Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

«Το σπίτι σας, είναι miroir aux alouettes», Λητώ Κατακουζηνού, Marc Chagall

Φωτογραφία συνάντησης στο σπίτι των Κατακουζηνών στην οδό Πινδάρου, με τον Marc Chagall και Έλληνες καλλιτέχνες. 
Πάνω σειρά από αριστερά: Αλέξανδρος και Μαρσέλ Κοντοπούλου, πιο δεξιά ο Άγγελος Κατακουζηνός, Vava Chagall, Λητώ Κατακουζηνού, Marc Chagall, Λίζα Μιχελή, Τζούλια Παπανούτσου, Λιλή Αρλιώτη και στο άκρο αριστερά ο Γιάννης Στεφανέλλης. Κάτω σειρά από αριστερά: Γιάννης Μόραλης, Τώνης Σπητέρης, Γιάννης Τσαρούχης, Νίκος Νικολάου.

Ο Marc Chagall στην Αθήνα

Πανελλήνια έκθεση ζωγραφικής. Έτσι χαρακτήρισε ο φίλος μας Μαρίνος Καλλιγάς, ο εκλεκτός τεχνοκριτικός και διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, τη συγκέντρωση στο σπίτι μας. Αξίζει να την ιστορήσω. Εκείνο το πρωινό παίρνω ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα απ’ τον Marc Chagall. 

«Λητώ, μόλις φτάσαμε με τη Vava. Ήρθαμε να δουλέψω τις ζωγραφιές Δάφνις και Χλόη για την εικονογράφηση του νέου τεύχους του περιοδικού Verve που θα εκδώσει ο Teriade. Θα θέλαμε να πάμε μαζί σας στη Μυτιλήνη να δω από κοντά το τοπίο όπου γεννήθηκε ο μύθος. Τι λέει ο Άγγελος, που είναι τόσο απασχολημένος, θα τα καταφέρει να ’ρθείτε;» 

«Θα τα πούμε αργότερα, Μαρκ. Στο μεταξύ, έρχομαι αμέσως να σας βρω». 

Κι από κείνη την ώρα ούτε βήμα χωρίς εμάς οι Chagall. Φυσικά, ο Βαλής μου μόνο τα μεσημέρια και τα βράδια τούς έβλεπε. Ο Marc Chagall, ευχάριστος, χαριτωμένος, όλο νιάτα και κέφι, ας ήταν χρονών και χρονών, πρώτη φορά στην Ελλάδα, χαιρότανε τα πάντα σαν μικρό παιδί. Η Vava, η γυναίκα του, όμορφη, μελαχρινή Ρωσίδα, σιωπηλή και συγκρατημένη, τα φλογερά μάτια της μονάχα φανέρωναν τη σιδερένια θέληση της.

Mark Chagall - Portrait of Vava 1953

Πανελλήνια έκθεση ζωγραφικής

Στο μεταξύ μαθεύτηκε πως ο Marc Chagall βρισκόταν στην Ελλάδα κι αρχίνησαν από διάφορους ζωγράφους αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα. 

«Μα δεν θα τον δούμε κι εμείς; Δεν θα τον φέρετε στο ατελιέ μας να του δείξουμε τα έργα μας; Πολύ εγωιστικό να τον κρατάτε απομονωμένο μόνο για τον εαυτό σας».

Μπήκε στη μέση κι ο αγαπητός φίλος μας Αλέκος Πατσιφάς. 

«Λητώ, θα τους κάνετε εχθρούς όλους αυτούς που αγαπάνε τόσο πολύ τον Άγγελο κι εσένα»

«Μα τι θες να κάνουμε, Αλέκο, πρακτικά είναι αδύνατο. Δεν μπορεί ο Chagall να τρέχει από ατελιέ σε ατελιέ. Εδώ ήρθε για να δουλέψει».

Τέλος, τη λύση μάς την έδωσε ο ίδιος ο Chagall. «Να μαζευτούν όσοι θέλουν σ’ ένα χώρο, να φέρουν μερικά έργα τους, να πιούμε ένα ποτό, κι έτσι θα γνωρίσω και τους ίδιους τους ζωγράφους και τη δουλειά τους. Αυτό έγινε τώρα τελευταία στη Ρώμη και πέτυχε πολύ». 

«Θαυμάσια λύση, Μαρκ». Το είπα στον Αλέκο Πατσιφά κι ανέλαβε εκείνος πολύ ευγενικά τις συνεννοήσεις, «Δυστυχώς, ο Βαλής δεν μπορεί να φύγει από την Αθήνα», είπα στους Chagall εκείνο το πρωινό. «Λυπάται πάρα πολύ, αλλά ένας άρρωστός του στο νοσοκομείο δεν πάει καθόλου καλά και δεν μπορεί να τον αφήσει»

Η απογοήτευσή τους πολύ μεγάλη «Τότε, έλα εσύ μαζί μας, Λητώ». «Συγχωρέστε με, φίλοι μας, αλλά χωρίς τον Βαλή δεν πάω ποτέ πουθενά. Θα σας συνοδεύσω, όμως, ως το καράβι και στη Μυτιλήνη θα φροντίσω να σας περιποιηθούν πάρα πολύ»

Οι Chagall ανένδοτοι. Τότε ο Βαλής σκέφτηκε τον Πόρο. «Θα πάτε κει σ’ ένα σπίτι γνωστό και θα πεταγόμαστε κι εμείς πότε πότε». Κι ο Βαλής τον έπεισε, όπως γινόταν πάντα με τον Chagall. Εκείνο το μεσημέρι θα τους πήγαινα να πάρουν το καράβι στις τρεις. Το πρωί τηλεφωνεί ο Πατσιφάς. 

«Εντάξει, Λητώ. Κανονίστηκε για σήμερα το βράδυ»

«Αλέκο, δεν γίνεται τώρα πια, φεύγουν σήμερα το μεσημέρι, σου το είχα πει, αργήσατε». 

Φωνές, κακό, ο Αλέκος. «Εξαιτίας σας θα με κάνετε να μαλώσω με όλους τους καλλιτέχνες. Τι ήθελα και μπλέχτηκα, Θεέ μου, τι ήθελα». 

Στο τέλος η καλή μου η καρδιά λειτούργησε. «Μη σεκλετίζεσαι. Θα πείσω τους Chagall να φύγουν αύριο. Και πού θα γίνει η συγκέντρωση, Αλέκο;» 

«Μα στο σπίτι σας, φυσικά». 

«Τρελάθηκες; Την τελευταία στιγμή και να μην ξέρουμε τίποτα; Τι, στο καλό, κάνατε όλες ετούτες τις μέρες;» 

«Να, προσπαθούσαν να βρουν μια ημερομηνία που να ταιριάζει σ’ όλους και χασομερήσαμε»

«Και δεν μου λες, μας ρωτήσατε αν θέλουμε όλη αυτή τη φασαρία στο σπίτι μας; Πώς το βάλατε στον νου σας;» 

«Μα, Λητώ μου, σπίτι σας δεν γίνονται όλες οι καλλιτεχνικές συγκεντρώσεις της Αθήνας; Απ’ την αρχή όλοι, κι εγώ μαζί, το πήραμε σαν δεδομένο». 

«Καλά», είπα έξαλλη, μην έχοντας άλλη διέξοδο. «Αργά, όμως, κατά τις δέκα, όταν θα ’χει τελειώσει και το ιατρείο του ο Βαλής». 

Κι αρχίνησα έναν μαραθώνιο οργάνωσης. Γιατί σε μια βραδιά στο σπίτι μας θα ’πρεπε να υπάρχουν και άλλοι πολλοί ζωγράφοι. Θυμήθηκα πως βρισκόταν στην Αθήνα ένας κορυφαίος Αμερικανός κριτικός και τον κάλεσα μαζί με τον Αμερικανό μορφωτικό ακόλουθο. Τηλεφώνησα και στον φίλο μας πρέσβη της Γαλλίας Baelen, θαυμαστή του Chagall και πολύ καλό ζωγράφο. Φυσικά, όλοι ήταν πρόθυμοι να ’ρθουν, αλλά και όλοι κάπου είχανε να πάνε. 

Τελικά, δεν ήξερα αν θα ’ρχονταν το βράδυ τριακόσια άτομα ή μοναχά εκείνο το πρώτο μικρό γκρουπ. Τέλος πάντων, ξεθεωμένη, άφησα ένα μήνυμα στον Βαλή ότι αναβλήθηκε η αναχώρηση των Chagall και πως θα τους πάω για μπάνιο, χωρίς να τολμώ να του πω ακόμα τι τον περίμενε.


Και σε ρωτώ, Λητώ, ποιος είναι ο τρελός εδώ μέσα.....

Μπαίνοντας στο σπίτι μας, βλέπω την είσοδο γεμάτη κάδρα. Προχωρώ στο χολ, τι να δω; Φίσκα από ζωγραφιές. Παντού, χάμω, στις καρέκλες, στα ντιβάνια. Παναγιά μου, λαχτάρησα, τι θα γίνει απόψε, τι θα γίνει; 

«Τέλειωσε ο κύριος;» ρώτησα την κοπέλα. 

«Ναι, κυρία, τώρα μόλις έφυγε ο τελευταίος άρρωστος. Ξέρετε, κυρία, δεν φαίνεται τόσο καλά ο κύριος. Κάθεται σκυφτός και κρατάει το κεφάλι του στα δυο του χέρια»

Σαν τρελή έτρεξα στο γραφείο του. 

«Βαλή μου, τι έχεις;» 

Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε. Το βλέμμα του με κάρφωσε στη θέση μου. 

«Λητώ», μου είπε αυστηρά. «Ή εγώ είμαι τρελός ή εσύ. Κάποιος τρίτος πρέπει να ’ρθει να το διαπιστώσει». 

«Τι συμβαίνει, Βαλή μου, εξήγησέ μου»

«Άκου, Λητώ», η φωνή του παγερή με κοκάλωσε. «Το απόγευμα, την ώρα της εργασίας μου, παίρνω ένα τηλεφώνημα από έναν άγνωστό μου Γάλλο κόμη. “Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, αλλά ήθελα να μάθω αν είναι με σμόκιν η αποψινή σας δεξίωση”. “Κάνετε λάθος, κύριε”, του λέω και του κλείνω το τηλέφωνο. Με ξαναπαίρνει για να κάνει και πάλι την ίδια ερώτηση. Και αμέσως πήγε το μυαλό μου πως κάτι πάλι θα είχες σκαρώσει δίχως να μου το πεις και του απαντώ: “Μια και γνωρίζετε καλύτερα από μένα τι γίνεται στο σπίτι μου, τότε σας ευχαριστώ για τις πληροφορίες σας”. Και κλείνω απότομα το τηλέφωνο σ’ αυτόν τον ευγενή κόμητα, που φυσικά δεν είναι υπεύθυνος για τα τρελά φερσίματά σου. Στο αναμεταξύ δεν έπαψαν να χτυπάνε τα κουδούνια μας. Και σε ρωτώ, Λητώ, ποιος είναι ο τρελός εδώ μέσα, μπορείς να μου πεις;» 

Έξαλλος τώρα ο Βαλής μου. 

«Αγάπη μου», έπεσα στα πόδια του, «σ’ εκλιπαρώ, περίμενε να περάσει η αποψινή φουρτούνα, γιατί τώρα δεν στέκω στα πόδια μου. Κι έχω ακόμη πολλή δουλειά. Πρέπει να φροντίσω και για τους καλεσμένους μας. Τώρα δεν προφταίνω να σου εξηγήσω»

Άγγελος και Λητώ Κατακουζηνού, δεκαετία 1930.

«Το σπίτι σας, είναι miroir aux alouettes»

Κι έφυγα απ’ το γραφείο για να προλάβω να τακτοποιήσω τους πίνακες. Κι ήρθαν όλοι οι καλεσμένοι μας κι ακόμα κι άλλοι που δεν περίμενα. Κι οι καλλιτέχνες, που εκείνη την εποχή ήταν μαλλιά κουβάρια μεταξύ τους, μόνοιασαν για ένα βράδυ στο σπίτι μας. 

Κι ο Μαρίνος Καλλιγάς: «Το σπίτι σας», μας είπε φεύγοντας, «είναι miroir aux alouettes (καθρέφτης που τραβάει τις σιταρήθρες). Καταφέρατε να συγκεντρώσετε όλους τους καλλιτέχνες που αλληλομάχονται. Την προσεχή πανελλήνια έκθεση, σας παρακαλώ, να την οργανώσετε εσείς». Ο έξοχος, ο εκλεκτός μας φίλος ο Μαρίνος Καλλιγάς... Το ίδιο βράδυ, σαν μείναμε μονάχοι, ο Βαλής με αγκάλιασε και με φίλησε τόσο ορμητικά που παρά λίγο να σκάσω.

Στον γυρισμό απ’ τον Πόρο, πριν φύγουν για το Παρίσι, ο Chagall μάς χάρισε έναν θαυμάσιο μικρό πίνακά του ζωγραφισμένο για μας. Τίτλος του: Το ξανθό κεφάλι της Λητώς μες στου Chagall το γαλάζιο.

Marc Chagall, Το ξανθό κεφάλι της Λητώς στου Chagall το γαλάζιο, υδατογραφία σε χαρτί


Λητώ Κατακουζηνού, Marc Chagall - Πανελλήνια έκθεση ζωγραφικής στο σπίτι μας
Άγγελος Κατακουζηνός ο Βαλής μου, εκδόσεις Μικρή άρκτος (σελ. 229-235)



Ο Chagall ήρθε στην Ελλάδα δύο φορές κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του για την έκδοση του Δάφνις και Χλόη, το 1952 και το 1954.

 Άρχισε την παραγωγή των χαρακτικών το 1957 και σε τέσσερα χρόνια φιλοτέχνησε πάνω από 1.000 πλάκες για τα 47 έργα της συλλογής η οποία δημοσιεύθηκε το 1961. Τα δέκα χρόνια που χρειάστηκαν για την ολοκλήρωση του μνημειακού αυτού έργου φανερώνουν τόσο την προσήλωση του Chagall στη λεπτομέρεια και στην αναζήτηση του ιδανικού αποτελέσματος όσο και τη φροντίδα την οποία επεφύλασσε στους συνεργάτες του καλλιτέχνες ο Teriade.

Valentina Brodsky with Marc Chagall

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

«Ένας γέροντας, πιο σοφός και απροσδόκητος Μπουκόβσκι..»

Charles Bukowski by Alexey Kurbatov (Portraits in Graphic Arts )

Αντί να «αποχαιρετήσει», κραδαίνει την πένα του.....

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι μετά την υπόδειξη του φίλου και εκδότη του Τζων Μάρτιν, αποφάσισε να κρατά ημερολογιακές σημειώσεις, ξεκινώντας στα τέλη Αυγούστου του 1991. Ο Μπουκόβσκι ήταν πια εβδομήντα ενός ετών, καταξιωμένος λογοτέχνης και πασίγνωστος ως σαρωτικός flaneur των στενοσόκακων της Αμερικής. Σ’ αυτό το βιβλίο ο Μπουκόβσκι εξηγεί ανοιχτά πως το γράψιμό του ήταν πράγματι αδιαχώριστο από την καθημερινή του ζωή.

Ο Μπουκόβσκι, όντας νεότερος, προτιμούσε να καταφεύγει στα μπαρ, και γερνώντας, στα διαζώματα του ιπποδρόμου. Ο συγγραφέας ανέκαθεν αναζητούσε την ευκαιρία να μιλήσει για την ιδιότυπη σχέση του με τον ιππόδρομο και τις ώρες που περνούσε εκεί μέσα ποντάροντας και αναλύοντας αποτελέσματα. Για τον Μπουκόβσκι υπήρχαν ώρες που έπρεπε να «σκοτωθούν» να ποδοπατηθούν μήπως και συντομεύσουν ώστε να έρθουν οι σπουδαίες, οι υπέροχες ώρες που καθόταν μπροστά στην γραφομηχανή. Στην πραγματικότητα, ο ιππόδρομος δεν είχε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ίδιο, ήταν όμως η καλύτερη λύση γι’ αυτόν από το να τριγυρίζει στα μέρη που μπορούσαν όλοι να τον δουν, στα cafes όπου σύχναζαν ομότεχνοί του, ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του σύγχρονου αμερικανικού αστικού τοπίου που τρόμαζε και δημιουργούσε παθολογική ανασφάλεια στον ίδιο.

Ο Μπουκόβσκι πίστευε, όπως κάθε πραγματικός συγγραφέας, πως εφόσον έρχεσαι αντιμέτωπος με την ανθρωπότητα οφείλεις να αντιδράσεις, για καλό δικό σου και δικό της. Οι κοινωνίες όλο και περισσότερο γίνονται μία διαρκής επίδειξη ανοησίας, φρίκης. Πραγματικοί συγγραφείς ή ποιητές που να συντελούν ή να συμμετέχουν σ’ αυτή την πομπή δεν υπάρχουν.

Ο γνήσιος δημιουργός διατηρείται ακολουθώντας τις ορμέμφυτες επιλογές του, οι οποίες και δίνουν τροφή στον ίδιο και στο έργο του. Οι επιλογές αυτές ποικίλλουν για τον καθένα και συνήθως δεν αλλάζουν εύκολα. Για τον Μπουκόβσκι μία τέτοια επιλογή ήταν ο αλκοολισμός. Πίνοντας στα όρια της παραφροσύνης, η αχαλίνωτη μέθη τον ώθησε να απαλλαγεί βιαίως από το καβούκι του και του προσέφερε εκείνη την διέγερση που χρειαζόταν για να δημιουργήσει.

Στο παρόν βιβλίο ο αναγνώστης θα διαβάσει έναν γέροντα, πιο σοφό και απροσδόκητο Μπουκόβσκι, «Οι λέξεις έγιναν απλούστερες μα πιο θερμές, πιο σκοτεινές... το πλησίασμα στον θάνατο δημιουργεί εγρήγορση». Εδώ η γραφή έχει σχεδόν απαρνηθεί κάθε στατική «λογοτεχνική» ιδιότητα, οι λέξεις κυλούν γνωρίζοντας πως οι μεγάλες αλήθειες έχουν ειπωθεί προ πολλού από παλιότερους συγγραφείς. Πράγμα που έπραξε από πιο νεαρή ηλικία, με τη δική του παραδομένη ευθύνη και ο Μπουκόβσκι. 


Τότε ποιος ο λόγος, θα αναρωτηθεί κανείς, να γραφτεί και να διαβαστεί από κάποιον αυτό το βιβλίο; Η απάντηση είναι απλή, ο Μπουκόβσκι γνωρίζοντας πως δεν του απομένουν πολλά χρόνια ζωής ακόμη, αντί να «αποχαιρετήσει», κραδαίνει την πένα του προειδοποιώντας πως με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο έπεται συνέχεια, «συγγνώμη..., είστε ο Τσαρλς Μπουκόβσκι»; ρωτά κάποιος τον συγγραφέα μέσα στο βιβλίο, και ο Μπουκόβσκι απαντά «όχι, ο Κάρολος Δαρβίνος».

Πρόκειται για μία τρομερή ανάθεση, κάποιος ή κάποιοι οφείλουν μετά απ’ αυτόν να αναλάβουν πραγματική συγγραφική δράση. Ο Μπουκόβσκι συμβουλεύει σε πολλά σημεία του βιβλίου. Εξάλλου όλα τα αληθινά βιβλία είναι σκυτάλες, κι αυτό εδώ δεν πάει πίσω. Ο συγγραφέας, δακτυλογραφώντας πλέον στο πληκτρολόγιο ενός υπολογιστή, με αφορμή την απέριττη καταγραφή της καθημερινότητας, ραφινάρει τη ζήση και τη μωρία της ανθρωπότητας: «Είμαστε τρομοκρατημένοι και τελειωμένοι από τα τετριμμένα, μας καταβροχθίζει το τίποτα».

Όπως μέσα σε κάθε άλλο από τα βιβλία του, έτσι κι εδώ, ο Μπουκόβσκι επιμένει πως η ανθρωπότητα δεν θα μπορέσει να σωθεί αν δεν δοκιμάσει να ορθώσει το υπαρξιακό της ανάστημα. Όλα τα άλλα είναι δύστυχες φαντασίες.

Και μέσα σε όλα αυτά, στο περιθώριο μιας ακαταπόνητα δημιουργικής ζωής, το γνωρίζει και ο ίδιος καλά: «η επόμενη αράδα βρίσκεται πάντα εκεί και ίσως να είναι η αράδα που κάνει τελικά την διαφορά, που λέει την αλήθεια».


Αθήνα 2007                               Γιάννης Λειβαδάς


..όσο πιο πολύ γερνάω τόσο πιο πολύ γράφω, χορεύοντας με τον θάνατο

29/8/91   10:55 π.μ

[.....] Τι διάολο, χρειαζόμαστε χιούμορ, έχουμε ανάγκη το γέλιο. Κάποτε συνήθιζα να γελάω περισσότερο, συνήθιζα να κάνω οτιδήποτε περισσότερο, εκτός από το να γράφω. Τώρα, γράφω και γράφω και γράφω, όσο πιο πολύ γερνάω τόσο πιο πολύ γράφω, χορεύοντας με τον θάνατο. Ωραίο θέαμα. 

Και έχω τη γνώμη ότι το περιεχόμενο είναι καλό. Κάποια μέρα θα που, «ο Μπουκόβσκι είναι νεκρός», και τότε θα με ανακαλύψουν στ’ αλήθεια και θα με αναρτήσουν σε βρομερές φωτεινές κολόνες. Και τι μ’ αυτό; Η αθανασία είναι ηλίθια επινόηση των ζωντανών.


Οι φιλόσοφοι, μυστήριοι, αστείοι ξέφρενοι τύποι, παίχτες

11/9/91     1:20 μ.μ.

[......] Έχω διαβάσει τους φιλοσόφους. Είναι πράγματι μυστήριοι, αστείοι ξέφρενοι τύποι, παίχτες. 

Ο Ντεκάρτ ήρθε και δήλωσε, ότι αυτοί οι τύποι έλεγαν απλώς μαλακίες. Είπε ότι τα μαθηματικά ήταν το μοντέλο της απόλυτης αυταπόδεικτης αλήθειας. Ο Μηχανισμός. Ύστερα ήρθε ο Χιουμ με την επίθεσή του στην ισχύ της επιστημονικής αιτιολογικής γνώσης. Και ύστερα ήρθε ο Κίρκεγκορ: «Θέτω το δάχτυλό μου εντός της υπάρξεως — μυρωδιά δεν έχει. Πού βρίσκομαι»; Και μετά ήρθε ο Σαρτρ ο οποίος ισχυριζόταν πως η ύπαρξη ήταν παράλογη. 

Μ’ αρέσουν αυτοί οι τύποι. Ταρακούνησαν τον κόσμο. Δεν τους έπιανε πονοκέφαλος με τόση σκέψη; Δεν πέρασε ένας βρυχηθμός σκοτοδίνης μέσα από τα δόντια τους; Όταν παίρνεις ανθρώπους σαν αυτούς και τους συγκρίνεις με τους ανθρώπους που βλέπω να περπατούν στον δρόμο ή να τρώνε στις καφετέριες ή να εμφανίζονται στην οθόνη της τηλεόρασης η διαφορά είναι τόσο μεγάλη που κάτι σπάζει μέσα μου, κάτι κλωτσάει το στομάχι μου.


Κουβαλάω τον θάνατο στην αριστερή μου τσέπη

12/9/91        11:19 π.μ.

[.......] Οι περισσότεροι δεν είναι έτοιμοι για τον θάνατο, τον δικό τους ή κάποιων άλλων. Τους σοκάρει, τους τρομοκρατεί. Μοιάζει με τρομερή έκπληξη. Στο διάολο όμως, ποτέ δεν θα είναι. Κουβαλάω τον θάνατο στην αριστερή μου τσέπη. Καμιά φορά τον βγάζω έξω και του μιλάω: «Γεια σου δικέ μου, πώς είσαι; Πότε θα έρθεις να με πάρεις; Θα είμαι έτοιμος».

Δεν υπάρχει πια τίποτα για να θρηνήσεις σχετικό με τον θάνατο όσο να θρηνήσεις για την ανάπτυξη ενός λουλουδιού. Αυτό που είναι τρομερό δεν είναι ο θάνατος μα οι ζωές που ζουν οι άνθρωποι ή δε ζουν μέχρι να πεθάνουν. Δεν τιμούν τις ζωές τους, τις έχουν για πέταμα. Τις ξεχέζουν. Οι χαζομαλάκες. Είναι τόσο πολύ συγκεντρωμένοι στο γαμήσι, στον κινηματογράφο, στα λεφτά, στην οικογένεια, στο γαμήσι. Τα μυαλά τους έχουν γίνει λαπάς. Καταπίνουν τον Θεό δίχως σκέψη, καταπίνουν την χώρα δίχως σκέψη. Σύντομα ξεχνούν πώς σκέφτεται κανείς, αφήνουν άλλους να σκέφτονται για εκείνους. Οι εγκέφαλοί τους έχουν παπαριάσει. Είναι άσχημοι, μιλούν άσχημα, άσχημα περπατούν. Τους δίνεις την καλύτερη μουσική στους αιώνες και δεν είναι σε θέση να την ακούσουν. Οι θάνατοι των περισσότερων ανθρώπων είναι απάτη. Δεν έχει απομείνει τίποτα για να πεθάνει.


Δεν είναι ο πόνος που δημιουργεί την γραφή, ο συγγραφέας είναι

Κ
άποια μέρα θα ξέρω περισσότερα για τους υπολογιστές απ’ όσο οι υπολογιστές οι ίδιοι. Επί του παρόντος όμως αυτό το μηχάνημα το εχω πραγματικά ανάγκη.

Γνωρίζω δύο εκδότες που ενοχλούνται υπερβολικά με τους υπολογιστές. Έλαβα αυτά τα δύο γράμματα που καταφέρονται ενάντια στους υπολογιστές. Ξαφνιάστηκα πράγματι με το πόσο πικρόχολα ήταν τα γράμματα. Και από την αφέλεια. Έχω απόλυτη γνώση ότι ο υπολογιστής δεν μπορεί να γράψει αντί για μένα. Αν μπορούσε, δεν θα τον ήθελα. Και οι δυο τους το παρατράβηξαν. Το συμπέρασμα ήταν πως ο υπολογιστής κάνει κακό στην ψυχή. Ούτως ή άλλως, ελάχιστα πράγματα κάνουν καλό στην ψυχή. Μα είμαι υπέρ της διευκόλυνσης, αν μπορώ να γράφω στο διπλάσιο και η ποιότητα παραμένει ίδια, τότε προτιμώ τον υπολογιστή. Το γράψιμο είναι όταν πετάω, το γράψιμο είναι όταν βάζω φωτιές. Το γράψιμο είναι όταν βγάζω τον θάνατο από την αριστερή μου τσέπη, τον πετάω στον τοίχο και τον ξαναπιάνω καθώς αναπηδάει.

Αυτοί οι τύποι πιστεύουν πως οφείλεις να βρίσκεσαι πάνω στον σταυρό και να ματώνεις για να έχεις ψυχή. Σε θέλουν μισότρελο, να τρέχουν τα σάλια σου πάνω στο πουκάμισο. Χόρτασα πάνω στον σταυρό, αποταμίευσα κι όλας. Ακόμη κι αν μένω μακριά απ’ τον σταυρό, και πάλι έχω πολλά να εξιστορήσω. Πάρα πολλά. Άφησε να ανεβούν εκείνοι στον σταυρό, θα τους συγχαρώ. Δεν είναι ο πόνος όμως που δημιουργεί την γραφή, ο συγγραφέας είναι.

Charles Bukowski illustration portrait by Stavros Damos

Να είσαι μόνος μα όχι εντελώς μόνος.....

13/9/91      5:28 μ.μ.

Είναι μεγάλος μπελάς να γερνάς.
Το βασικότερο όλων είναι πως πρέπει να λες διαρκώς στον εαυτό σου, γέρασα, είμαι γέρος. Κοιτάζεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη την ώρα που κατεβαίνεις τις κυλιόμενες σκάλες μα δεν κοιτάς απ’ ευθείας στον καθρέφτη, ρίχνεις μια πλάγια φευγαλέα ματιά, χαμογελάς με επιφύλαξη. Δεν δείχνεις και τόσο χάλια, μοιάζεις κάπως σαν σκονισμένο κερί. Την έχεις άσχημα, γάμησε τους θεούς, γάμησε και τον τζόγο. Έπρεπε να είχες πεθάνει πριν από τριάντα πέντε χρόνια. Πρόκειται για μία έξτρα παράταση, κι άλλες κορυφώσεις στο θρίλερ.

Όσο πιο γέρος είναι ένας συγγραφέας τόσο πιο καλά πρέπει να γράφει, έχει δει πολλά, έχει αντέξει πολλά, έχει χάσει πολλά, βρίσκεται πιο κοντά στον θάνατο. Ο τελευταίος είναι το σπουδαιότερο προσόν. Και πάντα υπάρχει η καινούργια σελίδα, Α4. Το παιχνίδι παίζεται ακόμα.

Τότε θυμάσαι πάντοτε ένα ή δύο πράγματα που είπαν οι άλλοι παίχτες. Ο Τζέφφερς: «Να δείχνεις την οργή σου στον ήλιο». Πόσο υπέροχο. Ή ο Σαρτρ: «Κόλαση είναι οι άλλοι». Ακρίβεια και ευστοχία. Δεν είμαι ποτέ μόνος. Το καλύτερο όλων είναι να είσαι μόνος μα όχι εντελώς μόνος. [.....]

Μέσα μου υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να το ελέγξω. Δεν υπάρχει ούτε μία φορά που να μην οδηγώ πάνω στη γέφυρα και να μην σκεφτώ την αυτοκτονία. Δεν γίνεται να κοιτάξω μία λίμνη ή τον ωκεανό και να μην περάσει απ’ το μυαλό μου η αυτοκτονία. Και τι εννοώ, δεν κολλάω σ’ αυτό. Αλλά περνάει μπροστά μου σαν αστραπή: ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ. Σαν ένα περαστικό φως. Μέσα στο σκοτάδι. Σου δίνει μια αίσθηση διαφυγής που σε κάνει να αντέχεις. Το καταλαβαίνεις; Αλλιώς θα ήταν σκέτη τρέλα. Κι αυτό δεν είναι διόλου αστείο, φιλαράκο. 

Και κάθε φορά που καταφέρνω να γράψω ένα καλό ποίημα, αυτό είναι άλλο ένα στήριγμα που με βοηθά να συνεχίσω. Δεν ξέρω τι κάνουν οι υπόλοιποι άνθρωποι, αλλά εγώ όταν σκύβω το πρωί να βάλω τα παπούτσια μου, σκέφτομαι, Χριστέ μου, και τώρα τι; Η ζωή μ’ έχει τσακίσει, δεν τα πάμε καλά μαζί. Χρειάζεται να την ζω κομμάτι-κομμάτι, ποτέ ολόκληρη. Είναι σαν να καταπίνω κουβάδες με σκατά. 

Ποτέ δεν εκπλήσσομαι που οι φυλακές και τα τρελοκομεία είναι γεμάτα και που είναι και οι δρόμοι γεμάτοι επίσης. Μου αρέσει να φροντίζω τις γάτες μου, με κάνουν να ηρεμώ. Με κάνουν να νιώθω καλά. Μη με βάλεις σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο με ανθρώπους. Ποτέ να μην το κάνεις αυτό. Ειδικά αν είναι σε διακοπές. Μην το κάνεις.


21/9/91    9:27 μ.μ.

Νομίζω ότι είμαι πολύ μαθημένος να κάθομαι σε ένα μικρό δωμάτιο και να βάζω τις λέξεις να κάνουν διάφορα πράγματα. Έχω χορτάσει την ανθρωπότητα στους ιπποδρόμους, στα σούπερ μάρκετ, στα βενζινάδικα, στις εθνικές, στις καφετέριες, κ.τ.λ. Δεν υπάρχει σωτηρία.

Αλλά νιώθω λες και στραπατσάρω τον εαυτό μου κάθε φορά που πηγαίνω σε μαζώξεις, ακόμη κι όταν τα ποτά είναι δωρεάν. Ποτέ δεν μου πηγαίνει καλά. Έχω χορτάσει από τέτοια. Οι άνθρωποι με κάνουν να νιώθω κενός. Πρέπει να φύγω μακριά για να νιώσω ξανά γεμάτος.

Firing up the Mac, San Pedro, early 1990s

Δεν υπάρχει χασούρα στην γραφή...


26/9/91       12:16 μ.μ.


Κ
άθε καινούργια αράδα είναι ένα ξεκίνημα και δεν έχει σε τίποτα να κάνει με κάθε άλλη από τις προηγούμενες. Όλοι ξεκινάμε κάθε φορά από την αρχή. Και, φυσικά, όλο αυτό δεν είναι και καμία ιερή πράξη. Η ανθρωπότητα μπορεί να ζήσει πιο άνετα δίχως την γραφή παρά δίχως υδραυλικούς. Και ορισμένα μέρη στον κόσμο έχουν ελάχιστο κι απ’ τα δυο. Φυσικά, θα προτιμούσα να ζήσω δίχως τα υδραυλικά μα είμαι κολλημένος με την γραφή.

Δεν υπάρχει τίποτα να σταματήσει έναν άνθρωπο από το να γράφει παρεκτός κι αν ο ίδιος πάψει. Αν ένας άνθρωπος επιθυμεί στ’ αλήθεια να γράψει, τότε θα γράψει. Η απόρριψη και ο εμπαιγμός το μόνο που θα κάνουν είναι να τον εμψυχώσουν. Και όσο περισσότερο περιορίζεται τόσο πιο δυνατός γίνεται, σαν ένας όγκος από κύματα που υψώνονται ενάντια σ’ ένα φράγμα. 

Δεν υπάρχει χασούρα στην γραφή· θα σε κάνει ακόμη και στον ύπνο σου να σκας απ’ τα γέλια· θα σε κάνει να βαδίζεις σαν τίγρη· θα πυρώσει το βλέμμα και θα σε φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με τον Θάνατο. Θα πεθάνεις σαν μαχητής, θα σε τιμήσουν στην κόλαση. Η τύχη των λέξεων. Τράβα μαζί τους, γράψ’ τες. Γίνε ο Παλιάτσος στο Σκοτάδι. Είναι αστείο. Έχει πλάκα. Άλλη μια καινούργια αράδα...

Preparing for a nap in a Jewish cemetery, 1970s

30/9/91    11:36 π.μ.

Γνωρίζω πως πρόκειται σύντομα να πεθάνω και μου φαίνεται πολύ παράξενο. Είμαι εγωιστής, θα ήθελα απλά να συνεχίσω να γράφω. Μου φέρνει ευεξία, με εκτινάσσει στον χρυσό αέρα. Αλλά στ’ αλήθεια, για πόσο ακόμα θα συνεχίζω να γράφω; Δεν είναι σωστό που συνεχίζω. Στο διάολο, όπως και να ’χει το πράγμα ο θάνατος είναι η βενζίνη στο ντεπόζιτο. Τον χρειαζόμαστε. Εγώ τον χρειάζομαι. Τον χρειάζεσαι εσύ. Γεμίζουμε τον κόσμο σκουπίδια αν αργούμε να πεθάνουμε.

9/10/91    12:07 μ.μ.

[....] Κανονικά έπρεπε να έχω πεθάνει. πρόκειται να πεθάνω. Δεν τρέχει και τίποτα, σαν το σκέφτομαι. Ήμουν μια μυστήρια και άξεστη ύπαρξη, κυρίως απαίσια, εντελώς ταλαίπωρη. Αλλά πιστεύω πως ο τρόπος με τον οποίο συγκρούστηκα με την ασχήμια έκανε την διαφορά.


Εδώ είναι το σήμερα και το σήμερα και το σήμερα....

22/11/91     12:26 μ.μ.

Τελικά, το 71ο μου έτος ήταν φοβερά παραγωγικό έτος. [....] Το κρασί γίνεται καλύτερο αν ωριμάσει προσεκτικά.

Δεν ανταγωνίζομαι κανέναν, δεν σκέφτομαι την αθανασία, δεν δίνω δυάρα γι’ αυτήν. Το παν είναι η ΔΡΑΣΗ όσο είσαι ζωντανός. Οι πύλες ανοίγουν μ’ ένα τίναγμα μέσα στο φως του ήλιου, τα άλογα τινάζονται μέσα στο φως, όλοι οι αναβάτες, μικρόσωμοι άφοβοι δαίμονες μες στις μεταξωτές τους στολές, τα δίνουν όλα, τα καταφέρνουν. Η δόξα βρίσκεται στο θάρρος και στην κίνηση. Στο διάολο ο θάνατος. Εδώ είναι το σήμερα και το σήμερα και το σήμερα. Ναι.

9/12/91       1:18 μ. μ.

Είμαστε σαν από χαρτί. Υπάρχουμε από τύχη επί ποσοστών, προσωρινά. Κι αυτό είναι το καλύτερο σημείο και το χειρότερο, ο χρονικός παράγοντας. Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Μπορείς να καθίσεις στην κορυφή ενός βουνού και να στοχάζεσαι για δεκαετίες κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Μπορείς να αλλάξεις τον εαυτό σου με το να το αποδεχτείς αλλά μάλλον είναι κι αυτό λάθος. Ίσως σκεφτόμαστε υπερβολικά. Νιώστε περισσότερο, σκεφτείτε λιγότερο.


Ναι, αποφεύγω τους ΠΟΙΗΤΕΣ. Άδικο έχω;

8/2/92       1:16 μ.μ.

Τ
ι κάνουν οι συγγραφείς όταν δεν γράφουν; Εγώ, πηγαίνω στον ιππόδρομο. Ή τις παλιές μέρες, λιμοκτονούσα ή έκανα εξουθενωτικές δουλειές.

Σήμερα κρατιέμαι μακριά από τους λογοτέχνες — ή εκείνους που αποκαλούν λογοτέχνες τους εαυτούς τους. Από το 1970 μέχρι το 1975 περίπου όταν είχα αποφασίσει να μείνω σ’ ένα μέρος και να γράψω ειδάλλως να πεθάνω, λογοτέχνες με επισκέπτονταν, όλοι τους ήταν ποιητές. ΠΟΙΗΤΕΣ. Και ανακάλυψα κάτι περίεργο: κανείς τους δεν φαινόταν να δουλεύει. Τα βιβλία τους δεν πουλούσαν. Αν έκαναν απαγγελίες ποίησης, λίγοι τις παρακολουθούσαν, ας πούμε 4 ως 14 άλλοι ΠΟΙΗΤΕΣ. Όλοι τους όμως ζούσαν σε ωραία διαμερίσματα και έδειχναν να έχουν απεριόριστο χρόνο για να κάθονται στον καναπέ μου και να πίνουν τις μπύρες μου.[.....]

Συχνά τους ρωτούσα, «Δε μου λες, πώς τα βγάζεις πέρα»; 'Ολοι τους κάθονταν με άνεση και έπιναν τις μπύρες μου και περίμεναν να φανεί καμιά από τις παλαβές γυναίκες μου, ελπίζοντας ότι με κάποιον τρόπο θα κέρδιζαν λίγο σεξ, θαυμασμό, περιπέτεια ή ό,τι άλλο προέκυπτε.

Σιγά-σιγά συνειδητοποίησα πως έπρεπε να απαλλαγώ απ’ αυτούς τους λαπάδες. Και σταδιακά, ανακάλυψα το μυστικό όλων. Κυρίως πίσω απ’ όλα βρισκόταν, καλά κρυμμένη, η ΜΗΤΕΡΑ τους. Η μητέρα τους φρόντιζε αυτές τις ιδιοφυίες, τους πλήρωνε το νοίκι τους έντυνε και τους τάιζε.[....]

Δούλευα σαν απλός εργάτης μέχρι τα 50 μου. Ανήκα στην μάζα. Ποτέ δεν απαίτησα τον τίτλο του ποιητή. Σήμερα δεν λέω πως η δουλειά για να βγάζεις το ψωμί σου είναι κάτι σπουδαίο. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι κάτι απαίσιο. Και καμιά φορά χρειάζεται να παλέψεις για να κρατήσεις μια απαίσια δουλειά γιατί πίσω από σένα υπάρχουν άλλοι 25 που είναι έτοιμοι να πάρουν την δική σου θέση. Οπωσδήποτε είναι παράλογο, οπωσδήποτε σε ισοπεδώνει. 

Το ότι ανήκα στη μάζα, πιστεύω, πως με δίδαξε να μην ασχολούμαι με βλακείες όταν έγραφα. Πιστεύω ότι χρειάζεται να πέφτεις στην λάσπη μια στο τόσο, πιστεύω ότι χρειάζεται να μάθεις τι είναι η φυλακή, τι είναι το νοσοκομείο. Πιστεύω ότι χρειάζεται να μάθεις πώς είναι να είσαι νηστικός για 4 ή 5 μέρες. Πιστεύω ότι ζώντας με παλαβές γυναίκες αποκτάς χαρακτήρα. Πιστεύω ότι μπορείς να γράψεις με χαρά και ανακούφιση αφότου έχεις περάσει από τα δύσκολα. 

Αυτό το λέω μόνο και μόνο γιατί όλοι οι ποιητές που γνώρισα ήταν λαπάδες, αυλοκόλακες. Δεν μπορούν να γράψουν για τίποτα πέρα από την προσωπική τους ανεπάρκεια.

Ναι, αποφεύγω τους ΠΟΙΗΤΕΣ. Άδικο έχω;




Ένα μέρος να πηγαίνεις, ένα πράγμα να κάνεις..

16/4/92      12:39 μ.μ.

Άσχημη μέρα στον ιππόδρομο.[......] 

Παραμένω ολομόναχος. Δεν μιλάω σε κανέναν. Αυτό βοηθάει. Εντάξει, με γνωρίζουν οι γνωστοί υπάλληλοι. Χρειάζεται να πηγαίνω στα γκισέ, να χρησιμοποιώ τη φωνή μου. Με τα χρόνια, σε μαθαίνουν. Και οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι καθώς πρέπει άνθρωποι. Πιστεύω πως τα τόσα χρόνια που συναλλάσσονται με ανθρώπους τους έχουν χαρίσει μια κάποια ενόραση. Για παράδειγμα, γνωρίζουν πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι παρά σκατάδες. Παρ’ όλα αυτά, μένω μακριά κι απ’ αυτούς. 

Συζητώντας διαρκώς με τον εαυτό μου, φτάνω σε μια εγρήγορση. Θα μπορούσα να μένω στο σπίτι και να το κάνω αυτό. Θα μπορούσα να κλειδώνω την πόρτα και να περνάω την ώρα μου ζωγραφίζοντας ή κάνοντας κάτι άλλο. Για κάποιον λόγο όμως, χρειάζεται να βγω έξω, και να επιβεβαιώσω ότι σχεδόν όλοι οι άνθρωποι παραμένουν σκατάδες. Λες και θα μπορούσαν να αλλάξουν! Εε, μεγάλε, πρέπει να μου έχει στρίψει. Κι όμως υπάρχει κάτι εκεί έξω, εννοώ, εκεί έξω δεν σκέφτομαι τον θάνατο, για παράδειγμα, νιώθεις πολύ ηλίθιος εκεί έξω για να κάνεις σκέψεις.[....]

 Όταν επιστρέφω στο σπίτι, τότε μπορώ να συλλογίζομαι τον θάνατο. Λίγο. Όχι πάρα πολύ. Δεν ανησυχώ για τον θάνατο ούτε λυπάμαι που θα πεθάνω. Μοιάζει απλά σαν μια απαίσια δουλειά. Πότε; Το βράδυ της επόμενης Τετάρτης; Ή στον ύπνο μου; Ή αναλαμβάνοντας από ένα τρομερό μεθύσι; Σε αυτοκινητιστικό; 

Είναι ένα βάρος, είναι κάτι που πρέπει να γίνει. Και θα γίνει χωρίς να πιστεύω στον Θεό. Αυτό θα είναι καλό, θα τον αντιμετωπίσω με το κεφάλι ψηλά. Είναι κάτι που πρέπει να κάνεις όπως να φοράς τα παπούτσια σου το πρωί. 

Νομίζω πως η γραφή θα μου λείψει. Να γράφεις είναι καλύτερο απ’ το να πίνεις. Και να γράφεις την ώρα που πίνεις, αυτό κι αν είναι φοβερό πράγμα. Ίσως να υπάρχει κόλαση, και τι έγινε; Αν υπάρχει εκεί θα με στείλουν και ξέρεις κάτι; Εκεί θα είναι όλοι οι ποιητές και θα διαβάζουν τα έργα τους κι εγώ θα πρέπει να τους ακούω. Θα πνιγώ μέσα στην αλαζονική τους ματαιοδοξία, στην υπερβολική τους αυτοεκτίμηση. Αν υπάρχει κόλαση, αυτή θα είναι η δική μου: ο ένας ποιητής μετά τον άλλο να διαβάζουν τα ποιήματά τους...

Τέλος πάντων, μια μέρα ιδιαίτερα άσχημη. Αυτό το σύστημα που συνήθως πετύχαινε σήμερα δεν πέτυχε. Οι θεοί ανακατεύουν την τράπουλα. Ο χρόνος είναι σακατεμένος κι εσύ ένας ηλίθιος. Ο χρόνος όμως είναι φτιαγμένος για να σπαταλιέται. Τι θα κάνεις γι’ αυτό; Δεν γίνεται να φορτσάρεις συνεχώς. Σταματάς και συνεχίζεις. Πιάνεις κορυφή και μετά πέφτεις στο μαύρο σκοτάδι.

 Έχεις γάτα; Ή γάτες; Κοιμούνται, δικέ μου. Μπορούν και κοιμούνται για 20 ώρες τη μέρα και δείχνουν υπέροχες. Γνωρίζουν πως δεν υπάρχει λόγος να αγχώνεσαι για τίποτα. Το επόμενο γεύμα. Και κάτι τις για να απασχολείσαι μια στο τόσο. Όταν βασανίζομαι, απλά κοιτάζω μία ή περισσότερες από τις γάτες μου. Απλά παρατηρώ μια τους να κοιμάται ή να χουζουρεύει και χαλαρώνω. Η γραφή είναι μια γάτα μου επίσης. Η γραφή μού επιτρέπει να διακρίνω την αλήθεια. Με χαλαρώνει. Για λίγο τέλος πάντων. Ύστερα τα νεύρα μου γίνονται πάλι κορδόνια και πρέπει να αρχίσω ξανά από την αρχή. Δεν μπορώ να καταλάβω τους συγγραφείς που παίρνουν την απόφαση να πάψουν να γράφουν. Πώς χαλαρώνουν;


Τέλος πάντων, εκεί έξω σήμερα ο ιππόδρομος ήταν βαρετός και μακάβριος μα έχω επιστρέφει στο σπίτι και θα ξαναπάω αύριο, το πιο πιθανό. Πώς τα καταφέρνω;

Λίγο έχει να κάνει με την δύναμη της συνήθειας, μια δύναμη που συντηρεί πολλούς από μας. Ένα μέρος να πηγαίνεις, ένα πράγμα να κάνεις. Είμαστε εκπαιδευμένοι εξ αρχής. Προχωράμε, το κάνουμε. Μήπως υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον εκεί έξω; Το όνειρο του ανίδεου.[....]

Δεν γίνεται να ερευνήσουμε σε βάθος τον εαυτό μας γιατί θα πάψουμε να ζούμε, θα πάψουμε να κάνουμε οτιδήποτε. Όπως οι σοφοί που απλά κάθονται πάνω σ’ έναν βράχο και δεν κινούνται. Δεν μου φαίνεται ούτε αυτό πολύ έξυπνο. Απορρίπτουν το προφανές μα κάτι τους κάνει να το απορρίψουν. Δεν υπάρχει διαφυγή, δράση ή μη - δράση. Πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας χαμένους: κάθε κίνηση πάνω στη σκακιέρα οδηγεί στο ματ.

Έτσι λοιπόν, ήταν μια άσχημη μέρα στον ιππόδρομο, έχω μια άσχημη γεύση στο στόμα της ψυχής μου. Θα πάω κι αύριο όμως. Φοβάμαι να μην πάω. Γιατί όταν επιστρέφω αυτές οι λέξεις που απλώνονται πάνω στην οθόνη με συναρπάζουν. Το αφήνω να γίνεται έτσι ώστε να μπορώ να επιστρέφω σ’ αυτό. Βέβαια, βέβαια. Αυτό είναι. Έτσι δεν είναι;



Από την δύναμη της νεότητας στη δύναμη της ωριμότητας 

23/6/92     12:34 μ.μ.

Πιθανότατα έχω γράψει περισσότερο και καλύτερα τα δύο τελευταία χρόνια απ’ όσο σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ζωής μου. Λες και μετά από 5 δεκαετίες ενασχόλησης με το γράψιμο, τώρα καταφέρνω να έχω επιδόσεις. Παρ’ όλα αυτά, τους δύο τελευταίους μήνες άρχισα να νιώθω μια κόπωση. Η κόπωση είναι κυρίως σωματική, μα είναι και λιγάκι πνευματική. Αυτό μπορεί να σημαίνει πως είμαι έτοιμος να περάσω στην παρακμή. Είναι μια πολύ δυσάρεστη σκέψη, εννοείται. Το ιδανικό ήταν να συνεχίσω μέχρι την ώρα του θανάτου μου, να μην καταπέσω.

Έτσι λοιπόν, εδώ και τρεις νύχτες δεν έχω γράψει λέξη. 

Να τρελαθώ; Ακόμη και τις χειρότερες στιγμές μου μπορώ να νιώσω τις λέξεις να κοχλάζουν μέσα μου, ετοιμάζομαι. Δεν συναγωνίζομαι κανέναν. Ποτέ μου δεν κυνήγησα τη φήμη και τα λεφτά. Ήθελα να γράφω με τον τρόπο μου, αυτό ήταν όλο. Και ή θα το κατάφερνα ή θα με ξέκανε κάτι χειρότερο κι από τον θάνατο. Οι λέξεις όχι σαν κάτι πολύτιμο μα σαν κάτι αναγκαίο.

Εν τούτοις όταν άρχιζα να αμφιβάλλω για την δυνατότητά μου να κατεργάζομαι τις λέξεις απλά διάβαζα κάποιον άλλον συγγραφέα και τότε έβλεπα πως δεν είχα να φοβηθώ τίποτα. Ανταγωνίζομαι μονάχα τον εαυτό μου: για να το κάνω όπως πρέπει, με δύναμη και ορμή και ευχαρίστηση και ρίσκο. Ειδάλλως, ξέχνα το.


[....] Μπορώ να γράφω πάντα για τον ιππόδρομο, αυτή την φοβερή άδεια τρύπα στο πουθενά. Πηγαίνω εκεί για να θυσιάσω τον εαυτό μου, να τεμαχίσω τον χρόνο, να τον σκοτώσω. Ο χρόνος πρέπει να πεθάνει. Καθώς εσύ περιμένεις. Οι υπέροχες ώρες είναι αυτές σε τούτο το μηχάνημα. Μα για να έχεις άψογες ώρες πρέπει να έχεις και λειψές. Πρέπει να σκοτώσεις δέκα ώρες για να έχεις δύο ώρες ζωντανές. Αυτό που πρέπει να προσέξεις είναι να μην σκοτώσεις ΟΛΕΣ τις ώρες, ΟΛΑ τα χρόνια.

Preparing to throw typewriter into the air and catch it with one hand, 
a trick Bukowski often performed for visitors, 1970s

Γίνεσαι συγγραφέας κάνοντας αυτό που λέει το ένστικτό σου το οποίο συντηρεί εσένα και τις λέξεις, που σε προφυλάσσει από τον θάνατο μέσα στη ζωή. Αυτό είναι διαφορετικό στον καθένα. Και μπορεί στον καθένα να αλλάξει. Για μένα αυτό κάποτε σήμαινε να πίνω ασταμάτητα, να πίνω σε βαθμό που να τρελαίνομαι. Αυτό ακόνισε τις λέξεις μου, τις φανέρωσε. Και χρειαζόμουν τον κίνδυνο. Χρειαζόταν να βάζω τον εαυτό μου σε επικίνδυνες καταστάσεις. Με άντρες. Με γυναίκες. Με αυτοκίνητα. Με τζόγο. Με πείνα. Με τα πάντα. Συντηρούσα την γραφή. Αυτό γινόταν για δεκαετίες. 

Τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Αυτό που χρειάζομαι τώρα είναι πιο φευγαλέο, πιο αόρατο. Είναι μια αίσθηση στον άνεμο. Οι λέξεις ειπώθηκαν, οι λέξεις ακούστηκαν. Ειδώθηκαν πράγματα. Εξακολουθώ να χρειάζομαι λίγα ποτά. Τώρα πια όμως βρίσκομαι μέσα σε σκιές και αποχρώσεις. Γράφω για πράγματα που τα γνωρίζω ελάχιστα. Αυτό είναι ωραίο. Τώρα γράφω ένα διαφορετικό είδος μαλακίας. Ορισμένοι το έχουν επισημάνει.

«Πέρασες στην άλλη πλευρά», αυτό μου λένε συνήθως.

Γνωρίζω καλά τι διαισθάνονται. Το νιώθω κι εγώ. Οι λέξεις έγιναν πιο απλές κι όμως πιο θερμές, πιο σκοτεινές. Αντλώ από καινούργιες πηγές. Το πλησίασμα στον θάνατο δημιουργεί εγρήγορση. Έχω όλα τα πλεονεκτήματα. Μπορώ να διακρίνω και να νιώσω πράγματα που για τους νέους είναι απόκρυφα. Πέρασα από την δύναμη της νεότητας στη δύναμη της ωριμότητας. Δεν θα υπάρξει καμία παρακμή. Να το ξέρεις. Κλείνω τη βραδιά μ’ αυτή την κουβέντα. Όσο μπορείς γέλα...


Πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς εμένα....

24/8/92      12:28 μ.μ.

Λοιπόν, εδώ και 8 μερόνυχτα είμαι 72 χρόνων κι αυτό δεν θα είμαι σε θέση να το ξαναπώ.

Οι δύο τελευταίοι μήνες ήταν άσχημοι. Κουραστικοί. Σωματικά και ψυχικά. Ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα. Είναι όταν βολοδέρνεις άσκοπα τριγύρω, είναι όταν οι λέξεις δεν εμφανίζονται πετώντας από το πληκτρολόγιο, τότε είναι το βάσανο. [.....]

Τις προάλλες σκεφτόμουν πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς εμένα. Ένας κόσμος που τραβά την πορεία του. Κι εγώ να μην υπάρχω. Πολύ παράξενο. Σκέφτομαι το σκουπιδιάρικο να έρχεται και να παίρνει τα σκουπίδια κι εγώ να μην υπάρχω. Ή την εφημερίδα μου πεσμένη στη βεράντα κι εγώ να μην είμαι εκεί για να την σηκώσω. Και το χειρότερο, κάποια στιγμή αφού θα έχω πεθάνει, θα γίνω στ’ αλήθεια γνωστός. Όλοι εκείνοι που με φοβούνταν ή με μισούσαν όσο ζούσα θα με αποδεχτούν ξαφνικά. Οι λέξεις μου θα κυκλοφορούν παντού. Θα δημιουργηθούν σωματεία και λέσχες στο όνομά μου. Θα είναι αηδιαστικό. Θα γυριστεί μία ταινία με θέμα την ζωή μου. Θα δείχνει έναν πολύ πιο θαρραλέο και ταλαντούχο άντρα απ’ όσο είμαι στην πραγματικότητα. Πολύ περισσότερο. Θα ξεράσουν ακόμα και οι θεοί. Η ανθρώπινη φυλή είναι υπερβολική με κάθε τι: με τους ήρωές της, με τους εχθρούς της, με την σπουδαιότητά της.

Bukowski by Pablo Vallejo

..ακούγοντας ραδιόφωνο, με το γέρικο κορμί, τον γέρικο νου να αναρρώνει..

6/11/92     12:08 μ.μ.

Απόψε νιώθω φαρμακωμένος, ξεφτιλισμένος, ξεζουμισμένος, εντελώς τσακισμένος. Δεν οφείλεται αποκλειστικά στα γηρατειά μα πιστεύω πως υπάρχει κάποια σχέση. Αισθάνομαι ότι ο όχλος, αυτός ο όχλος, η Ανθρωπότητα που πάντα μου δημιουργούσε δυσκολία, αυτός ο όχλος κερδίζει τελικά. Πιστεύω πως το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι τα πάντα είναι γι’ αυτούς μία επανάληψη. Σ’ αυτούς δεν υπάρχει φρεσκάδα. Δεν συμβαίνει μήτε το παραμικρό θαύμα.

Απλώς διαβάζουν με μανία ό,τι έγραψα. Εάν, κάποια μέρα, έβλεπα έστω και ΕΝΑΝ να κάνει ή να λέει κάτι ασυνήθιστο θα μπορούσα να συμβιβαστώ μ’ αυτήν την κατάσταση. Μα είναι όλοι τους ξεπεσμένοι, ρυπαροί. Δεν υπάρχει ανάταση. Μάτια, αυτιά, πόδια, φωνές αλλά... τίποτα. Έχει παγώσει η ψυχή τους, κοροϊδεύουν διαρκώς τον εαυτό τους, προσποιούνται πως είναι ζωντανοί.

Όταν ήμουν νέος ήταν καλύτερα, παρατηρούσα. Όργωνα τους δρόμους της νύχτας παρατηρώντας, παρατηρώντας... έμπλεκα, τσακωνόμουν, αναζητούσα... δεν βρήκα τίποτα. Μα και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, το μηδέν, δεν κέρδισα τίποτα. Δεν απέκτησα ποτέ έναν φίλο. Με τις γυναίκες, υπήρχε πάντοτε μια ελπίδα με κάθε μια μα μετά από λίγο χανόταν. Από πολύ νωρίς λοιπόν, το κατάλαβα, σταμάτησα να ψάχνω την Ονειρική Γυναίκα· ήθελα απλώς κάποια που δεν θα ήταν εφιάλτης για μένα.

Όσο για ανθρώπους, οι μόνοι που βρήκα ήταν εκείνοι που έζησαν και ήταν νεκροί τώρα πια — μες στα βιβλία, στην κλασική μουσική. Αυτό όμως με βοήθησε, για ένα διάστημα. Τότε όμως υπήρχαν τόσα πολλά συναρπαστικά και μαγικά βιβλία, μετά έπαψαν. Η κλασική μουσική ήταν η δύναμή μου. Την άκουγα κυρίως από το ραδιόφωνο, και εξακολουθώ από το ραδιόφωνο να την ακούω. Και πάντα με ξαφνιάζει, ακόμα και σήμερα, όταν ακούσω κάτι δυνατό και καινούργιο που δεν το έχω ακούσει ποτέ πριν κι αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά. 

Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις ακούω κάτι στο ραδιόφωνο που δεν το έχω ξανακούσει. Το γλεντάω με κάθε νότα σαν ένας άνθρωπος που διψάει για αναζωογόνηση και νόημα και τα βρίσκει σ’ αυτή τη μουσική. Έχω μείνει άναυδος με τον όγκο τόσης σπουδαίας μουσικής, αιώνων και αιώνων. 

Αυτό σημαίνει ότι κάποτε έζησαν πολλές σπουδαίες ψυχές. Δεν είμαι σε θέση να το εξηγήσω μα αυτή είναι η πιο μεγάλη τύχη που έχω στη ζωή, να αισθάνομαι αυτή την μουσική, να την γλεντάω και να αντλώ απ’ αυτήν. Δεν γράφω ποτέ δίχως να παίζει στο ραδιόφωνο κλασική μουσική, ήταν ανέκαθεν κομμάτι της δουλειάς μου, να ακούω αυτή την μουσική την ώρα που γράφω. Ίσως, κάποια μέρα, να μου εξηγήσει κάποιος γιατί τόση πολλή από την ενέργεια του Θαύματος περιέχεται στην κλασική μουσική. Αμφιβάλλω αν θα μου το πει αυτό ποτέ κανείς. Απλά θα μείνω με την απορία.[....] 

Είναι όμορφα να κάθομαι εδώ απόψε μέσα σ’ αυτό το μικρό δωμάτιο στο δεύτερο πάτωμα ακούγοντας ραδιόφωνο, με το γέρικο κορμί, τον γέρικο νου να αναρρώνει. Εδώ ανήκω, ακριβώς έτσι. Ακριβώς έτσι. Ακριβώς έτσι.



Πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε μ’ αυτό το άτιμο πληκτικό είδος; 

27/2/93       12:56 μ.μ.

Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών.

Γιατί
υπάρχουν τόσοι λίγοι ενδιαφέροντες άνθρωποι; Μέσα σε τόσα εκατομμύρια, γιατί δεν υπάρχουν αρκετοί; Πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε μ’ αυτό το άτιμο πληκτικό είδος; 

Απ’ ό,τι φαίνεται η μοναδική τους πράξη είναι η Βία. Είναι η ειδίκευσή τους. Την καλλιεργούν όπως τα λουλούδια. Σκατολούλουδα που μας βρομίζουν τη μοίρα. Το πρόβλημα είναι πως, πρέπει να συνεχίσω να συνεργάζομαι μαζί τους. Πράγμα που σημαίνει, αν θέλω να έχω φως, αν θέλω να επισκευάσω αυτόν τον υπολογιστή, αν θέλω να ξεβουλώσω τη λεκάνη, να αγοράσω καινούργια λάστιχα, να βγάλω κανένα δόντι ή να κάνω καμιά εγχείρηση, είμαι υποχρεωμένος να συνεχίσω να συνεργάζομαι μαζί τους. 

Χρειάζομαι αυτούς τους μαλάκες για τις έκτακτες ανάγκες μου, ακόμη κι αν, οι ίδιοι, μου προκαλούν φρίκη. Και η φρίκη είναι μία ευγενική λέξη.

Μα σφυροκοπούν την συνείδησή μου με την αποτυχία τους στα κρίσιμα θέματα. Για παράδειγμα, κάθε μέρα την ώρα που οδηγώ προς τον ιππόδρομο αλλάζω διαρκώς σταθμούς στο ραδιόφωνο αναζητώντας μουσική, αξιοπρεπή μουσική. Όλη η μουσική είναι χάλια, ανούσια, χαμένη, άτονη, αδιάφορη. Παρ’ όλα αυτά κάποιες απ’ αυτές τις συνθέσεις αγοράζονται από εκατομμύρια κόσμο και οι δημιουργοί τους θεωρούνται πραγματικοί Καλλιτέχνες. Είναι τρομερό, απαίσιες μαλακίες που μπαίνουν στα κεφάλια των νέων. Τους αρέσει. Χριστέ μου, και σκατά να τους δώσεις, θα τα φάνε. Δεν μπορούν να διακρίνουν; Δεν μπορούν να ακούσουν; Δεν μπορούν να αισθανθούν την αποσύνθεση, την παρακμή;

Σκέψου πόσοι άνθρωποι ζουν και δεν έχουν ακούσει ποτέ τους αξιοπρεπή μουσική. Δεν είναι να απορείς που σκαρτεύουν τα πρόσωπά τους, να απορείς που σκοτώνουν απερίσκεπτα, να απορείς που έχουν χάσει την καρδιά τους.

Και λοιπόν, τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό; Τίποτα.


Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών, εισαγωγή - μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς, εκδόσεις Ηριδανός


Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

«Τι σύζυγος θα είμαι — στο κάτεργο;», Λ. Τολστόι, Ανάσταση


Timothy Peach & Stefania Rocca, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani


Όλα ήταν όμορφα, μα πιο όμορφη απ’ όλα ήταν η Κατιούσια......

Για το Νιεχλιούντοφ κείνο το πρωινό της Ανάστασης έμεινε μια από τις πιο ζωντανές και δυνατές αναμνήσεις. [...] 

Όλα ήταν γιορταστικά, πανηγυρικά, χαρούμενα και πολύ όμορφα: και οι παπάδες με τ’ ανοιχτόχρωμα ασημένια, με χρυσούς σταυρούς άμφια, και ο διάκος και οι βοηθοί ντυμένοι όλοι τους τα γιορτινά ασημένια και χρυσά στιχάρια, και οι καλοντυμένοι εθελοντές ψαλτάδες με τα λαδωμένα μαλλιά, και τα πασχαλινά τροπάρια, και οι αδιάκοπες ευλογίες στους πιστούς από τους παπάδες με τις τρεις λαμπάδες τους μαζί, στολισμένες με άνθη και με τ’ατέλειωτα «Χριστός ανέστη! Χριστός ανέστη!» Όλα ήταν όμορφα, μα πιο όμορφη απ’ όλα ήταν η Κατιούσια με το λευκό της φόρεμα και τη θαλασσιά ζώνη, με τον ωραίο φιόγκο στα μαύρα μαλλιά της και τα μάτια να λάμπουν από τη μεγάλη χαρά της.

Ο Νιεχλιούντοφ καταλάβαινε πως τον κοιτάζει χωρίς να γυρίζει το κεφάλι της.
[....] ένας μικρός βοηθός με το χάλκινο μπρίκι στο χέρι, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στον κόσμο, πέρασε πλάι στην Κατιούσια και χωρίς να προσέξει την άγγιξε χαμηλά με το στιχάρι του. Από σεβασμό, σίγουρα, στο Νιεχλιούντοφ λοξοδρόμησε κι άγγιξε την Κατιούσια. 

Ο Νιεχλιούντοφ παραξενεύτηκε: πώς τούτος εδώ ο ανθρωπάκος δεν καταλαβαίνει πως όλα μέσα στην εκκλησία αλλά και σ’ όλο τον κόσμο υπάρχουν μόνο για την Κατιούσια και πως είναι δυνατό να τα περιφρονήσει όλα στον κόσμο εξόν μόνον απ’ αυτή, γιατί αυτή είναι το κέντρο του κόσμου. Για χάρη της έλαμπε το χρυσάφι στο εικονοστάσι κι ήταν αναμένα όλα τα κεριά στο πολύφωτο και στα μανουάλια, για χάρη της έψελναν συνέχεια «Πάσχα κυρίου, ευφρανθείτε λαοί». Και όλα τα καλά του κόσμου δεν ήταν παρά μόνο γι αυτή. Έτσι νόμιζε ο Νιεχλιούντοφ κάθε φορά που αντίκρυζε τη λυγερή της φιγούρα στο λευκό φόρεμα με τις πιέτες, το συγκρατημένο χαρούμενο πρόσωπό της που στο ύφος του έβλεπε πως η μελωδία στη δική του ψυχή είναι ίδια με κείνη στη δική της ψυχή.[...] 

Εικονογραφημένη σελίδα στην αγγλική έκδοση της Ανάστασης του Λ. Τολστόι από τον Leonid Pasternak (1911)

«...όλα είναι καλά, όλα είναι όμορφα, σ’ αγαπώ»

Η Ματριόνα Πάβλοβνα και η Κατιούσια βγήκαν και σταμάτησαν στο νάρθηκα για να δώσουν ελεημοσύνη στους ζητιάνους. Ένας ζητιάνος με κόκκινη θρεμένη πληγή αντί για μύτη ζύγωσε την Κατιούσια. Κείνη έβγαλε κάτι από το μαντίλι, του το ’δώσε, ύστερα πήγε πιο κοντά του και, χωρίς να νιώθει καμιά αηδία, απεναντίας, με τα μάτια της να λάμπουν από χαρά τον φίλησε τρεις φορές. Και πάνω στο φίλημα η ματιά της διασταυρώθηκε με τη ματιά του Νιεχλιούντοφ. Κείνη — λες και ρωτούσε: είναι καλό τάχα αυτό που κάνει;

«Ναι, ναι, χρυσή μου, όλα είναι καλά, όλα είναι όμορφα, σ’ αγαπώ», έλεγε η δική του ματιά.

Αυτές κατέβηκαν από το νάρθηκα, και κείνος πήγε κοντά στην Κατιούσια. Δεν είχε σκοπό ν’ αλλάξει φιλί, μα ήθελε να βρίσκεται πιο κοντά της.

— Χριστός ανέστη! είπε η Ματριόνα Πάβλοβνα σκύβοντας το κεφάλι και χαμογελώντας· το ύφος της σήμαινε πως σήμερα όλοι είναι ίσοι, και σκούπισε το στόμα της με το διπλωμένο σα μπογαλάκι μαντιλάκι της και του πρότεινε τα χείλη της.

— Αληθώς ανέστη, απάντησε ο Νιεχλιούντοφ και φιλήθηκαν.

Κείνος γύρισε ύστερα και κοίταξε την Κατιούσια: ήταν κατακόκκινη και βιάστηκε να πάει κοντά του.

— Χριστός ανέστη, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς.

— Αληθώς ανέστη, είπε κείνος. Φιλήθηκαν δυο φορές και σα να δίσταζαν να το τριτώσουν, και σα ν’ αποφάσισαν πως πρέπει, ξαναφιλήθηκαν, και χαμογέλασαν και οι δύο.

— Μα δε θα πάτε κοντά στον παπά; ρώτησε ο Νιεχλιούντοφ.

— Όχι, εμείς, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, θα καθήσουμε δω, είπε η Κατιούσια λαχανιάζοντας βαριά σαν ύστερα από χαρούμενη εργασία και κοιτάζοντάς τον κατάματα με τα υποταχτικά, αθώα, ερωτευμένα μάτια της.


Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)

Αγάπη για όλους και για όλα...

Στον έρωτα ανάμεσα σ’έναν άντρα και μια γυναίκα υπάρχει πάντα μια στιγμή όπου ο έρωτας αυτός φτάνει στο ζενίθ του όπου δεν υπάρχει σ’αυτόν καμιά συναίσθηση, καμιά κρίση και τίποτα το αισθησιακό. Μια τέτοια στιγμή ήταν για το Νιεχλιούντοφ η νύχτα κείνη της Ανάστασης. 

Κάθε φορά που θυμόταν τώρα την Κατιούσια, η στιγμή κείνη σκέπαζε όλα τ’ άλλα: ξεχνούσε το κεφαλάκι με τα μαύρα, ίσια, στιλπνά μαλλιά, το λευκό φόρεμα με τις πιέτες που έσφιγγε παρθενικά τη λεπτή μέση της και το στρογγυλό στήθος της, κι αυτό το ρόδινο χρώμα, κι αυτά τα συμπαθητικά, γυαλιστερά από την αϋπνία μαύρα μάτια, και σ’ όλη την ύπαρξή της τα δυο κύρια γνωρίσματα: την αγνότητα της παρθενικής αγάπης όχι μόνο γι αυτόν — κείνος το ήξερε αυτό — μα και της αγάπης για όλους και για όλα, όχι μόνο για τα ωραία που υπάρχουν στον κόσμο, αλλά και για κείνο το ζητιάνο που μαζί του είχε αλλάξει το φίλημα της πασχαλινής αγάπης.

Ήξερε πως κείνη είχε μέσα της αυτή την αγάπη, γιατί την ένιωθε κι ο ίδιος κείνη τη νύχτα και κείνο το πρωινό, κι ένιωθε πως σ’ αυτή την αγάπη αυτός γινόταν ένα μ’ αυτή.

Αχ, αν όλ’ αυτά είχαν περιοριστεί σε κείνο το αίσθημα! «Ναι, η φριχτή αυτή σκηνή ξετυλίχτηκε λίγο ύστερα από κείνη τη νύχτα της Ανάστασης!» σκεφτόταν τώρα καθισμένος κοντά στο παράθυρο της αίθουσας των ενόρκων.

Timothy Peach & Stefania Rocca, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani

Λες πως είχε θρυμματίσει κάτι τρομερά πολύτιμο...

— Κατιούσια, στάσου μια στιγμή, είπε.

Κείνη γύρισε και κοίταξε.

— Τι θέλετε; είπε και κοντοστάθηκε.

— Να, τίποτα, μόνο...

Έκανε
 μια προσπάθεια για να πάρει θάρρος, θυμήθηκε τι κάνουν σε παρόμοιες περιπτώσεις γενικά όλοι οι άντρες στη θέση του και αγκάλιασε την Κατιούσια από τη μέση.
Κείνη στάθηκε και τον κοίταξε στα μάτια.

— Δεν πρέπει, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, δεν πρέπει, ψιθύρισε κόκκινη, δακρυσμένη, και με το σκληρό δυνατό χέρι της τράβηξε το χέρι που την είχε αγκαλιάσει.

Ο Νιεχλιούντοφ την άφησε, και για μια στιγμή ένιωσε όχι μόνο άβολα, ντροπή, μα και αηδία για τον εαυτό του. Θα 'πρεπε να ’χει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, μα δεν κατάλαβε πως αυτή η αδεξιότητα και η ντροπή του ήταν τα καλύτερα συναισθήματα της ψυχής του που γύρευαν να εκδήλωθούν απεναντίας, του φάνηκε πως αυτό είναι μια ανοησία του, πως πρέπει να κάνει όπως κι ότι κάνουν όλοι.

Έτρεξε και την έφτασε ακόμα μια φορά, την αγκάλιασε ξανά και τη φίλησε στο λαιμό. Αυτό το φιλί δεν έμοιαζε καθόλου με κείνα τα δυο φιλιά: το ένα αθώο, ανυποψίαστο πίσω από την πασχαλιά, και το άλλο σήμερα το πρωί στην εκκλησία. Αυτό ήταν τρομερό, κι έτσι το κατάλαβε και κείνη.

— Μα τι κάνετε κει; είπε με μια τέτοια φωνή που λες πως κείνος είχε θρυμματίσει κάτι τρομερά πολύτιμο, και το ’βαλε στα πόδια σαν κυνηγημένη. [.....]

Fredric March and Anna Sten play the romantic leads in the United Artists film «We Live Again», based on Leo Tolstoy's novel «Resurrection»(1934)


«Τι να ’ναι αυτό που έκανα — μεγάλη ευτυχία ή μεγάλη δυστυχία;

— Μα τι κάνετε τώρα; Γίνονται αυτά τα πράγματα; Τι θέλετε, δηλαδή, ν’ ακούσουν οι θείες σας, έλεγαν τα χείλη της, μα η καρδιά της, η ψυχή της, το κορμί της έλεγαν: «Είμαι όλη δική σου».

Κι ο Νιεχλιούντοφ αυτό μονάχα καταλάβαινε.

— Έλα, άνοιξε για ένα λεφτό. Σε ικετεύω, έλεγε κείνος στα κουτουρού.

Η Κατιούσα άκουγε ασάλευτη, αμίλητη, μα σε λίγο κείνος άκουσε το ψαχούλεμά της για να πιάσει το μάνταλο. Τον σήκωσε, και κείνος μπήκε από τη πόρτα πριν καλά-καλά να του ανοίξει.

Την άρπαξε όπως ήταν με το χοντρό σκληρό πουκάμισό της, ξεμπράτσωτη, την πήρε στην αγκαλιά του και τράβηξε για το δωμάτιό του.

— Αχ! μα τι κάνετε; μουρμούριζε η Κατιούσια.

Μα κείνος δεν έδινε σημασία στα λόγια της — προχωρούσε, προχωρούσε με το πολύτιμο φορτίο του.

— Αχ, δεν πρέπει, αφήστε με, του ’λεγε, μα όλο και σφιγγόταν πάνω του.

Η Κατιούσια έφυγε από κοντά του τρέμοντας, αμίλητη, χωρίς ν’ ακούει τι της έλεγε- κείνος βγήκε στη βεράντα και στάθηκε προσπαθώντας να καταλάβει τι σημασία είχε η πράξη του.
Στην αυλή το σκοτάδι ήταν πιο αραιό - κάτω στο ποτάμι τα τριξίματα από το λιώσιμο του πάγου είχαν δυναμώσει — προστέθηκε τώρα σ’ αυτά και το κελάρυσμα του νερού. Η καταχνιά άρχισε να κατακάθεται, και μακριά, ψηλά πίσω του φάνηκε το μισοφέγγαρο φωτίζοντας μουντά τη σκιαχτερή σκοτεινιά.

«Τι να ’ναι, τάχα, αυτό που έκανα — μεγάλη ευτυχία ή μεγάλη δυστυχία;» απορούσε. «Δε βαριέσαι, ούτε ο πρώτος είμαι, ούτε ο τελευταίος», είπε μέσα του και πήγε για ύπνο.


Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)


Αποφάσισα να σας παντρευτώ......

— Θέλω να διορθώσω το σφάλμα μου, συνέχισε ο Νιεχλιούντοφ, και να το διορθώσω όχι με λόγια με έργα. Αποφάσισα να σας παντρευτώ.

Το πρόσωπό της πήρε ξαφνικά μια έκφραση τρόμου. Τ’ αλλοιθωρούτσικα μάτια της έμειναν καρφωμένα πάνω του — κοίταζαν μα δεν κοίταζαν αυτόν.

— Και τι χρειάζεται αυτό; είπε σηκώνοντας κακιωμένα τα φρύδια.

— Πιστεύω πως έχω καθήκον μπροστά στο θεό να το κάνω.

— Τι σχέση έχει μ’ αυτό ο θεός; Τ’ ειν’ αυτά που λέτε; Θεός; — ποιος θεός; Έπρεπε τότε να είχατε σκεφτεί το θεό — είπε και σταμάτησε με το στόμα ανοιχτό.

— Γιατί να ηρεμήσω; Νομίζεις πως είμαι μεθυσμένη; Εγώ, και μεθυσμένη να ’μαι, θυμάμαι τι λέω, πήρε κατήφορο ξαφνικά κι έγινε κατακόκκινη. Είμαι μια κατάδικη για τα κάτεργα, και πόρνη, και σεις ένας άρχοντας, ένας πρίγκηπας, γιατί να λερώνεσαι μαζί μου. Πήγαινε στις πριγκήπισές σου — η δική μου αξία είναι δέκα ρουβλάκια.
— Όσο σκληρά κι αν μου μιλήσεις, δε θα μπορέσεις να εκφράσεις κείνο που έχω στην καρδιά μου, είπε ήρεμα, μα τρέμοντας ολόκληρος ο Νιεχλιούντοφ, δε θα μπορέσεις να φανταστείς πόσο νιώθω φταίχτης απέναντι σου!..

— «Νιώθω φταίχτης...» τον περιγέλασε κείνη κακιωμένη. Τότε δεν ένιωθες, αλλά μου ’δωσες να πάρω με το ζόρι εκατό ρούβλια. Να η αξία σου...

— Το ξέρω, το ξέρω, μα τι να γίνει τώρα; είπε ο Νιεχλιούντοφ. Τώρα αποφάσισα να μη σ’ εγκαταλείψω. Το λέω και θα το κάνω.

—Κι εγώ σου λέω πως δε θα το κάνεις! του είπε και γέλασε δυνατά.

— Κατιούσια! άρχισε, κι άγγιξε το χέρι της.

— Φύγε, το καλύτερο που έχεις να κάνεις. Εγώ δεν είμαι παρά μια κατάδικη, εσύ ένας πρίγκηπας, και δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ, του ’βάλε τις φωνές, αλλιώτικη τώρα από το θυμό, και τράβηξε το χέρι της. Θέλεις να σωθείς κρεμασμένος από μένα, συνέχισε βιαστικά για να προφτάσει, λες, να πει τον πόνο της. Έκανες το κέφι σου σε τούτη τη ζωή, θέλεις με μένα να σωθείς και στην άλλη! Σε μισώ και σένα, και τα γυαλιά σου, και τα χοντρά, απαίσια μούτρα σου. Φύγε, φύγε, σου λέω! φώναξε και σηκώθηκε απότομα όρθια. [......]




Θέλετε να με παντρευτείτε — αυτό δε θα γίνει ποτέ... 

— Θέλετε να με παντρευτείτε — αυτό δε θα γίνει ποτέ. Προτιμώ να κρεμαστώ! Αυτό έχω να σας πω.

—Έτσι κι αλλιώς, εγώ θα σε βοηθάω.

— Αυτό είναι δική σας δουλειά. Εγώ από σας δε θέλω τίποτα. Αυτό σας το λέω σοβαρά, του είπε. Γιατί να μην πεθάνω τότε; πρόστεσε κι άρχισε να κλαίει με παράπονο.

Ο Νιεχλιούντοφ δε μπορούσε να μιλήσει: τον πήραν κι αυτόν τα δάκρυα.

Κείνη σήκωσε τα μάτια, τον κοίταξε με απορία λες, κι άρχισε να σκουπίζει με τη μαντίλα της τα δάκρυα που έτρεχαν στα μάγουλά της.....[...]


Ήταν αναστατωμένη. Όλα όσα της είχε πει ο Νιεχλιούντοφ τη γύρισαν σε κείνο τον κόσμο όπου είχε υποφέρει κι απ’ όπου είχε φύγει χωρίς να τον καταλάβει, μα με το μίσος γι αυτόν. Τώρα έχασε κείνη την ξεγνοιασιά όπου ζούσε, και η ζωή με τη σκέψη στα παλιά ήταν μαρτύριο.

«ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ λοιπόν», σκεφτόταν ο Νιεχλιούντοφ βγαίνοντας από τη φυλακή και μόλις τώρα καταλαβαίνοντας πέρα για πέρα όλο το λάθος του. Αν δεν είχε προσπαθήσει να επανορθώσει το σφάλμα του, ποτέ δε θα ένιωθε τι μεγάλο έγκλημα είχε κάνει· ακόμα, κι αυτή δε θα καταλάβαινε όλο το κακό που της είχε γίνει. Μόνο τώρα όλ’ αυτά έγιναν φανερά σε όλη τους τη φρίκη. Τώρα μόλις είδε κείνο που είχε κάνει στην ψυχή αυτής της γυναίκας, και κείνη είδε και κατάλαβε τι της είχε συμβεί. Ως τώρα ο Νιεχλιούντοφ έπαιζε με τα αισθήματά του: καμάρωνε τον εαυτό του, τη μεταμέλειά του· τώρα, απλώς τον είχε κυριέψει τρόμος. Να την παρατήσει, — το ’βλεπε — τώρα δε μπορούσε, αλλά ταυτόχρονα δε μπορούσε και να φανταστεί τι θα βγει από τις καινούργιες σχέσεις του μαζί της.


Εικονογραφημένη σελίδα στην αγγλική έκδοση της Ανάστασης του Λ. Τολστόι από τον Leonid Pasternak (1911)


Οι άνθρωποι είναι σαν τα ποτάμια.....

Μια από τις πιο συνηθισμένες και διαδομένες προλήψεις είναι πως κάθε άνθρωπος έχει ορισμένες ατομικές του ιδιότητες, πως είναι άνθρωποι καλοί, κακοί, έξυπνοι, χαζοί, δραστήριοι, αργοκίνητοι κ.λ. Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Μπορούμε να πούμε για τον άνθρωπο πως πιο συχνά συμβαίνει να είναι καλός παρά κακός, πιο συχνά έξυπνος παρά χαζός, πιο συχνά δραστήριος παρά αργοκίνητος, και αντίστροφα - μα δε θα είναι αλήθεια αν πούμε για έναν άνθρωπο πως είναι καλός ή έξυπνος, και για έναν άλλο ότι είναι κακός ή χαζός. Έτσι διαιρούμε πάντα τους ανθρώπους. Κι αυτό δεν είναι σωστό. Οι άνθρωποι είναι σαν τα ποτάμια: το νερό σε όλα είναι όμοιο και παντού το ίδιο, αλλά το κάθε ποτάμι συμβαίνει να είναι εδώ στενό, εκεί γρήγορο, εδώ πλατύ, εκεί ήρεμο, εδώ καθαρό, εκεί ψυχρό, εκεί θολό, εκεί ζεστό.

Έτσι και οι άνθρωποι.
 Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του σπέρματα όλων των ανθρωπίνων ιδιοτήτων και πότε φανερώνει μία, πότε άλλη, και συμβαίνει συχνά να μη μοιάζει καθόλου με τον εαυτό του παραμένοντας συνέχεια στο μεταξύ ο ίδιος άνθρωπος. Σε κάμποσους ανθρώπους οι μεταβολές αυτές συμβαίνει να γίνονται πολύ απότομα. Κι ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Νιεχλιούντοφ. Οι μεταβολές του αυτές είχαν και φυσικά και ψυχικά αίτια. Και μια τέτοια μεταβολή του είχε συμβεί τώρα, την περίοδο αυτή.

Η εντύπωση
 του θριάμβου και της χαράς από το φρεσκάρισμα που ένιωθε ύστερα από τη δίκη και ύστερα από την πρώτη συνάντηση με την Κατιούσια πέρασε εντελώς και τη θέση τους πήρε ύστερα από το τελευταίο ραντεβού ο φόβος, ακόμα και η αντιπάθεια γι αυτή. Αποφάσισε, ωστόσο, να μην την εγκαταλείψει, να μην αλλάξει τη γνώμη του να την παντρευτεί, φτάνει μόνο να το θελήσει κι αυτή· μα αυτό του φαινόταν βαρύ και ανυπόφορο.


Stefania Rocca as Katiuscia Maslova, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani


«Ναι, ναι, είναι ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος»

Η Μάσλοβα
 ήταν κιόλας εκεί και βγήκε από το κιγκλίδωμα ήρεμη και δισταχτική. Πήγε κοντά στο Νιεχλιούντοφ και κοιτάζοντας πλάι του είπε:

— Να με συγχωρείτε, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, που μίλησα άσχημα προχτές.

— Όχι εγώ να συχωρέσω σας... έκανε ν’ αρχίσει ο Νιεχλιούντοφ.

— Όπως και να ’ναι, να με αφήσετε ήσυχη, πρόστεσε, και στα μάτια της που αλλοιθώρισαν τρομερά κοιτάζοντάς τον ο Νιεχλιούντοφ διάβασε ξανά μια έκφραση γεμάτη έξαψη και κακία.

— Γιατί να σας αφήσω ήσυχη;

— Γιατ’ έτσι.

— Τι θα πει γιατ’ έτσι;

Τον κοίταξε ξανά με κακία, όπως του φάνηκε.

— Αυτό έχω να σας πω. Να με αφήσετε ήσυχη, ειλικρινά σας το λέω. Δε μπορώ, δε γίνεται. Αφήστε τ’ αυτά — τα χείλη της έτρεμαν. Σώπασε λίγο και πρόστεσε: Αυτ’ είναι η αλήθεια. Καλύτερα το ’χω να πάω να κρεμαστώ.

Ο Νιεχλιούντοφ καταλάβαινε πως αυτή της η άρνηση φανερώνει μίσος ενάντιά του, μνησικακία, μα φανέρωσε και κάτι άλλο — καλό και σπουδαίο. Αυτή η επιβεβαίωση, σε εντελώς ήρεμη κατάσταση, της προηγούμενης άρνησής της έσβησε στην ψυχή του Νιεχλιούντοφ όλες αυτές τις αμφιβολίες και τον ξανάφερε στην προηγούμενη κατάσταση της σοβαρότητας, του θριάμβου και της συγκίνησης που είχε βρεθεί στις επαφές του με την Κατιούσια.

— Κατιούσια, σου το λέω κι άλλη μια φορά, είπε με πολλή σοβαρότητα. Σου ζητώ να στεφανωθούμε. Αν δε θελήσεις, και όσο καιρό δε θα θέλεις, εγώ, όπως και πριν, θα είμαι εκεί όπου θα είσαι, και θα ’ρθω εκεί που θα σε πάνε.

— Αυτό είναι δική σας δουλειά· εγώ δεν έχω τι άλλο να πω, είπε και ξανά τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν.

Σώπασε κι αυτός — δεν είχε το κουράγιο να μιλήσει.[.....]

«Ναι, ναι, είναι ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος», σκεφτόταν ο Νιεχλιούντοφ. Ύστερα από τις προηγούμενες αμφιβολίες του κατάλαβε για πρώτη φορά, βεβαιώθηκε πως ο έρωτας είναι ακατανίκητος.



Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)


Την αγαπάει όχι για τον εαυτό του, αλλά γι αυτή και για το θεό...

Ο θυρωρός στο νοσοκομείο γνώρισε το Νιεχλιούντοφ και του είπε πως η Μάσλοβα δεν είναι κει.

— Πού βρίσκεται;

— Είναι ξανά στη φυλακή.

— Και γιατί την πήγαν στη φυλακή ξανά; ρώτησε ο Νιεχλιούντοφ.

— Τι κόσμος, κύριέ μου! Είπε ο θυρωρός χαμογελώντας με περιφρόνηση. Είχε κάτι πάρε - δώσε με τον αρχινοσοκόμο, και ο διευθυντής της είπε να τα μαζέψει.

Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό του Νιεχλιούντοφ πόση σημασία είχε γι αυτόν η Μάσλοβα και η ψυχική της κατάσταση. Η πληροφορία αυτή τον άφησε άναυδο. Ένιωσε κάτι παρόμοιο με κείνο που νιώθει κάποιος μαθαίνοντας για μια ξαφνική μεγάλη συφορά του. Η στενοχώρια του δε λέγεται. Η πρώτη εντύπωση από την πληροφορία αυτή ήταν η ντροπή. Με τη χαρούμενη σκέψη για την αλλαγή που φαντάστηκε πως γινόταν στην ψυχή της, τώρα έβλεπε τον εαυτό του να γελοιοποιείται.

Ολ’ αυτά τα λόγια της πως δε θέλει να δεχτεί τη θυσία του, και τα παράπονα, και τα δάκρυα — ολ’ αυτά δεν ήταν, σκέφτηκε, παρά πονηριές μιας διεφθαρμένης γυναίκας που μοναδική επιθυμία είχε πώς να μπορέσει να τον εκμεταλλευτεί καλύτερα. Του φαινόταν πως στην τελευταία επίσκεψή του είχε παρατηρήσει τα σημάδια αυτής της αδιόρθωτης ξετσιπωσιάς που παρουσιάστηκαν τώρα. Όλα αυτά πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό του τη στιγμή που φορούσε μηχανικά το καπέλο του κι έβγαινε υπό το νοσοκομείο της φυλακής.

«Και τώρα τι πρέπει να γίνει; μονολογούσε. Με συνδέει, τάχα, τίποτα μαζί της; Δεν έχω τάχα, αποδεσμευτεί τώρα, ύστερα απ’ αυτή τη διαγωγή της;»

Από τις απορίες του αυτές κατάλαβε πως, θεωρώντας τον εαυτό του αποδεσμευμένο και έχοντάς την εγκαταλείψει, θα τιμωρήσει όχι αυτή, όπως ήταν η επιθυμία του, αλλά τον εαυτό του, και με τη σκέψη αυτή κατατρόμαξε.

«Όχι! Αυτό που έγινε δε μπορεί να μεταβάλει αλλά μόνο να στερεώσει την απόφασή μου. Ας κάνει του κεφαλιού της, αυτό που θέλει η ψυχή της. Είχε πάρε-δώσε με τον αρχινοσοκόμο — κι ύστερα; ας είχε — αυτή είναι η δουλειά της. Δική μου δουλειά είναι να κάνω κείνο που απαιτεί από μένα η συνείδησή μου, μονολογούσε. Η συνείδησή μου απαιτεί να θυσιάσω την ελευθερία μου για να εξαγοράσω το αμάρτημά μου, και η απόφασή μου να την παντρευτώ, έστω και τυπικά, και να την ακολουθήσω όπου και να τη στείλουν, παραμένει αμετάβλητη», μονολογούσε πεισματικά, και, βγαίνοντας από το νοσοκομείο, τράβηξε με σταθερό βήμα για τη μεγάλη πύλη της φυλακής.[.....]

Dolores Del Rio, Rod La Rocque, Leo Tolstoy «Resurrection». 
The film was directed by Edwin Carewe (1927)


Η Μάσλοβα φορούσε ξανά την άσπρη φούστα και τη μπλούζα της φυλακής κι ένα μαντίλι στο κεφάλι. Πήγε κοντά στο Νιεχλιούντοφ και, βλέποντάς τον με ψυχρό, εχθρικό ύφος, έγινε κατακόκκινη κι άρχισε να παίζει νευρικά με την άκρη της μπλούζας της βλέποντας κάτω στο δάπεδο. Η σύγχυσή της σήμαινε για το Νιεχλιούντοφ πως ο θυρωρός δεν του είχε πει ψέματα.

Ήθελε να μιλήσει μαζί της όπως την τελευταία φορά μα δε μπορούσε, όπως το ήθελε, να της δώσει το χέρι: τόσο του ήταν τώρα αντιπαθητική.

— Σας έφερα άσχημα νέα, είπε μονότονα, χωρίς να την κοιτάζει και χωρίς να της δίνει το χέρι. Το Σενάτ απόρριψε την αίτηση.

— Εγώ, έτσι κι αλλιώς, το ’ξερα, είπε κείνη με παράξενη φωνή, σα να λαχάνιαζε.

Ο Νιεχλιούντοφ μια άλλη φορά θα τη ρωτούσε γιατί το λέει αυτό· τώρα, μόνο που την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα.

Μα τα δάκρυα όχι μόνο δεν τον μαλάκωσαν — απεναντίας, τώρα θύμωσε πιο πολύ μαζί της.

Ο Νιεχλιούντοφ, παρ’ όλη την αντιπάθεια που ένιωθε τώρα για τη Μάσλοβα, το θεώρησε αναγκαίο να της πει πως λυπάται για την απόρριψη.

— Μην απελπίζεστε, είπε. Η άλλη αίτηση, στον αυτοκράτορα, μπορεί να πιάσει, και ελπίζω να...

— Μα δεν είναι γι αυτό... είπε παραπονιάρικα και κοιτάζοντάς τον λοξά με βουρκωμένα μάτια.

— Και τότε γιατί;

— Περάσατε από το νοσοκομείο, και σίγουρα θα σας είπαν για μένα...

— Και τι σημασία έχει, αυτό είναι δική σας υπόθεση, είπε ψυχρά κείνος, κατσουφιασμένος.

Η οργή από την προσβολή του εγωισμού του πάνω που πήγαινε να μαλακώσει φούντωσε μέσα του με καινούργια δύναμη μόλις κείνη του θύμισε το νοσοκομείο. «Εγώ, ένας άνθρωπος του κόσμου που θα το θεωρούσε ευτυχία της να με παντρευτεί κάθε κοπέλα της υψηλής κοινωνίας, πρότεινα σ’ αυτή εδώ τη γυναίκα να την παντρευτώ, και τούτη δε μπορούσε να περιμένει, κι άρχισε τα πάρε-δώσε με τον αρχινοσοκόμο», σκεφτόταν κοιτάζοντάς την με μίσος.

— Ελάτε, υπογράψτε την αίτηση, είπε, έβγαλε από την τσέπη του ένα μεγάλο φάκελο και το ακούμπησε πάνω στο γραφείο.

Κείνη σκούπισε τα δάκρυα με την άκρη της μαντήλας κάθησε και ρώτησε πού και τι να γράψει. Της έδειξε τι και πού να το γράψει· κείνη κάθησε διορθώνοντας με το αριστερό χέρι το μανίκι του δεξιού.

Ο Νιεχλιούντοφ στεκόταν από πάνω της και κοίταζε αμίλητος τη λογισμένη ράχη της που πότε-πότε τρανταζόταν από συγκρατημένους λυγμούς· και στην ψυχή του πάλευαν δυο αισθήματα; του κακού και του καλού, του προσβλημένου του εγωισμού και του οίκτου γι αυτή που υπόφερε· και νίκησε το δεύτερο αίσθημα.
Δε μπορούσε να θυμηθεί ποιο γεννήθηκε πρώτο: πρώτα τη λυπήθηκε τάχα, ή πρώτα θυμήθηκε τον εαυτό του, τις αμαρτίες του, την ατιμία του — την ίδια με τη δική της που γι αυτή την κατηγορούσε; Μα ξαφνικά, την ίδια στιγμή ένιωσε ένοχος απέναντί της και τη λυπήθηκε.

Η Μάσλοβα υπόγραψε την αίτηση, σκούπισε το μελάνι από το δάχτυλό της στη μπλούζα της, σηκώθηκε και τον κοίταξε.

— Όποιο και να ’ναι το αποτέλεσμα και ότι και να γίνει, τίποτα δε θα μεταβάλει την απόφασή μου, της είπε.

Η σκέψη πως τη συγχωρούσε δυνάμωσε μέσα του το αίσθημα του οίκτου και της τρυφερότητας γι αυτή, και δοκίμασε να την παρηγορήσει.

— Αυτό που είπα, αυτό και θα κάνω. Όπου και να σας στείλουν, θα είμαι μαζί σας.

— Είναι ανώφελο, βιάστηκε να τον διακόψει μ’ ένα ύφος πολύ χαρούμενο.

— Σκεφτείτε τι θα σας χρειαστεί για το δρόμο.

— Τίποτα το ιδιαίτερο, φαντάζομαι. Ευχαριστώ.

Ο διευθυντής πήγε κοντά τους, και ο Νιεχλιούντοφ, θέλοντας να προλάβει την παρατήρηση, την αποχαιρέτησε και βγήκε ήρεμος, χαρούμενος, με την καρδιά γεμάτη αγάπη για όλους τους ανθρώπους — κι ολ’ αυτά για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλο βαθμό. Πετούσε στα ύψη από τη χαρά του γιατί πίστευε πως καμιά πράξη της Μάσλοβα δε μπορεί να τον κάνει να μην την αγαπάει. Ας έχει πάρε-δώσε με τον αρχινοσοκόμο — αυτό είναι δική της δουλειά: τούτος την αγαπάει όχι για τον εαυτό του, αλλά γι αυτή και για το θεό.[...]



Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)


....γιατί είχε τάχα πάρε-δώσε με άντρες....

Το διώξιμο από το νοσοκομείο γιατί είχε τάχα πάρε-δώσε με άντρες τη στενοχώρησε πολύ — ύστερα από τη συνάντησή της με το Νιεχλιούντοφ οι στενές σχέσεις με άντρες που την αήδιαζαν εδώ και πολύ καιρό της έγιναν τώρα πιο αηδιαστικές. Η σκέψη ότι, κρίνοντάς την από το παρελθόν της και από τη σημερινή της θέση ο κάθε άντρας, μαζί και ο κασιδιάρης νοσοκόμος, θεωρούσε ότι έχει το δικαίωμα να την ενοχλεί, και ύστερα να βλέπει ξαφνικά πως κείνη δεν έχει διάθεση για τέτοια τη στενοχωρούσε αφάνταστα και την έκανε να λυπάται τον εαυτό της, πνιγμένη στα δάκρυα.

Σήμερα, βγαίνοντας να δει το Νιεχλιούντοφ, ήθελε να του δικαιολογηθεί για κείνη την τόσο άδικη κατηγορία που σίγουρα θα είχε μάθει. Μα, αρχίζοντας να δικαιολογείται, κατάλαβε πως κείνος πιστεύει ότι οι δικαιολογίες της δεν κάνουν τίποτ’άλλο παρά να επιβεβαιώνουν τις υποψίες του, βούρκωσαν τα μάτια της, και σώπασε.

Η Μάσλοβα δεν έπαψε να σκέφτεται και να διαβεβαιώνει τον εαυτό της ότι, όπως του το είχε τονίσει στη δεύτερη συνάντησή τους, δεν τον είχε συχωρέσει και τον μισούσε, μα τώρα πια από καιρό ξανάρχισε να τον αγαπάει, και τον αγαπούσε έτσι και τόσο που χωρίς να θέλει έκανε όλα κείνα που ήθελε κείνος απ’ αυτή: σταμάτησε να πίνει, να καπνίζει, παράτησε την κοκεταρία και πήγε να δουλέψει στο νοσοκομείο της φυλακής. Ολ’αυτά τα’κανε γιατί ήξερε πως είναι δική του επιθυμία.

Αν αρνιόταν τόσο κατηγορηματικά κάθε φορά που της το θύμιζε να δεχτεί τη θυσία του να την παντρευτεί, αυτό γινόταν γιατί της άρεσε να του λέει και να του ξαναλέει κείνα τα περήφανα λόγια που του είχε πει την πρώτη φορά, και, το σπουδαιότερο, γιατί είχε στο μυαλό της την ιδέα πως ο γάμος μαζί της θα τον κάνει δυστυχισμένο. Το πήρε απόφαση να μη δεχτεί τη θυσία του, μα, έτσι κι αλλιώς, τη στενοχωρούσε η σκέψη πως την περιφρονεί, νομίζει πως είναι ακόμα τέτοια που ήταν, και δεν τη βλέπει πόσο είχε αλλάξει. Η υποψία του ότι αυτή είχε κάνει κάτι άσχημο στο νοσοκομείο τη βασάνιζε περισσότερο από την πληροφορία πως είχε οριστικά καταδικαστεί σ’ εξορία στη Σιβηρία.


Stefania Rocca as Katiuscia Maslova, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani


Η Κατιούσια δε θέλει τη δική μου θυσία, θέλει τη δική της...

Η αποστολή με τη Μάσλοβα έφευγε στις τρεις το απόγευμα από το σιδηροδρομικό σταθμό, και ο Νιεχλιούντοφ, για να προλάβει την έξοδό της από τις φυλακές και να πάει μαζί ως το σταθμό, σκόπευε να βρίσκεται στην πύλη πριν από τις δώδεκα.

Ταχ
τοποιώντας τα πράγματά του και τα χαρτιά του είδε το ημερολόγιό του, γύρισε δυο τρία φύλλα του και στάθηκε στην τελευταία εγγραφή. Είχε σημειώσει πριν φύγει για την Πετρούπολη:

«Η
 Κατιούσια δε θέλει τη δική μου θυσία, θέλει τη δική της. Νίκησε και νίκησα. Με κάνει να χαίρομαι γι αυτή την εσωτερική αλλαγή που, νομίζω — φοβάμαι να το πιστέψω, γίνεται σ’ αυτή, Φοβάμαι να το πιστέψω, μα έχω την εντύπωση πως ξαναγεννιέται».

Πιο
 κάτω ήταν γραμμένο: «Πέρασα στιγμές πολύ δύσκολες και πολύ χαρούμενες. Έμαθα πως η διαγωγή της στο νοσοκομείο δεν ήταν καλή. Και ξαφνικά η στενοχώρια μου δε λέγεται. Δεν περίμενα να στενοχωρηθώ τόσο πολύ. Μιλούσα μαζί της με αντιπάθεια και μίσος· ύστερα θυμήθηκα ξαφνικά πόσες φορές ήμουν — είμαι και τώρα, αν και νοερά — ένοχος γιατί τη μισούσα, και την ίδια στιγμή τα ’βαλα με τον εαυτό μου, και λυπήθηκα κείνη, κι ένιωσα μεγάλη χαρά. Μόνο να μπορούσε, πες, κανείς να βλέπει πάντα έγκαιρα το δοκάρι στο μάτι του, πόσο θα ήταν καλύτερα».[...]

«Από
αύριο αρχίζει μια καινούργια ζωή — αντίο παλιά, και για πάντα. Πολλές εντυπώσεις έχουν συγκεντρωθεί, μα δε μπορώ ακόμα να τις συναρμολογήσω».


Stefania Rocca as Katiuscia Maslova, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani

Ένας χείμαρρος αγάπης που πρώτη φορά πλημμύριζε την καρδιά του...

Από το Νίζνι ως το Περμ ο Νιεχλιούντοφ πέτυχε να συναντήσει την Κατιούσια όλες κι όλες δυο φορές. Και τις δυο φορές τη βρήκε κλεισμένη στον εαυτό της και κακόκεφη. Στις ερωτήσεις του αν είναι καλά κι αν έχει ανάγκη από τίποτα του απάντησε με υπεκφυγές, συγχυσμένη και όπως του φάνηκε, με κείνες τις εχθρικές διαθέσεις που είχε δείξει κάμποσες φορές άλλοτε. 

Κι αυτή η κακοκεφιά της που την προκαλούσαν μόνο οι άντρες που δεν την άφηναν σε χλωρό κλαρί στενοχωρούσε αυτή την περίοδο το Νιεχλιούντοφ. Φοβόταν μήπως, επηρεασμένη από τις δύσκολες κι εξευτελιστικές συνθήκες όπου βρισκόταν όσο θα κρατούσε το ταξίδι, ξαναπέσει σε κείνη την παλιά κατάσταση της δυσαρμονίας με τον ίδιο τον εαυτό της και της απελπισίας στη ζωή που την έκανε κάποτε να τα βάζει μαζί του, να καπνίζει και να πίνει για να ξεχάσει. Μα δε μπορούσε με κανέναν τρόπο να τη βοηθήσει, γιατί όλο αυτό τον πρώτο καιρό του ταξιδιού δεν του ήταν δυνατό να τη συναντάει. 

Μόνο τότε που είδε πως την έβαλαν μαζί με τους πολιτικούς όχι μόνο πείστηκε πως οι φόβοι του ήταν αβάσιμοι, μα, απεναντίας, σε κάθε συνάντησή τους παρατηρούσε πως κείνη η εσωτερική αλλαγή που τόσο δυνατά επιθυμούσε να δει σ’ αυτή παίρνει ολοένα και πιο συγκεκριμένη μορφή. Στην πρώτη συνάντησή τους στο Τομσκ ξανάγινε τέτοια που ήταν πριν από την αναχώρηση: ούτε κατσουφιασμένη, ούτε συγχυσμένη μόλις τον είδε. Απεναντίας τον υποδέχτηκε με χαρά και ειλικρίνεια, και τον ευχαρίστησε για όλα όσα είχε κάνει γι αυτή, ιδιαίτερα γιατί απ' αυτόν γνώρισε τους ανθρώπους που ανάμεσά τους βρισκόταν τώρα.

Ύστερα από δυο μήνες πορεία και στάσεις η αλλαγή που έγινε μέσα της φάνηκε και στο παρουσιαστικό της. Αδυνάτισε, μαύρισε, λες και είχε μπει σε ηλικία· στους κροτάφους και κοντά στο στόμα φάνηκαν ρυτίδες, δεν άφηνε τα μαλλιά της να κατεβαίνουν στο μέτωπο — τα ’δενε  μ' ένα μαντίλι, και ούτε στο ντύσιμό της, ούτε στο χτένισμά της, ούτε στη συμπεριφορά της έβλεπες την παλιά κοκεταρία. Κι αυτή η αλλαγή που είχε γίνει και γινόταν μέσα της έκανε το Νιεχλιούντοφ να νιώθει μια ιδιαίτερη χαρά.

Resurrezione (1944) by Flavio Calzavara 
Doris Duranti as Katiuscia Maslova, Claudio Gora as Dimitri Neklindoff

Η καρδιά του ήταν τώρα πλημμυρισμένη από ένα αίσθημα γι αυτή που ποτέ ως τώρα δεν το είχε δοκιμάσει. Το αίσθημα αυτό δεν έμοιαζε καθόλου ούτε με το πρώτο ρομαντικό πάθος, ούτε ακόμα λιγότερο με κείνο τον αισθησιακό έρωτα που θα νιώσει αργότερα, ούτε και με την ικανοποίηση από ένα καθήκον που είχε εκτελεστεί, όχι χωρίς αυτοθαυμασμό — είχε αποφασίσει ύστερα από την καταδίκη της να την παντρευτεί. Το αίσθημα αυτό της ικανοποίησης ήταν κείνο το απλό αίσθημα του οίκτου και της τρυφερότητας που είχε δοκιμάσει στην πρώτη συνάντησή τους στις φυλακές και αργότερα με καινούργια δύναμη, ύστερα από τη σκηνή στο νοσοκομείο που υπερνικώντας την αντιπάθειά του τη συχώρεσε για τη φανταστική ιστορία με τον αρχινοσοκόμο (ότι ήταν ψεύτικη αποδείχτηκε αργότερα)· ήταν τα ίδια αισθήματα, με μόνη τη διαφορά ότι το χτεσινό ήταν προσωρινό και το τωρινό ήταν μόνιμο.

Ό,τι και να σκεφτόταν τώρα, ό,τι και να ’κανε, η διάθεσή του γενικά ήταν αυτό το αίσθημα του οίκτου και της τρυφερότητας όχι μόνο γι αυτή, αλλά και για όλο τον κόσμο. Το αίσθημα αυτό λες και αποκάλυψε στην ψυχή του Νιεχλιούντοφ ένα χείμαρρο αγάπης που ποτέ πριν δεν είχε βρει διέξοδο, και τώρα έτρεχε με κατεύθυνση προς όλους τους ανθρώπους που συναντούσε μπροστά του.


Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)

Αν αυτή παντρευτεί, τότε η δική του παρουσία περιττεύει...

— Λοιπόν, τι λέτε; είπε η Μαρία Πάβλοβνα. Ερωτευμένος, τρελά ερωτευμένος. Ποτέ δεν το περίμενα να είναι ο Βλαντίμηρ Σίμονσον ερωτευμένος τόσο ανόητα, τόσο παιδιάστικα. Είναι περίεργο και, για να πω την αλήθεια, λυπηρό, πρόστεσε κι αναστέναξε.

— Μα αυτή, η Κάτια; Εσείς, πώς νομίζετε το βλέπει αυτό; ρώτησε ο Νιεχλιούντοφ.

— Αυτή; Η Μαρία Πάβλοβνα σταμάτησε θέλοντας, σίγουρα ν’ απαντήσει με όσο το δυνατό πιο μεγάλη ακρίβεια στην ερώτηση. Αυτή; Δε βλέπετε — παρόλο το παρελθόν της, είναι ένας από τους πιο ηθικούς χαρακτήρες... κι έχει τόσο λεπτά αισθήματα... Σας αγαπάει, σας αγαπάει ειλικρινά και είναι ευτυχισμένη που μπορεί να σας ωφελήσει, έστω και αρνητικά εμποδίζοντάς σας να συνδέσετε τη δική σας τύχη με τη δική της. Γι αυτή ο γάμος με σας θα ήταν μια τρομερή κατάρρευση, χειρότερη από κάθε άλλη προηγούμενη, και γι αυτό ποτέ δε θα, συμφωνούσε σ’ αυτό. Αφήνω που η παρουσία σας την ανησυχεί, τη στενοχωρεί.

—Τι να κάνω, λοιπόν, τότε — να εξαφανιστώ;
Η Μαρία Πάβλοβνα έσκασε το χαριτωμένο παιδικό της χαμόγελο.

— Ναι, ενμέρει.

— Και τι θα πει να εξαφανιστώ εν μέρει;

— Υπερβάλλω, ίσως· γι αυτή ήθελα να σας πω ότι, σίγουρα, βλέπει πόσο ανόητη είναι αυτή η υπερβολική, η τρελή αγάπη του (κείνος την κρατάει μυστική), μα και την κολακεύει, και την κάνει να φοβάται. Δε μου πέφτει λόγος, μα μου φαίνεται πως από την πλευρά του είναι το πιο συνηθισμένο αντρικό αίσθημα, αν και καμουφλαρισμένο — κείνος λέει πως η αγάπη αυτή τονώνει τις δυνάμεις του και πως είναι μια αγάπη πλατωνική. Μα εγώ ξέρω καλά πως κι αν ακόμα είναι μια εξαιρετική αγάπη, στη βάση της βρίσκεται χωρίς άλλο κάποια βρωμιά.......


Η Μαρία Πάβλοβνα είχε πάρει φόρα στο αγαπημένο της θέμα και ξεγλίστρησε από την ερώτηση.

— Καλά όλ’ αυτά, μα εγώ τι πρέπει να κάνω, είπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Νομίζω ότι πρέπει να της μιλήσετε. Το καλύτερο είναι να ξεκαθαριστούν όλα. Να μιλήσετε μαζί της.

Ένα παράξενο αίσθημα κυρίεψε το Νιεχλιούντοφ μόλις έμεινε μόνος του στο καμαράκι ...

Κείνο που του είχε πει ο Σίμονσον του έλυνε τα χέρια από την υποχρέωση που είχε αναλάβει και που σε στιγμές αδυναμίας του φαινόταν βαριά και περίεργη, αλλά παράλληλα τα λόγια του Σίμονσον όχι μόνο τον δυσαρέστησαν μα και τον στενοχώρησαν. Μαζί με την εντύπωση αυτή έβλεπε και πως η πρόταση του Σίμονσον υποβάθμιζε τον αποκλειστικό χαρακτήρα της δικής του θυσίας, κι έτσι περιόριζε την αξία της στα μάτια τα δικά του και των άλλων.

Αν ένας τόσο καλός άνθρωπος που δεν τον συνδέει τίποτα μαζί της ήθελε να ενώσει την τύχη του με τη δική της, τότε αυτή η θυσία δεν ήταν τόσο σημαντική. Μπορεί να τον έτρωγε ένα απλό αίσθημα ζήλειας: είχε τόσο συνηθίσει την αγάπη της που δε μπορούσε να το χωνέψει πως ήταν δυνατό αυτή ν’αγαπήσει άλλον. Γκρεμιζόταν και το παλιό του σχέδιο — να ζήσει κοντά της όλα τα χρόνια της τιμωρίας της. Αν αυτή παντρευτεί το Σίμονσον, τότε η δική του παρουσία περιττεύει, και θα ’πρεπε να σκεφτεί έναν καινούργιο τρόπο ζωής.

Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)

«Τι σύζυγος θα είμαι — στο κάτεργο;»

Δεν πρόφτασε να το καλοσκεφτεί γιατί άνοιξε η πόρτα ....Μπήκε η Κατιούσια — αυτή είχε ανοίξει την πόρτα.

Πήγε κοντά του με γρήγορα βήματα.

—  Μ’έστειλε η Μαρία Πάβλοβνα, είπε σταματώντας δίπλα του, πολύ κοντά.

—  Ναι, θέλω να μιλήσουμε. Καθήστε. Κουβέντιασα με το Βαλντίμηρ Ιβάνοβιτς.
Κείνη κάθησε, σταύρωσε τα χέρια πάνω στα γόνατά της και φαινόταν ήρεμη·  μα μόλις ο Νιεχλιούντοφ ανάφερε τ’ όνομα του Σίμονσον το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο.

— Και τι σας έλεγε;

— Μου είπε πως θέλει να σας παντρευτεί.


Το πρόσωπό της ζάρωσε — τη στενοχώρησε αυτό που άκουσε. Δεν είπε τίποτα και μόνο χαμήλωσε τα μάτια.

— Ζητάει τη γνώμη μου ή τη συμβουλή μου. Του είπα πως είναι στο χέρι το δικό σας, πως εσείς θ’ αποφασίσετε.

— Τι σημαίνει αυτό; Γιατί; είπε και κοίταξε στα μάτια το Νιεχλιούντοφ με κείνη την παράξενη λοξή ματιά της που τόσο πολύ τον συγκινούσε. Τρία τέσσερα δευτερόλεφτα κοιταζόντουσαν αμίλητοι στα μάτια. Και η ματιά αυτή είπε πολλά και στον ένα και στον άλλο.

— Εσείς θ’ αποφασίσετε, ξαναείπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Τι ν’ αποφασίσω εγώ; Όλα έχουν αποφασιστεί από καιρό.

— Όχι, εσείς θ’ αποφασίσετε αν δεχόσαστε την πρόταση του Βλαντίμηρ Ιβάνοβιτς,
είπε ο Νιεχλιούντοφ.

—Τι σύζυγος θα είμαι — στο κάτεργο; Γιατί να πάρω στο λαιμό μου και το Βλαντίμηρ Ιβάνοβιτς; είπε κείνη κι έσμιξε τα φρύδια στενοχωρημένη.

— Ναι, μα αν πάρετε χάρη;

— Αχ, αφήστε με. Δεν έχω τίποτ’ άλλο να πω, νεύριασε, σηκώθηκε και βγήκε από το καμαράκι.
Resurrezione (1944) by Flavio Calzavara 
Doris Duranti as Katiuscia Maslova, Claudio Gora as Dimitri Neklindoff

Ευνοϊκή απόφαση, καινούργιες περιπλοκές...

[...] ..το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο και η καρδιά του σφίχτηκε. Ήταν απόφαση στην αίτηση της Κατιούσια. Τι έλεγε η απόφαση; Ήταν τάχα αρνητική; Ο Νιεχλιούντοφ διάβασε μονορούφι το χαρτί με τα μικρά δυσανάγνωστα γράμματα και πήδησε από τη χαρά του. Η απόφαση ήταν ευνοϊκή.

 «Γραφείο της αυτού αυτοκρατορικής μεγαλειότητος για τις αιτήσεις προς τον ανώτατο άρχοντα. Υπόθεση τάδε, γραφείο τάδε, ημερομηνία... Με διαταγή του γενικού διευθυντή του γραφείου της αυτού αυτοκρατορικής μεγαλειότητας κλπ., κλπ., γνωστοποιείται στην αστή Εκατερίνα Μάσλοβα ότι η αυτού αυτοκρατορική μεγαλειότητα ύστερα από σεβαστή εισήγηση, αποφασίζει τη μετατροπή της ποινής της ανωτέρω από καταναγκαστικά έργα σε εκτόπιση σε περιοχή γειτονική της Σιβηρίας».

Το νέο ήταν ευχάριστο και σπουδαίο: έγινε κείνο που επιθυμούσε ο Νιεχλιούντοφ για την Κατιούσια αλλά και για τον εαυτό του τον ίδιο. Η αλήθεια είναι ότι η μεταβολή αυτή
στη θέση της Μάσλοβα σήμαινε καινούργιες περιπλοκές στις κοινές τους σχέσεις. Όσο παράμενε κατάδικη στα κάτεργα, ο γάμος που της πρότεινε ήταν εικονικός και η σημασία του ήταν ότι αλάφρωνε τη θέση της. Τώρα, τίποτα δεν τους εμπόδιζε να ζήσουν μαζί. Μα ο Νιεχλιούντοφ δεν ήταν έτοιμος γι αυτό. 

Εξάλλου, ήταν και οι σχέσεις της με το Σίμονσον. Τι σήμαιναν τα χτεσινά της λόγια; Κι αν δεχόταν να ενώσει την τύχη της με κείνη του Σίμονσον, θα ήταν καλό αυτό ή άσχημο; Δε μπορούσε με κανέναν τρόπο να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του, και τώρα έβαλε τέρμα στις απορίες του αυτές. «Ολ’ αυτά θα ξεκαθαριστούν αργότερα, είπε μέσα του· τώρα είναι ανάγκη να τη δω όσο γίνεται πιο γρήγορα για να της ανακοινώσω το ευχάριστο νέο και να την απελευθερώσω».

Timothy Peach & Stefania Rocca, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani

Πόσο καλή γυναίκα είσαστε!

[....] άκουσε να πλησιάζουν βήματα, η πόρτα του γραφείου άνοιξε, και, όπως είχε γίνει πολλές φορές ως τώρα, μπήκε ο φύλακας και πίσω του η Κατιούσια με μαντήλι στο κεφάλι και με τη ρόμπα της φυλακής — την είδε και μια δυνατή συγκίνηση τον κυρίεψε.

«Θέλω να ζήσω, θέλω να κάνω οικογένεια, θέλω παιδιά, θέλω να ζήσω σαν άνθρωπος», έλεγε και ξανάλεγε μέσα του βλέποντάς την να μπαίνει με γρήγορα βήματα και να κοιτάζει κάτω.

Σηκώθηκε κι έκανε δυο-τρία βήματα για να την υποδεχτεί — το πρόσωπό της του φάνηκε αυστηρό, εχθρικό. Ήταν ξανά τέτοιο που ήταν και τότε που του τα κοπανούσε. Άλλαξε χρώματα, τα δάχτυλά της έστριφταν νευρικά την ρόμπα της, και μια τον κοίταζε, μια κατέβαζε τα μάτια.

— Ξέρετε πως πήρατε χάρη; είπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Ναι, μου το είπε ο φύλακας.

— Μόλις κοινοποιηθεί η απόφαση, θα σας απολύσουν, και μπορείτε να μείνετε όπου θέλετε. Θα δούμε».

Του ’κοψε τη φόρα:

— Τι να δούμε; Όπου θα βρίσκεται ο Βλαντίμηρ Ιβάνοβιτς, εκεί θα είμαι κι εγώ μαζί του.

Παρόλη την ταραχή της η Μάσλοβα το είπε αυτό χωρίς να σηκώσει τα μάτια της, γρήγορα, καθαρά, σα να ήταν προετοιμασμένη τι θα πει.

— Έτσι λοιπόν! είπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Τι δηλαδή, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, αν αυτός θέλει να ζήσω μαζί του — σταμάτησε τρομαγμένη και διόρθωσε: να είμαι κοντά του, τι άλλο καλύτερο; Εγώ αυτό θα το θεωρώ ευτυχία. Τι άλλο έχω να κάνω;

«Ένα από τα δυο συμβαίνει: ή ερωτεύτηκε το Σίμονσον και δεν τη χρειάζεται τη θυσία που είχα στο νου μου να της προσφέρω, ή εξακολουθεί να μ’ αγαπάει και για το καλό μου με απαρνιέται και βάζει τελεία και παύλα στις σχέσεις μας ταυτίζοντας την τύχη της με κείνη του Σίμονσον», σκέφτηκε ο Νιεχλιούντοφ και ντράπηκε. Κατάλαβε πως κοκκινίζει.

— Αν τον αγαπάτε... είπε.

— Τον αγαπώ, δεν τον αγαπώ, αυτό δεν έχει σημασία. Αυτά τώρα τα ’χω αφήσει· ο Βλαντίμηρ Ιβάνοβιτς είναι εξαίρετος.

— Ναι, βέβαια, είπε ο Νιεχλιούντοφ. Είναι ένας θαυμάσιος άνθρωπος, κι εγώ νομίζω...

Κείνη του ξανάκοψε τη φόρα — φοβόταν να μην της πει πολλά και δε θα μπορέσει κείνη να του απαντήσει σ’ όλα.

— Όχι, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, πρέπει να με συχωρέσετε αν δεν κάνω κείνο που θέλετε σεις, είπε κοιτάζοντάς τον κατάματα με αινιγματικό ύφος. Αυτή είναι η κατάληξη. Πρέπει να κάνετε και σεις τη ζωή σας.

Του είπε κείνο το ίδιο που ο Νιεχλιούντοφ σκεφτόταν πριν από λίγο — τώρα σκεφτόταν άλλα πράγματα, διαφορετικά. Όχι μόνο ένιωθε ντροπή, μα λυπόταν για όλα κείνα που έχανε μαζί της.

— Δεν το περίμενα αυτό, της είπε.

— Δε βλέπω το λόγο γιατί να μένετε δω και να βασανίζεστε. Αρκετά έχετε υποφέρει, είπε και χαμογέλασε παράξενα.

— Δεν έπαθα τίποτα, είμαι μια χαρά, και θα ήθελα να σας βοηθήσω ακόμα, αν μπορούσα.

— Δε μας χρειάζεται τίποτα. Πρόφερε το «μας» ρίχνοντας μια ματιά στο Νιεχλιούντοφ. 'Εχετε τόσα πολλά κάνει για μένα. Χωρίς εσάς... Θέλησε να προστέσει κάτι ακόμα, μα η φωνή της άρχισε να τρέμει.

— Δεν υπάρχει λόγος να μ’ ευχαριστείτε, της είπε.

— Ποιος ο λόγος να κάνουμε τώρα λογαριασμό; Τους λογαριασμούς τους κάνει ο θεός, είπε κείνη και τα μαύρα μάτια της γυάλισαν βουρκωμένα.

— Πόσο καλή γυναίκα είσαστε!

— Εγώ, καλή; του είπε κλαμένη τώρα, κι ένα παραπονιάρικο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. [.....]

— Λοιπόν, μπορώ να φύγω τώρα; είπε ....

— Δε σας λέω αντίο· θα σας ξαναδώ, είπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Συχωρέστε με, είπε κείνη μόλις ακουστά. Οι ματιές τους συναντήθηκαν, και από την παράξενη λοξή δική της και από το παραπονιάρικο χαμόγελό της που συνόδεψε κείνο το «συχωρέστε με» αντί γι αντίο ο Νιεχλιούντοφ κατάλαβε πως από τις δυο εικασίες για το λόγο της απόφασής της σωστή ήταν η δεύτερη: τον αγαπούσε και πίστευε πως, ταυτίζοντας την τύχη της με τη δική του, θα χαλάσει τη ζωή του, απεναντίας, πηγαίνοντας με το Σίμονσον, του χάριζε την ελευθερία, και τώρα χαιρόταν που έκανε κείνο που ήθελε και ταυτόχρονα στενοχωριόταν γιατί τον αποχωριζόταν.

Του έσφιξε το χέρι, γύρισε απότομα και βγήκε από το γραφείο.

Ο Νιεχλιούντοφ πήγε και κάθησε σ’ έναν ξύλινο καναπέ — και ξαφνικά ένιωσε τρομερά κουρασμένος. Δεν τον είχε κουράσει ούτε η αϋπνία, ούτε το ταξίδι, ούτε η συγκίνηση — κατάλαβε πως τον είχε κουράσει όλη η ζωή του.

Τολστόη Λέων, Ανάσταση, μτφρ. - επιμέλεια - διορθώσεις Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδοτικός οίκος Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος Α.Ε.

Timothy Peach, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani