Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρω Βαμβουνάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρω Βαμβουνάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Ο Φρόιντ, τα τραύματα και το τραγικά μεγαλειώδες χάρισμα της ελευθερίας



Ο Sigmund Freud,  "Πατέρας της Ψυχανάλυσης" και της ψυχοδυναμικής προσέγγισης, παραμένει μια από τις διασημότερες και σημαίνουσες προσωπικότητες στο χώρο της ψυχολογίας  κι ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους στοχαστές του εικοστού αιώνα.

Ο Φρόιντ, στην αρχή της ψυχαναλυτικής του έρευνας, όταν ενθουσιασμένος παρακολουθούσε τη δύναμη που έχει στον ψυχισμό ο διά των εξομολογητικών συνειρμών φωτισμός του υποσυνείδητου και μιλούσε για «την αργή μαγεία», ήταν βέβαιος πως, με την παραδοχή απ' τον αναλυόμενο των απωθημένων επιθυμιών ή φόβων, ο ασθενής θα γιατρευόταν περίπου αυτομάτως. Έφτασε να δώσει υπερβολική πίστη ακόμα και στη δύναμη της ύπνωσης, όταν ο ασθενής, υπνωτισμένος, παραδεχόταν και ξαναβίωνε τραυματικά συμβάντα, δήθεν ξεχασμένα μέσα στην απώθηση.


Sigmund and Alice's rabbit after she left Wonderland. 


Με τον καιρό και με την εφαρμογή της ψυχανάλυσης σε διάρκεια, παρατηρούσε πως τούτη η συνειδητοποίηση δεν αρκεί για σταθερά θεραπευτικά αποτελέσματα. Ήταν αναγκαία η μακροχρόνια επεξεργασία του υλικού που αναδυόταν από το υποσυνείδητο, η προσεχτική και λεπτομερής δουλειά του αναλυτή και του αναλυόμενου, καθώς και η συναίσθηση, η «εμπάθεια», η πειθώ, η κατανόηση, η επεξήγηση, η επανάληψη των νέων γνώσεων και δεδομένων ώστε να ακολουθήσει η ιαματική μεταβολή μιας προσωπικότητας.

Ο άνθρωπος που ψυχοθεραπεύεται, νικώντας παλιούς τρόμους, επουλώνοντας βαθιές πληγές, αντιμετωπίζοντας απωθημένα, εγκαταλείποντας νοσηρές άμυνες και αμυντικούς μηχανισμούς, δε μεταβάλλεται απαραίτητα σε έναν ωραίο, αγνό, θετικό άνθρωπο. Ο ψυχοθεραπευτής μπορεί να τον γιατρέψει από τις πληγές του, όμως δεν μπορεί να τον γιατρέψει από τα ελαττώματα του χαρακτήρα του. Άλλο η ψυχολογική ή συναισθηματική ασθένεια και άλλο η πνευματική ή ηθική ασθένεια. Διότι το φοβερό δώρο του Θεού στο πλάσμα Του είναι το προνόμιο της ελευθερίας• το δυσμενές προνόμιο της ελευθερίας, όπως σαρκάζουν μερικοί. Δώρο μεγαλειώδες και επικίνδυνο: η ελευθερία που έχει ο άνθρωπος ακόμα και να καταστραφεί, να χαθεί το αναφαίρετο δικαίωμα του να είναι, αν το επιθυμεί, κακός. Ο άνθρωπος γεννιέται πάντα καλός, ισχυρίζονται οι ανθρωπιστές. Και μάλλον έτσι πρέπει να είναι. Δεν υπολογίζουμε όμως, όσο σοβαρά πρέπει, το νόημα της ελευθερίας του. Μόνο η ελευθερία μας να επιλέξουμε, αν θέλουμε, και το κακό είναι καθαυτό ελευθερία.


Freedom, Photo by Sarah Jarrett 

Η ορθόδοξη ψυχανάλυση και οι πρώτες Σχολές της ψυχολογίας ασχολήθηκαν κυρίως με το παρελθόν του θεραπευομένου, με τα σκληρά ίχνη που άφησε η παιδική ζωή στην ψυχή του και που ισόβια τον αδυνατίζουν και του παραμορφώνουν πρωτίστως τα συναισθηματικά κριτήρια. Αναγνωρίζοντας με τα χρόνια —και μην ξεχνάμε πως η ψυχολογία είναι μια πάρα πολύ νέα επιστήμη, περίπου εκατό χρόνων μόνο— την ανεπάρκεια μιας τέτοιας βοήθειας, η σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και ειδικότερα η Σχολή της υπαρξιακής ψυχολογίας μεταθέτει το ενδιαφέρον της από το παρελθόν στο παρόν, και πιο πέρα, στο μέλλον του ασθενούς• από το υποσυνείδητο στο συνειδητό του ανθρώπου. Δεν επικεντρώνεται μόνο στο τι έπαθε, τι του έκαναν, αλλά και στο τι μπορεί να κάνει, στο τι μπορεί να ξεπεράσει, ποιο είναι το εσωτερικό του ανάστημα, οι δυνατότητες του, η προοπτική του. Και πάνω απ' όλα στο ποια είναι κι αν υπάρχει η θαυματουργική δυνατότητα του στην Υπέρβαση. Δεν εξετάζει μονάχα το ασθενές και τραυματισμένο μέρος της προσωπικότητάς του που τον δεσμεύει, αλλά και το υγιές, θετικό, δυναμικό του μέρος, που έχει την ισχύ να τον ανασύρει απ' τον θολό βυθό και να τον εκτοξεύσει ψηλά, και μακριά, και πέρα. Κι όπως λέει ο Νίτσε: "Μ' αρέσει εκείνος που η ψυχή του είναι πιο βαθιά απ' την πληγή του". Διότι εκείνο που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα δεν είναι όσα συνήθως διηγούμαστε στις συντροφιές. Ότι δηλαδή ο άνθρωπος έχει λογική ενώ το ζώο όχι — μέγα σφάλμα. Ότι ο άνθρωπος μπορεί και γελά. Ότι το ζώο δεν έχει συναίσθηση του θανάτου. Εκείνο που διακρίνει το ζώο απ' τον άνθρωπο είναι μόνο η ελευθερία.


© Taylor McCormick


Πολλοί πελάτες των ψυχολόγων χτυπάνε την πόρτα τους αναζητώντας να τους προσφέρουν λύσεις, να τους κάνουν προβλέψεις σαν μελλοντολόγοι, να τους χαρίσουν συνταγές επιτυχίας. Δεν είναι ποτέ μπορετό κάτι τέτοιο. Η ψυχολογία δε διαθέτει τέτοιες προσφορές, αλλά και ούτε επιθυμεί να διαθέτει. Κανένας άνθρωπος που αγαπάει τον άνθρωπο δεν καταδέχεται να του κάνει κάτι τέτοιο. Το μόνο που η ψυχολογία προσφέρει είναι η στήριξη για να πορευτεί ο καθένας μόνος προς τα αληθινά του συναισθήματα. Να δει, να παραδεχτεί και να αντέξει τις αληθινές του επιθυμίες. Να συναντηθεί θαρρετά με τον εαυτό του που φοβάται. Δεν είναι μικρής αξίας μια τέτοια βοήθεια, γιατί ύστερα από μια τέτοια συμφιλίωση, θα μπορέσει αυτός ο ίδιος επιτέλους να βαδίσει προς τις αποκρίσεις του. Θα μπορέσει να βηματίσει πια στην ανυπόφορη περιοχή της μοναξιάς του∙ της μέχρι πριν τρομαχτικής μοναξιάς του, που όταν φθάσει εκεί, πιστέψτε το, το ταξίδι ήδη έχει αρχίσει να γίνεται συναρπαστικό.


My Wonderful World


Μια ψυχοθεραπεία, ακόμα και η καλύτερη, με τον πιο κατάλληλο, υπεύθυνο ψυχολόγο, με κάθε μορφή, ακολουθώντας οποιαδήποτε Σχολή, και στον πιο προετοιμασμένο για αλλαγές άνθρωπο, δεν μπορεί να είναι μια σωστική διαδικασία. Η ελευθερία του ανθρώπου να σωθεί ή να χαθεί θα παραμένει το μεγαλειώδες και τραγικό του χάρισμα. Η βούληση για πνευματική σωτηρία θα παραμείνει μια εντελώς μοναχική, προσωπική, έμπρακτη απόφαση και ο χώρος που θα εκκολάπτεται δε θα ονομάζεται ντιβάνι, γραφείο, ιατρείο, φάρμακα, τεχνικές, συνεδρία, ομάδα ή κάτι παρόμοιο. Θα ονομάζεται σχέση, κελί, σπήλαιο ή έρημος. Με ό,τι τούτες οι λέξεις είναι, εννοούν ή συμβολίζουν.


Μάρω Βαμβουνάκη, Ο παλιάτσος και η Άνιμα, εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 20- 25




Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα; τέλεια φθαρτός.. δυνάμει αιώνιος......

Πριν από λίγα χρόνια, στους δρόμους των Εξαρχείων, είδα γραμμένο με σπρέι ένα γκράφιτι: Αν υπάρχει Θεός, τη βάψαμε... Δεν έλεγε ακριβώς τη βάψαμε, ήταν μια άλλη, πιο ωμή λέξη, όμως με το ίδιο νόημα. 

Cimitero Monumentale di Milano


Νομίζω πως έτσι λίγο-πολύ σκεφτόμαστε οι περισσότεροι. Πιστεύουμε σε Θεό και αγίους για την περίπτωση που υπάρχουν, όχι με τη βεβαιότητα πως υπάρχουν. Πιστεύουμε, άλλωστε επιλεκτικά. Από τις διδασκαλίες και τις πράξεις του Χριστού, επιλέγουμε εκείνα που κρίνουμε ως πιο «λογικά», ως πιθανότερα, και αυτά δεχόμαστε. Αν το συλλογιστούμε έντιμα, θα διαπιστώσουμε πως ακόμη και οι πιο κοντινοί στην Εκκλησία σκαλώνουμε κάπως στην έκβαση της Αναστάσεως. Ταυτιζόμαστε και συγκινούμαστε μέχρι δακρύων με τα περισσότερα του βίου Του και κυρίως με τη Σταύρωση Του —η Μεγάλη Πέμπτη και η Μεγάλη Παρασκευή είναι οι πιο δημοφιλείς μέρες—, όμως την Ανάσταση την παρακάμπτουμε ψυχολογικά με περίεργους ελιγμούς. Έχουμε μετατρέψει την εκτυφλωτική μαρτυρία της σε εθιμοτυπικό πανηγύρι, ευκαιρία γλεντιού και ευωχίας. Λες και η προηγούμενη νηστεία σκοπό είχε να ερεθίσει κι άλλο την υλική απόλαυση• το μεγάλο φαγοπότι του Πάσχα. Και όχι μόνο για λόγους ηδονιστικούς, σωματικούς και απερίσκεπτους, αυτό θα ήταν μια εύκολη υποψία, αλλά και από μιας άλλης κατηγορίας εκλογή.

Κάτι μέσα μας δε χωράει το μέγιστο γεγονός ότι οι νεκροί ξυπνούν, λύνουν τα λαζάρια τους και βαδίζουν έξω από τον τάφο. Ότι δεν είμαστε κτίσματα με ημερομηνία λήξεως αλλά εν δυνάμει αιώνιοι. Ότι ο θάνατος δεν είναι εκείνο που προσαρμοστήκαμε να νομίζουμε αλλά νικιέται. Ότι είναι κάτι άλλο, σαν πέρασμα, σαν αρχή, σαν άθλος, σαν ζωή. Πως ακόμη κι απ' αυτή τη ζωή μπορεί να αρχίσει ο πραγματικός θάνατος ή η πραγματική ζωή. Πως είναι τρόπος. Τρομάζουμε να αλλάξουμε συνήθειες σκέψης και πράξεων, τρομάζουμε να μάθουμε αλλιώς την ψυχή και το σώμα μας, σαν άλλης δυνατότητας ουσίες. 


Blackbird’s nest in the folded hands of a statue in a graveyard in Berlin, Germany, 1932.

Κι έτσι, το ίδιο το βράδυ της Ανάστασης, αμέσως μετά το Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας [Τι φοβερή αναγγελία, αν τη δούμε ως πραγματική!] απωθούμε την πιθανότητα να είναι αυτό, εκτός από παλιός μύθος, αλήθεια που μας αφορά, και καθόμαστε στο εν αφθονία τραπέζι μας, σηκώνοντας τα ποτήρια, κι ανταλλάσσοντας την πιο μίζερη αμπελοφιλοσοφία των νοικοκυραίων: Φάγωμεν και πίωμεν αύριον γαρ αποθνήσκομεν! Γελώντας και καμαρώνοντας για το θάρρος μας να αντιμετωπίζουμε το θάνατο έτσι άνετα, έτσι λεβέντικα και κεφάτα...

Είναι αφάνταστο το τι μπορεί να περικόπτει ο άνθρωπος από μια πραγματικότητα, προκειμένου να προσαρμόσει την πραγματικότητα στη δική του περίπτωση. Στα σημεία όπου συνταιριάζονται αυτά τα δύο, «πραγματικότητα» και «εγώ», όλα βαίνουν καλούτσικα. Στα σημεία όπου δε συνταιριάζονται, θα επιλεγεί η ψευδαίσθηση του εγώ και θα κοπεί με τροχισμένο ψαλίδι η πραγματικότητα που ενοχλητικά περισσεύει. Ακόμη και η πραγματική Ανάσταση• ακόμη και η αληθινή βιογραφία των αγίων. Θα θεωρηθούν όλα τούτα καλύτερα ως μαγείες και όχι ως θαυμαστά, ως χαριτωμένα παραμύθια, και όχι ως τραχιά αποκάλυψη• το πολύ πολύ ως συμβολισμοί. Όπως λέμε, για παράδειγμα, πως η ανθισμένη αμυγδαλιά συμβολίζει την ανυπόμονη νιότη. Τη νίκη του χειμώνα, και άλλα ποιητικά δήθεν και διάφορα. Ναι, αλλά υπάρχει και η αμυγδαλιά, μπροστά σου.


The Archangel - Capt. Truffles


Ο άνθρωπος δεν αντέχει να χάνει τις συνήθειες του. Τόσο δεν αντέχει μια τέτοια αλλαγή, που προτιμά να συντηρεί μια συνήθεια εις βάρος του, παρά να αλλάξει [αυτό είναι το νόημα της λέξης μετάνοια] και να δεχθεί μια νέα αληθινή πρόταση ζωής, υπέρ του, η οποία όμως θα τον ξεβολέψει. Σαν τους τσιγγάνους της Ρουμανίας που, μετά το μεγάλο σεισμό, το κράτος τούς παραχώρη¬σε διαμερίσματα κι εκείνοι, για να κοιμηθούν, έστηναν τη σκηνή τους μέσα στο σαλόνι.

Ακούγεται τρελό, αλλά πάρα πολλοί πιστοί του χριστιανισμού διατηρούν δυσπιστία για την Ανάσταση, στο βάθος δεν την αφομοιώνουν. Το δραματικό, συγκινητικότατο έργο των Παθών τελειώνει στο νου τους με το σπαραχτικό ξεψύχισμα του Ιησού στο Σταυρό του Γολγοθά: «Τετέλεσται!» Όντως τετέλεσται. Δακρύζουν κιόλας, πραγματικά συμπάσχουν. Ως εκεί, μάλιστα, το καταλαβαίνουν... Όλα τ' άλλα δε χωρούν στην αντίληψη τους και στις εμπειρίες τους.

 Άσε που, αν αποδεχθούμε ασυζητητί και με γνήσια πίστη πως ένας νεκρός δεν τελειώνει οριστικά με το θάνατο, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε παντελώς τη στάση ζωή μας, τον τρόπο σκέψης μας, τις συμπεριφορές μας. Θα πρέπει να έρθει ο κόσμος τα πάνω κάτω. Δείχνει πολύ κοπιαστικό και ανατρεπτικό κάτι τέτοιο, καλύτερα να παραμείνουμε στην κλάψα μας πως «Όλα τελειώνουν εδώ», «Τι είναι ο άνθρωπος, ένα τίποτα είναι», «Τι τα θες, εκεί, στο χώμα θα καταλήξουμε όλοι», «Ψέματα, ψέματα, όλα ψέματα, τίποτα δε μένει δυστυχώς», και όλα όσα κλισέ εκφράζουμε πονεμένα ο ένας στον άλλο στις κηδείες, αφού μάλιστα έχουμε ακούσει μες στο ναό την «εξήγηση» της εκπληκτικής νεκρώσιμης ακολουθίας.

Graveyard People by Mattia Mognetti (cemetery of Milan)

Είναι αφάνταστα ισχυρό πάθος η πνευματική αδράνεια. Όσοι ασχολούνται με ψυχοθεραπείες, παρατηρούν άφωνοι — στην αρχή τουλάχιστον της σταδιοδρομίας τους — το πόσο βαριέται ή και φοβάται ένας θεραπευόμενος να αλλάξει το παραμικρό στις συμπεριφορές του, ακόμη και όταν πείθεται πως τούτη η αλλαγή θα ωφελήσει και θα εξελίξει το πρόβλημα για το οποίο ήρθε να τους βρει. Κάτι μέσα του, που η επιστήμη το αποκαλεί «αντίσταση» και η Εκκλησία «δαιμόνιο», παλεύει σθεναρά με νύχια και με δόντια εναντίον της εξέλιξης. Είναι το πιο κουραστικό, ασφυκτικά κουραστικό εμπόδιο μιας ψυχοθεραπείας. Εκεί παίζονται οι δυσκολότερες μάχες ανάμεσα στον αναλυόμενο και τον αναλυτή, τότε είναι που αρκετοί εγκαταλείπουν απ' την αρχή την ψυχοθεραπεία τους.

 Απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι ίσως, διότι ήρθαν να συναντήσουν τον αναλυτή ως λυσάρι, ως μάγο, ως καφετζού, όχι ως οδηγό, ως υποστηρικτή, συχνά σιωπηλό, στις ανασκαφές τους για αλήθειες και καθαρότητα. Αυτά που τους προτείνει ο ψυχολόγος αργούν, είναι κουραστικά, σχολαστικά, έχουν δουλειά, το χειρότερο: τους αναθέτουν ευθύνες. Το ακόμη χειρότερο: τους βάζουν να αμφισβητήσουν το ίδιο τους το πρόσωπο για το οποίο αυτοί είναι τόσο σίγουροι. Μα για να γλιτώσουν από τις ευθύνες ήρθαν και ξάπλωσαν στο ντιβάνι του. Του λένε κατά κάποιο τρόπο και με άλλα λόγια: «Ανάλαβε με, σκέψου για μένα, γίνε γονιός μου γιατί θέλω να συνεχίσω να είμαι παιδί. Αν κι εσύ ζητάς να μεγαλώσω, σε αποχαιρετώ... Να μου λείπει!»

Ο κόσμος δε ζητάει, όπως ισχυρίζεται, την αλήθεια, ζητάει να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες του.

Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 270-275

Poussieres d'étoiles / Ludovic Florent


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Πρέπει να είστε ήρεμος για να ζήσετε! "Γενέθλια ξανά", Μάρω Βαμβουνάκη


Delphine Enjolras, Young Woman Reading by a Window (Πίνακας εξωφύλλου)



Πρωινό γενεθλίων


Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι η Λυγία Σοφού. Μια γυναίκα ξεχωριστή, επιτυχημένη, δυναμική, εργασιομανής και απόλυτα πειθαρχημένη στη ζωή της. Δεν αγαπά τις αντιθέσεις ή τα διλήμματα… μάταιο βάσανο οι συναισθηματισμοί και η νοσταλγία, χαμένος χρόνος, σπατάλη!! Προσανατολισμένη στο μέλλον, δεν επιτρέπει στον εαυτό της να κοιτάζει πίσω. Η γυναίκα του Λωτ αποτελεί γι’ αυτήν παράδειγμα προς αποφυγή.


Αυτό το μαγιάτικο πρωινό η Λυγία έχει τα γενέθλιά της. Είναι εβδομήντα δύο χρόνων! Είναι ήττα ή νίκη; Είναι για πένθος ή για γιορτή; 
"Οι επέτειοι της θυμίζουν επιτύμβια, το ίδιο και οι γιορτές. Μισούσε τις συμβάσεις, τις επετείους, τα κλισέ, τις ευχές, Τη ζωή σου πρέπει να την απελευθερώνεις από τα προαποφασισμένα, δήλωνε σε κάθε ευκαιρία. Η ζωή είναι ολόφρεσκη πάντοτε άμα δεν την παραχώνεις σε συρταράκια, φακέλους, κάρτες, κουτιά, τούρτες με κεράκια, κυρίως άμα δεν της κολλάς σε κάθε ευκαιρία ετικέτες."(σελ. 13)



Λίγη ώρα μετά στο γραφείο της, δύο επιστροφές θα ταράξουν την τόσο καλά επιμελημένη τάξη που έχει επιβάλλει στην καθημερινότητά της. Απέναντί της, ξαφνικά, δύο άντρες. Δυο παλιοί της εραστές από τα νεανικά, φοιτητικά της χρόνια, «ένας αμφισβητήσιμος δικηγόρος κι ένας «μελοδραματικός λογοτέχνης». Δυσανασχετεί με το μάταιο ενός δείπνου-έκπληξη που έχουν ετοιμάσει για τα σημερινά της γενέθλια αλλά θα επιτρέψει τελικά στους δύο εισβολείς της να την παρασύρουν. Ένα δείπνο με τη μνήμη, ευκαιρία για βαθιές τίμιες εκτιμήσεις, αυτοκριτική και απολογισμούς που δε γίνεται πια να τις απωθήσει.

Delphin Enjolras, On The Terrace.

Νύχτα γενεθλίων


Όσο κυλάει η παράξενη αυτή νύχτα, λουσμένοι οι τρεις τους στο φεγγαρόφωτο που λάμπει απ' το Σούνιο, επιστρέφουν στο παρελθόν, στον νεανικό έρωτα μεταξύ τους, στις επιλογές ζωής. "Είναι άραγε η μνήμη ακριβοδίκαιη ή παραλλάζει πρόσωπα και συμβάντα κατά τις ανάγκες μας; Για τη Λυγία Σοφού απόψε αποδεικνύεται πως ναι, ευτυχώς ή δυστυχώς, η μνήμη της στάθηκε μάλλον ακριβοδίκαιη" 

Πίσω στο χρόνο


Η Λυγία, φοιτήτρια της Νομικής, από τις λίγες μέσα στο πλήθος των αγοριών, «μετά τον άγριο παγκόσμιο πόλεμο και τον αγριότερο Εμφύλιο που οι κοπέλες δε συνήθιζαν να σπουδάζουν» εισβάλλει στο αμφιθέατρο της Νομικής με τον δικό της αέρα. Από τη στιγμή που είχε κατακτήσει τον μπαμπά της, μπορούσε να κατακτήσει κάθε άντρα, το ήξερε.
Χορτασμένη «από αγάπη, αποδοχή και αναγνώριση. Δε θα χρειαζόταν αργότερα να καταφεύγει στους έρωτες με την αρχαία δίψα που καταφεύγουν τα στερημένα, κακοπαθημένα, παραγκωνισμένα παιδιά. Δεν είχε ανάγκη τις μεταβιβάσεις και τους ψυχικούς συμβολισμούς που κουβαλούν τα ερωτικά βάσανα που τυραννούν τις καρδιές των εραστών. Αργότερα, στον έρωτα θα πλησίαζε και θα περιδιάβαινε περήφανα, με εκλεκτικότητα, με διάκριση της καρδιάς και του μυαλού. Ήταν ήδη μια στερεωμένη συναισθηματικά ύπαρξη. Ήταν μια γυναίκα που δε φοβόταν να μένει και μόνη, μπορούσε να ανακαλύψει όσα μόνο στη μοναξιά ανακαλύπτει κάποιος, δεν της ήταν δυσβάσταχτο να περιμένει, δεν απέφευγε την αναμονή. Το έβλεπε κανείς στον τρόπο που τίναζε τα μαλλιά της προς τα πίσω, ακόμη και όταν ήταν πολύ κοντοκουρεμένα, στον τρόπο που μισόκλεινε παρατηρητικά τα μάτια της όταν άκουγε τον απέναντι που της απευθυνόταν.»(σσ. 56-57)

Τον χλωμό, συνεσταλμένο και ευαίσθητο ποιητή-συμφοιτητή της τον πρόσεξε, μαγνητισμένη από τις ανομοιότητες με τον πατέρα της, από το άγνωστο που ελκύει, terra incognita που ξυπνούσε μέσα της την αρρώστια του ταξιδευτή. Ή μήπως ήταν η ανάγκη της να ερωτευτεί – ερωτευμένη ήδη από καιρό με τον έρωτα; Ο νεαρός φιλότεχνος αποδείχτηκε λίγος για την αισθαντική και ευφυή Λυγία, όπως και ο πληθωρικός, ωραίος και παράτολμος φοιτητής από το Βόλο, που τη διεκδίκησε, την κέρδισε και την έχασε κι αυτός. 

….στη δική τους περίπτωση, η ιστορία κατέληγε στην υπερβολή. Δεν ήταν μόνο ότι έβγαιναν με άλλους πολύ συχνά, ήταν ο ενθουσιασμός με τον οποίο το αποζητούσε, η σημασία που είχαν γι' αυτόν οι συναναστροφές - η σημασία που δίνεις, η ανάγκη που έχεις για κάτι βαθμολογεί μιαν απασχόληση. Το χειρότερο, την απαιτούσε επίμονα να βρίσκεται πλάι του, κατά κάποιο τρόπο να την επιδεικνύει. Σιγά σιγά και σταθερά άρχισε να αισθάνεται πως ο κύριος ρόλος της στη ζωή του δεν ήταν της αγαπημένης, της ερωμένης έστω - θα της ήταν πιο συμπαθητικό-, ήταν της ντάμας στις εξόδους τους, όπου εκείνος προσπαθούσε, και τα κατάφερνε, να λάμψει σαν κομήτης που στάθηκε πάνω από τα τραπεζάκια της συντροφιάς σε καφενεία, σαλόνια, εστιατόρια, θέατρα, φουαγέ, αίθουσες εκθέσεων, φοιτητικά συνέδρια, πάρτι. Είχε έναν αναρίθμητο κύκλο φίλων και γνωστών.
Την επιθυμούσε μαζί του, την παρουσίαζε με το χέρι τυλιγμένο στη μέση της. Εκείνη πρόσεξε, όχι χωρίς αηδία, ότι τόνιζε το επίθετο της στον νέο περίγυρο που συναντούσαν και άρχιζαν οι συνήθεις συστάσεις, ότι, στην πορεία, την προκαλούσε να ανοιχτεί, να μιλήσει «στο κοινό» και να φανεί πόσο έξυπνη και μορφωμένη είναι. Η παρατήρηση τούτη άρχισε να την κάνει έξαλλη.
Είχε και η ίδια μεγαλώσει με κόσμο λαμπερό κοντά της από τότε που θυμόταν τη ζωή. Όπως και θυμόταν ότι πάντα στο κέντρο των συναθροίσεων ξεχώριζε ο πατέρας της. Όμως ήταν πολύ διαφορετικά. Επικρατούσε άλλης ποιότητας πνεύμα. Ο πατέρας της ήταν πολύ δυνατός! Ούτε το επιδίωκε, ούτε κολακευόταν με την επιτυχία του. Θα έλεγε μάλιστα ότι ο Αδριανός Σοφός περιφρονούσε κατά βάθος την όλη κατάσταση.(σσ.130-131)



Edvard Munch, Separation, 1896


Την απογοήτευσαν … και οι δυο.. γιατί δεν άντεξαν σε κείνο που στην αρχή υποσχέθηκαν, εκείνο που ενέπνευσαν, «όσα ορκίστηκαν μια νύχτα προσωρινής, περιπλανώμενης σαν τσίρκο, Εδέμ». Λέει αλλού η ίδια η Μάρω Βαμβουνάκη:"Γιατί ο έρωτας αναζητάει έμπνευση, δωρεές, θαυμασμό. Προηγείται ο θαυμασμός του ερωτεύομαι και συνεχίζουν να πορεύονται και τα δύο μαζί. Μόνο μαζί μπορούν να πορεύονται και να συνεχίζουν. Μια μέρα, στιγμιαία ή κατ’ εξακολούθησιν, ο κινητήριος θαυμασμός τραυματίζεται. Κάθε τόσο πληγώνεται και χάνει αίμα. Ο έρωτάς σου απορεί, για λίγο τα μπαλώνεις, τον δικαιολογείς, όχι από μεγαλοψυχία, αλλά για να μη χάσεις το ωραίο σου παραμύθι, το ζωτικό σου ψέμα. Συνήθισες μαζί του, πώς θα ζήσεις αλλιώς; Καμιά σχέση όσο ο έρωτας δεν προϋποθέτει τόσο επιτακτικά το θαυμασμό και την εκτίμηση για τον εκλεκτό του. Εκλεκτός, τι ακριβής λέξη! Για να ερωτευτείς, για να τολμήσει η ύπαρξή σου τέτοιο άλμα πάνω απ’ το θάνατο, είτε το συνειδητοποιείς είτε όχι, πρέπει να αξίζει, να υπολογίζεις σ’ αυτόν, να στηρίζεσαι στο λόγο του, να τον εμπιστεύεσαι. Θέλεις να του παραδοθείς και να σε σώσει.» 
(Κυριακή απόγευμα στη Βιέννη, σ.σ 207-208, εκδόσεις Ψυχογιός)

«….κρίση δεν έχει μόνο ο νους, κρίση έχει και η καρδιά, και το σώμα. Μπορεί να αργούν, όμως απ' τη στιγμή που συμπεραίνουν κάποιες κριτικές τους, καταλήγουν οριστικά, ιδίως η σάρκα. Το πρώτο διάστημα ο οργανισμός κάνει τα μύρια όσα τερτίπια εκλογικεύσεων και στρουθοκαμηλισμών για να μη χάσει την πολύτιμη ηδονή που απολαμβάνει, ξημερώνει όμως η μέρα που δεν ξεγελιέται, δεν καταφέρνει να αυταπατάται για περισσότερο. Όπως είναι αδύνατο να σβήσεις έναν έρωτα που οδήγησε σε πυρκαγιά, έτσι δεν είναι δυνατό να τον ξανανάψεις όταν η μέθη νέρωσε στο σώμα και στην καρδιά σου• στο μυαλό, στην καρδιά και στο κορμί, εξελίσσεται συνήθως με αυτή τη σειρά, κι ας είναι το σώμα που τις περισσότερες φορές αντιδρά αρνητικά. Πρόκειται για καταστάσεις που δε σου ζητούν άδεια, αποφασίζουν και διατάζουν μόνες τους για σένα.
Μια μέρα ο άνθρωπος, το ένα ταίρι από το παράταιρο ζευγάρι, αρχίζει θλιμμένα ή και θυμωμένα -αν αργήσει υπερβολικά η παραδοχή- να παραδέχεται ότι ο εραστής, η ερωμένη, σαν προσωπικότητα είναι δυστυχώς κατώτερη από τις προσδοκίες του. Πως η φαντασία, η μοναξιά, ο έρωτας για τον έρωτα, και η ανάγκη τού έπαιξαν χοντρό παιχνίδι και τον παγίδευσαν. Πώς να μην επηρεαστεί ο πόθος, όταν ο ίδιος ο άλλος, σαν άνθρωπος, κατά τα προστιθέμενα βιώματα που σωρεύονται με τον καιρό, υποβιβάζει την αξία του και το πρώην ικανό κορμί του αρχίζει να θυμίζει καλοραμμένο -και όχι πάντοτε καλοραμμένο- ρούχο κάποιου ασήμαντου; Ανάξιου να μοιράζεσαι μαζί του τις υπέρτατες ευτυχίες και τις υπέρτατες δυστυχίες του γνήσιου έρωτα; Ανάξιου να αγωνιάς και να υποφέρεις για λογαριασμό του. Προσωπικότητα και σώμα δε διαχωρίζονται για πολύ καιρό μέσα στην καρδιά -στο κέντρο της ύπαρξης-, όπου τα ουσιώδη, έστω και με βήμα χελώνας, αποκαλύπτονται και ξυπνούν. Δεν είναι τάφος κοιμητηρίου μια ζωντανή καρδιά, ώστε να δέχεται αγόγγυστα τον διαχωρισμό ψυχών και σωμάτων.


Η Λυγία θα ξαναθυμηθεί τώρα ότι η εκτίμηση, ο θαυμασμός, η γενναιοδωρία των αρετών -ακόμη και η πνευματική δύναμη ενός ανάπηρου, η θαυμαστή ειλικρίνεια ενός φτωχού, η γενναιότητα και η γενναιοδωρία- είναι η πραγματική ισχύς, ότι όλα αυτά αποτελούν τα αφροδισιακά εδέσματα που αναζητά για να πληρωθεί η ζωή σου. Μα θα υπάρξει ποτέ κοντά της άντρας που να συγκρίνεται αξιοπρεπώς με την προσωπικότητα του Σοφού; Που να μπορεί να της προσφέρει ικανοποιητικά, είπαμε αξιοπρεπώς έστω, την εκτίμηση, τη δύναμη και τον θαυμασμό που ο πατέρας της, από μικρούλα, πληθωρικά της εμπνέει;»  (σ.σ 134-135)

Die Einsamen ,Edvard Munch



Φεγγαρόφωτο 


Πενήντα χρόνια μετά οι δυο πρώην εραστές παραμένουν ίδιοι στον πυρήνα του χαρακτήρα τους, απαράλλαχτοι, εξίσου απογοητευτικοί, ανταλλάσσουν τις ίδιες «κουταμάρες, από διανοητικό στόμφο ο ένας, από καλλιτεχνίζουσα επιπολαιότητα ο άλλος», παιδαριώδεις, γερασμένοι, ούτε καν «ξεμωραμένους» τους λες. Αυτό «προϋποθέτει να ενηλικιώθηκες κάποτε και μετά να έχασες ξανά την ωριμότητά σου.» 

Κι η Λυγία είναι θυμωμένη μαζί τους, «γιατί δεν της επέτρεψαν να τους αγαπήσει. Γιατί οι ίδιοι αγνόησαν τα προσόντα τους, μην αντέχοντας την ευθύνη και την εργατικότητα που απαιτούν τα προσόντα. Μια μικρή αυτοκαταστροφή από τεμπελιά, από ευκολία, από φτηνά πάθη που τους ζάλιζαν καθ' οδόν και τους ακύρωναν τον νου σαν μέθη από φτηνό αλκοόλ, από ματαιοδοξίες ρηχές, από ανασφάλειες άνανδρες, από εξαγορές για να κερδίσουν μια κοινή γνώμη. Αλλά η κοινή γνώμη είναι απρόσωπη, έτσι και γίνει ο μεγάλος στόχος σου, πώς να διατηρήσεις εσύ πρόσωπο και προσωπικότητα; Τους κοίταζε απόψε εδώ όπου, με τέτοιες ποιότητες μακρόχρονης ζωής, έχουν φτάσει. Όχι, δεν είχε άδικο η φρέσκια νεανική της κρίση, το θηλυκό της νεαρό ένστικτο που τους απέρριψε τότε. Ιδού! Η σχεδόν εφηβική πρόβλεψη της βγήκε σωστή. Να χαρεί για την ικανότητα της διαίσθησης της; Να πικραθεί που η απαισιοδοξία της επιβραβεύθηκε;» 

Τους κοίταζε προσεχτικά, ενώ παρίστανε ότι δεν τους βλέπει. Τους παρατηρούσε. Δυο γελοίες φιλοδοξίες που αγνόησαν τη μόνη ουσιαστική φιλοδοξία, να γίνεις άντρας αληθινός, να χτίσεις τη σοβαρότητά σου. Μπορούσαν. Η φύση της και η εμπειρία της επέμεναν να πιστεύουν πως όλα είναι επιλογή, της το απέδειξε η δική της -όχι και τόσο ευανάγνωστη- βιογραφία, για όλα έχεις ευθύνη, κυρίως για την κατάντια σου, για το αν ανάψεις την ψυχή σου ή τη σβήσεις. (σσ. 248-249)





Ο άνθρωπος της ζωής της

Γίνεται να συναντήσεις τον άνθρωπο της ζωής σου και να το νιώσεις τόσο γρήγορα;
Γίνεται;
Γίνεται! Θα απαντήσει πάλι η ίδια στον εαυτό της. Και σε μια στιγμή μπορεί να συμβεί και να το καταλάβεις. Ή να μην το καταλάβεις, θα γίνει όμως... Θα διασταυρωθείς με το μόνο πλάσμα που αναζητάς, θα το αισθανθείς κατά κανόνα στον αέρα που καίγεται.

Κι αυτός ήταν ο φοιτητής της Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης που συνάντησε μία και μοναδική φορά στο βοσκοτόπι των Πιερίων.

 Τότε γιατί; Γιατί δεν πήγε ούτε μια φορά πίσω να τον ξαναβρεί; Να κάνουν έστω λίγη παρέα ακόμη; Να βεβαιωθεί για τις μεγάλες εντυπώσεις που αστραπιαία της προξένησε; Γιατί δεν ρώτησε καν να ξαναμάθει κάτι για τον Νικηφόρο;
Γιατί ήταν τρομαχτικά σημαντικός! Αυτό απαντούσε στο τέλος όταν αναρωτιόταν, όχι από τις πρώτες φορές, αλλά με τον καιρό που διάβαινε, όσο μάθαινε τη ζωή της και τον ψυχισμό της, εκεί κατέληγε.
Και γιατί αυτή η τολμηρή γυναίκα τρόμαξε για κάτι τόσο ωραίο, τόσο σημαντικό; Έβρισκε πολλές και διάφορες αποκρίσεις. Σε μια τέτοια ερώτηση δεν τα κατάφερνε να προσεγγίσει την πρώτη αιτία, κάτι εξαιρετικά σοβαρό τής διέφευγε. Εξάλλου, αν δεν το απωθούσε τόσο πίσω, τόσο βαθιά ό,τι της διέφευγε, δε θα είχε τέτοια ισχύ πάνω της, ίσως και να ήταν άλλη, αλλιώτικη η ιστορία της.
Απέφυγε λοιπόν εκείνο τον νεαρό άντρα από μια δύναμη ανυπέρβλητη, όσο το ένστικτο επιβίωσης. Και άμα αποφύγεις δειλά τον μεγαλύτερο φόβο σου, τότε μπορείς να είσαι σε όλα τα άλλα από εδώ και πέρα ατρόμητη. Από ένστικτο επιβίωσης που κάποτε ακυρώνει τη ζωντανή ζωή.
Κατά καιρούς, ακόμη και σ' αυτή την προχωρημένη ηλικία, αναρωτιόταν. Δεν κατέληγε. Δεν μπορούσε να εντοπίσει τον λόγο.
Να λοιπόν που δεν ήταν άτυχη και ούτε από ατυχία δε βρήκε ποτέ της έναν άξιο άντρα. Δε θέλησε εκείνη να βρει, βρήκε ίσως και τον απέφυγε. Δεν τόλμησε να διακινδυνεύσει μαζί του τη μοναδικότητα της, να διακινδυνεύσει τον εγωισμό της, τη μοναξιά της, μια αναγκαία ασφάλεια κι ας ήταν παράτολμη. Την αφιέρωση της. 
Διότι ήταν κι εκείνος εντελώς μοναδικός, διότι δε θύμιζε σε τίποτα, μα σε τίποτα τον πατέρα της. Ούτε καν ήταν αντίθετος του, ώστε να δικαιολογείται μια απόπειρα για έρωτα. Ήταν ο εντελώς άλλος, ο διαφορετικός, ο άλλου κόσμου άντρας, αυτός που ταίριαζε στην πιο ανεξάρτητη καρδιά της, στην καρδιά την απόλυτα ελεύθερη που εκ γενετής, πριν από τη γέννηση της, της χαρίστηκε. Ήταν η αληθινή επιλογή της και για τούτο τρόμαξε.
Υπήρξε εξάλλου ο άντρας που θα την έσωζε από το οιδι­πόδειό της, από τον αρχέγονο δεσμό της και τα πρωταρχικά της δεσμά, τα λατρεμένα εντέλει δεσμά, και από τη μοίρα που ο πατέρας της τής είχε χαράξει, και τούτο ήταν όντως πάρα πολύ απειλητικό.» (σσ.274-275)


Η λίμνη Πολυφύτου από το φακό του Νϊκου Κουτούλα. 



Το παρ’ όλίγον να συμβεί

Αυτόν τον άνθρωπο θα τον αναζητήσει και θα σταθεί απέναντί του άλλη μια φορά, την τελευταία. Στο δικό του σύμπαν, εκεί όπου πορεύτηκε επίμονα και επίπονα, μακριά από τον δικό της κόσμο, στη δική του «ακριβοκερδισμένη ειρήνη».

«Ο δικός της έλεγχος περπάτησε επιμελώς πάνω στα ελεγχόμενα, εκείνος κωπηλάτησε κατά το ανεξέλεγκτο. Τα όριά της που ισοβίως ενισχύει, τα όριά του τα γκρεμισμένα στο χείλος αβύσσου που καλεί άβυσσο. Οι εσαεί σχεδιασμοί της, η πτώση του στην έκπληξη. Οι προγραμματισμένοι υπολογισμοί της, η εγκατάλειψη του μαζί με τα άνθη του αγρού και τα πτηνά. Τα απτά της, τα αόρατα του. Η επιτυχία της, η αδιαφορία του. Τα πλούτη της, η πτώχεια του. Η κυρία της έπαυλης και ο ανέστιος. Η λιμουζίνα της και το χαμένο γαϊδουράκι του.
Κι αν σε όλη της τη ζωή η δύναμη ήταν το αδιαλείπτως ζητούμενο, τώρα, εδώ, αισθάνεται πως η δική του αδυναμία είναι που κατισχύει. Όσα η γυναίκα με τέτοια ισόβια αφοσίωση εντυπωσιακά κέρδισε σίγουρα τον αφήνουν παντελώς αδιάφορο• δε θα υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία.»

Και η ματαιότητα!
Πρώτη φορά μισοαισθάνεται τι σημαίνει η λέξη. Ματαιότητα, χάσιμο χρόνου, χάσιμο αρχής, χάσιμο κέντρου, χάσιμο τέλους ίσως; Τα ανάξια λόγου!

 Ντρέπεται για κάτι, για μια σπατάλη άσκοπη και ατέρμονα κοπιώδη, μια θυσία για τι; Σκοπός και τέρμα και αρχή σαν να χαλάνε. Η παρουσία του απόψε της ορθώνει ολόσωμο καθρέφτη, η παρουσία του την αντανακλά.

Σαν και τότε που τον πρωτογνώρισε, έτσι και τώρα, μόνο από τη στάση του, το βλέμμα του, μόνο από τη σκιά του και την αύρα μπαίνει σε αμφιβολίες για τον εαυτό της, τη ζωή που τόσο λεπτομερώς, τόσο συνεπώς και εργατικά επέλεξε. Κι αν τότε μπήκε σε αμφιβολίες, τότε που είχε όλο τον δρόμο του νυχτερινού Θεσσαλικού Κάμπου και του μέλλοντος της απλωμένο μπροστά, τώρα οι αμφιβολίες είναι πυκνές, πικρές, της σφίγγουν με θηλιά την ανάσα.» (σσ. 291-292)

Την πλησιάζει, στέκεται μπροστά της, κινεί αργά το θυμιατήρι, την κοιτάζει καταπρόσωπο πίσω από το θυμίαμα, λευκό νέφος κινείται διάφανο ανάμεσα τους. Τον κοιτάζει κι αυτή κατάματα. Τα παλιά, ίδια μάτια του, λίγο πιο βυθισμένα στις κουρασμένες κόγχες, καρφώνονται στα δικά της και την κοιτούν άφοβα. Πάντα άφοβα και παρατεταμένα. Όμως όχι άοπλα τώρα. Είναι ξανά εκείνη που θα στρέψει το βλέμμα πρώτη αλλού, κάτω, θα σκύψει το κεφάλι και θα κάνει τον σταυρό της.

Θα την προσπεράσει, θα προχωρήσει προς την Ωραία Πύλη.

Θα εξαφανιστεί μέσα στο Ιερό. (σσ.294-295)


Μάρω Βαμβουνάκη, Γενέθλια ξανά, εκδόσεις Ψυχογιός




Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Η σαρωτική εφηβεία της μέσης ηλικίας ή αλλιώς τα χαμένα όνειρα που «επιστρέφουν και ζητούν εκδίκηση»

Anthony Frederick Augustus Sandys, Penelope, 1878

Επειδή ο άνθρωπος ρέπει στην αμεριμνησία και τη νωθρότητα, συνεχώς αναβάλλει τις σοβαρές αποφάσεις του, τις βαθιές τίμιες εκτιμήσεις του, την αυτοκριτική και τους απολογισμούς του, για τότε που δε γίνεται πια να τις απωθήσει. Γιατί έρχεται ένας καιρός, ευτυχώς, που οι εκτιμήσεις τούτες, οι απολογισμοί, οι αυτοκριτι­κές, δεν αναβάλλονται: Δεν πάει άλλο!

Μια τέτοια κρίσιμη χρονική καμπή είναι και για τη ζωή μιας γυναίκας η μέση ηλικία. Η καμπή τού «δεν πάει άλλο», του «τώρα ή ποτέ». Για να ακολουθήσει η επι­κίνδυνη όσο και εσφαλμένη εγκατάλειψη στο «ποτέ...» Όλα συνηγορούν σ' αυτά τα επώδυνα αισθήματα. Τα παιδιά ενηλικιώνονται και αυτονομούνται. Φεύγουν από το σπίτι για σπουδές, για τους δικούς τους έρωτες, για τις δικές τους παρέες, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις συμβουλές της, τη φροντίδα της, τα παράπονα της, τις απειλές της. Φεύγουν με τρόπο ήπιο ή με τρόπο εμπόλε­μο και εκρηκτικό, ανάλογα- όμως φεύγουν. Οι γονείς της, νεκροί ή γερασμένοι, δεν έχουν πια την ισχύ να επη­ρεάζουν μυαλό και αισθήματα όπως παλιά. Ο σύζυγος, συχνά, δεν είναι ο άντρας που ερωτεύτηκε. Δοσμένος τώρα στα δικά του μονοπάτια, μπερδεμένος στον δικό του ψυχολογικό χάρτη, έχει γίνει με τον καιρό ένας αδελ­φός, ένας συγκάτοικος, ένα παθητικό κουτί παραπό­νων, ένας αποφασισμένος αντίπαλος, ένας ξένος. Την εγκατέλειψε ίσως από χρόνια, είτε συναισθηματικά εί­τε και συνολικά, και τον εγκατέλειψε κι αυτή. Οι φίλοι, είτε χαμένοι σε άλλες επιλογές είτε πληκτικά δεδομένοι, δεν μπορούν να βοηθήσουν. Ζουν τα δικά τους βάσανα.
Και τότε μια γυναίκα νιώθει μόνη. Έχει μάλλον το χρόνο να το παραδεχτεί πως είναι μόνη, πως ήταν μόνη από πολύ παλιά.

Μάρω Βαμβουνάκη, Ερωτευμένος Πολωνός (από το εξώφυλλο του βιβλίου)

Εγώ θα έλεγα πως είναι ελεύθερη, όμως εκείνη νιώθει πως είναι μόνη. Και αποτυχημένη. Και άδεια. Και κουρα­σμένη. Διότι η ελευθερία που τώρα επιτέλους — θέλει δε θέλει— της προσφέρεται, την απαλλάσσει μεν από δεκαετιών ασφυκτικά και παραμορφωτικά για την ψυ­χή καθήκοντα, αλλά τη βρίσκει απροετοίμαστη, απαίδευ­τη στο να μπορεί να αναγνωρίζει τα πραγματικά της συ­ναισθήματα. Πολύ ανίκανη να τα διαχειρίζεται. Δεν έχει μάθει άλλωστε να ασχολείται με τον εαυτό της, δεν είχε χρόνο ποτέ. Της τον λεηλάτησαν οι άλλοι κι εκείνη αυτονόητα τον παρέδωσε. Κοιτάει τώρα πίσω και βλέ­πει εκκρεμότητες. Ακρωτηριασμένες επιθυμίες. Ατρο­φικές απόπειρες. Προδοσίες. Σπανίως είναι ένας άλλος ο προδότης μας. Ο ίδιος ο εαυτός μας είναι που πρόδω­σε τον αληθινό εαυτό μας. Και τώρα, στη μέση ηλικία, αναγκάζεται να το υποπτευτεί αυτό. Να πονέσει. Να συντριβεί και να αποφασίσει τελειωτικά: Θα επανορ­θώσω ή θα αφεθώ στη φθορά; Θα αντλήσω από εμπειρίες, γνώση, αναγεννημένες λαχτάρες, νέα ελευθερία ή θα ακολουθήσει η καρδιά και το πνεύμα μου — τούτα τα εν δυ­νάμει αιώνια κομμάτια του είναι μου — το μαρασμό που βλέπω πάνω στο σώμα μου και μέσα στον καθρέφτη; Θα παραδοθώ στην ηδονή της τεμπελιάς, της αδράνειας και της γκρίνιας ή θα πετάξω σε ταξίδια ζωής, συναρπαστι­κά; Θα κλείσω το ημερολόγιο μου ή θα ξεφυλλίσω το τε­ράστιο βιβλίο της ζωής σε παρακάτω κεφάλαια; Θα νι­κήσει η τωρινή ευκολία της παραίτησης ή η δύσκολη προοπτική της δράσης; Το εύκολο που με τον καιρό θα γίνεται όλο και πιο επαχθές ή το δύσκολο που με τον καιρό γοητεύει και λυτρώνει; […..]

Τα χαρτάκια με τις επιθυμίες

Ο Ζίγκμουντ Φρόιντ γράφει πως Ευτυχία είναι η εκπλή­ρωση κάποιας παιδικής επιθυμίας. Γι' αυτό ο πλούτος δίνει τόσο ελάχιστη ευτυχία. Το χρήμα δεν είναι επιθυ­μία της παιδικής ηλικίας.
Σε μια ομάδα ατόμων πάνω από σαράντα χρόνων έδωσα αυτήν ακριβώς την ερώτηση και ζήτησα να θυ­μηθούν τον παλιό, παιδικό, νεανικό κόσμο τους και να μου απαντήσουν γραπτά και ανυπόγραφα. Κανένα πρέ­πει, καμιά εικόνα τους να μην επηρεάσει δηλαδή ένα τόσο σημαντικό και ευαίσθητο ταξίδι στην ενδοσκόπη­ση. Ελάχιστοι απάντησαν πως είχαν πραγματώσει το παι­δικό όνειρο τους. Κι όμως! Ήταν τόσο απλά και εφικτά τα περισσότερα από εκείνα τα παιδικά όνειρα που μου έγραψαν στα χαρτάκια: Ήθελα να γίνω δάσκαλος. Για­τρός. Νοσοκόμα. Πιλότος. Ιεραπόστολος. Μαμά. Τα κρά­τησα και τα έβαλα στο συρτάρι μου, σ' ένα φάκελο που γράφει απ' έξω: Τα χαρτάκια με τις επιθυμίες. Τα κοιτώ με θλίψη, με νοσταλγία, και ξαναθυμάμαι την κουβέντα του Τσέχωφ: «Θεέ μου, πόσο κοντά απ' την ευτυχία περ­νάει ο άνθρωπος...» Ακόμα, ο ίδιος ο Φρόιντ είπε: «Πάει καιρός που ανακάλυψα ότι χρειάζεται απλώς λίγο θάρ­ρος για να εκπληρωθούν επιθυμίες, θεωρούμενες μέχρι τότε ανέφικτες».
Λίγο θάρρος! Το έχουμε πει και θα το ξαναπούμε: Καλοσύνη χωρίς δύναμη δεν είναι καλοσύνη. Όποιος φοβάται ζει μισή ζωή.

Ο λόγος όμως που έβαλα την ομάδα να μου γράψει τις παλιές επιθυμίες της δεν ήταν για να τους στενοχω­ρήσω. Να συγκρίνουν αυτό που τώρα έχουν μ' εκείνο που τότε ήθελαν, και να απογοητευτούν. Ο λόγος μου ήταν πιο υγιής και ζωηρός από την αυτοκριτική, την αυτομομφή και τη στάσιμη πίκρα. Ήθελα να σκεφτούν μό­νοι τους πως ίσως υπάρχει καιρός. Ειδικά τώρα, σ' αυτή την ηλικία που, επιμένω, είναι επίσης μια ηλικία απε­λευθέρωσης —γι' αυτό άλλωστε οι άνθρωποι τρομάζουν τόσο απ' αυτήν —, μπορούν να επανορθώσουν κάτι απέ­ναντι στον παραπονεμένο, θυμωμένο, αυθεντικό τους εαυτό που κακοποίησαν. Να προσπαθήσουν τώρα να κάνουν κάτι από εκείνο που τότε επιθυμούσαν. Κι αν όχι ακριβώς εκείνο, κάτι παραπλήσιο, συγγενικό, που θα ξεδιψάσει την περιφρονημένη λαχτάρα και θα δώσει χαρά και δύναμη. Χαρά που είναι η γεύση του Παρα­δείσου.



The Artist's Mistress by Charles Sims RA RWS, 1873-1928.

[……] Αν σε ηλικία ώριμη και δύσκολη, μια γυναίκα —αλλά και άντρας, γιατί, ως γνωστόν, η κλιμακτήριος αφορά και στα δύο φύλα, μόνο που οι άντρες κρύβουν πιο συ­στηματικά και πιο νοσογόνα τα αισθήματα τους και δεν τα μαθαίνουμε - συνεχίζει να υποφέρει επί χρόνια με τα κλασικά συμπτώματα της δυσθυμίας, της κατάθλι­ψης, της παραίτησης, των ψυχοσωματικών, της υστερίας, κι όλα όσα χαρακτηρίζουν την κλιμακτήριο, είναι επει­δή, ξανά, κάτι αρνείται να κάνει για τον εαυτό της σω­στά. Θάβει ξανά τη νέα, μεγάλη της ευκαιρία. Είναι που δεν αξιοποιεί τη νέα πρόταση για ζωή αληθινή, ζωή δι­κή της, του πεπρωμένου της, και αυτοπροδίδεται πάλι. Ο εαυτός της, έστω και αργότερα, έστω και μέσα σε γκρί­ζο σκηνικό, την καλεί σπαραχτικά να συμφιλιωθούν, να συνομιλήσουν, να ενωθούν, να υπερβούν τον χρόνιο δι­χασμό που τους τυράννησε.

Είναι υπεύθυνη για το πώς θα ανταποκριθεί στην κλή­ση, πολύ περισσότερο υπεύθυνη από τότε, κατά τη φουρ­τουνιασμένη της, ερωτευμένη, άπειρη, καταπιεσμένη από γονείς, νιότη. Και το ξέρει. Γι' αυτό θυμώνει, πικραίνε­ται, απελπίζεται και το ρίχνει στις διάφορες επιφανεια­κές φυγές: στα χαρτιά, στο φαγητό, στα ψώνια, στο άψυ­χο σεξ, στις γελοίες προσωρινές ερωτοδουλειές, στις πλαστικές εγχειρίσεις, στο κουτσομπολιό. Όμως το να φεύγεις απ' τον εαυτό σου είναι προσπάθεια μάταιη. Όσο του φεύγεις τόσο εκείνος σε αλυσοδένει και σε τραβάει με βία πίσω. Όλο και πιο θυμωμένος.

Και πάλι εσύ αποφασίζεις. Σε όλα και για όλα αποφασίζεις εσύ. Ακόμα και για το θάνατο σου εσύ αποφα­σίζεις, υποστηρίζουν κάποιες αρχαίες διδασκαλίες. Και ο θάνατος είναι πολλών ειδών. Για να θυμηθούμε εκεί­νο το εύστοχο: «Πέθανε στα είκοσι του και τον έθαψαν στα ογδόντα πέντε του».


Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη «Ο Παλιάτσος και η Άνιμα», εκδόσεις Ψυχογιός