Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρέα Γαλανάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρέα Γαλανάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

«Ο Χαλεπάς είναι ένας άγιος, που τον προσκυνώ», Ρέα Γαλανάκη


Το πορτρέτο του Χαλεπά από τον Πέτρο Ζουμπουλάκη


Μια γυναίκα πλασμένη μόνο από τα δάχτυλά σας....

Μια γυναίκα ούτε εξήντα εκατοστά, από νερό και κόκκινο πηλό. Τα υλικά, όπως λένε, του Θεού. Τα ταπεινά δικά σας υλικά, αφού εκείνο τον καιρό το μάρμαρο, η δόξα της νεότητάς σας, ήταν απρόσιτο για σας. Όσο κι η καλοσύνη των ανθρώπων. Μια χοϊκή, λοιπόν, γυναίκα πλασμένη μόνο από τα δάχτυλά σας. Δεν αποκλείεται και με τη βοήθεια ενός απλοϊκού, αυτοσχέδιου εργαλείου, κάποιο καρφί ή ένα κλαράκι για παράδειγμα.[....]
Αυτή, λοιπόν, η ούτε εξήντα εκατοστά γυναίκα από νερό και κοκκινόχωμα, που τη βαφτίσατε «Αθηνά βοσκόπουλα», συνεχίζει να φοράει μέχρι σήμερα ένα ποδήρες ένδυμα με κάθετες πιέτες. Τα πέλματά της ξεμυτίζουν από την άκρη του φορέματος. Στο ύψος των γοφών της βάλατε δύο οριζόντιες βαθιές πτυχώσεις από το αναδιπλωμένο ύφασμα, και ψηλότερα μια ζώνη με φιόγκο, προσεκτικά, σφιχτά δεμένο, ώστε να υποστηρίζει δυο μαστούς βαριούς, ωσάν γεμάτους γάλα. Οι βαριοί τούτοι μαστοί πλαισιώνονται δεξιά κι αριστερά από δύο φουσκωτά μανίκια, μαζεμένα στο ίδιο μ’ εκείνους ύψος. Κάθε μανίκι έχει κάτι σαν κουμπί που το κρατάει ανασηκωμένο - διότι έπρεπε να ανασκουμπώσει τα μανίκια ακόμη κι η θεά Αθηνά, αφού σκόπευε να αρμέξει, να τυροκομήσει - μπορεί όμως και να ζεσταινόταν από τον θρασύ μα ευπρόσδεκτο ήλιο της άνοιξης.

Στη βάση του λαιμού της ένα κολιέ.
 Ή μήπως πρόκειται για δαντελένιο ρέλι στη λαιμόκοψη της λεπτής διάφανης μπλούζας της, αφού μια σοφή θεά, και μάλιστα θεά παρθένος, δεν θα άφηνε του καθενός το βλέμμα, δεν θα άφηνε ούτε καν τα δάχτυλά σας να αργοπορήσουν ψηλαφώντας εκείνο το γυμνό τρίγωνο σάρκας, που ξεκινούσε από τον λαιμό και κατέβαινε μέχρι τον σφιχτά δεμένο φιόγκο της. Με άλλα λόγια, δεν θα επέτρεπε στο βλέμμα ή στα δάχτυλα ενός άντρα να αργοπορούνε κατεβαίνοντας βαθιά, ανάμεσα στους δυο βαριούς, ερωτικούς μαστούς της. Δεν αποκλείω, ωστόσο, να επέτρεπε αυτή την ευχαρίστηση μόνο σε σας, τον δημιουργό της, ακριβώς επειδή εκτός από θεά ήταν ταυτόχρονα και μια λογική γυναίκα του χωριού, που ήξερε ότι το δώρο θέλει αντίδωρο: τη δημιουργήσατε, θα σας άφηνε να τη χαϊδέψετε. Τη γνώριζε αυτή σας τη βαθιά ανάγκη.

Στο κεφάλι της φέρει την περικεφαλαία της θεάς Αθηνάς. Έτσι όμως που είναι πλασμένη η περικεφαλαία, θυμίζει το κεφαλομάντιλο μιας ντόπιας νεαρής χωριατοπούλας, που έχει δέσει τα μαλλιά της προκειμένου να δουλέψει, τα αφήνει ωστόσο να διακρίνονται στους κροτάφους, από νάζι μάλλον. Μπορεί και να ζεστάθηκε από τη δουλειά της και να έχει χαλαρώσει το μαντίλι, να πάρει αέρα το κεφάλι της. Αν είναι πάλι περικεφαλαία, τότε την έχει γείρει λίγο προς τα πίσω.

Το πρόσωπό της - ω, αυτό το ανάλαφρα στραμμένο προς τα πάνω, το αγέρωχο, το αδρό, το λίγο μελαγχολικό της πρόσωπο! Μόλις που συγκρατεί ένα αρχαϊκό μειδίαμα, ενώ τα βλέφαρά της είναι μισόκλειστα από ηδονή. Διότι τα γυμνά χέρια της θεάς, ή της χωρικής, αδρά, γεροδεμένα χέρια, κατεβαίνουν κολλημένα στον κορμό της και χαϊδεύουν ένα κατσικάκι. Το κατσικάκι τρίβεται στα γόνατά της, πάνω στις πιέτες της μακριάς της φούστας, στυλώνοντας τα πόδια και τεντώνοντας το κεφαλάκι πάνω στον αριστερό μηρό, στο σημείο ακριβώς που βρίσκονται τα δάχτυλά της. Θέλει να αγγίξει αυτά τα δάχτυλα, τα αγγίζει, την αγγίζει.

Η καμπύλη που σχηματίζεται από το σκίρτημα του λαιμού και της ράχης του μικρού τρυφερού ζώου μοιάζει με χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που υπογραμμίζεται από όλες τις οριζόντιες γραμμές στις πτυχώσεις και στη ζώνη, από το οριζόντιο ζευγάρι των μαστών, σχηματίζοντας έτσι ένα νοητό τετράγωνο κάθετων κι οριζόντιων γραμμών σε μια πυκνή ενιαία σύνθεση. Σας αρέσαν, άλλωστε, οι συμπαγείς πυκνές συνθέσεις, οι καθάριες επιφάνειες, η στέρεη ισορροπία όγκων και γραμμών, γι’ αυτό και "χτίζατε", είπατε κάποτε, τα πήλινα γλυπτά σας χωρίς κρυμμένο σκελετό. Αυτό αποδείκνυε του γλύπτη την αξιοσύνη.

Η «Αθηνά βοσκοπούλα» χαϊδεύει κι αυτή το κεφαλάκι του με το αριστερό της χέρι, το χέρι της καρδιάς. Με το δεξί της, το χέρι της δουλειάς, του δέρατος, της σμίλης, της γραφίδας, η θεά βοσκοπούλα κουβαλάει μια βαριά καρδάρα γάλα.[....]

Η «Αθηνά Βοσκοπούλα» 
Από τον κατάλογο της έκθεσης στην Εθνική Γλυπτοθήκη το 2007

μαχόμενη και ειρηνική σοφία μαζί .....

Εκείνα τα χρόνια που βρεθήκατε βοσκός στην Τήνο, όχι αποκλειστικά βοσκός αλλά και γλύπτης, όπως ξέρουμε, τότε ήταν που ενώσατε στο ίδιο πήλινο γλυπτό τη θεά Αθηνά και μια ντόπια βοσκοπούλα. Με άλλα λόγια, τολμήσατε να ενώσετε στην ίδια γυναικεία μορφή τη λόγια μαχόμενη σοφία μαζί με την ειρηνική σοφία μιας βοσκοπούλας χωρικής, και να το πραγματοποιήσετε με ίσους όρους. Η υποτυπώδης περικεφαλαία της Αθηνάς μπορεί να σήμαινε και το ότι η σοφία κερδίζεται συχνά με μάχες, πλην όμως η μάχη για τη γνώση θα πρέπει να ’ναι τίμια και ιπποτική, ειδάλλως σκοτώνεται όποιος ζητάει να μάθει - αυτό θα πρέπει μάλλον να το είχατε σκεφτεί, ότι η σωστή μάχη για τη γνώση μισεί τον επί ματαίω θύτη, μισεί τον κυνηγό.

Από την άλλη, το σαν περικεφαλαία μαντίλι στο κεφάλι αυτής της πήλινης αγρότισσας, εάν κάτι τέτοιο υπονοούσε η φτιαξιά του μαντιλιού της, είναι πιθανό να σήμαινε ότι η βοσκοπούλα είχε τη δική της άγραφη, πολύ παλιά όσο και καθημερινή σοφία για το καθετί στον κόσμο της: Ο ήλιος της άνοιξης θα κοκκίνιζε τα μπράτσα της, μα είχε να κάνει χειρωνακτικές δουλειές στην ύπαιθρο, το γάλα στην καρδάρα είχε μάθει να το αρμέγει από μικρό παιδί, γι’ αυτό είχε ανασκουμπώσει τα μανίκια μέχρι τους αγκώνες, για να μην της λερωθούνε. Άσε που ούτε μία τρίχα από τα σγουρά μαλλιά της δεν έπρεπε να πέσει μες στο γάλα, φρόντισε λοιπόν να τα τυλίξει στο κεφαλομάντιλό της.

Άρμεξε, σύναξε το γάλα στην καρδάρα και σηκώθηκε να φύγει. Τότε ήταν που ήρθε από το πουθενά το κατσικάκι, το καλό της κατσικάκι, τεντώθηκε να την αγγίξει κι άρχισε να τρίβεται στα γόνατά της ανασηκώνοντας το κεφαλάκι σαν μωρό παιδί, και της χαμογελούσε λες. Το χάιδευε κι εκείνη με το αριστερό της χέρι, αγαλλιάζανε. Ε, ας έσκαγε από το κακό του ο ζηλιάρης ήλιος, ας κατακοκκίνιζε τα δυο γυμνά της χέρια όσο θα διαρκούσε αυτό το τρυφερό παιχνίδι με το κατσικάκι της. Τα δικά της χέρια, που έπρεπε να δουλέψουνε γυμνά, αλλά και να χαϊδέψουν έπρεπε γυμνά. Στο κάτω-κάτω, καθώς θα επέστρεφε αργότερα στο χωριό της, θα κατέβαζε ως κάτω τα μανίκια, για να κρύψει το κοκκίνισμά τους. Τι να κάνει, έπρεπε να αρέσει και στους υποψήφιους γαμπρούς, που ήθελαν κάτασπρο των γυναικών το δέρμα.

Αυτά φαίνονται αρκετά, δεν είναι όμως. Το κλειδί για τη δημιουργία της «Αθηνάς βοσκοπούλας» ήσασταν εσείς, η ζωή σας δηλαδή. [...]


Γιαννούλης Χαλεπάς, Αυτοπροσωπογραφία, 1930 
 © Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, φωτ. Θάλεια Κυμπάρη


«Ο πηλός, γιατί χρειάζεται μόνο τα δάχτυλα»


Η πήλινη «Αθηνά βοσκόπουλα» ανήκει σ’ εκείνη τη γόνιμη δεύτερη φάση της επιστροφής και παραμονής σας στην Τήνο. Πλάστηκε λίγα μόνο χρόνια προτού ζητήσετε, εσείς προσωπικά, να πάτε να ζήσετε κοντά σε πολυαγαπημένους συγγενείς σας στην Αθήνα. Τριάντα χρόνια μετά την αρχή του αιώνα, όταν εσείς διάσημος και τιμημένος πια βαδίζατε στα εβδομήντα εννιά σας, γράψατε ένα λιτό σημείωμα από την Τήνο προς τον ανεψιό σας, τον Βασίλη Χαλεπά, τον γιο του πιο αγαπημένου από τους αδερφούς σας, του Νικόλα. Το σημείωμα διασώθηκε κι εξακολουθεί να λέει: 

«Αγαπημένε μου Βασιλάκη, θέλω να έρθω εις την Αθήνα να ξεκουραστώ λιγάκη, διότι εδώ κουράζομαι τιολύ. Ο θείος σου Γιανούλης». Δυο φορές η λέξη «κούραση», απλώσατε το χέρι για βοήθεια, για συντροφιά.[...]

Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ό
τι, δουλεύοντας με τον πηλό τα σχεδόν τριάντα χρόνια που μείνατε στην Τήνο, ήσασταν πλέον καλλιτέχνης μόνο για τον εαυτό σας. Κατά κάποιο τρόπο είχατε αγγίξει τις απαρχές της τέχνης σας, αφού χρόνια αργότερα, στην Αθήνα, και λίγο πριν από τον θάνατό σας, απαντήσατε στον Τζούλιο Καΐμη, που σας ρώτησε «ποια ήταν η πρώτη τέχνη που επιχείρησε να κάνει ο άνθρωπος»

«Ο πηλός, γιατί χρειάζεται μόνο τα δάχτυλα».

Φωτ.: Δημητρίου Χατζόπουλου - Μποέμ - Δεκαετία του '20
(Από το αρχείο του Κώστα Ζαρόκωστα)

Μικρά πήλινα αγάλματα αποκλειστικά για σας....

Εκτός όμως από τις απαρχές, είχατε αγγίξει καθεαυτή την πεμπτουσία της τέχνης. Δουλεύατε μόνο για σας, αποκλειστικά για σας, επειδή τα μικρά πήλινα αγάλματά σας δεν είχαν κανέναν απολύτως δημόσιο προορισμό, ούτε καν να αγοραστούνε από ιδιώτες. Ποιος θα αγόραζε ένα τέτοιο μικρό, φτηνό, πήλινο γλυπτό, και μάλιστα με μια περίεργη σύνθεση μορφών; Ποιος θα το αγόραζε στο χωριό των μαρμαράδων, στον Πύργο της Τήνου, εκεί όπου το μάρμαρο ήταν η εγγύηση για την αθανασία της ανθρώπινης μορφής, για την αιωνιότητα της τέχνης; Κανείς. Ούτε καν για το σπίτι του, ως εφέστιο θεό. Και φυσικά δεν θα κοσμούσε κάποιο δημόσιο χώρο, έστω έναν τάφο στο νεκροταφείο του τόπου.

Το ταπεινό υλικό και οι παράτολμες συνθέσεις σας ήταν προορισμένα να καταστραφούν, όχι μονάχα από χέρι ανθρώπινο, αλλά και από τη φθορά που φέρνει στον εύθρυπτο πηλό ο χρόνος, σε αντίθεση με το μάρμαρο. Το γνωρίζατε ασφαλώς, αλλά δεν σας απασχολούσε. Στο κάτω-κάτω κι ο Θεός, καταπώς λέγανε οι Γραφές, έτσι έφτιαξε τον άνθρωπο: με πηλό, με νερό και με έμπνευση, για να κάνει τον κύκλο του, να φθαρεί και να πεθάνει. Για να μην αποκτήσει την ακαμψία, την αναίδεια μιας μαρμάρινης αθανασίας.

Γι’ αυτό και υποθέτω ότι κατασκευάζατε τα πήλινα γλυπτά σας αποκλειστικά για τον εαυτό σας. Αυτό φαίνεται να σας ελευθέρωσε από πάρα πολλά, αφού οι, παράλογες για τους πολλούς, συνθέσεις σας απευθύνονταν στον εαυτό σας μόνο. Άλλος κανείς δεν θα τις έβλεπε ούτε καν για να τις σχολιάσει ή να τις ειρωνευτεί, τουλάχιστον ενόσω ζούσε η μάνα σας. Ναι, η μακαρίτισσα τις ειρωνευόταν, τις μισούσε, έσπαζε τα γλυπτά σας - τα σπάζατε κι εσείς, όμως για τον εαυτό σας μόνο φτιάχνατε τα αγαλματάκια σας, για κανέναν άλλο, στο χέρι σας ήταν τόσο η ζωή όσο κι ο θάνατός τους - ιδού μια ακόμη ερμηνεία για την καταστροφή τους από σας.

Η κατάσταση πήρε να αλλάζει αργότερα, αλλά και πάλι τα έργα σας ούτε παραγγέλνονταν ούτε πουλιούνταν, ούτε στόλιζαν δημόσιους χώρους. Ήταν μόνο για σας.

Αναρωτιέμαι ακριβώς γι’ αυτό. Με άλλα λόγια, αναρωτιέμαι αν η βαθιά προσωπική σχέση του δημιουργού με το έργο του είναι η πεμπτουσία της τέχνης. Αν εκεί τελειώνουν όλα. Κι αν όσα έρχονται μετά, η δημόσια λειτουργία ενός έργου δηλαδή, η εμπορική του διάσταση, οι μεσολαβητές, η απόρριψη και ο έπαινος, η δόξα ή η λησμονιά, αν όλα τούτα είναι εντέλει περιττά, περιοριστικά, ακόμη κι ενοχλητικά για τη δημιουργία αυτήν καθεαυτή. 

Βέβαια, και το υπογραμμίζω αυτό, πρέπει να μπορεί να ζήσει ο καλλιτέχνης γλύπτης, και να ζήσει ει δυνατόν με αξιοπρέπεια από τη δουλειά του. Κι εσείς είχατε ζήσει αρκετά καλά μέχρι τα είκοσι εφτά σας, προτού σας πάρει κάτω η αρρώστια, χωρίς να κάνετε υποχωρήσεις στους παραγγελιοδόχους, με βραβεία, με επαίνους, με τον θαυμασμό των ειδικών και των μη ειδικών, με δημόσια αποδοχή μεγάλη.

Όμως, μετά τον εγκλεισμό στην Κέρκυρα, όταν δουλεύατε μόνο με τον πηλό στην Τήνο, υποθέτω ότι δεν σας ενδιέφερε η επιβίωση. Ούτε μάλλον και η αναγνώριση - από ποιους άλλωστε στο χωριό σας; Ψευτοπερνούσατε από τη βοσκή, από τα μικροθελήματα, από τις γόπες που μαζεύατε στον δρόμο όταν δεν είχατε πεντάρα τσακιστή. Ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεβάτι υπήρχε, δεν χρειαζόσασταν λεφτά για να αγοράσετε μιαν ακριβή πρώτη ύλη όπως το μάρμαρο, ούτε τα απαραίτητα εργαλεία για να το δουλέψετε, ενώ στο σπίτι είχατε μέχρι και «εργαστήρι» στο υπόγειο. Κυρίως είχατε, εσείς ο ίδιος, ασκηθεί να ζείτε με την άκρα λιτότητα - υποθέτω ότι αυτό συνέβη όσο μείνατε έγκλειστος, αλλά πρέπει να ήταν και στον χαρακτήρα σας. Πλούτος ήταν πια για σας η ελευθερία στη σύνθεση των έργων σας, η ελευθερία σας να τριγυρνάτε. Τα υπόλοιπα δεν σας απασχολούσαν.

Δουλεύατε, λοιπόν, για τον εαυτό σας. Τα πήλινα γλυπτά σας αυτό με διδάσκουν, ότι ένα έργο τέχνης αφορά πάνω απ’ όλα τον δημιουργό του, ότι σ’ αυτόν εξαντλείται, παραμένοντας ένα σπουδαίο έργο τέχνης. Όμως, πώς φθάνει κανείς να ανακαλύψει αυτή τη σοφία, ένα διαμάντι μες στη στάχτη μιας ζωής σαν τη δική σας;

Εσείς, ο «τρελός» βοσκός στα βουνά της Τήνου, ο «τρελός του χωριού» στον Πύργο, το είχατε ανακαλύψει. Άλλοι δεν το ανακάλυψαν ποτέ. Μπορεί και να μην πέρασε ποτέ από το μυαλό τους τέτοια σκέψη, δοσμένοι ως ήταν στο εμπόριο, στην προβολή, στην «κανονική» ζωή του αναγνωρισμένου καλλιτέχνη.

Δεν έχει σημασία απλά και μόνο το ότι δεν σταματήσατε ποτέ τη γλυπτική, παρά τις πολύ αντίξοες συνθήκες. Πιο μεγάλη σημασία έχει με ποιο τρόπο τη συνεχίσατε. Εννοώ τον έσω κόσμο, την αναμέτρηση με την ψυχή σας. Τούτο το οδυνηρό, το αινιγματικό, μα και θαυμάσιο.

Φωτ.: Δημητρίου Χατζόπουλου - Μποέμ - Δεκαετία του '20 
(Από το αρχείο του Κώστα Ζαρόκωστα)


«Ο Χαλεπάς ος ο βοσκός»


Μερικά χρόνια αφότου πλάσατε την πήλινη «Αθηνά βοσκοπούλα», μα μόλις ένα χρόνο πριν αναχωρήσετε από την Τήνο για τα ειρηνικά και γόνιμα γεράματά σας στην Αθήνα, σκιτσάρατε σ’ ένα χαρτί τον εαυτό σας σαν βοσκό.

«Ο
 Χαλεπάς ος ο βοσκός. Γιαν. Χαλεπάς 1929», λέει πάντα στο κάτω μέρος η ιδιόχειρη σημείωσή σας. 

Το σκίτσο σώθηκε και συνεχίζει να σας δείχνει όρθιο, ντυμένο με ένα υποτυπώδες, παλιό σκούρο κουστούμι κι ένα μικρό καπέλο, ίσως στα νιάτα του ρεπούμπλικα[...] Με τέτοια ρούχα, ρούχα «της πόλης», φαίνεται ότι ντυνόσασταν και ως βοσκός, αφού έτσι σκιτσάρατε τον εαυτό σας, και μάλιστα δηλώνετε γραπτά ότι είστε εσείς. Ένας «πολίτης», δηλαδή, βοσκός στο δίχως κτήρια κλεινόν άστυ των βουνών.[....] 

Σκιτσάρατε, λοιπόν, τον εαυτό σας «ος βοσκό» Η ιδιότητα του ποιμένα, το κύριο θέμα του σκίτσου, δεν στηρίζεται στα ρούχα, καθώς το παλιό σκούρο κουστούμι σας και το καπελάκι την υπονομεύουν. Στηρίζεται στο ότι απεικονίσατε τον εαυτό σας την ώρα που παίζει και αγάλλεται με τρία μεγάλα πρόβατα. Το αριστερό σας χέρι χαϊδεύει το κεφάλι του πρώτου, που τεντώνεται προς τα χάδια του χεριού σας (στάση που ανακαλεί τα χάδια της «Αθηνάς βοσκοπούλας» με το κατσικάκι της). Πίσω του, το δεύτερο πρόβατο στρέφει το κεφάλι κατάφατσα στον θεατή, ενώ πιο πίσω ακόμη ένα τρίτο πρόβατο έχει ορθωθεί και με τα μπροστινά του πόδια στηρίζεται πάνω σας. Κάτω, το ξαναλέω, από το σκίτσο η ιδιόχειρη εξήγησή σας «Ο Χαλεπάς ος ο βοσκός. Γιαν. Χαλεπάς 1929», για να μην υπάρξει καμιά παρεξήγηση: εσείς είστε αυτός ο βοσκός, εσείς χαίρεστε το παιγνίδι με τα αγαπημένα ζωντανά σας.

Σχολιάζουν ορισμένοι ότι, με το σκίτσο αυτό, ίσως θέλατε να ειρωνευτείτε με λεπτότητα τον τρόπο που σας έβλεπαν οι άλλοι. Οι ντόπιοι, μα προπάντων όσοι ανακάλυπταν ξανά στην ύπαρξή σας τον αλλοτινό μεγάλο γλύπτη, που ξάφνου είχε νεκραναστηθεί στην ερημιά του, στην απόγνωσή του, και συνέχιζε τη γλυπτική του με άλλο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε να βόσκει στο νησί του πρόβατα!

Τολμώ
να πω ότι, με το σκίτσο του εαυτού σας «ος ο βοσκός» ακριβώς στο κρίσιμο μεταίχμιο της ζωής σας μεταξύ Τήνου και Αθήνας, θέλατε να υπαινιχθείτε κάτι παραπάνω. Κάτι πολύ σημαντικό για σας.

Το ίδιο που υπαινιχθήκατε και με την «Αθηνά βοσκοπούλα».

Πολύκλειτος Ρέγκος, Ο Χαλεπάς στο εργαστήρι του (πλάθοντας τον πηλό), 1937

Χρόνια πολλά προτού σκιτσάρετε τον εαυτό σας σαν βοσκό, ένας από τους τρεις πρώτους επισκέπτες που - όπως έχει ήδη επισημανθεί - ήρθαν να σας δουν ενόσω ζούσε η μάνα, αν δεν κάνω λάθος ο συμπατριώτης σας γλύπτης Λάζαρος Σώχος, ανέβηκε για να σας ανταμώσει στο βουνό, έχοντας ακούσει στο χωριό το φοβερό κι ανήκουστο, ότι ήσασταν, λέει, στο βουνό και βοσκούσατε τα πρόβατα της μάνας σας! Πρώτος αυτός το διαπίστωσε με τα ίδια του τα μάτια, ομολογώντας ότι κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο προσπαθώντας να πιστέψει όσα έβλεπε, μα και να ηρεμήσει προτού πλησιάσει για να σας μιλήσει.

Σας είδε, λέει, που φωνάζατε ένα-ένα τα πρόβατα με το όνομά τους, επειδή είχατε δώσει στο καθένα τους και από ένα όνομα - υποθέτω σύμφωνα με το χρώμα ή τον χαρακτήρα του, μπορεί ωστόσο να τους είχατε δώσει και ονόματα αρχαίων ηρώων, αφού σας άρεσαν πάντα οι συμβολισμοί, ακόμη και ονόματα συγχωριανών σας ή άλλα, ανασυρμένα από τη βαθιά μνήμη της ζωής σας. Και τρυφερά, λέει ο κρυμμένος που σας έβλεπε και σας άκουγε, τους δίνατε μέσα στο στόμα τους, με το ίδιο το χέρι σας, ψωμί να φάνε από το καρβέλι που κουβαλούσατε για το δικό σας κολατσιό. Προσθέτει ακόμη ότι τα χαϊδεύατε, αλλά και το πιο παράξενο, ότι έμοιαζε να σας ανταποδίδουν την αγάπη και τα πρόβατά σας!

Τον πιστεύω, όπως πιστεύω και όσα θα πρέπει να πληροφορήθηκε για σας στον Πύργο. Πως όταν, για παράδειγμα, πούλαγε η τσατσα-Ρήνη κανένα αρνί για να βρει χρήματα, σας έλεγε ψέματα για να μη στενοχωρηθείτε, σας έλεγε δηλαδή ότι πάει, χάθηκε στο βουνό το αρνάκι σας. Κι εσείς παίρνατε αμέσως τα βουνά και τα λαγκάδια κλαίγοντας δυνατά, φωνάζοντας με το όνομά του το χαμένο αρνί.

Με άλλα λόγια, εμπιστευτήκατε - αφεθήκατε, καλύτερα να πω - στην αγάπη των προβάτων. Και σωστά κάνατε, όσο κι αν ορισμένοι ακόμη κι αυτό το σχολίασαν ως ένδειξη παραφροσύνης. Αντίθετα, εγώ τολμώ να υποθέσω ότι η αγάπη για τα ζωντανά σας, που κι εκείνα σας την ανταπέδιδαν με τον δικό τους τρόπο, θα πρέπει να λειτούργησε σοφά και θεραπευτικά για σας. Είναι απλό, νομίζω: στο βουνό γινόσασταν ξανά ένας άνθρωπος «κανονικός», που αγαπούσε και τον αγαπούσαν. Ένας ηλικιωμένος άντρας με πλούσια, βαθιά και τρυφερά τα αισθήματά του, τα καθόλου γλυκανάλατα - τα βάσανα, η σιωπή, η τέχνη, σας είχαν σηκώσει πολύ πιο πάνω από τις συνηθισμένες φιοριτούρες της αγάπης. 

Αυτό μάλιστα συνέβαινε την ώρα που πολλοί συγχωριανοί σας όχι μόνο δεν επέτρεπαν, σ’ εσάς τον φτωχό, κανέναν πλούτο, καν να αγγίξετε το ακριβό άσπρο μάρμαρό τους, μα ούτε τον πλούτο των συναισθημάτων - τι σόι συναισθήματα μπορούσε να έχει ένας κακομοίρης; Καταφεύγατε λοιπόν στα όρη για να εκφράσετε τον μυστικό συναισθηματικό σας πλούτο. 
Και στραφήκατε προς των ζώων σας την ανυπόκριτη αγάπη. Αποφασισμένα, ταπεινά, «ως ήσυχος».

Πορτρέτο του Χαλεπά, χαρακτικό-αφίσα
Έργο του Γιώργη Βαρλάμου, Αθήνα 1922



Το κερδίσατε κι αυτό στοίχημα. Μεταξύ άλλων, θα έλεγα ότι συνετέλεσε και η ομολογημένη σας αγάπη προς τα πρόβατά σας, για να μην εγκαταλείψετε ποτέ τη γλυπτική. Θα πρέπει να σας έδινε κουράγιο το γεγονός ότι αγαπούσατε κι ότι σας αγαπούσαν στα κρυφά, μακριά από το βλέμμα των ανθρώπων. Κι επιπλέον η αγάπη αυτή σας επέτρεπε να μαζεύετε με ένα λυγισμένο παλιοκούταλο το κοκκινόχωμα από τα γουβιάσματα των βράχων. Σίγουρα θα τη μοιραζόσασταν με τα προβατάκια τη χαρά, κάθε φορά που ανακαλύπτατε τον λίγο, μα πολύτιμο πηλό - μπορεί και να τους εξομολογιόσασταν τα ανείπωτα, τα ανοίκεια σε τρίτους, οράματα του νου σας, προτού λάβουν σχήμα στον πηλό. Τολμώ να πω ότι τα ζωντανά σας θα σας άκουγαν με προσοχή, εγκρίνοντας αμέσως τις συνθέσεις σας. Μπορεί και να σας έλεγαν να μη δίνετε πια και τόση προσοχή στου καθενός τη γνώμη, ούτε στη γνώμη των πολλών, μετράει του καλλιτέχνη η καρδιά και το ταλέντο, τίποτε άλλο. Με ανθρώπινη φωνή βεβαίως, όπως μιλούν τα ζώα σε όσους αγαπάνε, με την προβατίσια διάλεκτο αμύνονται στους άσχετους και τους εχθρούς.

Με την «Αθηνά βοσκοπούλα» κάνετε, λοιπόν, ένα σπουδαίο υπαινιγμό για τη ζωή σας «ος ο βοσκός». Με κάθε σεβασμό, με την εκ των υστέρων άδειά σας, ν' επιτρέψτε μου μία μόνο μικρή λέξη στις δικές σας: «ος ο σοφός βοσκός».

Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαία τα λόγια που είπατε αργότερα σε έναν από τους επισκέπτες στην Αθήνα, που είχε απορήσει, ο άνθρωπος, με τον τολμηρό, σχεδόν αναιδή, συνδυασμό της Παλλάδος και μιας Τηνιακής βοσκοπούλας στο μικρό πήλινο γλυπτό σας: 

«Είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι των θέλουν τη θεά της Σοφίας με περικεφαλαία και δόρυ. Πιο πολύ ταιριάζει σαν μια βοσκοπούλα».

Λόγια ενός ανθρώπου δυο φορές σοφού. Την πρώτη, από τη βαθύτατη αίσθηση πραγμάτων και ζωής που δίνει στον μεγάλο καλλιτέχνη η τέχνη του. Δεύτερη φορά σοφός, επειδή καθυποτάξατε εντέλει το θεριό της τρέλας, που ενεδρεύει πάντα μέσα στην πράξη της δημιουργίας. 

Με βάση τα παραπάνω λόγια σας, υποθέτω ότι πολλές φορές θα είχατε σκεφτεί ότι η απλή, η άδολη αγάπη θα πρέπει να είναι η σοφία της ζωής. Ή, πάλι, ότι η σοφία της ζωής είναι να μη σταματήσεις να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να μη στερέψει η ζωοδόχος πηγή των αισθημάτων, χωρίς τελικά να έχει τόση σημασία ποιον αγαπάς, ή από ποιον αγαπιέσαι. Και τα άκακα τα προβατάκια που σας αγαπούσαν, δεν σας προξενούσανε κακό, ούτε σας ταπεινώνανε, όπως το είχαν κάνει τόσοι και τόσοι στη ζωή σας, ιδιαίτερα αφότου πήρατε την κάτω βόλτα. Η αγάπη που σας έδιναν τα ζώα ήταν η πιο άδολη. Μα και η πιο ζόρικη να αποκτηθεί.


Ρέα Γαλανάκη, «Αθηνά βοσκοπούλα» ένα γλυπτό του Χαλεπά, Δυο γυναίκες, δυο θεές, εκδόσεις Καστανιώτη.


Πορτρέτο του Χαλεπά, έργο του Νικόλαου Λύτρα, 1926


«Ο Χαλεπάς είναι ένας άγιος, που τον προσκυνώ»

[.....] είναι αλήθεια ότι ήθελα να κάνω ένα βιβλίο για τον Χαλεπά, είχα γράψει και δυο-τρία κεφάλαια, αλλά τα παράτησα. Και καλώς. Και μετά συγκεντρώθηκα σε κάτι από τα πολλά που με είχαν συγκινήσει, προσπάθησα να δω γιατί με είχαν συγκινήσει.

Το σημαντικότερο ήταν ένα όχι πολύ γνωστό πήλινο γλυπτό, εξήντα πόντους μόνο, στο οποίο παρουσιάζει τη θεά Αθηνά σαν μια βοσκοπούλα. Ανήκει στις τολμηρές συνθέσεις του και έχει γίνει στην Τήνο, το 1929, προς το τέλος της δυστυχίας του - είχε αρχίσει να ξαναγίνεται γνωστός, τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στην Αθήνα.


Σ’ αυτή την ιδιόρρυθμη σύνθεση βρήκα αναφορές στη δική του ζωή. Υπήρξε και ο ίδιος βοσκός επί πολλά χρόνια, έτσι έβγαζε κάποια λεφτά όταν βγήκε από το φρενοκομείο της Κέρκυρας και τον πήρε στην Τήνο η μάνα του.

Δούλεψα στην ουσία πάνω στη σχέση του δημιουργού με το έργο του. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι έχει σκιτσάρει και τον εαυτό του να παίζει με τρία μεγάλα πρόβατα, που αγαπούσε. Κι έχει πει κι αυτό το περίφημο, που το έχω βάλει και μότο στο βιβλίο, και νομίζω ότι σπάει κόκαλα: «Είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι που θέλουν τη θεά της Σοφίας με περικεφαλαία και δόρυ. Πιο πολύ ταιριάζει σε μια βοσκοπούλα».
  • Είναι μια φράση που δείχνει τη μεγαλοφυΐα του...
...και το πόσο βαθιά την κουβαλούσε μέσα του, ταπεινός και μαζεμένος, ενώ τον είχαν για να μαζεύει γόπες και να βόσκει πρόβατα. Αυτό το μεγαλείο του καλλιτέχνη μπόρεσε να αναδυθεί και πάλι μετά τον θάνατο της μάνας του, που τον ελευθέρωσε από πολλά.

Και είναι ενδιαφέρον και τραγικό συνάμα, που βλέπουμε τον Χαλεπά τα χρόνια της Τήνου να δουλεύει μόνο με πηλό και όχι με μάρμαρο. Πού; Στο χωριό των μαρμαράδων. Ποιος; Ο καλύτερος γλύπτης μαρμάρινων αγαλμάτων στην Ελλάδα στα νιάτα του. Επιστρέφει στην αρχή της γλυπτικής, στο νερό και στο χώμα, στην ουσία της τέχνης του.

Να κι άλλο ένα θέμα μου: το να δουλεύεις μόνο για τον εαυτό σου, χωρίς να θες να πουλήσεις. Γιατί τα πήλινα δεν τα πουλούσε, ποιος θα τα ‘παιρνε σε ένα χωριό που στα σπίτια και στα νεκροταφεία όλοι βάζουν μαρμάρινα στολίδια; Μου αρέσει πολύ αυτή η σχέση του με το καταφρονεμένο, το θνητό.

• Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον και το πρόσωπο που χρησιμοποιείτε. Του απευθύνεστε στο δεύτερο πληθυντικό.

Δεν μου βγήκε κανένα άλλο. Μόνο αυτός ο πληθυντικός μεγάλου σεβασμού, που εκφράζει κυρίως ένα «προσκυνώ»... Αν υπήρχε ακόμα πιο ευγενικός τρόπος, θα τον χρησιμοποιούσα.

• Τι νιώθετε γι’ αυτόν;

Σαν να είναι ένας άγιος, σαν να έχω μια εικόνα που θα ‘πρεπε να την προσκυνήσω, εγώ που δεν πιστεύω. Οχι μόνο για το πάθος του, που τρελάθηκε κι όλα αυτά, αλλά για το πώς βγήκε από αυτό.

• Σκεφτόσασταν ότι είναι κάπου εκεί και σας ελέγχει;

Σε πολλά σημεία γράφω, «τολμώ να πω, αν μου επιτρέπετε να πω»... Θεωρώ, δηλαδή, ότι αυτός ξέρει, εγώ δεν ξέρω, ψάχνω και ζητάω τη έγκρισή του για την άποψη που θα εκφέρω. Αλλά δεν ένιωθα ότι με έλεγχε. Εχουν γραφτεί και τόσο πολλά γι’ αυτόν, που έχουν ξεφύγει του ελέγχου. Ήταν κι ένας από τους λόγους που κόντεψα να μη γράψω τη νουβέλα.

Απόσπασμα συνέντευξης που παραχώρησε η Ρέα Γαλανάκη στην Βένα Γεωργακοπούλου και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 3/12/2017


Μπότσογλου Χρόνης-Γιαννούλης Χαλεπάς, 2005

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

«Ο Θησέας σφάλλει αν με νομίζει νικημένη, εμένα, την Αριάδνη....», Ρέα Γαλανάκη, Εγώ, η Αριάδνη


John William Waterhouse, Ariadne (1898)
Εγώ, η Αριάδνη....

Επειδή «οι μύθοι έχουν πολλές ουρές για να τους πιάσεις....»

Επειδή «την ερωτική ιστορία της Αριάδνης και του Θησέα την "έγραψε" ο άντρας αυτής της μυθικής σχέσης, ο Θησέας, εκπρόσωπος των ελληνικών φύλων που επικράτησαν και των καινούριων θεών που παραμέρισαν τις παλαιότερες μεσογειακές θρησκείες.

Είναι μόνο η αφήγηση του αρσενικού στον έρωτα, του νικητή σε όλα άντρα. Λες και σώθηκε από μόνος του, ο τόσο νικητής, ο τόσο ανυποψίαστος σε όλα......

Ιδού, λοιπόν, ο λόγος στη ίδια την Αριάδνη....


George Frederic Watts, Ariadne (1894)
The Metropolitan Museum of Art


«...μια νεαρή κοπέλα ερωτευμένη.Υπήρξα κι έτσι. Όχι όμως μόνον έτσι....»


[....[ Βιαζόταν ο Θησέας, πάντα βιάζονται οι νικητές, περισσότερο οι δήθεν σε όλα νικητές. Κι εγώ εκπροσωπούσα τον εχθρικό σ’ εκείνον παλιό κόσμο, που είχε επιβάλει φόρο αίματος στην πατρίδα του Αθήνα, εκπροσωπούσα και τους δύοντες θεούς της Κρήτης, ακόμη και μια κοινωνία όπου οι γυναίκες στέκονταν πιο σεβαστές, πιο ιερές, πιο ελεύθερες απ’ ό,τι στα δικά του μέρη. [.....]

Ο Θησέας βέβαια θα διακηρύξει, και θα τον ακούσουν όλοι οι κατοπινοί αιώνες, όλοι οι μελλοντικοί θεοί κι ανθρώποι, πως ήμουν μια γυναίκα σκοτεινή, περήφανη, που ναι μεν τον βοήθησα, ωστόσο πρόδωσα τον τόπο μου κι έπρεπε, ίσως, να τιμωρηθώ γι’ αυτό. Ακόμη και των πιο προσωπικών στιγμών μου η ιστορία θα γραφτεί από τον νικητή, που θα φροντίσει βέβαια να αφαιρέσει από την αφήγησή του το αγκάθι της δικής του ατιμίας. Μοιάζει σαν να ορίζει με το ξίφος του ο νικητής μια νέα γλώσσα, αλλάζοντας το νόημα όσων λέξεων επιθυμεί, λόγου χάριν έρωτας, ατιμία, ενοχή, εξουσία, προδοσία. Του Θησέα τα ελληνικά θα επιζήσουν, οι δικές μας κρυπτικές πανάρχαιες γραφές μάλλον θα χαθούν.

Μιλώ, λοιπόν, στη θάλασσα, κι ας μην ακουστούν οι πανάρχαιες, οι σιβυλλικές μου λέξεις ποτέ κι από κανέναν. Μιλώ και λέω ότι ο Θησέας σφάλλει αν με νομίζει νικημένη, εμένα, την Αριάδνη. Σ’ αυτή την ακτή εγκατέλειψε μια νεαρή κοπέλα ερωτευμένη.

Υπήρξα κι έτσι. Όχι όμως μόνον έτσι.[....]



George Frederick Watts, Ariadne in Naxos (1875)




Έπρεπε να υποταχθώ στον άντρα, για να ξαναβλαστήσω ως γυναίκα....

Σήμερα, μόνη μου μέσα στο φως του ήλιου, όλα μου φαίνονται πιο καθαρά. Και ισχυρίζομαι ότι η πρόσκαιρη υποταγή μου στον Θησέα, στον πόθο μάλλον του Θησέα, δεν ήταν και καμιά ταπείνωση δική μου, ωστόσο και η ερωτική του νίκη δεν ήταν και καμιά σπουδαία νίκη. Είναι απλό, ο Θησέας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι για μένα, τη γυναικεία θεότητα ενός πανάρχαιου κόσμου, την ιέρεια των νημάτων και των μυστικών τους στην υφαντική, προπαντός τη βλαστική θεά, θεά των εποχικών κύκλων και της βλάστησης, υπήρχε ένα αναγκαίο στάδιο: έπρεπε πρώτα να υποταχθώ στον άντρα, για να μπορέσω πάλι να ξαναβλαστήσω ως γυναίκα.

Κύκλοι ατέρμονες του χρόνου και της βλάστησης. Ένας ελικοειδής λαβύρινθος - πώς με κυκλώνει τούτη η λέξη από παντού...

Υπήρχε, με άλλα λόγια, κάτι σαν προκαθορισμένο από τη μοίρα σχέδιο: Έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να πεθάνω για να μπορέσω να αναστηθώ, ώστε γι’ ακόμη μια φορά να συμβολίσω, όπως άρμοζε στον ρόλο μου ως γυναικεία θεότητα, ολόκληρο τον κύκλο της φύσης. Θάνατο της ζωής κάθε χειμώνα, ξαναζωντάνεμά της κάθε άνοιξη, αυτό το τόσο απλό.

Όποιος, ωστόσο, συμβολίζει τον αέναο κύκλο θανάτου και ζωής, δεν μπορεί να είναι απόλυτα θνητός. Ο ωραίος Θησέας, άνθρωπος με θεϊκή καταγωγή όπως τον άκουσα με τα ίδια μου τ’ αφτιά να ισχυρίζεται ενώ χορεύαμε, έπαιξε, δίχως καθόλου να το καταλάβει, τον ρόλο που έπρεπε να παίξει, που του ήταν γραφτό να παίξει, για να ολοκληρωθεί ο δικός μου προορισμός. Έπαιξε τον ρόλο του στη δική μου ιστορία, τη δική μου πορεία, την ανεξάρτητη από τη δική του. Και εν αγνοία του όλα αυτά, ενώ κυνηγούσε μόνο τον δικό του στόχο.

Τίποτε δεν κατάλαβε απ’ αυτά ο μεθυσμένος από τη νίκη και το αίμα νικητής. Ούτε καν ότι η κινητήρια δύναμη του κυκλικού συμβολισμού, δηλαδή του δικού μου θηλυκού συμβολισμού, είναι ο έρωτας, η γονιμότητα, η αναπαραγωγή της φύσης και ο θάνατος. Από πάντα και για πάντα.

Ο πόθος μου για τον ωραίο ξένο, όσο κι αν με τράνταξε, μάλλον ένα κομμάτι του παραπάνω σχεδίου για την ολοκλήρωσή μου ήταν κι αυτός. Αλλά και η βοήθειά μου προς τον θύτη, η δήθεν προδοσία, η αρπαγή και η εγκατάλειψή μου, όλα μέρος του αναπόφευκτου σχεδίου ήταν.

Μιλώ κι ακούω τα λόγια μου, ξέρω τι λέω. Είμαι ήρεμη, όσο ποτέ. Είμαι, επιτέλους, κύρια του εαυτού μου. [.....]

Angelica Kauffman, Ariadne left on the island of Naxos

Ποιος νικά, ποιος δεν νικά, λοιπόν, στον έρωτα; 

Γελώ ξανά, o έρωτας έχει μια πηγαία χάρη, αν όχι μια πηγαία σοφία: να ειρωνεύεται εκείνους που νομίζουν ότι είναι σε όλα νικητές.[.....]

Ο θεός Διόνυσος έρχεται προς τη μεριά μου......Ζει, δεν νικήθηκε ούτε θα νικηθεί ποτέ από κανένα νεαρό θεό ο γηγενής στην Κρήτη, ο Κρήσιος Διόνυσος. Έρχεται. Μαζί μου ερωτευμένος.

Ο θεός Διόνυσος είναι αυτός που θα με ξανασηκώσει, θα με αναστήσει, για να κλείσει έτσι ο κύκλος της πτώσης με την έγερσή μου. 


Στο πλευρό του Διόνυσου, ενός θεού που δεν συγκαταλέγεται στο καινούργιο δωδεκάθεο, μα εξακολουθεί να είναι πανίσχυρος, να είναι ο αγαπημένος των ανθρώπων, θα δεχτούν κι εμένα, τη γυναίκα του, στην τάξη των ηρώων οι θεοί. Γιοι μας ο Στάφυλος και ο Οινοπέας. 

Κάποιοι τόποι θα συνεχίσουνε να με λατρεύουν ωσάν μια πάναγνη γυναικεία θεότητα, ως τη σύζυγο του Διόνυσου. Το χρυσό στεφάνι μου θα συνεχίσει να φεγγοβολά, αστερισμός στο ουράνιο στερέωμα.

Ποιος νικά, ποιος δεν νικά, λοιπόν, στον έρωτα;

Γι’ αυτό έκανα πως κοιμόμουν και τον άφησα να φύγει με το πένθιμο καράβι. Όλα έγιναν σωστά. Κι όχι μόνο έγιναν, μα επιπλέον ονειρεύτηκα πως όλα έγιναν σωστά, όταν αποκοιμήθηκα με ύπνο βαθύ, παυσίλυπο, σ’ αυτή την έρημη ακρογιαλιά της Νάξου.


Ρέα Γαλανάκη, Εγώ η Αριάδνη, 
Δυο γυναίκες, δυο θεές, εκδόσεις Καστανιώτη


Tintoretto, Bacchus and Ariadne ( 1578)


Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Η μεταμφίεση (Ελένη, ή ο Κανένας), Ρέα Γαλανάκη

  • Το απόσπασμα προέρχεται από το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος Ελένη, ή ο Κανένας (1998) της Ρέας Γαλανάκη. Το έργο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη και σε 24 κεφάλαια, θυμίζοντας τις 24 ραψωδίες του καθενός από τα ομηρικά έπη. Ωστόσο και η Λεξη «Κανένας» του τίτλου παραπέμπει στην Οδύσσεια, όπου ο Οδυσσέας συστήθηκε στον Πολύφημο με αυτό το όνομα, αλλά και το όνομα της ηρωίδας παραπέμπει στην Ιλιάδα, αφού για κάποιαν άλλη Ελένη έγινε ο Τρωικός πόλεμος.
  • Η υπόθεση στηρίζεται σε μια πραγματική ιστορία και είναι η μυθιστορηματική βιογραφία της Ελένης Αλταμούρα-Μπούκουρα, της πρώτης σπουδασμένης Ελληνίδας ζωγράφου (η συγγραφέας συνδυάζει το ιστορικό και το βιογραφικά υλικό με καθαρά μυθοπλαστικά στοιχεία).



Η ίδια η συγγραφέας, Ρέα Γαλανάκη, μιλώντας για το έργο της σε ένα τμήμα μαθητών της Γ΄ τάξης στο Πειραματικό Γυμνάσιο Ηρακλείου, στις 30 Μαρτίου 2009, εξήγησε πώς συναντήθηκε με την Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα. 


Ερ.: Ειδικά για το μυθιστόρημα “Ελένη”... υπάρχουν κοινά σημεία της ζωής, αλλά και της πνευματικής πορείας της πρωταγωνίστριας του μυθιστορήματος, της Ελένης Μπούκουρα με σας τη συγγραφέα του; Συγκεκριμένα έχετε κάνει τη δική σας επανάσταση στα νεανικά σας χρόνια;

Ρέα Γαλανάκη: Αν δεν υπάρχει κάτι μέσα μας που να κάνει ένα κλικ δεν μας ενδιαφέρει. Στη ζωή αυτής της γυναίκας είδα κάποια στοιχεία. Δεν ήταν η εποχή της ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Η γυναίκα που θέλει να κάνει τέχνη και τότε και τώρα έχει να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες. Η Ελένη αποτελεί ένα συγκινητικό παράδειγμα. Ήθελε να σπουδάσει και στα μέσα του 19ου αιώνα δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες να σπουδάζουν στην Ελλάδα. Το πάθος της για ζωγραφική, το τι μηχανεύτηκε για να μπορέσει να σπουδάσει ήταν μια εντυπωσιακή υπόθεση. 

Ερ. Ο τίτλος λοιπόν από μόνος του παραπέμπει και στη χρήση μυθοπλαστικών στοιχείων; Θα θέλαμε να μας εξηγήσετε κατά πόσον κάνατε χρήση πέραν των καθ’αυτό ιστορικών μαρτυριών για τη ζωή της ζωγράφου, αν αξιοποιήσατε και τα παραπάνω μοτίβα από τη μυθολογία;

Ρέα Γαλανάκη: Πολύ σωστή επισήμανση. Κάποιες πινελιές από την Οδύσσεια.

Στην εφημερίδα Καθημερινή, ένα άρθρο με τίτλο “Η δική μου Ελένη” αναφέρω ότι ο Δούρειος Ίππος ήταν ένα τέχνασμα· η Ελένη μπήκε στα ανδρικά ρούχα όπως οι Έλληνες στο Δούρειο Ίππο για να εκπορθήσουν την Τροία. Η Ελένη παύει να είναι η Ελένη Μπούκουρα. Είναι το φοβερό “Κανένας”. Είναι η Οδύσσεια μιας γυναίκας (πολύ χονδροειδώς βέβαια).

Ερ. Ανταποκρίνεται και στη σύγχρονη πραγματικότητα για τη θέση της γυναίκας, ο συμβολισμός του τίτλου που επιλέξατε: “Ελένη ή ο Κανένας”; Λειτουργεί η Ελένη Μπούκουρα ως σύμβολο και για τις γυναίκες που αγωνίζονται προκειμένου να κατακτήσουν “την ισοζυγία δυνάμεων” σε όλους τους τομείς της οικογενειακής και επαγγελματικής της ζωής (σταδιοδρομία);

Ρέα Γαλανάκη: Τα πράγματα για τις γυναίκες είναι πολύ καλύτερα σήμερα. Η Μπούκουρα αποτελεί ένα συγκινητικό παράδειγμα ανθρώπου που μπόρεσε να καταφέρει αυτό που ήθελε αν και του ανατράπηκε η ζωή αργότερα. Να έχει τη στιγμή που πρέπει τη δυνατότητα να κάνει αυτό που θέλει να πετύχει τον στόχο της. Ακόμη επικρατούσε ο απόηχος της ελληνικής επανάστασης. Ένα από τα μηνύματα του Διαφωτισμού ήταν η ισότιμη σχέση της γυναίκας και του άνδρα. Ο πατέρας της είχε υπόψη του ό,τι έλεγε ο Ρήγας Φεραίος. Τη βοήθησε ο πατέρας της. Τα στερεότυπα είναι λίγο πιο ελαστικά εκείνη την εποχή.



Θέματα του αποσπάσματος
  • Η προσωπικότητα της τολμηρής και μορφωμένης ζωγράφου, η οποία μεταμφιέστηκε σε άντρα για να μπορέσει να πραγματοποιήσει το όνειρό της, δηλ. να σπουδάσει ζωγραφική στη Σχολή των Ναζαρηνών ζωγράφων  στην Ιταλία, η οποία δεχόταν μόνον άνδρες .
  • Πρότυπο της Ελένης είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η επιφανέστερη γυναικεία μορφή του Αγώνα του 1821, η Σπετσιώτισσα κυρά, που, για τον έρωτα της ελευθερίας και αγνοώντας τις κοινωνικές συμβάσεις ,όσο βρισκόταν πάνω στο πλοίο, πετούσε τα γυναικεία ενδύματα και μεταμορφωνόταν σε δυναμικό άντρα: "με γυναικεία ενδύματα δεν μπαίνει άνθρωπος στην πράξη του πολέμου. Oύτε τα όπλα του χειρίζεται σωστά ούτε και σκέφτεται σωστά. Και το χειρότερο, με τα παράταιρα γυναικεία ρούχα έδινε στόχο στον εχθρό σέρνοντας γρουσουζιά στους δικούς του. Άρα, συμπέραιναν δίχως βέβαια να την έχουν δει σε ώρα μάχης, η Λασκαρίνα ανέβαινε στα πλοία και κατέβαινε με τις φούστες της και με τις χρυσές μαντίλες, ενόσω όμως έκανε κουμάντο, δεν μπορεί παρά να βρισκότανε μέσα σε αντρίκεια φορεσιά."
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα.
Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


Ο έρωτας για τη ζωγραφική – τα εμπόδια 


Η μανία της να ζωγραφίζει δεν είχε καμιά σχέση με τη διδασκαλία του διακοσμητικού σχεδίου και με την υποταγή, που απαιτούνε τα χειροτεχνήματα των κοριτσιών, των προορισμένων για κυρίες της Αυλής ή και συζύγους πλούσιων αστών, των προορισμένων πάνω απ' όλα για μητέρες αγοριών. Η Ελένη έπρεπε να τιμωρηθεί, γιατί συνέχιζε να ζωγραφίζει όχι μονάχα στα διαλείμματα, μα και μέσα στην τάξη, κατά την ώρα του μαθήματος. Όμως κάθε πάθος, κατά τα λεγόμενα των διδασκάλων, συγκροτεί αργά και σταθερά παρέκκλιση. Και μια παρέκκλιση θα έβλαπτε την ίδια, την αγωγή των υπολοίπων δεσποινίδων και τη φήμη του σχολείου. Ήδη είχε αγνοήσει τόσες και τόσες υποδείξεις, ότι μόνον κατά την ώρα της ιχνογραφίας μπορούσε ακίνδυνα να αντιγράφει τα αντικείμενα, που η καθηγήτρια τοποθετούσε πάνω στην έδρα για να φαίνονται καλά, λόγου χάριν ένα άδειο βάζο ή έναν χαρτονένιο κύβο. Οι δεσποινίδες όφειλαν να ζωγραφίζουν μόνον αυτά που η δασκάλα τούς επέτρεπε να δουν, και με τον τρόπο ακριβώς που τους τα έδειχνε. Η νεαρή Ελένη έπρεπε εφεξής να απέχει από την παρατήρηση και αποτύπωση των κοριτσίστικων σωμάτων στα διαλείμματα, κι απ' όλα αυτά τα άδολα δήθεν δώρα, πράξεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ακόμη και ως μια πρόωρη αιχμαλωσία της στο δόλο σαρκικών αμαρτημάτων.



Η Ελένη δεν καταδέχτηκε να κλάψει όσο κράτησε η τιμωρία, που η ταπείνωση έκανε πιο αργό και πιο αβάσταχτο τον χρόνο της. Τότε όμως αποφάσισε ότι θα γίνει οπωσδήποτε ζωγράφος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να μείνει διά βίου διαφορετική από τα συνομήλικα κορίτσια και από τις γυναίκες του σογιού της. Να στηριχτεί στα ένοχα για τους πολλούς, αθώα για την ίδια, πλην όμως ανεξερεύνητα ακόμη καλέσματα και ηδονές της τέχνης. Να μην παντρευτεί, να μη γεννήσει, να μην έχει έρωτα πάρεξ για τη ζωγραφική. Να μην υπακούσει στο σχολείο. Να διακυβεύσει τη μορφή μιας διαφορετικής Ελληνίδας, αφού στην καρδιά της δεν μπορούσε να συνδέσει αυτή την απαιτητική, τη χαρισματική λέξη με την υπόδουλη ζωή των γυναικών σε γάμο, σε μικρά παιδιά, σε υποχρεώσεις προς τους ασθενείς και προς τους πεθαμένους. Ορκίστηκε με την μπέσα της μητρικής της γλώσσας πως μόνο ο θάνατος θα εμπόδιζε το χέρι της να ζωγραφίζει, ενώ το περήφανο, κι έτσι στο τέλος ανυπάκουο μυαλό της, πήγε στη ναυτική σημαία του πατέρα της, που έγραφε στα ελληνικά Ελευθερία ή Θάνατος. Κάλεσε ως εγγυητή του όρκου τη Μεγάλη τους Κυρά. Άκουσε αμέσως φλοίσβο. Μόλις πρόφτασε να τη δει που διέσχιζε την τάξη, μια ηλιαχτίδα που ανακλάται σε μικρό γυαλί και περπατά επάνω στο υδρόχρωμα ενός τοίχου……



Αυτοπροσωπογραφία της Ελένης Μπούκουρα
με στολή καλόγερου


Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Ιταλό ζωγράφο Ραφαέλο Τσέκολι

Εκεί άλλωστε βρήκε [Ο Ιωάννης Μπούκουρης, πατέρας της Ελένης], χωρίς να χρειαστεί να ψάξει, τον Ιταλό ζωγράφο Τσέκολι για να του ζητήσει να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στην κόρη του Ελένη. Του διηγήθηκε τι είχε ακούσει από τη διευθύντρια του σχολείου, όταν τον κάλεσε να του μιλήσει. Του είπε πως η κόρη του έκλεβε τα αποκέρια και πως έκανε τη νύχτα μέρα ζωγραφίζοντας στα θεοσκότεινα, την ώρα που κανονικά έπρεπε να κοιμάται. Αξιόμεμπτη δεν ήταν όμως μόνο η κλοπή, μα και η ανταρσία της κοπέλας, που την έφερνε να ζει με εικόνες και οράματα, ενώ όλα τούτα τα υπερβολικά και άταχτα της είχαν βέβαια απαγορευτεί. Τα υπόλοιπα κορίτσια τη φοβόντουσαν πια και τη νόμιζαν μάγισσα. Άλλωστε, όπως θα έβλεπε και μόνος του, η αρρώστια της ζωγραφικής και η έλλειψη ύπνου είχαν αδυνατίσει την Ελένη. Κάθε πρωί που έμπαινε στην τάξη έμοιαζε σαν να βγαίνει από μεγάλη ταραχή. Χλομή και νευρική, κοιμόταν πάνω στα θρανία, αυτή η άριστη πριν λίγο καιρό σε όλα τα μαθήματα.

Ο Ιωάννης Μπούκουρης συνέχισε λέγοντας στον Τσέκολι ότι, αφού είχε συζητήσει με την κόρη του, αποφάσισε να κάνει αυτό ακριβώς που θα είχε κάνει και για τον εαυτό του. Κατάλαβε πως η αγάπη που είχε η Ελένη στη ζωγραφική έμοιαζε με το δικό του πάθος για τα θαλασσινά ταξίδια. Κάτι που δεν τιμωρείται, είχε τη γνώμη, αφού δεν είχε αμαρτία. Κι όπως αυτός ήθελε να συνεχίσει με τον δικό του τρόπο τα ταξίδια, σκέφτηκε χωρίς να το πει στον Τσέκολι, έπρεπε και η Ελένη του να συνεχίσει τη ζωγραφική της. Ανακοίνωσε στον Ιταλό ζωγράφο την απόφαση να συνεχίσει τη ζωγραφική της εκτός σχολείου, από το οποίο σύντομα θα αποφοιτούσε, και με δάσκαλο αυτόν, που δίδασκε στο Σχολείο των Τεχνών. Συμφωνώντας με τον Τσέκολι να έρχεται στο σπίτι τους στην Πλάκα, πέρασε από το μυαλό του η σκέψη πως, αφού τούτη η συζήτηση γινόταν μέσα στο λιθόχτιστο καράβι, γυρνώντας για λογαριασμό του ο τροχός της μοίρας σήκωνε μαζί και την Ελένη. Της ευχήθηκε τύχη σε όσα με πείσμα είχε διαλέξει.

Τα μαθήματα τους κράτησαν αρκετά χρόνια. Ο δάσκαλος, που γνώριζε ανατομία, δίδαξε στην Ελένη την ανθρώπινη πλευρά των αγαλμάτων. Ο ίδιος, μεγάλος γνώστης της αρχαίας τέχνης, δίδαξε στη μαθήτρια του την ιερότητα κυρίως του γυμνού. Η Ελένη άρχισε να αντιλαμβάνεται τον πίνακα σαν μια οργάνωση ζωής, ένα δίχτυ αναφορών κι αισθημάτων, όπου πιανόταν η ανθρώπινη ψυχή. Όχι για να φυλακιστεί εντός του, όπως έτρεμαν οι αδαείς δεσποινίδες του σχολείου, μα αντίθετα για να πετάξει από κει ελεύθερη από τα δεσμά της ύλης και του μετρημένου χρόνου. Το πρόσωπο προπάντων, υποστήριζε ο δάσκαλος της, σαν καθρέφτης της ψυχής, έπρεπε να κυριαρχεί στον πίνακα ακόμη κι αν δεν βρισκότανε ζωγραφισμένο, γιατί η δική του αναζήτηση ήταν ανέκαθεν μια από τις αιτίες της ζωγραφικής.

Της μίλησε για την περίφημη ιταλική ζωγραφική. Οι πίνακες, η καλλιτεχνική ατμόσφαιρα των Ακαδημιών, αλλά και οι παρέες των ομότεχνων τού έλειπαν αφόρητα στη μικρή πόλη των Αθηνών, όπου είχε αναγκαστεί να καταφύγει και να δουλεύει άμισθος στο Σχολείο των Τεχνών. ........Της εξήγησε τους συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους, που τον ανάγκασαν να εκπατριστεί, διασώζοντας και μια ντουζίνα ελληνικά ή λατινικά βιβλία. Και της μιλούσε για τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, επισημαίνοντας της όμως να μην εμπιστεύεται ούτε παράδεισο ζωής ούτε παράδεισο ζωγραφικής στην επικράτεια τους. Δεν έπρεπε να παραβλέπει τις δυσκολίες και τις συγκρούσεις, που ενοικούν παντού. Ούτε στη Δύση, άλλωστε, έβγαινε εύκολα κανείς από το κέλυφος που του είχε οριστεί να ζήσει. Ο τρόπος όμως που το αντιμετώπιζε ο καθένας, αυτό μετρούσε, υποστήριξε. Ήδη η μαθήτρια του είχε τιμωρηθεί για την αγάπη της ζωγραφικής. Κατά τη γνώμη του, όπως και του πατέρα της, το πάθος της, μολονότι απαγορευμένο στις γυναίκες, δεν έπρεπε να μαραζώσει, μα να καλλιεργηθεί και να καρποφορήσει. Σαν να ήταν η μαθήτρια του άντρας, πρόσθεσε με μια σχεδόν ειλημμένη απόφαση.

Ελένη Μπούκουρα, Απελπισία

Οι σπουδές στην Ιταλία

Στα είκοσι εφτά μου, είχε αποκάμει πια να μου γυρεύει η μάνα στεφανώματα. Ας έστεργα τουλάχιστον, έλεγε κάθε μέρα όλο τον χειμώνα, να μείνω, να γεράσω απάντρευτη κοντά στις παντρεμένες αδερφές μου, κι ας βουρλιζόμουν ως το τέλος της ζωής μου από τα δαιμόνια της ζωγραφικής. Μα εγώ γύρευα Ακαδημίες και περγαμηνές. Τεκμήρια των αντρών. Για να τα κάμω τι, αναρωτιόταν. Με την προίκα μου θα μπορούσα οποιαδήποτε στιγμή να παντρευτώ καλά, επέμενε, αγνοώντας πως εγώ είχα συμφωνήσει με τον κύρη μου να με συντηρεί από το κεφάλαιο αυτής της προίκας, όσο θα έμενα για σπουδές στην Ιταλία. Καλά είχε κάμει, πρόσθετε, που ποτέ δεν αποδέχτηκε τα θέατρα και τα καλά τους. Ιδού που ο άντρας της είχε τώρα ξεσηκωθεί από τα μάγια τους και από τους επαίνους του Τσέκολι, και συναινούσε να πάω στα ξένα για να δω τις πιο σπουδαίες ζωγραφιές, μα προπαντός για να σπουδάσω τα λίγα, όσα μπορούσα κι εκεί να σπουδάσω ως γυναίκα στα εργαστήρια της ζωγραφικής. Ακόμη και σ' αυτά να συμφωνούσε η μητέρα μου, ανησυχούσε πώς θα τριγύρναγε μια νέα γυναίκα μόνη κι ασυνόδευτη στα τρίστρατα της ξενιτιάς. Ο καπετάνιος, βέβαια, από τη μεριά του ουδέποτε υπολόγισε τη γη ολάκερη σαν κάτι απρόσιτο και ξένο. Ένα γερό αρμένισμα και φτάνεις, έλεγε. Μαθαίνεις έπειτα τον άλλο κόσμο, αν έχεις βαθιά μελετήσει τον δικό σου. Άλλωστε, και στην μπέσα της πρώτης του θυγατέρας, που του έμοιαζε σε όλα, πίστευε, και με αρμήνευε, εκεί που θα βρεθώ, να μη λησμονήσω ότι είμαι Ελληνίδα. Πίστευε ότι το κράμα του αρβανίτικου αίματος και της ελληνικής ιδέας, όπως εκείνος είχε πλάσει το άγαλμα της στο μυαλό του, της διαψευσμένης όσο και της αδιάψευστης, θα αποτελούσε το πιο σίγουρο φυλαχτό. Φρόνιμο θα ήταν να μη φύγει η αντάρτισσα τούτη κόρη χωρίς αυτό το φυλαχτό καρφιτσωμένο πάνω στην καρδιά της.

Η Ελένη μέσα στην αντρική φορεσιά

Είχα πια συνηθίσει την εικόνα της μορφής, που μου επίστρεφαν οι γερτοί παλιοί καθρέφτες στο Καφέ Γκρέκο, ενός μοναχικού, συνεσταλμένου, άσχημου μάλλον και ανήσυχου άντρα, βυθισμένου στην προοπτική των δίχως όρια ταξιδιών και των περιπλανήσεων, που θα του επέτρεπαν η αμφίεση και οι σπουδές του. Διότι κοιτάζοντας το είδωλό μου αποφάσιζα σιγά σιγά να μην ξαναγυρίσω στην Ελλάδα, ούτε στα μακριά φορέματα του φύλου μου. Θα χαιρόμουν την ελευθερία του άντρα, σκεφτόμουν παραβλέποντας το γεγονός ότι και ως άντρας έπρεπε να γυρνώ νωρίς το απόγευμα στο μοναστήρι των Ναζαρηνών, για να μην παραβιάσω τους κανόνες. Ήδη τους είχα παραβιάσει όντας ο Κανένας. Έφερα στο μυαλό μου την αλλοτινή Ελένη, που έκλεβε τα αποκέρια στο σχολείο για να ζωγραφίζει στο σκοτάδι ενός άλλου μοναστηριού κι ενός άλλου παραδείσου. Τώρα η παραβίαση μου ήταν πολύ πιο σοβαρή. Ποια θα ήταν άραγες η τιμωρία μου; Την περίμενα ψύχραιμα.

Ελένη ή ο Κανένας, εκδόσεις Καστανιώτη


Το πορτρέτο της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα από τον Σαβέριο Αλταμούρα

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ



Τελειώνοντας τη σχολή των Ναζαρηνών εξακολούθησε να φορά κοστούμια, για να ζει μόνη και να ταξιδεύει με ασφάλεια. Η Ελένη είχε μάθει να γίνεται αόρατη. Μόλις περνούσε «το μαγικό δαχτυλίδι των αντρίκειων ρούχων, την αντικαθιστούσε αμέσως η εικόνα ενός νέου άντρα, ονομαζόμενου Κανένας». Απελευθερώθηκε σταδιακά μετά τη μετακίνησή της από την κλειστή κοινωνία των Σπετσών στην αθηναϊκή κοινωνία και έπειτα σε μια ξένη χώρα. Απολάμβανε πια την ελευθερία του ξένου, του ξεριζωμένου.
        Κι ύστερα, μια πολιτεία της ενδοχώρας, στάθηκε μοιραία για την Ελένη. Η Φλωρεντία. Κι ο έρωτας για το ζωγράφο Σαβέριο Αλταμούρα. «Πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, η εντός της Ελένη εξεγέρθηκε εναντίον του Κανένα, όπως πάντα εξεγείρεται η ζωή εναντίον του θανάτου. Αν νικούσε η Ελένη, θα έχανε όλα τα προνόμια που της υποσχόταν ο Κανένας. Αν νικούσε ο Κανένας, τότε η Ελένη θα έχανε για πάντα την ψυχή της»
        Αποφάσισε, λοιπόν, να ενώσει τη ζωή της με τη δύναμη αυτού του ανέμου, του Σαβέριο Αλταμούρα. Ο άνεμός του «την εσήκωσε σε δυνατή και τρυφερή αγκάλη και την ταξίδεψε για λίγο στους εφτά ουρανούς». Εκεί γεννήθηκαν τα δύο πρώτα της παιδιά, ο Ιωάννης και η Σοφία. Αναγκάστηκε, μάλιστα, να ασπαστεί τον καθολικισμό, για να στεφανωθεί το Σαβέριο, προδίδοντας την παμπάλαιη γονεϊκή της πίστη. Κι ύστερα ήρθε ο δεύτερος γιος, ο Αλέξανδρος.
        Κι όταν μετά από κάποια χρόνια την εγκατέλειψε ο Σαβέριο, για να φύγει με την Αγγλίδα φίλη της και ζωγράφο Τζέιν Χέι, η Ελένη κίνησε με το πλοίο της επιστροφής για την Ελλάδα. Τον Ιωάννη και τη Σοφία άλλωστε ανέτρεφαν οι γονείς της στην πατρίδα. Τον Αλέξανδρο, βρέφος ακόμα, τον πήρε μαζί του ο Σαβέριο. Και στο ταξίδι αυτό η Ελένη επέλεξε να ενδυθεί τα αττικά της φορέματα, αφήνοντας πίσω της για πάντα το αντρικό κοστούμι του Κανένα.



Σαβέριο Αλταμούρα, αυτοπροσωπογραφία, 1860

Στην Αθήνα άρχισε να εργάζεται, ντυμένη στα γυναικεία μακριά φορέματα, στα γυναικεία μαλλιά. Έπρεπε να αποδείξει την αξία των γραμμάτων και για τις γυναίκες, δικαιολογώντας έτσι τη μεταμόρφωσή της σε άντρα, για να μορφωθεί. Από τη μαυρίλα της μελαγχολίας, που την επισκεπτόταν συχνά, την ελευθέρωναν τα δυο μικρά παιδιά της. Ο Ιωάννης, μάλιστα, από πολύ μικρός μαθήτευε κοντά της στη ζωγραφική. Και η Ελένη τα άφηνε να πιστεύουν πως κάποια μέρα ο πατέρας τους θα ερχότανε να τα αγκαλιάσει φέρνοντας δώρο τον μικρό Αλέξανδρο.

        Μόλις, όμως η αρρώστια χτύπησε την κόρη της, τη Σοφία, στα 18 της χρόνια, η Ελένη την έφερε στο σπίτι του νησιού, στις Σπέτσες. Και σαν ήρθε η ώρα της για το τελευταίο ταξίδι, η Ελένη τη ζωγράφισε στην αγκαλιά του αγγέλου. Κι ένιωσε τότε πω « η μοίρα την εκδικήθηκε, γιατί προσπάθησε να δραπετεύσει από την προκαθορισμένη επανάληψή της. Να δραπετεύσει προς την ελευθερία της δικής της φύσης».
        Και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς που έφυγε η Σοφία, έφυγε και ο Ιωάννης, για να συνεχίσει τις ζωγραφικές του σπουδές στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης. Και ο αποχαιρετισμός αυτός πόνεσε την Ελένη. Όμως δεν έπρεπε να αρνηθεί στο γιο της την περιπλάνηση στη γνώση, αφού ούτε κι ο αγράμματος, πλην ευφυής, πατέρας της την αρνήθηκε κάποτε σ’ αυτήν.
        Το επόμενο καλοκαίρι ο μικρότερος γιος, ο Αλέξανδρος, ήρθε στο σπίτι των Σπετσών, για να γνωρίσει τη μητέρα του. Και η Ελένη «αλίευε συγκινημένη από το πρόσωπο και τη συμπεριφορά του γιου της θραύσματα από τον πρώτο της έρωτα, σαν από ένα αρχέτυπο ζωής». Του έδειξε, μάλιστα, καθετί το ορατό, καθετί που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να την προσεγγίσει. Κι όταν ο Αλέξανδρος ζήτησε να φύγει από το νησί, η Ελένη κατάλαβε πως εκείνος θα έμενε πάντα ξένος γι’ αυτήν κι εκείνη πάντα ξένη γι’ αυτόν.
        Ωστόσο, ο Ιωάννης, μετά την επιστροφή του από τη Δανία, ήρθε να ζήσει κοντά στην Ελένη, στις Σπέτσες. Ζωγράφιζε ασταμάτητα, σαν να μην ήθελε να πάει χαμένη ούτε η παραμικρή στιγμή, από όσες μετρημένες του είχαν απομείνει. Κι όταν αναχώρησε κι αυτός, στα 26 του χρόνια, για το μεγάλο ταξίδι, ξεκίνησε και η Ελένη για «τη μετά τη ζωή ζωή των γυναικών», όπως την αποκαλούσε. Ουρλιάζοντας, πέφτοντας καταγής, λύνοντας και τραβώντας τα μαλλιά της ξεκρέμασε έναν έναν τους πίνακές της, τους κουβάλησε στη βεράντα πάνω από τη θάλασσα και τους έκαψε. Πίστευε πως έτσι έκαιγε όλη την προηγούμενη ζωή της : τη δειλία της να σκοτωθεί, τα δύο παιδιά που γέννησε δίχως ουράνιες και επίγειες ευχές, την αλλαγή του ορθόδοξου δόγματος με το καθολικό, το αντρικό ντύσιμό της, που πλήγωσε τη νηνεμία του γυναικείου πανάρχαιου κόσμου. Κι ακόμα πίστευε πως η φλόγα αυτή θα ήταν ο φάρος για τον Ιωάννη, για να θυμάται πού ήταν το φως και να μπορεί να επιστρέφει.

Αυτοπροσωπογραφία του Ιωάννη Αλταμούρα, 1873
        
Από κει και πέρα τίποτε δεν είχε πια σημασία γι’ αυτήν, όσο οι φωνές και οι επισκέψεις των αγαπημένων της. Γέμιζε τις λεκάνες με νερό, άφηνε πάνω στο τραπέζι κοντυλοφόρο και λευκό χαρτί και περίμενε. Ή έστρωνε και ξέστρωνε τα κρεβάτια των παιδιών της. Καμιά φορά τους τραγουδούσε με τη ραγισμένη της φωνή.
        Όταν, μετά από χρόνια, η Ελένη, η κυρα-Λένη για τις γειτόνισσες, αναχώρησε νύφη για το στερνό της ταξίδι, η Λασκαρίνα, η κουτσή της υπηρέτρια, φάνηκε στην πόρτα και τους είπε να κοπιάσουν. Κι άρχισαν οι Αρβανίτισσες τα θρηνητικά τους τραγούδια, λέγοντας στην κυρα-Λένη να πάει στο καλό, αφού τη ζήτησε ο Θεός στη δούλεψή του.
        Ένα μήνα αργότερα, Μεγάλη Τρίτη πρωί, ο Αναστάσης Μπούκουρας, ο αδελφός της Ελένης, αποσφράγισε το σπίτι των Σπετσών. Και δυο μέρες μετά, τη Μεγάλη Πέμπτη, περιδιαβαίνοντας μέσα στα δωμάτια αυτού του σπιτιού, ανάστατος από την τρέλα που αντίκριζαν τα μάτια του, πήρε την απόφασή του : Εξάλειψε με την πυρά όλα τα ίχνη, εξαερώνοντας μια για πάντα την προδοσία, την αμαρτία, τα μαγικά.

Ιωάννης Αλταμούρας, Σκάγκεν
Ιωάννης Αλταμούρας, Σκάγκεν
        Ο χαρακτήρας του έργου είναι γυναικοκεντρικός, με σημείο αναφοράς το διχασμό, τη διπλή ταυτότητα, το διώνυμο πρόσωπο, που παλεύει απεγνωσμένα να συμφιλιώσει τα δύο μισά κομμάτια του εαυτού του και οδηγείται τελικά στην ήττα και στην τρέλα. Κυρίαρχο μοτίβο είναι αυτό της μεταμφίεσης, η οποία συνδέεται με την αναζήτηση της αλήθειας και δηλώνει την προσπάθεια απεγκλωβισμού από τα στενά, περιοριστικά όρια του φύλου. Έτσι, διαμορφώνεται μια νέα ταυτότητα στην ηρωίδα και εμφανίζεται μια νέα εικόνα, αποδεκτή όχι μόνο από τον εαυτό της αλλά και από τους άλλους. Η Ελένη είναι ένα σύμβολο της διαφορετικότητας και του στοιχείου του Άλλου μέσα στο Ίδιο. Προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αρβανίτικη και την ελληνική καταγωγή της, το ορθόδοξο και το καθολικό δόγμα, την ιδιότητά της ως γυναίκας και μητέρας και τη ζωγραφική, που είναι πάντα η προτεραιότητά της.
        Ο γυρισμός στην Αθήνα και η επιστροφή στα γυναικεία ρούχα αφαιρούν από την Ελένη το δυναμισμό και τη σιγουριά που της έδινε το κοστούμι του Κανένα. Το ταξίδι της, με την έννοια της αναζήτησης μιας ταυτότητας, βρίσκεται πλέον σε τελικό στάδιο. Τα πένθιμα γυναικεία ρούχα, όπως τα αποκαλεί, είναι σαν μαύρα πανιά επιστροφής.


Γιώτα  Πολιτοπούλου, Φιλόλογος
3ο Γυμνάσιο Ναυπάκτου

Από το βιβλίο στη σκηνή






«Ο καπετάνιος, βέβαια, από τη μεριά του ουδέποτε υπολόγισε τη γη ολάκερη σαν κάτι απρόσιτο και ξένο. Ένα γερό αρμένισμα και φτάνεις, έλεγε. Μαθαίνεις έπειτα τον άλλο κόσμο, αν έχεις βαθιά μελετήσει τον δικό σου», λέει η ζωγράφος Ελένη διά στόματος Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου.

Το 2012 το έργο «Ελένη ή ο Κανένας» μεταφέρθηκε στη σκηνή του Θεάτρου Άνεσις από τον Θέμη Μουμουλίδη και την Αθανασία Γκανά. Στο ρόλο της Ελένης η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου.



Γυναίκες ζωγράφοι: ελάχιστες παρουσίες με αξιόλογο έργο

H ιστορία της ζωγραφικής γράφτηκε από άνδρες και η φεμινιστική κριτικής της τέχνης αναζήτησε τους λόγους της απουσίας ή της μη δυναμικής παρουσίας των γυναικών στο χώρο. Ορόσημο αποτελεί το άρθρο της Linda Nochlin «Γιατί δεν υπήρξαν μεγάλες γυναίκες καλλιτέχνες;» (1971), όπου η ιστορικός τέχνης επισημαίνει τους περιορισμούς που έθεταν στις γυναίκες καλλιτέχνες οι ανδροκρατούμενοι χώροι της θεσμοθετημένης τέχνης από την Αναγέννηση ως το τέλος του 19ου αιώνα.

Τους περιορισμούς που έθεταν για τις γυναίκες οι θεσμοί και κυρίως αυτός της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, όπως και τα αυστηρά ήθη της εποχής είχαν να αντιμετωπίσουν οι Ελληνίδες που ήθελαν να ασχοληθούν με το επάγγελμα της ζωγραφικής. Οι οικογενειακές τους υποχρεώσεις ως σύζυγοι και μητέρες και σε ορισμένες περιπτώσεις τα τραγικά γεγονότα της προσωπικής τους ζωής ανέκοψαν την πορεία τους ως ζωγράφων.

H φοίτηση των γυναικών στο Σχολείο Καλών Τεχνών - το 1843 υπό τη διεύθυνση του νεοκλασικιστή αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου μετατράπηκε το Σχολείον σε Σχολή Καλών Τεχνών με τονισμένο προσανατολισμό προς τη ζωγραφική και τη γλυπτική - δεν απαγορευόταν από τον κανονισμό. Ωστόσο, καθώς η συστέγαση των σχολείων αρρένων με τα παρθεναγωγεία απαγορευόταν από το νόμο του 1852, όπως και η συμμετοχή των γυναικών στο μάθημα γυμνού, που αποτελούσε καθημερινή πρακτική στο Σχολείο, ήταν αντίθετη με τα κρατούντα ήθη, αρχικώς δεν δημιουργήθηκε η σκέψη δημιουργίας ειδικού τμήματος για γυναίκες. Κατά συνέπεια, η καλλιτεχνική παιδεία των γυναικών περιοριζόταν στο στοιχειώδες μάθημα της ιχνογραφίας που διδασκόταν στο Αρσάκειο, το οποίο ιδρύθηκε το 1837 από τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία.

Όταν μετά το 1890 η διδασκαλία ανατέθηκε στη ζωγράφο Μαρίνα Αμοιραδάκη, τα αποτελέσματα ήταν θετικά. Τα ίδια χρόνια, η ζωγράφος συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις, κερδίζοντας μάλιστα και το χάλκινο βραβείο (1890).

Περιορισμένες ήταν και οι δυνατότητες καλλιτεχνικής παιδείας σε άλλα παρθεναγωγεία της Αθήνας (Πρότυπον Ελληνικόν, Χιλλ), της Κέρκυρας και της Κωνσταντινούπολης (Παλλάς, Ζάππειον). Στο Ζάππειον φοίτησαν η Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1960) και η Κλεονίκη Ασπριώτη (1870-1938), που, κυρίως η πρώτη, ανέπτυξαν στη συνέχεια αξιόλογη ζωγραφική δράση. Τα παρθεναγωγεία, άλλωστε, προετοίμαζαν τις μαθήτριές τους για μελλοντικές δασκάλες και καλές συζύγους, παρά προσέδιδαν στο μάθημα της ιχνογραφίας επαγγελματικό προσανατολισμό.

Αρχείο:Flora-karavia-thaleia-1912.jpeg
Από τις πρώτες γυναίκες που σπούδασαν ζωγραφική και ακολούθησαν τον εικαστικό δρόμο είναι η Θάλεια Φλωρά-Καραβία. Στη φωτογραφία, ζωγραφίζει στο Εμίν Αγά, στην πολιορκία των Ιωαννίνων, το 1913 (από το λεύκωμα «Ιωάννινα 1890 -1950» που εξέδωσαν ο «Ολκός» και το Ριζάρειο Ιδρυμα).

Μόνο οι εύπορες οικογένειες είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν ζωγράφους για να διδάσκουν ζωγραφική στις κόρες τους. Γνωστή είναι η περίπτωση του Ιταλού ζωγράφου και καθηγητή στο Σχολείο των Τεχνών Raf. Ceccoli που παρέδιδε μαθήματα στην Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της ζωγράφου Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα (1821 - 1900), που αντιμετώπισε με πρωτοφανή, ως τότε για την Ιστορία της Τέχνης, τρόπο τους αυστηρούς κανονισμούς που έθεταν για τις γυναίκες οι ευρωπαϊκές σχολές. H Αλταμούρα δεν δίστασε να μεταμφιεστεί σε άνδρα σπουδαστή, προκειμένου να γίνει δεκτή στην Καλλιτεχνική Ακαδημία της Ρώμης και να φοιτεί «ανερυθριάστως» στην τάξη του γυμνού και της ανατομίας.


Εκτός από το επάγγελμα της ζωγράφου, μια άλλη μορφή βιοποριστικής ασχολίας για την Ελληνίδα υπήρχε στο χώρο της τέχνης: το επάγγελμα της δασκάλας της ζωγραφικής. Παρά τη σημασία που έχει αποδοθεί στην τραγική ζωή της, η Ελένη Αλταμούρα αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση γυναίκας ζωγράφου κι αυτό γιατί κινήθηκε με την ίδια επιτυχία με τους άνδρες συναδέλφους της, μέσα στο θεσμικό πλαίσιο. Στα 1863-5 δίδαξε ζωγραφική στις εξωτερικές μαθήτριες του Αρσακείου, ενώ στον κύκλο των μαθητριών της συμπεριλαμβανόταν και η νεαρή βασίλισσα Όλγα.


Μαρία Κόντα, Αφιέρωμα της Καθημερινής,"Εργαζόμενες γυναίκες", 2 Μαΐου 1999


Ασπριώτη Κλεονίκη, Στην εξοχή