Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

«Ο Χαλεπάς είναι ένας άγιος, που τον προσκυνώ», Ρέα Γαλανάκη


Το πορτρέτο του Χαλεπά από τον Πέτρο Ζουμπουλάκη


Μια γυναίκα πλασμένη μόνο από τα δάχτυλά σας....

Μια γυναίκα ούτε εξήντα εκατοστά, από νερό και κόκκινο πηλό. Τα υλικά, όπως λένε, του Θεού. Τα ταπεινά δικά σας υλικά, αφού εκείνο τον καιρό το μάρμαρο, η δόξα της νεότητάς σας, ήταν απρόσιτο για σας. Όσο κι η καλοσύνη των ανθρώπων. Μια χοϊκή, λοιπόν, γυναίκα πλασμένη μόνο από τα δάχτυλά σας. Δεν αποκλείεται και με τη βοήθεια ενός απλοϊκού, αυτοσχέδιου εργαλείου, κάποιο καρφί ή ένα κλαράκι για παράδειγμα.[....]
Αυτή, λοιπόν, η ούτε εξήντα εκατοστά γυναίκα από νερό και κοκκινόχωμα, που τη βαφτίσατε «Αθηνά βοσκόπουλα», συνεχίζει να φοράει μέχρι σήμερα ένα ποδήρες ένδυμα με κάθετες πιέτες. Τα πέλματά της ξεμυτίζουν από την άκρη του φορέματος. Στο ύψος των γοφών της βάλατε δύο οριζόντιες βαθιές πτυχώσεις από το αναδιπλωμένο ύφασμα, και ψηλότερα μια ζώνη με φιόγκο, προσεκτικά, σφιχτά δεμένο, ώστε να υποστηρίζει δυο μαστούς βαριούς, ωσάν γεμάτους γάλα. Οι βαριοί τούτοι μαστοί πλαισιώνονται δεξιά κι αριστερά από δύο φουσκωτά μανίκια, μαζεμένα στο ίδιο μ’ εκείνους ύψος. Κάθε μανίκι έχει κάτι σαν κουμπί που το κρατάει ανασηκωμένο - διότι έπρεπε να ανασκουμπώσει τα μανίκια ακόμη κι η θεά Αθηνά, αφού σκόπευε να αρμέξει, να τυροκομήσει - μπορεί όμως και να ζεσταινόταν από τον θρασύ μα ευπρόσδεκτο ήλιο της άνοιξης.

Στη βάση του λαιμού της ένα κολιέ.
 Ή μήπως πρόκειται για δαντελένιο ρέλι στη λαιμόκοψη της λεπτής διάφανης μπλούζας της, αφού μια σοφή θεά, και μάλιστα θεά παρθένος, δεν θα άφηνε του καθενός το βλέμμα, δεν θα άφηνε ούτε καν τα δάχτυλά σας να αργοπορήσουν ψηλαφώντας εκείνο το γυμνό τρίγωνο σάρκας, που ξεκινούσε από τον λαιμό και κατέβαινε μέχρι τον σφιχτά δεμένο φιόγκο της. Με άλλα λόγια, δεν θα επέτρεπε στο βλέμμα ή στα δάχτυλα ενός άντρα να αργοπορούνε κατεβαίνοντας βαθιά, ανάμεσα στους δυο βαριούς, ερωτικούς μαστούς της. Δεν αποκλείω, ωστόσο, να επέτρεπε αυτή την ευχαρίστηση μόνο σε σας, τον δημιουργό της, ακριβώς επειδή εκτός από θεά ήταν ταυτόχρονα και μια λογική γυναίκα του χωριού, που ήξερε ότι το δώρο θέλει αντίδωρο: τη δημιουργήσατε, θα σας άφηνε να τη χαϊδέψετε. Τη γνώριζε αυτή σας τη βαθιά ανάγκη.

Στο κεφάλι της φέρει την περικεφαλαία της θεάς Αθηνάς. Έτσι όμως που είναι πλασμένη η περικεφαλαία, θυμίζει το κεφαλομάντιλο μιας ντόπιας νεαρής χωριατοπούλας, που έχει δέσει τα μαλλιά της προκειμένου να δουλέψει, τα αφήνει ωστόσο να διακρίνονται στους κροτάφους, από νάζι μάλλον. Μπορεί και να ζεστάθηκε από τη δουλειά της και να έχει χαλαρώσει το μαντίλι, να πάρει αέρα το κεφάλι της. Αν είναι πάλι περικεφαλαία, τότε την έχει γείρει λίγο προς τα πίσω.

Το πρόσωπό της - ω, αυτό το ανάλαφρα στραμμένο προς τα πάνω, το αγέρωχο, το αδρό, το λίγο μελαγχολικό της πρόσωπο! Μόλις που συγκρατεί ένα αρχαϊκό μειδίαμα, ενώ τα βλέφαρά της είναι μισόκλειστα από ηδονή. Διότι τα γυμνά χέρια της θεάς, ή της χωρικής, αδρά, γεροδεμένα χέρια, κατεβαίνουν κολλημένα στον κορμό της και χαϊδεύουν ένα κατσικάκι. Το κατσικάκι τρίβεται στα γόνατά της, πάνω στις πιέτες της μακριάς της φούστας, στυλώνοντας τα πόδια και τεντώνοντας το κεφαλάκι πάνω στον αριστερό μηρό, στο σημείο ακριβώς που βρίσκονται τα δάχτυλά της. Θέλει να αγγίξει αυτά τα δάχτυλα, τα αγγίζει, την αγγίζει.

Η καμπύλη που σχηματίζεται από το σκίρτημα του λαιμού και της ράχης του μικρού τρυφερού ζώου μοιάζει με χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που υπογραμμίζεται από όλες τις οριζόντιες γραμμές στις πτυχώσεις και στη ζώνη, από το οριζόντιο ζευγάρι των μαστών, σχηματίζοντας έτσι ένα νοητό τετράγωνο κάθετων κι οριζόντιων γραμμών σε μια πυκνή ενιαία σύνθεση. Σας αρέσαν, άλλωστε, οι συμπαγείς πυκνές συνθέσεις, οι καθάριες επιφάνειες, η στέρεη ισορροπία όγκων και γραμμών, γι’ αυτό και "χτίζατε", είπατε κάποτε, τα πήλινα γλυπτά σας χωρίς κρυμμένο σκελετό. Αυτό αποδείκνυε του γλύπτη την αξιοσύνη.

Η «Αθηνά βοσκοπούλα» χαϊδεύει κι αυτή το κεφαλάκι του με το αριστερό της χέρι, το χέρι της καρδιάς. Με το δεξί της, το χέρι της δουλειάς, του δέρατος, της σμίλης, της γραφίδας, η θεά βοσκοπούλα κουβαλάει μια βαριά καρδάρα γάλα.[....]

Η «Αθηνά Βοσκοπούλα» 
Από τον κατάλογο της έκθεσης στην Εθνική Γλυπτοθήκη το 2007

μαχόμενη και ειρηνική σοφία μαζί .....

Εκείνα τα χρόνια που βρεθήκατε βοσκός στην Τήνο, όχι αποκλειστικά βοσκός αλλά και γλύπτης, όπως ξέρουμε, τότε ήταν που ενώσατε στο ίδιο πήλινο γλυπτό τη θεά Αθηνά και μια ντόπια βοσκοπούλα. Με άλλα λόγια, τολμήσατε να ενώσετε στην ίδια γυναικεία μορφή τη λόγια μαχόμενη σοφία μαζί με την ειρηνική σοφία μιας βοσκοπούλας χωρικής, και να το πραγματοποιήσετε με ίσους όρους. Η υποτυπώδης περικεφαλαία της Αθηνάς μπορεί να σήμαινε και το ότι η σοφία κερδίζεται συχνά με μάχες, πλην όμως η μάχη για τη γνώση θα πρέπει να ’ναι τίμια και ιπποτική, ειδάλλως σκοτώνεται όποιος ζητάει να μάθει - αυτό θα πρέπει μάλλον να το είχατε σκεφτεί, ότι η σωστή μάχη για τη γνώση μισεί τον επί ματαίω θύτη, μισεί τον κυνηγό.

Από την άλλη, το σαν περικεφαλαία μαντίλι στο κεφάλι αυτής της πήλινης αγρότισσας, εάν κάτι τέτοιο υπονοούσε η φτιαξιά του μαντιλιού της, είναι πιθανό να σήμαινε ότι η βοσκοπούλα είχε τη δική της άγραφη, πολύ παλιά όσο και καθημερινή σοφία για το καθετί στον κόσμο της: Ο ήλιος της άνοιξης θα κοκκίνιζε τα μπράτσα της, μα είχε να κάνει χειρωνακτικές δουλειές στην ύπαιθρο, το γάλα στην καρδάρα είχε μάθει να το αρμέγει από μικρό παιδί, γι’ αυτό είχε ανασκουμπώσει τα μανίκια μέχρι τους αγκώνες, για να μην της λερωθούνε. Άσε που ούτε μία τρίχα από τα σγουρά μαλλιά της δεν έπρεπε να πέσει μες στο γάλα, φρόντισε λοιπόν να τα τυλίξει στο κεφαλομάντιλό της.

Άρμεξε, σύναξε το γάλα στην καρδάρα και σηκώθηκε να φύγει. Τότε ήταν που ήρθε από το πουθενά το κατσικάκι, το καλό της κατσικάκι, τεντώθηκε να την αγγίξει κι άρχισε να τρίβεται στα γόνατά της ανασηκώνοντας το κεφαλάκι σαν μωρό παιδί, και της χαμογελούσε λες. Το χάιδευε κι εκείνη με το αριστερό της χέρι, αγαλλιάζανε. Ε, ας έσκαγε από το κακό του ο ζηλιάρης ήλιος, ας κατακοκκίνιζε τα δυο γυμνά της χέρια όσο θα διαρκούσε αυτό το τρυφερό παιχνίδι με το κατσικάκι της. Τα δικά της χέρια, που έπρεπε να δουλέψουνε γυμνά, αλλά και να χαϊδέψουν έπρεπε γυμνά. Στο κάτω-κάτω, καθώς θα επέστρεφε αργότερα στο χωριό της, θα κατέβαζε ως κάτω τα μανίκια, για να κρύψει το κοκκίνισμά τους. Τι να κάνει, έπρεπε να αρέσει και στους υποψήφιους γαμπρούς, που ήθελαν κάτασπρο των γυναικών το δέρμα.

Αυτά φαίνονται αρκετά, δεν είναι όμως. Το κλειδί για τη δημιουργία της «Αθηνάς βοσκοπούλας» ήσασταν εσείς, η ζωή σας δηλαδή. [...]


Γιαννούλης Χαλεπάς, Αυτοπροσωπογραφία, 1930 
 © Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, φωτ. Θάλεια Κυμπάρη


«Ο πηλός, γιατί χρειάζεται μόνο τα δάχτυλα»


Η πήλινη «Αθηνά βοσκόπουλα» ανήκει σ’ εκείνη τη γόνιμη δεύτερη φάση της επιστροφής και παραμονής σας στην Τήνο. Πλάστηκε λίγα μόνο χρόνια προτού ζητήσετε, εσείς προσωπικά, να πάτε να ζήσετε κοντά σε πολυαγαπημένους συγγενείς σας στην Αθήνα. Τριάντα χρόνια μετά την αρχή του αιώνα, όταν εσείς διάσημος και τιμημένος πια βαδίζατε στα εβδομήντα εννιά σας, γράψατε ένα λιτό σημείωμα από την Τήνο προς τον ανεψιό σας, τον Βασίλη Χαλεπά, τον γιο του πιο αγαπημένου από τους αδερφούς σας, του Νικόλα. Το σημείωμα διασώθηκε κι εξακολουθεί να λέει: 

«Αγαπημένε μου Βασιλάκη, θέλω να έρθω εις την Αθήνα να ξεκουραστώ λιγάκη, διότι εδώ κουράζομαι τιολύ. Ο θείος σου Γιανούλης». Δυο φορές η λέξη «κούραση», απλώσατε το χέρι για βοήθεια, για συντροφιά.[...]

Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ό
τι, δουλεύοντας με τον πηλό τα σχεδόν τριάντα χρόνια που μείνατε στην Τήνο, ήσασταν πλέον καλλιτέχνης μόνο για τον εαυτό σας. Κατά κάποιο τρόπο είχατε αγγίξει τις απαρχές της τέχνης σας, αφού χρόνια αργότερα, στην Αθήνα, και λίγο πριν από τον θάνατό σας, απαντήσατε στον Τζούλιο Καΐμη, που σας ρώτησε «ποια ήταν η πρώτη τέχνη που επιχείρησε να κάνει ο άνθρωπος»

«Ο πηλός, γιατί χρειάζεται μόνο τα δάχτυλα».

Φωτ.: Δημητρίου Χατζόπουλου - Μποέμ - Δεκαετία του '20
(Από το αρχείο του Κώστα Ζαρόκωστα)

Μικρά πήλινα αγάλματα αποκλειστικά για σας....

Εκτός όμως από τις απαρχές, είχατε αγγίξει καθεαυτή την πεμπτουσία της τέχνης. Δουλεύατε μόνο για σας, αποκλειστικά για σας, επειδή τα μικρά πήλινα αγάλματά σας δεν είχαν κανέναν απολύτως δημόσιο προορισμό, ούτε καν να αγοραστούνε από ιδιώτες. Ποιος θα αγόραζε ένα τέτοιο μικρό, φτηνό, πήλινο γλυπτό, και μάλιστα με μια περίεργη σύνθεση μορφών; Ποιος θα το αγόραζε στο χωριό των μαρμαράδων, στον Πύργο της Τήνου, εκεί όπου το μάρμαρο ήταν η εγγύηση για την αθανασία της ανθρώπινης μορφής, για την αιωνιότητα της τέχνης; Κανείς. Ούτε καν για το σπίτι του, ως εφέστιο θεό. Και φυσικά δεν θα κοσμούσε κάποιο δημόσιο χώρο, έστω έναν τάφο στο νεκροταφείο του τόπου.

Το ταπεινό υλικό και οι παράτολμες συνθέσεις σας ήταν προορισμένα να καταστραφούν, όχι μονάχα από χέρι ανθρώπινο, αλλά και από τη φθορά που φέρνει στον εύθρυπτο πηλό ο χρόνος, σε αντίθεση με το μάρμαρο. Το γνωρίζατε ασφαλώς, αλλά δεν σας απασχολούσε. Στο κάτω-κάτω κι ο Θεός, καταπώς λέγανε οι Γραφές, έτσι έφτιαξε τον άνθρωπο: με πηλό, με νερό και με έμπνευση, για να κάνει τον κύκλο του, να φθαρεί και να πεθάνει. Για να μην αποκτήσει την ακαμψία, την αναίδεια μιας μαρμάρινης αθανασίας.

Γι’ αυτό και υποθέτω ότι κατασκευάζατε τα πήλινα γλυπτά σας αποκλειστικά για τον εαυτό σας. Αυτό φαίνεται να σας ελευθέρωσε από πάρα πολλά, αφού οι, παράλογες για τους πολλούς, συνθέσεις σας απευθύνονταν στον εαυτό σας μόνο. Άλλος κανείς δεν θα τις έβλεπε ούτε καν για να τις σχολιάσει ή να τις ειρωνευτεί, τουλάχιστον ενόσω ζούσε η μάνα σας. Ναι, η μακαρίτισσα τις ειρωνευόταν, τις μισούσε, έσπαζε τα γλυπτά σας - τα σπάζατε κι εσείς, όμως για τον εαυτό σας μόνο φτιάχνατε τα αγαλματάκια σας, για κανέναν άλλο, στο χέρι σας ήταν τόσο η ζωή όσο κι ο θάνατός τους - ιδού μια ακόμη ερμηνεία για την καταστροφή τους από σας.

Η κατάσταση πήρε να αλλάζει αργότερα, αλλά και πάλι τα έργα σας ούτε παραγγέλνονταν ούτε πουλιούνταν, ούτε στόλιζαν δημόσιους χώρους. Ήταν μόνο για σας.

Αναρωτιέμαι ακριβώς γι’ αυτό. Με άλλα λόγια, αναρωτιέμαι αν η βαθιά προσωπική σχέση του δημιουργού με το έργο του είναι η πεμπτουσία της τέχνης. Αν εκεί τελειώνουν όλα. Κι αν όσα έρχονται μετά, η δημόσια λειτουργία ενός έργου δηλαδή, η εμπορική του διάσταση, οι μεσολαβητές, η απόρριψη και ο έπαινος, η δόξα ή η λησμονιά, αν όλα τούτα είναι εντέλει περιττά, περιοριστικά, ακόμη κι ενοχλητικά για τη δημιουργία αυτήν καθεαυτή. 

Βέβαια, και το υπογραμμίζω αυτό, πρέπει να μπορεί να ζήσει ο καλλιτέχνης γλύπτης, και να ζήσει ει δυνατόν με αξιοπρέπεια από τη δουλειά του. Κι εσείς είχατε ζήσει αρκετά καλά μέχρι τα είκοσι εφτά σας, προτού σας πάρει κάτω η αρρώστια, χωρίς να κάνετε υποχωρήσεις στους παραγγελιοδόχους, με βραβεία, με επαίνους, με τον θαυμασμό των ειδικών και των μη ειδικών, με δημόσια αποδοχή μεγάλη.

Όμως, μετά τον εγκλεισμό στην Κέρκυρα, όταν δουλεύατε μόνο με τον πηλό στην Τήνο, υποθέτω ότι δεν σας ενδιέφερε η επιβίωση. Ούτε μάλλον και η αναγνώριση - από ποιους άλλωστε στο χωριό σας; Ψευτοπερνούσατε από τη βοσκή, από τα μικροθελήματα, από τις γόπες που μαζεύατε στον δρόμο όταν δεν είχατε πεντάρα τσακιστή. Ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεβάτι υπήρχε, δεν χρειαζόσασταν λεφτά για να αγοράσετε μιαν ακριβή πρώτη ύλη όπως το μάρμαρο, ούτε τα απαραίτητα εργαλεία για να το δουλέψετε, ενώ στο σπίτι είχατε μέχρι και «εργαστήρι» στο υπόγειο. Κυρίως είχατε, εσείς ο ίδιος, ασκηθεί να ζείτε με την άκρα λιτότητα - υποθέτω ότι αυτό συνέβη όσο μείνατε έγκλειστος, αλλά πρέπει να ήταν και στον χαρακτήρα σας. Πλούτος ήταν πια για σας η ελευθερία στη σύνθεση των έργων σας, η ελευθερία σας να τριγυρνάτε. Τα υπόλοιπα δεν σας απασχολούσαν.

Δουλεύατε, λοιπόν, για τον εαυτό σας. Τα πήλινα γλυπτά σας αυτό με διδάσκουν, ότι ένα έργο τέχνης αφορά πάνω απ’ όλα τον δημιουργό του, ότι σ’ αυτόν εξαντλείται, παραμένοντας ένα σπουδαίο έργο τέχνης. Όμως, πώς φθάνει κανείς να ανακαλύψει αυτή τη σοφία, ένα διαμάντι μες στη στάχτη μιας ζωής σαν τη δική σας;

Εσείς, ο «τρελός» βοσκός στα βουνά της Τήνου, ο «τρελός του χωριού» στον Πύργο, το είχατε ανακαλύψει. Άλλοι δεν το ανακάλυψαν ποτέ. Μπορεί και να μην πέρασε ποτέ από το μυαλό τους τέτοια σκέψη, δοσμένοι ως ήταν στο εμπόριο, στην προβολή, στην «κανονική» ζωή του αναγνωρισμένου καλλιτέχνη.

Δεν έχει σημασία απλά και μόνο το ότι δεν σταματήσατε ποτέ τη γλυπτική, παρά τις πολύ αντίξοες συνθήκες. Πιο μεγάλη σημασία έχει με ποιο τρόπο τη συνεχίσατε. Εννοώ τον έσω κόσμο, την αναμέτρηση με την ψυχή σας. Τούτο το οδυνηρό, το αινιγματικό, μα και θαυμάσιο.

Φωτ.: Δημητρίου Χατζόπουλου - Μποέμ - Δεκαετία του '20 
(Από το αρχείο του Κώστα Ζαρόκωστα)


«Ο Χαλεπάς ος ο βοσκός»


Μερικά χρόνια αφότου πλάσατε την πήλινη «Αθηνά βοσκοπούλα», μα μόλις ένα χρόνο πριν αναχωρήσετε από την Τήνο για τα ειρηνικά και γόνιμα γεράματά σας στην Αθήνα, σκιτσάρατε σ’ ένα χαρτί τον εαυτό σας σαν βοσκό.

«Ο
 Χαλεπάς ος ο βοσκός. Γιαν. Χαλεπάς 1929», λέει πάντα στο κάτω μέρος η ιδιόχειρη σημείωσή σας. 

Το σκίτσο σώθηκε και συνεχίζει να σας δείχνει όρθιο, ντυμένο με ένα υποτυπώδες, παλιό σκούρο κουστούμι κι ένα μικρό καπέλο, ίσως στα νιάτα του ρεπούμπλικα[...] Με τέτοια ρούχα, ρούχα «της πόλης», φαίνεται ότι ντυνόσασταν και ως βοσκός, αφού έτσι σκιτσάρατε τον εαυτό σας, και μάλιστα δηλώνετε γραπτά ότι είστε εσείς. Ένας «πολίτης», δηλαδή, βοσκός στο δίχως κτήρια κλεινόν άστυ των βουνών.[....] 

Σκιτσάρατε, λοιπόν, τον εαυτό σας «ος βοσκό» Η ιδιότητα του ποιμένα, το κύριο θέμα του σκίτσου, δεν στηρίζεται στα ρούχα, καθώς το παλιό σκούρο κουστούμι σας και το καπελάκι την υπονομεύουν. Στηρίζεται στο ότι απεικονίσατε τον εαυτό σας την ώρα που παίζει και αγάλλεται με τρία μεγάλα πρόβατα. Το αριστερό σας χέρι χαϊδεύει το κεφάλι του πρώτου, που τεντώνεται προς τα χάδια του χεριού σας (στάση που ανακαλεί τα χάδια της «Αθηνάς βοσκοπούλας» με το κατσικάκι της). Πίσω του, το δεύτερο πρόβατο στρέφει το κεφάλι κατάφατσα στον θεατή, ενώ πιο πίσω ακόμη ένα τρίτο πρόβατο έχει ορθωθεί και με τα μπροστινά του πόδια στηρίζεται πάνω σας. Κάτω, το ξαναλέω, από το σκίτσο η ιδιόχειρη εξήγησή σας «Ο Χαλεπάς ος ο βοσκός. Γιαν. Χαλεπάς 1929», για να μην υπάρξει καμιά παρεξήγηση: εσείς είστε αυτός ο βοσκός, εσείς χαίρεστε το παιγνίδι με τα αγαπημένα ζωντανά σας.

Σχολιάζουν ορισμένοι ότι, με το σκίτσο αυτό, ίσως θέλατε να ειρωνευτείτε με λεπτότητα τον τρόπο που σας έβλεπαν οι άλλοι. Οι ντόπιοι, μα προπάντων όσοι ανακάλυπταν ξανά στην ύπαρξή σας τον αλλοτινό μεγάλο γλύπτη, που ξάφνου είχε νεκραναστηθεί στην ερημιά του, στην απόγνωσή του, και συνέχιζε τη γλυπτική του με άλλο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε να βόσκει στο νησί του πρόβατα!

Τολμώ
να πω ότι, με το σκίτσο του εαυτού σας «ος ο βοσκός» ακριβώς στο κρίσιμο μεταίχμιο της ζωής σας μεταξύ Τήνου και Αθήνας, θέλατε να υπαινιχθείτε κάτι παραπάνω. Κάτι πολύ σημαντικό για σας.

Το ίδιο που υπαινιχθήκατε και με την «Αθηνά βοσκοπούλα».

Πολύκλειτος Ρέγκος, Ο Χαλεπάς στο εργαστήρι του (πλάθοντας τον πηλό), 1937

Χρόνια πολλά προτού σκιτσάρετε τον εαυτό σας σαν βοσκό, ένας από τους τρεις πρώτους επισκέπτες που - όπως έχει ήδη επισημανθεί - ήρθαν να σας δουν ενόσω ζούσε η μάνα, αν δεν κάνω λάθος ο συμπατριώτης σας γλύπτης Λάζαρος Σώχος, ανέβηκε για να σας ανταμώσει στο βουνό, έχοντας ακούσει στο χωριό το φοβερό κι ανήκουστο, ότι ήσασταν, λέει, στο βουνό και βοσκούσατε τα πρόβατα της μάνας σας! Πρώτος αυτός το διαπίστωσε με τα ίδια του τα μάτια, ομολογώντας ότι κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο προσπαθώντας να πιστέψει όσα έβλεπε, μα και να ηρεμήσει προτού πλησιάσει για να σας μιλήσει.

Σας είδε, λέει, που φωνάζατε ένα-ένα τα πρόβατα με το όνομά τους, επειδή είχατε δώσει στο καθένα τους και από ένα όνομα - υποθέτω σύμφωνα με το χρώμα ή τον χαρακτήρα του, μπορεί ωστόσο να τους είχατε δώσει και ονόματα αρχαίων ηρώων, αφού σας άρεσαν πάντα οι συμβολισμοί, ακόμη και ονόματα συγχωριανών σας ή άλλα, ανασυρμένα από τη βαθιά μνήμη της ζωής σας. Και τρυφερά, λέει ο κρυμμένος που σας έβλεπε και σας άκουγε, τους δίνατε μέσα στο στόμα τους, με το ίδιο το χέρι σας, ψωμί να φάνε από το καρβέλι που κουβαλούσατε για το δικό σας κολατσιό. Προσθέτει ακόμη ότι τα χαϊδεύατε, αλλά και το πιο παράξενο, ότι έμοιαζε να σας ανταποδίδουν την αγάπη και τα πρόβατά σας!

Τον πιστεύω, όπως πιστεύω και όσα θα πρέπει να πληροφορήθηκε για σας στον Πύργο. Πως όταν, για παράδειγμα, πούλαγε η τσατσα-Ρήνη κανένα αρνί για να βρει χρήματα, σας έλεγε ψέματα για να μη στενοχωρηθείτε, σας έλεγε δηλαδή ότι πάει, χάθηκε στο βουνό το αρνάκι σας. Κι εσείς παίρνατε αμέσως τα βουνά και τα λαγκάδια κλαίγοντας δυνατά, φωνάζοντας με το όνομά του το χαμένο αρνί.

Με άλλα λόγια, εμπιστευτήκατε - αφεθήκατε, καλύτερα να πω - στην αγάπη των προβάτων. Και σωστά κάνατε, όσο κι αν ορισμένοι ακόμη κι αυτό το σχολίασαν ως ένδειξη παραφροσύνης. Αντίθετα, εγώ τολμώ να υποθέσω ότι η αγάπη για τα ζωντανά σας, που κι εκείνα σας την ανταπέδιδαν με τον δικό τους τρόπο, θα πρέπει να λειτούργησε σοφά και θεραπευτικά για σας. Είναι απλό, νομίζω: στο βουνό γινόσασταν ξανά ένας άνθρωπος «κανονικός», που αγαπούσε και τον αγαπούσαν. Ένας ηλικιωμένος άντρας με πλούσια, βαθιά και τρυφερά τα αισθήματά του, τα καθόλου γλυκανάλατα - τα βάσανα, η σιωπή, η τέχνη, σας είχαν σηκώσει πολύ πιο πάνω από τις συνηθισμένες φιοριτούρες της αγάπης. 

Αυτό μάλιστα συνέβαινε την ώρα που πολλοί συγχωριανοί σας όχι μόνο δεν επέτρεπαν, σ’ εσάς τον φτωχό, κανέναν πλούτο, καν να αγγίξετε το ακριβό άσπρο μάρμαρό τους, μα ούτε τον πλούτο των συναισθημάτων - τι σόι συναισθήματα μπορούσε να έχει ένας κακομοίρης; Καταφεύγατε λοιπόν στα όρη για να εκφράσετε τον μυστικό συναισθηματικό σας πλούτο. 
Και στραφήκατε προς των ζώων σας την ανυπόκριτη αγάπη. Αποφασισμένα, ταπεινά, «ως ήσυχος».

Πορτρέτο του Χαλεπά, χαρακτικό-αφίσα
Έργο του Γιώργη Βαρλάμου, Αθήνα 1922



Το κερδίσατε κι αυτό στοίχημα. Μεταξύ άλλων, θα έλεγα ότι συνετέλεσε και η ομολογημένη σας αγάπη προς τα πρόβατά σας, για να μην εγκαταλείψετε ποτέ τη γλυπτική. Θα πρέπει να σας έδινε κουράγιο το γεγονός ότι αγαπούσατε κι ότι σας αγαπούσαν στα κρυφά, μακριά από το βλέμμα των ανθρώπων. Κι επιπλέον η αγάπη αυτή σας επέτρεπε να μαζεύετε με ένα λυγισμένο παλιοκούταλο το κοκκινόχωμα από τα γουβιάσματα των βράχων. Σίγουρα θα τη μοιραζόσασταν με τα προβατάκια τη χαρά, κάθε φορά που ανακαλύπτατε τον λίγο, μα πολύτιμο πηλό - μπορεί και να τους εξομολογιόσασταν τα ανείπωτα, τα ανοίκεια σε τρίτους, οράματα του νου σας, προτού λάβουν σχήμα στον πηλό. Τολμώ να πω ότι τα ζωντανά σας θα σας άκουγαν με προσοχή, εγκρίνοντας αμέσως τις συνθέσεις σας. Μπορεί και να σας έλεγαν να μη δίνετε πια και τόση προσοχή στου καθενός τη γνώμη, ούτε στη γνώμη των πολλών, μετράει του καλλιτέχνη η καρδιά και το ταλέντο, τίποτε άλλο. Με ανθρώπινη φωνή βεβαίως, όπως μιλούν τα ζώα σε όσους αγαπάνε, με την προβατίσια διάλεκτο αμύνονται στους άσχετους και τους εχθρούς.

Με την «Αθηνά βοσκοπούλα» κάνετε, λοιπόν, ένα σπουδαίο υπαινιγμό για τη ζωή σας «ος ο βοσκός». Με κάθε σεβασμό, με την εκ των υστέρων άδειά σας, ν' επιτρέψτε μου μία μόνο μικρή λέξη στις δικές σας: «ος ο σοφός βοσκός».

Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαία τα λόγια που είπατε αργότερα σε έναν από τους επισκέπτες στην Αθήνα, που είχε απορήσει, ο άνθρωπος, με τον τολμηρό, σχεδόν αναιδή, συνδυασμό της Παλλάδος και μιας Τηνιακής βοσκοπούλας στο μικρό πήλινο γλυπτό σας: 

«Είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι των θέλουν τη θεά της Σοφίας με περικεφαλαία και δόρυ. Πιο πολύ ταιριάζει σαν μια βοσκοπούλα».

Λόγια ενός ανθρώπου δυο φορές σοφού. Την πρώτη, από τη βαθύτατη αίσθηση πραγμάτων και ζωής που δίνει στον μεγάλο καλλιτέχνη η τέχνη του. Δεύτερη φορά σοφός, επειδή καθυποτάξατε εντέλει το θεριό της τρέλας, που ενεδρεύει πάντα μέσα στην πράξη της δημιουργίας. 

Με βάση τα παραπάνω λόγια σας, υποθέτω ότι πολλές φορές θα είχατε σκεφτεί ότι η απλή, η άδολη αγάπη θα πρέπει να είναι η σοφία της ζωής. Ή, πάλι, ότι η σοφία της ζωής είναι να μη σταματήσεις να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να μη στερέψει η ζωοδόχος πηγή των αισθημάτων, χωρίς τελικά να έχει τόση σημασία ποιον αγαπάς, ή από ποιον αγαπιέσαι. Και τα άκακα τα προβατάκια που σας αγαπούσαν, δεν σας προξενούσανε κακό, ούτε σας ταπεινώνανε, όπως το είχαν κάνει τόσοι και τόσοι στη ζωή σας, ιδιαίτερα αφότου πήρατε την κάτω βόλτα. Η αγάπη που σας έδιναν τα ζώα ήταν η πιο άδολη. Μα και η πιο ζόρικη να αποκτηθεί.


Ρέα Γαλανάκη, «Αθηνά βοσκοπούλα» ένα γλυπτό του Χαλεπά, Δυο γυναίκες, δυο θεές, εκδόσεις Καστανιώτη.


Πορτρέτο του Χαλεπά, έργο του Νικόλαου Λύτρα, 1926


«Ο Χαλεπάς είναι ένας άγιος, που τον προσκυνώ»

[.....] είναι αλήθεια ότι ήθελα να κάνω ένα βιβλίο για τον Χαλεπά, είχα γράψει και δυο-τρία κεφάλαια, αλλά τα παράτησα. Και καλώς. Και μετά συγκεντρώθηκα σε κάτι από τα πολλά που με είχαν συγκινήσει, προσπάθησα να δω γιατί με είχαν συγκινήσει.

Το σημαντικότερο ήταν ένα όχι πολύ γνωστό πήλινο γλυπτό, εξήντα πόντους μόνο, στο οποίο παρουσιάζει τη θεά Αθηνά σαν μια βοσκοπούλα. Ανήκει στις τολμηρές συνθέσεις του και έχει γίνει στην Τήνο, το 1929, προς το τέλος της δυστυχίας του - είχε αρχίσει να ξαναγίνεται γνωστός, τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στην Αθήνα.


Σ’ αυτή την ιδιόρρυθμη σύνθεση βρήκα αναφορές στη δική του ζωή. Υπήρξε και ο ίδιος βοσκός επί πολλά χρόνια, έτσι έβγαζε κάποια λεφτά όταν βγήκε από το φρενοκομείο της Κέρκυρας και τον πήρε στην Τήνο η μάνα του.

Δούλεψα στην ουσία πάνω στη σχέση του δημιουργού με το έργο του. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι έχει σκιτσάρει και τον εαυτό του να παίζει με τρία μεγάλα πρόβατα, που αγαπούσε. Κι έχει πει κι αυτό το περίφημο, που το έχω βάλει και μότο στο βιβλίο, και νομίζω ότι σπάει κόκαλα: «Είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι που θέλουν τη θεά της Σοφίας με περικεφαλαία και δόρυ. Πιο πολύ ταιριάζει σε μια βοσκοπούλα».
  • Είναι μια φράση που δείχνει τη μεγαλοφυΐα του...
...και το πόσο βαθιά την κουβαλούσε μέσα του, ταπεινός και μαζεμένος, ενώ τον είχαν για να μαζεύει γόπες και να βόσκει πρόβατα. Αυτό το μεγαλείο του καλλιτέχνη μπόρεσε να αναδυθεί και πάλι μετά τον θάνατο της μάνας του, που τον ελευθέρωσε από πολλά.

Και είναι ενδιαφέρον και τραγικό συνάμα, που βλέπουμε τον Χαλεπά τα χρόνια της Τήνου να δουλεύει μόνο με πηλό και όχι με μάρμαρο. Πού; Στο χωριό των μαρμαράδων. Ποιος; Ο καλύτερος γλύπτης μαρμάρινων αγαλμάτων στην Ελλάδα στα νιάτα του. Επιστρέφει στην αρχή της γλυπτικής, στο νερό και στο χώμα, στην ουσία της τέχνης του.

Να κι άλλο ένα θέμα μου: το να δουλεύεις μόνο για τον εαυτό σου, χωρίς να θες να πουλήσεις. Γιατί τα πήλινα δεν τα πουλούσε, ποιος θα τα ‘παιρνε σε ένα χωριό που στα σπίτια και στα νεκροταφεία όλοι βάζουν μαρμάρινα στολίδια; Μου αρέσει πολύ αυτή η σχέση του με το καταφρονεμένο, το θνητό.

• Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον και το πρόσωπο που χρησιμοποιείτε. Του απευθύνεστε στο δεύτερο πληθυντικό.

Δεν μου βγήκε κανένα άλλο. Μόνο αυτός ο πληθυντικός μεγάλου σεβασμού, που εκφράζει κυρίως ένα «προσκυνώ»... Αν υπήρχε ακόμα πιο ευγενικός τρόπος, θα τον χρησιμοποιούσα.

• Τι νιώθετε γι’ αυτόν;

Σαν να είναι ένας άγιος, σαν να έχω μια εικόνα που θα ‘πρεπε να την προσκυνήσω, εγώ που δεν πιστεύω. Οχι μόνο για το πάθος του, που τρελάθηκε κι όλα αυτά, αλλά για το πώς βγήκε από αυτό.

• Σκεφτόσασταν ότι είναι κάπου εκεί και σας ελέγχει;

Σε πολλά σημεία γράφω, «τολμώ να πω, αν μου επιτρέπετε να πω»... Θεωρώ, δηλαδή, ότι αυτός ξέρει, εγώ δεν ξέρω, ψάχνω και ζητάω τη έγκρισή του για την άποψη που θα εκφέρω. Αλλά δεν ένιωθα ότι με έλεγχε. Εχουν γραφτεί και τόσο πολλά γι’ αυτόν, που έχουν ξεφύγει του ελέγχου. Ήταν κι ένας από τους λόγους που κόντεψα να μη γράψω τη νουβέλα.

Απόσπασμα συνέντευξης που παραχώρησε η Ρέα Γαλανάκη στην Βένα Γεωργακοπούλου και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 3/12/2017


Μπότσογλου Χρόνης-Γιαννούλης Χαλεπάς, 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου