Καταθέτω, καταθέτεις, καταθέτουμε...........
όχι χρήματα - πού να τα βρεις τέτοιους καιρούς - ούτε βέβαια τα όπλα.....μόνο δουλειά "εν τάξει" και "εν οίκω" για το "δήμο" των απανταχού εργατών φιλολόγων και όσων "φίλα προσκείμενων" μαθητών μας!!!!!
Ένας Γενάρης, μήνας διπλός και αντιφατικός, όχι μόνο ο πρώτος μήνας, αλλά ένα κατώφλι όπου ο χρόνος κοντοστέκεται, βαραίνει και σχεδόν αποσύρεται. Είναι νύχτα, σούρουπο ή ξημέρωμα, με φως φτωχό και ψυχρό, που φωτίζει περισσότερο τη μνήμη παρά τον δρόμο. Ο καινούργιος χρόνος δεν φέρνει βεβαιότητες· φέρνει αμφιβολία, αναβολή, μια σιωπή γεμάτη από ό,τι χάθηκε ή δεν πραγματοποιήθηκε. Οι δρόμοι είναι άδειοι, τα παράθυρα κλειστά, τα αγάλματα και τα ποιήματα κωφάλαλα κι οι άνθρωποι κινούνται μηχανικά, κρατώντας καφέ, τσιγάρο, αναμνήσεις και έρωτες που επιμένουν σαν οπτασίες.
Ένας Γενάρης της επιστροφής και της ακινησίας μαζί: προχωράς μόνο για να ξανακαθίσεις στην ίδια θέση, όπως μπροστά σε μια πόλη που μόλις αντίκρισες αλλά δεν μπήκες ακόμη. Μέσα στο κρύο του, ο χρόνος μετριέται αλλόκοτα — ένας χρόνος παραπάνω, ένας λιγότερος — και το μέλλον μοιάζει με χιονόνερο που ζητιανεύει να γίνει χιόνι.
Ένας Γενάρης που βιώνεται ως μια λεπτή, μελαγχολική παύση: ένα θαύμα-τίποτα, όπου η ζωή συνεχίζεται χαμηλόφωνα, με επίγνωση της φθοράς αλλά και με μια αδιόρατη, πεισματική επιθυμία να μείνει κανείς για λίγο ακόμη μέσα στη σιωπή· μόνο μ' ένα παραμύθι από τα παιδικά χρόνια και το πρόσωπο μιας παιδίσκης που έπαιζε στο χώμα με τους σβόλους και τώρα πίσω της ξεμείναμε οριστικά και πια δεν την προφταίνουμε.
Toulouse-Lautrec, Seule, 1896
__________
Ο Γενάρης του 1904
Α οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω
τα πρώτα.
Απελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα
σπίτια, πάν’ τα φώτα·
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.
Κ.Π. Καβάφης, Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923,
Επιμέλεια: Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος 1993
Mark Edwards, έργο από τη σειρά «The Wide Woods»
____________
Ιανουάριος
Ένας καινούργιος χρόνος. Τι μας περιμένει; Τι θα μας φέρει;
Όνειρα, φιλοδοξίες, έρωτες, αινίγματα.
Κι ω φτωχά ημερολόγια που ύστερα από τόσες γιορτές τελειώνετε
τις μέρες σας μέσα σ’ ένα ρείθρο.
Τάσος Λειβαδίτης, Ιανουάριος, από τη συλλογή
«Τα Χειρόγραφα του φθινοπώρου», εκδόσεις Κέδρος, 1990
Man smoking wistfully by open window at night, 19th Century
Credit:duncan1890
___________
Νύχτωσε
Ακόμη ένας χρόνος… είπε·
Ενας χρόνος περισσότερο στο χρόνο του
Ενας χρόνος λιγότερο απ' το χρόνο του.
Απ' το παράθυρο είδαμε
Βαρέθηκε τα ποιήματα,
Βαρέθηκε τη μουσική.
Τ' αγάλματα κωφάλαλα.
Να πιω τον καφέ μου - είπε.
Να καπνίσω το τσιγάρο μου.
Να είμαι, να μην είμαι
Διπλά
Μέσα σ' αυτή την ησυχία,
Μέσα σ' αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε που ξέραμε καθόλου
Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ' το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
Εχοντας στους ώμους τους
Τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
Κάπνισε το τσιγάρο σου
Μέσα σ' αυτή τη μεγάλη ησυχία
Μέσα σ' αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ' αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε.
Γιάννης Ρίτσος, «Νύχτωσε»,
γραμμένο στην Αθήνα την 1.1.88
Victorian Christmas Holiday
https://www.amazon.com/
___________
Πρωτοχρονιά των ξένων
Τη φετινή Πρωτοχρονιά, για δώρο
θέλω να μου πεις ένα ωραίο παραμύθι,
από τα παιδικά σου χρόνια, σε κάποιο
χωριό της νότιας Ιταλίας. Ως μικρότερη
από τις πέντε αδερφές της μητέρας σου.
Χωρίς πατέρα και παππού, μ’ έναν λιμοκοντόρο
θείο. Η γιαγιά, οι καλόγριες, στίξη
κι αντίστιξη των παιδικών σου χρόνων.
Ένα χρόνο προτού σε συναντήσω,
αντίκρισα την Αδριατική κατάματα,
τη νύχτα διασχίζοντας απ’ άκρη σ’ άκρη
με το τρένο. «Χαίρε Απουλία» φώναξα,
«και θάλασσα δική μας»… Κάθε ελαιόδεντρο
κι ένας κήρυκας που έστελνε η πατρίδα μου
να με προϋπαντήσει. Κι η ποίηση απέκτησε
για μια στιγμή ένα συγκεκριμένο πρόσωπο,
μικρής παιδίσκης που έπαιζε στο χώμα
με τους σβόλους. Σε ξαναβρήκα,
αλλά στο μεταξύ μεγάλωσες πιο γρήγορα
από μένα, μες στη βιασύνη σου και με ξεπέρασες:
Σ’ αντάμωσα γυναίκα. Φέτος την Πρωτοχρονιά.
που πίσω σου ξέμεινα οριστικά
και πια δε σε προφταίνω, θύμισέ μου, σε παρακαλώ,
τι μεγάλος ποιητής υπήρξα,
όταν δεν έγραφα ποιήματα.
Σωτήρης Παστάκας, Πρωτοχρονιά των ξένων
Από τη συλλογή «Η μάθηση της αναπνοής σε τρεις κινήσεις», εκδ. Μελάνι, 2006
Paul Hey, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, 1939
___________
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους.
Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό
καινούργιου χρόνου.
Τρέμουν από το κρύο
τα σταυροδρόμια και οι γωνίες
σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν
επάνω σε αλλότριας πατρίδας
πλανόδιους ανθοπώλες
μπουκέτα φασκιωμένα
με αγριωπό χαρτί
και η φτηνή ποιότητα
με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω
από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες
όπως κι εμείς όταν παιδιά
για σχέδια πεινασμένα
σ' εφημερίδα διπλωμένη ομοιόμορφα
μικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε
κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί
τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά
παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.
Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους
μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα
κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.
Κική Δημουλά – Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
Από τη συλλογή «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως», Ίκαρος, 2007
Maurice Prendergast, Woman on Ship Deck, Looking out to Sea
(also known as Girl at Ship s Rail), c.1895
__________
[Ξημέρωμα Γενάρη]
Το 'ξερες
Μήπως δεν το 'ξερες
Κι ας είχες ξεκινήσει
Κι ας προχώρησες
Γύρισες πίσω
Με μια χάρη
Με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη
Και κάθισες στην ίδια θέση
Σαν και πριν
Κάθισες έτσι
Όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη
Που φτάνεις με καράβι
Ξημέρωμα Γενάρη
Αγγελική Ελευθερίου, Μια Άδεια Θέση,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2011
A couple rings in the New Year with party blowers and streamers, circa 1930.
_____________
Παραμονή
Για σένα ο μήνας θα ’ναι πάντα ο πρώτος·
οι ατέλειες στο πορτραίτο –
το τεθλιμμένο βλέμμα
η αμήχανη σύσπαση των χειλιών –
σε αφήνουν αδιάφορη.
Στην πολύχρωμη σιωπή
της αγαπημένης σου βραδιάς
(χρυσά έλατα, πορσελάνινες κούπες)
γιόρτασα την ακινησία του χρόνου.
Οι αγγελιαφόροι φορώντας μάσκες και περούκες
χορεύουν με τους ζωντανούς.
Σκοτείνιασε νωρίς.
Χάρης Βλαβιανός, «Παραμονή», Από τη συλλογή «Adieu», εκδ. Νεφέλη, 1996.
Συγκεντρωτική έκδοση «Η εύθραυστη επικράτεια των λέξεων», εκδ. Νεφέλη, 2013
Baudelaire, Dead Poets Art - Troy Youngblood Art
__________
Απογευματάκι Ιανουαρίου
δεν στρίβω γωνίες, αλλά παραπατάω
σε ευθείες. Σκέπτομαι τους πεθαμένους
ποιητές, που δεν βλέπουν αυτές τις ώρες:
το φως να κάθεται στα δέντρα
και να συγκρατεί τις αναμνήσεις,
τον καφέ εσπρέσο με το τσιγάρο,
τον σκούρο ουρανό και κάπου αλλού
να βρέχει. Θα φορούσαν βαρύ παλτό,
κασκόλ, και θα βάδιζαν γρήγορα
μη τους πιάσει η μπόρα.
Σε μια βιτρίνα καθυστερούν
και κοιτάζουν τα ρούχα της εποχής.
Θυμούνται τα ραντεβού τους
και τη ροή του έρωτα.
Τέλος πάντων, είναι άνθρωποι
και γυρίζουν σπίτι.
Όλα όμως τα παραπάνω
και άλλα πολλά τα γράψανε
στα παλιά τους τα παπούτσια
και πεθάναν.
Γιάννης Κοντός, Απογευματάκι Ιανουαρίου,
Από την ποιητική συλλογή "Ο αθλητής του τίποτα", εκδόσεις Κέδρος
November's sky is chill and drear, November's leaf is red and sear.
___________
Ο ουρανός του Νοέμβρη είναι ψυχρός και θλιβερός·
το φύλλο του Νοέμβρη — κόκκινο, ξερό.
Sir Walter Scott
Νοέμβρης, ο μήνας της ήσυχης φωτιάς
Ο Νοέμβρης έρχεται αθόρυβα, με τον άνεμο που παίρνει τα γράμματα, με τις βροχές που ξεπλένουν τη μνήμη. Είναι η ώρα που το φως λιγοστεύει, κι ο κόσμος μοιάζει να θυμάται κάτι που δεν έζησε ποτέ. Τα δέντρα αφήνουν το σώμα τους στη βροχή, οι δρόμοι γίνονται καθρέφτες για τις απουσίες μας. Είναι ο μήνας των απολογισμών, ο καιρός που η πόρτα κλείνει και οι κουρτίνες πέφτουν, για να μετρηθεί ο άνθρωπος με τον εαυτό του. Ο κόσμος μικραίνει, τα φώτα χαμηλώνουν, και τα φύλλα, πριν χαθούν, σείονται σαν ψυχές που δεν πρόφτασαν ν’ αγαπηθούν.
Είναι ο καιρός των ενδιάμεσων πραγμάτων, ούτε φθινόπωρο ούτε χειμώνας, ούτε τέλος ούτε αρχή. Μόνο μια παρατεταμένη ανάσα, που προσπαθεί να κρατήσει τη ζεστασιά ενός καλοκαιριού που δεν υπάρχει πια. Οι μέρες του είναι βουβές, σαν παλιές φωτογραφίες χωρίς πρόσωπα. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπή, κάτι επιμένει — ένα φως λεπτό, σχεδόν άυλο, που αντιστέκεται στην απώλεια.
Ο Νοέμβρης είναι η εποχή που μαθαίνουμε να ζούμε με τη σκιά μας. Να κοιτάζουμε το κενό και να του μιλάμε με τρυφερότητα. Να αποδεχόμαστε πως η μνήμη είναι κι αυτή ένας τρόπος ύπαρξης — πιο αργός, πιο ήσυχος, πιο αληθινός. Ο Νοέμβρης κουβαλά την απουσία των φίλων, των παιδιών, των ονείρων …κι όμως, μέσα στο ψύχος του, ανάβει ένα φως βιολέτας, μια επιμονή της μνήμης.
Στις πλατείες του καίει ακόμα η φωτιά της εξέγερσης. Είναι μήνας μετέωρος, ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στην πτώση και στη γέννηση. Τα σύννεφα σκιάζουν τη θάλασσα, τα τοπία θολώνουν, κι ωστόσο κάτι μέσα τους ανασαίνει — μια υπόσχεση άνοιξης που δεν έρχεται ποτέ. Κι όταν περάσει, αφήνει πίσω του εκείνο το βάρος «που πάντα είναι πιο βαρύ απ’ όσο νόμιζες» — τη γλυκιά μελαγχολία της ύπαρξης, που ούτε θάβεται ούτε ξεχνιέται.
Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε
τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών.
Τι κάναμε στη ζωή μας; Ποιοι είμαστε;
Γιατί εσύ και όχι εγώ;
Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα
χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι.
Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυν-
ση, πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’
αγαπήσουν.
Ώσπου στο τέλος δε μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελ-
θόν (πότε ζήσαμε;)
και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και
κανείς δε θα μας θυμηθεί.
Τάσος Λειβαδίτης, Άνεμος του Νοεμβρίου,
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, εκδόσεις Κέδρος
Andrew Wyeth, November First, 1950
___________
Ο ίδιος αδιατάρακτος Νοέμβρης...
[…] Ο ίδιος αδιατάρακτος Νοέμβρης
με σημαίες παντού χθεσινής βροχής
παραδομένα στη γύμνια τα δέντρα –
δυο τρία φύλλα μόνον εστασίαζαν υπάρχοντας.
Κική Δημουλά, Ατροφικό ένστικτο,
Ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος, 2011
Carl Larsson, November, 1882
___________
9 Νοεμβρίου
9 Νοεμβρίου
Χτες βράδι φτάσανε οι εφημερίδες.
Η τελευταία 4 του Νοέμβρη. Τρέχουν τα χέρια
τρέχουν τα στόματα τα μάτια. Τα μαντάτα της Κίνας
το Μούγδεν λέει, το Γιάγκ Σι, το Πεκίνο – κάτι ονόματα
πολύ τ᾽ αγαπήσαμε χτες βράδι πολύ
πολύ αγαπιόμαστε κάτου απ᾿ τα λοξά μάτια της Κίνας…
Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων
Κοντοπούλι Λήμνου, 1948-1949
__________
Γιάννης Ρίτσος, Ημερολόγιο εξορίας Ι,τόμος Ε',
Τα Επικαιρικά (1945-1969), εκδόσεις Κέδρος
Γιάννης Στεφανίδης «Ομοτράπεζοι». Προέρχεται από σπουδή με νερομπογιά εκ του φυσικού που έγινε το 1948, στο Κοντοπούλι της Λέρου, όπου ο ζωγράφος ήταν εξόριστος μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο και άλλους 150, περίπου, κρατούμενους.
_____________
Νοέμβρης μήνας...
Άφησέ τους ακόμα μια μέρα με τις μικρές τους λέξεις ,
με τους μικρούς περιπατητικούς θανάτους, Νοέμβρης μήνας,
κάτω απ τα λίγα ολόχρυσα δέντρα.
Θεέ μου τι μόνοι, τι ξένοι ο ένας στον άλλον…
Γιάννης Ρίτσος, Σαν προσευχή, Γραφή τυφλού,
Ποιήματα, ΙΑ τόμος, εκδόσεις Κέδρος
«Θεέ μου τι μόνοι, τι ξένοι ο ένας στον άλλον…»
Φωτογραφία από τον Samuel Austin
___________
Νοέμβρης, βροχή, αναμονή...
Νοέμβρης· Οι δύο ευκάλυπτοι μες στη βροχή· τα σανιδένια τραπέζια· παλιές αποθήκες γυμνές· κόκκινος τοίχος μουσκεμένος· ούτε ξυλουργός ούτε τζαμάς ούτε ηλεκτρολόγος —κανένας. Ένα, δύο, Κύριε, —γιατί; —Τέσσερα, εφτά, Κύριε, - πόσο; Τα σκαλοπάτια γλιστράνε. Ο φρουρός κατεβαίνει το λόφο. Ο άλλος επάνω στο φυλάκιο μ' ένα τρανζίστορ, Κύριε. Βρεγμένα τα μαλλιά σου —α, τα μαλλιά σου να τ ’ αγγίξω. Μου πήρε ο αγέρας άπ' το χέρι το τσιγάρο, το 'ριξε στη λάσπη. Α , Κύριε, πόσο; —πέντε, εφτά, και πέντε, εφτά, και πάλι πέντε.
Συνέχεια αναμονής· Μήνες και μήνες περιμέναμε. Κοιτούσαμε το δρόμο. Τίποτα. Μαντατοφόρος δε φαινότανε. Το μονοπάτι πέτρες κι αγκάθια. Οχτώβρης, Νοέμβρης, Δεκέμβρης. Και το μακρύ τραπέζι λησμονημένο κάτω απ’ τα δέντρα. Ώσπου, στο τέλος, έφτασε ο επιστάτης· ακούμπησε στο βρεγμένο τραπέζι τα δώδεκα μεγάλα ποτήρια. Το ’να τού έπεσε κάτω· έγινε θρύψαλα. Και θα ’πρεπε πάλι απ ’ την αρχή να περιμένουμε.
Γιάννης Ρίτσος, Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη [1967 - 1971],
Nikos Hadjikyriakos-Ghikas, Rainy Landscape II, 1977
___________
«...μεσημέρι, στο φως του Νοέμβρη»
Ακούμπησε το μέτωπο στο τζάμι του παράθυρου. Το τζάμι πολύ ψυχρό —πιότερο τώρα, μεσημέρι, στο φως του Νοέμβρη. Κάπου, μέσα στο σπίτι, πίσω από τη ράχη του, το νιώθει με ακρίβεια, είναι ενα κυκλικό στίγμα θερμότητας, — ναι, κυκλικό· — μήπως το ξυπνητήρι πάνω στο τραπέζι; μήπως το ποτήρι ή το ποίημα; — όχι· μάλλον τα μήλα ξεχασμένα στη φρουτιέρα της τραπεζαρίας, διπρόσωπα κι αυτά — κίτρινο, κόκκινο· —προφάσεις, προφάσεις· ενώ η σιωπή διαυγής, κρυσταλλωμένη ακινητεί στο τζάμι.
Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Nοέβρη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1995
Μάριος Βατζιάς, Η παρουσία του ήρωα, 1976
__________
Ψηλά στα Ζαγόρια, Νοέμβρης μήνας με ψιλόβροχο...
«Μια εικόνα. Ενα τοπίο που, όσος καιρός κι αν πέρασε, λειτουργεί μέσα μου μουσικά. Έχει ρυθμό, αναπτύσσεται στο χρόνο... Ψάχνοντας τότε, το '69, για το χωριό της "Αναπαράστασης", βρέθηκα σ' ένα χωριό ψηλά στα Ζαγόρια. Νοέμβρης μήνας με ψιλόβροχο. Μαύριζε η γκρίζα πέτρα από νερό. Πένθιμες γυναικείες φιγούρες χάνονταν στα ερείπια. Μια γέρικη φωνή τραγουδούσε στο έρημο καφενείο: "Μωρή κοντούλα λεμονιά..." Στάθηκα εκεί στην άκρη. Η φωνή ράγισε κι έσπασε έπειτα από λίγο. Έμεινε το τοπίο με τη βροχή. Έμεινα κι εγώ.»
[απόσπασμα από συνέντευξη του Θόδωρου Αγγελόπουλου στον Μισέλ Φάις
στη στήλη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 31/5/2002]
Blow, Blow Thou Winter Wind, by John Everett Millais (1829-1896), 1892.
____________
Νοέμβρης, η «Νορβηγία της χρονιάς»
«November always seemed to me
the Norway of the year»
«Είναι επίσης Νοέμβριος. Τα μεσημέρια είναι πιο λακωνικά και τα ηλιοβασιλέματα πιο αυστηρά, και τα φώτα του Γιβραλτάρ κάνουν το χωριό ξένο. Ο Νοέμβριος μου φαινόταν πάντα η Νορβηγία της χρονιάς...»
(από επιστολή της Emily Dickinson, αρχές Νοεμβρίου του 1865,
με παραλήπτη την συχνή αλληλογράφο της Elizabeth Holland)
John Atkinson Grimshaw, November Moonlight, 1886, ARC Museum
__________
Ο Νοέμβρης κρέμασε το Γρανιτένιο Καπέλο του...
The Day grew small, surrounded tight
By early, stooping Night —
The Afternoon in Evening deep
Its Yellow shortness dropt —
The Winds went out their martial ways
The Leaves obtained excuse —
November hung his Granite Hat
Upon a nail of Plush —
_________
Η Μέρα συνέχεια μίκραινε, πιεσμένη
Από μια Νύχτα κυρτωμένη και πρόωρη
Το Απόγευμα έριχνε το λιγοστό του Κίτρινο
Στο βαθύ Δειλινό —
Οι Άνεμοι έβγαλαν τιίς πολεμικές τους συνήθειες
Τα Φύλλα ζήτησαν άδεια και την πήραν –
Ο Νοέμβρης κρέμασε το Γρανιτένιο Καπέλο του
Πάνω σε καρφί Βελουδένιο
Emily Dickinson, Έλα στον κήπο μου. Ποιήματα,
μτφρ. Κώστας Λάνταβος, εκδόσεις Αρμός, 2013
Το σπίτι της Emily Dickinson, Amherst, Massachusetts
_____________
Γράμμα το Νοέμβριο
Love, the world
Suddenly turns, turns color. The streetlight
Splits through the rat's tail
Pods of the laburnum at nine in the morning.
It is the Arctic,
This little black
Circle, with its tawn silk grasses - babies hair.
There is a green in the air,
Soft, delectable.
It cushions me lovingly.
I am flushed and warm.
I think I may be enormous,
I am so stupidly happy,
My Wellingtons
Squelching and squelching through the beautiful red.
[This is my property.
Two times a day
I pace it, sniffing
The barbarous holly with its viridian
Scallops, pure iron,
And the wall of the odd corpses.
I love them.
I love them like history.
The apples are golden,
Imagine it . . .
My seventy trees
Holding their gold-ruddy balls
In a thick gray death-soup,
Their million
Gold leaves metal and breathless.]
O love, O celibate.
Nobody but me
Walks the waist high wet.
The irreplaceable
Golds bleed and deepen, the mouths of Thermopylae.
_______________
Αγάπη μου, ο κόσμος
ξαφνικά αλλάζει, αλλάζει χρώμα.
Το φως του δρόμου
ξεχύνεται σκίζοντας τους μακρόστενους
καρπούς του ψυχανθούς εννιά η ώρα το πρωί.
Είναι η Αρκτική.
Αυτός ο μικρός ο μαύρος
κύκλος, με την καστανόξανθη μεταξένια χλόη του – μαλλιά
μωρού.
Υπάρχει στον αέρα ένα πράσινο,
απαλό, απολαυστικό.
που με θάλπει τρυφερά.
Είμαι ξαναμμένη και ζεστή.
Νομίζω πως είμαι τεράστια,
είμαι τόσο βλακωδώς ευτυχισμένη,
οι γαλότσες μου πλατσουρίζουν και πλατσουρίζουν βαθιά
μέσα στο όμορφο κόκκινο.
[…]
Ω αγάπη μου, ω άσπιλε.
Κανείς εκτός από μένα
δεν περπατά σε τούτο τον υγρότοπο μέχρι το κόκαλο βρεγμένος.
Τα αναντικατάστατα
χρυσαφιά ματώνουν και βαθαίνουν, τα στόματα των Θερμοπυ-
Court Green, Devon England: το σπίτι όπου ζούσε η Sylvia Plath με τον Ted Hughes και τα παιδιά τους. Η φράση «This is my property» αναφέρεται κυριολεκτικά στο σπίτι και μεταφορικά στο εσωτερικό της βασίλειο, την ψυχή της.
___________
Θλιμμένος Νοέμβρης
i
This creature kneeling
dusted with snow, its teeth
grinding together, sound of old stones
at the bottom of a river
You lugged it to the barn
I held the lantern,
we leaned over it
as if it were being born.
ii
The sheep hangs upside down from the rope,
a long fruit covered with wool and rotting.
It waits for the dead wagon
to harvest it.
Mournful November
this is the image
you invent for me,
the dead sheep came out of your head, a legacy:
Kill what you can't save
what you can't eat throw out
what you can't throw out bury
What you can't bury give away
what you can't give away you must carry with you,
it is always heavier than you thought.
___________
i
Αυτό το πλάσμα, γονατισμένο,
σκονισμένο από το χιόνι, τα δόντια του
τρίζουν μεταξύ τους, ήχος από παλιές πέτρες
στον πάτο ενός ποταμού.
Το ’συρες ως την αποθήκη·
εγώ κρατούσα το φανάρι,
σκύψαμε από πάνω του
σαν να γεννιόταν.
ii
Το πρόβατο κρέμεται ανάποδα απ’ το σκοινί,
ένας μακρύς καρπός, σκεπασμένος με μαλλί και σήψη.
Περιμένει το κάρο των νεκρών
να το θερίσει.
Θλιμμένος Νοέμβρης,
αυτή είναι η εικόνα
που εφευρίσκεις για μένα:
το νεκρό πρόβατο βγήκε απ’ το κεφάλι σου, μια κληρονομιά: