Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Όταν ξυπνήσεις Καθαρά Δευτέρα........


Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι.....

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.


Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί», Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος

Αγήνωρ Αστεριάδης 


Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά;

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. 

Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. 

Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. 

Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου. [...... ]

Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο ήτανε.
Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου....

Τι όνειρα έβλεπα απόψε στον ύπνο μου, όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…

«Ο χαρταετός μου χάνει την ισορροπία του και το κεφάλι του ταρακουνιέται μια δω, μια κει. Πολύ μ’ αρέσει να μένω έτσι πλαγιασμένος στο στρώμα μου, εδώ στην ταράτσα και να κοιτάζω με μισόκλειστα μάτια τα τσαλίμια του αετού μου.

Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου [.....]

Ο Αλβάν στην ταράτσα κρατάει στη φούχτα του τους σπάγκους των πολύχρωμων μπαλονιών του που σχηματίζουν πάνω από το κεφάλι του ένα ουράνιο τόξο. Όταν φυσάει ένα δροσερό αεράκι νιώθει να χάνει το βάρος του, σαν να φυτρώνουν φτερά στα πλευρά του και τα πόδια του ανάλαφρα αιωρούνται χωρίς ν’ αγγίζουν την ταράτσα.

Κοιτάζει γαλήνια τον ουρανό. Ο ουρανός δεν είναι όπως πάντα. Ήταν κάτι περίεργο. Τα χρώματά του, το σχήμα του, τα σύννεφά του… Ήταν κάτι περίεργο. Τα συννεφάκια, λευκά, μπαμπακένια, σκόρπια στον ουρανό σαν μικρές ανθοδέσμες από φως και λουλούδια, τα στριφογυρίζει ο αέρας και τους δίνει παράξενα σχήματα[...]

Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ’ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:

«Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…»
Faryad Fereydoun, Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια, μτφρ. Γιάννης Ρίτσος, εκδόσεις Κέδρος


«Ποίηση χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού, πεταλούδα που γλιτώνει απ’ τη φωτιά, νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις …»
 Θωμάς Γκόρπας



....κρατώντας απ' τα μέσα την καλούμπα...

Όταν ξυπνήσεις
Καθαρά Δευτέρα
και δεις 
σκοτεινιασμένο ουρανό 
με σύντομες βροχές 
και με αέρα
την ευκαιρία 
μη φοβηθείς 
και χάσεις 
να αμολήσεις πάλι 
τον χαρταετό 
κρατώντας 
απ' τα μέσα 
την καλούμπα


Γιάννης Πατίλης, Η αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα
Ποίημα εμπνευσμένο από τον πίνακα ζωγραφικής της Ηρώς Νικοπούλου "Μικρή Αριάδνη"



Μη με διαβάζετε …….


Μη με διαβάζετε …….

Όταν δεν αμολήσατε αϊτὸ την Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.

Νίκος Καρούζος, Ρομαντικὸς επίλογος 
Από τη συλλογή ποιημάτων «Δεύτερη Εποχή», εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1988




..ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο όνειρο

Τσιμπλιάρικα τα βλέφαρα της μέρας
ένα κορίτσι κρέμεται στο παράθυρο

σαν άνθος
ενώ τριγύρω παθητικά κελαηδούνε τα πουλιά
ένα σπασμένο ποτήρι
μ’ αόρατα τα γυαλιά μες στην καρδιά
κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο
όνειρο
βγάζει φωτιές
εμείς μαζεύουμε βελόνες
όπως άλλοτε μάζευαν λουλούδια
κι η πιο μεγάλη διάπλατα
τρυπάει το κρανίο μας
Μίλτος Σαχτούρης, Μια μέρα




Geoffrey Smith, The red kite


... σα χαρταετός ο Σταυραϊτός να φεύγει


Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα από τον ουρανό
λουλούδια

κι ό,τι το καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει
ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός
ο Σταυραϊτός να φεύγει

αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν
ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου

ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;

Μίλτος Σαχτούρης, Ο συλλέκτης



Fred Sklenar, Fly a kite

...να γίνομαι άνεμος για το χαρταετὸ και χαρταετὸς για τον άνεμο....
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη
και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες. 
ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε 
-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω 
κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος



Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη


Fly me to Paris by Christian Schloe


Χαρταετοί είμαστε, μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.

Χαρταετοί είμαστε,
χαρταετοί πιασμένοι στα ηλεχτρικά σύρματα.
Μ' εκείνους τους κομμένους σπάγγους,
μ'εκείνα τα ξεσχισμένα χαρτιά,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον άνεμο,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον εμπαιγμό,
μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.

Κώστας Μόντης, Χαρταετοί


Χαρταετός, έργο του Ν. Στεφάνου

Τη μέρα αυτή της προσμονής την Καθαρή Δευτέρα.......

Τ’ αστέρια δε φεγγοβολούν 
άσπρη μου περιστέρα 
και τα πουλιά δεν κελαηδούν 
την Καθαρή Δευτέρα 

Πάνω στον λόφο έχει στηθεί 
το ρέμπελο φεγγάρι 
και σε χρυσάφι έχει ντυθεί 
και σε μαργαριτάρι 

Μη τραγουδάς και μη πονείς 
ετούτη την ημέρα 
τη μέρα αυτή της προσμονής
την Καθαρή Δευτέρα 

Νέστορας Μάτσας, Μίμης Πλέσσας, Τζένη Βάνου





Χαρταετός.....σ' έχω ανάγκη σαν παιδί...



Έσβησαν τα όνειρα, έσβησαν
έγινε πρωί
άνοιξε την πόρτα, άνοιξε
ήλιος να με δει 

Ήρθες και στο δρόμο μου 
φώτισε ο ουρανός
να η καρδιά μου πέταξε 
κόκκινος χαρταετός

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί
μη μ’ αφήσεις να γυρίσω εκεί
στον εαυτό μου στη σιωπή 
κρύα θάλασσα έρημο νησί 

Άψυχα κορμιά στα χέρια μου 
άχρηστα κλειδιά 
δε μου μένει τίποτα 
τίποτα δε μου φτάνει πια 

Έλα ας περπατήσουμε
μακριά απ’ το θόρυβο 
τις πληγές να κλείσουμε 
έχουμε όλο τον καιρό... 

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί...

Μανώλης Φάμελος, Τάνια Τσανακλίδου




Διεύθυνση βάλαν ουρανός κι’ έφυγε ο χαρταετός...

Κάτι παιδιά στο περιγιάλι
φτιάξαν έναν χαρταετό
με εφημερίδες του μπακάλη
καλάμια από τον Κηφισό

Γράψαν με κόκκινο μελάνι
με ματωμένα κεφαλαία
όσα η ζωή τους είχε κάνει
κι όσα απωθούσε η παρέα

Διεύθυνση βάλαν ουρανός
κι’ έφυγε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης ο Θεός

Τον βρήκαν κάτι σφουγγαράδες
στο πέραμα την Κυριακή
Είχε μπλεχτεί στις καμινάδες
μιας αποθήκης με ρακί

Πίναν ρακί οι σφουγγαράδες
και το διαβάσαν ως θα φέξει
βουρκώνανε σε κάθε λέξι
και μουτζουρώναν τις αράδες

Σε λάθος χέρια δυστυχώς
έπεσε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και ο παραλήπτης πιο φτωχός

Πήγαν στ’ αφέντη τους την πόρτα
και τον πετάξαν βιαστικοί
Μέσα γιορτή είχαν και φώτα
και παίζαν τζαζ οι μουσικοί

Τον βρήκανε οι καλεσμένοι
και πως γελάσανε οι κυρίες
που είχε ανορθογραφίες
και στο μικρό περισπωμένη

Άτυχος ο Χαρταετός
τον κάψανε σε μια γωνιά
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης η απονιά

Σώτια Τσώτου, Κώστας Χατζής, Δάκης



.....και ο καιρός χαρταετός έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Κάθε στιγμή κάθε ψυχή
είναι δεμένη με μία κλωστή
και ο καιρός χαρταετός
έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Ζούμε κι εμείς οι αφελείς
το τέλος μόνο της κάθε γιορτής
για ένα βαλς που μας χρωστάς
κι είναι γραμμένο μονάχα για μας

Κάθε χαρά είναι ζαριά
που κάποιοι ξέρουν και φέρνουν συχνά
και σαν λεκές το στιλ που λες
είναι που μένει και σώζει το χτες


Άκος Δασκαλόπουλος, Νότης Μαυρουδής, Αναστασία Μουτσάτσου






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου