Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν. Ελληνική Γλώσσα Β΄ Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν. Ελληνική Γλώσσα Β΄ Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

6η Ενότητα, Παρακολουθώ, ενημερώνομαι και ψυχαγωγούμαι από διάφορες πηγές


 

Ο Νιλ Πόστμαν μιλάει στο Θ. Λάλα (απόσπασμα), εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/5/2001


Αλήθεια, πιστεύετε ότι σήμερα ζούμε σε μια εποχή δικτατορίας των Μέσων;

«Σε κάποιον βαθμό, ναι, το πιστεύω. Κακά τα ψέματα... Η τηλεόραση έχει αποκτήσει τεράστια δύναμη και μπορεί να λέει στους ανθρώπους τι πρέπει να πιστεύουν και τι όχι. Η κοινωνία όμως που ζούμε επιτρέπει ταυτοχρόνως σε ανθρώπους σαν κι εμένα να ασκούν κριτική στα media, να ανησυχούν για όλα αυτά και να προειδοποιούν τους ανθρώπους για τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Και εδώ, στην Αθήνα, υπάρχουν διανοούμενοι οι οποίοι ανησυχούν γι' αυτά τα πράγματα. Η δικτατορία από τους διανοουμένους κινδυνεύει, γι' αυτό και σοφά σκεφτόμενη προσπαθεί να τους περιθωριοποιήσει ή να τους γελοιοποιήσει. Σήμερα η δικτατορία των Μέσων προσπαθεί να γελοιοποιήσει τη σκέψη. Παρακολουθήστε μια πολιτική ή άλλη συζήτηση στην τηλεόραση. Ο παρουσιαστής επιδιώκει τη σύρραξη μεταξύ των συνομιλητών αλλά αμέσως αντιδρά στην οργανωμένη σκέψη, όταν αυτή πάει να διατυπωθεί. Δεν επιτρέπει σε κανέναν να μιλήσει πάνω από τριάντα δευτερόλεπτα... για να μην κάνει κοιλιά το πρόγραμμα. Μας πώς μπορεί να διατυπωθεί μια σοβαρή σκέψη σε τριάντα δευτερόλεπτα; Αδύνατον... Γι' αυτό το μόνο που μας μένει από αυτές τις συζητήσεις είναι η διαμάχη. Τίποτε άλλο το ουσιαστικό. Στην τηλεόραση δεν παράγεται σκέψη. Γι' αυτό και στην τηλεόραση θανατώνεται η ουσία. Τίποτε το ουσιαστικό δεν λέγεται, τίποτε το ουσιαστικό δεν γίνεται στην τηλεόραση. Η τηλεόραση είναι τόσο δημοφιλής γιατί δεν ανησυχεί κανέναν, γιατί βοηθάει διατηρώντας μας απαθείς να σπρώξουμε τον χρόνο».

Αν ο στόχος όλων των Μέσων είναι να μας «πουλήσουν» ως κοινό στους διαφημιστές, τότε γιατί, αντί να ποντάρουν στην καλή είδηση που θα λειτουργούσε σαν κράχτης καλής διάθεσης, παρουσιάζουν μόνο κακές ειδήσεις, και μάλιστα μ' αυτόν τον τρόπο;

«Κάνετε ένα βασικό λάθος στον συλλογισμό σας... Η τηλεόραση δεν δείχνει μόνο κακές ειδήσεις· οι καλές ειδήσεις της τηλεόρασης είναι οι διαφημίσεις. Σου λένε, ας πούμε, ότι έγινε σεισμός στην Αθήνα, αναταραχές στη Βηρυτό... Ακούστε τώρα και κάτι ευχάριστο: "Μπορείτε να ταξιδέψτε στην Αργεντινή με πέντε δολάρια λιγότερο και εξοφλώντας το εισιτήριό σας σε 24 δόσεις... " ή "Αγοράσετε τη νέα σοκολάτα που σας κάνει να νιώσετε τη γλύκα της ζωής... " ή "Δοκιμάσετε τη νέα λιχουδιά στα McDonald's και ταξιδέψτε για λίγο στον παράδεισο της γευστικής απόλαυσης...". Με άλλα λόγια η τηλεόραση μας δίνει μια μικρή ποσότητα ανησυχίας για να νιώσουμε ακόμη πιο ευτυχισμένοι που μπορούμε να παραμένουμε καταναλωτές όταν κάπου αλλού έχουν πέσει τα σουπερμάρκετ ή οι άνθρωποι δεν μπορούν να βγουν από το σπίτι τους γιατί οι βόμβες πέφτουν σαν το χαλάζι».

­ Οι καλές ειδήσεις λοιπόν στην τηλεόραση είναι πάντοτε οι διαφημίσεις.

«Οι κακές ειδήσεις υπάρχουν απλώς για να τραβήξουν το ενδιαφέρον μας και να μας προετοιμάσουν για τις "καλές". Συνήθως όμως οι κακές ελέγχονται πάρα πολύ προσεκτικά. Ακόμη κι αν έγινε σεισμός στο Περού με θύματα 3.000 ανθρώπους ­ δηλαδή μια τεράστια καταστροφή ­ τα κανάλια δεν θα σου μεταφέρουν την είδηση με λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να σε κάνουν να στενοχωρηθείς ή να μελαγχολήσεις. Διότι αν μελαγχολήσεις, δεν θα σε νοιάζει πλέον να καταναλώσεις αυτοκίνητα ή δημητριακά. Θα λειτουργήσεις όπως λειτουργούσαν και οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι είχαν μια διαρκή ανησυχία για τα πράγματα γύρω τους ­ και αυτό δεν το θέλουν. Εξήντα δευτερόλεπτα λοιπόν για τον σεισμό στο Περού είναι αρκετά. "Τρεις χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους... " αλλά ως εκεί... αρκετά. "Προχωράμε τώρα στο επόμενο θέμα... Οι χορηγοί της εκπομπής έχουν να σας πουν κάτι που σας ενδιαφέρει... Αυτό που ακούει ο τηλεθεατής να του τάζουν οι διάφορες εταιρείες τον ανεβάζει και έτσι γλιτώνει από τη μελαγχολία και την περίσκεψη μιας κακής είδησης».

­ Αν κατάλαβα καλά τα λεγόμενά σας, για τους διαφημιστές ο καλός καταναλωτής είναι αυτός που έχει μάθει να γυρίζει την πλάτη του στην ουσία της ζωής.

«'Οχι αυτός που γυρίζει την πλάτη του αλλά αυτός που έχει πεισθεί πια ότι το νόημα της ζωής κρύβεται στο να καταναλώνεις. Οι διαφημιστές θέλουν να έχει ένα νόημα η ζωή μας, όχι όμως αυτό που θεωρούσαν νόημα της ζωής άνθρωποι σαν τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα ή τον Τόμας Τζέφερσον. Θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι ο δρόμος για τον Παράδεισο περνάει από την κατανάλωση, ότι εκεί κρύβεται όλο το νόημα της ζωής. Στην Αμερική υπάρχει μια θεωρία που αναφέρεται πια ως ανέκδοτο: "Νικητής είναι αυτός που θα πεθάνει με τα περισσότερα παιχνίδια". Αν τελικώς πιστέψουμε ότι η ζωή αξίζει μόνο όταν μπορούμε να αγοράζουμε ή να έχουμε όλο και περισσότερα πράγματα, τότε η τηλεόραση θα έχει κάνει τέλεια τη δουλειά της. Αυτό όμως καταντά τυραννία: ένας ολόκληρος κόσμος να πιστεύει ότι σκοπός της ύπαρξής του επάνω στη Γη είναι να μαζεύει πράγματα. Οι άνθρωποι δυστυχώς είναι έτοιμοι να πιστέψουν εύκολα σε αυτές τις ανοησίες.


Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την συνέντευξη εδώ: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=133666



 

Ο διαπρεπής αμερικανός αναλυτής Νιλ Πόστμαν μιλάει στο «Βήμα» και στον Αλέξη Παπαχελά , 06/02/2000

Όταν τίθεται το ερώτημα κατά πόσον ο συνδυασμός τηλεόρασης και Internet θα αποδειχθεί χρήσιμος στην πληροφόρηση του μέσου πολίτη, ο Πόστμαν είναι σαφής: «Όλοι εμείς στην Αμερική πάσχουμε από υπερβολική δόση πληροφόρησης (info overdose). Οι περισσότερες πληροφορίες που παίρνουμε μέσα από τα ΜΜΕ μας είναι εντελώς άχρηστες, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον μέσο πολίτη που δεν αναζητεί την ειδικευμένη πληροφορία. Το ζήτημα είναι ότι έχουμε αποκτήσει εξάρτηση και πιστεύουμε ότι όλα τα δεδομένα και στοιχεία μάς είναι απολύτως χρήσιμα». Ο ίδιος, αν και γνώστης των νέων τεχνολογιών, αρνείται να πάρει κομπιούτερ γιατί νιώθει ήδη να κατακλύζεται από χείμαρρο άχρηστων πληροφοριών. «Θεωρώ ότι όταν έχω πρόσβαση σε μία βιβλιοθήκη με δύο εκατομμύρια βιβλία η ενημέρωσή μου είναι επαρκής. Αλλιώς αισθάνομαι δέσμιος της τεχνολογίας, αντί η τεχνολογία να αποτελεί ένα μέσο που αποδεικνύεται χρήσιμο σε εμένα».
Ο αμερικανός συγγραφέας του 19ου αιώνα Χένρι Θορό υποστήριζε κάτι ανάλογο όταν άρχισαν οι πρώτες τηλεγραφικές συνδέσεις ανάμεσα σε πόλεις της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ: «Είναι πολύ καλό το γεγονός ότι συνδέθηκε το Βερμόντ με το Μέιν με τηλεγραφική γραμμή. Αν όμως το Βερμόντ δεν έχει τίποτε να πει στο Μέιν, ποιος ο λόγος να χρησιμοποιούν τον τηλέγραφο;».
Ο Πόστμαν πιστεύει εξάλλου ότι όσοι θεωρούν πως το Internet και οι νέες interactive τεχνολογίες συνεισφέρουν στην ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών έχουν λάθος: «Υπάρχουν άνθρωποι που εκτιμούν ότι το Internet θα αλλάξει το πολιτικό μας σύστημα στην κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας καθώς θα είναι δυνατόν να έχεις ένα δημοψήφισμα κάθε εβδομάδα για το αν πρέπει να στείλουμε στρατεύματα στο Κοσσυφοπέδιο ή αν είναι καλός ο πρόεδρός μας. Μερικοί πάλι λένε ότι ο κόσμος του Internet θα μοιάζει με τον 5ο αιώνα π.Χ. και την τότε αθηναϊκή δημοκρατία. Μου φαίνεται παράξενο να λέμε ότι είναι καλή ιδέα να βασιζόμαστε σε ένα σύστημα χρήστες του οποίου είναι τώρα μόνο το 15% της κοινωνίας μας».
Ο Πόστμαν διατυπώνει ανησυχίες για την υπερσυγκέντρωση των ΜΜΕ στα χέρια λιγοστών επιχειρήσεων.  «Βαδίζουμε σε έναν κόσμο που θυμίζει τον κόσμο του Όργουελ. Υπάρχει κίνδυνος για τη δημοκρατία από τη στιγμή που χάνεται η πολυφωνία στα μέσα έκφρασης και μειώνονται οι επιλογές για την ενημέρωση του πολίτη».
Ο Πόστμαν καταλήγει όμως σε μια κινδυνολογική πρόβλεψη και ερμηνεία των όσων συμβαίνουν τις ημέρες αυτές στον χώρο των ΜΜΕ. Στο τελευταίο βιβλίο του γράφει: «Υπάρχουν οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που θα εξυπηρετηθούν καλύτερα αν επιτρέψουν σε έναν μεγάλο, ημιαγράμματο πληθυσμό να ψυχαγωγείται μέσα από τον μαγικό κόσμο των virtual παιχνιδιών κομπιούτερ. Στην ουσία θα αφήσουν αυτό τον κόσμο να χρησιμοποιείται από τους κομπιούτερ αντί να τους χρησιμοποιεί ο ίδιος. Υπό αυτή την έννοια τα κομπιούτερ θα παραμείνουν κάτι μυστήριο, στα χέρια και στον έλεγχο μιας μικρής γραφειοκρατικής ελίτ».





Η θεώρηση των ενημερωτικών προγραμμάτων ως είδους θεατρικής παράστασης, σκηνοθετημένης κατά τρόπο ώστε κυρίως να ψυχαγωγεί, επιτείνεται από ορισμένα χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων η μέση διάρκεια κάθε ιστορίας που είναι σαράντα πέντε δευτερόλεπτα. Ο τηλεοπτικός παραγωγός πρέπει να είναι σίγουρος ότι το κοινό δίνει προτεραιότητα και μεγάλη σημασία σε κάθε γεγονός το οποίο μπορεί να τεκμηριωθεί με εικόνες, οι οποίες με ευκολία συντρίβουν τις λέξεις και βραχυκυκλώνουν την ενδοσκόπηση. Ο ύποπτος δολοφονίας που προσάγεται σε ένα αστυνομικό τμήμα, το θυμωμένο πρόσωπο ενός εξαπατημένου καταναλωτή, η αποβίβαση του Προέδρου από ένα ελικόπτερο στον κήπο του Λευκού Οίκου, όλα αυτά είναι πάντα συναρπαστικά ή ευχάριστα και ικανοποιούν με ευκολία τις απαιτήσεις ενός ψυχαγωγικού σόου. [...]
Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι η τηλεόραση αλλοιώνει την έννοια «ενημερωμένος», δημιουργώντας ένα είδος πληροφοριών που, ίσως καλύτερα στο σύνολό τους, θα ονομάζονταν παραπληροφόρηση. Πρόκειται για παραπλανητική πληροφόρηση, άστοχη, άσχετη, αποσπασματική ή επιφανειακή, που δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κάτι γνωρίζουμε, αλλά στην ουσία αποπροσανατολίζει.
Λέγοντας αυτά δε θέλω να υποδηλώσω ότι οι τηλεοπτικές ειδήσεις ηθελημένα έχουν στόχο να στερήσουν τους τηλεθεατές από τη συνεκτική και σχετική κατανόηση του κόσμου τους. Θέλω να πω ότι, όταν οι ειδήσεις παρουσιάζονται με συσκευασία ψυχαγωγίας, κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο. Υποστηρίζοντας ότι τα τηλεοπτικά ενημερωτικά σόου ψυχαγωγούν και δεν ενημερώνουν, λέω κάτι πολύ πιο σοβαρό από το ότι στερούμαστε την αυθεντική ενημέρωση. Λέω ότι χάνουμε την αίσθηση του τι σημαίνει να είμαστε καλά ενημερωμένοι. Η άγνοια μπορεί να διορθωθεί. Αλλά τι πρέπει να κάνουμε, αν θεωρούμε την άγνοια γνώση;

Διασκευασμένο απόσπασμα από το βιβλίο «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» του Neil Postman, εκδόσεις Κατάρτι




Τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο του Βαγγέλη Γιακουμή
Photo: pixope

Πολλοί νέοι σήμερα περνούν αρκετές ώρες καθημερινά μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή τους. Διαβάζουν σε διαφορετικές γλώσσες, τουιτάρουν, στέλνουν μηνύματα, γράφουν greeklish, googlaρουν, κάνουν chat με γνωστούς ή αγνώστους, ρισκάρουν στο fb, επικοινωνούν διαδικτυακά. Αποφεύγουν να ενημερώνονται από τα παραδοσιακά ΜΜΕ, πολύ περισσότερο από τις εφημερίδες πλην τις αθλητικές. Τις οπαδικές!
Εμπιστεύονται περισσότερο, όχι αυτό που θα ακούσουν φευγαλέα από την τηλεόρασή τους αλλά αυτό που θα διαβάσουν μέσα σε ένα site ή κάποιο blog επώνυμο ή ανώνυμο και ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες που διαθέτει ο κάθε ένας, ή την κουλτούρα, τη γνώση και τον πολιτισμό, πιστεύει ή δεν πιστεύει αυτό που διαβάζει στην οθόνη του υπολογιστή του.
Η τηλεόραση το ισχυρότερο επικοινωνιακό μέσο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, όπου δεν είναι σοβαρή και δεν σέβεται τον μέσο τηλεθεατή, παραδίδει σταδιακά ζωτικό χώρο στις νέες μορφές επικοινωνίας διαδραστικές ή αμφίδρομες όπως είναι σήμερα το διαδίκτυο.
Δυστυχώς όμως για άλλη μια φορά ό,τι ξεκίνησε στην χώρα μας ξεκίνησε λάθος. Όπως στα ιδιωτικά ΜΜΕ το 1989 που μέσα σε ένα βράδυ άνοιξαν και επέβαλαν στρεβλά στους τηλεθεατές έναν συγκεκριμένο τρόπο παρακολούθησης με αποτέλεσμα σήμερα τόσα χρόνια και μετά να προκαλούν σοκ και δέος, έτσι και σε ορισμένα όχι τα περισσότερα ευτυχώς διαδικτυακά μέσα δημιουργήθηκαν προφανώς για να εξυπηρετήσουν άλλους σκοπούς. Προσωπικές φιλοδοξίες, συναλλαγές παντός είδους, ποικίλες δραστηριότητες, πίεση για άνομες στοχεύσεις κ.ο.κ. Υπάρχουν βεβαίως και τα σοβαρά ενημερωτικά, γνώμης, εξειδικευμένα.
Πραγματικά αν το καλοσκεφτεί κανείς αυτό, λίγα είναι τα διαδικτυακά μέσα που προσφέρουν πραγματική ενημέρωση και γνώση. Επαγγελματισμό και υπευθυνότητα. Που έχουν υπογραφή και πρόσωπο στο φως, που δεν λειτουργούν  στο σκοτάδι. Η πολιτεία είχε μια ευκαιρία να ρυθμίσει κατά το δικαιότερο αυτό τον νέο τρόπο ενημέρωσης που προσφέρουν τα διαδικτυακά μέσα. Τα πρώτα σε επισκεψιμότητα τέτοια μέσα δεν είναι και απαραίτητα τα πιο έγκυρα. Και συνήθως όχι τα πιο αθώα ή που διαθέτουν άλλοθι για τις υποτιθέμενες καλές τους προθέσεις. Δεν έβαλε κανόνες, όπως δεν μπήκαν και στην τηλεόραση κανόνες.
Εμείς οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι αυτολογοκριθήκαμε κάνοντας πως έχουμε αριστερή σκέψη δεν θελήσαμε να πιέσουμε και να ζητήσουμε από μόνοι μας να μπούνε κανόνες που εν τέλει εμάς τους ίδιους θα διασφάλιζαν. Όσοι τόλμησαν κάτι τέτοιο, περίπου, τους έστησαν στα πέντε μέτρα. Τους είπαν συντηρητικούς, δεξιούς, μικρόνοους. Προσωπικά δεν θέλησα ποτέ να επιβάλω το ένα ή το άλλο. Τελευταία όμως διαπιστώνοντας τη δύναμη του διαδικτύου, διαπίστωσα το εξής: πως ο καθένας ό,τι θέλει γράφει, ό,τι θέλει κάνει post, ο,τι θέλει κάνει γενικώς, έχοντας απίστευτη ελευθερία και εξουσία του γραπτού λόγου την οποία δεν μπορεί αλλού πουθενά να βρει. Το κάνει με την ίδια ευκολία, επώνυμα ή ανώνυμα βγάζοντας από τα βάθη της ψυχής του διάφορα απωθημένα.
Πού θέλω να καταλήξω. Για να μην γίνουμε σε μερικά χρόνια παθητικοί θεατές του διαδικτύου όπως είμαστε ως τηλεθεατές, πρέπει επιτέλους να διακρίνουμε πού παρέχεται η σωστή γνώση, η αντικειμενική πληροφόρηση, η ανόθευτη και άδολη ενημέρωση (αν υπάρχει) ώστε αυτό που λέγεται από τον οποιονδήποτε να ισχύει και να μην είναι απλώς λόγια του αέρα όπως γίνεται μέχρι τώρα. Θα τα καταφέρουμε;




Ένα βλέμμα μόνον διά της αγάπης

Τι δεν καταλαβαίνει ο μοντέρνος γονιός από το ακόμη πιο μοντέρνο παιδί του; Τι διαφεύγει; Δεν έχω εύκολη απάντηση, αλλά τολμώ να πω ότι το «χάσμα» - όσο υπάρχει - είναι νοητικό και, κυρίως, συναισθηματικό. Όταν λέω νοητικό δεν εννοώ μόνο τη νέα ψηφιακή κουλτούρα, τους υπολογιστές, το διαδίκτυο - που και αυτά πάντως παίζουν το ρόλο τους. Εννοώ το συνολικό πλέγμα πληροφορίας και ψυχαγωγίας, εντός του οποίου μεγαλώνει το παιδί, εννοώ την τηλεόραση, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα περιοδικά· αυτό το ποτάμι  σημάτων - ό,τι αποκαλούμε infotainment στον ενήλικο κόσμο - εκπαιδεύει το παιδί υπερβολικά πολύ, τόσο πολύ που δεν μπορούν να το ανταγωνιστούν η οικογένεια και το σχολείο.
Η οικογένεια δεν μπορεί, διότι από καιρό έχει πάψει να είναι ο βασικός εκπαιδευτής του παιδιού: οι σημερινοί γονείς τρέχουν από δουλειά σε δουλειά για να καταλήξουν αγχωμένοι στο σπίτι. Το ρόλο τους ζητούν να τον αναπληρώνει το σχολείο, αλλά κι αυτό δεν μπορεί αντεπεξέλθει στις πολλαπλές απαιτήσεις. Δεν μπορεί να αναπληρώσει τη, συχνά λειψή, βασική κοινωνικοποίηση του παιδιού, που κανονικά θα έπρεπε να δώσει το οικογενειακό περιβάλλον. Και δεν μπορεί επίσης να ανταγωνιστεί την ακαταμάχητη καταιγίδα της τηλεόρασης και των ψηφιακών μέσων.
Πολλοί από τους σημερινούς γονείς δεν είναι τεχνοαναλφάβητοι - κάθε άλλο. Άρα το χάσμα δεν είναι τεχνικό, γνωστικό. Οι δυσκολίες επικοινωνίας και αλληλοκατανόησης πηγάζουν από τις χρήσεις της τεχνολογίας και τις προσδοκίες. Για το γονιό το διαδίκτυο είναι ερ­γαλείο και μια θαυμαστή δυνατότητα. Για το παιδί είναι ένα οικείο παράθυρο διαρκώς ανοιχτό, σε έναν κόσμο χωρίς ορατά σύνορα. Για το γονιό η τηλεόραση είναι ένα αναγκαίο κακό, ένα υπνωτικό για μετά τη δουλειά, μια ταινία- είναι επίσης ένας νεωτερισμός που δεν τον  έχει χωνέψει κατά βάθος. Για το παιδί είναι η τάξη του κόσμου, είναι το κέρας της Αμάλθειας, ένας αγωγός που εκπαιδεύει και ψυχαγωγεί αδιάκοπα· και κυρίως ένας μηχανισμός που το ενηλικιώνει αιφνίδια, που διαλύει τα παραμύθια και τον Άγιο Βασίλη, που σαρώνει το μαγι­κό προστατευτικό κλουβί της παιδικής ηλικίας, και βάζει το παιδί σε μια πάμφωτη εξωοικιακή πραγματικότητα.

Ν. Γ. Ξυδάκη «Ένα βλέμμα μόνον διά της αγάπης», εφημ. Η Καθημερινή, 29-2-2004



Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

5η Ενότητα, Συζητώντας για την εργασία και το επάγγελμα




Κείμενο 1ο


                Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η αξία της εργασίας-επαγγέλματος είναι μεγάλη. Από τη μία πλευρά προσφέρει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα, ώστε να εξασφαλίσουμε μια άνετη ζωή, κερδίζοντας συγχρόνως την αυτονομία και την ελευθερία μας. Χωρίς τα χρήματα, τα οποία προέρχονται από την εργασία, ο άνθρωπος δυσκολεύεται σε οτιδήποτε στη ζωή του. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι, ενώ δεν έχουν ανάγκη τα χρήματα, πάλι εργάζονται, αποδεικνύει ότι το επάγγελμα προσφέρει κάτι περισσότερο από χρηματικά αγαθά.  Παρέχει την δυνατότητα στον άνθρωπο να εργαστεί και να δημιουργήσει. Του επιτρέπει να εκφραστεί και να καλλιεργήσει διάφορες δεξιότητές του. Είναι ο χώρος όπου μπορεί να καλλιεργήσει το πνεύμα και την προσωπικότητά του. Τέλος, η εργασία είναι ο χώρος που προσφέρεται για κοινωνικές συναναστροφές και γνωριμίες. Με άλλα λόγια είναι ο χώρος, όπου ο άνθρωπος μπορεί να ολοκληρωθεί τόσο απέναντι στον εαυτό του όσο και απέναντι στους άλλους. Συνεπώς η εργασία και το κάθε επάγγελμα ξεχωριστά στηρίζει το κοινωνικό σύνολο και τους μηχανισμούς του.

                Βέβαια, για να μπορούν να υπάρξουν τα ευεργετικά αποτελέσματα της εργασίας, ο καθένας πρέπει να επιλέξει το κατάλληλο επάγγελμα για τον ίδιο. Και είναι μεγίστης σημασίας, αφού το επάγγελμα που επιλέγουμε θα μας ακολουθεί μια ζωή. Η επιλογή είναι καθοριστική και τις περισσότερες φορές δεν αλλάζει. Με ποια όμως κριτήρια πρέπει να γίνει αυτή η επιλογή;
                Αυτό που πρέπει να λαμβάνει ο καθένας πρωτίστως υπόψιν είναι οι κλίσεις του. Πρέπει να δει τι τον ενδιαφέρει, ποια είναι τα πράγματα, με τα οποία του αρέσει να ασχολείται και σε ποια πράγματα έχει ιδιαίτερες δεξιότητες.  Δηλαδή, το πρώτο πράγμα που πρέπει να σκεφτεί κάποιος είναι τι του αρέσει να κάνει, μιας και αν ασχοληθεί με ένα επάγγελμα που δεν του αρέσει, η ζωή του θα είναι μια ζωή μίζερη και καταθλιπτική. Αν σκεφτούμε τι μας ευχαριστεί, τότε θα βρούμε σίγουρα τη σωστή κατεύθυνση προς το καταλληλότερο επάγγελμα για μας.
                Επειδή όμως υπάρχουν πολλοί που δεν γνωρίζουν ακόμα ποια είναι η προσωπική τους κλίση ή είναι μπερδεμένοι, πρέπει να σκεφτούμε και άλλα κριτήρια, για να μην αφήσουμε στην τύχη την επαγγελματική μας σταδιοδρομία. Πολύ συχνά αυτό που μας αρέσει μπορεί να μην είναι προσοδοφόρο. Επομένως, άλλο κριτήριο που πρέπει να έχει ένας νέος προτού επιλέξει ένα επάγγελμα είναι το οικονομικό. Κατά πόσο δηλαδή θα του εξασφαλίζει το βιοπορισμό του, θα του προσφέρει μια άνετη ζωή, μέσα στην οποία θα μπορέσει να δημιουργήσει μια οικογένεια με σταθερότητα και ασφάλεια. Γι’ αυτό,  πρέπει να σκεφτόμαστε ποιες είναι οι προοπτικές εργασίας, η σχέση προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας, αν ένα επάγγελμα είναι κορεσμένο ή όχι αλλά και τι είδους μισθός, σταδιοδρομία, δυνατότητες ανέλιξης, ή γενικά κέρδος μπορεί να προέλθει από το επάγγελμα που θα επιλέξουμε.
                Εξάλλου, δεν είναι μόνο αυτά. Άλλος σοβαρός παράγοντας που πρέπει να επηρεάζει την επιλογή του επαγγέλματός μας είναι η προσωπικότητά μας και οι αδυναμίες ή ικανότητές μας. Με άλλα άλλα λόγια πρέπει να δούμε το χαρακτήρα μας, αν ταιριάζει στη φύση ενός επαγγέλματος, το σώμα μας επίσης αλλά και τις επιδόσεις μας στα μαθήματά μας. Έτσι, ένας που είναι καχεκτικός στο σώμα δεν μπορεί να γίνει αθλητής. Άλλος πάλι που είναι αγχώδης δεν πρέπει να επιδιώκει επάγγελμα το οποίο να έχει πίεση. Τέλος, πώς γίνεται κάποιος  μαθητής με χαμηλές επιδόσεις να θέλει να γίνει π.χ. γιατρός; Δεν υποστηρίζω ότι όλα αυτά είναι ακατόρθωτα, αλλά στην πορεία, αν γίνει μια τέτοια επιλογή θα βρεθούν πολλά εμπόδια.
                 Έχουμε λοιπόν πραγματευτεί τη σημασία και τα κριτήρια με τα οποία πρέπει να επιλέγεται ένα επάγγελμα. Είναι όμως αξιοσημείωτο να αναφερθεί πως κι άλλοι παράγοντες επηρεάζουν και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό την επιλογή επαγγέλματος. Αυτοί είναι οι γονείς, που πολλές φορές καθοδηγούν τα παιδιά τους με βάση τη δική τους ματαιοδοξία. Άλλοι είναι οι φίλοι, οι εκπαιδευτικοί, οι σύμβουλοι σπουδών και γενικά ο κοινωνικός μας περίγυρος. Όλοι αυτοί όμως πρέπει να συμβουλεύουν λαμβάνοντας υπόψιν τα όσα κριτήρια έχουν προαναφερθεί.
                 Συνοψίζοντας, έχουμε παρακολουθήσει την οδό μέσα από την οποία ένας νέος πρέπει να πορευθεί, για να πάρει μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις της ζωής του. Αυτή η επιλογή θα μας ακολουθεί μια ζωή, γι΄αυτό η απόφαση πρέπει να παρθεί με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και με τα σωστά κριτήρια. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι επαγγέλματα υπάρχουν πολλά. Το ζήτημα είναι ανάμεσα στην πληθώρα αυτή να γίνει η κατάλληλη επιλογή που θα μας κάνει να πηγαίνουμε στην εργασία μας κάθε πρωί χαμογελώντας.

ερωτησεις



  1. Στο παραπάνω κείμενο να διακρίνετε: α)τον πρόλογο, β)το κυρίως θέμα και γ) τον επίλογο. 
  2. Να εντοπίσετε στις πέντε πρώτες παραγράφους τη θεματική περίοδο, τα σχόλια και την κατακλείδα (αν υπάρχει) 
  3. Να παρουσιάσετε με τη μορφή σχεδιαγράμματος τη δομή του κειμένου γράφοντας έναν πλαγιότιτλο για καθεμιά από τις παραγράφους του. 
  4. Να υπογραμμίσετε τις συνδετικές λέξεις, που εξασφαλίζουν την εσωτερική συνοχή κάθε παραγράφου, καθώς και τη μετάβαση από τη μία παράγραφο στην άλλη. 
  5. Με ποιους τρόπους ανάπτυξης παραγράφων έχουν αναπτυχθεί η πρώτη και η πέμπτη παράγραφος; 
  6. Να δώσετε ένα δικό σας τίτλο που να ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του κειμένου. Υποθέστε ότι  πρόκειται για άρθρο που πρόκειται να δημοσιευτεί σε μαθητικό περιοδικό. 
  7. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου με βάση τους πλαγιότιτλους κάθε παραγράφου, προσέχοντας την ομαλή σύνδεσή τους με τη χρήση συνδετικών λέξεων. Μην ξεχάσετε στην αρχή της περίληψης να παρουσιάσετε το θέμα που πραγματεύεται το κείμενο.(π.χ. το κείμενο αναφέρεται/ /πραγματεύεται..)




Κείμενο 2ο



Το οικογενειακό περιβάλλον, η οικογενειακή παράδοση και κουλτούρα, βαρύνουν επίσης κατά περίπτωση περισσότερο ή λιγότερο, στην πλάστιγγα των επιλογών επαγγέλματος. Συχνά το επάγγελμα του πατέρα, της μητέρας, η οικογενειακή επιχείρηση, είναι μια αξιόμαχη και ενδιαφέρουσα προοπτική για το επαγγελματικό μέλλον των νέων. Όσο κι αν ακούγεται παρωχημένο, είναι γεγονός ότι σήμερα, σε μια άκρως ανταγωνιστική αγορά, είναι σε βάρος του ατομικού συμφέροντος των παιδιών να παραγνωρίζεται το προβάδισμα που τους παρέχεται από την οικογενειακή παράδοση, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει και εφησυχασμό.       
       Όμως είναι επίσης γεγονός, ότι αρκετοί γονείς επιχειρούν να επιβάλλουν στα παιδιά τους τις δικές τους επιθυμίες ή και να προβάλλουν τα δικά τους απωθημένα, όσον αφορά τις σπουδές και το επάγγελμα που αυτά θα ακολουθήσουν. Πολλοί νέοι ή νέες πιέζονται υπέρμετρα για να σπουδάσουν μια από τις επιστήμες που θεωρούνται ότι αποτελούν το εισιτήριο για κοινωνική και οικονομική άνοδο, όπως γιατρός, μηχανικός, δικηγόρος ή να ακολουθήσουν το οικογενειακό επάγγελμα. Αλλά, στη σημερινή εποχή, πολύ συχνά αυτού του τύπου η πίεση έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Οι νέοι δηλαδή λειτουργούν αρνητικά ή και ανατρεπτικά απέναντι στις παλαιότερες γενιές και ιδιαίτερα απέναντι σε γονείς με υπερπροστατευτική συμπεριφορά. Ενώ πολλές φορές οι γονείς μπορεί και να έχουν δίκιο όταν επιμένουν για την επιλογή μιας ορισμένης καριέρας για τα παιδιά τους, το δίκιο αυτό το χάνουν εξαιτίας του επίμονου και πατερναλιστικού τρόπου με τον οποίο θέλουν να την επιβάλουν.
       Τέλος, για να είμαστε ρεαλιστές, δε θα πρέπει να παραγνωριστεί και ο ρόλος των οικονομικών δυνατοτήτων που έχει κάθε οικογένεια για τις σπουδές των παιδιών της. Για να αναφερθούμε σε ένα πρακτικό και μόνο ζήτημα, ο τόπος όπου είναι εγκαταστημένη μια σχολή, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη για υποψήφιους των οποίων οι οικογένειες δεν έχουν μεγάλες οικονομικές δυνατότητες.

ερωτησεις


  1. Να εντοπίσετε το θέμα (νοηματικό κέντρο) του παραπάνω κειμένου και να γράψετε έναν πλαγιότιτλο για καθεμιά από τις παραγράφους του.
  2. Να δώσετε ένα δικό σας τίτλο που να ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του κειμένου.


Προσεγγίζοντας σωστά την επιλογή επαγγέλματος και καριέρας



ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ, αν όχι οι πιο ση­μαντικές, της ζωής μας είναι αυτές που αφορούν το επάγγελμα και την καριέρα μας. Δυστυχώς, αυτές τις επι­λογές είμαστε αναγκασμένοι να τις κάνουμε σε ηλικία που δεν διαθέτουμε την ωριμότητα, δηλαδή τη γνώση, την εμπειρία, αλλά και την αυτογνωσία που απαιτούν. Ταυτό­χρονα, το ζήτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο σοβαρό αν λά­βουμε υπόψη μας ότι, συνήθως, είναι δύσκολο να διορθώ­σουμε την επιλογή που έχουμε κάνει όταν αντιληφθούμε ότι ήταν λάθος, διότι οι δυνατότητες είναι περιορισμένες και η επένδυση σε χρόνο και σε άλλα που έχουμε ήδη κάνει κοστίζει αρκετά. Θεωρώ χρήσιμες κάποιες ιδέες σχετικά με τούτη την επιλογή, ακόμη και για όσους ήδη την έχουμε κάνει, αφού συνήθως ως γονείς, ως φίλοι και ως δάσκαλοι, καλούμαστε να δώσουμε γνώμες και συμβουλές στα νέα παιδιά που τις έχουν ανάγκη προκειμένου να κάνουν τη δι­κή τους επιλογή πολύ νωρίς στη ζωή τους. Θα προσπαθήσω λοιπόν να παρουσιάσω αυτές τις ιδέες, ακολουθώντας την ορθολογική διαδικασία λήψης αποφάσεων που ήδη έχουμε δει στις προηγούμενες σελίδες.

Για να ορίσουμε σωστά το πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να σκεφτούμε όσο γίνεται πιο αναλυτι­κά το τι αξίζει για εμάς από ένα επάγγελμα ή μια καριέρα. Βασικά ερωτήματα που μπορούμε να θέσουμε εδώ είναι: Ποιες ανάγκες μου θα ήθελα να ικανοποιεί το επάγγελμα ή η καριέρα μου; Για ποιους λόγους θα ήμουν πλήρως ευχα­ριστημένος από το επάγγελμα ή την καριέρα μου; Ασφα­λώς, όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να εργαστούμε για το ει­σόδημα, το οποίο προσδιορίζει την ποιότητα της προσωπι­κής μας ζωής και αυτής όσων εξαρτώνται οικονομικά από εμάς, αφού μέσω των χρημάτων ικανοποιούμε αρκετές ανάγκες μας. Όμως, η εργασία μας μπορεί να ικανοποιεί ή να μην ικανοποιεί και άλλες ανάγκες μας που συνδέονται με την καλή ζωή, όπως την ανάγκη για σιγουριά, για ανε­ξαρτησία, για ελευθερία πρωτοβουλιών, για κοινωνική αναγνώριση, για αυτοεκτίμηση και αυτοσεβασμό, για ελεύθερο χρόνο, για ψυχική γαλήνη και ηρεμία, για δημι­ουργία και πρόκληση, για επίτευξη αποτελεσμάτων, για συνεχή μάθηση και ανάπτυξη, για εξουσία, για άσκηση δύ­ναμης ή επιρροής σε άλλους, για κοινωνική προσφορά και αλτρουισμό, για επαφή και σχέσεις με άλλους ανθρώπους και πιθανόν άλλες πολλές.

Ένα δεύτερο ερώτημα που πρέπει να απαντήσει κανείς, το ίδιο σοβαρά όπως και το προηγούμενο, είναι το τι εί­δους εργασία μάς αρέσει -θα έλεγα, ακόμη καλύτερα, μας παθιάζει- να κάνουμε. Αυτό το ερώτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για δύο πολύ σημαντικούς λόγους. Πρώτον, διότι η εργασία και η καριέρα μας, αν αφαιρέσουμε τον χρόνο του ύπνου μας, είναι περίπου η μισή μας ζωή. Συνεπώς, το να κάνουμε μια εργασία, που το περιεχόμενο της θα μας κά­νει να εργαζόμαστε ευχάριστα και να το απολαμβάνουμε, αποτελεί μια κρίσιμη παράμετρο για να ζήσουμε όπως θέ­λουμε. Το κινέζικο ρητό που υποστηρίζει ότι «αν κάνεις τη δουλειά σου χόμπι, είναι σαν να μη δουλεύεις ποτέ στη ζωή σου» έχει μια μεγάλη δόση αλήθειας. Δεύτερος ουσιαστι­κός λόγος είναι το γεγονός ότι, αν επιλέξουμε να κάνουμε κάτι που μας ευχαριστεί ή μας παθιάζει, έχουμε τη διάθε­ση να το κάνουμε πολύ καλά και συνεπώς να διακριθούμε, να αναγνωριστούμε και να ανταμειφθούμε ανάλογα.

Ένα τρίτο ερώτημα για τη σωστή επιλογή του επαγγέλ­ματος μας είναι να εντοπίσουμε το τι μπορούμε -με βάση τις κλίσεις, τις ικανότητες και τις νοημοσύνες μας, όπως τις περιέγραψα στο πρώτο κεφάλαιο- να κάνουμε πολύ κα­λά. Για παράδειγμα, εγώ, επειδή είμαι τσαπατσούλης, δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω καλός λογιστής ή, επειδή δεν έχω καλό «αυτί», δεν θα μπορούσα να γίνω άριστος διερ­μηνέας. Για να απαντήσουμε σε όλα τα προηγούμενα ερω­τήματα, απαιτείται αυτογνωσία, κατανόηση των αναγκών και του χαρακτήρα μας, των αξιών μας, των ισχυρών και ασθενών στοιχείων μας, των δυνατοτήτων, των αδυναμιών μας και των κλίσεων μας. Αυτό, για να το επιτύχουμε, χρει­άζεται να αφιερώσουμε αρκετόν χρόνο στον αυτοστοχασμό. Επίσης, γι' αυτή την τόσο σημα­ντική στιγμή της ζωής μας, μπορούμε και οφείλουμε να ζη­τήσουμε βοήθεια από αυτούς που μας γνωρίζουν καλά, αλ­λά και από ειδικούς, συνήθως ψυχομέτρες, που διαθέτουν διαγνωστικά εργαλεία (π.χ. τεστ προσωπικότητας και ικανοτήτων), τα οποία τούς επιτρέπουν να μας ενισχύσουν την αυτογνωσία και να μας βοηθήσουν να προσεγγίσουμε καλύτερα τα παραπάνω ερωτήματα.

