Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Λάζαρος, «ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος»


Alessandro Tiarini, La resurrezione di Lazzaro, Ekaterinburg Museum of Fine Arts
_________________

Μετά την Ανάσταση η σιωπή και η άγνοια...

Αν λάβουμε υπ’ όψιν λόγους «αισθητικής οικονομίας», είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα η Ανάσταση του Λαζάρου απ’ αυτήν του Ιησού, η οποία είναι υπέρβαρη από γεγονότα, ξεχειλίζει από διδάγματα και συνέπειες και τελικά, στο διαπασών της υπέρβασης, καταλήγει στην Ανάληψη.

Αντίθετα, η εξιστόρηση του πρώτου γεγονότος είναι λιτή, με χαμηλές συγκινήσεις, μια παράσταση με δεύτερους ρόλους που συνωθούνται ανώνυμοι στο ευαγγέλιο του Ιωάννη. Κυρίως, όμως, είναι μια ιστορία που καταλήγει στη σιωπή και στην άγνοια για το μέλλον του Λαζάρου. Στο εξής δεν μαθαίνουμε, ούτε ακούμε τίποτε που να τον αφορά.

Στα μέτρα του δράματος, τι μοναχικότερο υπάρχει από ένα πρόσωπο που με την Ανάστασή του συντρίβει πανηγυρικά τους φυσικούς νόμους αλλά αποσιωπάται αμέσως μετά, χάριν του απόλυτου πρωταγωνιστή, ο οποίος εκμηδενίζει ή κάνει ασήμαντους τους υπόλοιπους ρόλους;

Κώστας Μαυρουδής, Ο Λάζαρος, Στενογραφία, εκδόσεις Κέδρος, 2006.

Léon Bonnat, The Resurrection of Lazarus, 1857
_____________

«Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου»

«Είν’ όλα νέα σήμερον
έτος δωρήματα ελπίδες
και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες» 

Βροχή μες στις στοές βροχή
χαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνητα
με παγωμένα πόδια
γιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου
Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
σου κάνουν δώρο έναν τόπο μακρινό
ένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνες
ένα λιβάδι τρομερό

σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
Λάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέ
Λάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξης
γίνε σκουλαρίκι γίνε σίφουνας
αγάπησε τη ζωή

«Είν’ όλα νέα σήμερον»
γιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες
«και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

Μίλτος Σαχτούρης, Λάζαρος, 
από τη συλλογή «Παραλογαίς», 1948


Michael Pacher, Resurrection of Lazarus, 1479
__________

«Πώς θ’ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό;»

Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε 
κοντά στον τάφο. «Λάζαρε, βγες έξω» φώναξε. 
Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός νεκρός που ένιωσε 
ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του κόσμου
τι να ’κανε; Η γη είχε χαθεί, 
πώς θ’ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό;

Τάσος Λειβαδίτης, Ο Θεός χρειάζεται τη βοήθειά μας, 
από τη συλλογή «Εγχειρίδιο ευθανασίας», εκδ. Κέδρος, 1979.


Giotto, Raising of Lazarus, Basilica inferiore di San Francesco d'Assisi
__________

«Εγώ θα μείνω ακίνητος εδώ...»

Τώρα ζω στο χρόνο των λουλουδιών
του κόσμου τα σκυλιά είναι δεμένα.
Ξάφνου γυρνούν τα σπλάχνα μου
ακούω απ’ έξω τη φωνή του Ιησού.
Τι κρύβει πάλι μες στα χέρια του;
Στέψη ετοιμάζει ή τη σταύρωσή μου;
Εγώ θα μείνω ακίνητος εδώ
και θα γυρνώ τη ρόδα του τρελού.

Γιώργος Κακουλίδης, Η απάντηση του Λάζαρου στο ποίημα του γυρισμού
Μονσινιόρ», Καστανιώτης, 1996.


Resurrection of Lazarus, between 1450 and 1460,
(painter unknown), East Slovak Museum
_________

Δεν έπρεπε στο "Δεύρο έξω" να υπακούσω...

Φρόντισες μέσα κι έξω από τη Βηθανία
όλοι να μάθουν την ανάστασή μου.
Τώρα, θύμα ενός θαύματος, για χρόνια περιφέρομαι
ένας ρακένδυτος που τον κοιτούν όλοι φιλύποπτα
αν πρέπει να τον πάρουν για τρελό ή να τον πιστέψουν.

Μα κι ο ίδιος πια δεν ξέρω τι, ποιος είμαι
χωρίς καν συγγενείς και φίλους που όλοι φοβηθήκαν
ή ζήλεψαν για τους δικούς τους - ποιος να ξέρει;
Ενώ Εσύ, ιδανικός Εσύ μες στην ανάστασή Σου
οριστική, γεμάτη δόξα κι ύμνους όπου γης
ποτέ δεν σκέφτηκες τι απέγινε
ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος Σου.

Ω ναι, δεν έπρεπε στο «Δεύρο έξω» να υπακούσω
μα την ειρηνική μου οδό αποσύνθεσης ν’ ακολουθήσω
ταπεινά, σαν τους κοινούς θνητούς.
Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω
σε τι ανάσταση νεκρών
ανάμεσα σ’ εξαίρεση ζωής
και στον κανόνα του θανάτου;

Και τέλος
πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ
ότι στ’ αλήθεια και για πάντα
θα πεθάνω;

Γιάννης Βαρβέρης, Ο Λάζαρος Μετά Το Θαύμα
από τη συλλογή «Ο άνθρωπος μόνος», εκδ. Κέδρος.


Eduard von Gebhardt, The Raising of Lazarus, 1896
_____________


«Δεν ήθελα... η γαλήνη να μου στερηθεί»

Μη με παρεξηγείτε, δεν ήθελα –και ποιος θα ’θελε; – 
η γαλήνη να μου στερηθεί. Με σκέφτηκε; 

Ν’ αφυπνίζει ήθελε δίχως θαύματα,
 τι με σηκώνει από τον ύπνο τον βαθύ. 
Με ρώτησε αν τον χόρτασα, εμένα, στη ζωή; 
Κι αν πέθανα νέος, γιατί ν’ αγανακτήσει. 
Ξέρει τι είδα στην αντίπερα την κτήση. 
Ήταν η ζωή μου τόσο πια μοναδική 
που νόμο έπρεπε να παραβεί, να μ’ εξυμνήσει;

Μη με παρεξηγείτε, δάκρυα δεν κυλούν από χαρά. 
Μοναδικός θα περιφέρομαι, να ξεχωρίζω. Όχι ήρωας, 
μα πιόνι βασιλιά. Μόνος επιζών, όσο αυτός τη νίκη κυνηγά. 

