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά, γυρίζει πίσω από τα μισόστρατα.....


Στο διήγημα Πρωτομαγιά, ο Γεώργιος Βιζυηνός μας παρουσιάζει έθιμα και δοξασίες της Πρωτομαγιάς από τη Θράκη. Το απόγευμα της παραμονής τα παιδιά ξεχύνονται στους αγρούς και, αφού μαζέψουν λουλούδια, πλέκουν ένα μεγάλο στεφάνι με το σημείο του σταυρού στη μέση. Το μεγαλύτερο παιδί της παρέας το κρατά ψηλά και τα άλλα χορεύουν γύρω του και τραγουδούν:

"Εμβήκ’ ο Μας, εμβήκ’ ο Μας ο μήνας, με τ’ άνθη, με τα λούλουδα, με τα τριανταφυλλάκια".

Το βασικό, ωστόσο, θέμα του διηγήματος είναι η ακλόνητη λαϊκή πεποίθηση πως "όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά, γυρίζει πίσω από τα μισόστρατα". Διακόπτει το ταξίδι άρον άρον, γιατί πέφτει θύμα των μαγισσών και των δαιμόνων που κυκλοφορούν αυτή την ημέρα, όπως η Λαέγισσα, η Τρελοξανθή κ.ά. Γι’ αυτό, αποβραδίς της Πρωτομαγιάς όλα τα σπίτια κλείνουν πόρτες και παράθυρα -θωρακισμένα μόνο με το στεφάνι και το σταυρό του- και αν τύχει να βρίσκεται κανείς στο δρόμο δεν διασταυρώνει το βλέμμα , ούτε μιλά σε άλλο περαστικό, ακόμη και στη γυναίκα του ή τον αδελφό του, από το φόβο μην έχει εκείνο το βράδυ το διάβολο μέσα του και του πάρει τη λαλιά ή του κάνει μεγαλύτερο κακό.

Οι μάγισσες, κατά τη λαϊκή δοξασία, σηκώνονται τη νύχτα της Πρωτομαγιάς από το συζυγικό κρεβάτι, καβαλικεύουν το σφουγγιόξυλο (το ξύλο που χρησιμοποιούν για να σφουγγίζουν το φούρνο πριν βάλουν τα ψωμιά) και τρέχουν μέσα στα σπαρτά για να μαζέψουν μαγιάτικη δροσιά. Απ’ όπου περάσει η σφούγγια, τα στάχυα γίνονται στάχτη. Όπου, όμως, στραγγίσει η δροσιά που μάζεψε, "αλωνίζουνε γέννημα και λυχνούν χρυσάφι".

Ο Μανόλης Μαρκάκης, ο οποίος ασχολείται κυρίως με τη φιλοσοφία, αναφέρει ότι ο Γ. Βιζυηνός, στο έξοχο διήγημα του Πρωτομαγιά, επιδιώκει να φέρει σημεία του κλασικού πολιτισμού σε συνάφεια με το ιστορικό παρόν του. Γίνεται αναφορά σε στίχους του Πινδάρου ή του Αριστοφάνη μέσα σε ένα παγανιστικό ζωντανό περίγραμμα. 

"… Η εκκλησία καθηγίασε το ανανεωθέν έθιμον, ευλογήσασα τον στέφανον του ενιαυτού και επιτρέψασα τοις πιστοίς να προσφέρωσι τας απαρχάς της Φύσεως τω Φυτουργώ της Κτήσεως. Και τέλος οι Καλόγηροι του Βορρά λαμβάνουσι το μεγαλύτερον μέρος των κλαδιών, όσα φέρει ερχόμενος επί τεθρίππου άρματος ο Μάιος εκ των δασών και στρωννύουσι δια φύλλων και ανθέων το έδαφος της εκκλησίας κατά την πρώτην του Μαΐου, όπως ποιούμεν ημείς κατά το Πάσχα και την Πεντηκοστήν έτι και σήμερον" 

Η δημοτική παράδοση είναι στα διηγήματα του Γ. Βιζυηνού ο διαμορφωτικός συντελεστής της συνείδησης των Νεοελλήνων.Στο διήγημα Πρωτομαγιά γράφει ο Γ. Βιζυηνός: 

"Εκεί ανεμνήσθην ότι ευρίσκομαι εις την χωράν των Αναστενάριων και των μαγισσών, δηλαδή την πατρίδα των Βακχίδων και των Μαινάδων, αι οποίαι άλλοτε, εν τη παράφορα των οργίων των, εσπάραξαν το σώμα του δυστυχούς Ορφέως και έρριψαν την νεκράν αυτού κεφαλήν μετά της θραυσθείσης λύρας εις τα κύματα του Έβρου"




Lawrence Alma-Tadema, Spring, (1894) 
It depicts the festival of Cerealia in a Roman street.
 (J. Paul Getty Museum)


Ωραίος μήνας ο Μάιος, αλλά εμείς δεν έχουμε ούτε μια γλάστρα….

Ακόμα κι εμείς που ζούμε στις πόλεις ξέρουμε ότι ο Μάιος είναι ο μήνας των λουλουδιών, και γενικά του πράσινου.

Ο Απρίλης έχει τ’ όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια, λέει μια πα­ροιμία που μας την έμαθαν στο σχολείο. Άλλωστε, κάθε χρόνο την Πρωτομαγιά η μητέρα μου πηγαίνει κάπου στη γειτονιά, δεν ξέρω πού ακριβώς, και αγοράζει ένα μικρό στεφάνι με λουλούδια, που το βάζει πάνω από την πόρτα μας. «Και του χρόνου» μας λέει. Από το ύφος της καταλαβαίνω ότι δίνει ένα σωρό λεφτά για να πάρει το στεφάνι. Είναι όμως ωραίο, δε λέω. Κι ακόμα είναι ένα έθιμο, κι εμένα μ’ αρέσουν τα έθιμα. Φτάνει, βέβαια, να μην κοστίζουν πολύ.

Επίσης, οι καθηγητές μας, κάθε χρόνο, και οι δάσκαλοί μας παλιότερα, μας έβαζαν αυτό τον καιρό έκθεση με θέμα τέτοιο, που σου επιτρέπει να εξυμνείς τις ομορφιές, τις χαρές, τα λουλούδια, τα πουλιά και τις πρασινάδες της Άνοιξης. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου μιλούσαν στις εκθέσεις τους αυτές για τα πουλιά, τα χελιδόνια, τα δέντρα και τους κάμπους με τις παπαρούνες, που είναι, λέει, πολύχρωμα χαλιά κι ας μην τα ήξεραν παρά από μακριά μόνο.

Ένας συμμαθητής μου μάλιστα που γράφει ποιήματα, κι εδώ που τα λέμε όλοι μας σχεδόν γράφουμε ποιήματα, κι απ’ ό,τι καταλαβαίνω απ' τον πατέρα μου τα ίδια έκαμναν κι αυτοί στην ηλικία μας, ο συμμαθητής μου λοιπόν αυτός μου διάβασε προχθές, ανάμεσα στ’ άλλα, κι ένα ποίημα που σκάρωσε για την Άνοιξη, και ιδίως για τον Απρίλη και τον Μάη, που είναι κατάφορτοι μυρωμένα άνθη, απάνω στα οποία πετούν πεταλούδες, μέλισσες, και άλλα έντομα που ζουζουνίζουν γλυκά. Κι ακόμα, λέει, ότι αυτή η εποχή τον μεθάει με τα αρώματά της. Δεν κρατήθηκα πια, με πιάσανε τέτοια νεύρα, που δεν κρατήθηκα.


— Δεν μου λες, του λέω, πότε θα πάψεις να γράφεις ανοησίες;

— Ανοησίες, εγώ; είπε αυτός. Γιατί ανοησίες;

— Θα σου εξηγήσω. Αλλά πρώτα πες μου, πού κατοικείς;

— Τέρμα Ιπποκράτους, μου λέει.

— Και έχετε λιβάδια με λουλούδια και πουλιά εκεί γύρω;

— Όχι, ίσα ίσα, έχουμε πολλά καυσαέρια,
μου λέει. Και πάρα πολύ θόρυβο.

— Τότε πού τα είδες αυτά τα πράγματα;

— Όταν πάμε εκδρομή. Και κυρίως τα έχω διαβάσει.

— Και σου αρέσουν πολύ.

— Ναι, μου αρέσει η φύση, τα λουλούδια, ο καθαρός αέρας πάρα πο­λύ. Και γι’ αυτό τα γράφω.

— Σύμφωνοι. Μα, εσύ δεν γράφεις σαν ένας άνθρωπος στερημένος, που όλα αυτά τα λαχταρά και τα λατρεύει. Αλλά γράφεις σαν να τα έχεις και μάλιστα σε αφθονία.

— Και τι να γράφω;

— Αφού εννοείς να γράφεις, να γράφεις αυτό που σου συμβαίνει, κα­κομοίρη μου. Να γράφεις για τη λαχτάρα σου γι’ αυτά τα πράγματα. Να τα εξυμνείς, αφού θέλεις, αλλά σαν στερημένος.

— Και γιατί; αποκλείεται να γράψω καλά ποιήματα έτσι;

— Αποκλείεται, γιατί γράφεις πράγματα ψεύτικα, που δεν σε αγγί­ζουν, που δεν περνούν από μέσα σου.


— Κι αν ζούσα στην εξοχή;

— Αν ζούσες στην εξοχή, θα είχες άλλους δρόμους να διαλέξεις. Θα μας έγραφες για την εξοχή, για την ομορφιά της, αλλά και για τη μο­ναξιά της. Και θα μας έγραφες, πιθανώς, και για τη λαχτάρα σου για την πολύβουη ζωή.

— Δηλαδή, τι πρέπει να κάνουμε;

— Πρέπει να είμαστε αληθινοί, κύριε. Όχι και να αντιγράφουμε, βέ­βαια, τη ζωή μας, αλλά πρέπει να τα περνούμε όλα μέσα απ’ τον εαυτό μας. Αποκεί να τα βλέπουμε. Και να τα βλέπουμε τίμια.

— Ώστε ο Μάιος;

— Ωραίος μήνας πράγματι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι εμείς δεν έ­χουμε ούτε μια γλάστρα. Ούτε μπορούμε να ’χουμε. Την καίει το καυσαέριο.
Φαντάσου εμείς που τ’ αναπνέουμε τι παθαίνουμε!

— Αυτό να μου πεις. Και αυτό να γράφεις. Κατάλαβες;


Γιώργος Ιωάννου, Ανοιξιάτικες εμπνεύσεις, Εφήβων και μη, εκδόσεις Κέδρος


Απόστολος Γεραλής , Μαγιάτικο στεφάνι

Ό,τι κι αν κάνουμε τα λουλούδια πάντα ανθίζουν. 

Στη στήλη που το ’χει έθιμο να βάζει κάθε Πρωτομαγιά ένα Στεφάνι του Σπύρου Βασιλείου στέλνω ένα ακόμη που μοιάζει κατάλληλο, λόγω εποχής και καταστάσεων, γιατί έχει κάτι το θλιμμένο. 

Κι όμως και αυτό αποπνέει αισιοδοξία, η πόρτα κάποιον περιμένει, το φουγάρο καπνίζει. Πάνω από την καταστροφική επέμβαση του ανθρώπου είναι η ομορφιά της Φύσης που έχει πάντα την τελευταία λέξη. Ό,τι κι αν κάνουμε τα λουλούδια πάντα ανθίζουν. 

Αυτές οι σκέψεις μου ήρθαν κοιτώντας τους Μάηδες του πατέρα και πόσο αισιόδοξος ήταν πάντα. Πάνω από όλα η ομορφιά κι ακόμα και στα δύσκολα μια πόρτα ανοιχτή σε κάτι καινούργιο. 

Κάθε Πρωτομαγιά όσο ζούσαν οι γονείς αλλά και μετά, μαζευόμασταν όλοι και πλέκαμε μαγιάτικα στεφάνια στην Αθήνα ή στην Ερέτρια ή στην Κηφισιά και το ίδιο θα κάνουμε κι αυτό το Σάββατο. Με πολλή αγάπη και πολλές ευχές για μια αισιόδοξη Πρωτομαγιά.

Πρωτομαγιάτικο γράμμα της κόρης του ζωγράφου Σπύρου Βασιλείου, Δροσούλας, στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (2-5-2010)



«Θλιμμένος Μάης», έργο του Σπύρου Βασιλείου, 1967.









Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

«Μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!», Αργύρης Χιόνης


Nicolas Poussin, Venus surprised by satyrs (1626) 

«Never – nevermore»

E.A. POE, «The raven»

ΑΥΤΗ ΕΙΧΕ ΜΟΛΙΣ κλείσει τα είκοσι τρία· αυτός πλησίαζε τα εξήντα. Αυτή είχε μόλις εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της, αλλά ανυπομονούσε ήδη για αναγνώριση, για καταξίωση. Αυτός, αφού είχε φτύσει αίμα και περάσει διά πυρός και σιδήρου, εθεωρείτο πλέον καταξιωμένος ποιητής και κριτικός.

Ήταν ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουλίου και ήσαν ξαπλωμένοι, ολόγυμνοι, επάνω στο κρεβάτι του. Πριν από λίγο είχανε κάνει έρωτα· αυτή με βαθιούς στεναγμούς και πνιχτές κραυγές «ηδονής»· αυτός με ιδρώτα και άγχος για τη λειψή στύση του.

Αυτή είχε αποκοιμηθεί· αυτός, ξύπνιος και γερμένος στο πλάι, προς το μέρος της, άκουγε την ήσυχη, αμέριμνη ανάσα της και περιεργαζόταν το κορμί της. Ο ύπνος την είχε κερδίσει σε ύπτια στάση, αλλά τα στήθη της δεν κρέμονταν δεξιά κι αριστερά· σφιχτά σαν λεμόνια, σημάδευαν με ρώγες όρθιες το ταβάνι. Τα μπράτσα ήσαν αλαβάστρινα, στομάχι και κοιλιά καμπύλωναν προς τα μέσα, χωρίς ωστόσο να εκθέτουν τα παΐδια του υπερκείμενου θώρακα. Το τρίχωμα του εφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελούδο, οι μηροί, κρουστοί, δεν ξεχείλωναν πάνω στο στρώμα· το ίδιο και οι γάμπες. Τα γόνατα διακριτά και τέλεια σμιλευμένα.Όσο για τα πόδια — αχ, τα πόδια! —, δύο κομψοτεχνήματα, με λεπτουργημένους αστραγάλους, τέλεια πέλματος καμπύλη και ακροδάχτυλα σαν ρόδινες, στριφτές καραμελίτσες που σου ’ρχόταν να τις γλείφεις μέχρι να λιώσουν μες στο στόμα σου.



Roberto Ferri, Amor Et Mortem


Απ’ τα δροσάτα πόδια της, στα μαραμένα τα δικά του πέρασε το βλέμμα του και, από κει, στις αχαμνές του γάμπες ανηφόρισε, στ’ αρθριτικά του γόνατα και στους σακουλιασμένους του μηρούς. Στο σμίξιμό τους αντίκρισε, με δέος, τα τζούφια αρχίδια του, στεφανωμένα από γκρίζες γουρουνότριχες, και, λίγο πιο ψηλά, τη χαλαρή κοιλιά που, όπως ήτανε γερτός στο πλάι, πάνω στο στρώμα είχε κυλήσει. Μίσος και αηδία τον κατέλαβαν για το παρηκμασμένο του κορμί. 


Roberto Ferri, IL RITORNO DI PROSERPINA, 2016

Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε και, αφού ο ύπνος δεν έστεργε, ως παρηγορητής, τα μάτια να του κλείσει, το χέρι άπλωσε κι απ’ τη βιβλιοθήκη, πλάι στο κρεβάτι, ένα βιβλίο ανέσυρε, στην τύχη, και στην τύχη (τι φρικτή, Θεέ μου, τύχη!) στην εβδομηκοστή ενάτη το άνοιξε σελίδα κι άρχισε να διαβάζει:


Correggio, Jupiter and Antiope OR Venus and Cupid with a Satyr,1525


Πάει κιόλας χρόνος από τότε που ο Φαρίντ πήρε τη Νάαμα γυναίκα, και κάθε πρωινό το αντρόγυνο κάτω από τις αλέες τριγυρνά, που οι φυλλωσιές τους το ξανάνιωμα του έρωτα θροΐζουν.

Όμως εκείνοι προχωρούν, ο ένας πλάι στον άλλο, αργά αργά, λες και ξεπροβοδίζουνε νεκρό στο μνήμα, λες και τη μουσική δεν αγρικούν των δέντρων, δίχως να λεν μια λέξη, δίχως ούτ’ ένα βλέμμα ν’ ανταλλάζουν.


Μέρα τη μέρα, της Νάαμας τα μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τα μάγουλά της.

Κι εγώ φαντάζομαι με πόση ηδονή θα αφουγκράζεται, μες στη σιωπή της νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στον Φαρίντ, ολόγυμνη, το αργό, μα σταθερό έργο του θανάτου στου γέροντα το σώμα, το τρίξιμο το σιγανό που κανουν oι κλειδώσεις του, καθώς, μία προς μία, τις θρυμματίζει ο χρόνος, το αδιάκοπο της ύπαρξής του ξεχαρβάλωμα.

Όμως, το γλυκοχάραμα, όταν την παίρνει ο ύπνος, εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει.


Antoine van Dyck, Jupiter et Antiope, περ. 1620

Του ήρθε σκοτοδίνη, του ήρθε να σκοτώσει άνθρωπο. Σκότωσε μόνο ένα κουνούπι που ’χε την ατυχία πάνω στην επίμαχη σελίδα να προσγειωθεί, την ίδια ακριβώς στιγμή που έκλεινε με πάταγο και καταγής πετούσε το βιβλίο.

Το λαχταριστό στο πλάι του κορμί λαχτάρησε, σήκωσε το κεφάλι απ’ το μαξιλάρι και, τρομαγμένο, ρώτησε:

«Τι έγινε, αγάπη μου, τι έπαθες;».

Τότε, αυτός την άρπαξε από τα μαλλιά, τα υπέροχα μεταξωτά μαλλιά της, και δυο απανωτά της έριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας:

«Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!».


Roberto Ferri, "LACRIME D'AVORIO", 2015

Ύστερα, πριν προλάβει αυτή ν’ αρθρώσει λέξη, φόρεσε ένα πανταλόνι, ένα πουκάμισο κι ένα ζευγάρι εσπαντρίλιες και πήρε τους δρόμους, να την αφήσει μόνη, να μην τη δει να φεύγει, να τον αφήσει, επιτέλους, μόνο.

Επέστρεψε μετά από μια ώρα. Το σπίτι ήταν άδειο· ο Παίκτης Δίσκων Συμπαγών έπαιζε ακόμη το Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου. Πάντα στην επανάληψη το έβαζε εκείνο το κομμάτι, κάθε φορά που έκανε έρωτα. Ενίσχυε την ελλιπή του στύση, την έκανε πιο συμπαγή. Έτσι νόμιζε. 

Τώρα, ωστόσο, πλησίασε τη συσκευή και, μουρμουρίζοντας, με κάποια θλίψη, είν’ αλήθεια, αλλά με πιο πολλή ανακούφιση, «Ποτέ — ποτέ πια», την έκλεισε.

Αργύρης Χιόνης, Το απομεσήμερο ενός φαύνου, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη


Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε.... 

Στο «Απομεσήμερο ενός φαύνου» ο φόβος του επερχόμενου γήρατος και η οδυνηρή παραδοχή της απώλειας της λίμπιντο εκ μέρους του αφηγητή επιτείνεται από τη σύγκριση «του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος» της νεαρής ερωμένης του.

Πίσω από τον απλό μύθο προβάλλει ένα πυκνά υφασμένο δίχτυ αναφορών, οι οποίες αναδεικνύουν την αρχετυπικότητα του θέματος. 

Εκτός από τις ρητές αναφορές στον Μαλλαρμέ, τον Ντεμπυσσύ και το μεσαιωνικό, θαυμάσια «μετατονισμένο», ποίημα «Συζυγική ζωή» [από τη συλλογή Το περιβόλι της αγάπης αγνώστου Άραβα ποιητή που έζησε στη Γρανάδα (Ισπανία) τον 10ο ή 11ο αιώνα], υπάρχουν και κάποιες λιγότερο εμφανείς. 

Για παράδειγμα, η στάση του αφηγητή που «ξύπνιος και γερμένος στο πλάι» περιεργάζεται το κορμί της νεαρής κοπέλας ανακαλεί τον εικονογραφικό τύπο του Σατύρου που, γερμένος στο πλάι, κοιτάζει με λαγνεία την κοιμωμένη Αφροδίτη ή νύμφη. Παρόμοια στάση παίρνει και ο γέρος σύζυγος στο ιδιαιτέρως ποιητικό απόσπασμα από τη « Συζυγική ζωή»: όταν τη νεαρή γυναίκα του την παίρνει ο ύπνος, «εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει» (σ. 88).

Η παρουσία της γνωστής επωδού «Ποτέ — ποτέ πια» από το «Κοράκι» του Ε. Α. Πόε λειτουργεί αντιστικτικά προς το θέμα της γεροντικής λαγνείας. Προανακρούεται στο μότο του διηγήματος και ξανακούγεται στην τελευταία φράση, όπου ο αφηγητής αποφασίζει να βάλει τέλος οριστικά στην εποχή των ερώτων.

Η δυσεξήγητη εκ πρώτης όψεως συσχέτιση του Μαλλαρμέ και του Ντεμπυσσύ με τον Πόε [ήσαν λάτρεις και οι δύο του Edgar Allan Poe] στηρίζεται πιθανώς στη σχέση του με την κατά πολύ νεότερή του Λεωνόρα.Έτσι, προστίθεται άλλη μια αναφορά στο διακειμενικό παιχνίδι που χαρακτηρίζει το κείμενο.

Αργύρης Χιόνης, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, 
εκδόσεις Κίχλη, Επίμετρο, Γιώτα Κριτσέλη


Σχέδιο του Édouard Manet για την έκδοση του ποιήματος L’après-midi d’un faune του Stéphane Mallarmé (1876)

....μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Στο "Απομεσήμερο ενός φαύνου", η ατομική ιστορία αποκτά πανανθρώπινο ενδιαφέρον, καθώς πιθανώς στη θέση του πρωταγωνιστή μπορεί να βρεθεί καθένας από εμάς. Ο σύγχρονος «ευνοημένος» φαῦνος (Faunus, το όνομα του ήρωα ετυμολογείται από το λατινικό ρήμα faveo = ευνοώ), θα λέγαμε ότι βρίσκεται στην πιο δυσμενή θέση, στο απομεσήμερο της ζωής του. Ο σύγχρονος αυτός Παν (Φαύνος= ρωμαϊκή θεότητα των αγρών, όπως ο Παν) χάνει το παν, που γι’ αυτόν δεν είναι η καταξίωση, αλλά η νεότητα. Παραμένει φαύνος (ευνοημένος) στην Τέχνη του, αλλά όχι και στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς το γήρας τον συνθλίβει.


*****
Σαν όνειρο λιγόχρονο επλάστηκε
η νιότη η τιμημένη· ενώ σκληρό και άσκημο
το γήρας, που ήρθε κιόλας και νά κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας·
φρικτό, άτιμο, κάνει τον άνθρωπο αγνώριστον,
απάνω του ξεχύνεται, και του σκοτίζει μάτια και νου.
Mίμνερμος
*****
Με ρωτάει ο καιρὸς
Απὸ ποὺ θέλω να περάσει
πού ακριβώς τονίζομαι
στο γέρνω ή στο γερνώ.....

Κική Δημουλά, Απροσδοκίες, Η εφηβεία της λήθης

*****
Αν δεν μπορέσει, της λέτε ακόμα ότι
ωρίμασε εκείνη η παλιά φοβέρα της
πως θα με φάει ο γέρος αν δεν τελειώσω
το φαγητό μου.

Ωρίμασε έγινα γεύμα γήρατος.
Όχι σε ταβερνάκι ονείρου.
Σε κάποιο λαϊκό μαγέρικο που άνοιξε
ο καθρέφτης.

Κική Δημουλά, Σας άφησα μήνυμα, Ήχος απομακρύνσεων

*****

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
....

Κ.Π. Καβάφης, Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.

*****
Μες στα παλιά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων οι ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι οι πτωχές
και πώς βαριούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.

Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
οι σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται — κωμικοτραγικές —
μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Κ.Π. Καβάφης, Οι ψυχές των γερόντων

*****

«Η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι πως είμαστε γέροι, αλλά πως υπήρξαμε κάποτε νέοι»

Όσκαρ Γουάιλντ, Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ


Art by Nicola Samori