              Αν με τις απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα έχουμε ξεκαθαρίσει λίγο ή πολύ αυτά που προσδοκούμε και επιδιώκουμε από την επαγγελματική ζωή και τη στα­διοδρομία μας, το επόμενο στάδιο, σύμφωνα με την ορθο­λογική διαδικασία λήψης αποφάσεων, είναι η αναζήτηση όλων των εναλλακτικών επιλογών που υπάρχουν στο περι­βάλλον μας. Αυτή η αναζήτηση συνίσταται ουσιαστικά στην έρευνα των υφιστάμενων και των μελλοντικών επαγ­γελμάτων που οι τεχνολογικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις δημιουργούν. Αυτό που είναι σημαντικό να τονιστεί εδώ είναι ότι η έρευνα των εναλλα­κτικών επαγγελμάτων δεν πρέπει να περιορίζεται απλά στη διαπίστωση και καταγραφή τους, αλλά να επεκτείνε­ται στην ουσιαστική κατανόηση του περιεχομένου της ερ­γασίας και των συνθηκών αυτής, των γνώσεων και των δε­ξιοτήτων που απαιτούνται, των δυνατοτήτων επαγγελμα­τικής εξέλιξης, της ζήτησης και της προσφοράς που υπάρ­χει στην αγορά εργασίας, των δυνατοτήτων για ανεξάρτη­τη, ατομική απασχόληση ή ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η διερεύνηση αυτή απαιτεί την αναζήτη­ση πληροφοριών από πολλές πηγές, όπως είναι τα προ­γράμματα σπουδών των διαφόρων σχολών, οι επαγγελμα­τικές ενώσεις, η βιβλιογραφία επαγγελματικού προσανα­τολισμού, οι σχετικές μελέτες για το μέλλον των επαγγελ­μάτων και της αγοράς εργασίας, οι υπηρεσίες που προσφέρονται από τις ιστοσελίδες, οι αγγελίες για προσλή­ψεις που δημοσιεύονται στις εφημερίδες ή στο διαδίκτυο. Εκτός αυτών όμως, ουσιαστικές πληροφορίες πρέπει ανα­ζητηθούν -μέσω διαπροσωπικής επικοινωνίας- από τους ίδιους του επαγγελματίες, που γνωρίζουν καλά το επάγ­γελμα και το περιεχόμενο της εργασίας τους.
            
              Έχοντας εντοπίσει μια σειρά από εναλλακτικά επαγ­γέλματα, το επόμενο λογικό στάδιο είναι η αξιολόγηση τους με συγκεκριμένα κριτήρια που προκύπτουν από το πρώτο στάδιο. Τα συνθετικά αυτά κριτήρια, κατά τη γνώ­μη μου, είναι τρία. Πρώτον, ο βαθμός στον οποίο ένα επάγ­γελμα θα μου προσφέρει αυτά που θέλω ή προσδοκώ -όπως το έχω προσδιορίσει στο πρώτο στάδιο. Δεύτερον, σε ποιον βαθμό το περιεχόμενο της εργασίας αυτής καθαυτής μου φαίνεται ενδιαφέρον, με ευχαριστεί, με προκαλεί ή ακόμη και με παθιάζει. Τρίτον, σε ποιον βαθμό διαθέτω ή μπορώ να αναπτύξω χαρακτηριστικά προσωπικότητας και δεξιότητες τέτοια, ώστε να γίνω πολύ καλός και αντα­γωνιστικός στην αγορά εργασίας του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Τέταρτον, σε ποιον βαθμό στο περιβάλλον μου υπάρχουν ευκαιρίες (δηλαδή προσφορά και ζήτηση) για την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Σε αυ­τό το κριτήριο συμπεριλαμβάνονται και οι ευκαιρίες που μπορεί να προσφέρει η οικογένεια ή ο κοινωνικός περίγυ­ρος (π.χ. επιχειρηματική δραστηριότητα και γνωριμίες γο­νέων) στην επαγγελματική μου επιτυχία - όπως ο καθένας την εννοεί και την ονειρεύεται.
              Βεβαίως, η αξιολόγηση των εναλλακτικών επιλογών με βάση τα παραπάνω κριτήρια και η σύγκριση μεταξύ τους πρέπει να λαμβάνει υπόψη τούς περιορισμούς ή την εφεκτι­κότητα. Για παράδειγμα, ένας συνήθης περιορισμός μπορεί να είναι η μη δυνατότητα οικονομικής υποστήριξης των σπουδών από την οικογένεια ή ο γεωγραφικός περιορισμός που μπορούμε να θέσουμε, όπως, για παράδειγμα, η επιθυ­μία ή η άρνηση να ζήσω σε συγκεκριμένη πόλη ή χώρα.
                Το τελευταίο στάδιο, και αφού έχω αξιολογήσει τις εναλλακτικές επιλογές, αφορά τη λήψη της απόφασης για το επάγγελμα μου. Δυστυχώς όμως, πολλές φορές, από την αξιολόγηση των εναλλακτικών λύσεων δεν προκύπτει ξε­κάθαρα ποια εναλλακτική υπερέχει, είτε λόγω προσωπι­κών προτιμήσεων και διλημμάτων, είτε λόγω του ότι υ­πάρχει αβεβαιότητα για τις προοπτικές ή τα οφέλη του κά­θε επαγγέλματος. Σε τέτοια περίπτωση, αυτά που πιθανόν μπορούμε να κάνουμε είναι τα ακόλουθα. Πρώτον, αν είναι εφικτό, θα ήταν πολύ χρήσιμο να δοκιμάσουμε κάνοντας για ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα πρακτική άσκηση ή παρατηρώντας από κοντά την καθημερινότητα κάποιου που ασκεί το επάγγελμα που μας ενδιαφέρει - για παράδειγμα του υδραυλικού ή του λογιστή. Δεύτερον, θα μπορούσαμε να επιλέξουμε ένα επάγγελμα που, αν τελικά το μετανιώσουμε, να μην έχει πολύ μεγάλο κόστος αν το εγκαταλείψουμε για να αρχίσουμε κάποιο άλλο. Τρίτον, αν πρόκειται για ένα επάγγελμα που προαπαιτεί σπουδές, να επιλέξουμε μια επιστήμη που δίνει δυνατότητες για διαφο­ρετικά επαγγέλματα. Για παράδειγμα, η ιατρική επιστήμη δίνει λιγότερες ευκαιρίες για διαφορετικά επαγγέλματα από ό,τι η διοικητική επιστήμη. Τρίτον, να αποφασίσουμε διαισθητικά, αφήνοντας να λειτουργήσει το ένστικτο μας.
                   Ολοκληρώνοντας τη λογική διαδικασία της λήψης από­φασης για την επιλογή του επαγγέλματος, είναι απαραίτητο να κάνω δύο κρίσιμα σχόλια. Πρώτον, η νοητική αυτή διεργασία στην πράξη συνήθως δεν είναι γραμμική. Δηλα­δή, αναζητώντας εναλλακτικές λύσεις στο δεύτερο στά­διο, μπορεί να χρειαστεί να ξαναγυρίσουμε στο πρώτο για να επαναπροσδιορίσουμε κάποια δεδομένα με βάση τις νέες γνώσεις ή πληροφορίες που προέκυψαν από το δεύτερο. Δεύτερον, αυτή η διαδικασία μπορεί και πρέπει να επαναληφθεί περισσότερες φορές, αφού αφορά ένα πολύ σημαντικό για τη ζωή μας ζήτημα και αξίζει αρκετόν χρόνο για συζήτηση και σκέψη.
                 Πριν κλείσω όμως το εν λόγω ζήτημα, θα ήθελα να ανα­φερθώ σε συνήθη αλλά σοβαρά λάθη που κάνουμε ως παι­διά και ως γονείς. Το πρώτο λάθος πηγάζει από τα κοινω­νικά πρότυπα που μας επιβάλλονται και που δίνουν αξία μόνο σε επαγγέλματα που συνδέονται με τη δημοσιότητα, τη δόξα, τον πλουτισμό και τη μόδα, όπως οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί, ακόμη και οι πορνοστάρ. Είναι αυτονόητο, καταρχήν, το «ό,τι λάμπει, δεν είναι χρυ­σός». Για παράδειγμα, πίσω από τους λίγους διάσημους ή επιτυχημένους επαγγελματίες της δημοσιότητας, υπάρ­χουν χιλιάδες άλλοι που δυστυχούν, που ζουν σε μια επαγ­γελματική μιζέρια, αποδεχόμενοι «μεροκάματα πείνας», άθλιες συνθήκες εργασίας και συμβιβασμούς που δεν εξα­σφαλίζουν τα στοιχειώδη της επιβίωσης και της αξιοπρέ­πειας. Αλλά ακόμη και αυτοί οι λίγοι που καταφέρνουν να γίνουν «επιτυχημένοι» σε αυτούς τους τομείς, βιώνουν έντονα τη «σκοτεινή πλευρά της σελήνης» που συχνά τούς οδηγεί σε ψυχασθένειες, αλκοολισμό, ναρκωτικά, ακόμη και αυτοκτονίες. Σκεφτείτε πόσοι διάσημοι καλλιτέχνες καταλήγουν στα ναρκωτικά και στον θάνατο νέοι.
                      Το δεύτερο λάθος, που κάνουμε συνήθως εμείς οι γο­νείς, είναι ότι, άμεσα ή έμμεσα, με αυταρχικότητα ή με έναν κατ' επίφαση δημοκρατικό τρόπο, επιβάλλουμε στα παιδιά μας επαγγέλματα, όχι με τα κριτήρια που προανέ­φερα και που αφορούν τα ίδια, αλλά με τα δικά μας κριτή­ρια, όπως η ανασφάλεια, οι ανησυχίες και οι φόβοι μας, οι δικές μας ανεκπλήρωτες επιθυμίες ή όνειρα, οι δικές μας ανάγκες, τα δικά μας ενδιαφέροντα και στερεότυπα που προέρχονται από το παρελθόν και το περιβάλλον μας και που δεν αφορούν τα παιδιά μας και το μέλλον τους. Το πώς θέλουν να ζήσουν τα παιδιά μας είναι δική τους επι­λογή. Δική μας ευθύνη και ρόλος είναι αυτός του μέντορα και του συμβούλου. Έχουμε ευθύνη -λόγω της χαμηλής ωρι­μότητας και των λιγοστών γνώσεων που διαθέτουν τα παι­διά στην ηλικία που πρέπει να κάνουν τόσο κρίσιμες επιλο­γές- να τους προσφέρουμε τη γνώση και την εμπειρία μας, τις συμβουλές και τα τεκμηριωμένα επιχειρήματα μας, να τα βοηθήσουμε να κατανοήσουν τον εαυτό τους, να τους προσφέρουμε εναλλακτικές επιλογές και να τα ενθαρρύ­νουμε να σκεφτούν και να αναζητήσουν τα ίδια τις δικές τους, να τα βοηθήσουμε να τις αξιολογήσουν σωστά, να τα προφυλάξουμε από νοητικά λάθη και κακοτοπιές λόγω έλ­λειψης γνώσης και πληροφοριών. Κυρίως, ο ρόλος μας είναι να ακούμε τι θέλουν να μας πουν τα παιδιά μας, να μπαί­νουμε στη θέση τους, να τα κατανοούμε, για να μπορούμε να τα βοηθήσουμε να σκεφτούν σωστά και να θέτουν τα σω­στά ερωτήματα στον εαυτό τους. Μπορούμε να συμβάλ­λουμε στη σκέψη τους, θέτοντας τους τα «σωστά» ερωτή­ματα. Ρωτώντας τα πολλές φορές «γιατί», «για ποιους λό­γους», «πώς», «πότε», «πού», «με τι» και «με ποιους». Να τους προσφέρουμε τις δυνατότητες να ενημερωθούν, να παρατηρήσουν, να ερευνήσουν, να ψάξουν στον εσωτερικό τους κόσμο, καθώς και στο περιβάλλον τους, να σκεφτούν «έξω από το κουτί» και να επιδιώξουν το «both and more», να βιώσουν, να πειραματιστούν και να δοκιμάσουν. Είναι δική μας ευθύνη να μην τους δημιουργούμε δυσβάστακτα άγχη. αλλά να τους ενισχύουμε την αυτοπεποίθηση, την αυτοεκτίμηση και τη λογική σκέψη. Να τους παρουσιάσουμε τον κόσμο και την ωμή πραγματικότητα ως έχει, για να μη ζουν με ψευδαισθήσεις και αυταπάτες. Να τα βοηθήσουμε να διαμορφώσουν τη δική τους πυξίδα, να ξεκαθαρίσουν τις αξίες τους μέσα από τη σωστή μας καθοδήγηση: Χωρίς να επιβάλλουμε τις δικές μας αξίες, αλλά και χωρίς να τα αφή­νουμε απροστάτευτα σε όσα προωθούν και επιβάλλουν τα καταναλωτικά πρότυπα, οι διαφημίσεις, τα συμφέροντα και η λογική του συστήματος. Μπορούμε να τα βοηθήσουμε να κατανοήσουν ότι όλα τα επαγγέλματα είναι χρήσιμα και σημαντικά για την κοινωνία και ότι η αξιοπρέπεια και η ποιότητα του ανθρώπου και της ζωής τους δεν μετριέται με το πόσα βγάζει και το πόσοι τον γνωρίζουν.

            Τα παιδιά μας έχουν ανάγκη από γονείς ή δασκάλους, από συμβούλους και μέντορες, όχι μόνο όταν πρόκειται να αποφασίσουν το τι θα σπουδάσουν, αλλά και στη συνέ­χεια. Η εμπειρία μου, τόσες δεκαετίες στο πανεπιστήμιο, μου δείχνει ότι οι ανάγκες των παιδιών είναι ακόμα το ίδιο σημαντικές όταν αποφοιτούν και πρέπει να κάνουν επιλο­γές, είτε για μεταπτυχιακές σπουδές είτε για την καριέρα τους.

 Δημήτρης Μπουραντάς, Επί σκηνής χωρίς πρόβα, Εκδόσεις Πατάκη, 2010