Μη με παρεξηγείτε, το χέρι του δεν το φιλώ. 
Κάτω προσπαθώ να τον τραβήξω. Να σας σώσω. 
Μαζί του να ξαναταφώ.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, Το παράπονο του Λαζάρου
από τη συλλογή «Κατά Χρόνον Ευαγγέλιο», Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2012


Luca Giordano, Raising of Lazarus, 1675
_________

«Εδώ θ’ αναστηθώ πάλι και πάλι εδώ...»

 Άφησα χόρτα ποταμούς μέσα στο νου 
ν’ αφρίσουν το περβόλι άφησα χρώματα μαβιά 
του φθινοπώρου βράχια σκοίνα πυκνά 
που όμως δεν είναι να καούν 
το έμπα του ονείρου να σφαλίσουν. 

Πώς σε λειμώνες άγριους ο λόγος ανατέλλει 
πώς σε γιαλούς απρόσμενους το ξύλινο το σήμαντρο 
σημαίνει και πώς το πένθος του κορμιού 
μια μόνο στη ζωή φορά πέρα για πέρα διαπερνά 
το πέτρινο κουκούλι της σιωπής του 
δε γίνεται να τ’ αρνηθώ. 

Εδώ λοιπόν θα καρτερώ εδώ 
πώς ανακρούεται το χάος να γευτώ 
τις Συμπληγάδες του ύπνου να περάσω 
εδώ θα καρτερώ την ύστατη αλήθεια να μοιράσω 
στα διψασμένα μάτια των πιστών 
εδώ θ’ αναστηθώ πάλι και πάλι εδώ 
θα ζήσω μες στο μαύρο θάνατό μου.   

Δημήτρης Χουλιαράκης, «Πέτρα και Λάζαρος – III
από τη συλλογή «Το λείψανο των ημερών», εκδ. Κέδρος, 1994


Jan Pynas, The Raising of Lazarus, 
circa 1620, Philadelphia Museum of Art
_________

«Είχα και γω να δεύρο κάποιους έξω...»

Νεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.
Κάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε
τον ύπνο του Λαζάρου να εξέλθει.
Καλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.

Είχα και γω να δεύρο κάποιους έξω
μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.

Πώς ν’ αποκριθούν
με ωτακουστή που άφησες καλά στοκαρισμένο
το φως γύρω γύρω.

Κι έπειτα γιατί τους ρωτάς αν θέλουν.
Το θαύμα δε ρωτάει.
Σ’ αρπάζει από το αυτί και
σέρνοντας σε πετάει στο φως.
Χαίρεσαι βέβαια με την έκλαμψη, δεν αντιλέγω
αλλά σε τρώει από μέσα σκουλήκι η αγωνία
μην είναι και τα θαύματα θνητά.

Άστους λοιπόν καλύτερα εκεί
μην έχωμεν να άρωμεν για δεύτερη φορά
κενόν τον κράββατόν τους.

Κική Δημουλά, Του Λαζάρου, 
από την ποιητική συλλογή «Ενός λεπτού μαζί», εκδόσεις «Ίκαρος», 1998.


Juan de Flandes, The Resurrection of Lazarus, 1514-1519, 
Museo Nacional del Prado
_________


«Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα»

Μια μέρα άκουσα φωνές που έρχονταν απ’ έξω.
Επιτέλους, φωνές απ’ έξω, σκέφτηκα, φωνές άλλων
που έχουν το φως μέσα τους και που το λένε,
που έρχονται απ’ τον αέρα, όχι από μένα.
Φωνές που καθώς πλησίαζαν ήταν ψίθυροι.
Βήματα που σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα μου.
Κάποιος είπε: Ενθάδε κείται, λες και το διάβαζε.
Σιώπησαν οι υπόλοιποι.
Μια φωνή με κάλεσε: Λάζαρε, είπε,
έγειρε και ύπαγε.
Την αναγνώρισα, μα έκανα πως δεν την άκουσα.
Θυμήθηκα τον Ιωνά. Στάθηκα ακίνητος.
Σκέφτηκα:
θα προτιμούσα
να μην το κάνω,
ποτέ να μην βγω από ’δώ μέσα.
Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο.
Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας,
το πικρό του μέλι, η πλάνη του, η απειλή του.
Εγέρθητι. Δεύρο έξω από μνημείο σου.
Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα.
Κι έπειτα, είχα αγαπήσει
πολύ αυτή τη ζωή του πεθαμένου.
Άφησα να περάσουν τα χρόνια. Τώρα περιμένω

μια φωνή να με καλέσει, να μου πει
τι πρέπει να κάνω, τι επιθυμώ.

Juan Vicente Piqueras, Ο Λάζαρος αρνείται ν’ αναστηθεί,  
Ιστορία της δίψας (Historia de la sed), μετάφραση: Κώστας Βραχνός


Giotto, Raising of Lazarus, 1304 – 1306 (detail)
___________

«Ποτέ δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος...»

Μιλάω και φωνή δεν έχω. Σωπαίνω κι ακούω
το πώς δε σιμώνει κανείς ίσαμε το μνήμα μου.
Είμαι η
φωτιά που μέσα της φλέγομαι, μισώ τη σιωπή,
και δεν αντέχω άλλο τον τρόπο αυτό
για να μη ζω.
Το σώμα μου είναι μια πυροστιά
που δε λέει να σβήσει.
Το κορμί μου είναι η σκληρή ψυχή μου,
είναι η μνήμη μου
τυλιγμένη στο σουδάριο των σεντονιών
όπου βυθίστηκα, ποτέ
δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος.
Το κορμί μου εδώ απλωμένο είναι ο τόπος
των γεγονότων, ο χάρτης του φόβου μου.
Είναι ένα παιδί τρομαγμένο και κρυμμένο
στο ερμάριο της καρδιάς του
ακούγοντας την αρχαία φωνή της μητέρας του
που το γυρεύει, το φωνάζει,
και έχουν περάσει τα χρόνιο κι αυτό συνεχίζει εκεί κρυμμένο,
χωρίς φωνή. Του λείπει ο αέρας.
Κανείς πια δεν το γυρεύει. Κανείς δεν το φωνάζει.
Κανείς δεν περιμένει την πληγή του. Κανείς δεν έρχεται.
Κανείς δεν θυμάται ό,τι έχω λησμονήσει.
Το κορμί μου, ναι. Δε λησμονεί. Δεν κινείται.
Τα μάτια μου χρειάζονται το φως που τους αρνήθηκα.
Επιθυμία μου είναι να επιθυμώ και να αφεθεί
το κορμί μου στο φως των όσων δεν έχει ζήσει,
στη φωνή που θα του πει: Εγέρθητι και αγάπα.
Και να εγερθεί και να αγαπά χωρίς το εγώ να το αντιληφθεί.

Juan Vicente Piqueras, Ο Λάζαρος ζητά βοήθεια
μετφρ: Νίκος Πρατσίνης

Giovanni di Paolo, The Resurrection of Lazarus, 1426, 
Walters Art Museum, Baltimore, USA
___________







Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Όταν ξυπνήσεις Καθαρά Δευτέρα...


«Χαρταετοί», έργο του Αγήνορα Αστεριάδη, 1962, Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας
_______________


Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι...

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οι αετοί

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί», Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος




«Η τρομερή Καθαρή Δευτέρα»

Ήμουν τότε παιδί όχι πλειότερο από οχτώ χρονών και μαθήτευα στον παπα-Αντριά. Κοιμόμουν κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο εκείνο το θλιβερό συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη μεγάλη σαρακοστή και με το σκολειό. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβύθια, κουκιά, φακή και λαχανικά και να νηστεύουμε και το λάδι τα τετραδοπαράσκευα!

Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων το κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ’ αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί αυτό λογίζονταν αμαρτία! Κι όταν ακόμα το ‘φερνε ο λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι, ή-θεός φυλάξοι!- το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς» π. χ. «ζυγιάσαμε το τυρί -μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς-και βγήκε δέκα οκάδες.

Μια μέρα μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα, ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της.

Χρήστος Χρηστοβασίλης, «Καθαρή Δευτέρα»




Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά;

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα.

Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.

Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε.

Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου. [...... ]

Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο ήτανε.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδόσεις Ερμής


Γιάννης Μαγγανάρης, Χαρταετός
___________


Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου....

Τι όνειρα έβλεπα απόψε στον ύπνο μου, όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…

«Ο χαρταετός μου χάνει την ισορροπία του και το κεφάλι του ταρακουνιέται μια δω, μια κει. Πολύ μ’ αρέσει να μένω έτσι πλαγιασμένος στο στρώμα μου, εδώ στην ταράτσα και να κοιτάζω με μισόκλειστα μάτια τα τσαλίμια του αετού μου.

Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου
[.....]

Ο Αλβάν στην ταράτσα κρατάει στη φούχτα του τους σπάγκους των πολύχρωμων μπαλονιών του που σχηματίζουν πάνω από το κεφάλι του ένα ουράνιο τόξο. Όταν φυσάει ένα δροσερό αεράκι νιώθει να χάνει το βάρος του, σαν να φυτρώνουν φτερά στα πλευρά του και τα πόδια του ανάλαφρα αιωρούνται χωρίς ν’ αγγίζουν την ταράτσα.

Κοιτάζει γαλήνια τον ουρανό. Ο ουρανός δεν είναι όπως πάντα. Ήταν κάτι περίεργο. Τα χρώματά του, το σχήμα του, τα σύννεφά του… Ήταν κάτι περίεργο. Τα συννεφάκια, λευκά, μπαμπακένια, σκόρπια στον ουρανό σαν μικρές ανθοδέσμες από φως και λουλούδια, τα στριφογυρίζει ο αέρας και τους δίνει παράξενα σχήματα[...]

Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ’ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:

«Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…»


Faryad Fereydoun, Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια, 
μτφρ. Γιάννης Ρίτσος, εκδόσεις Κέδρος


«Ποίηση... χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού…»

 Θωμάς Γκόρπας
___________

Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

Ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

Τόλης Νικηφόρου, Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο. 
Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 38, Απρίλιος 2008


Χαρταετός του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, έργο του 1940
_____________


Σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί...

Άκου την, — η φωνή της τη σκεπάζει σα βαθύβουος θόλος
κι είναι ή ίδια κρεμασμένη μέσα στη φωνή της
σα γλωσσίδι καμπάνας, και χτυπιέται και χτυπάει την καμπάνα,
ενώ δεν είναι μήτε σκόλη μήτε ξόδι, μόνο ή άσπιλη ερημιά των βράχων
και κάτω η ταπεινή ησυχία του κάμπου, υπογραμμίζοντας
αυτή την αδικαίωτη παραφορά, πού γύρω της
σαλεύουν σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί τ’ αναρίθμητα αστέρια
με το χάρτινο αείροο θρόισμα της μεγάλης ουράς τους.

Γιάννης Ρίτσος,Ορέστης (απόσπασμα), 
εκδόσεις Κέδρος


Πίνακας του Σπύρου Βασιλείου
__________


...κρατώντας απ' τα μέσα την καλούμπα...


Όταν ξυπνήσεις
Καθαρά Δευτέρα
και δεις
σκοτεινιασμένο ουρανό
με σύντομες βροχές
και με αέρα
την ευκαιρία
μη φοβηθείς
και χάσεις
να αμολήσεις πάλι
τον χαρταετό
κρατώντας
απ' τα μέσα
την καλούμπα

Γιάννης Πατίλης, Η αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα, 
εμπνευσμένο από τον πίνακα ζωγραφικής της Ηρώς Νικοπούλου "Μικρή Αριάδνη"




Μη με διαβάζετε …

Μη με διαβάζετε …
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρὶς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.

Νίκος Καρούζος, Ρομαντικὸς επίλογος
Από τη συλλογή ποιημάτων «Δεύτερη Εποχή», εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1988


Πίνακας με χαρταετό του Γ. Τσαρούχη / 1959
___________


Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου...

Κάτοικε του ονείρου
μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη
και το υπόλειμμά της αυτό στη σινδόνη των δέντρων
κ’ εκείνο κει ψηλά στο σκουριασμένο βράχον
όπου οργίζεται ο γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
για τη μεγάλη αποκάλυψη
ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη:
Τη θέλω εγώ την απελπισία μου
δεν την ανταλλάσσω με θαλπωρή άλλη
έχασα.
Μα χάνουν και τ’ άνθη
τ’ άνθη ανοίγουν το μοναδικό παράθυρο…
Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου
δε θέλω πια ν’ αγγίξω τα χρώματά του
κλείνω τα μάτια μου για να δω.
Είναι η φωνή που με διασχίζει
κι άλλοτε που χτυπά στον άκμονα
χίλιες φορές.
Είναι η φωνή από ένα βάθος:
Για πάντα να μην έχεις
τίποτα για τ’ αληθινά χέρια
μονάχος
ανήμπορος εκστατικός
σ’ αυτή την άξαφνη γιορτή του δευτερόλεπτου
που
παραδίδεται ο κόσμος.

Νίκος Καρούζος, Γαλάζια σπλάχνα, 
Τα ποιήματα Α’ (1961-1978), εκδ. Ίκαρος




κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο όνειρο...

Τσιμπλιάρικα τα βλέφαρα της μέρας
ένα κορίτσι κρέμεται στο παράθυρο
σαν άνθος
ενώ τριγύρω παθητικά κελαηδούνε τα πουλιά
ένα σπασμένο ποτήρι
μ’ αόρατα τα γυαλιά μες στην καρδιά
κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο
όνειρο
βγάζει φωτιές
εμείς μαζεύουμε βελόνες
όπως άλλοτε μάζευαν λουλούδια
κι η πιο μεγάλη διάπλατα
τρυπάει το κρανίο μας

Μίλτος Σαχτούρης, Μια μέρα


Geoffrey Smith, The red kite
________


...σα χαρταετός ο Σταυραϊτός να φεύγει


Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα από τον ουρανό
λουλούδια

κι ό,τι το καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει
ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός
ο Σταυραϊτός να φεύγει

αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν
ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου

ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;

Μίλτος Σαχτούρης, Ο συλλέκτης


Fred Sklenar, Fly a kite
________

«να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο...»

«Ό,τι μπόρεσα ν' αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ' ένα είδος ειδικού θάρρους που μου 'δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.»
Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος


Αλέκος Φασιανός, Χαρταετός
_________

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν 
έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα
τιμωρημένη 
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά που αλλάζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε 
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι [...]

Οδυσσέας Ελύτης, Ο Χαρταετός, Μαρία Νεφέλη


Fly me to Paris by Christian Schloe
__________


Χαρταετοί είμαστε, μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.

Χαρταετοί είμαστε,
χαρταετοί πιασμένοι στα ηλεχτρικά σύρματα.
Μ' εκείνους τους κομμένους σπάγγους,
μ'εκείνα τα ξεσχισμένα χαρτιά,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον άνεμο,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον εμπαιγμό,
μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.
Κώστας Μόντης, Χαρταετοί


Χαρταετός, έργο του Ν. Στεφάνου
__________


Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές

Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές
Πέφτουν κάτω από το ίδιο χέρι που τους ανέβασε
Ή χάνονται
Ένας σπάγκος άλλωστε είναι όλα
Κόβονται όπως η ανάσα
Απότομα

Σταμάτης Μπουρίκος, Ο νοτιάς κοιμάται πάλι


Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Στέγες και αετοί, 1948. 
 Εκτίθεται στο Παράρτημα της ΕΠΜΑΣ στην Κέρκυρα.
__________


Δεν πετούν χαρταετοί πια εδώ...

Δεν πετούν χαρταετοί
πια εδώ,
αδειάσαν οι αλάνες
από μπερδεμένα κουβάρια
σε σπασμένους σκελετούς
από καλάμι,
φύγαν απ’ τα σύρματα
οι κομμένες ουρές.
Μόνο κάτι
μαύρα πουλιά χοροπηδούν,
και άνθρωποι σκυθρωποί
τρέχουν γρήγορα
σε ασανσέρ
τηλεοπτικής αγωνίας.

Δήμος Χλωπτσιούδης, «Καθαρά Δευτέρα»
Από τη συλλογή «ακατάλληλο», Μανδραγόρας, 2016



Έργο του Στέλιου Ζαχαρούδη
________


Τη μέρα αυτή της προσμονής την Καθαρή Δευτέρα...

Τ’ αστέρια δε φεγγοβολούν
άσπρη μου περιστέρα
και τα πουλιά δεν κελαηδούν
την Καθαρή Δευτέρα

Πάνω στον λόφο έχει στηθεί
το ρέμπελο φεγγάρι
και σε χρυσάφι έχει ντυθεί
και σε μαργαριτάρι

Μη τραγουδάς και μη πονείς
ετούτη την ημέρα
τη μέρα αυτή της προσμονής
την Καθαρή Δευτέρα

Νέστορας Μάτσας, Μίμης Πλέσσας, Τζένη Βάνου





Χαρταετός...σ' έχω ανάγκη σαν παιδί...

Έσβησαν τα όνειρα, έσβησαν
έγινε πρωί
άνοιξε την πόρτα, άνοιξε
ήλιος να με δει

Ήρθες και στο δρόμο μου
φώτισε ο ουρανός
να η καρδιά μου πέταξε
κόκκινος χαρταετός

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί
μη μ’ αφήσεις να γυρίσω εκεί
στον εαυτό μου στη σιωπή
κρύα θάλασσα έρημο νησί

Άψυχα κορμιά στα χέρια μου
άχρηστα κλειδιά
δε μου μένει τίποτα
τίποτα δε μου φτάνει πια

Έλα ας περπατήσουμε
μακριά απ’ το θόρυβο
τις πληγές να κλείσουμε
έχουμε όλο τον καιρό...

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί...

Μανώλης Φάμελος, Τάνια Τσανακλίδου



Διεύθυνση βάλαν ουρανός κι’ έφυγε ο χαρταετός...

Κάτι παιδιά στο περιγιάλι
φτιάξαν έναν χαρταετό
με εφημερίδες του μπακάλη
καλάμια από τον Κηφισό

Γράψαν με κόκκινο μελάνι
με ματωμένα κεφαλαία
όσα η ζωή τους είχε κάνει
κι όσα απωθούσε η παρέα

Διεύθυνση βάλαν ουρανός
κι’ έφυγε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης ο Θεός

Τον βρήκαν κάτι σφουγγαράδες
στο πέραμα την Κυριακή
Είχε μπλεχτεί στις καμινάδες
μιας αποθήκης με ρακί

Πίναν ρακί οι σφουγγαράδες
και το διαβάσαν ως θα φέξει
βουρκώνανε σε κάθε λέξι
και μουτζουρώναν τις αράδες

Σε λάθος χέρια δυστυχώς
έπεσε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και ο παραλήπτης πιο φτωχός

Πήγαν στ’ αφέντη τους την πόρτα
και τον πετάξαν βιαστικοί
Μέσα γιορτή είχαν και φώτα
και παίζαν τζαζ οι μουσικοί

Τον βρήκανε οι καλεσμένοι
και πως γελάσανε οι κυρίες
που είχε ανορθογραφίες
και στο μικρό περισπωμένη

Άτυχος ο Χαρταετός
τον κάψανε σε μια γωνιά
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης η απονιά

Σώτια Τσώτου, Κώστας Χατζής, Δάκης



...και ο καιρός χαρταετός έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Κάθε στιγμή κάθε ψυχή
είναι δεμένη με μία κλωστή
και ο καιρός χαρταετός
έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Ζούμε κι εμείς οι αφελείς
το τέλος μόνο της κάθε γιορτής
για ένα βαλς που μας χρωστάς
κι είναι γραμμένο μονάχα για μας

Κάθε χαρά είναι ζαριά
που κάποιοι ξέρουν και φέρνουν συχνά
και σαν λεκές το στιλ που λες
είναι που μένει και σώζει το χτες

Άκος Δασκαλόπουλος, Νότης Μαυρουδής, Αναστασία Μουτσάτσου




...γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Απόψε θέλω να σε δω, όμως το ξέρω
δεν έχω νόημα, δεν είμαι κανενός
πάνω σε ό,τι με κάνει κι υποφέρω
γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Είναι η καρδιά μου ένα σπίτι στοιχειωμένο
δε θα'πρεπε να υπάρχει τόση λύπη εκεί
ό,τι αγαπάω με αφήνει νικημένο
στ'άδειο μου σχήμα, μια σκιά που νοσταλγεί

Κοντά σου δεν μπορώ, μακριά σου τρέμω
κάτι με τρώει και δεν μπορώ να κοιμηθώ
περνάω τις μέρες μου σαν δαίμονας κλεισμένος
σ' ένα κουφάρι φαγωμένο απ' τον καιρό

Κι αν τόσα χρόνια περπατήσαμε μαζί
τον τελευταίο δρόμο θα τον κάνω μόνος
θα `χω στην χούφτα μου μια μπούκλα σου χρυσή
και μια ραγισματιά στα χείλη μου απ' τον πόνο

Διάφανα Κρίνα, Σκισμένος Χαρταετός
(από το cd/lp "Ότι Απέμεινε Απ' Την Ευτυχία", 2003)







Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Μίλτος Σαχτούρης, Τα δώρα


Μίλτος Σαχτούρης. Έργο του ζωγράφου Ιορδάνη Γιαβουρίδη. Λάδι σε καμβά.
____________


Από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής λογοτεχνικής γενιάς, φιλοξενείται στη σειρά κινηματογραφικών εκπομπών του ΓΙΑΝΝΗ ΣΜΑΡΑΓΔΗ «ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», σε σενάριο και σκηνοθεσία του ΛΕΥΤΕΡΗ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ. 

Στην εκπομπή παρακολουθούμε εικόνες από την τελετή απονομής του Κρατικού Βραβείου Ποίησης 1987 στον ΣΑΧΤΟΥΡΗ και ακούμε να απαγγέλλονται ποιήματά του.

Ο Ποιητής και ο Κόσμος του

Ο Σαχτούρης έχει δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο, με θεμέλια, αρχιτεκτονική διάρθρωση, ενότητα ύφους και περιεχόμενο. Μπορείς να τον αναγνωρίσεις όχι μόνο από οποιοδήποτε ποίημα, αλλά και από οποιοδήποτε στίχο. Ο κόσμος τού Σαχτούρη φαίνεται κλειστός και σε μερικούς ίσως στενά ατομικός. Κι όμως συνε­χώς υπάρχει μια ευαίσθητη ακοή που αφουγκράζεται, κι ένα μάτι που βλέπει ά­γρυπνα, ό,τι γίνεται απ' έξω [...].

Ο Σαχτούρης σχηματοποιημένος μέσα στην ποίηση του σαν πρόσωπο, εμφα­νίζεται πάντα χωρίς χαμόγελο, πονεμένος πικρός αηδιασμένος και έντρομος. Πά­ντα κατεχόμενος από οράματα φρίκης μιας εξαντλητικής σε συνδυασμούς και συγκρούσεις ζωής, πάντα με την παντιέρα του αίματος να σέρνεται στους λασπω­μένους δρόμους, αλλά και αιώνιος νοσταλγός ενός ψηλότερου καθαρού χώρου, ενός ουρανού, όπως τον νοσταλγούν οι φυλακισμένοι. Σαν ποιητής ο Σαχτούρης κινείται μέσα σ' ένα ζοφερό χώρο, εκεί που τον έχουν στριμώξει ιδιωτικά συμβά­ντα και γενικές καταστάσεις ζωής. Πολλά δυσνόητα στοιχεία στην ποίηση του α­νάγονται ασφαλώς σε εντελώς προσωπικά βιώματα ενός απαραβίαστου χώρου.

Πέρα όμως απ' αυτά υπάρχει ο άνθρωπος-ποιητής που βρίσκεται σ' ένα κοινό παρονομαστή μ' όλους τους άλλους και ιστορεί ποιητικά τις περιπέτειες της επο­χής, όπως χαράσσουν τα βαθιά τους ίχνη στην ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου.

Νόρα Αναγνωστάκη, «Οι "Δύσκολοι Καιροί" μέσα από την Ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη» (1960): 


Ο Μίλτος Σαχτούρης στους Δελφούς, το 1957 (Αρχείο Άρης Κωνσταντινίδης)
____________



Η Ατμόσφαιρα του Έργου του

Όσο περνάνε τα χρόνια ο λόγος του Σαχτούρη γίνεται πιο κρυπτικός, περιορίζο­νται τα έκδηλα στοιχεία από την πραγματικότητα και μετασχηματίζονται σε «στίγ­ματα» (για να δανειστώ μια λέξη του - κλειδί), που λειτουργούν υπαινικτικά.

Ω­στόσο μέσα από την υποκειμενική όραση του ποιητή, οι καταστάσεις έχουν μια αντικειμενική υπόσταση, επειδή είναι «φάσματα» (άλλη λέξη-κλειδί) του υπαρ­κτού κόσμου. Νομίζω ότι η πραγματικότητα στην ποίηση του Σαχτούρη περνάει από δυο κατεργασίες. Με την πρώτη κατεργασία βλέπεται: ως μνήμη, ως όνειρο ή ως εφιάλτης. Με τη δεύτερη κατεργασία: ως βιωμένα γεγονότα, που γι' αυτό φορτίζονται με μια φιλοσοφημένη στάση η οποία οδηγεί στο αίτημα: επιλογής των στοιχείων της πραγματικότητας, ώστε να επαληθεύεται το έσχατο συμπέρα­σμα του Σαχτούρη, που δε βρίσκω να είναι θετικό για τη ζωή, έτσι όπως τη βιώ­νει μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. 

Ο Σεφέρης έλεγε ότι στο βάθος κάθε ανθρακω­ρυχείου υπάρχει πάντα ένα άσπρο άλογο. Στην ποίηση του Σαχτούρη το μόνο ά­σπρο είναι: Λίγo χιόνι, δηλαδή: το λιγοστό άσπρο / και το κρύο συνυφασμένα. Ένα είδος ανατριχιαστικής αίσθησης της ζωής.

Αλέξ. Αργυρίου, «Ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Υπερρεαλισμός» (1976)




Μίλτος Σαχτούρης: Αυτοσχόλια

Όταν πέθανε ο πατέρας μου το '39 και ξέσπασε ο πόλεμος του '40, πήρα και έ­καψα όλα τα πανεπιστημιακά μου βιβλία. Είπα: «Τέρμα η Νομική!» Τα 'καψα, τρό­πος του λέγειν. Τα πιο πολλά τα πούλησα. Ή τα αντάλλαξα με γαλλικά βιβλία: συλλογές ποιημάτων και άλλα. Το Διεθνές Δίκαιον, θυμούμαι, με ένα Λαρούς. Και έκτοτε δόθηκα απερίσπαστος, χωρίς αναστολές, στην ποίηση. 

Τα ποιήματα μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά-σιγά. [...] μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Άλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει. Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα (Περσάκη - ζωγράφο, σύντροφο βίου του ποιητή ). Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί [...]. Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και πού πή­γα εκδρομή: Αίγινα; Πόρος; 

Για τα χρώματα, που αναφέρονται συχνά στα ποιήματα μου. Ιδίως το μαύρο και το κόκκινο του αίματος, το χρώμα της ζωής και των ημερών μου. Μα την αίσθη­ση τους την είχα από πάντοτε μέσα μου. Από δώδεκα χρονών άρχισα και ζωγρά­φιζα. Τα είδε μια μέρα ο πατέρας μου, δικαστικός αυστηρός που με προόριζε για τα νομικά, και τα 'σκισε: «Τι! ζωγράφος θα γίνεις...», μου είπε. 

Τα ποιήματα μου δεν είναι απαισιόδοξα. Απεναντίας, είναι σαν τα ξόρκια. Ξορκίζουν το κακό. Μοιάζουν με μάσκες αφρικάνικες. Με μάσκες ζώων και προ­γόνων, για να ξορκιστεί ο θάνατος. Όπως συμβαίνει απαράλλαχτα και με τις μά­σκες των ιθαγενών. 

Τον ποιητή τίποτε δεν τον εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως.



Γ. Δάλλας, Ο Ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, ό.π., σσ. 107, 254, 255, 256, 259.


Τα δώρα


Το κύριο πρόσωπο του ποιήματος εδώ είναι ο ποιητής. 

Μέσα από εικόνες της καθημερινής ζωής το ποίημα αναφέρεται με συμβολικό τρόπο στη σχέση του ποιητή με τους ανθρώπους. Προέρχεται από τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Σαχτούρη Παραλογαίς (1948).

Η παράθεση του υλικού είναι σκηνοθετημένη έτσι ώστε να μοιάζει με παραμύθι, "παραλογή", λέξη πολύσημη (δημοτικό τραγούδι - μπαλάντα με υπαινιγμό στο παράλογο) (Mario Vitti)

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής


Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος


ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Οι ενέργειες του ποιητή

Α΄ στροφική ενότητα: Τα δώρα των ανθρώπων στον ποιητή
  • «Σήμερα φόρεσα ένα ζεστό κόκκινο αίμα» (υπερρεαλιστικό στοιχείο), σύμβολο ζωής πάλλουσας, ενέργειας, χαράς, πάθους και αισιοδοξίας. Αν και κανένα από τα χρώματα δε λειτουργεί μέσα στην ποίηση του Σαχτούρη ως μονοσήμαντα θετικό ή μονοσή­μαντα αρνητικό (Δ.Ν. Μαρωνίτης), η εικόνα μας παραπέμπει στη θετική διάθεση και τον ενθουσιασμό του ποιητή, καθώς δέχεται τις προσφορές – ειλικρινή και καθολική αποδοχή, συμπάθεια και αγάπη από τους ανθρώπους γύρω του.
  • Τα δώρα που προσφέρονται στον ποιητή είναι κατά σειρά: 
ένα χαμόγελο από μια γυναίκα, ένα χαμόγελο που γεφυρώνει τις αποστάσεις, που πλουτίζει εκείνον που το δέχεται, χωρίς να φτωχαίνει εκείνον που το δίνει: « Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου, τότε που μου χαμογελούσες» (Τάσος Λειβαδίτης)

ένα κοχύλι από ένα κορίτσι. Το κοχύλι αγαπημένο και επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη ζωγραφική, αναγεννησιακή (Botticelli, J del Zucchi, P. Paul Rubens, Rebrand) και σύγχρονη (Mattisse, Βώκος, Γαλάνης, Μυταράς), στη λογοτεχνία και ειδικότερα στην ποίηση (Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Καββαδίας, Federico Garcia Lorca), παραπέμπει στην ομορφιά, την αθωότητα, τη γνήσια και αυθεντική επαφή με τη φύση, τον έρωτα, τη θηλυκή δεκτικότητα του ανοιγμένου όστρακου.




ένα σφυρί από ένα παιδί, δώρο απροσδόκητο, ξάφνιασμα, ανατροπή στο κλίμα της ευτυχίας και της αθωότητας των προηγούμενων προσφορών, ένα εργαλείο προορισμένο για πίεση, θραύση αντικειμένων, κάρφωμα, μέσο για να μεταβεί η αφήγηση από το λογικό στο υπερλογικό, στο εξωπραγματικό επίπεδο της ποιητικής πραγματικότητας.


Β΄ στροφική ενότητα: Η καθήλωση των περαστικών και οι αντιδράσεις τους


«Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών..»

Οι ενέργειες του ποιητή (δύο ρήματα σε χρόνο ενεστώτα) αιφνιδιάζουν, ανατρέπουν τις προσδοκίες του αναγνώστη, συνιστούν επιθετικές, βίαιες πράξεις, παραπέμπουν στη Σταύρωση του Χριστού, σε μια μαρτυρική και επώδυνη ακινητοποίηση-καθήλωση.
Το σκηνικό παραπέμπει σε πόλη (πεζοδρόμιο, πλακάκια).Οι αποδέκτες των ενεργειών αυτών είναι περαστικοί, όχι οι άνθρωποι που πρόσφεραν τα δώρα τους στον ποιητή, είναι ανύποπτοι, βιαστικοί διαβάτες με γυμνά άσπρα ποδάρια. Ξυπόλητοι, κακοπαθημένοι μάλλον, παρά ανέμελοι και αντισυμβατικοί, έχουν άμεση σχέση με τη γη που πατούν, απόλυτα γειωμένοι στο υλικό επίπεδο.

Το υποκοριστικό «ποδάρια» απαντάται συχνά σε παροιμίες και λαϊκές παροιμιώδεις φράσεις: «Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει ποδάρια», «Έσπασε ο διάολος το ποδάρι του», «Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια», «Το ψέμα έχει κοντά ποδάρια». Πάντως η επιλογή του, αντί για το ουσιαστικό πόδια, και με τη λαϊκή του προέλευση του υποκοριστικού έχει να κάνει και με το μήκος των ποδιών των περαστικών (3 συλλαβές αντί για δύο!), άρα και με την ταχύτητα-βιασύνη της κίνησής τους, συνηθισμένη εικόνα για όσους τρέχουν καθημερινά να διεκπεραιώσουν υποθέσεις, «ήσσονος», κατά κανόνα, «σημασίας». 



Οι αντιδράσεις των περαστικών

«είναι όλοι τους δακρυσμένοι» (ο στίχος επαναλαμβάνεται αυτούσιος), δεν διαμαρτύρονται, δεν απομακρύνονται, παραμένουν ακινητοποιημένοι στις θέσεις τους, δεν τρομάζουν, δεν πονάνε, δεν πανικοβάλλονται, είναι συγκινημένοι, δέχονται ως ευεργεσία την «καθήλωσή» τους αυτή, αναγνωρίζοντας την προσφορά του ποιητή.

Η ακινητοποίησή τους στη γη τούς αναγκάζει να στρέψουν τα μάτια τους στον ουρανό – οθόνη, όπου ο ποιητής προβάλλει τα οράματά του - υπερρεαλιστικές εικόνες («ουράνιες ρεκλάμες και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια»)

Αποκομμένοι από τη γήινή τους υπόσταση, προσηλώνονται σε πνευματικές αναζητήσεις, ικανές να υπερκαλύψουν τις υλικές ανάγκες και τα καθημερινά προβλήματα του βίου.

Ο «ουρανός», «επαναλαμβανόμενο σταθερό της ποίησης του Μ. Σαχτούρη, εκφράζει τη βαθιά απογειωτική επιθυμία του ποιητή, που εκδηλώνεται στην όλη επαφή του με τα πράγματα, μια επαφή που συντελείται σχεδόν αποκλειστικά σε σχήμα κάθετο» (Κώστας Μπαλάσκας). «Ο ουρανός εκπροσωπεί το χώρο των ιδεών του ποιητή, το χώρο της αγνότητας και της αθωότητας που αναζητά, τον πνευματικό χώρο στον οποίο κινείται ο ποιητής · εκπροσωπεί το χώρο που στρέφεται ο άνθρωπος, για να ανασάνει, να προσευχηθεί, να αναζητήσει βοήθεια, άρα συμβολίζει και την ελπίδα, το ιδανικό, τη λύτρωση · αν η γη μας παραπέμπει σε μια αντιπνευματική και απάνθρωπη πραγματικότητα, ο ουρανός αντιθετικά και συμβολικά αντιπροσωπεύει τη φυγή από αυτήν, την απόδραση στο χώρο της Ομορφιάς. Δεν πρόκειται μόνο για το ατομικό όραμα του Σαχτούρη, αλλά πρόκειται για ένα συλλογικό όραμα, έναν συλλογικό πόθο: αυτόν της ανάγκης για έναν φωτεινότερο κόσμο.» (http://fotodendro.blogspot.gr/2013/08/blog-post_3370.html)

Τα «τσουρέκια», πολυτελή αρτοπαρασκευάσματα, συμβολίζουν τα υλικά αγαθά, ενώ η παρουσία της ζητιάνας στον ουρανό παραπέμπει στη δικαίωση των βασανισμένων επί της γης και των ταπεινών.

Γ΄ στροφική ενότητα: Ο ρόλος του ποιητή


Ο αφηγηματικός χαρακτήρας του ποιήματος διαφοροποιείται περνώντας από την πρωτοπρόσωπη στην τριτοπρόσωπη αφήγηση και το σύντομο διάλογο, μέσα από τον οποίο αποκαλύπτεται η ταυτότητα και ο ρόλος του ποιητή. Καρφώνοντας τα πόδια των περαστικών, στοχεύει στην καρδιά τους, κίνηση - συμβολισμός της αντιπροσφοράς του ποιητή στους ανθρώπους. Το δώρο του ποιητή είναι η ποίηση, «μια άλλη ματιά κλεφτή στην απέναντι όχθη»(Κ. Δημουλά), ένας άλλος τρόπος να βλέπεις τα πράγματα με διαρκώς έκπληκτα μάτια, να ανακαλύπτεις τις κρυμμένες αξίες στα ελάχιστα, να αισθάνεσαι όσα κρύβονται πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Ο ποιητής καταξιώνεται και λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ γης και ουρανού. Στόχος του να αφυπνίσει το συναίσθημα, να ευαισθητοποιήσει την ψυχή, να αποσπάσει τους ανθρώπους από τις καθημερινές βιοτικές μέριμνες, προβάλλοντάς τους ως πνευματικά όντα, που «διψούν για ουρανό». 



«Η τέχνη» – άρα και η ποίηση – «είναι το διαμαντένιο κλειδί των μυστηρίων της ύπαρξης! Ένα μεταξωτό νήμα που ξηλώνει το παραπέτασμα που κρύβει την αλήθεια! Για ένα λεπτό ίσως, για ένα δευτερόλεπτο, και είναι αρκετό να συναισθανθείς την αιωνιότητα. Την ομορφιά που σώζει τον κόσμο.» 



(Μάρω Βαμβουνάκη, σε συνέντευξη στον Γιώργο Κιούση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28 Ιουλίου 2013)



ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ - ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Στα «Δώρα» (1948) ο ποιητής καρφώνει τα πόδια των περαστικών, καρφώνει την καρδιά τους με σκοπό να στρέψει το βλέμμα τους στον ουρανό, στα πνευματικά, τα άυλα αγαθά και αξίες. 

Στο ποίημα "Ο Στρατιώτης ποιητής" (ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ,1958), ο ποιητής καρφώνει σταυρούς σε μνήματα. Ποιο ρόλο υιοθετεί ο ποιητής εδώ; Ποια η αποστολή της ποίησης στους δύσκολους καιρούς, όπως περιγράφονται στο ποίημα; 

[Ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος, για να σας βοηθήσει στην απάντησή σας θα βρείτε εδώ.]

Ο στρατιώτης ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου
Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυροὺς
σε μνήματα
καρφώνω


Στην ίδια ποιητική συλλογή (ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ,1958) ανήκει και το ποίημα "Ο Ελεγκτής". Ποιο ρόλο έχει επωμιστεί ο ποιητής; Ποιο είναι το ηθικό του χρέος; Πώς το αντιλαμβάνεται και το εικονοποιεί στο ποίημα αυτό; Ποιες ομοιότητες αναγνωρίζετε με το ρόλο του στο ποίημα «τα δώρα». 

[Ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος, χρήσιμη προκειμένου ν’ απαντήσετε, θα βρείτε εδώ]


Ο Ελεγκτής

Ένας μπαξὲς γεμάτος αίμα
ειν᾿ ο ουρανὸς
καὶ λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ᾿ αστέρια
εγὼ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερὰ
να πετάω.


Robert ParkeHarrison, Flying Lesson, 2000
__________


Πώς αντιδρά ο κόσμος στο ποίημα «Το ψωμί» (ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ,1958) και πώς οι περαστικοί στο ποίημα «Τα δώρα»; Ποιες ομοιότητες και ποιες διαφορές διακρίνετε ανάμεσα στα δύο ποιήματα;


Το ψωμί

Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό·
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος, κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον άγγελο που μοίραζε ουρανό!

Ας μην το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.



ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ


Ο «ουρανός» αποτελεί «επαναλαμβανόμενο σταθερό της ποίησης του Μ. Σαχτούρη». Στους Συμφραστικούς Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές, πληκτρολογήστε τη λέξη ουρανός, ούς, οί, κλπ και θα βρείτε τα ποιήματα του Μ. Σαχτούρη στα οποία εμφανίζεται η λέξη. Μια όχι εξαντλητική έρευνα δική μου απέδωσε τους παρακάτω στίχους, εκτός από εκείνους των ποιημάτων που παρατίθενται παραπάνω αυτούσια:


Ἕνας μεγάλος οὐρανὸς γεμάτος χελιδόνια.. 

ἀνεβαίνει φωτεινὴ ρουκέτα στον οὐρανὸ η νύφη…
______________________

βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα…
___________________
δὲν ἀγαπῶ τὸ ἀεροπλάνο / πάντα θά ῾χουμε ἀνάγκη ἀπὸ οὐρανό….
________________

Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας /δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
_________________

Κίτρινα ἀερόπλοια ξάφνου γέμισαν τὸν οὐρανὸ
________________

μονάχα ὁ οὐρανὸς σᾶς ἔχει ἀπομείνει /μὰ νά ῾ναι γιὰ σᾶς τώρα Οὐρανός;
____________________

δὲν ἔχει οὔτε καρέκλα νὰ καθίσεις /καὶ οἱ καρέκλες ἔφυγαν στὸν οὐρανό
_____________________

Διαρρήχτες του ήλιου/δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι / δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα/δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
______________________

Όταν ταξίδεψα στον Ουρανό/ποτέ μου δεν συνάντησα τον αστροναύτη/ συνάντησα όμως το Θεό/με τους χρωματιστούς αγγέλους
_____________________

η έκσταση ουράνιο τόξο μες στα μάτια του…
____________________

Δώσε μου λίγο κρεβάτι Ουρανέ…
__________________

και τραγουδήσαν με μάτια κουρασμένα άλλους ουρανούς…
___________________

και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό…..
________________

Κλαίγαν και λέγαν πως κανένα θαύμα τώρα πια δε γίνεται στον ουρανό….
_______________________

να στασιάσουν να κρεμάσουνε τον καπετάνιο στο μεγάλο κατάρτι τ’ ουρανού….
______________________

να σπάζουν το φλιτζάνι τ’ ουρανού….


Με το υλικό αυτό - και άλλο που μπορείτε να ανακαλύψετε με τον ίδιο τρόπο – δημιουργήστε!!!

Μια ιδέα είναι η παρακάτω: Αντιγράφετε τους στίχους στο http://worditout.com/word-cloud/make-a-new-one και έχετε ένα συννεφόλεξο σαν αυτό:




Μπορείτε με το θέμα: «Διψάμε για ουρανό» να φτιάξετε μια ζωγραφιά, ένα κολλάζ, ένα βίντεο, μια παρουσίαση (power point), να τα επενδύσετε μουσικά, να γράψετε ένα δικό σας ποίημα, τραγούδι, ιστορία ή ό,τι άλλο εσείς σκεφτείτε!!! Μόνο τόλμη και φαντασία χρειάζεται!!!!