Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

«...σπίτι παλιό μ’ έναν κήπο και μ’ άνθη». Λέων Τολστόι, το σπίτι της Μόσχας

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ....
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά..» 

Μανόλης Αναγνωστάκης, Πέντε μικρά θέματα, III, Εποχές

Leo Tolstoy's mansion in Khamovnichevsky Lane. 1900-1910 


Στη γειτονιά των υφαντουργείων....

Το πρώτο μισό του 17ου αιώνα, η περιοχή κοντά στη στροφή του ποταμού Μόσχοβα, όπου βρίσκεται το σπίτι, ονομαζόταν «Hamovniki». Η λέξη προέρχεται από τη ρωσική λέξη «ham», η οποία στην παλιά ρωσική γλώσσα σήμαινε λινάρι. Στην περιοχή μετακόμισαν οι υφαντές και εγκαταστάθηκαν σε έναν ειδικό οικισμό που ονομαζόταν «Hamovnaya Sloboda». Οι ίδιοι ονομάζονταν «Hamovniki»

Το δεύτερο μισό του 17ου  αιώνα, καθώς η ζήτηση για το ρωσικό λινάρι σημείωνε σημαντική αύξηση, με εντολή του Μιχαήλ, πρώτου τσάρου της δυναστείας των Romanov, εκατοντάδες υφαντές μετανάστευσαν από το Tver στη Μόσχα. Απολάμβαναν ξεχωριστά προνόμια: οι φόροι που πλήρωναν ήταν χαμηλοί, απαλλάσσονταν από κάποιες υποχρεώσεις, αλλά ήταν υποχρεωμένοι να ζουν μόνο στην «Hamovnaya Sloboda» και πουθενά αλλού.



Ο Τολστόι περπατά κατά μήκος της Khamovnichesky Lane, 1909


Το σπίτι στο «Hamovniki» είχε τη δική του ιστορία..

Το σπίτι, στο οποίο έζησε από το 1882 ο Τολστόι, χτίστηκε - σύμφωνα με στοιχεία των αρχείων - μεταξύ 1800 - 1805 από τον Ivan Meschersri και άλλαξε πολλές φορές χέρια.

Είναι από τα λίγα ξύλινα κτίρια που γλίτωσαν από την καταστροφική πυρκαγιά του 1812, όταν τα στρατεύματα του Ναπολέοντα εισέβαλαν στη Μόσχα και οι ίδιοι οι Μοσχοβίτες, αφού έβαλαν φωτιά, εγκατέλειψαν την πόλη. Μέσα σε τέσσερις μέρες κάηκαν τα δύο τρίτα της πόλης, αφήνοντας το γαλλικό στρατό χωρίς καταφύγιο και προμήθειες.


Η μετακόμιση

To 1882 το «Khamovniki» ήταν ένα ήσυχο, βιομηχανικό - και γι αυτό οικονομικά προσιτό - προάστιο της Μόσχας. Στην περιοχή υπήρχε ένα υφαντουργείο, αρωματοποιείο, ζυθοποιείο και εργατικές κατοικίες.

Η οικογένεια έκρινε τότε απαραίτητη τη μετακόμιση στη Μόσχα για την εκπαίδευση των παιδιών, κάτι που είχαν αποφασίσει από κοινού, όταν τα παιδιά ήταν ακόμα μικρά. Γράφει η Τατιάνα σχετικά: 

«Οι γονείς μας είχαν αποφασίσει από τότε που ήμασταν παιδιά να εγκαταλείψουμε την επαρχία και να μετακομίσουμε στη Μόσχα, όταν τα μεγαλύτερα παιδιά θα έφταναν σε μια συγκεκριμένη ηλικία. 
Ο αδελφός μου Σεργκέι προετοιμαζόταν στο σπίτι για το πανεπιστήμιο. Όσο για μένα, στην ηλικία των 18 ετών, με προετοίμαζαν για την είσοδό μου στην κοσμική ζωή. Ήταν προαποφασισμένο ακόμη και στο μυαλό του ίδιου μου του πατέρα. 
Γνωρίζω ποιες ήταν οι ανησυχίες του όταν έσπασα την κλείδα μου. Με πήγε στη Μόσχα για να συμβουλευτούμε τον καλύτερο χειρουργό και τον ρώτησε αν η επέμβαση θα άφηνε σημάδι.
Ήθελε να ξέρει αν θα φαινόταν κάποιο πρήξιμο, όταν θα παρουσιαζόμουν σε χορό με επίσημη τουαλέτα.»


Τατιάνα Τολστόι, Ο πατέρας μου Λέων Τολστόι, εκδόσεις Ροές


«Δεν βλέπω το σπίτι, βλέπω όμως τον κήπο!»

Ο Τολστόι πίστευε πάντα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος μακριά από τη φύση. Επομένως, η απομάκρυνση από την αγαπημένη του Yasnaya Polyana ήταν εξαιρετικά οδυνηρή γι’ αυτόν. 

Αφού μετακόμισε αρχικά στη Μόσχα, ο Τολστόι έζησε σε ένα νοικιασμένο σπίτι στην περιοχή Prechistenka. Στο ημερολόγιό του, παραπονιόταν: 

«Ήταν ένας μήνας - ο πιο οδυνηρός στη ζωή μου», έτσι άρχισα να ψάχνω για το σπίτι μου μακριά από το θορυβώδες πολυσύχναστο κέντρο. Και βρήκα ένα σπίτι στο Khamovniki, όπου εξακολουθούν να υπάρχουν κήποι, οπωρώνες και ερείπια παλιών κτημάτων.»


Ο Τολστόι επισκέφτηκε για πρώτη φορά το κτήμα την άνοιξη του 1882. Ήταν βράδυ, σκοτάδι, και ο ιδιοκτήτης είπε με μεγάλη ανησυχία:

«Lev Nikolaevich, δεν θα δείτε τίποτα, είναι σκοτάδι!»

«Δεν βλέπω το σπίτι, βλέπω όμως τον κήπο!», απάντησε ο Τολστόι. 

Αυτή η μικρή γωνιά της φύσης, όπου άκουγε το τραγούδι των πουλιών και ανέπνεε τα αρώματα των βοτάνων και των λουλουδιών, του ζέσταινε την ψυχή και τον έκανε να ξεχνάει πως βρίσκεται στη Μόσχα και όχι στην Yasnaya Polyana.

Ο μεγαλύτερος γιος του Τολστόι, Σεργκέι αργότερα θυμόταν:

«
Στον Τολστόι άρεσε πολύ η απομονωμένη περιοχή που βρισκόταν το σπίτι και ο παραμελημένος κήπος του με τα δέντρα». 


Αγορά και ανακαίνιση

Ο Τολστόι αγόρασε το σπίτι από τον σύμβουλο Ivan Arnautov στις 14 Ιουλίου του 1882, για 27.000 ρούβλια, σύμφωνα με την πράξη αγοράς και ξεκίνησε την ανακατασκευή του σπιτιού. Πρόσθεσε τρία δωμάτια στον επάνω όροφο και μια μπροστινή σκάλα με αποτέλεσμα το σπίτι να δείχνει μάλλον παράξενο: ασύμμετρο, λίγο γωνιακό, αλλά ενδιαφέρον και αδύνατον να το ξεχάσει κανείς. Σχεδόν όλα τα έπιπλα του σπιτιού επιλέχθηκαν και αγοράστηκαν από τον ίδιο.

Την παραμονή της μετακόμισης, έγραφε στη Σοφία Αντρέγιεβνα:

«Όσον αφορά το σπίτι, βρίσκω τον εαυτό μου να δειλιάζει  μπροστά σας. Παρακαλώ, μην είστε αυστηροί.»

Το σπίτι δεν είχε κεντρική θέρμανση, τρεχούμενο νερό, ηλεκτρικό ρεύμα ούτε σύστημα αποχέτευσης. Συχνά, ο ίδιος ο Τολστόι έκοβε ξύλα, τα μετέφερε στο σπίτι και άναβε τις σόμπες. Ο φωτισμός εξασφαλιζόταν  από κεριά και λάμπες κηροζίνης.



Στην μακρύτερη πλευρά του σπιτιού υπάρχουν μικρά παράθυρα που τα βλέπει κανείς μέσα από το σκαλιστό φράχτη της οδού Dolgohamovnichei, που μετονομάστηκε σε οδό Lev Tolstoy. 

Η απέναντι πλευρά του σπιτιού, που βλέπει στον κήπο, είναι πιο γραφική. Έχει μια μεγάλη βεράντα με διακοσμητικά κάγκελα, τρία παράθυρα στο ισόγειο, και τα ψηλά παράθυρα των πάνω μπροστινών σαλονιών ομορφαίνουν τη θέα. Υπήρχαν δύο είσοδοι στο σπίτι: η μπροστινή και η πίσω είσοδος. 



Ο Τολστόι στην βεράντα του σπιτιού της Μόσχας, 1899



Η βεράντα σήμερα



Η ζωή της οικογένειας Τολστόι στο «Hamovniki»

Ο Τολστόι έζησε σ' αυτό το σπίτι με την οικογένειά του για 19 χειμώνες, από τις 8 Οκτωβρίου του 1882 μέχρι την άνοιξη του 1901. Τα καλοκαίρια η οικογένεια, όπως και πριν, τα περνούσε στο πατρικό κτήμα του Τολστόι, στην Yasnaya Polyana, 200 χιλιόμετρα νότια της Μόσχας.

Η εγκατάσταση στη Μόσχα συνδέεται με την βαθιά θρησκευτική και μεταφυσική κρίση που κλονίζει τον συγγραφέα ήδη από το 1879 και τον οδηγεί σε διαφωνία με την Σοφία και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Γράφει σχετικά η μεγαλύτερη κόρη του Τατιάνα: 

«Η διαφωνία αναμεσα στον πατέρα μου και την οικογένειά του ξέσπασε κυρίως όταν εγκατασταθήκαμε στη Μόσχα. Τα ενδιαφέροντα των δυο συζυγών γίνονταν όλο και περισσότερο διαφορετικά. Η μητέρα μου είχε αναλάβει τα πάντα, την εγκατάσταση στο σπίτι, να βρει καθηγητές για τα παιδιά και θέσεις στα σχολεία, να αγοράσει άμαξες και άλογα, να προσλάβει υπηρετικό προσωπικό. Έπρεπε επίσης να φροντίσει να μας ντύσει. 

Και σύντομα θα αποκτούσε άλλο ένα παιδί.

Ο πατέρας μου τη λυπόταν και, παρ’ ότι ελάχιστα τον ενδιέφεραν οι μπελάδες του σπιτιού που είχε η μητέρα μου, προσπαθούσε ωστόσο να τη βοηθήσει.[.....]

Ασχολήθηκε με την εγγραφή των αγοριών στο γυμνάσιο, μου βρήκε μια θέση σε ένα ατελιέ ζωγραφικής και ασχολήθηκε με ένα σωρό λεπτομέρειες. Όμως, υπέφερε πολύ που βρισκόταν στη Μόσχα και η κατάθλιψή του είχε αντίκτυπο σε όλους εμάς. 


Η οικογένεια Τολστόι (1887)


Γράφει η μητέρα μου: 

«Αν και οι πάντες επαινούσαν το σπίτι, δεν άργησε η στιγμή που όλοι μας νιώσαμε μια απογοήτευση και μια αγωνία που επί τρεις ημέρες συνεχώς εντεινόταν. Το σπίτι, ένα σπίτι από χαρτόνι. Ακούμε τα πάντα. Και είτε πρόκειται για το υπνοδωμάτιό μας είτε για το γραφείο του Λέοντα, ούτε ζήτημα για ηρεμία. Αυτό με φέρνει συχνά σε απόγνωση και νιώθω ένταση όλη τη μέρα. “Κυρίως να μην κάνετε θόρυβο”. 

Κάναμε μια συζήτηση γι’ αυτό. Ο Λέων κατέληξε λέγοντάς μου ότι αν τον αγαπούσα, αν ενδιαφερόμουν έστω και λίγο για την πνευματική του ηρεμία, δεν θα είχα επιλέξει για εκείνον αυτό το τεράστιο σπίτι, αυτό το σπίτι όπου δεν μπορεί να ξεκουραστεί κανείς ούτε για μια στιγμή, το επιπλωμένο με πολυθρόνες εκ των οποίων η μία μόνο θα ήταν αρκετή για την ευτυχία ενός χωρικού (δηλαδή η τιμή τους στα 22 ρούβλια ήταν
ίση με την τιμή ενός αλόγου ή μιας αγελάδας), αυτό το σπίτι που ήταν τόσο άθλιο.» 

Κατά τη διάρκεια αυτής της παραμονής στη Μόσχα, εμείς, δηλαδή η οικογένεια, ήμασταν απασχολημένοι με κοινωνικές υποχρεώσεις, με χοροεσπερίδες, με ασχολίες υλικής καθώς και εκπαιδευτικής φύσεως. Ο πατέρας μου, από την πλευρά του, έκανε άλλου είδους επαφές, επαφές που εμείς, μεταξύ μας, λόγω της αντίθεσης προς τις δικές μας τις κοσμικές, τις χαρακτηρίζαμε στη γλώσσα μας «σκοτεινές». Πήγαινε μαζί με υλοτόμους στο προάστιο της Μόσχας, στους Λόφους Βορομπιόφ - απ’ όπου άλλοτε ο Ναπολέων ατένιζε την πόλη. Για να συναντηθεί με τους νέους του συντρόφους διέσχιζε κάθε μέρα το ποτάμι και δούλευε μαζί τους.» [.....]

«Ο αδελφός μου Σεργκέι παρακολουθούσε μαθήματα στο πανεπιστήμιο. Εγώ έκανα το ντεμπούτο μου στην καλή κοινωνία. Ο πατέρας με πήγε στον πρώτο μου χορό. Με σύστησε σε ανθρώπους του κύκλου του με τους οποίους είχε διατηρήσει επαφές.



Αυτή ήταν η ζωή μας: Η μητέρα μου και εγώ, που σηκωνόμασταν πιο αργά, περνούσαμε τη μέρα μας με το να κάνουμε ή να δεχόμαστε επισκέψεις. Το βράδυ φεύγαμε με άμαξα ή με έλκηθρο και πηγαίναμε σε κάποιο χορό ή συγκέντρωση. 



Άλλες φορές η μητέρα μου απολάμβανε αυτό τον τρόπο ζωής και άλλες φορές τον θεωρούσε αδιάφορο. Έτσι, γράφει στην αδελφή της: 

«Νομίζω ότι ο κόσμος μάς έμαθε πια. Για να πω την αλήθεια, για την ώρα, δεν βρίσκω μεγάλη ευχαρίστηση σε αυτό. Διαλέξαμε τις Πέμπτες. Περιμένουμε καθισμένες εδώ σαν ηλίθιες. Ο γιος μου Λέων κάθεται στο παράθυρο και κοιτάζει ποιος έρχεται. Έπειτα τσάι, γκρογκ, γλυκάκια, σάντουιτς. Όλα αυτά εξαφανίζονται με πολύ κέφι. Και μετά, πρέπει με τη σειρά μας να επισκεφθούμε για “τσάι”, όλους εκείνους που μας έχουν ήδη επισκεφθεί». 

Τατιάνα Τολστόι, Ο πατέρας μου Λέων Τολστόι, εκδόσεις Ροές
 

Ο Τολστόι και η οικογενειά του. Από αριστερά προς δεξιά : ο γιος του Misha, ο Λέων Τολστόι (καθισμένος), οι Vaniechka, Sasha, Leo, Andrei (όρθιοι), η Sophia Andreevna και οι δύο κόρες τους Tatiana και Maria.
_______________________

Στο Hamovniki γεννήθηκε το 1884 η τελευταία του κόρη Αλεξάνδρα, εδώ πέθανε ο γιος του Αλεξέι το 1886. Και εδώ η Σοφία έφερε στη ζωή το τελευταίο παιδί τους, τον Βάνια, ο οποίος πέθανε ένα μήνα πριν γίνει επτά ετών.


Τα παιδιά στη βεράντα του σπιτιού, 25 Απριλίου 1893, Μόσχα. Τρίτος από αριστερά ο Βάνια, δεύτερη από δεξιά η Αλεξάνδρα
_____________________________


«Μου άρεσε το παλιό σπίτι μας στην οδό Khamovniki στη Μόσχα …..Το σπίτι ήταν παλιό. Ακόμα κι εκείνα τα χρόνια η μητέρα έλεγε ότι ήταν πάνω από εκατό ετών. Διαβεβαίωνε τους πάντες ότι ήταν άβολο, ακατάλληλο για δεξιώσεις, ότι μόνο ο «Lyovochka» (ο Λέων Τολστόι) θα μπορούσε να αγοράσει ένα σπίτι σε ένα τόσο «μη αριστοκρατικό» μέρος της πόλης με εργοστάσια παντού γύρω.

Ωστόσο, για μένα - όταν ήμουν παιδί - φαινόταν ότι κανένα άλλο σπίτι δεν μπορούσε να είναι τόσο όμορφο και άνετο όσο το σπίτι μας στο Khamovniki. Φυσικά, εμείς τα παιδιά, ελάχιστη προσοχή δίναμε στο εξωτερικό του σπιτού, και θυμάμαι πολύ καλά ότι όταν η μητέρα ξαφνικά αποφάσισε να το ανακαινίσει και το παλιό μεγάλο σπίτι, με την ξεθωριασμένη γυαλάδα, ξαφνικά έγινε τριανταφυλλί με φυστικοπράσινα παντζούρια, όλοι αισθανθήκαμε προσβεβλημένοι για λογαριασμό του. Έγινε απωθητικό, σαν μια ηλικιωμένη γυναίκα που προσπαθούσε να φανεί νεαρή.
»
Aleksandra Tolstaya, The Tragedy of Tolstoy




Η τύχη του σπιτιού μετά το θάνατο του Τολστόι

Το 1911, ένα χρόνο μετά το θάνατό του Τολστόι, η Σοφία πούλησε το Hamovniki στο Δημοτικό Συμβούλιο της Μόσχας. Το 1920 το σπίτι και η έκταση γύρω από αυτό κρατικοποιήθηκε και άρχισαν εργασίες αποκατάστασης.

Τον Νοέμβριο του 1921 το Μουσείο Τολστόι στο Khamovniki, στην σημερινή «Ulitsa Lva Tolstovo», άνοιξε για πρώτη φορά τις πύλες του για το κοινό. Στα εγκαίνια ήταν παρόντα τα μεγαλύτερα παιδιά του Τολστόι, ο Σεργκέι και η Τατιάνα.




Στο Μουσείο Τολστόι στο Khamovniki, καλοκαίρι 2018..





Άγαλμα του Λ. Ν. Τολστόι στην «Ulitsa Lva Tolstovo», στο πάρκο, πολύ κοντά στο σπίτι 








Η (μπροστινή) είσοδος του σπιτιού


Σ' αυτόν το χώρο, τον πρώτο από τα 16 δωμάτια του σπιτιού, υπηρέτες δεν υπήρχαν, παρά μόνο κατά τη διάρκεια των δεξιώσεων, όταν χτυπούσε το κουδούνι και ο υπηρέτης των Τολστόι, Ilya Vasilyevish Sidorkov, άνοιγε την πόρτα και παρουσίαζε τους καλεσμένους.

Στα δεξιά, κοντά στο παράθυρο, υπάρχει ένα γκρίζο μπαούλο (μέσα στο οποίο φύλαγαν παπούτσια και παγοπέδιλα), και ένας καθρέπτης με γκρίζα κορνίζα που κρέμεται στον τοίχο. Επιστολές, εφημερίδες, περιοδικά τοποθετούνταν στο τραπέζι κάτω από τον καθρέφτη. Μια λάμπα κηροζίνης βρίσκεται στα δεξιά της εισόδου. 

Το σπίτι δεν διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα μέχρι το 2001.



Η Τραπεζαρία

Με τον ήχο του κούκου από το γερμανικό ρολόι του τοίχου, η οικογένεια Τολστόι συγκεντρωνόταν στην τραπεζαρία για πρωινό, δείπνο και ένα ελαφρύ τσάι.







Η οικογένεια έπαιρνε ξεχωριστά πρωινό, σε διαφορετικές ώρες, αλλά το δείπνο αποτελούσε απαραβίαστη ιεροτελεστία και ξεκινούσε αυστηρά στις 6 ακριβώς.


Ένα μακρύ τραπέζι από ξύλο καρυδιάς, στρωμένο με λευκό τραπεζομάντηλο, καταλαμβάνει το κέντρο του ευρύχωρου δωματίου με το φαρδύ παράθυρο που βλέπει στον κήπο. 

Το τραπέζι είναι στρωμένο για το δείπνο μ' ένα εγγλέζικο σερβίτσιο «φαγιάνς», με δύο μπολ σούπας. Το μεγαλύτερο περιείχε κρεατόσουπα για όλη την οικογένεια, ενώ το μικρότερο ήταν για τη χορτόσουπα που προοριζόταν για τον Τολστόι και τις κόρες του Τατιάνα και Μαρία. 

Στο τραπέζι υπήρχε μια καράφα με νερό και ένα μπουκάλι με  «kvas». Κρασί δεν σερβίρεται στα οικογενειακά δείπνα, παρά μόνο όταν υπήρχαν καλεσμένοι. Από τη δεκαετία του 1880, ο Τολστόι, σύμφωνα με τις καινούριες πεποιθήσεις του, όχι μόνο σταμάτησε να τρώει κρέας, αλλά σταμάτησε και την κατανάλωση αλκοόλ. 


Η θέση της Sofia Andreevna ήταν στην κορυφή του τραπεζιού, με την πλάτη στο παράθυρο. Η οικοδέσποινα στεκόταν όρθια όση ώρα σέρβιρε τη σούπα και μετά οι υπηρέτες μοίραζαν τα πιάτα στα μέλη της οικογένειας. 

Απέναντι από τη Sofia καθόταν ο Sergei, ο μεγαλύτερος γιος της, και στα δεξιά της η Alexandra, η νεότερη  κόρη της και οι γιοι της Ilya, Leo, Andrei και Mikhail. Στα αριστερά της Sofia Andreevna καθόταν o μικρότερος γιος, ο Vanja, μαζί με την νταντά του (η καρέκλα της νταντάς λείπει). Ο Leo Nickolaevich καθόταν συνήθως δίπλα στον Vanja.Ένα ποτήρι νερού υποδεικνύει τη θέση του Τολστόι στο τραπέζι.


Οι Nikolai Che, Ilya Repin, Anton Chekhof, Vladimir Solovyev, ήταν συχνά καλεσμένοι για δείπνο στους Τολστόι.

Στον ένα τοίχο κρέμεται το πορτραίτο της μεσαίας κόρης των Τολστόι Μαρίας, ζωγραφισμένο το 1893 από την μεγαλύτερη αδελφή της Τατιάνα.




Σε ένα ημερολόγιο της 17ης Νοεμβρίου 1896, ο Τολστόι έγραφε: «Μόνος με τις κόρες μου. Πόσο ωραία είναι μαζί τους...... ένα θερμό λουτρό για τις αισθήσεις»
1895 Μόσχα.


Ο Τολστόι με τις κόρες του Τατιάνα και Μαρία [Φωτογραφία του PI Biryukov] 
 Η φωτογραφία τραβήχτηκε στην τραπεζαρία του σπιτιού της Μόσχας.

_________________


Το Γωνιακό δωμάτιο

Μετά το δείπνο, η οικογένεια συνήθιζε να χαλαρώνει στο διπλανό γωνιακό δωμάτιο.


Ο Sergei – μερικές φορές και ο ίδιος ο Τολστόι – έπαιζαν πιάνο, ενώ τα μικρότερα παιδιά έπαιζαν κινέζικο μπιλιάρδο, το οποίο ακόμα βρίσκεται στην ίδια θέση, αριστερά της πόρτας.




Στο «Γωνιακό δωμάτιο» οι ένοικοι άλλαζαν συχνά· ο μεγαλύτερος γιος του Τολστόι, Sergei Lvovich, έμεινε για λίγο καιρό στο δωμάτιο με τη σύζυγό του, Maria Konstantinovna Rachinskoi. Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στις 9 Ιουλίου 1895. Στον τοίχο κρέμεται το πορτραίτο της, ζωγραφισμένο από την Τατιάνα. 


Πάνω από το πιάνο είναι ένα ανάγλυφο της ίδιας της Τατιάνας, που φιλοτεχνήθηκε από τον Ilya Ginzburg το 1898.




Ο Leon Tolstoi και η μικρότερη κόρη του, Alexandra παίζουν πιάνο (1890)
Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο "γωνιακό δωμάτιο"

Sergei Lvovich Tolstoy

Ο
 Sergei Lvovich, ο μεγαλύτερος γιος του Τολστόι, σπούδασε στη Σχολή Φυσικής και Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Μόσχας. Από όλους τους γιους του, ο Sergei ήταν αυτός που κατάλαβε και στήριξε τον πατέρα του στην απόφασή του να εγκαταλείψει τη Yasnaja Polyana το 1910. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του, ο Τολστόι βρήκε στον πρωτότοκο γιο του έναν πνευματικά δικό του άνθρωπο. Ο Sergei, όπως και η αδερφή του Τατιάνα, κατανοούσε την πολυπλοκότητα της κατάστασης του πατέρα του. Στην τελευταία του επιστολή, ο Sergei έγραφε: 
«... Η κατάσταση ήταν απελπιστική και νομίζω ότι επιλέξατε μια πραγματική διέξοδο»



Sergei Lvovich Tolstoy, 1884, Μόσχα 
Ο Sergei Lvovich ήταν ένας από τους ιδρυτές του μουσείου Leo Tolstoy στη Μόσχα.

_______________________

Ο Sergei έγινε γνωστός ως ταλαντούχος συνθέτης, εθνομουσικολόγος και μάλιστα από τους πρώτους Ευρωπαίους που μελέτησαν σε βάθος τη μουσική της Ινδίας. Διετέλεσε καθηγητής στο Ωδείο της Μόσχας. Eργάστηκε για τη διατήρηση της κληρονομιάς του πατέρα του, γράφοντας τον πρώτο οδηγό για την  Yasnaya Polyana το 1914, έγραψε απομνημονεύματα - «Σκίτσα του παρελθόντος» - και άρθρα σχετικά με το ρόλο της μουσικής στη ζωή του Λέοντα Τολστόι με  το ψευδώνυμο S.Brodinsky. 

Παντρεύτηκε  δύο φορές και από τον πρώτο του  γάμο  απέκτησε ένα γιο, τον Σεργκέι. 

Μετά το θάνατο του Λέοντα Τολστόι, ένα μεγάλο μέρος της ζωής του Σεργκέι  ήταν αφιερωμένο στη διατήρηση της μνήμης του πατέρα του, στη μελέτη  της ζωής και του έργου  του.

Στις 16 Ιουνίου 1944, ο Σεργκέι  έχασε σε ατύχημα το δεξί του πόδι και πέρασε περίπου έξι μήνες σε νοσοκομείο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, παρά τις δυσκολίες στην κίνησή του με τα δεκανίκια, δεν έχασε την ενεργητικότητα, τη χαρά, την ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ.

Δύο χρόνια πριν από το θάνατό του, υπαγόρευσε ένα ποίημα στο οποίο είναι εμφανής η αγάπη του για τη ζωή και η πνευματική του δύναμη: 
Η ακοή εξασθενεί, η όραση  εξασθενεί, 
βαδίζω με δυσκολία στις πατερίτσες, 
αλλά βρίσκω  παρηγοριά
στην  τέχνη, στα βιβλία στους  φίλους.

Ο Σεργκέι πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου 1947, σε ηλικία 84 ετών, από εγκεφαλικό επεισόδιο στο διαμέρισμά του της Μόσχας, στην περιοχή Arbat.




Sergey Lvovich Tolstoy (10 Ιουλίου 1863, Yasnaya Polyana - 23 Δεκεμβρίου 1947, Μόσχα)



Ο Sergei με την δεύτερη σύζυγό του, Μαρία Nikolaevna Zubova

 ___________________

Η μάλλινη κουβέρτα στο κρεβάτι δεξιά είναι πλεγμένη από την ίδια την Sofia Andreevna .
Το χαλί, από πραγματικό δέρμα τίγρης, ήταν δώρο στον Τολστόι από έναν έμπορο από την πόλη του Orenburg.





Το υπνοδωμάτιο

Το δωμάτιο αυτό έγινε κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού το 1888, μετά τη γέννηση του τελευταίου παιδιού, του Ivan.


Στο αριστερό μέρος του δωματίου, μπροστά από το παραβάν, σ’ ένα μικρό σαλόνι, η Sofia Andreevna δεχόταν τους πιο κοντινούς φίλους. 

Πάνω από τον καναπέ - ένα πορτρέτο της Sofia Andreevna με την μικρότερη κόρη της Alexandra (Sasha) στην αγκαλιά της, ζωγραφισμένο από τον Grigori Zakharov. Πρόκειται για αντίγραφο του πορτρέτου που φιλοτέχνησε το 1886 ο Nikolai Ge (το πρωτότυπο βρίσκεται κρεμασμένο στην Yasnaya Polyana)


Το βράδυ, όταν το σπίτι ήταν ήσυχο, η κοντέσα καθόταν σ’ ένα μικρό γραφείο από μαόνι, φερμένο από την Yasnaya Polyana, και μερικές φορές, έως και τις 3-4 η ώρα το πρωί, καθαρόγραφε τα χειρόγραφα του Λέοντα Τολστόι. 


Στο τραπέζι αυτό (βρίσκεται σήμερα στη δεξιά γωνία του δωματίου, κοντά στην πόρτα που οδηγεί στην βεράντα),η Sophia Andreevna αντέγραψε το «Πόλεμος και Ειρήνη», την «Άννα Καρένινα» (στην Yasnaya Polyana), και στη Μόσχα κεφάλαια από την «Ανάσταση» και άλλα έργα.

Αυτή η δουλειά της έφερνε χαρά. Έγραφε στο ημερολόγιό της στη δεκαετία του 1890:

«Διο
ρθώνω και διορθώνω, ακολουθώντας αυστηρά την αφήγηση. Συχνά, τα μάτια μου γεμίζουν με δάκρυα από τη χαρά που παίρνω...»


Η Σοφία ενώ δακτυλογραφεί σε μια γραφομηχανή «Relington», 10 Δεκεμβρίου 1903, Yasnaya Polyana (φωτογραφία P. P. Sergeenko).



Η Σοφία στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού της Μόσχας 1898.
______________

Από τη δεκαετία του 1880, η οικογένεια αντιμετώπιζε μια διαρκή διαμάχη.

«Εγώ αποκήρυξα τη ζωή του κοινωνικού μας κύκλου, συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι ζωή, αλλά μάλλον μίμηση ζωής», έγραφε ο Τολστόι στην «Εξομολόγηση». 

Ο Τολστόι, άνθρωπος με βαθιά χριστιανική συνείδηση αποκηρύσσει τα πρώτα του έργα και τον κόσμο που παρουσίαζαν. Αφιερώνεται στο ιδανικό του Χριστιανικού Ουμανισμού και προσπαθεί να συμβιβάσει τον υλικό του πλούτο με τις ευαγγελικές αρχές της μοιρασιάς στους φτωχούς. 

Με τρόμο η γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του, τον βλέπει να θέλει να απαρνηθεί τον τίτλο ευγενείας του, την ιδιοκτησία του, ακόμα και την οικογένειά του και να ασπάζεται την πενία, τη χορτοφαγία και την ολοκληρωτική αποχή από το σεξ.



Ο Λέων και η Σοφία στην 34η επέτειο του γάμου τους στον κήπο του σπιτιού της Μόσχας (1896)


Το 1883, ο Τολστόι έδωσε στη σύζυγό του πληρεξούσιο για όλες τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Το 1892 (σύμφωνα με τον Gusev, στις 7 Ιουλίου), παραιτήθηκε εντελώς απ’ όλη του την περιουσία, μοιράζοντάς την μεταξύ της συζύγου και των παιδιών του.

Η ιερή επιθυμία του Τολστόι ήταν να κληροδοτήσει τα έργα του στο ρωσικό λαό. Η Σοφία, με τη σειρά της, θεωρούσε τα χειρόγραφά του οικογενειακή κληρονομιά. Τελικά βρήκαν έναν συμβιβασμό. Το 1891 (στις 19 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με τον Gusev), ο Τολστόι παραιτήθηκε από την κυριότητα όλων των λογοτεχνικών του έργων που γράφτηκαν πριν το 1880, δηλαδή τα έργα που είχε εκδώσει πριν από τη "δεύτερη πνευματική του γέννηση". 

Η Σοφία μπορούσε να δημοσιεύσει οτιδήποτε γράφτηκε πριν από αυτό. Έτσι εξασφαλίστηκε μια σταθερή πηγή εισοδήματος για την οικογένεια, γεγονός που καθησύχασε το φόβο της χρεοκοπίας και της φτώχειας, μόνιμη έγνοια της Σοφίας, μετά την ευτυχία των δεκαπέντε πρώτων χρόνων της ζωής της με τον Τολστόι. 


Η Σοφία έγραφε και η ίδια ιστορίες, περνούσε το χρόνο της με μεταφράσεις και είχε πάθος με τη ζωγραφική, τη μουσική και τη φωτογραφία. Της άρεσε ακόμα να ράβει για τον Τολστόι και τα παιδιά, να πλέκει και να κεντάει. 

Καθισμένη κοντά στο παράθυρο, όπου βρίσκεται ένα τραπεζάκι ραπτικής - δώρο από την Tatjana Aleksandrovna Ergolskaya – η Sophia έραβε ή κεντούσε, παρακολουθώντας τα παιδιά να παίζουν στον κήπο. Το υποπόδιο από μαύρο σατέν είναι κεντημένο από την ίδια.




Στο δεξιό μέρος του δωματίου, πίσω από το παραβάν, βρίσκονται δύο κρεβάτια από ξύλο καρυδιάς. Η ίδια η Sofya Andreevna έπλεξε και κέντησε μια κουβέρτα για το κρεβάτι του Lev Nikolaevich (το κοντινό στην φωτογραφία) κι ένα μεταξωτό πάπλωμα για το δικό της κρεβάτι. 



Το μεταξωτό μπουρνούζι της Sofya Andreevna, φτιαγμένο από φυσικό μετάξι με κάθετες ρίγες κρέμεται δίπλα στο κρεβάτι.


Τα χρόνια που έζησαν στο Khamovniki, οι δυο σύζυγοι είχαν ήδη πολύ διαφορετικές απόψεις για τη ζωή, αλλά η αγάπη τους παρέμεινε ισχυρή. ΟΤολστόι έγραφε στο ημερολόγιό του το 1895: 

«Εγώ είμαι ο μόνος που έχει για να στηρίζεται, και βαθιά στην καρδιά της, φοβάται ότι δεν την αγαπώ ... ότι ο λόγος γι' αυτό είναι η διαφορά στο όράματά μας για τον κόσμο ... Μην σκέφτεσαι έτσι. Σ 'αγαπώ περισσότερο, καταλαβαίνω και ξέρω ότι δεν θα μπορούσες να έρθεις σε μένα και επομένως έμεινες μόνη. Αλλά δεν είσαι μόνη. Είμαι μαζί σου, μαζί σου όπως είσαι, σ’ αγαπώ μέχρι το τέλος, όπως δεν επιτρέπεται να αγαπάει κανείς...»

Στη βιβλιοθήκη στη γωνία, κοντά στο παράθυρο, είναι μια φωτογραφία της S.A Tolstaya με τα μικρότερα παιδιά το 1892. Από αριστερά προς τα δεξιά είναι ο Αντρέι, ο Μιχαήλ, η Αλεξάνδρα και η Σοφία που κρατάει τον μικρότερο γιο της, Vanjechka, στην αγκαλιά της.


Το Παιδικό δωμάτιο

Δίπλα στο υπνοδωμάτιο είναι το παιδικό δωμάτιο. Οι πόρτες σε αυτό ήταν πάντα ανοιχτές κατά τη διάρκεια της ημέρας. Από τα άγκιστρα, τα οποία σώζονται μέχρι τώρα στην πόρτα, κρεμούσαν μια παιδική κούνια.

Στο παιδικό δωμάτιο, δίπλα σ’ αυτό των γονιών, έμειναν τα μικρότερα παιδιά, Alexei, Alexandra και Ivan. Ο Alexei έζησε μόνο τέσσερα χρόνια (πέθανε το 1886). Η Alexandra, μόλις μεγάλωσε, μετακόμισε στο επόμενο δωμάτιο, το δωμάτιο μελέτης.



Σ’ αυτό το φωτεινό δωμάτιο, με το φαρδύ ιταλικό παράθυρο που βλέπει στον κήπο, διατηρείται ζωντανή η μνήμη του 13ου και τελευταίου παιδιού των Τολστόι, του Ivan. 


“Είναι θέλημα Θεού που αρρώστησα...”

Ο Vanjechka, όπως τον ονόμαζαν χαϊδευτικά, γεννήθηκε το 1888 και ήταν ένα πλάσμα ευαίσθητο, ευγενικό, ταλαντούχο και ώριμο για την ηλικία του. Αγαπούσε τους γονείς και τα αδέλφια του και έμοιαζε πολύ με τον πατέρα του. 

Κάποτε, όταν βούρτσιζε τις μπούκλες του, μπροστά στον καθρέφτη, γύρισε στη Sofia Andreevna και είπε: 

«Μαμά, νιώθω πως είμαι ίδιος με τον μπαμπά μου». 

Ο Λέων Τολστόι αγαπούσε το γιο του και του αφιέρωνε χρόνο και προσοχή. Έξι χρονών, ο Vanja μιλούσε αγγλικά και καταλάβαινε τόσο τα γαλλικά όσο και τα γερμανικά.




Η οικογένεια πίστευε ότι ο Vanjechka θα γίνει συγγραφέας. Ο Τολστόι ονειρευόταν ότι θα συνέχιζε «το έργο του Θεού» στη γη μετά από αυτόν, αλλά η ζωή αυτού του ταλαντούχου παιδιού τελείωσε νωρίς. Ένα μήνα πριν από τα έβδομα γενέθλιά του, το 1895, ο Vanjechka, μετά από μια ασθένεια δύο ημερών, πέθανε από από οστρακιά. 

Η Σοφία έγραφε στα ημερολόγιά της:

«Ήξερα, αισθανόμουν, ότι ο Vanjechka ήταν ένας από τους αγγέλους, τους σταλμένους στη γη από το Θεό, για να μας θυμίζουν την αγάπη. Ο Vanjechka ολοκλήρωσε την αποστολή του και άφησε αυτόν τον κόσμο για την αιωνιότητα, έχοντας βιώσει μόνο την αγάπη που έδωσε απλόχερα στους ανθρώπους και κείνη που πήρε απ’αυτούς»


«Ήταν επτά χρονών και ο θάνατός του ήταν μια μεγάλη θλίψη στη ζωή μου. Με όλη μου την καρδιά, προσκολλήθηκα στον Λέοντα Νικολάεβιτς, ψάχνοντας παρηγοριά, το νόημα της ζωής»

Προσπαθώντας να καταλάβει το θάνατο του γιου του, ο Τολστόι έγραψε: 

«Η φύση προσπαθεί να δώσει το καλύτερο και, βλέποντας ότι ο κόσμος δεν είναι ακόμα έτοιμος, το παίρνει πίσω ...».



Το ζευγάρι το 1895 στη Μόσχα. (Φωτογραφία του PI Biryukov) 
 Η φωτογραφία τραβήχτηκε τη χρονιά που πέθανε ο Vanechka.
__________________

Ο θάνατος του επτάχρονου Βάνια υπήρξε ανεπούλωτο τραύμα για τη Σοφία. Γράφει σχετικά η Τατιάνα:

"Η δυστυχία που συγκλόνισε την ύπαρξή της ήταν ο θάνατος του επτάχρονου γιου της Βάνια, που ήταν το στερνοπαίδι της. Η μητέρα μου δεν ξεπέρασε ποτέ αυτό το πλήγμα.

Οι γονείς μου, και κυρίως εκείνη, στη δύση της ζωής τους είχαν επικεντρώσει σε αυτό το παιδί όλη την αγάπη που ήταν ικανοί να προσφέρουν. Ο Βάνιας, εμφανώς προικισμένος με μια ιδιαίτερα αξιαγάπητη φύση, ήταν αντάξιος αυτής της αγάπης και έδειχνε ήδη μια εξαιρετικά πρόωρη πνευματική ανάπτυξη. Οι επιστολές του πατέρα μου, την περίοδο που είχε φύγει, τον αναφέρουν συχνά και πάντοτε με τρυφερότητα: 

«Αγαπώ πολύ τον Βάνιτσκα...» «Έχει ευγενικό χαρακτήρα, πολύ ευγενικό». Αλλού: «Μάλιστα, περισσότερο από ευγενικός χαρακτήρας, είναι καλός»

Και θα του γράψει: «Βάνιτσκα, στείλε μου κανένα γράμμα. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ. Ο μπαμπάς».

Και να που το παιδί πεθαίνει από οστρακιά μέσα σε τρεις μέρες. Τον Μάρτιο του 1895, λίγο καιρό μετά το βαρύ πένθος, η μητέρα μου γράφει στην αδελφή της:

«Τάνια, συνέχισα να ζω και μετά το θάνατο του Βάνιτσκα. Το πρωί, το ξύπνημα μετά τον σύντομο και δυσάρεστο ύπνο είναι απαίσιο. Βγάζω μια κραυγή πόνου, αρχίζω να τον φωνάζω, θέλω να τον πιάσω, ν’ ακούσω τη φωνή του, να τον φιλήσω, και αυτή η αδυναμία μπροστά στο κενό είναι η κόλαση... Μια νεκρική σιγή επικρατεί στο σπίτι.

Η Αλεξάνδρα, παγωμένη από τον πόνο, δεν κουνιέται από τη θέση της. Κλαίει και με κοιτάζει, με τα μεγάλα λυπημένα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Οι μεγαλύτερες κόρες μου ανακάλυψαν όλην εκείνη τη μητρική αγάπη που κρυβόταν μέσα τους. Αλλά κι ο μικρός Βάνιας είχε μέσα του τεράστια αποθέματα αγάπης. Ήταν τρυφερός με όλο τον κόσμο.

Ο καθένας έπαιρνε μερίδιο από τα χάδια του και όλοι έχασαν από κάτι. Ο Λέων, γερασμένος, περπατάει τσακισμένος, σκυθρωπός, τα μάτια του θολά. Είναι φανερό πως έσβησε και για εκείνον η τελευταία αχτίδα που φώτιζε τα γεράματά του. Τρεις μέρες μετά το θάνατο, τον βρήκα καθισμένο να κλαίει με αναφιλητά. Μου είπε: “Για πρώτη φορά στη ζωή μου αισθάνομαι ότι βρίσκομαι μπροστά στο ανεπανόρθωτο”. Ήταν λυπηρό και τρομακτικό να τον βλέπω έτσι. Ο ίδιος είχε λυγίσει. Ήρθαν τα αγόρια. Ο Ιλιά την ίδια μέρα. Η εγκαρδιότητά του, τα δάκρυά του και η καλοσύνη του μου ζέσταναν σιγά σιγά την καρδιά. Ο Σεργκέι έφτασε τη μέρα της κηδείας... Μόνον ο καημένος ο Λέων -πάλι καλά- ήταν απών εκείνο τον καιρό. Βρισκόταν στο σανατόριο του Δρα Ογκράνοβιτς, τρεις ώρες με το τρένο. Ο Θεός τότε τον κράτησε μακριά, για να αποφύγει αυτό τον πόνο. Ο Λέων λέει ότι, συχνά, όταν έβλεπε τον Βάνια να ανεβάζει και πάλι πυρετό, έχανε την πνοή της ευτυχίας...

«Τρίτη βράδυ, 21 Φεβρουάριου, η Μάσα τούς διάβαζε την Κόρη του κατάδικου. Είναι μια ιστορία που η Βέρα Τολστόι πήρε από τις Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς. Όταν ο Βάνιτσκα ήρθε να μου πει καληνύχτα, του έκανα λόγο για αυτό που διαβάζανε. Με κοίταξε θλιμμένα και μου είπε: “Μη μου μιλάς γι’ αυτό, μαμά, είναι φοβερά λυπηρό. Η Εστέλλα δεν παντρεύτηκε τον Πιπ”. Ήθελα να του αποσπάσω την προσοχή. Παρατήρησα όμως ότι δεν αισθανόταν καλά. Τον έβαλα να καθίσει. Εκείνος χασμουριόταν. Με δάκρυα στα μάτια, μου είπε: “Ωχ! Μαμά! Μαμά, ξανανεβαίνει!” Μιλούσε για τον πυρετό: σαράντα πυρετό, πόνοι και κολικοί. Στις τρεις το πρωί, ήρθε κοντά μου, με κοίταξε και μου είπε: “Μανούλα μου, συγγνώμη που σε ξύπνησα”. “Έχω ήδη κοιμηθεί, μικρέ μου, ξαγρυπνάμε ο καθένας με τη σειρά του”. “Α! Και ποιος έχει σειρά τώρα; Η Τάνια;” “Όχι, η Μάσα”. “Ε, καλά, φώναξέ την και πήγαινε να κοιμηθείς”. Και άρχισε να με φιλάει και να κρατιέται με τόση δύναμη στην αγκαλιά μου, με τόση τρυφερότητα, κολλούσε τα στεγνά του χείλια και στηριζόταν πάνω μου. Τον ρώτησα: “Πού πονάς;”. “Δεν πονάω πουθενά”. “Και τότε τι έχεις; Φοβάσαι;” “Ναι, φοβάμαι”. Έπειτα δεν επανήλθε. Τον έκαιγε ο πυρετός όλη την Τετάρτη, έφτασε μέχρι σαράντα δύο. Μερικές φορές αναστέναξε. Το εξάνθημα δεν είχε εκδηλωθεί. Τον κουκουλώσαμε μ’ ένα βρεγμένο σεντόνι με κρύο νερό και μουστάρδα. Έπειτα έκανε ένα ζεστό μπάνιο. Δεν έγινε τίποτα. Η ανάσα του γινόταν όλο και πιο κοφτή. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν παγωμένα. Έκλεισε τα μάτια και αποκοιμήθηκε. Ήταν 23 Φεβρουάριου, έντεκα η ώρα το βράδυ. Κοντά του ήταν η Μάσα -η αδελφή του Λέοντα, η Μάσενκα-, που δεν σταμάτησε να προσεύχεται και να τον ευλογεί, η νταντά και κανείς άλλος. Η Τάνια δεν άντεχε να μείνει εκεί. Εγώ και ο Λέων, σ’ ένα άλλο δωμάτιο, παραμέναμε σιωπηλοί από την απόγνωση.

»Μας έστειλαν τόσα πολλά στεφάνια, λουλούδια και ανθοδέσμες που το δωμάτιο έμοιαζε με κήπο. Κανείς δεν σκεφτόταν τον κίνδυνο της μετάδοσης της αρρώστιας. Αισθανόμασταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον και μας συνέδεε η αγάπη για το παιδί που χάθηκε. Δεν μπορούσαμε να μην είμαστε μαζί. Η Μάσενκα, η κουνιάδα μου, μοιράστηκε μαζί μας τα πάντα με τόση καλοσύνη και αφοσίωση. Την τρίτη μέρα, στις 25 του μήνα, προσευχηθήκαμε, καρφώσαμε το φέρετρο και, το μεσημέρι, ο πατέρας μαζί με τους γιους του και τον Πάσα Μπιριουκόφ σήκωσαν το φέρετρο και το τοποθέτησαν στο τετραθέσιο έλκηθρο. Το φέρετρο και το έλκηθρο χάνονταν κάτω από τα στεφάνια και τα λουλούδια. Ο Λέων κι εγώ καθίσαμε ο ένας απέναντι στον άλλο και το έλκηθρο ξεκίνησε μαλακά. Πολύς κόσμος στο κοιμητήριο. Δεν είχε αέρα και δεν έκανε κρύο. Η διαδρομή που κάναμε θύμιζε στον Λέοντα τις πρώτες μέρες του έρωτά του για μένα, όταν πήγαινε στο Ποκρόφσκογε. Ήταν συγκινημένος, έκλαιγε και έβρισκε για μένα τρυφερές κουβέντες... Εκείνος και οι γιοι μας κουβάλησαν το φέρετρο. Όλος ο κόσμος θρηνούσε βλέποντας αυτό τον ηλικιωμένο πατέρα συντετριμμένο από τον πόνο. Αλήθεια, Τάνια, είναι φυσικό να βλέπουμε εμείς, με τα γκρίζα μας μαλλιά, να σβήνει μαζί με αυτό το παιδί ό,τι λαμπρό μας επιφύλασσε το μέλλον;
»Πώς τον κατέβασαν στον τάφο και του έριξαν το χώμα... ούτε που θυμάμαι. Ξαφνικά, ένιωσα να χάνομαι. Έβλεπα θολά τον Λέοντα, με έσφιγγε πάνω του. Ο ένας προσπαθούσε να μου κρύψει τον τάφο, ο άλλος με κρατούσε. Ήταν ο Ιλιά, το έμαθα μετά. Έκλαιγε με αναφιλητά. Όσο για μένα, δεν έχυσα ούτε δάκρυ...

«Είχαν έρθει πάρα πολλά παιδάκια, κι η νταντά του Βάνια τούς μοίραζε ψωμάκια και γλυκά, είχε κουβαλήσει κάμποσα μ’ ένα έλκηθρο... Ο Λέων μου έλεγε κλαίγοντας: “Και εγώ που ονειρευόμουν ότι ο Βάνιτσκα θα συνεχίσει μια μέρα το έργο που ξεκίνησα...” Το να βλέπω τον πόνο του ήταν για μένα πιο οδυνηρό από τον δικό μου πόνο...

»Ο Βάνιτσκα και εγώ ήμασταν πολύ δεμένοι το βράδυ δεν με άφηνε να φύγω. Λέγαμε μαζί την προσευχή, έκανε πάνω σε μένα το σημείο του σταυρού και έπειτα μου έλεγε: “Αγκάλιασέ με πολύ σφιχτά, βάλε το κεφάλι σου κοντά στο δικό μου, έτσι ώστε όταν αποκοιμηθώ να αισθάνομαι πάνω μου την ανάσα σου”. Όταν αρρώστησε, είπε: “Είναι θέλημα Θεού που αρρώστησα...”

»Ήταν ένας παιδικός και αξιαγάπητος κόσμος, κάποιες φορές με μια ευθυμία κάπως τρελοΰτσικη, που χάθηκε μαζί του. Δεν υπάρχει πια το παιδί που προσπαθεί να περπατήσει, ούτε τα γέλια οΰτε τα παιχνίδια ούτε το φωτεινό χριστουγεννιάτικο δέντρο οΰτε τα πολύχρωμα αβγά το Πάσχα οΰτε οι ομάδες του πατινάζ, οΰτε και η φορτισμένη περίοδος της Κοινωνίας (ζητοΰσε πάντα να του επιτρέψουμε να κοινωνήσει), οΰτε όλα όσα, από την παιδική μου ηλικία, μπορώ να πω ότι γέμιζαν τη ζωή μου».


Η απόγνωση της μητέρας μου ήταν τόσο έντονη που σχεδόν έχασε τα λογικά της. Στην αρχή πέρασε μια περίοδο έντονης θρησκευτικότητας, κατά την οποία περνούσε πολλές ώρες σε προσευχές και στην εκκλησία. Ο πατέρας μου, από την πλευρά του, έδειχνε ιδιαίτερη τρυφερότητα και, καθώς εκείνη δεν άντεχε να μείνει ούτε λεπτό μόνη της, πότε αυτός, πότε η αδελφή μου η Μάσα και πότε εγώ μέναμε μέρα και νύχτα κοντά της. Ο πατέρας μου πήγαινε να την πάρει από την εκκλησία, την περίμενε στο πρόθυρο του ναού και την έφερνε σπίτι. Για εκείνον, που από καιρό είχε εγκαταλείψει την Εκκλησία, η πνευματική κατάσταση της γυναίκας του του ήταν ξένη. Για να την κάνει να ξεχάσει τον προσωπικό της πόνο, ήθελε να της ξυπνήσει την ανησυχία για τα βάσανα του πλησίον. Την πήγαινε στις φυλακές και την έβαζε να αγοράζει βιβλία για τους φυλακισμένους. Δεν την ενδιέφερε τίποτα. Ούτε καν τα παιδιά της, ούτε η Γιάσναγια Πολιάνα. Γράφει στην αδελφή της:

«Μπορούμε να αντέξουμε τέτοια βάσανα; Όλα, όλα με εγκαταλείπουν. Το τρομακτικότερο όλων είναι ότι, παρ’ όλο που έχω οκτώ παιδιά, αισθάνομαι μόνη με τον πόνο μου και ότι, όσο τρυφεροί και ευγενικοί και αν είναι μαζί μου, δεν μπορώ να αγκιστρωθώ στη ζωή τους...» «Η φύση, ο ήλιος, τα λουλούδια, τα μπάνια στο ποτάμι, οι φροντίδες του νοικοκυριού, ακόμα και τα παιδιά, όλα αυτά δεν υπάρχουν πια για μένα. Τα πάντα είναι νεκρά. Πάνω απ’ όλα, ο φόβος του τάφου».


Τατιάνα Τολστόι, Ο πατέρας μου Λέων Τολστόι, εκδόσεις Ροές


Η Sasha και ο Vanya, μεταξύ φίλων στον κήπο του σπιτιού στο Hamovnichi 1893 Μόσχα. (Sasha Tolstaya - το τρίτο από τα αριστερά, Vanya Tolstoy - στην άκρα δεξιά)
_____________________________

Όλα όσα περιέβαλλαν τον Vanjechka κατά τη δεκαετία του 1890 είναι στη σωστή θέση τους: η ψηλή παιδική καρέκλα, το ξύλινο αλογάκι του, το ξύλινο κλουβί για το σπίνο, τα ράφια των παιχνιδιών.





Στο τραπέζι βρίσκονται βιβλία ασκήσεων, πένες, μια ζωγραφιά του σπιτιού και του κήπου που σχεδίασε ο Vanja, μια επιστολή προς τον φίλο του Serjezha, το μοναδικό του γράμμα προς τον Leo Nikolaevich, στις 9 Ιανουαρίου 1895 και ένα αντίγραφο της ιστορίας που έγραψε με τίτλο: «The Saved Dachshund».

Η Sofia Andreevna θυμάται: «Κάποτε, ξαπλωμένος στον καναπέ στο σαλόνι, μου είπε:"Μαμά ... θέλω να γράψω σαν τον μπαμπά. Θα υπαγορεύσω και θα γράψετε. Κι έφτιαξε μια σύντομη ιστορία, τόσο καλή, που εκδόθηκε στο τότε δημοφιλές παιδικό περιοδικό «Παιχνίδι». 

Στον Vanja άρεσε το κέντημα και χάριζε συχνά τα κεντήματα του ως δώρα. Στο τραπέζι είναι ένα δώρο Χριστουγέννων για τη μητέρα του - μια χαρτοπετσέτα, κεντημένη με χάντρες και νήμα.





Στον τοίχο απέναντι από το παράθυρο υπάρχει ένα παιδικό κρεβάτι με μια κουβέρτα, πλεγμένη από τη Sofia Andreevna. Το άλλο κρεβάτι ανήκε στην νταντά, Anna Stepanovna Sukolenkova, που έζησε με την οικογένεια για 40 χρόνια και μεγάλωσε τα πέντε νεότερα παιδιά.





Πάνω σε μια συρταριέρα βρίσκεται μια λάμπα και μια μικρή κανάτα που πάντα περιείχε βραστό γάλα για τον Vanja.



Η «Τάξη»

Εδώ, εκτός από την Alexandra,την νεότερη κόρη, φιλοξενούνταν οι γκουβερνάντες, που η Sofia Andreevna προσκαλούσε από την Αγγλία και τη Γαλλία, καμιά από τις οποίες δεν έμενε για πολύ καιρό.


Η Σοφία ασχολούνταν συνεχώς με τη μόρφωση των παιδιών, τους δίδασκε η ίδια τη γερμανική γλώσσα και επέλεγε τους δασκάλους τους. Καθισμένη στην κουνιστή πολυθρόνα που βρίσκεται στο δωμάτιο (το κάλυμμα της καρέκλας είναι κεντημένο από την ίδια), με το εργόχειρο στα χέρια της, επέβλεπε τη μελέτη των παιδιών.


Στο κεντρικό τραπέζι, τα παιδιά προετοίμαζαν τα μαθήματά τους και μελετούσαν ξένες γλώσσες. Πάνω στο τραπέζι βρίσκεται το σημειωματάριο μαθηματικών της Alexandra, από το 1896. Όλες οι σελίδες είναι γεμάτες με ερωτήσεις και λύσεις.




Alexandra Lvovna Tolstaya

Η Alexandra αγαπούσε τα άλογα, την ιππασία και έπαιζε μπαλαλάικα. Ήταν πνευματικά κοντά στον πατέρα της. Όταν, μια φθινοπωρινή νύχτα το 1910, ο Τολστόι αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Yasnaja Polyana, η Sasha τον βοήθησε να πακετάρει. Ήταν εκείνη που πέρασε στο πλάι του όλη την τελευταία εβδομάδα στο Astapovo. Στη συνέχεια αφιέρωσε όλη της τη ζωή στον πατέρα της, προωθώντας την πνευματική του κληρονομιά. 


Ο Τολστόι με την κόρη του Alexandra Lvovna, 1908, Yasnaya Polyana. 
(φωτογραφία Chertkova VG).




Ο Τολστόι με την κόρη του Αλεξάνδρα στην Κριμαία (1901)

_________

Το 1929 η Αλεξάνδρα έφυγε από τη Σοβιετική Ένωση, πρώτα για την Ιαπωνία, και μετά για τις ΗΠΑ. Στην Αμερική, οργάνωσε το ίδρυμα του Τολστόι για να βοηθήσει Ρώσους πρόσφυγες και πρόσφερε έτσι στήριξη σε χιλιάδες ανθρώπους. Πέθανε σε ηλικία 95 ετών στην Αμερική.


Η Σοφία με την κόρη της Αλεξάνδρα και την MA Maklakova κοντά στο σπίτι στο Khamovniki 8 Ιανουαρίου 1901


Alexandra Lvovna Tolstaya (18 Ιουλίου 1884 - 26 Σεπτεμβρίου 1979) 

Το δωμάτιο υπηρεσίας


Το δωμάτιο υπηρεσίας επικοινωνούσε με την «Τάξη», το διάδρομο και τη σκάλα που οδηγούσε στην πίσω πόρτα. Η υπηρέτρια έμενε εδώ, συνήθως κρυμμένη πίσω από μια κουρτίνα. 

Εδώ διεκπεραιώνονταν πολλές οικιακές δουλειές - μπάλωμα και σιδέρωμα ρούχων. Στον ελεύθερο χρόνο τους, οι υπηρέτες έπιναν το τσάι τους στο τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο.

Από το δωμάτιο υπηρεσίας μπορεί ν' ανεβεί κανείς στον δεύτερο όροφο ή να βγει στην αυλή του κτήματος. Ο Τολστόι σηκωνόταν νωρίς, όταν όλοι ακόμα κοιμούνταν και ανέβαινε από τις σκάλες αυτές στο γραφείο του. Από τις ίδιες σκάλες κατέβαινε το βράδυ στο υπνοδωμάτιο. Σπάνια χρησιμοποιούσε την κύρια είσοδο του σπιτιού, την οποία απέφευγαν επίσης και πολλοί επισκέπτες, οι οποίοι έρχονταν να τον δουν στο γραφείο του.




Το δωμάτιο των αγοριών



Ήταν το δωμάτιο του Andrei (1877 - 1916) και του Michael (1879-1944) , των μεσαίων γιων των Tolstoy.

Τα δύο αδέλφια μεγάλωσαν, σπούδασαν μαζί και με την ίδια ελαφρότητα αντιμετώπιζαν και οι δύο την εκπαίδευσή τους. Αγαπούσαν τη μουσική, έπαιζαν πιάνο, βιολί, κιθάρα και μπαλαλάικα. 


Michael Lvovich Tolstoy





Michael Lvovich Tolstoy


Η Sofia Andreevna θυμάται: Στις γιορτές ο Μίσα ήταν «πρωταγωνιστής», χόρευε, έπαιζε μπαλαλάικα, φορώντας τη στολή του λυκείου. Ο Μίσα έχει ένα πολύ γλυκό χαρακτήρα, πιο γλυκό απ' όλα τα παιδιά. Είναι ο μόνος από τον οποίο δεν έχω ακούσει ποτέ μια σκληρή λέξη.
Η στολή του Misha κρέμεται στην ντουλάπα δίπλα στην συρταριέρα.

Ο Μίσα θα μπορούσε να ήταν μουσικός, εάν είχε δείξει μεγαλύτερη επιμονή στη μάθηση. Συνέθεσε τραγούδια που άρεσαν πολύ στον Michael Shaljapin και στον Sergei Rachmaninoff, που ήταν φίλοι του για πολλά χρόνια. Ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και πήρε μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παντρεύτηκε νωρίς, από έρωτα μια μορφωμένη και ευαίσθητη γυναίκα, την  Alexander Vladimirovna Glebova και απάκτησε μαζί της 9 παιδιά.




Μ. L. Tolstoy με τη γυναίκα του A. V. Glebova την παραμονή του γάμουστον κήπο του σπιτιού της Μόσχας [Ιανουάριος 1901. Φωτογραφία της SA Tolstoy.]

_______________________

Το 1920 μετανάστευσε. Έζησε τα τελευταία του χρόνια στο Mαρόκο, όπου έγραψε το μοναδικό έργο του "Mitya Tiverin", στο οποίο αφηγείται τις αναμνήσεις από τη ζωή στην Yasnaya Polyana.Πέθανε στο Μαρόκο σε ηλικία 65 ετών.


Andrei Lvovich Tolstoy

Andrei Lvovich Tolstoy (6 Dec 1877 -24 Feb 1916)



Ο Andrei Lvovich ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος από τον Michael. Ήταν απλός, παρορμητικός, παθιασμένος. Όλοι τον αγαπούσαν για τη γενναιοδωρία, την ευθύτητα και την ευγένεια του. Αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα του εκτιμούσε και ο Τολστόι. Ο Αντρέι δεν μοιραζόταν τις ιδέες του πατέρα του, αλλά φοβόταν να το πει. Ήταν μοναρχικός, ορθόδοξος, χωρίς καμία επιθυμία να αλλάξει τη ζωή του. Πίστευε ότι από τη στιγμή που κάποιος γεννιέται ευγενής, έχει κάθε δικαίωμα να απολαμβάνει τα προνόμια που συνεπάγεται η καταγωγή του.

Ο Andrei παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε τρία παιδιά από τους δύο γάμους. Πέθανε μόλις  39 ετών στην Πετρούπολη. Λίγο πριν το θάνατό του, είδε ένα προφητικό όνειρο, στο οποίο παρακολούθησε την κηδεία του. 



Το δωμάτιο είναι λιτά διακοσμημένο. Τα απλά, μεταλλικά κρεβάτια στα οποία κοιμούνταν δεν σώζονται. Στο μεγάλο τραπέζι εργασίας υπάρχει μια φωτογραφία του Αντρέι και του Μιχαήλ αναμεσα στους φίλους τους, μια υδρόγειος σφαίρα και άλλο εκπαιδευτικό υλικό.

Στα αριστερά υπάρχει ένα λαβομάνο πάνω στο τραπέζι και δεξιά μια ντουλάπα και μια συρταριέρα. Πάνω σ' αυτή υπάρχουν σχέδια των Ilja, Andrei και Michael.






Το δωμάτιο της Τατιάνας


Tatiana Tolstaya-Sukhotina


Η μεγαλύτερη κόρη του Τολστόι, Tatjana Lvovna, ήθελε να γίνει ζωγράφος και, μετά τη μετακίνηση της οικογένειας στο Χαμοβνίκι σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας με διάσημους δασκάλους - Repin, Ge, Prjanishkinov, Perov, Pasternak. Όλοι τους διέκριναν το ταλέντο και τις εντυπωσιακές ικανότητές της.

«Ευχάριστη, χαρούμενη, με κυματιστά καστανά μαλλιά, λαμπερά καστανά μάτια ... Η Τάνια ήταν πολύ ελκυστική.» Μ' αυτά τα λόγια την περιγράφει η αδελφή της Sasha και έτσι απεικονίζεται στο πορτρέτο της από τον Nikolai Ge, που κρέμεται στον τοίχο προς τα δεξιά. 



Portrait of Tatyana Tolstaya by Nikolai Ge (1887)





Portrait of Tatjana Lvovna Tolstaya by Ilia Répin (1893)


Η Τατιάνα αγαπούσε και τους δύο γονείς της και ποτέ δεν πήρε το μέρος του ενός ή του άλλου.

Προσπάθησε να ζήσει σύμφωνα με τις διδασκαλίες του πατέρα της, αλλά το κοινωνικό βήμα προς τα κάτω ήταν δύσκολο γι 'αυτήν. Όπως και η μητέρα της, αγαπούσε την ψυχαγωγία , τα φορέματα, τους χορούς αλλά, όπως και ο πατέρας της, πάλευε ενάντια στους πειρασμούς. Στο ημερολόγιό της, έγραφε για τον πατέρα της:

«... μαζί του, νιώθω καθαρά για τι αξίζει να σκεφτόμαστε και να ανησυχούμε, τι είναι σημαντικό στη ζωή και τι δεν είναι.»


Tatiana Tolstaya-Sukhotina (4 Οκτωβρίου 1864, Yasnaya Polyana - 21 Σεπτεμβρίου 1950, Ρώμη)

______________
Το 1891-1892 η Τατιάνα, μαζί με τον πατέρα της, τους αδελφούς της και την αδερφή της Μάσα, συμμετείχαν στη βοήθεια των λιμοκτονούντων χωρικών στην περιοχή Rjazn. Η Sofia Andreevna απηύθυνε στην εφημερίδα έκκληση για κοινοτικό πνεύμα. Χρησιμοποιώντας τις δωρεές, οι Tolstoys άνοιξαν ελεύθερα γεύματα, σώζοντας δεκάδες χιλιάδες ζωές.



Ο Τολστόι, άρρωστος στην Κριμαία με την Τατιάνα



Η Τατιάνα έζησε στο πατρικό της σπίτι ως το 1899, όταν, συνεπαρμένη από μεγάλο έρωτα και προς μεγάλη θλίψη του πατέρα της, παντρεύτηκε τον Mikhail Sukhotin, έναν άνδρα πολύ μεγαλύτερό της, χήρο με έξι παιδιά, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη.

Το 1925 μετανάστευσε με την κόρη της στο Παρίσι και γρήγορα το σπίτι της έγινε κέντρο των ρώσων εμιγκρέδων καλλιτεχνών και διανοουμένων. Πέθανε σε ηλικία 85 ετών στη Ρώμη.


Tatyana Sukhotina with her husband in the Yasnaya Polyana park


Tatiana Tolstaya-Sukhotina (1864 –1950) with her daughter Tatiana (1905 – 1996) in the Yasnaya Polyana Estate(1908)

________________



Leo Tolstoy with his granddaughter Tatiana (1905 – 1996)



Leo Tolstoy with his grand daughter Tanya Sukhotina Photograph c1907

____________________


Στη μέση του δωματίου υπάρχει ένα οκταγωνικό τραπέζι καλυμμένο με ένα κόκκινο τραπεζομάντιλο. Πάνω σ' αυτό υπάρχουν φωτογραφίες και άλμπουμ με τα μέλη της οικογένειας και φίλους.
 



Οι νέοι μαζεύονταν στο δωμάτιο της Tanja για να συζητήσουν για μουσική, θέατρο, λογοτεχνία και για να φλερτάρουν. Οι επισκέπτες υπέγραψαν με κιμωλία στο τραπεζομάντιλο που καλύπτει το τραπέζι στην είσοδο. Στη συνέχεια, η Tanja κεντησε τα «αυτόγραφα» με μετάξι και μαλλί. Υπάρχουν πάνω από 70 υπογραφές στο τραπεζομάντιλο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Tolstoy, Repin, Mjasoedova, Trubetskoi, Goldenveizer και άλλων επισκεπτών και μελών της οικογένειας. 







Στον τοίχο δεξιά, στο κέντρο, είναι μια αυτοπροσωπογραφία της Tanja, ένα πορτρέτο με μολύβι του Ilja Repin και ένα σχέδιο του Leonid Pasternak με τίτλο «Νέα γυναίκα καθισμένη» ( η Nina Arbenina από το έργο του Λέρμοντοφ, «Masquerade»).

Το παστέλ πορτρέτο στην άκρα αριστερά είναι του συνθέτη Taneev στο πιάνο του, ζωγραφισμένο το 1895 από την Tatjana Lvovna. Μερικά από τα έργα της βρίσκονται σε καβαλέτα σε όλο το δωμάτιο: ένα πορτρέτο του Maklakov (οικογενειακός φίλος των Τολστόι), το πορτρέτο μιας γυναίκας στα λευκά. 




Στη γωνία, στα δεξιά του παραθύρου, είναι μια χάλκινη προτομή του Τολστόι από τον γλύπτη, Paol Trubetskoi (1898).Πάνω, ένα έργο της Tatjana Lvovna με τίτλο «Πορτρέτο ενός κοριτσιού με ένα βιβλίο».




Στην αριστερή γωνία του δωματίου, σ'ένα μαύρο καβαλέτο υπάρχει ένα αντίγραφο του πίνακα του Ιβάνοφ με τίτλο «Η εμφάνιση του Χριστού στους ανθρώπους», έργο της Tatjana. Πάνω από το καβαλέτο είναι άλλο ένα από τα έργα της, με τίτλο «Κρανίο»


Το δωμάτιο σερβιρίσματος





Τα πρωινά, η οικονόμος του σπιτιού Doonechka έψηνε εδώ «καφέ από κριθάρι» και ετοίμαζε «χυλό από νιφάδες βρώμης» για τον Τολστόι. Πολλές φορές, ο Τολστόι τα έκανε όλα αυτά μόνος του.



«Για ένα χαρούμενο πρωινό» 
Φωτογραφία της κόρης του Τολστόι, Αλεξάνδρας, 1901, Yasnaya Polyana

__________________________

Οι υπηρέτες μετέφεραν τα φαγητά, έτοιμα από την κουζίνα, τα τοποθετούσαν σε πιατέλες, αν χρειαζόταν, τα ζέσταιναν και τα μετέφεραν από τις πλαϊνές πόρτες στην τραπεζαρία, όπου και σερβίρονταν.

Πάνω από τον άβαφο μπουφέ υπάρχει μια λάμπα κηροζίνης και απέναντι ένα ντουλάπι ενσωματωμένο στον τοίχο.





Το σπίτι διέθετε, όπως είναι φυσικό και πολλούς αποθηκευτικούς χώρους για πιάτα και άλλα σκεύη, τα οποία δεν χρησιμοποιούσαν καθημερινά. Επίσης υπήρχε ειδικό δωμάτιο όπου διατηρούνταν σε ράφια τουρσιά, μαρινάδες και μαρμελάδες.





Περπατώντας ελαφρώς προς τα εμπρός, βρισκόμαστε ξανά στην είσοδο. Στα δεξιά της σκάλας, στην κρεμάστρα, κρέμεται το παλτό του Leo Tolstoy με ένα μεγάλο κολάρο ρακούν. 
Η κύρια σκάλα οδηγεί στον δεύτερο όροφο.



Η μεγάλη σκάλα



Η μεγάλη σκάλα οδηγούσε από την είσοδο στην αίθουσα δεξιώσεων. Ο ίδιος ο Τολστόι χρησιμοποιούσε συνήθως την πίσω είσοδο του σπιτιού. 

Αλλά, για τα μικρότερα παιδιά, αυτές οι σκάλες ήταν ένα από τα αγαπημένα τους παιχνίδια: «έκαναν σκι» κατεβαίνοντας τα σκαλιά πάνω σε μεταλλικούς δίσκους σαν να ήταν έλκηθρα. 



Στο μεσαίο πλατύσκαλο, υποδέχεται τους επισκέπτες ένα βαλσαμωμένο αρκουδάκι. Στο δίσκο που κρατάει στα χέρια του, άφηναν τις επαγγελματικές τους κάρτες. Τις μέρες των δεξιώσεων οι καλεσμένοι ανέβαιναν τη σκάλα, κρατώντας στα χέρια μια λάμπα πετρελαίου. Στο πάνω πλατύσκαλο, μερικές φορές, τους υποδεχόταν ο ίδιος ο Τολστόι.


Το πάνω πλατύσκαλο της κύριας σκάλας ήταν αγαπημένο μέρος για τα παιδιά. Τραγουδούσαν, έπαιζαν κιθάρα ή μοιράζονταν ιστορίες και ειδήσεις. Η Tatyana και οι φίλοι της συνήθως μαζεύονταν εδώ για να ζωγραφίζουν. Η προτομή του Αντίνοου στη γωνία χρησίμευε ως μοντέλο.





Στον τοίχο υπάρχουν δύο σχέδια με νερομπογιά με τα οποία ο Nikolai Sverchkov εικονογράφησε στα 1887 την ιστορία του Τολστόι με τίτλο «Kholstomer»



Η αίθουσα δεξιώσεων


Μια ψηλή λευκή πόρτα οδηγεί στο μεγαλύτερο δωμάτιο με τα τρία παράθυρα που βλέπουν στον κήπο, το δρύινο πάτωμα και την ταπετσαρία «μαρμάρου», αντίγραφο της αυθεντικής. Ανήκει στο καινούριο τμήμα του σπιτιού που φτιάχτηκε με τις οδηγίες του ίδιου του Τολστόι.




Η αίθουσα δεξιώσεων φιλοξενούσε το «μεγάλο τσάι», και ήταν ο χώρος όπου οι επισκέπτες διασκέδαζαν.


Η οικογένεια Tolstoy ήταν διάσημη για τη φιλοξενία της, και το σπίτι τους δεχόταν πολλούς επισκέπτες. Μερικοί έρχονταν αναζητώντας κατανόηση και συμβουλές, ενώ άλλοι, απλώς ήθελαν να δουν τον μεγάλο συγγραφέα. Ο Τολστόι έλεγε: «Αν οι άνθρωποι με χρειάζονται, δεν έχω κανένα δικαίωμα να τους αρνηθώ.» 





Στο κέντρο του δωματίου υπάρχει ένα μεγάλο τραπέζι, με το παρατσούκλι «σαρανταποδαρούσα». Αν υπήρχαν πολλοί καλεσμένοι ταυτόχρονα, το τραπέζι επεκτεινόταν στο μέγεθος ενός μεγάλου πιάνου. Η οικοδέσποινα, Sofia Andreevna, καθόταν συνήθως στην κεφαλή του τραπεζιού. Σερβίριζε το τσάι με την βοήθεια των κοριτσιών. Στο τραπέζι υπάρχει ακόμα ένα σαμοβάρι και ένα γαλλικό σερβίτσιο τσαγιού «Limoge».





«Πάσχα στο Khamovniki», 15 Απριλίου 1898 
Ο Λ. Τολστόι, καθιστός – 4ος από αριστερά, η Σοφία στέκεται όρθια δίπλα του, η Τατιάνα καθιστή - τελευταία αριστερά και ο Σεργκέι καθιστός – τελευταίος δεξιά.

_________________________

Τα Χριστούγεννα και το Πάσχα γιορτάζονταν στην αίθουσα χορού όπως επίσης και οι γιορτές των παιδιών. Μια φωτογραφία των Tolstoys με τους καλεσμένους τους, που γιορτάζουν το Πάσχα του 1898, βρίσκεται στο τζάκι. Προς το τέλος της ζωής του, ο Leo Tolstoy ενδιαφερόταν ελάχιστα για τις θρησκευτικές γιορτές, αλλά η Sofia Andreevna και τα παιδιά παρέμεναν πιστοί στις παραδόσεις.


Μερικές φορές, η αίθουσα χορού μετατρεπόταν σε θέατρο, με τα παιδιά του Τολστόι και τους φίλους τους ως ηθοποιούς. Στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο είναι το πρόγραμμα μιας παράστασης που οργάνωσε η Tatjana. 


Ο Τολστόι έπαιζε σκάκι σ’ όλη του τη ζωή και συχνά πυκνά, στο οβάλ τραπέζι από μαόνι στη γωνία του δωματίου.Προτιμούσε το επιθετικό παιχνίδι και, απορροφημένος σ’ αυτό, έπαιρνε «τοις μετρητοίς» κάθε ήττα του.




Leo Tolstoy and his editor, Vladimir Chertkov


Στη γωνία, βρίσκεται η προτομή του Τολστόι, η παλαιότερη γλυπτή απεικόνιση του συγγραφέα, έργο του Nikolai Ghe (1891).


Στο δωμάτιο αυτό γίνονταν συχνά αναγνώσεις . Ήταν μια οικογενειακή παράδοση. Ο Τολστόι μερικές φορές διάβαζε αποσπάσματα από τα νέα του έργα και άλλοτε διάβαζε έργα άλλων συγγραφέων, ιδιαίτερα του Chekhov. Συχνοί καλεσμένοι της οικογένειας ήταν ο Anton Chekhov, Nikolai Leskov, Alexander Ostrovsky, Ivan Bunin, Maxim Gorky και άλλοι διάσημοι της εποχής εκείνης.


Στο σπίτι των Tolstoy ακουγόταν πάντα μουσική· ο ίδιος ο Τολστόι την θεωρούσε ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη μορφή τέχνης. Ο Chopin, ο Haydn, ο Mozart ήταν οι αγαπημένοι του συνθέτες του, αλλά αγαπούσε εξίσου και τη λαϊκή μουσική. Σε αυτό το δωμάτιο, ο περίφημος βαρύτονος Feodor Shalyapin, νεαρός τότε, (εκείνο τον καιρό έκανε τακτικές εμφανίσεις στο Θέατρο Μπαλσόι στη Μόσχα) τραγούδησε για τον Tolstoy το λαϊκό τραγούδι «The Lovely Night».


Τα πλήκτρα του μεγάλου πιάνου στην αίθουσα δεξιώσεων - της εταιρείας «Becker» - τα έχουν αγγίξει τα χέρια πολλών μεγάλων, ανάμεσα στους οποίους, ο Nikolai Rimsky-Korsakov, ο Sergei Taneev, ο Sergei Rachmaninoff και πολλοί άλλοι μουσικοί εκείνης της εποχής. Ο ίδιος ο Λέων Τολστόι έπαιζε πολύ καλά πιάνο.




Το δέρμα της αρκούδας κάτω από το πιάνο υπενθυμίζει ένα κυνήγι του 1858, το οποίο λίγο έλειψε να στοιχίσει τη ζωή του Τολστόι.

Στην αρχή του γάμου τους (1862 - 1863) και πολλά χρόνια πριν η σχέση του Τολστόι με την Σοφία διαταραχτεί - έγκυος τότε εκείνη στο πρώτο τους παιδί, τον Σεργκέι - της άρεσε, όταν δεν ένιωθε καλά, να ξαπλώνει στα πόδια του συζύγου της πάνω στη γούνα της μαύρης  αρκούδας. Αποκοιμιόταν εκεί γαλήνια περιμένοντας την ώρα που θα αποσυρόταν ο καθένας στο δωμάτιό του. (Τατιάνα Τολστόι, Ο πατέρας μου Λέων Τολστόι, εκδόσεις Ροές)

Αλλά και στην μικρότερη κόρη των Τολστόι, Αλεξάνδρα, το δέρμα της αρκούδας ασκούσε παράξενη γοητεία. Γράφει η ίδια αργότερα: 

«Στη μεγάλη αίθουσα χορού, ο ωραιότερος τόπος ήταν η αρκούδα κάτω από το πιάνο. Θυμάμαι πως μου άρεσε να ξαπλώνω πάνω στο δέρμα της αρκούδας,  να αγκαλιάζω το κεφάλι της και να ακούω όταν κάποιος έπαιζε πιάνο.»


Aleksandra Tolstaya, The Tragedy of Tolstoy




Το μεγάλο σαλόνι


Φωτεινό και εορταστικό το δωμάτιο αυτό – αν και κάποιος θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει επιτηδευμένο – διακοσμημένο σε ανατολίτικο στυλ, με ένα τεράστιο χαλί και ακριβά έπιπλα, ήταν το αγαπημένο δωμάτιο της Σοφίας. Εδώ δεχόταν συνήθως τους καλεσμένους της, μετά το τσάι και συζητούσαν.



Στη διάρκεια της ημέρας, η Σοφία καθόταν στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και έκανε τις συνηθισμένες δουλειές του σπιτιού: έλεγχε τους λογαριασμούς, πλήρωνε τους υπηρέτες, κρατούσε ημερολόγιο.



Μερικές φορές ο Τολστόι διάβαζε αποσπάσματα από τα νέα έργα του στο καθιστικό, παρόλο που έβρισκε «πληκτικό» αυτό το δωμάτιο με την πλούσια διακόσμηση και τις κοσμικές κουβέντες.



Ωστόσο, στην τελευταία του επίσκεψη στο σπίτι της Μόσχας το Σεπτέμβρη του 1909, πέρασε τη νύχτα στον καναπέ του καθιστικού. Στον τοίχο πάνω από τον καναπέ είναι ένα χαλί κεντημένο από τα χέρια της Σοφίας.

Ο ανατολίτικος καναπές ήταν το αγαπημένο μέρος και της μικρότερης κόρης της Αλεξάνδρας, η οποία δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα κανένα από τα σαλόνια του σπιτιού. Γραφει η ίδια: 

«Αυτά τα δύο δωμάτια δεν μου φαίνονταν άνετα. Μόνο ο μεγάλος ανατολίτικος καναπές - στο σαλόνι ήταν ωραίος· ήταν φαρδύς και χαμηλός και σωστά τοποθετημένος για να κάνουμε τούμπες.» 
Aleksandra Tolstaya, The Tragedy of Tolstoy


Στον αριστερό τοίχο υπάρχουν οικογενειακά πορτρέτα της Σοφίας (αριστερά) – έργο του Valentin Serov (το αντίγραφο από τον Grigori Zakharov) - της μεγαλύτερης κόρης Τατιάνας (στο κέντρο) – έργο του Ilya Repin (το αντίγραφο από την Yulia Igumnova) και της νεότερης κόρης Μαρίας (δεξιά) - έργο του Nikolai Ghe (το αντίγραφο από τον Grigori Zakharov).



Στην είσοδο στα δεξιά υπάρχει ένα δερμάτινο πλαίσιο με φωτογραφίες μελών της οικογένειας. Πρόκειται για δώρο των παιδιών στην 30η επέτειο γάμου των γονιών τους, το 1892.

«Οι κατακόμβες»






Ένας στενός διάδρομος, που ονομαζόταν από την οικογένεια «Οι κατακόμβες», οδηγεί στο παλιό τμήμα του σπιτιού, το οποίο δεν έχει υποστεί αλλαγές από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Στον δεξιό τοίχο του διαδρόμου υπάρχουν τρεις ενσωματωμένες ντουλάπες, στις οποίες αποθηκεύονταν ρούχα, κλινοσκεπάσματα και άλλες προμήθειες του σπιτιού. Σε μια από τις ντουλάπες φιλοξενούνται φορέματα και παπούτσια της Σοφίας και των θυγατέρων της.





Το δωμάτιο της Μαρίας


Η απλότητα και η σεμνότητα του δωματίου με την χαμηλή οροφή αντιστοιχούσαν στον τρόπο ζωής της μεσαίας κόρης του Τολστόι. Η φωτογραφία της βρίσκεται στο πάτωμα στον αριστερό τοίχο του δωματίου.


Maria Lvovna Tolstaya

Η Maria Lvovna (Masha το χαϊδευτικό της) δεν είχε σχέση με τη μητέρα της, αλλά από την παιδική της ηλικία υπήρξε πιστή βοηθός, σύντροφος και αγαπημένο παιδί του πατέρα της.

Συμμεριζόταν απόλυτα τις απόψεις του κι εκείνος μπορούσε να της εμπιστευτεί τις πιο κρυφές σκέψεις του.


Συχνά, ο Leo Nikolaevich και η συζητούσαν για το νόημα της ζωής. Αν και ο Τολστόι ήταν συγκρατημένος στην εκδήλωση συναισθημάτων, συχνά έλεγε ότι «την αγαπάει πάρα πολύ» και ότι έχει «μεγάλη τρυφερότητα γι’ αυτήν».


Ο L. Tolstoy με την Maria Lvovna,Yasnaya Polyana, 26-31 Ιουλίου 1906 [ Photo V. Chertkov]


_______________________

«Η αδελφή μου Μάσα ακολούθησε εντελώς τα χνάρια του πατέρα μου. Ήταν 14 ετών. Ο μικρότερος από τα αγόρια, ο Βάνιτσκα, και η Μάσα ήταν τα παιδιά που έμοιαζαν περισσότερο στον πατέρα μου. Εκείνη είχε πάρει τα βαθιά μπλε διερευνητικά και φωτεινά του μάτια. Τη θυμάμαι να είναι πάντα αφοσιωμένη σε κάτι ή σε κάποιον.

Όταν η Μάσα ήταν στη Γιάσναγια, φρόντιζε τους αρρώστους, δίδασκε τα παιδιά και έδινε φαγητό στους φτωχούς. Στη Μόσχα, επισκεπτόταν τακτικά τα νοσοκομεία, όπου εκπαιδευόταν για νοσοκόμα. Η μητέρα μου ανησυχούσε για την υγεία της και για τον αντίκτυπο που είχε στη Μάσα όλη αυτή η δυστυχία που αντίκριζε. Ο πατέρας μου, πάλι, χαιρόταν πολύ που εκείνη ακολουθούσε το δρόμο του, συμμεριζόταν τις απόψεις του και συμμετείχε στο έργο του.»

Τατιάνα Τολστόι, Ο πατέρας μου Λέων Τολστόι, εκδόσεις Ροές


Maria Lvovna Obolenskaya (1871 - 1906)



Maria Lvovna Tolstaya (Nikolay Ghe, 1891)


Η Masha βοηθούσε τον πατέρα της στο έργο του και αναλάμβανε με ενθουσιασμό οποιαδήποτε εργασία, ακόμα και χειρωνακτική. Είχε παρακολουθήσει μαθήματα παραϊατρικής στη Μόσχα και μπορούσε έτσι να προσφέρει ιατρικές υπηρεσίες στους αγρότες της Yasnaja Polyana.


Γνώριζε μερικές ξένες γλώσσες, έκανε μεταφράσεις και δίδασκε τα παιδιά των αγροτών στο σχολείο που είχε ιδρύσει ο πατέρας της. Βοηθούσε επίσης τους αγρότες στις δουλειές τους μαζί με τον Τολστόι και άλλα μέλη της οικογένειας.

Η Masha δεν αγαπούσε την κοινωνική ζωή και προτιμούσε την απομόνωση. Πέθανε νέα, από πνευμονία, σε ηλικία μόνο 35 ετών.


Το δωμάτιό της περιέχει μόνο τα απαραίτητα. Στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο βρίσκεται ένας φάκελος με τα χειρόγραφα του Λέοντα Τολστόι, τα γαλλικά βιβλία που η Maria Lvovna μετέφραζε υπό την καθοδήγησή του. Στο οβάλ τραπέζι υπάρχει μια λευκή πετσέτα με 16 κεντημένα αυτόγραφα των μελών της οικογένειας και των στενών γνωστών.


Το σιδερένιο κρεβάτι της είναι σκεπασμένο με μια μάλλινη κουβέρτα, πλεγμένη από τη Σοφία.



«Τα δωμάτια των δύο αδελφών μου ήταν αρκετά διαφορετικά. Η κρεβατοκάμαρα της Τάνια κάτω και η μικρή αίθουσα υποδοχής της επάνω είχαν οργανωθεί με πολύ γούστο. Άνετα έπιπλα, μικρά ντιβάνια, ασυνήθιστα καλύμματα, φωτογραφίες, άλμπουμ, κι άλλες φωτογραφίες συγγενών και φίλων - όλα με κάποιο τρόπο ήταν διασκορπισμένα χωρίς σύστημα, αλλά με πολύ γούστο. 

Στο δωμάτιο της Μάσα δεν υπήρχε τίποτα περιττό. Απλές, σκληρές καρέκλες και τραπέζι, ένα σκληρό κρεβάτι χωρίς στρώμα - όλα απέπνεαν σοβαρότητα και καθαριότητα. Μου άρεσε να πηγαίνω στο δωμάτιο της Τάνια· έβρισκα πολλές ενδιαφέρουσες εικόνες σε αυτό, και εκτός αυτού, στο μεγάλο ξύλινο μπολ υπήρχε συχνά ποικιλία ξηρών καρπών. Αλλά στο δωμάτιο της Μάσα, ένιωθα σχεδόν τόσο ντροπαλή όσο και στου πατέρα. Όλα εκεί ήταν αυστηρά και βλοσυρά· μερικές φορές ένιωθες τη μυρωδιά ιατρείου.
»
Aleksandra Tolstaya, The Tragedy of Tolstoy


Η Σοφία με τις τρεις κόρες της Από αριστερά: Αλεξάνδρα, Τατιάνα, Σοφία Αντρέγιεβνα, Μαρία

Το δωμάτιο ραπτικής



Η οικονόμος Avdotya Popova (Dunyasha) ήταν στην υπηρεσία της οικογένειας Τολστόι πάνω από 30 χρόνια και η Sofia Adreevna την εμπιστευόταν απόλυτα. Ήταν υπεύθυνη για την τραπεζαρία, τα κλινοσκεπάσματα και τις προμήθειες τροφίμων.



Μαζί της στο ίδιο δωμάτιο έμενε και μια μοδίστρα. Συνολικά, περίπου δέκα άνθρωποι αποτελούσαν το προσωπικό της οικογένειας. Καθάριζαν το σπίτι και το κτήμα, μαγείρευαν, φρόντιζαν τα παιδιά και βοηθούσαν στο νοικοκυριό. Το δωμάτιο ραπτικής ήταν διακοσμημένο από την ίδια την Sofia Adreevna.



Το Μικρό σαλόνι

Πριν από τη γέννηση του Vanja (1888), εδώ ήταν η κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού. Το Δεκέμβρη του 1884, σ' αυτό το δωμάτιο εξελίχθηκε μια από τις πολλές θλιβερές σκηνές ανάμεσα στο ζευγάρι, την οποία περιγράφει με λεπτομέρειες η Τατιάνα, η οποία τότε ήταν 20 χρονών:

«Θυμάμαι εκείνη τη φρικτή νύχτα του χειμώνα. Τότε ήμασταν εννέα παιδιά. Μας έχω ακόμα μπροστά στα μάτια μου. Εμείς, τα μεγαλύτερα σε ηλικία, καθισμένα στις καρέκλες του προθαλάμου, στο ισόγειο, σε αναμονή. Ανεβαίναμε κατά καιρούς μέχρι το πλατύσκαλο που οδηγούσε στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου, εκεί όπου μιλούσαν οι γονείς μας, και στήναμε αφτί για να ακούσουμε τις φωνές τους. Μιλούσαν έντονα και ο τόνος της φωνής τους αποκάλυπτε μια έντονη συγκίνηση. Οι γονείς μας έκαναν προφανώς μία πολύ σοβαρή και καθοριστική συζήτηση. Κανείς από τους δύο δεν έκανε πίσω. Και οι δύο υπερασπίζονταν κάτι πολύ πιο σημαντικό για εκείνους από τη ζωή τους: εκείνη, την υλική αποκατάσταση των παιδιών της και, κατά τη γνώμη της, την ευτυχία τους, ενώ εκείνος υπερασπιζόταν την ψυχή του.

Αγαπούσε τα παιδιά της «με τέτοιο πάθος, σε βαθμό αρρώστιας», αλλά εκείνος, πάνω απ’ όλα, αγαπούσε την αλήθεια. Δεν ακούγαμε όλα όσα έλεγαν, αλλά ακούγαμε αρκετά ώστε να καταλάβουμε τι συνέβαινε μεταξύ τους. Δεν μπορώ, δήλωνε εκείνος, να συνεχίσω να ζω μέσα στην πολυτέλεια και τη νωθρότητα. Δεν μπορώ να συμμετάσχω στη μόρφωση των παιδιών σε συνθήκες που θεωρώ επιζήμιες για εκείνα. Δεν μπορώ να είμαι πια ιδιοκτήτης ενός σπιτιού και κτημάτων. Κάθε βήμα που κάνω στη ζωή είναι ένα αφόρητο βάσανο για μένα. Και κατέληξε: Ή θα φύγω, ή πρέπει να αλλάξουμε ζωή, να μοιράσουμε την περιουσία μας και να ζήσουμε από το μόχθο των χεριών μας, όπως οι χωρικοί.

Εκείνη όμως απαντούσε: Αν φύγεις, θα σκοτωθώ, γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Όσο για το να αλλάξουμε τρόπο ζωής, είμαι ανίκανη να το κάνω, δεν ξέρω τον τρόπο· και δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να καταστρέφουμε μια ζωή καθ’ όλα ευτυχισμένη, για να υπακούσουμε στις όποιες χίμαιρές σου. Και ο καβγάς ήταν ένας φαύλος κύκλος, καθώς επανερχόταν στο ίδιο αδιάβατο και δυσεπίλυτο σημείο.




Καταλαβαίναμε αυτό που έλεγε ο πατέρας μου; Εγώ τουλάχιστον όχι. Πίστευα ακράδαντα ότι δεν μπορούσε να κάνει λάθος. Όσον αφορά όμως εκείνη την Αλήθεια που είχε ανακαλύψει, δεν γνώριζα και πολύ περί τίνος επρόκειτο. Μου φαινόταν τόσο απρόσιτη στα είκοσι μου χρόνια, ήταν τόσο πιο πάνω από τις περιορισμένες πνευματικές δυνατότητες ενός νεαρού κοριτσιού, που δεν είχα ούτε καν την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα την κατανοήσω. 

Επιπλέον, δεν καταλάβαινα τη στάση της μητέρας μου. Σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να υποταχθεί στις επιθυμίες του πατέρα μου, όποιες και αν ήταν αυτές. Δεν ήταν ευκολότερο να αποδεχτεί τις απαιτήσεις ενός συζύγου που μας αγαπούσε και τον αγαπούσαμε, αντί να υπομένει τα βασανιστήρια της ηθικής της; Τα σκεφτόμουν όλα αυτά και δεν καταλάβαινα την απόφασή της.

Εμείς, τα παιδιά, δεν ερωτηθήκαμε. Καθισμένοι στον προθάλαμο, περιμέναμε στο πλατύσκαλο ότι οι γονείς μας τελικά θα τα έβρισκαν. Και ξαφνικά περνάει ένας υπηρέτης κουβαλώντας ένα μπαούλο και το αφήνει στο υπνοδωμάτιο της μητέρας μας: τότε καταλάβαμε.

Ευτυχώς, είχαμε μαζί μας τότε έναν πολύ καλό φίλο, τον Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Στάχοβιτς. Τον φιλοξενούσαμε στο σπίτι μας. Εκείνη τη μέρα έπρεπε να φύγει για την Αγία Πετρούπολη και τον είχαμε παρακαλέσει να καθυστερήσει την αναχώρησή του, τόσο πολύ τρέμαμε να μείνουμε μόνοι μας. Αν η μαμά αποφάσιζε να φύγει, θα τη συνόδευε εκείνος. Καθόταν μαζί μας στον προθάλαμο. Σαν να τον βλέπω μπροστά μου, καθισμένο πάνω στη βαλίτσα του, να μας βοηθά να περάσουμε εκείνη τη μακριά νύχτα του χειμώνα.

Η νύχτα αγωνίας έλαβε τέλος. Τελείωσε χωρίς ξεκάθαρη απόφαση, χωρίς συμπέρασμα. Έκτοτε, αποφεύγαμε τις ερωτήσεις που πονούσαν. Η μητέρα μου περιόρισε τις φροντίδες της στο να διασφαλίζει την υλική ευημερία του πατέρα μου.

Εκείνος έστεκε θλιμμένος, σιωπηλός, προσηλωμένος στις σκέψεις του, τρυφερός απέναντι της όπως και με εμάς. Είχε δώσει χτυπήματα που είχαν προκαλέσει πόνο. Υπέφερε γι’ αυτό, παρ’ όλο που δεν μπορούσε να το αποφύγει.»

Τατιάνα Τολστόι, Ο πατέρας μου Λέων Τολστόι, εκδόσεις Ροές




Στη συνέχεια, το δωμάτιο το αποκαλούσαν «μικρό σαλόνι». Η Τατιάνα δεχόταν εδώ επισκέψεις , ζωγράφιζε και καμιά φορά κοιμόταν. Στους τοίχους κρέμονται τρία από τα έργα της.







Στην αριστερή γωνία, κοντά στο παράθυρο, υπάρχει μια προτομή του Λαοκόοντα. 

Οι συγγενείς ή οι επισκέπτες που έρχονταν να δουν την οικογένεια έμεναν επίσης στο μικρό σαλόνι. Σ’ αυτήν την περίπτωση  η πόρτα προς το μεγάλο σαλόνι έκλεινε και χρησιμοποιούσαν την πόρτα του διαδρόμου.






Το δωμάτιο του υπηρέτη

O Ilya Vasiljevich Sidorkov,  ο υπηρέτης των Tolstoi είχε πολλά καθήκοντα: σερβίριζε το φαγητό στο τραπέζι, ανακοίνωνε την άφιξη των επισκεπτών, καθάριζε κάποια δωμάτια, γέμιζε τις λάμπες κηροζίνης, συνόδευε τα παιδιά και την Sofia Adreevna σε χορούς. 




Ήταν ένας ειλικρινής και πιστός άνθρωπος που αγαπούσε το διάβασμα. Ο Leo Nikolaevich τον συμπαθούσε ιδιαίτερα, του χάριζε προσωπικά του αντικείμενα, φωτογραφίες με θερμές αφιερώσεις  και συχνά, συζητούσε μαζί του για πολλά θέματα. 

Ο Sidorkov φρόντιζε τον συγγραφέα όταν ήταν άρρωστος. Γενικά, όμως ο Τολστόι απέφευγε τη βοήθεια των υπηρετών, επειδή πίστευε ότι αυτό διαφθείρει ηθικά ένα άτομο.




Στον τοίχο υπάρχει ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο του Sidorkov  από τον Γάλλο καλλιτέχνη Edouard Sinet (1899).



Χώρος εργασίας του Λ. Ν. Τολστόι


Ο Λ. Ν. Τολστόι σηκωνόταν νωρίς, γύρω στις επτά. Από το υπνοδωμάτιο ανέβαινε στο χώρο εργασίας από την πίσω σκάλα. Εδώ πλενόταν και γυμναζόταν.  


Το ποδήλατο που βρίσκεται στο χώρο εργασίας είναι αυτό με το οποίο έμαθε να οδηγεί, για πρώτη φορά στα 67 του. 

Το 1895, η Κοινότητα  ποδηλατών της Μόσχας τίμησε τον συγγραφέα με ένα πραγματικά πλούσιο δώρο - ένα ποδήλατο Rover. Έτσι, στην ηλικία των 67 ετών, έγινε το «πρόσωπο» της ρωσικής αθλητικής μόδας του 19ου αιώνα και έμαθε ο ίδιος και τα παιδιά του να οδηγούν  ποδήλατο.




Ο συγγραφέας προσπάθησε να αποδείξει ότι η δημοφιλής εικόνα του αδύναμου διανοούμενου, που δεν κατάφερνε να σηκώσει κάτι βαρύτερο από ένα βιβλίο, ήταν κάτι παλιό.

Η γυμναστική με τους αλτήρες, που βρίσκονται στο δωμάτιο, ήταν επίσης μέρος της καθημερινής του ρουτίνας. Στη διάρκεια της ζωής του, κατάφερε να διατηρείται σε εξαιρετική φυσική κατάσταση. 


Στη βιτρίνα που βρίσκεται στο χώρο εργασίας υπάρχουν ρούχα, εσώρρουχα, παπούτσια, ένα παλτό, μια ποδιά εργασίας κι ένας σκούφος, πουκάμισα και κάλτσες μανταρισμένες και με κεντημένα τα αρχικά του από την Σοφία Αντρέεβνα.


Το χειμώνα έκοβε καυσόξυλα σε ένα υπόστεγο, τα μετέφερε σε δεμάτια στο σπίτι και άναβε τη σόμπα στο χώρο εργασίας. Στη συνέχεια αντλούσε νερό από το πηγάδι του κήπου για όλες τις δουλειές του σπιτιού και το κουβαλούσε στο σπίτι σε βαρέλι πάνω σε έλκηθρο ή καροτσάκι.


Μετά από τη βόλτα και το δείπνο ο Τολστόι ασχολούνταν με την κατασκευή παπουτσιών, τέχνη την οποία έμαθε στη Μόσχα. Στον πάγκο εργασίας βρίσκονται τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε και μερικά από τα ζευγάρια που κατασκεύασε: μπότες για τον Mikhail Sukhotin (σύζυγο της Tatjana από το 1899) και παπούτσια για τον ποιητή Afanasy Fet.




Συχνά ο Τολστόι έκανε περιπάτους στη Μόσχα και παρακολουθούσε προσεκτικά τις ζωές των ανθρώπων στη μεγάλη πόλη. Αυτό τον βοήθησε να κατανοήσει καλύτερα τη σύγχρονη κοινωνία. Πολλά από αυτά που είδε, αντανακλώνται αργότερα στις σελίδες των έργων του.

Συχνές ήταν και οι βόλτες με άλογα, συνήθεια που ο Τολστόι δεν εγκατέλειψε ούτε στα 82 του χρόνια. 







Leo Tolstoy (1828 - 1910) με τον Delir, το αγαπημένο του άλογο. 
Αρχές 20ου αιώνα. Yasnaya Polyana 
_____________

Το γραφείο


Τόσο στο χώρο εργασίας, όσο και στο γραφείο του Τολστόι, όλα σώζονται ακριβώς όπως ήταν όταν ζούσε.

Στο πρώτο μισό της ημέρας, από τις 9-10 π.μ. ως τις 3-4 μ.μ, ο Τολστόι συνήθιζε να μελετά και να γράφει, απορροφημένος και χωρίς διακοπή. Η Σοφία Αντρέεβνα προσπαθούσε να εξασφαλίσει ότι κανείς δεν θα τον ενοχλούσε και το σπίτι θα ήταν ήσυχο.

«Ήταν τόσο ήρεμα, κανένας θόρυβος της πόλης δεν ακουγόταν, ούτε οι φωνές των παιδιών έφταναν εκεί μέσα», γράφει η κόρη του Τολστόι, Μαρία.


Για το σκοπό αυτό, επέλεξε ένα ευρύχωρο δωμάτιο, με παράθυρα που βλέπουν στον κήπο, χαμηλή οροφή - το χέρι σου, απλωμένο, έφτανε στο ταβάνι, σημειώνει η κόρη του Τολστόι, Μαρία - βαμμένους τοίχους, δάπεδο καλυμμένο με γκρίζα μοκέτα και απλά βαριά έπιπλα από σκούρο δέρμα, που αντικατοπτρίζουν το πάθος του για λιτότητα. 


Ilya Repin- Portrait of Leo Tolstoy



Leo Tolstoy working - picture by Nikoly Ge (1884)





Η μοναδική φωτογραφία του Τολστόι στο γραφείο του σπιτιού της Μόσχας. 
Φωτογραφία P. Preobrazhensky. 1898 Μόσχα.
_______________


Στο ξύλινο γραφείο με τα καγγελάκια – γνωστό από τους πίνακες των Nikolai Ghe και Ilya Repin - γράφτηκε το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ανάσταση», οι νουβέλες «Πατήρ Σέργιος», «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», «Η σονάτα του Κρόυτσερ», και τα θεατρικά έργα «Οι καρποί του πολιτισμού», «Το ζωντανό πτώμα» και «Η δύναμη του σκοταδιού». Εδώ έγραψε και πολλά δοκίμια : «Τι πρέπει να κάνουμε;», «Σχετικά με τη ζωή «, «Ποια είναι η πίστη μου;», «Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σου». Το 1901, μετά τον αφορισμό του από την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Τολστόι γράφει σ’ αυτό το γραφείο το τελευταίο έργο του στη Μόσχα, «Απάντηση στη Σύνοδο».


Πάνω στο πράσινο, ξεθωριασμένο από το χρόνο, μάλλινο ύφασμα που καλύπτει το γραφείο, υπάρχουν δύο πένες από ξύλο κερασιάς, ένα μελανοδοχείο από μαλαχίτη, χάρακας, δύο χάλκινα κηροπήγια, μια εφημερίδα και ένα χειρόγραφο της «Ανάστασης» με διορθώσεις.


Απλός στις συνήθειές του, ο Τολστόι συνήθως δούλευε στο φως ενός κεριού, έγραφε σε φύλλα κανονικού, φθηνού χαρτιού κι όταν τελείωνε το χαρτί, χρησιμοποιούσε φακέλους, σελίδες εφημερίδων και λογαριασμούς.

Μεγαλώνοντας ο Τολστόι, η όρασή του μειώθηκε αλλά επέλεξε να μην φορέσει γυαλιά. ΄Εσκυβε πιο κοντά στο γραφείο για να διαβάσει. Στη συνέχεια βρήκε μια λύση: πριόνισε λίγο τα πόδια της καρέκλας του για να βλέπει από πιο κοντά τα χαρτιά του. Εάν ένιωθε κουρασμένος από τη δουλειά, χρησιμοποιούσε το τραπέζι-αναλόγιο κοντά στη σόμπα. 

Στο γραφείο του, ο Τολστόι δεχόταν αμέτρητους επισκέπτες. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν απλοί άνθρωποι. Ο Τολστόι για τους σύγχρονούς του ήταν μια αδιαμφισβήτητη ηθική προσωπικότητα. Έλεγαν ότι υπήρχαν δύο Τσάροι στη Ρωσία: ο Νικόλαος Β’ και ο Λέων Τολστόι. 


Την άνοιξη του 1901, οι Τολστόι εγκατέλειψαν τη Μόσχα για την αγαπημένη τους Yasnaja Polyana. Όλη η οικογένεια δεν είχε κανένα λόγο να ζει πλέον στην πόλη.


Η τελευταία φορά που ο Τολστόι επισκέφθηκε τη Μόσχα ήταν το Σεπτέμβριο του 1909, όταν ήρθε για να δει τον φίλο του και εκδότη των έργων του, V.G Chertkov, ο οποίος ζούσε στο κτήμα του στο Krekshino, κοντά στη Μόσχα. 

Επιστρέφοντας, στις 18 Σεπτεμβρίου, ο Lev Nikolayevich σταμάτησε στο σπίτι της Μόσχας για μία ημέρα και στις 19 Σεπτεμβρίου από το σιδηροδρομικό σταθμό Kursk έφυγε για την  Yasnaya Polyana. Αυτές τις  μέρες, ο λαός της Μόσχας συναντήθηκε με τον συγγραφέα και τον αποχαιρέτησε.



L.N. Tolstoy και V.G. Chertkov σε μια βόλτα στο Khamovniki. 19 Σεπτεμβρίου 1909 Μόσχα. [Φωτογραφία από τον T. Tapsel]



Ο κήπος

Ο κήπος στο πίσω μέρος του σπιτιού - επτά με οκτώ στρέμματα πάνω κάτω - ήταν συνήθως γεμάτος ζωή. 

Πολύ αργότερα, γράφει η Αλεξάνδρα με νοσταλγία για τον κήπο:

«….O κήπος. Πόσο σκιερός, πόσο τεράστιος έμοιαζε! Μονοπάτια κατάφυτα με θάμνους, αδιαπέραστες συστάδες δέντρων, μηλιές κι αχλαδιές, ολόκληρος οπωρώνας. Τα μονοπάτια έμοιαζαν ατέλειωτα. Το ψηλό και απροσπέλαστο ανάχωμα, το μικρό καλοκαιρινό σπίτι σκεπασμένο από θάμνους· εσωτερικά οι τοίχοι ντυμένοι με χαρτί που κάλπαζαν ζωγραφισμένα άλογα· όλα ήταν για μένα γεμάτα μυστήριο και ομορφιά.»


Aleksandra Tolstaya, The Tragedy of Tolstoy









Όταν έκανε ζέστη, ο κήπος γινόταν γήπεδο «crocket». Το χειμώνα πάλι μετατρεπόταν σε παγοδρόμιο. 



Ο Τολστόι κουβαλούσε νερό από το πηγάδι και έβρεχε την περιοχή μπροστά από το σπίτι. Ο ίδιος και τα μικρότερα παιδιά προτιμούσαν αυτό το παγοδρόμιο, ενώ τα μεγαλύτερα πήγαιναν στην πόλη. Ο Τολστόι ήταν ιδιαίτερα επιδέξιος και επιχειρούσε περίπλοκες φιγούρες στον πάγο, που ενθουσίαζαν τα παιδιά.




Στο «κιόσκι»...

Στο «κιόσκι» του κήπου, χτισμένο το 1840 - 50, η οικογένεια και οι καλεσμένοι έπιναν το τσάι τους την άνοιξη και το καλοκαίρι, και ξεκουράζονταν από τις παγοδρομίες το χειμώνα. Εδώ, ο Τολστόι έκανε τις διορθώσεις στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Ανάσταση» το 1899.



Το κιόσκι τότε.... και τώρα







Στο πίσω μέρος, το πιο απομακρυσμένο του κήπου είχε δημιουργηθεί από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες της γης ένα ανάχωμα. Το χειμώνα, όταν έπεφτε χιόνι, ο λόφος αυτός μετατρεπόταν σε παγοδρόμιο, για να κάνουν έλκηθρο και να παίζουν τα παιδιά. 






Το "ανάχωμα" του κήπου τότε και τώρα

__________________


Σήμερα, υπάρχουν στον κήπο 160 δέντρα, αναμεσά τους τρεις λεμονιές διακοσίων ετών και πλέον. Δέκα δέντρα ήταν ήδη μεγαλωμένα ή φυτεύτηκαν όσο ζούσε εκεί η οικογένεια.


Ένα απ' αυτά, μια – νεαρή τότε – σημύδα κοντά στην είσοδο, που διακρίνεται σε φωτογραφίες της εποχής, υπάρχει ακόμα μέχρι σήμερα και μάλιστα "υποβασταζόμενη" ως γηραιά που είναι!




Η αυλή

«Εκτός από τον κήπο, το σπίτι στο Khamovniki είχε μια μεγάλη αυλή που περιβαλλόταν από ψηλό φράχτη και βοηθητικά εξωτερικά κτίρια. Συνήθως ερχόμασταν στην πόλη με ένα πλήρες νοικοκυριό: δύο άλογα και τον γέρο αμαξά Emelyanych, μια αγελάδα, ένα βαγόνι με σανό και βρώμη, προμήθειες σε τρόφιμα. Μια φορά μάλιστα φέραμε και το σελωμένο άλογο του πατέρα,τον Malchik (Αγοράκι).

Η
αγελάδα στεγαζόταν στην αποθήκη κοντά στο δρόμο. Πίσω ήταν ο στάβλος και το κτίριο για την άμαξα, και η τελευταία αποθήκη ήταν γεμάτη από τα βιβλία του πατέρα, τα οποία η μητέρα δημοσίευε και πωλούσε. Απ’ αυτά τα χρήματα ζούσε όλη η οικογένεια, γιατί τα βιβλία απέδιδαν περίπου 20.000 ρούβλια ετησίως.

Σε
ένα άλλο κτίριο ζούσε ο υπεύθυνος για τα λογιστικά, και σε ένα μικρό φυλάκιο έξω από την πύλη ζούσαν ο εργάτης και ο αμαξάς. Ένας ξύλινος διάδρομος οδηγούσε στην κουζίνα, η οποία ήταν στην άλλη πλευρά του σπιτιού, με την τραπεζαρία των υπηρετών και το μικροσκοπικό δωμάτιο του Semyon Nikolayevich.»
Aleksandra Tolstaya, The Tragedy of Tolstoy




Μια από τις αποθήκες στην αυλή του σπιτιού στο Khamovniki, στέγαζε το "Γραφείο Εκδόσεων"



Σήμερα, στον ίδιο χώρο στεγάζεται το εκδοτήριο εισιτηρίων



Πηγές


Rare film footage of Leo Tolstoy at the end of his life (1908-1910)