Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

«Μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάμω ποίηση»· Ο Νίκος Καββαδίας, με τα λόγια τα δικά του.


«Όχι όμως συνεντεύξεις και τα τοιαύτα. Ντρέπομαι»

Σ
το βιβλίο «Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής ποιητής», αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας του Μιχάλη Γελασάκη, παρουσιάζονται σημαντικά ντοκουμέντα και τεκμήρια που παρέμεναν αδημοσίευτα και άγνωστα μέχρι τώρα.

Ο
 λόγος του ίδιου του ποιητή είναι στο προσκήνιο και αυτό φαίνεται να ήταν η βασική «γραμμή» του Γελασάκη. Το κεφάλαιο με τις συνεντεύξεις είναι το πρώτο του βιβλίου κι έρχεται να ανατρέψει το ότι ο Καββαδίας δεν είχε δώσει συνεντεύξεις. Ο ποιητής, λίγο καιρό βρισκόταν στη στεριά κι όπως ο ίδιος επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία, ντρεπόταν. 

«Να βρεθούμε μια μέρα να μιλήσουμε. Όχι όμως συνεντεύξεις και τα τοιαύτα. Δεν δίνω. Ντρέπομαι», δηλώνει στον δημοσιογράφο Κυριάκο Μητσοτάκη, πριν την κουβέντα τους, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα, το 1972.

«Η λέξη "σ υ ν έ ν τ ε υ ξ η" του προκαλεί τόση αλλεργία, ώστε προτιμά να πηδήσει από το παράθυρο, παρά να εμπλακεί στην περιπέτεια των ερωτήσεων και των απαντήσεων», γράφει ο εικοσιοκτάχρονος τότε Φρέντυ Γερμανός, που κατάφερε, αφού πολύ βασανίστηκε, να πάρει την πρώτη συνέντευξη από τον ποιητή, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εικόνες, το 1962.

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται δέκα συνεντεύξεις του Καββαδία, που καλύπτουν την περίοδο 1962 - 1975 και καμιά απ' αυτές δεν έχει δοθεί σε λογοτεχνικό περιοδικό. «Είτε ήταν συνειδητή επιλογή του ποιητή να μη δίνει συνεντεύξεις σ' αυτά τα περιοδικά είτε το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής, που είχε τον έλεγχό τους, δεν θεωρούσε “απαραίτητο” να φιλοξενηθεί κάποια συνέντευξή του.»


Ο Νίκος Kαββαδίας με το κομπολόι του κουβεντιάζει με τον Φρέντυ Γερμανό, 1961
______________


Αφού είναι η γοργόνα εκεί, όλα πάνε καλά....

Η
συνέντευξη που έδωσε ο Νίκος Καββαδίας στο Φρέντυ Γερμανό το 1961, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εικόνες στις 16 Φλεβάρη του 1962, με τον τίτλο: «Νίκος Καββαδίας: Ο ποιητής των Μαραμπού». Ο δημοσιογράφος έφτιαξε ένα μεγάλο πορτραίτο με το δικό του χαρακτηριστικό ύφος. Σε αυτό παραθέτει αυτούσιες φράσεις του Καββαδία, αλλά και αρκετά στοιχεία, που – προφανώς - του είπε ο ποιητής. Χρονολογικά, αυτή είναι η πρώτη δημοσιευμένη συνέντευξη του Καββαδία που εντοπίστηκε.

Δεν
 έκανα τίποτε περισσότερο από το να περιγράφω απλά μερικά πράγματα που μου είχαν συμβεί στα ταξίδια μου  και νομίζω ότι ντράπηκα λίγο από όλον αυτό το θόρυβο που γινόταν γύρω από το βιβλίο μου. 

Δεν ήθελα να  δένομαι με τίποτε. Ακόμη κι όταν ένιωθα ότι συνήθιζα ένα ζώο, μια μαϊμού, έναν παπαγάλο, τα έδιωχνα. Ήθελα να είμαι ελεύθερος, αδέσμευτος.

Έχω μια γοργόνα ζωγραφισμένη στο δεξί μου χέρι. Εδώ - τη βλέπεις; Είναι μια περίεργη συντροφιά. Έβαλα και μου τη χάραξαν το ’34. Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου ότι η γοργόνα έφυγε από τη θέση της. Με κυριεύει τότε ένας πανικός. Ύστερα, όμως, όταν ανάβω το φως και τη βλέπω στη θέση της, ησυχάζω. Αφού είναι η γοργόνα εκεί, όλα πάνε καλά. Σβήνω το φως και ξανακοιμάμαι...

Για χάρη της γοργόνας που ᾽χω στο μπράτσο μου.....

«Βοή της σφυρίχτρας, ομίχλη, ζέστη, κούραση, ανακατώνονται. Γδύσου. Θα σου δώσω για φόρεμα το πούσι… Θα πιω άλλο ένα για χάρη της θάλασσας… Για χάρη της γοργόνας που ᾽χω στο μπράτσο μου. Που σαλτάρει στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας. Όταν πιάνουμε στεριά για καιρό, μαραζώνει και χάνει τα χρώματά της.»

Νίκος Καββαδίας, Βάρδια (σ. 104), εκδόσεις Άγρα

Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος δείχνει το τατουάζ με τη γοργόνα στο μπράτσο του Καββαδία.
______________

Αντινομία 

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές.
Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη του βυθού —χίλιες οργιές—
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι.

Και σ’ έριξα σ’ ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι ξανεμίστηκε το αλάτι.
Μα εσύ προσμένεις απ’ το δίκαιον ουρανό
το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη.

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά το άσπρο χαλίκ
ι.

m/s Aquarius 1974

Νίκος Καββαδίας,Τραβέρσο, εκδόσεις Άγρα



Η Πάτρα είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις σ' όλον τον κόσμο

Η σύντομη συνομιλία του Ν. Καββαδία με τον Γεράσιμο Α. Ρηγάτο για λογαριασμό της πατρινής εφημερίδας Δημοκρατική Πορεία έγινε στο σπίτι της αδελφής του Τζένιας, στη Δεξαμενή του Κολωνακίου, στις 20 Φλεβάρη του 1966. Σύμφωνα με τον Ρηγάτο, αυτή η συνέντευξη δημιούργησε ένα κλίμα εμπιστοσύνης ώστε να δοθεί αργότερα μία μεγαλύτερη στην Πανσπουδαστική. Είναι η μόνη συνέντευξη που εντοπίστηκε σε επαρχιακό μέσο.

Έχετε μήπως κάποιον ιδιαίτερο δεσμό με την Πάτρα;

Η Πάτρα είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις σ' όλον τον κόσμο. Έχω ζήσει για λίγο καιρό στην Πάτρα, στρατιώτης, προτού φύγουμε για το αλβανικό μέτωπο.Κι άλλες φορές έχω έρθει στην Πάτρα, με καράβια, έχω περπατήσει στις εξοχές της, έχω και κάποιους φίλους εκεί. Ένα απ’τα πράγματα που δεν αποχωρίζομαι στα ταξίδια μου είναι μια άποψη της Πάτρας απ’ το λιμάνι, ζωγραφισμένη από μία Γαλλίδα φίλη.



Το δίπλωμα Ραδιοτηλεγραφητή Β' τάξεως με ημερομηνία έκδοσης 10 ιανουαρίου 1947
____________


«Και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί»

Απόσπασμα συνέντευξης που πήρε από τον Νίκο Καββαδία η δημοσιογράφος Νανά Νταουντάκη, στον Πειραιά, πάνω στο ατμόπλοιο «Απολλωνία», μέσα στην καμπίνα του. Η συνέντευξη έγινε σε περίοδο συγγραφικής σιωπής. Ο Νίκος Καββαδίας, μετά την κυκλοφορία της βάρδιας το 1954, έπαψε να δημοσιεύει αλλά και να γράφει ποιήματα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Η συνέντευξη με τίτλο «Ν. Καββαδίας: Το αηδόνι του πόντου», δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο γυναικείο lifestyle περιοδικό «Ομορφιά» τον Ιούνιο του 1966.


Ξεκινήσατε για καπετάνιος. Πώς καταλήξατε ασυρματιστής;

Είναι μια παλιά ιστορία αυτό. Θα μπορούσα να ’μαι καπετάνιος σήμερα. Δεν έγινα πάλι απ’ το πείσμα μου το κεφαλλονίτικο - μια κι από κει κατάγομαι. Γιατί κάποτε πάνω σε μια κουβέντα ένας καπετάνιος «όνομα και μη χωριό» μου ’πε θέλοντας να με ειρωνευτεί: 

«Αν πάρεις εσύ το δίπλωμά σου, να ’ρθεις να μου το κάψεις στην πλάτη». Πεισμάτωσα, τότε. Και, βέβαια, δεν θα το πάρω, του απάντησα, και ξέρεις γιατί; Για να μη σου μοιάζω! Έτσι, όπως από ένα πείσμα έγινα ναυτικός, από άλλο ένα δεν έγινα καπετάνιος! 



Ταξιδεύετε συνέχεια. Μια βδομάδα, δυο, μήνες, καμιά φορά και χρόνια. Μακριά από άλλους άνθρώπους, εκτός απ' το πλήρωμα κι ίσως τους επιβάτες του πλοίου. Χωρίς άλλη ποικιλία απ’ τα χρώματα τ’ ουρανού και της θάλασσας, ξεκινώντας απ’ το ασπρογάλαζο, ως το μολυβί και το μαύρο. Η δουλειά σκληρή. Ολημερίς μάχη με τα στοιχεία της θάλασσας.

Αλλά δεν είναι αυτή η ζωή δύσκολη για έναν άνθρωπο;


Το πιο δύσκολο είναι να ζεις στην πολιτεία, όχι στη θάλασσα. Φοβάμαι τη στεριά, το χώμα. Ο βυθός ανοιχτά είναι καθαρός. Κι αν σ’ αρπάξει το ψάρι, είναι κάτι που το ξέρεις πια ζώντας, το τρως κι εσύ. Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο, το ’καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια. 

Εσείς οι στεριανοί μάς λυπάστε γιατί δεν έχουμε σπίτι, γιατί περπατάμε μ' ανοιχτά πόδια, γιατί φοράμε τσαλακωμένα πουκάμισα κι ασιδέρωτα ρούχα στο πόρτο. Εγώ σάς χαίρομαι. Σίγουρο κρεβάτι, ήρεμος ύπνος. Καφέ στο κομοδίνο κι εφημερίδες. Εκδρομή το σαββατοκύριακο με κεφτέδες. Όμως εγώ δεν αλλάζω τη δουλειά μου με τη δική σας, ούτε για μια μέρα.
Ο Νίκος Καββαδίας στο κατάστρωμα του "Ιωνία", ζωγραφισμένος από τον Γιάννη Τσαρούχη για πρωμετωπίδα στην έκδοση των "Μαραμπού" και "Πούσι" από τον "Κέδρο", το 1973
____________


Είναι αλήθεια όλα όσα γράφετε; Τα 'χετε ζήσει ο ίδιος;

Είναι ολα αληθινά πέρα για πέρα. Ή ο ίδιος τα 'ζησα ή τα είδα να γίνονται πλάι μου.

Μα τα ποιήματά σας παρουσιάζουν πολλές φορές γεγονότα που συνηθίσαμε να τα λέμε αμαρτωλά.

Ναι, έτσι είναι!

Λοιπόν είναι κι οι ίδιοι οι ναυτικοί άνθρωποι αμαρτωλοί, που ζουν τη ζωή τους μ’ όλους τους τρόπους;

Οι ναυτικοί μοιάζουν με τους καλόγερους. Για πολύ καιρό είναι κλεισμένοι στο καράβι σαν ασκητές. Όταν βγαίνουν έξω δεν κάνουν διακρίσεις. Ζουν τη ζωή όπως τη βρουν. Ναι, μοιάζουν με τους καλόγερους, με τη διαφορά ότι εκείνοι δεν έχουν παράδεισο, ενώ οι ναυτικοί έχουν!

Ο Νίκος Καββαδίας, οκτώ χρονών, το 1918 στο Αργοστόλι
__________


«Άρχισα να γράφω από οχτώ χρονώνε..»

H συνέντευξη - καρπός πέντε ή έξι συναντήσεων - δόθηκε στους φοιτητές τότε, Μάκη Ρηγάτο (Ιατρικής) και Γιάννη Καούνη (Νομικής) και δημοσιεύτηκε, μόνο με το όνομα του πρώτου, στο τελευταίο τεύχος του μηνιαίου φοιτητικού περιοδικού Πανσπουδαστική τον Μάρτη του 1967, λίγο πριν απαγορευτεί η έκδοσή του από τη Χούντα. Η συνομιλία γίνεται στο σπίτι όπου έμενε με την αδελφή του τα διαστήματα που ήταν ξέμπαρκος (Δεινοκράτους 51, Κολωνάκι).

Άρχισα να γράφω από οχτώ χρονώνε. Αφορμή ήταν τα γενέθλια της αδελφής μου. Νόμισα πως θα ήταν το καλύτερο που θα είχα να της χαρίσω. Από τότε άρχισα να γράφω. Έμαθα να διαβάζω πριν πάω σχολείο, από μιαν Ανθολογία του Αγαθοκλή Κωνσταντινίδη κι από ένα Ημερολόγιο του Σκόκου».

Ο πατέρας μου, όταν γύρισε απ’ την Κίνα έγινε τροφοδότης σε επιβατικά. Μ’ έπαιρνε μαζί του. Γνώρισα πολλά μέρη κι αγάπησα τη θάλασσα. Τις εντυπώσεις μου έγραψα σ’ έλεύθερα θέματα, κάποια που μάς έβαζαν στο γυμνάσιο. Συμμαθητής μου ήταν ο γιος του Νιρβάνα. Τα πήρε, τα έδειξε στον πατέρα του. Εκείνος με κάλεσε και με γνώρισε. Ήταν εξαίρετος άνθρωπος. Με βοήθησε και με καθοδήγησε. Μου είπε να συνεχίσω να γράφω. Ήμουν τότε περίπου δεκαέξι χρονώνε. Πήγαινα γυμνάσιο στον Πειραιά.


Ο Ν. Καββαδίας με τον συγγραφέα και στρατιωτικό γιατρό Παύλο Νιρβάνα

_____________________

[....] Οι Εγγλέζοι ναυτικοί είναι καλά παιδιά. Καλοί ναυτικοί είναι κι οι Έλληνες. Οι νέοι ναυτικοί έχουν συνείδηση της δουλειάς. Κι αν δεν έχουν, αποχτάνε. Υπάρχουνε κι άλλοι που πάνε στη θάλασσα από νοικοκυρίστικη αντίληψη. Μαζεύουνε λίγα λεφτά, μετά βγαίνουν, ανοίγουν ένα ψιλικατζίδικο. Πάντως οι ναυτικοί ειναι οι πιο καλοί άνθρωποι του κόσμου. 

Αποχτούν στη θάλασσα ένα χαραχτήρα που μένει για όλη τους τη ζωή. Μετά όμως, οι παλιοί ναυτικοί, δεν μπορούν να ριζώσουν, να εγκλιματιστούνε πουθενά. Και βλέπουμε ή πεθαίνουν γρήγορα ή αν κάνουν άλλη δουλειά πέφτουν έξω. Είναι έξω απ’τα νερά τους.

Ε, τι να κάνουν όταν ύστερα από τόσον καιρό βγαίνουν στο λιμάνι; Ύστερα από τόσα βάσανα, κινδύνους που έχουνε περάσει... Αλλά είναι καλά παιδιά. Δεν έχουν πατρίδα. Δεν ανήκουν πουθενά.


Ο Γιώργος Σεφέρης με τον Φίλιππο Χατζόπουλο, ανιψιό του Ν. Καββαδία, Πειραιάς, 1970
______________

«Το κροκοδειλάκι που έσφαξα!»

Σ’ ένα από τα πολλά ταξίδια του Νίκου Καββαδία στην Κύπρο, ο δημοσιογράφος Κώστας Σερέζης θα τον συναντήσει πάνω στο καράβι «Απολλωνία» και θα έχουν μία συνομιλία, εν μέσω δικτατορίας στην Ελλάδα. Η συνέντευξη με τίτλο: «Ένας παντοτινός ταξιδιώτης» θα δημοσιευτεί στις 15 Ιούλη 1970 στην κυπριακή εφημερίδα Φιλελεύθερος και πιο μετά στο βιβλίο Επικαιρότητες (Αργώ, Λευκωσία, 1971). Συνδετικός κρίκος γι’ αυτήν τη συνομιλία φαίνεται να ήταν η κοινή τους φίλη Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ.


Μια φωτογραφία του Γιώργου Σεφέρη με αφιέρωση, στην αίθουσα ασυρμάτου του πλοίου, γίνεται αφορμή για να πει ο Καββαδίας μια ιστορία:

«Του Μαραμπού για τό κροκοδειλάκι

α/π Μασσαλία 25.8.1962, Γιώργος Σεφέρης»

Για χρόνια έλεγα στον Σεφέρη να κάνει ένα ταξίδι με το πλοίο στο όποιο εργάζομαι. Δεν τύχαινε όμως, και κάποια μέρα, στη διαρκή επιμονή μου, του είπα: «Άκουσε, Γιώργο, όταν θα ταξιδέψουμε κάποτε μαζί θα σφάξω το κροκοδειλάκι».

Ποιο κροκοδειλάκι; ρώτησε εκείνος.

«Δεν το ξέρεις; Πάνω στο καράβι έχω ένα παπαγάλο, ένα πίθηκο κι ένα κροκόδειλο. Ε, σαν θα 'ρθεις, για να γιορτάσω το γεγονός θα σφάξω τον κροκόδειλο.

Όταν αργότερα έτυχε ο Σεφέρης να ταξιδέψει μαζί μου, θυμήθηκα την υπόσχεση, πήρα ένα κόκκινο καλαμάρι κι έκανα την καμπίνα μου, άσ’τα. Σαν μπήκε μέσα ο Σεφέρης κι είδε τα χάλια εκείνα με τα κόκκινα μελάνια παντού, απόρησε: 

— Τι είναι αυτά;

— Το κροκοδειλάκι που έσφαξα!

Ο μικρός Νίκος Καββαδίας (όρθιος δεξιά) με τ' αδέλφια του στο Αργοστόλι: την Τζένια(όρθια αριστερά), τον υστερότοκο Αργύρη, βρέφος και τον Μήκια(όρθιος πάνω στην καρέκλα)
______________________


«Θα ’πρεπε να ’χει πεθάνει.....μα με γέλασε».

Η συνομιλία αυτή, με τον δημοσιογράφο Κυριάκο Μητσοτάκη δημοσιεύτηκε» στο εβδομαδιαίο περιοδικό Επίκαιρα, στις 27 Ιούλη 1972 με τίτλο: «Νίκος Καββαδίας:Ο εραστής της θάλασσας». Πρόκειται για τη μοναδική συνέντευξη του Νίκου Καββαδία, που εντοπίστηκε σε ελληνικό μέσο κατά την περίοδο της δικτατορίας, σε μια στιγμή παύσης από τα ταξίδια του με το ατμόπλοιο «Απολλωνία».

Γεννήθηκα πολύ μακριά, στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Φύγαμε από κει όταν ήμουν πέντε χρονών. Θυμάμαι πάντα τα τραγούδια του τόπου και πάντα μ’  ακολουθεί η μυρωδιά του κορμιού των γυναικών που με παίρνανε στην αγκαλιά τους και οι μυρωδιές από τις αυλές τους. Γυρίσαμε στην Ευρώπη με τον «Υπερσιβηρικό». 

Ο Χαρίλαος και η Δωροθέα Καββαδία με την Τζένια και τον Νίκο, όταν ακόμα η οικογένεια διέμενε στη Μαντζουρία, την οποία εγκατέλειψαν το 1914
_______________________


Το 1928 τέλειωσα το γυμνάσιο και μπήκα σ’ ένα ναυτικό γραφείο στον Πειραιά, γιομάτο μεγάλες αφίσες και χάρτες γεωγραφικούς. Όταν νύχτωνε και σφύριζαν τα καράβια παρτέντζα, μ’ έπιανε λύσσα. Τι μ’ έσπρωξε στη θάλασσα; Η μυρωδιά από τις βαλίτζες των ναυτικών. Τα δώρα που φέρναν οι συγγενείς μου από τα ξένα. Η μυρωδιά των καραβιών που κάνει τους επιβάτες να ζαλίζονται και να περιμένουν την ώρα που θα φτάσουν στο λιμάνι σα λύτρωση. 

Ζορίστηκα για να φύγω. Κι από τους άλλους κι από μένα τον ίδιο. Τριάντα καράβια είχανε στενοί μου συγγενείς, κι εγώ γύριζα στα ξένα γραφεία για δουλειά. Ήμουνα τρομερά βραδύγλωσσος και υπνοβάτης. Τον πρώτο χρόνο που μπαρκάρισα, ξερνούσα σα γάτα. Συνήθισα με τον καιρό. Όμως, όταν μείνω στη στεριά πάνω από τρεις μήνες, την ημέρα που θα ξαναμπαρκάρω νιώθω λιγάκι σαν την πρώτη φορά που ξεκίνησα.

Στα φορτηγά, έχεις καιρό να διαβάζεις και να γράφεις. Εκεί μιλάς πολύ λίγο. Ή καθόλου. Καλημέρα, καληνύχτα. Το καλησπέρα περισσεύει. Σε πιάνει η λαμαρίνα και δεν λες μήτε κι αυτά. Μιλάω για την παλιά εποχή, όταν κουβαλούσαμε στην πλάτη το στρώμα, τα σεντόνια και τα κουταλοπίρουνα. Τώρα τα ’χουν όλα. Καμπίνες μοναχικές, κρύο και ζεστό νερό, λουτρά, τηλεόραση και κινηματογράφο. Όταν πρωτοβγήκα στη θάλασσα, στους Τροπικούς μας μοίραζαν ένα κουβά νερό την ημέρα. Το πόσιμο το κλειδώναμε και πίναμε με τα ντενεκεδάκια μερίδα. Όμως τώρα, σε τούτα τα θεριά των 300.000 τόνων που ’ναι σαν πολυκατοικίες, τα ’χεις όλα και δεν έχεις γωνιά να κρυφτείς. 

Στα διάφορα πλάτη της γης που ταξιδεύετε συναντάτε θαυμαστές του έργου σας;

Σπάνια. Μια φορά, πριν πολλά χρόνια, σ’ ένα μπαρ στη Μελβούρνη συνάντησα έναν Κεφαλλονίτη που δούλευε λαδάς στα αυστραλέζικα καράβια της κόστας και θυμόταν όλο το Μαραμπού απέξω. Τον ρώτησα αν γνώρισε ποτέ κείνον που το ’γραψε. «Όχι» μου ’πε. Και πρόσθεσε κατόπιν: «Μα έχει χρόνια πεθάνει. Ήταν πολύ γέρος». 

«Ναι» του ’πα. «Θα ’πρεπε να ’χει πεθάνει στα 1935 μεταξύ Κολόμπο και Άντεν, μα με γέλασε». Δεν το κατάλαβε και συνεχίσαμε να πίνουμε και να μιλάμε για τον... συγχωρεμένο.

Colombo 28/12/49 στο επιβατηγό "Cyrenia"
_________


«Εγώ δεν ανήκω στον κόσμο της Τέχνης, γι’ αυτό σώζομαι»

Η
συνέντευξη αυτή του Νίκου Καββαδία ήταν η πρώτη του μετά την πτώση της δικτατορίας, η προτελευταία της ζωής του και η τελευταία που δημοσιεύτηκε πριν πεθάνει. Φιλοξενήθηκε στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού «Τετράδιο», τον Οκτώβριο του 1974. 

Ο Νίκος Καββαδίας μίλησε στη Μιράντα Ζαχαριάδη, ενώ την περίοδο αυτή ταξίδευε με το κρουαξιερόπλοιο «Aquarius» και ετοίμαζε την τρίτη του ποιητική συλλογή μετά από εικοσιεπτά χρόνια σιωπής. Το Τραβέρσο κυκλοφόρησε τελικά μετά το θάνατό του ποιητή.

Αν
 δεν ήμουνα θαλασσινός και δεν είχα γράψει ποιήματα, θα ’μουνα ένας ολότελα συνηθισμένος άνθρωπος. Κι έπειτα εγώ δεν ανήκω στον κόσμο της Τέχνης, γι’ αυτό σώζομαι. Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάνω ποίηση.

Αν
 δεν ήμουν Κεφαλονίτης θα ’θελα να ’μουν Κινέζος. Μέσα στη βρομιά και στην αθλιότητα της προπολεμικής Κίνας, βρήκα τις φιγούρες και το χρώμα που με συγκλόνισαν πιο πολύ από καθετί στη ζωή μου. Ύστερα, ενώ οι άνθρωποι σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη μοιάζουν λίγο – πολύ, οι Ανατολίτες είναι διαφορετικοί. Έχουν μια εγκαρτέρηση απέναντι στο θάνατο, που οι Δυτικοί δεν μπορούν να τη  συλλάβουν.

Τουρκολίμανο, 17 Μαΐου 1974: Ο Νίκος Καββαδίας "με το ίδιο τριμμένο μονόπετο σακκάκι κι ένα εξίσου παλιό καβουράκι", παρέα με τη Θεανώ Σουνά, τη Νιόβη Παπαδημητρακοπούλου, τον Ηλία Πετρόπουλο και εκτός κάδρου, τη Μαίρη Κουκουλέ (φωτ: Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος)
____________


«Αν είναι αληθινό, τότε θα ’ναι κι όμορφο»

Από τις πιο μεγάλες δημοσιευμένες περιγραφές για τον Καββαδία, με ενσωματωμένα αποσπάσματα από τη Βάρδια και λεγόμενά του, που μοιάζει να έχουν ειπωθεί σε μία συζήτηση με ένα οικείο πρόσωπο, παρά σε μία συνέντευξη με κάποιον δημοσιογράφο.

Η συνομιλία έγινε στις 7 Φλεβάρη 1975, ημέρα Παρασκευή - τρεις ημέρες πριν από το θάνατό του, στο σπίτι του στο Κολωνάκι, με τη Φλέρρυ Κούβελα Τασσιάκου, αλλά δημοσιεύτηκε περίπου τρία χρόνια αργότερα, στο περιοδικό Γυναίκα, στις 11 Απρίλη του 1978 με τον τίτλο: Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής φιλόσοφος». Είναι η τελευταία του συνομιλία, που παρουσιάστηκε με τη μορφή συνέντευξης-πορτραίτου.
Τη μέρα της συνομιλίας θα γράψει και το τελευταίο του ποίημα «Πικρία»:

[...] Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια, 
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.

Κόλια - τον είχα ρωτήσει -, εικοσάχρονος Δόκιμος ήσουν, όταν έγραψες το Μαραμπού. Ώριμος άντρας μάς χάρισες τη Βάρδια, το 1954, και τώρα, όταν δεν τα περιμέναμε πια, τούτα τα ποιήματα. Γιατί έβαζες ανάμεσα στα έργα σου τόση απόσταση, τόση σιωπή...

Καλή μου, λαθεύεις... Εγώ δεν είμαι ποιητής... Είμαι στοχαστής. Είμαι αρμενιστής φιλόσοφος. Οι στίχοι μου είναι λόγια, ιστορίες, ζωή ατόφια... αλλά μην το παίρνεις για επάγγελμα. Αν δεν έχω τίποτα ούσιαστικό να πω, σωπαίνω. Τη σέβομαι την ποίηση. Γι’ αυτό, όσο λιγότερο γράφω τόσο περισσότερο πρέπει να καταλαβαίνεις ότι τη σέβομαι. Κι ύστερα, ο ποιητής βάζει κάτω τη φαντασία, στύβει το μυαλό και γράφει. Είναι επαγγελματίας. Νομίζει πως έχει χρέος να συντηρήσει όνομα και φήμη. Εγώ βλέπω, ζω, αγκομαχώ το χρόνο... Ανάμεσα σε κρεβάτια, σε καμπαρέ, σε τυφώνες... Είναι πιο καλά ν’ αναρωτιούνται: « Γιατί δεν γράφει ο Καββαδίας » παρά « Γιατί γράφει». 

Κοίταξέ με καλά... είμαι σαν σκαραβαίος. Ένας άσχημος, κουτός σκαραβαίος. Δεν χαράζω πάνω στην άμμο, αλλά πάνω στο χαρτί τα ανώφελα παραλληλόγραμμά μου. Δεν είναι έρημος, είναι χαρτί, δεν είναι βήματα, είναι στίχοι. Τι σημασία έχει; Η μοναξιά είναι παντού η ίδια. Παντού τριγύρω μας, το σκοτάδι των Πυραμίδων, το αίνιγμα της Σφίγγας, η κακία του σκορπιού. Ιξίονες είμαστε όλοι... Ίξίονες που αγκαλιάσαμε ένα σύννεφο, νομίζοντας ότι κρατούσαμε τ’ όνειρό μας... Μάταια... μάταια... όλα ήταν μάταια...


Η προμετωπίδα του Γιάννη Τσαρούχη για την έκδοση του "Πούσι" στον "Κέδρο", το 1973
______________


Μιλάς σαν να μισείς τις γυναίκες. Κι εγώ νομίζω πως τις αγαπάς.

Δεν υπάρχει λιμάνι, ούτε γυναίκα που να μην την αγάπησα... και νιώθω ευγνωμοσύνη για όσες ήρθαν μαζί μου. Όμως να τις πληρώνεις ή να σε πληρώνουνε. Ο πιο σωστός τρόπος. Τίποτα δεν κέρδισα, δεν απόλαυσα, χωρίς να το πληρώσω. Είχα πάντα την περίεργη μανία της συναλλαγής. 

Πολλές ήρθαν γιατί τις κολάκευε η συντροφιά μου, άλλες για να δοκιμάσουν κάτι παραπάνω απ’ όσα έγραφα. Κάποιες επειδή πλήττανε, μερικές τυχαία, κι άλλες για τις «ζωγραφιές» μου. Τις ερέθιζε πολύ να βλέπουν αυτές τις «ζωγραφιές». Άν τις άφηνα θα κόβανε με ξυράφι ή με τα δόντια τους ένα κομμάτι να το πάρουνε μαζί τους. Μα υπάρχουν και «ζωγραφιές» πού καμιά δεν είδε. Όταν πεθάνω θέλω αυτές οι ζωγραφιές να μη σαπίσουν, να γίνουν αμπαζούρ, να φωτίζουν τα όνειρα των στερημένων...



Το κόσμημα, έργο του ζωγράφου Γιώργου Βακαλό από την πρώτη έκδοση του «Πούσι»(1947) από τις εκδόσεις Α. Καραβία.
____________

Τα καινούργια σου ποιήματα...

Δεν είναι μόνο καινούργια. Ανάμεσά τους θα βρεις στίχους πολύ παλιούς.

Κι όμως, έχουν μια ομοιογένεια, ένα ύφος, που τα δένει αρμονικά, σαν να τα ’γραψες όλα την ίδια εποχή. Απ’ τα ποιήματα αυτά ξεχειλίζει η ερωτική οργή, το χωρίς έλεος πάθος. Και μέσα σε όλα, πάνω απ’ όλα, το βλέπει κανείς καθαρά ότι κυριαρχεί η γυναίκα. Μια ξεχωριστή γυναίκα...

Μην παρασύρεσαι απ’ το ρομαντισμό μου. Δεν υπάρχουν ξεχωριστές γυναίκες. Υπάρχουν ξεχωριστές στιγμές. Μία σειρά από τέτοιες στιγμές, μάς κάνουν να βλέπουμε τη γυναίκα που μάς τις χάρισε, μοναδική και κυρίαρχη, χωρίς να είναι. Γι’ αυτό συμβαίνουν τόσο σκληρές απογοητεύσεις στον έρωτα. Πλάθουμε την ερωτική σύντροφο όπως εμείς θέλουμε και μετά την κατηγορούμε ότι μας εξαπάτησε. Της φορτώνουμε την πιο βαριά τιμωρία. Την ενοχή... Όχι, λοιπόν, ξεχωριστές γυναίκες, ξεχωριστές στιγμές... που τις ζεις σε σαλόνια, σε πορνεία, στο δρόμο.


Σηκώθηκα. Ένιωθα ότι ήθελε να μείνει μόνος.

— Καληνύχτα, φίλε μου.

— Στο καλό.

— Θα γίνει ένα ωραίο άρθρο, θα δεις.

— Αν είναι αληθινό, τότε θα ’ναι κι όμορφο.


Νίκος Καββαδίας, Ο Αρμενιστής Ποιητής, εισαγωγή - έρευνα - κείμενα Μιχάλης Γελασάκης, εκδόσεις Άγρα

Η προμετωπίδα του "Τραβέρσο" από τον Γιάννη Μόραλη,
για την έκδοση από τον "Κέδρο", το 1975
_________




Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

«Θα σε στείλω κατάστρωμα άναυλα....», Άλκη Ζέη, Μια ανάμνηση από τον Νίκο Καββαδία


Είχε παραξενευτεί που ήξερα ένα ποίημά του απέξω......

Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε τον γνώρισα. Πάντως μετά την Κατοχή. Τον συναντούσαμε με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου στο σπίτι του ηθοποιού Αντώνη Γιαννίδη. Είχε πολύ παραξενευτεί όταν του είπα πως ξέρω ένα ποίημά του απέξω. Έβαλε τα γέλια.

- Εγώ κοντεύω να μην το θυμάμαι.

Με την αδελφή μου είχαμε ξεσχολίσει όλη την Ανθολογία του Αποστολίδη. Στην Κατοχή, μόλις πέφταμε στα κρεβάτια μας, πριν μας πάρει ο ύπνος, παραβγαίναμε ποια θα θυμηθεί πιο πολλά ποιήματα απέξω. Ένας ποιητής μόνο δεν μας άρεσε και δεν μαθαίναμε ούτε έναν στίχο του. Θα το πω κι ας γίνω ρεζίλι. Ήτανε ο Σικελιανός.

Του Κόλια ήτανε δημοσιευμένα στην Ανθολογία τρία ποιήματά του. «Ήθελα», «Οι γάτοι των φορτηγών» και «Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί». Εγώ προτιμούσα το πρώτο και θαρρώ πως με λίγη προσπάθεια ακόμα μπορώ να το θυμηθώ σχεδόν όλο. 


Ήθελα

Ήθελα πάντα να 'μενα μικρό κι αγνό παιδί
που απ' το ψυχρό δωμάτιο του έξω ποτέ δε βγαίνει
και που, σκυφτό, παράξενα βιβλία φυλλομετρεί,
κι απέναντί του το κοιτούν παλιάτσοι αραδιασμένοι·

που έχει μια ήρεμη καρδιά και σα μικρού πουλιού δειλή,
και που άλλη δεν εγνώρισε γυναίκα απ' τη μαμά του·
που ώρες πολλές, σε μια γωνιά, μένει και διόλου δε μιλεί,
και κάποια κούκλα που αγαπά κρατάει σφιχτά σιμά του·

που τα ψυχρά απογέματα, τα φθινοπωρινά,
το δρόμο έξω κοιτάζοντας απ' το παράθυρό του,
άγνωστα μέρη σκέφτεται, ταξίδια μακρυνά,
που στα βιβλία που διάβασεν ή που είδε στ' όνειρό του...

Και μια βραδιά χειμερινή που όλα με χιόνι έχουν στρωθεί,
μες στο ψυχρό και θλιβερό δωμάτιό του πεθαίνει
κι ως Αρλεκίνος να τον πάρει ο Χάρος έχει ερθεί
κι απέναντί του τον κοιτούν παλιάτσοι συντριμμένοι

Το ποίημα αυτό ήταν δημοσιευμένο στο Πειραϊκό Βήμα και δεν είχε ενταχθεί σε κάποια ποιητική συλλογή (βρίσκεται στο βιβλίο Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, εκδόσεις Άγρα και στην Ανθολογία Ρένου Αποστολίδη ). Ήταν υπογεγραμμένο από τον Πέτρο Βαλχάλα: ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο Καββαδίας στα πρώτα του κείμενα. Το εν λόγω ποίημα είναι γραμμένο το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1928 έως τον Ιανουάριο του 1930.



«Το ψέμα, για να γίνεται πιστευτό πρέπει να διανθίζεται....»

Ήτανε Ιούλιος του 1945
.
Δεν είχαμε παντρευτεί ακόμα με τον Γιώργο, μα είχε ζητήσει επίσημα το χέρι μου από τον πατέρα μου. Ο ίδιος είχε φύγει στη Θεσσαλονίκη, τουρνέ με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών - την Ασπασία Παπαθανασίου, την Αλέκα Παΐζη, τον Τίτο Βανδή και άλλους. Τους ακολουθούσε ακόμα ως μουσικός του θιάσου ο Μάνος Χατζιδάκις. Δεν λέγεται πόσο λαχταρούσα να πάω να τους βρω. Τα εμπόδια όμως αξεπέραστα. Πρώτον, ο πατέρας μου δεν θα με άφηνε να πάω να βρω τον Γιώργο «εκτός έδρας» και ύστερα δεν θα μου έδινε λεφτά για τα ναύλα. Το πρώτο εμπόδιο είχα σκεφτεί πώς να το ξεπεράσω. Στην Κατοχή, είχα μαθητέψει στη «σχολή» του Κώστα Αξελού. Μας μάζευε πέντε έξι κοπέλες και μας έκανε μαθήματα. Ούτε όμως μαρξισμού, ούτε φιλοσοφίας, αλλά πώς να λέμε ψέματα στους γονείς μας αν έπρεπε να λείψουμε - για δουλειές της Αντίστασης - πολλές ώρες από το σπίτι ή και ολόκληρο βράδυ.

Το ψέμα, μας έλεγε, για να γίνεται πιστευτό πρέπει να διανθίζεται. Αν πείτε απλά πως πήγατε στο σπίτι της τάδε φίλης σας, μπορεί και να μη σας πιστέψουν. Αν πείτε όμως πως οι γονείς της τσακώθηκαν, πως ο πατέρας έφυγε βροντώντας την πόρτα και η μητέρα λιποθύμησε σχεδόν, πως πήγε να πέσει από την καρέκλα και πιάστηκε από το τραπεζομάντιλο που ήταν βυσσινί και τραβήχτηκε μαζί με μια κανάτα με νερό, που βρισκότανε στο τραπέζι, κι έπεσε το νερό πάνω στις παντόφλες της που ήτανε προπολεμικές με φουντάκια... κι έτσι συνέχιζε ολόκληρη ιστορία. Μας είχε χάνει ξεφτέρια και πάντα έπιανε το κόλπο. Τώρα λοιπόν κι εγώ είχα σκεφτεί μια ολόκληρη ιστορία, σε συνεννόηση με τη μητέρα μου και κάποια φίλη που είχε στη Θεσσαλονίκη, όπου υποτίθεται πως θα έμενα σπίτι της. Μπορούσα βέβαια και καμιά φορά να δω τον Γιώργο. Με τα ναύλα όμως δεν γινότανε τίποτα.

Πήγα στον Γιαννίδη να πω τον πόνο μου και βρήκα τον Κόλια εκεί. Μ’ άκουγαν κι οι δυο με προσοχή.

- Με τη θάλασσα πώς τα πας; με ρώτησε ξαφνικά ο Κόλιας. Ζαλίζεσαι;

- Έχεις ακούσει ποτέ Σαμιώτισσα να παθαίνει ναυτία; απάντησα με ύφος Μπουμπουλίνας.

- Σπουδαία τότε, έκανε όλο χαρά ο Κόλιας. Πέρνα αύριο από το σπίτι να τα κανονίσουμε. Θα σε στείλω κατάστρωμα άναυλα.



«Βιάσου, μη σου τον φάει καμιά θεατρίνα»

Έτρεξα την άλλη μέρα σπίτι του, αφού είχα το βράδυ πει στον πατέρα μου πως η φίλη της μαμάς μού στέλνει εισιτήριο πρώτης θέσης.

Ο Κόλιας με υποδέχτηκε καταχαρούμενος, μ’ έβαλε στην τραπεζαρία κι άρχισε να ψάχνει μια στοίβα εφημερίδες που ήτανε κάτω στο πάτωμα. Αφού τις σκόρπισε, άρχισε να φωνάζει:

- Ζένιαααααααα. Ζένιααααααααα.

Εμφανίστηκε η αδελφή του η Ζένια, μια όμορφη λεπτοκαμωμένη γυναίκα.

- Τι ξεφωνίζεις, το βαπόρι σου βούλιαξε; είπε με μια απαλή τραγουδιστή φωνή.

Ύστερα με πρόσεξε κι ήρθε και μ’ αγκάλιασε. Ο Κόλιας συνέχισε ν’ ανακατεύει τις εφημερίδες και γύρισε θυμωμένος στη Ζένια.

- Πού την έβαλες τη σημερινή εφημερίδα; Η Ζένια απάντησε ήρεμα ήρεμα:

- Εγώ πού την έβαλα; Εσύ την πήρες από τα χέρια μου και τη διάβαζες στην τουαλέτα.

Ο Κόλιας έμεινε μια στιγμή άφωνος, ύστερα έκανε ένα «ωχ» και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο.

- Έτσι είναι αυτός, είπε γελώντας η Ζένια. Χάνει τα πάντα και τα γυρεύει από μένα.

Σε λίγο εμφανίστηκε ο Κόλιας μουτρωμένος.

- Καταλαβαίνεις; Τη σελίδα με τα ατμόπλοια βρήκα να μεταχειριστώ.

- Μη μου πεις πως έψαξες στο καλάθι με τα χαρτιά; έκανε έντρομη η Ζένια.

- Και πού ήθελες να ψάξω, στο ψυγείο; απάντησε τσατισμένος ο Κόλιας κι ύστερα πρόσθεσε θριαμβευτικά: Το βρήκα όμως.

- Τρέχα να πλύνεις τα χέρια σου και μετά μας λες τι βρήκες, είπε η Ζένια και τον έσπρωξε στην πόρτα βγαίνοντας μαζί του. 

Σε λίγο γύρισε ο Κόλιας κι είπε μ’ ένα παιδιάστικο, πονηρό χαμόγελο:

- Δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί δεν διακρίνονταν καλά οι ώρες, μα έβγαλα άκρη.

Η άκρη ήτανε πως μεθαύριο έφευγα για τη Θεσσαλονίκη.

- Βιάσου, έκανε εκείνος, μη σου τον φάει καμιά θεατρίνα.





«..θαλασσοπόρα, ναι, μα θα ξυλιάσεις μ’ αυτό το πράγμα»

Δώσαμε ραντεβού στον Ηλεκτρικό για τον Πειραιά. Είχα να μπω σε πλοίο πριν από τον πόλεμο. Το τελευταίο ταξίδι για τη Σάμο.

Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, ο Κόλιας μ’ έπιασε σφιχτά από το χέρι σάμπως και ήτανε να με χάσει. Δεν θυμάμαι πώς το λέγανε το πλοίο. Εκείνος έσπρωχνε τον κόσμο κι ανεβαίναμε σκάλες, ώσπου φτάσαμε στο κατάστρωμα.

- Κάτσε δω και μην κουνήσεις, μου είπε και με τοποθέτησε σε μια γωνιά.

Κόσμος, γυναίκες και παιδιά με μπόγους, καλάθια και βαλίτσες παίρνανε θέση στο κατάστρωμα. Φορούσα το καινούργιο μου φουστανάκι για τον Γιώργο που θα με προϋπαντούσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Σε λίγο γύρισε ο Κόλιας μαζί μ’ έναν καμαρότο που κρατούσε ένα πλιάν σκαμνάκι και μου είπε.

- Ο Σάββας είναι δικός μου, θα σε προσέχει.
Βάλανε το σκαμνάκι σε μια γωνιά και με... τοποθέτησαν. Ύστερα ο Κόλιας πρόσεξε το φουστανάκι, μου και το κοίταζε, νόμισα πως του άρεσε.

- Είπαμε πως είσαι θαλασσοπόρα, μα θα ξυλιάσεις μ’ αυτό το πράγμα.
Αυτό το «πράγμα» ήτανε το καινούργιο μου φουστανάκι που φύλαγα για τον Γιώργο. Άνοιξα το μικρό βαλιτσάκι που είχα μαζί μου κι έβγαλα ένα μάλλινο ζακετάκι που μου είχε χώσει μέσα την τελευταία στιγμή η μαμά μου.

Ο Κόλιας με φίλησε σταυρωτά, μου ευχήθηκε καλό ταξίδι και είπε να του φιλήσω τον ψηλό - εννοούσε τον Γιώργο.

Καθισμένη στη γωνιά μου, στο πλιάν σκαμνάκι, τον έβλεπα να φεύγει και να γυρίζει το κεφάλι κάθε τόσο να με κοιτάζει και να μου χαμογελάει με το παιδιάστικο χαμόγελό του.

Νομίζω πως δεν τον ξαναείδα. Όταν γυρίσαμε από τη Θεσσαλονίκη, ο Κόλιας ταξίδευε κι εμείς μόλις που προλάβαμε να παντρευτούμε κι άρχισαν οι περιπέτειές μας.


Η προτομή του Νίκου Καββαδία στο Αργοστόλι Κεφαλονιάς


Ήθελα πάντα να ’μενα μικρό κι αγνό παιδί ......

Πριν από λίγα χρόνια είχα πάει στην Κεφαλονιά καλεσμένη σ’ ένα σχολείο. Κάνοντας μια βόλτα στην πλατεία είδα μπροστά μου τον Κόλια. Δηλαδή την προτομή του. Φορούσε το κασκέτο του και κοίταζε μ’ ένα θλιμμένο παιδικό βλέμμα τη θάλασσα. Κι ύστερα από τόσα πολλά χρόνια, μου ήρθανε στον νου οι στίχοι του και τους απάγγειλα από μέσα μου εκεί μπροστά του.

Ήθελα πάντα να ’μενα μικρό κι αγνό παιδί 
Που απ’ το ψυχρό δωμάτιό του έξω ποτέ δε βγαίνει 
Και που σκυφτό παράξενα βιβλία φυλλομετρεί 
Κι απέναντι του το κοιτούν παλιάτσοι αραδιασμένοι.

Ύστερα θυμήθηκα το ζεστό φιλικό του χέρι που μ’ έσερνε σπρώχνοντας τον κόσμο για να φτάσουμε στο κατάστρωμα του βαποριού, που θα με πήγαινε στον Γιώργο πριν μου τον φάνε οι θεατρίνες.


Άλκη Ζέη, Μια ανάμνηση από τον Νίκο Καββαδία, Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά (σελ. 59-65), εκδόσεις Μεταίχμιο



Ο Νίκος Καββαδίας στο κατάστρωμα του «Ιωνία», έργο του Γιάννη Τσαρούχη (1950). 

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

«Ο καλός Δράκος κατεβαίνει μόνο μια φορά», Νίκος Καββαδίας, Λι


Marion Hänsei, "Between the Devil and the Deep Blue Sea"
___________


«Τα μάτια της χόρευαν... τα χέρια της μιλούσαν»

[...] Έδειχνε ίσαμε οχτώ χρονώ. Το μουτράκι της ήταν άσχημο μα δε χόρταινες να βλέπεις τα μάτια της, που χόρευαν αδιάκοπα.

— Τι θέλεις, ρώτησα.


— Να σε δουλέψω όσο μείνετε, μου απάντησε με χελιδονίσια εγγλέζικα.

— Τι ξέρεις;


— Σάρωμα, σφουγγάρισμα. Μαντάρω και κάλτσες.

Τα χέρια της μιλούσαν. Σου 'δινε να καταλάβεις με χειρονομίες.

— Θα μου δίνεις φαΐ για μένα και τον αδερφό μου. Δεν τρώμε πολύ. Δε θα σου στοιχίσει. [...]

Στάθηκε μπροστά μου πατώντας ανάλαφρα στα δάχτυλα των ποδιών για να δείξει ψηλότερη.

— Λοιπόν θα με πάρεις;

— Ναι. Πώς σε λένε;

Μου 'πε κάτι που θά'ταν αδύνατο να το θυμηθώ και να το ξαναπώ.

—  Θα σε λέω Λι, της είπα.

Συμφώνησε.

—  Πόσο χρονών είσαι;

Σήκωσε τα δάχτυλα και με μούντζωσε και με τα δέκα δάχτυλα. 
Κατάλαβα. [...]


«Between the Devil and the Deep Blue Sea» (ολλανδο-αγγλική ταινία, 1995), της Marion Hänsel εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Νίκου Καββαδία «Λι». Πρωταγωνιστές ο Stephen Rea (στο ρόλο του ασυρματιστή Νίκου) και η Ling Chu (στον ρόλο της νεαρής κινέζας Λι)
________


«Πρέπει να το πάω στο σπίτι...»

Μπήκαμε στο Καρρέ. Πήρα ένα αυγό ωμό και της το 'δωσα. Το 'σπασε και το 'δωσε του αδερφού της. Το κατάπιε σα φίδι.

—  Φάε ό,τι θέλεις, της είπα.

—  Δώσε μου, αποκρίθηκε.

—  Διάλεξε μόνη σου.

Δίστασε. Πήρε λίγο απ'όλα και τα τύλιξε σ' ένα χαρτί. Κίνησε να φύγει. Την κάθισα δίπλα μου με το ζόρι. Πήρα ένα μπισκότο και το πλησίασα στο στόμα της. Έσφιξε τα χείλια της.

—  Γιατί δεν τρως;


— Πρέπει να το πάω στο σπίτι.

—  Φάε αυτό, θα σου δώσω κι άλλο.


—  Και το άλλο θα το πάω.

—  Ποιος σ' έμαθε έτσι;


—  Κανείς.

—  Τότε;

Τσιμουδιά. Το πήρε, έκοψε λίγο και το μάσησε ανόρεχτα. Έδωσε το περισσότερο στον αδελφό της που το κατάπιε σα γλάρος. [...]




«Between the Devil and the Deep Blue Sea» (ολλανδο-αγγλική ταινία, 1995), της Marion Hänsel εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Νίκου Καββαδία «Λι». Πρωταγωνιστές ο Stephen Rea (στο ρόλο του ασυρματιστή Νίκου) και η Ling Chu (στον ρόλο της νεαρής κινέζας Λι)
_______


«Κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα...»

Το απόγευμα ανέβηκα στον Ασύρματο. Έλαμπε από την πάστρα. Το ίδιο κι η κάμαρά μου. Η μικρή καθόταν σ'ένα πεζούλι, το μωρό κοιμόταν στα γόνατά της. Σηκώθηκε και το 'βαλε στην πλάτη.

—  Πολλά βιβλία, είπε, είναι δικά σου;


—  Ναι.

—  Και τα 'χεις διαβάσει;

—  Όλα.


—  Θα ξέρεις πολλά.

—  Όχι περισσότερα από σένα,
συλλογίστηκα, κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα, στα σαράντα μου. [...]

«Between the Devil and the Deep Blue Sea» (ολλανδο-αγγλική ταινία, 1995), της Marion Hänsel εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Νίκου Καββαδία «Λι». Πρωταγωνιστές ο Stephen Rea (στο ρόλο του ασυρματιστή Νίκου) και η Ling Chu (στον ρόλο της νεαρής κινέζας Λι)
_________


[...] Καθώς μιλούσε την τράβηξα απαλά και θέλησα να την καθήσω στα γόνατά μου. Αρνήθηκε κι έφυγε βιαστικά χωρίς - για πρώτη φορά - να πάρει το μικρό μαζί της. Λυπήθηκα. Φοβήθηκα μήπως τούτο το δεκάχρονο κορίτσι πήρε στραβά το χάδι μου. Δεν πρόλαβα να βγάλω συμπέρασμα. Και ξανάρθε κρατώντας από το χέρι μια δεκαοχτάχρονη πατριώτισσά της.

—  Εγώ είμαι μικρή, μου 'πε σοβαρά. Δεν έχω μάθει ακόμη την τέχνη. Τούτη ξέρει...

Της εξήγησα. [...] 



«Between the Devil and the Deep Blue Sea» (ολλανδο-αγγλική ταινία, 1995), της Marion Hänsel εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Νίκου Καββαδία «Λι». Πρωταγωνιστές ο Stephen Rea (στο ρόλο του ασυρματιστή Νίκου) και η Ling Chu (στον ρόλο της νεαρής κινέζας Λι)
________


«Θα με θυμάσαι όταν φύγω;» 

Το βράδυ όταν ετοιμάστηκε να φύγει τη ρώτησα αν θα 'θελε την άλλη μέρα να 'ρθει  μαζί μου να σεργιανίσουμε την πολιτεία.

Άνοιξε τα ματάκια της όσο δυνόταν.

— Αλήθεια μου λες; 

Της ορκίστηκα κάνοντας τα δικά μου δάχτυλα παγόδα. Το πίστεψε. [...]

Είμαι ένας ατζαμής - ο μεγαλύτερος που ξέρω - στις κρίσιμες ώρες. Λέω κάτι κουβέντες, που δεν έχουν καμιά θέση κείνη την ώρα και που τις θυμούνται οι άλλοι και περισσότερο απ' όλους εγώ όταν έρχονται στο νου μου, την ώρα που πάω να κοιμηθώ, και με βασανίζουν. Είναι κάτι παγίδες που στήνω σ' εμένα τον ίδιο.


— Θα με θυμάσαι όταν φύγω; τη ρώτησα. Θα με θυμάσαι;

Δεν αποκρίθηκε. Γιατί το 'πα; Για να μου απαντήσει μ' ευχαριστίες; Να μου δείξει τι μου χρωστούσε; Ποιος δαίμονας ξέρει; Και με γαργαλάει με την ουρά του, καταστρέφει την ευτυχισμένη στιγμή και κάνει τους άλλους να τραβιούνται από μένα. [...]





«Έχεις βυζάξει γάλα δικό μας. Γι' αυτό δε γελάς
»

Πήγαμε στο Carousel και κει είδα να βρίσκει μέσα της το παιδί. Γελούσε, ξεφώνιζε σα σφιγγόταν απάνω μου όταν το βαγονέτο έπεφτε κάθετα και ξανανέβαινε. Από κει δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Ακόμη λίγο, μου 'λεγε, άλλη μια φορά. Φαινόταν να 'χε ξεχάσει το Σαμπάν. Έτσι νόμιζα.


— Να είχα μαζί μου το αδερφάκι μου, είπε ξαφνικά.

— Το μωρό;

— Ναι. Να το 'χα τώρα.

— Δε θα καταλάβαινε.

— Όμως θα το φέρω κάποτε. Πάμε τώρα. Θέλω να του πάρω ένα μύλο, από αυτούς που τους κινά ο άνεμος. Με δικά μου λεφτά.

Ήμουνα κείνη την ώρα μονάχος στα χέρια της. Κρατιόμουνα να μην κλάψω. Αυτή με προστάτευε. Ακούσαμε γέλια. Δυνατά. Σα να γελούσε ένας λαός. Σηκώσαμε τα μάτια μας κι είδαμε ψηλά κρεμασμένες σε κοντάρια κινέζικες χάρτινες μάσκες πού γελούσανε, στριφογύριζαν τα μάτια, άνοιγαν διάπλατα το στόμα. Γελούσε κι η Λι. Γύρισε και μ' είδε.

— Γιατί δε γελάς; Δε σ' έχω δει να γελάς.

— Μα βέβαια γελάω, αποκρίθηκα, δε βλέπεις;

— Οι μόνοι Κινέζοι που 'δα να γελάνε δυνατά, είπε, είναι τούτοι εδώ. Οι ψεύτικοι. Εμείς γελάμε με τα μάτια, τα χείλια, τ' αυτιά. Είχες παραμάνα Κινέζα;

— Δε θυμάμαι, καθόλου. Δεν έχω ακούσει κάτι τέτοιο.

—Εγώ ξέρω. Έχεις βυζάξει γάλα δικό μας. Γι' αυτό δε γελάς! Έγνεψα με το κεφάλι.




«Ο καλός Δράκος κατεβαίνει μονάχα μια φορά... Εγώ τον είδα
»

Το ΜΕΣΗΜΕΡΙ, όταν ήρθε το όρντινο — θα φεύγαμε την άλλη μέρα με το Asia του Triestino— της το 'πα. Δεν έδειξε καμιά ταραχή. Ετοιμάσαμε μαζί τις βαλίτσες μου. Της χάρισα την κουβέρτα μου, το μαξιλάρι, το στρώμα και δυο σεντόνια ιρλαντέζικα. Με φώναξε ο καμαρώτος και κατέβηκα στην καμπίνα του Καπετάνιου.Ο Καπετά Χαράλαμπος είχε πάρει το σοβαρό του ύφος. Έβαλε το χέρι στον ώμο μου.

—  Πάρε όσα αυγά περίσσεψαν, είπε, και μια ντουζίνα κονσέρβες σολομό. Δώσε τα στην ψυχοκόρη σου να μην πάνε χαμένα. Κάθε πρωί ερχόταν και μου γέμιζε το θερμός νερό.
Της το 'πα.

—  Τώρα είμαι πλούσια, είπε. Καμιά σ' όλα τα Σαμπάν δεν έχει το βιος μου.

Κατέβασε το κεφάλι της.

—  Το ευχαριστώ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου δε χωράει πληρωμή.


—  Θα ξαναγυρίσω, της είπα.

—  Κανείς δεν ξαναγυρίζει. Ο καλός Δράκος κατεβαίνει στα σπίτια μας μονάχα μια φορά. Πολλοί δεν τον έχουν ούτε συναντήσει. Εγώ τον είδα.

—  Τότε γιατί δεν τον δένεις με σκοινί της Μανίλλα, να μη σου φύγει.


—  Όσοι τον αγγίσανε μίκρυνε. Έγινε ένα σκουλήκι ίσαμε το νύχι μου. Σκλαβωμένος δε μπορεί πια να κάνει καλό.


—  Πώς είναι;

—  ... είναι κεντημένος με χρυσές κλωστές σε μεταξωτό του Σαντούνγκ.

— Και πώς βοηθάει;

—  Δε βοηθάει. Προλαβαίνει. Όταν κάποιος πέσει στο ποτάμι, κανείς δικός του δεν τον βοηθάει. Δεν πρέπει. Το σωστό είναι να τον προλαβαίνουν πριν πέσει.


Είναι νάνος, σκέφτηκα. Δεν είναι φυσικό να μιλάει έτσι.

—  Την αλήθεια, πες μου την αλήθεια, της είπα. Πόσο χρονών είσαι;

—  Όσο και προχτές που με ρώτησες. Δέκα. Μα γιατί ρωτάς; 


Έφυγε τα μεσάνυχτα. Περίμενα πολλήν ώρα πως θα γυρίσει να με χαιρετήσει. Δε φάνηκε.



«Between the Devil and the Deep Blue Sea» (ολλανδο-αγγλική ταινία, 1995), της Marion Hänsel εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Νίκου Καββαδία «Λι». Πρωταγωνιστές ο Stephen Rea (στο ρόλο του ασυρματιστή Νίκου) και η Ling Chu (στον ρόλο της νεαρής κινέζας Λι)
_________


«Αντικείμενο άνευ αξίας»

Στο τελωνείο του Πειραιά, ένας ελεγκτής, ψάχνοντας τις αποσκευές μου, βρήκε στον πάτο ενός σάκου που δεν είχε ανοίξει από την ημέρα που αφήσαμε το καράβι ένα μικρό δέμα από στρατσόχαρτο. Το άνοιξε. Ξετύλιξε με προσοχή μια μικρή παλιά παντιέρα που 'χε στο μάκρος της ένα Δράκοντα κεντημένο με χρυσοκλωνιά ξεφτισμένη.

Τη χαρακτήρισε «αντικείμενο άνευ αξίας» και την ξανάβαλε στη θέση της.


25.12.68

Νίκος Καββαδίας, Λι, εκδόσεις Άγρα, 1987


Νίκος Καββαδίας, Λι, εκδόσεις Άγρα - Audio Book
Από τη Δανειστική Βιβλιοθήκη Ομιλούντων Βιβλίων του Φάρου Τυφλών της Ελλάδος
___________


«Between the Devil and the Deep Blue Sea»


Πρόκειται για βελγογαλλική δραματική ταινία του 1995 σε σκηνοθεσία Marion Hänsel. Συμμετείχε στο Φεστιβάλ Καννών το 1995. Η υπόθεση της ταινίας βασίζεται στο διήγημα Λι, του Έλληνα ποιητή και ναυτικού Νίκου Καββαδία, το οποίο εκδόθηκε το 1987, δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ο Νίκος (Stephen Rea), ένας ναυτικός, μαθαίνει ότι η εταιρεία που διαχειρίζεται το πλοίο με το οποίο ταξιδεύει έχει χρεοκοπήσει. Τις λίγες εβδομάδες που θα χρειαστούν για να πουληθεί, το πλοίο παραμένει ανοιχτά των ακτών του Χονγκ Κονγκ. Στο πλοίο επιβιβάζεται η μια νεαρή ζητιάνα Λι, (Ling Chu) που προσφέρεται να τον φροντίσει με αντάλλαγμα φαγητό για εκείνη και τον μικρό της αδελφό. Αν και ισχυρίζεται ότι δεν την χρειάζεται καθόλου, ο Νίκος συμφωνεί απρόθυμα.

Ο Νίκος είναι εθισμένος στο όπιο και στις τύψεις από τότε που εγκατέλειψε τη σύντροφό του και το παιδί τους. Έρχεται κοντά στη Λι και τον αδερφό της, αντιμετωπίζοντάς τους ως παρένθετα παιδιά. Όταν έρχεται ο τελευταίος μισθός του, αποφασίζει να επιστρέψει στην Ευρώπη, αλλά πρώτα βγάζει τη Λι για μία μέρα στη στεριά, όπου συναντά τους γονείς της.

Πριν χωρίσουν ο Λι και ο Νίκος κάνουν συζήτηση περί της τύχης και εκείνη του λέει ότι η τύχη του έχει αλλάξει. Καθώς ο Νίκος επιβιβάζεται σε ένα άλλο πλοίο για να επιστρέψει στην πατρίδα του, βλέπει ότι ο Λι του έχει δώσει έναν χρυσό δράκο κεντημένο με μετάξι Shantung, ένα σύμβολο που του είχε πει προηγουμένως ότι συμβολίζει την τύχη.


«Between the Devil and the Deep Blue Sea» (ολλανδο-αγγλική ταινία, 1995), της Marion Hänsel εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Νίκου Καββαδία «Λι». Πρωταγωνιστές ο Stephen Rea (στο ρόλο του ασυρματιστή Νίκου) και η Ling Chu (στον ρόλο της νεαρής κινέζας Λι)
__________



Stephen Rea (στο ρόλο του ασυρματιστή Νίκου), Ling Chu (στον ρόλο της νεαρής κινέζας Λι)
___________