Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

«Κάθε σελίδα πληρωμένη μ' ένα εφιαλτικό όνειρο…. ο Δεκέμβρης του ’44», Άλκη Ζέη

Η επίθεση στη διαδήλωση της Κυριακής της 3ης του Δεκέμβρη, έγινε με εντολή της κυβέρνησης του Παπανδρέου και του αρχηγού της Ελληνικής αστυνομίας, Άγγελου Έβερτ. 54 νεκροί και 70 τραυματίες τα θύματα της. 
 (Σπύρος Λιναρδάτος: Πολιτική και Πολιτικοί)


Είχε ξεκινήσει μια μεγάλη διαδήλωση. Οι οπαδοί του ΕΑΜ διαμαρτύρονταν για τον αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. (Dmitri Kessel)

Ο ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη..... 


Ο ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη. 
Κι ο ένας Δεκέμβρης χειρότερος απ' τον άλλο.

Τον ένα χρόνο η Πάργα τον άλλο οι Συρακούσες·
κόκαλα των προγόνων ξεχωσμένα, λατομεία
γεμάτα ανθρώπους εξαντλημένους, σακάτηδες, χωρίς πνοή

και το αίμα αγορασμένο και το αίμα πουλημένο
και το αίμα μοιρασμένο σαν τα παιδιά του Οιδίποδα
και τα παιδιά του Οιδίποδα νεκρά.
Αδειανοί δρόμοι, βλογιοκομμένα πρόσωπα σπιτιών
εικονολάτρες και εικονομάχοι σφάζουνταν όλη νύχτα.

Παραθυρόφυλλα μανταλωμένα. Στην κάμαρα
το λίγο φως χώνουνταν στις γωνιές
σαν το τυφλό περιστέρι.... 

Γιώργος Σεφέρης, Τυφλός, 
 [Α΄. Από τις «Μέρες του 1945 – 1951»] 
[ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄]

Η αστυνομία είχε διαταχθεί να σταματήσει τη διαδήλωση και είχε σχηματίσει ένα κλοιό στο δρόμο. (Dmitri Kessel)


Ο Δεκέμβρης του '44.......να μην είχε υπάρξει στη ζωή μου...

Αν με ρωτούσαν τι θα 'θελα να έχει εξαφανιστεί από τη ζωή μου, από τα τόσα που πέρασα, και δεν ήτανε και λίγα, θ' απαντούσα αμέσως χωρίς καν να σκεφτώ: Ο Δεκέμβρης του '44. Θα ήθελα να μην είχε υπάρξει στη ζωή μου. Να μην είχε υπάρξει στην Ιστορία.

Και τώρα που γράφω γι' αυτόν, δεν ψάχνω να βρω τις αιτίες, δεν με νοιάζουν πια. Ξέρω πως κάθε μου σελίδα θα την πληρώσω μ' ένα εφιαλτικό όνειρο. Ύστερα από τόσα χρόνια... εδώ στις Βρυξέλλες... περιτριγυρισμένη από παιδιά και εγγόνια, στο μεγάλο μου δωμάτιο με τα ψηλά ταβάνια και παράθυρα που φτάνουν ως πάνω, ζέστη μέσα, έξω κρύο, ο ήλιος όμως λάμπει και κάνει σαν καθρέφτες τα τζάμια των απέναντι σπιτιών. Μια σειρά σπίτια χτισμένα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όπου οι στέγες τους δεν ξεπερνούν η μια την άλλη. Όλες με κεραμίδια, άλλα βυσιννιά, άλλα μαύρα κι άλλα κεραμιδί χρώμα. Μικροί κήποι με τους φράχτες τους ασπασμένους με καταπράσινα φυτά - χειμωνιάτικα. Αυτοκίνητα αραιά και συμμετρικά παρκαρισμένα. Κάθε τόσο περνάει κανένα αθόρυβα από τον δρόμο και πού και πού βγάζει κανείς βόλτα τον σκύλο του.

Κι εγώ τώρα θα συνεχίσω να γράφω στον υπολογιστή για τον Δεκέμβρη που θέλω να σβήσω από τη μνήμη μου. Θα γράφω σκηνές σαν να είναι κινηματογραφική ταινία. Γιατί ο φακός της μνήμης μου τις κατέγραψε και βγαίνουν τώρα σαν τα αρχεία της ΕΡΤ, για να έρχονται μπροστά σου όσο και να θέλεις να τις ξεχάσεις.



Ένα τεράστιο πλήθος γέμιζε το δρόμο μπροστά από τον αστυνομικό κλοιό. (Dmitri Kessel)


«Χτυπάνε»

Η Διδώ κι εγώ στην πλατεία Συντάγματος. Δεν θυμάμαι πώς βρέθηκα μαζί της. Ο Γιώργος θα πήγαινε με τους ηθοποιούς του. Γιατί δεν πήγα κι εγώ μαζί; Άγνωστο.

Κρατιόμαστε χέρι χέρι με τη Διδώ μην χαθούμε. Λαοθάλασσα. Ανεβαίνουμε τα σκαλιά της πλατείας ακριβώς απέναντι από τον Άγνωστο Στρατιώτη. Τραγουδάμε. Η Διδώ με τη φωνή πριμαντόνας κι εγώ παράφωνα. «Λαοκρατία κι όχι βασιλιά...».

Ξαφνικά η Διδώ ξεφωνίζει: «Χτυπάνε». Μου δίνει μια σπρωξιά, πέφτουμε αριστερά, ανάμεσα σε κάτι αγκαθωτούς θάμνους. Η Διδώ δεν προσπαθεί να σηκωθεί. Μένουμε εκεί χάμω στ' αγκάθια. «Χτυπάνε από τη στέγη του παλατιού τον κόσμο» μουρμουρίζει εκείνη.

Ακούγονται φωνές, πολυβολισμοί, μα πάλι τραγούδι: «Το 'χουμε βάλει βαθιά μες στην καρδιά μας, λαοκρατία και όχι βασιλιά...».

Τραγούδι, πυροβολισμοί, πολλοί τώρα, κι ο κόσμος τρέχει, πέφτει μπρούμυτα...


«Πυροβολούν άοπλους»… Μερικά σώματα έμεναν ακίνητα στο δρόμο. (Dmitri Kessel)


Τι θα γίνει να ρωτάς.....


Βρεθήκαμε
 στο σπίτι. Δεν ανεβαίνουμε απάνω, καθόμαστε στα σκαλιά. Αμίλητες. Γρατζουνισμένες. Η Διδώ μου βγάζει τ' αγκάθια από τα μαλλιά κι εγώ από το παλτό της.

Ευπρεπιζόμαστε. Να μας δει ο μπαμπάς!

- Πάλι καλά που ματώσαμε από αγκάθια, λέει η Διδώ. Μπορούσανε να 'τανε και σφαίρες.

- Θείτσα, τι έγινε;

- Τι θα γίνει να ρωτάς, λέει κι αγκαλιαζόμαστε. Ένα αγκάθι μ' έχει τρυπήσει για τα καλά, το νιώθω στη χούφτα μου.

Εκείνη λέει ν' ανέβουμε στο σπίτι. Εγώ θέλω να πάω στο σπίτι του Γιώργου, να δω αν γύρισε. Δεν μ' αφήνει. «Θα 'ρθει εκείνος, σίγουρα». Ανεβαίνουμε. Η μαμά κι ο θείος Πλάτων στέκονται στην πόρτα. Μας ακούσανε κι απορούσαν τι κάνουμε τόση ώρα στις σκάλες. «Να φτιαχτούμε λίγο... φαίνεται, έχουμε το χάλι μας... μην μας δει έτσι ο μπαμπάς... πού πήγαμε; Στη Δέσποινα και τον Μπάστα. Είχε κάτι ξεχάσει η Διδώ σπίτι τους και πήγα μαζί της».

Η Διδώ νευρίασε.

- Εδώ σκοτώνουνε και...

Ο θείος Πλάτων κι η Διδώ αποφάσισαν να μείνουν σπίτι μας. Μετά, βγήκαν τα χωνιά το βράδυ κι έλεγαν: «Αύριο όλοι στην κηδεία των θυμάτων, μην λείψει κανείς». Βγήκε κι ο Θανασάκης μ' ένα χωνί. Είχε ψηλώσει, δεκατεσσάρων χρονών, η φωνή του δεν είναι πια παιδική, λίγο παράτονη ακούγεται μέσα από το χωνί.

«Όλοι αύριο στην...»
Βγήκε στο μπαλκόνι της η κυρία Μιράντα με τη ρόμπα της:

- Σκάσε, παλιόπαιδο. Θέλουμε να κοιμηθούμε.

Η κυρία Μιράντα... που έκανε καιρό να μιλήσει στη μαμά στον ενικό... που δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή της κι όλο έλεγε «με συγχωρείτε», ενώ δεν είχε φταίξει σε τίποτα.

Ο Γιώργος πέρασε πολύ αργά. Ήταν καλά κι εμείς το ίδιο κι αυτό έφτανε. Αύριο όμως θα πηγαίναμε μαζί. Θα ερχότανε πρωί πρωί να με πάρει. Είδε τη Λενούλα με τα μάτια πρησμένα και τρόμαξε. Με ρώτησε τι έχει.

- Ο μπαμπάς, λέω, δεν την άφησε να βγει και θα την περίμενε ο Γκάτσος.

Ένα πανό που βρισκόταν στην κορυφή της πομπής, έγραφε: «όταν ο λαός είναι αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της τυραννίας πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στις αλυσίδες και τα όπλα». Ήταν πιτσιλισμένο με αίμα. (Dmitri Kessel)


Κι άρχισε ο Δεκέμβρης....

Από την Ομόνοια ως το Σύνταγμα ένας κόσμος γονατισμένος να τραγουδάει το «Επέσατε θύματα...». 

Κι άρχισε ο Δεκέμβρης. Τριάντα τρεις μέρες...

Νιώθω σαν να είμαι οπερατέρ και γυρίζω καρέ - καρέ τις σκηνές φρίκης.

Ανεβαίνουμε με τον Άδωνη Κύρου τη Λήμνου. Πάμε στην πλατεία Κυψέλης που έχει μια συγκέντρωση της ΕΠΟΝ. Έχουμε αργήσει γιατί πονούσε το πόδι του που είχε τραυματιστεί στην Κατοχή. Πάει σιγά σιγά κουτσαίνοντας. 

Ξάφνου, στη μέση της Λήμνου, ακούμε έναν τρομαχτικό θόρυβο, σαν να έπεσε βόμβα. Κοιταζόμαστε. Κραυγές κι ύστερα τρέχει κατεβαίνοντας τον δρόμο κόσμος τρομαγμένος, φωνάζοντας: «Μας σκοτώνουν». Τους πιο πολλούς τους ξέρουμε. Βλέπω τη φίλη μου την Αθηνά που τρέχει αλαφιασμένη. Τη σταματάω. Φοράει ένα χοντρό σκούρο πράσινο παλτό. Στην πλάτη της είναι καρφωμένο ένα κομμάτι σίδερο. Μιλάει μπερδεμένα. Κάνω να της βγάλω το σίδερο. «Μηηη» μου αρπάζει κάποιος το χέρι, «είναι πληγωμένη, μην τραβήξεις το σίδερο».

Η Αθηνά δεν το ξέρει πως είναι πληγωμένη. Σαν να παραμιλάει.

- Μας χτύπησαν... οι Άγγλοι άκουσαν τα χωνιά που φώναζαν πού θα μαζευτούμε... πέταξαν όλμο... στη μέση... πάνω στη στέγη... η Ζωρζ...

- Τι η Ζωρζ; Την ταρακουνάω.

- Το χέρι της, το πόδι της, κρεμότανε...

- Ζει; ξεφωνίζω.

- Φώναζε, ούρλιαζε.

Η Αθηνά τρέμει σύγκορμη. Ο Άδωνης τη συγκρατεί. Ξέχασε το πόδι του. Έρχεται κι ένα άλλο γνωστό παιδί. Θα την πάνε σπίτι της. Μένει κοντά.

Εγώ τρέχω να πάω στο σχολείο. Από την αντίθετη μεριά τρέχουν άλλοι, πέφτουν απάνω μου.

- Η Ζωρζ; τους ρωτάω.

Δεν ξέρουν, με προσπερνάνε.

Στο σχολείο, στην αυλή. Μπροστά μπροστά κάτω ξαπλωμένη η Αλίκη γεμάτη αίματα, το πόδι της κρέμεται, το κρατάει με τα δυο της χέρια. Ουρλιάζει. Στην αυλή κεραμίδια, σίδερα, άνθρωποι, όλα ανάκατα. Μέσα από το μισογκρεμισμένο κτίριο δυο νεαροί κρατάνε μια κοπέλα, άλλος από τους ώμους, άλλος από τα πόδια. Την έχουν σκεπάσει με ένα παλτό. Μέσα στα αίματα, το γνώρισα το παλτό της Ζωρζ. Βογκάει. Τα μάτια της διάπλατα. Δεν με βλέπει.

- Ήρθε γιατρός, φωνάζει κάποιος. Ποιος ξέρει αγγλικά;

- Γιατί αγγλικά; Πάω κοντά της. Ζουμ.

Ο φακός απάνω της.

- Ησύχασε, της λέει αυτός που ήξερε αγγλικά, βρέθηκε γιατρός, είναι Αμερικανός!

Ο γιατρός σκύβει από πάνω της και τότε εκείνη με το χέρι που δεν είχε πληγωθεί αρχίζει να τον χτυπάει και να φωνάζει: «Στάλιν... Στάλιν». Την κρατάνε δύο, της ξεσκεπάζουν το πόδι και το χέρι. Μέσα στα αίματα. Θαρρείς, κρέμονται.

Ύστερα δεν ξέρω, είχα λιποθυμήσει. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, είδα από πάνω μου τον Γιάννη, τον αδελφό του Γιώργου, με την άσπρη μπλούζα του• νόμιζα πως ονειρεύομαι. Φορούσε ένα περιβραχιόνιο κι έγραφε κάτι με κόκκινα γράμματα. Η αυλή έχει αδειάσει. Μόνο αίματα παντού και πέτρες και ξύλα.

- Η Ζωρζ, ξεφωνίζω τώρα.

Ο Γιάννης με παίρνει αγκαλιά.

- Την πήραν. Έλα, θα σε πάω σπίτι.

- Όχι, σε παρακαλώ, πάμε να τη βρούμε.

- Δεν ξέρω πού την πήγαν. Θα μάθω, σου δίνω τον λόγο μου.

«Στάλιν... Στάλιν...» ξεφώνιζε και μου έρχεται η στριγκλιά της στ' αυτιά μου. «Στάλιν...» και χτύπαγε τον αμερικανό γιατρό με το γερό της χέρι.

Σαν τατουάζ έχει κολλήσει αυτή η σκηνή απάνω μου για πάντα.


Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδόσεις Μεταίχμιο ( σελ. 328-334)


.. άφηναν πρόχειρους ξύλινους σταυρούς στα σημεία που είχε χυθεί το αίμα των θυμάτων. (Dmitri Kessel)


Τότε που πολλά όνειρα έγιναν εφιάλτες....

Οι φωτογραφίες ανήκουν στον Ουκρανό φωτογράφο Dmitri Kessel, που, ως πολεμικός ανταποκριτής για το περιοδικὸ Life, αποβιβάστηκε τον Οκτώβριο του 1944 στον Πειραιά, μαζί με τα Βρετανικά στρατεύματα.

Οι φωτογραφίες που μας έδωσε από την Ελλάδα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου Σπαραγμού ξαφνιάζουν με τη διεισδυτικότητά τους και την απλότητα που καταγράφουν μαινόμενες στιγμές της Ιστορίας μας. 

Ο Kessel ήταν παντού και κατέγραφε… Τον πόνο, τον θυμό, την αγωνία, την ταπείνωση, την περηφάνια, τον αγώνα και το πάθος ενός αγωνιζόμενου λαού…

Όταν ρωτήθηκε γιατί έβαλε τη ζωή του σε κίνδυνο κατά τη φωτογράφηση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, απάντησε πολύ απλά ότι "somebody had to".



Γράφει ο Πέτρος Γαϊτάνος, το Νοέμβρη του 1994, στην εισαγωγή του Λευκώματος "DMITRI KESSEL, ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ '44", Εκδόσεις ΑΜΜΟΣ 

Οι φωτογραφίες που ο Dmitri Kessel έβγαλε στην Ελλάδα του 1944 έμειναν περισσότερο ανέκδοτες και παρουσιάστηκαν τον Αύγουστο του 1994, πενήντα χρόνια μετά, όταν ένας άλλος μεγάλος φωτογράφος του αιώνα μας, ο Ντέηβιντ Ντάνκαν, έφερε στην Αθήνα αυτό το πολύτιμο υλικό και μας το έδωσε λέγοντας.
«Ο Ντμίτρ Κέσελ ήταν εδώ, κάτω από την Ακρόπολη, στις 3 Δεκεμβρίου 1944. Τότε που πολλά όνειρα έγιναν εφιάλτες και ο ηρωισμός, η αγωνία και το πάθος μάτωσαν αυτή την όμορφη χώρα. Σας στέλνει, μέσα απ’ την καρδιά του, όσα θραύσματα μάζεψε από εκείνα τα γεγονότα. Τη δική του φωτογραφική μαρτυρία».





Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Νίκος Γκάτσος, "Έχει τέτοια μεγαλοπρέπεια που με τρομάζει.. ", Άλκη Ζέη, με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο




Έχει τέτοια μεγαλοπρέπεια που με τρομάζει.

Ούτε φτερά να είχαμε στα πόδια μας. Από τη Ζαίμη βρεθήκαμε στου Λουμίδη, στη Σταδίου. Πλάι στην τράπεζα του μπαμπά μας. Καλά που ήτανε Κυριακή.

- Καλώς τες, καλώς τες, είπανε όλοι. Κι ύστερα ο Μάριος (Πλωρίτης) φώναξε το γκαρσόνι.

- Τάκη, δύο εσπρέσο.

Να μαστε λοιπόν καθισμένες στου Λουμίδη δίπλα δίπλα, να πίνουμε ένα θεόπικρο ζουμί που το λένε εσπρέσο κι η Λενούλα να μου μουρμουρίζει: «Πιες το». Γιατί είδε πως εγώ είχα βάλει κιόλας το φλιτζάνι στο πιατάκι.

Κοίταζα τη Λενούλα που έπινε αυτό το εσπρέσο χωρίς μορφασμό και τα μάτια κολλημένα στον Γκάτσο. Τον κοίταξα κι εγώ. Δεν ήτανε ωραίος, ήτανε όμορφος. Πολύ ψηλός, μάτια σχιστά, αριστοκρατικά χέρια. Κατάμαυρα μαλλιά. Έμοιαζε με ισπανό ευγενή. Πώς να μην μείνει με ανοιχτό στόμα η αδελφή μου. Μια στιγμή εκείνος σηκώθηκε κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μας.

- Τι καθίσατε πλάι πλάι, εδώ δεν είναι σχολείο. Δεσποινίς μου, λέει στη Λενούλα και κάνει μια υπόκλιση σαν να ήθελε να τη ζητήσει σε χορό. Ελάτε να καθίσετε δίπλα μου, και της προτείνει το χέρι.

Εκείνη χωρίς να τα χάσει άπλωσε το δικό της κι άφησε να την οδηγήσει σ' ένα τραπεζάκι πλάι στο παράθυρο. Μπορεί να είχε μεγάλα χέρια αλλά οι κινήσεις του ήτανε αρμονικές σαν κάποια μουσική να τον συνόδευε όταν κινιόταν.

........ και η ώρα περνούσε και τα μάτια του Γκάτσου δεν ξεκολλούσαν από τη Λενούλα που καθότανε με άνεση και τα πόδια απλωμένα.

Μια στιγμή ο Εμπειρίκος γυρίζει, την κοιτάζει και λέει: 

«Μην νομίζετε πως μου διέφυγαν αι ωραιόταται κάλτσαι που φορείτε». 

Η Λενούλα φορούσε κάτι άσπρες ριγωτές βαμβακερές κάλτσες. Ήτανε η μεγάλη μόδα της Κατοχής. Τις έπλενε και τις άφηνε στον ήλιο ν' ασπρίζουν. Ήτανε πολύ περήφανη γι' αυτές. Δοκίμασα κι εγώ να φορέσω, μα σούρωναν στα αδύνατα πόδια μου και πάει όλη η γοητεία. Έτσι, πάλι σοσονάκι.

Ύστερα από λίγο ο Εμπειρίκος βάλθηκε να πειράζει τον Γκάτσο.

- Εσύ δεν πρόσεξες τας κάλτσας;

- Εγώ, Ανδρέα μου, προσέχω τους οφθαλμούς, απάντησε ατάραχος ο Γκάτσος.

Η Λενούλα εκστασιασμένη δεν έλεγε να κουνήσει. Εγώ κοίταζα απελπισμένη το μεγάλο ρολόι που ήτανε ακριβώς απέναντι μου στο χαμηλό τοιχάκι του παταριού. Πόσο θα λέγαμε στον μπαμπά πως κράτησε αυτή η παράσταση;

- Πρέπει να φύγουμε, μουρμούρισα στον Μάριο κι εκείνος μπήκε αμέσως στο νόημα....

- Τα κορίτσια πρέπει να φύγουν, λέει και σηκώνεται μαζί μου κάνοντας νόημα στη Λενούλα να σηκωθεί.

Ο Γκάτσος σηκώνεται κι αυτός.

- Να τις συνοδέψω τουλάχιστον ως την έξοδο. Κατεβαίνει μαζί μας τις σκάλες και πριν φύγουμε λέει:

- Αύριο θα σας περιμένουμε.
- Εγώ έχω σχολείο, μουρμουρίζω.
- Θα δω... αν μπορέσω, κάνει η Λενούλα.
- Αν όχι αύριο, μεθαύριο, λέει ο Γκάτσος, αφού είχαμε βγει στον δρόμο κι αρχίσαμε να τρέχουμε σχεδόν. [……] 





Όταν πήγαμε στο δωμάτιο μας η Λενούλα κάθισε αμέσως στο γραφείο της και είδα πως έγραφε ένα γράμμα.

- Πού γράφεις; ρωτάω.
- Στον Ιωακείμ, να του πω πως όλα τέλειωσαν μεταξύ μας.
- Καλά, εσύ μου είπες πως του το είπες από το καλοκαίρι.
- Καλό είναι να το έχει και γραφτό. Δεν την αφήνω στην ησυχία της.
- Γιατί είπες στον Γκάτσο πως δεν θα πας αύριο στου Λουμίδη;
- Γιατί δεν θα πάω.
Ούτε μεθαύριο;
- Ούτε.
- Δεν σ' αρέσει;
- Πάαααααρα πολύ.
- Τότε;
- Δεν ξέρω. Έχει τέτοια μεγαλοπρέπεια που με τρομάζει. Φοράει και ρεπούμπλικα. Ξέρεις κανέναν που να φοράει ρεπούμπλικα;
- Όχι, δεν ξέρω.
-  Άσε με τώρα να τελειώσω το γράμμα για να το πας στον Ιωακείμ.
- Γιατί να το πάω εγώ;
- Δεν είναι ευγενικό να το στείλω με το ταχυδρομείο. 

Από ευγένειες η αδελφούλα μου ήτανε πρώτη. Δεν πήγε όμως την άλλη μέρα στου Λουμίδη. Ούτε την παράλλη, και την πάρα παράλλη κατέφθασε ένας νεαρός στο σπίτι μας κομίζοντας μια τεράστια ανθοδέσμη από κλωνάρια αμυγδαλιάς. 
Ακολουθούσε ένα σημείωμα: «Σε περιμένω. Ν.Γ.»

Της μαμάς της άρεσαν πολύ τα λουλούδια, κυρίως οι αμυγδαλιές, μα δεν έβρισκε τίποτα που θα μπορούσε να τα δικαιολογήσει στον μπαμπά. Για κείνον οι κόρες του ήτανε πολύ μικρές για να έχουν θαυμαστές που στέλνουν κι από πάνω άνθη.

- Να τα δώσουμε στην κυρία Μιράντα, πρότεινα. Η μαμά ανακουφίστηκε.  [….]


Λευκή πετσέτα.... και σώζεις έναν άνθρωπο από τον... χαμό.


I Give Up! - http://luzialight.wordpress.com/2013/06/22/i-give-up/:

Η κυρία Μιράντα γέμισε λοιπόν τα βάζα της με αμυγδαλιές κι όταν έφτασαν ξανά την άλλη και την παράλλη μέρα και το σπίτι της κόντεψε να γίνει ανθοκήπιο, τότε η Λενούλα αποφάσισε να εμφανιστεί στου Λουμίδη. Το ναι όμως που της ζήταγε ο Γκάτσος δεν το έλεγε. Τότε άρχισε να της χαρίζει βιβλία, ακριβές εκδόσεις από του Κάουφμαν, που η μαμά τα έκρυβε μέσα στο μπουγαδοκόφινο.

Η Λενούλα πήγαινε καθημερινά στου Λουμίδη, καθότανε δίπλα στον Γκάτσο κι έπινε τον πικρό εσπρέσο, έπιασε και φιλίες με τον Ελύτη, μα δεν αποφάσιζε να βγει μόνη μαζί του.
Τέλος μια μέρα την πήρε απόμερα και της λέει πολύ σοβαρά:

- Αύριο το πρωί στις δέκα και τέταρτο θα περάσω έξω από το σπίτι σου. Αν είναι να πεις το ναι, να κρεμάσεις στο μπαλκόνι μια άσπρη πετσέτα. Αν δεν δω την πετσέτα, θα φύγω με το τρένο που πάει εργάτες στη Γερμανία και μπορεί να το ανατινάξουν.

Ήτανε τόσο πειστικός που εκείνη κατατρόμαξε. Ήρθε φουριόζα στο σπίτι και ζητούσε της μαμάς μια άσπρη πετσέτα. Η μαμά δεν είχε και της είπε να πάρει κάποια άλλη. Όχι, θέλω άσπρη, επέμενε η Λενούλα.

- Ζήτα να σου δανείσει η κυρία Μιράντα, τη συμβούλεψα, παρόλο που δεν πίστεψα πως ο Γκάτσος... θα ανατιναζόταν.

Πήγαμε μαζί στην κυρία Μιράντα που άνοιξε ένα ντουλάπι γεμάτο άσπρες πετσέτες.
Είναι από την προίκα μου, μας είπε. Ακόμα αμεταχείριστες. Έχω ένα σωρό άλλες κι ώσπου να λιώσουν...

Η Λενούλα άρπαξε την πετσέτα λέγοντας πως αύριο θα της τη δώσει πίσω. Η κυρία Μιράντα δεν ήταν καθόλου περίεργη κι ούτε ρώτησε τι τη θέλει, μόνο είπε:

- Δεν βιάζει, Λενούλα μου.

Δεν ήξερε πως έσωζε έναν άνθρωπο από τον... χαμό.

Η Λενούλα κρέμασε αποβραδίς την πετσέτα στο μπαλκόνι. Το πρωί εγώ έφυγα για το σχολείο κι εκείνη έμεινε να παραφυλάει. Ο Γκάτσος πέρασε ακριβώς στις δέκα και τέταρτο.

Από τότε τους έβλεπες χέρι χέρι, ένα πανέμορφο ζευγάρι που στον δρόμο γύριζαν οι περαστικοί και τους κοίταζαν. Όλη η Αθήνα τους καμάρωνε. Μόνο ο μπαμπάς μας δεν είχε πάρει είδηση. Δεν ήξερε πως κυριολεκτικά πλάι του, πλάι στην τράπεζα, στου Λουμίδη, η μεγάλη κόρη του κάθε μεσημέρι έπινε εσπρέσο με τον πιο όμορφο άντρα που κυκλοφορούσε στην Αθήνα, παρέα με ποιητές, ζωγράφους και καλλιτέχνες. 


Η Λενούλα και ο Γκάτσος σε δρόμο της Αθήνας το 1943 

Σαν παραμύθι.....

Ο Γκάτσος είχε πάρει είδηση πως στην αδελφή μου άρεσαν τα παραμύθια κι έκανε ό,τι μπορούσε για να την κάνει να πιστεύει πως ζούσε ένα παραμύθι μαζί του.

Παρ' όλη την Κατοχή εκείνος δεν είχε πρόβλημα οικονομικό. Είχε έναν θείο στον Καναδά που είχε βάλει στο όνομα του στην τράπεζα ένα ποσό σε δολάρια. Τότε, αν αποδείκνυες -δεν ξέρω με ποιο τρόπο - πως είχες λογαριασμό σε δολάρια, μπορούσες να δανειστείς σε δραχμές και να τα ξεπληρώσεις μετά τον πόλεμο. Η πράξη αυτή λεγότανε «αναγνώριση». 

Ο Γκάτσος, λοιπόν, είχε να ξοδεύει και όπως ήτανε γαλαντόμος καταξοδευότανε να κερνάει. Για να εντυπωσιάσει λοιπόν τη Λενούλα, νοίκιασε αμαξά κι με άλογο - δυο υπήρχαν σ' όλη την Αθήνα - για να την πάει βόλτα. Και μένα μαζί. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και του είχαμε δώσει ραντεβού στο Μουσείο. Πέρασε και μας πήρε, καμαρωτός καμαρωτός μέσα στο αμάξι, και μας έκανε βόλτα σ' όλη την Αθήνα που μας έμεινε αξέχαστη.




Η Λενούλα μπορεί να έλεγε τα μυστικά της στον Γκάτσο αλλά κι εκείνος δεν πήγαινε πίσω. Και τι μυστικά! Εκείνη, όπως κι εγώ, είχαμε διαβάσει πολλή Δέλτα. Αλλά εγώ δεν περίμενα να μου πει ο Γιώργος πως έκανε ηρωικές πράξεις. Υποπτευόμουνα πως σε κάποια αντιστασιακή ομάδα θα ήτανε, αλλά ποτέ δεν ρωτούσα ούτε βέβαια και κείνος μου έλεγε τι έκανε. Εκείνη φαίνεται τον ζάλιζε τον Γκάτσο που τον φανταζότανε ήρωα σαν τον Αλέξιο στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου.


Μια μέρα της είπε πολύ εμπιστευτικά - και εκείνη πολύ... εμπιστευτικά μου το εξομολογήθηκε το ίδιο βράδυ - το φοβερό μυστικό και μούσκευε το μαξιλάρι της στο κλάμα. Νομίζω όμως πως της άρεσε. Της εμπιστεύτηκε πως θα έφευγε για δεκαπέντε μέρες σε μυστική αποστολή στην Αίγυπτο να συναντήσει τον Αλέκο Κανελλόπουλο. Θα έφευγε κρυφά από τη Ραφήνα με καΐκι. Από το BBC ακούγαμε πολλές φορές για μυστικές αποστολές στην Αίγυπτο κι ακούγαμε τα συνθηματικά μηνύματα αυτών που έφταναν στο Κάιρο. Τον Αλέκο Κανελλόπουλο ούτε τον είχαμε ξανακούσει, κι ούτε ξέρω αν υπήρχε κάποιος με τέτοιο όνομα.

Της είπε λοιπόν ο Νίκος πως είχε αφήσει ένα γράμμα στον Ελύτη για κείνη με την εντολή πως αν δεν γυρνούσε σε δεκαπέντε μέρες να της το δώσει.

Μια βδομάδα άντεξε η Λενούλα και πήγε να βρει τον Ελύτη που στο μεταξύ είχαν γίνει πολύ φίλοι. Εκείνος όταν είδε τα χάλια της, της είπε πως είχε το γράμμα και της πρότεινε να το ανοίξουν. «Αν δεν γυρίσω και χαθώ, να ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ».

Η Λενούλα έλιωσε. Ο Ελύτης την αγκάλιασε και της είπε:

- Άντε, βρε, πουθενά δεν πήγε. Πες του ότι πιστεύεις πως σε λατρεύει να ησυχάσουμε όλοι.

Τι να πιστέψει εκείνη που είχε φτιάξει τον ήρωα της! Τη δέκατη πέμπτη μέρα, όπως είχε πει, ο Γκάτσος παρουσιάστηκε σαν πολεμιστής που γύρισε νικητής. Της έφερε δώρο ένα άρωμα. Εμείς έξω από την κολόνια Μενούνου δεν ξέραμε άλλο άρωμα. Της έδωσε ακόμα και μια πολύχρωμη πλεχτή ζώνη που είπε πως τη φτιάχνουν οι φελάχοι. Τη ζώνη τη φόρεσε η Λενούλα καμαρωτή, το άρωμα όμως δεν τολμούσε να το ανοίξει, μόνο με τη σκέψη πως μπορούσε να το μυρίσει ο μπαμπάς και ν' άρχιζε τις ερωτήσεις.

Μια μέρα το βρήκα εκεί που το είχε φυλαγμένο κι άρχισα να το πασπατεύω• Βλέπω στην ανάποδη μεριά του τυπωμένο με μικρά γράμματα. Φαρμακείον Γερολυμάτου, Βουκουρεστίου 4.

Η Λενούλα τρελάθηκε, έτρεξε στον Γκάτσο κι εκείνος με απόλυτη ψυχραιμία της είπε πως ο Γερολυμάτος είχε μεγάλο στοκ αρωμάτων και τα είχε στείλει πριν από τον πόλεμο στην Αίγυπτο. Πάει κι αυτό. Έλα όμως που μια μέρα είδαμε τις πλεχτές ζώνες που φτιάχνουν οι φελάχοι κρεμασμένες σ' ένα μαγαζάκι στην Ομόνοια. Τότε ο Γκάτσος μόνο που δεν γονάτισε μπροστά της και της είπε πως όλα τα έκανε για να την εντυπωσιάσει. Τον συγχώρεσε βέβαια κι από τότε τον συγχωρούσε πολλές φορές για τα παραμύθια -ομολογουμένως πολύ όμορφα - που της έλεγε.

Μα η αδελφούλα μου άλλα ήθελε. Μπορεί να πήγαιναν τα μεσημέρια στου Λουμίδη, στον κινηματογράφο, στο θέατρο και κάθε Πέμπτη στου Εμπειρίκου όπου μαζευόταν όλη η διανόηση, της έλειπαν όμως τα καθημερινά απλά πράγματα. Ένας περίπατος, μια βόλτα στον βασιλικό κήπο. Να χορέψουν σε πάρτι της Κατοχής ταγκό... Αυτά για τον Νίκο ήτανε μικρά κι ασήμαντα. Συζητούσαν για τη ζωή μετά την Απελευθέρωση. Μόνο λογοτεχνία και ποίηση. Η Λενούλα κοίταζε τα προπολεμικά περιοδικά μόδας που είχε φυλαγμένα η μαμά και με ανοιχτές τις σελίδες στα φορέματα με τις νύφες διάλεγε το δικό της νυφικό κι ονειρευότανε πως είναι νύφη στο μπράτσο του Γκάτσου που σίγουρα θα φορούσε σμόκιν. Ο καημένος όμως μόνο γαμπρό δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του. Βέβαια, εκείνη δεν του έλεγε τίποτα απ' αυτά τα όνειρα, την έτρωγε όμως ο καημός. 

Μπορεί να διέσχιζαν τους δρόμους της Αθήνας κι ο κόσμος να καμάρωνε αυτό το ξεχωριστό ζευγάρι, το τόσο ταιριαστό στην ομορφιά, μα στην άποψη για τη ζωή ήτανε μίλια μακριά.



«Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι»;


O Γιώργος (Σεβαστίκογλου) θαύμαζε στον Γκάτσο την πολυμάθειά του.Ο ίδιος είχε έρθει με την οικογένειά του από την Κωνσταντινούπολη στα δεκατέσσερά του χρόνια. Πήγε στο γαλλικό σχολείο, στη Λεόντειο, και μετά με υποτροφία στο Κολλέγιο κι ήτανε φυσικό και τις γλώσσες να μάθει, και λογοτεχνία και θέατρο, αφού είχε δάσκαλο τον Κουν. Αναρωτιότανε λοιπόν πώς ο Γκάτσος, το παιδί από την Ασέα, το μικρό χωριό στην Πελοπόννησο, από μια οικογένεια που σίγουρα δεν είχε βιβλιοθήκη στο σπίτι, έμαθε τις γλώσσες, έμαθε λογοτεχνία, θέατρο και ποίηση, λες και είχε σπουδάσει στο Ίτον.

Κι οι δυο ερχόντανε πολλές φορές τα πρωινά στο σπίτι μας. Φυσικά όταν έλειπε ο μπαμπάς. Η μαμά πάντα τους καλοδεχότανε. Εκείνοι τότε ξεχνούσαν την ύπαρξή μας και πιάνανε μια ατέλειωτη συζήτηση για τέχνη και λογοτεχνία. Η μαμά όταν έφευγαν έλεγε: «Σήμερα πήγα στο πανεπιστήμιο». 


Όταν όμως μας ξέρανε στεναχωρεμένες γιατί ο μπαμπάς μας δεν μας είχε αφήσει να βγούμε, ερχόντανε, κοτζάμ άντρες, όταν σκοτείνιαζε, κάτω στον δρόμο απέναντι από το μπαλκόνι του σπιτιού μας, κι άναβαν τσιγάρα κι εμείς μέσα από το τζάμι ξεχωρίζαμε στο σκοτάδι τις μικρές φωτίτσες και ξέραμε πως μας σκέφτονται.

OΓκάτσος ετοίμαζε την Αμοργό κι η Λενούλα την παρακολουθούσε λέξη  λέξη και τη μάθαινε απέξω, έστω κι αν κάμποσα δεν τα καταλάβαινε. Βγήκε τελικά το '43 η Αμοργός από τις εκδόσεις Αετός, αφιερωμένη «Σ' ένα πράσινο άστρο», δηλαδή στη Λενούλα με τα πράσινα μάτια. Μα το σπουδαιότερο ήταν ότι της έδωσε το τρίτο αριθμημένο βιβλίο με την ιδιόχειρη αφιέρωση. «Σ' εκείνη που στα χείλη της έγραψε ο κεραυνός το όνομα του». 

Πώς να μην καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι η αδελφή μου! Ξέχασε και τα νυφικά και όλα.


Ο Γκάτσος μας αντιμετώπιζε με πολύ χιούμορ όταν δεν καταλαβαίναμε κάτι από την Αμοργό και ζητούσαμε να μας εξηγήσει.
- Τι εννοείς, λέγαμε, «Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι»;

Κι ο Γκάτσος απαντούσε:

-   Γιατί; Ο σταυραητός είναι ένα κλεισμένο συρτάρι; και μας αποστόμωνε.




Η καμπαρντίνα.........«Με το καπέλο που έχω σας χαιρετώ». 

Κι έχω και τη Λενούλα να αναστενάζει. Όχι γιατί ο Γκάτσος φτώχυνε, αυτό ούτε που τη νοιάζει. Ο Γκάτσος στην Κατοχή ξόδευε αλόγιστα και το απόθεμα του θείου από τον Καναδά μηδενίστηκε. Μπορεί να μην αγόραζε πια κομψά ρούχα και το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του να είχε τρυπήσει το παπούτσι, περπατούσε όμως πάντα με αέρα πρίγκιπα κι η Λενούλα καμάρωνε δίπλα του με μια δική του καμπαρντίνα που της χάρισε, γιατί είχε πλυθεί στη σκάφη και τα μανίκια της φτάσαν στους αγκώνες. Την έσφιγγε η Λενούλα με τη ζώνη στη μέση και της πήγαινε μια χαρά.

Αν ήμουνα Γκόγκολ θα έγραφα ολόκληρο μυθιστόρημα, όπως εκείνος έγραφε Το παλτό.

Εγώ για την καμπαρντίνα. Μα όπως είπε και ο Ξενόπουλος «Με το καπέλο που έχω σας χαιρετώ». 

Πέρασαν τα χρόνια, ο αδελφός του Γιώργου, ο Γιάννης, είχε πάρει το δίπλωμα ιατρικής. Είχε παντρευτεί κι είχε ένα αγοράκι. Πήρε μια υποτροφία για τη Σουηδία. Έφυγε μόνος και σε λίγο θα τον ακολουθούσε η γυναίκα του με τον μικρό. Ήταν καλοκαίρι όταν εκείνη ετοιμαζόταν να φύγουν, έμαθε όμως πως στη Σουηδία έκανε ψύχρα και δεν είχε ρούχο κατάλληλο. Τότε η Λενούλα σκέφτηκε την καμπαρντίνα του Γκάτσου. Δεν τη φορούσε πια. Τη δώσαμε στο καθαριστήριο και ήτανε μια χαρά. Κι έτσι η καμπαρντίνα ταξίδεψε στη Σουηδία.

Πριν από τρία χρόνια πήγα με την κόρη μου στη Στοκχόλμη να δούμε τον αδελφό του Γιώργου. Η γυναίκα του είχε αλτσχάιμερ και βρισκότανε σε οίκο ευγηρίας, που έμοιαζε περισσότερο με ξενοδοχείο τριών αστέρων. Καθόμασταν στο σπίτι με τον κουνιάδο μου και τ' ανίψια μου. Ήτανε Μάιος. Εγώ κρύωνα.

- Ψάξε, μου λέει ο ανιψιός μου, στην ντουλάπα της μαμάς, κάτι θα βρεις.

Έψαξα. Και στο βάθος βρήκα την καμπαρντίνα του Γκάτσου! Είπα να ζητήσω να μου τη χαρίσουν, ντράπηκα όμως. Γενάρης 2013. Από τις Βρυξέλλες που βρίσκομαι πήγαμε με την κόρη μου λίγο μετά τις γιορτές στη Στοκχόλμη. Αυτή τη φορά πήγαμε για την κηδεία του Γιάννη Σεβαστίκογλου που τον αγαπούσα σαν αδελφό. Για χρόνια ήτανε καθηγητής και διευθυντής στο χειρουργικό-ορθοπεδικό τμήμα του νοσοκομείου Καρολίνσκα στη Στοκχόλμη. Η γυναίκα του είχε πεθάνει πριν από δύο χρόνια.

Μείναμε στο σπίτι του. Ήταν έτσι όπως το είχαμε αφήσει την τελευταία φορά που πήγαμε. Η ίδια ντουλάπα. Την άνοιξα να κρεμάσω τα ρούχα μου και θυμήθηκα την καμπαρντίνα του Γκάτσου. Έψαξα μα δεν τη βρήκα, ούτε όμως και κανένα άλλο γυναικείο ρούχο. Ρώτησα τ' ανίψια μου τι κάνανε τα ρούχα της μητέρας τους και μου είπαν πως τα έδωσαν στους πρόσφυγες.

Και είπα τώρα μήπως στους δρόμους της Στοκχόλμης συναντούσα κανέναν Πακιστανό ή Βιετναμέζο να κυκλοφορεί με την καμπαρντίνα του Γκάτσου.

Η Λενούλα και ο Γκάτσος στο Φάληρο, στο ΄Εντεν (1943) 

Ε, ιππότη της ελεεινής μορφής! Θ' αφήσεις την αδελφή μου ήσυχη;

Η Λενούλα δεν άντεχε άλλο. Δεν μπορούσε να κάνει κανένα μελλοντικό όνειρο με τον Γκάτσο. Το συζήτησε με τον Μάριο Πλωρίτη. Κι εκείνος της είπε πως ο Γκάτσος ήτανε εξαιρετικός, χρυσός άνθρωπος. Η Λενούλα όμως ήθελε γάμο και παιδιά. Αυτό να το έβγαζε από τον νου της. Αν συνέχιζαν, θα ήταν και οι δύο δυστυχισμένοι. Έτσι αποφάσισαν να χωρίσουν. Ο χωρισμός έγινε πολύ φιλικά.

Η Λενούλα στο μεταξύ είχε αρχίσει να δουλεύει στον «Ίκαρο»
. Είχε αφήσει μαθήματα από το δίπλωμά της που θα τα έδινε αργότερα. Για να ξεπεράσει τον Γκάτσο τη βοήθησε ο Νίκος Καρύδης, που γίνανε πολύ φίλοι. Αντίθετος του Γκάτσου, προσγειωμένος εντός των δικών της ορίων. Καταλάβαινε αμέσως τα ποιήματα του. Ήταν γλυκός, τρυφερός και χαιρότανε τις καθημερινές μικροχαρές. Εκδρομές με φορτηγό στην Αίγινα, με τα πόδια στη μονή της Πεντέλης. Όλο ερχότανε και πιο κοντά με τη Λενούλα και τέλος έγιναν ζευγάρι. Ο Γκάτσος πηγαινοερχότανε στον «Ίκαρο», χαιρετιότανε πολύ φιλικά με τη Λενούλα, μα φαίνεται δεν είχε πάρει είδηση τον δεσμό της με τον Καρύδη. Όταν ξαφνικά κατάλαβε, πήγε και του έσπασε τα τζάμια του σπιτιού του κι απειλούσε πως θα βάλει φωτιά στον «Ίκαρο».
Ο Πατσιφάς έξαλλος, όλοι αναστατωμένοι, μόνο ο Ελύτης καθόταν ήρεμος ήρεμος στην καρέκλα του και χαμογελούσε.

- Ηρεμήστε, βρε παιδιά, μην τον ακούτε τι λέει. Αυτός ούτε μύγα δεν πειράζει.

Για να καταλαγιάσουν τα πνεύματα, ο Καρύδης έφυγε εσπευσμένα στα Κύθηρα όπου είχαν οι γονείς του σπίτι κι έστελνε καθημερινά γράμματα και τηλεγραφήματα στην αδελφή μου. Κι εκείνη έφυγε από τον «Ίκαρο» και πήγε στον Κοκκιναρά σε μια ξαδέλφη μας ώσπου να συνέλθει. 

Κατέβηκε μια μέρα στην Αθήνα. Στον γυρισμό μόλις βγήκε από το λεωφορείο στην Κηφισιά για να πάει με τα πόδια στον Κοκκιναρά - δεν υπήρχε τότε άλλο μέσο -, είδε πως ο Γκάτσος την είχε πάρει από πίσω. Άρχισε να τρέχει, τον άκουσε να της φωνάζει πως θα τη σκοτώσει. Έφτασε κλαμένη, τρομοκρατημένη στο σπίτι της ξαδέλφης μας όπου βρισκόμουνα κι εγώ.

- Πού είναι τώρα; τη ρωτάω.
- Εδώ πιο κάτω, στο γεφυράκι τον άφησα.

Βγήκα και πήγα να τον βρω. Στεκότανε στο γεφυράκι. Έτσι ψηλός, αριστοκρατορικός, και κρατούσε ανάμεσα στα δόντια του ένα κλαράκι μ' ένα μικρό φύλλο. Με είδε, δεν κουνήθηκε. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και του φώναξα σαν να έπαιζα κουκλοθέατρο.

- Ε, ιππότη της ελεεινής μορφής! Θ' αφήσεις την αδελφή μου ήσυχη;

Εκείνος άφησε να του πέσει το κλαράκι από το στόμα. Με κοίταξε από πάνω ως κάτω. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, μου έκανε μια βαθιά ιπποτική υπόκλιση κι ύστερα μου γύρισε την πλάτη κι έφυγε με τα μεγάλα βήματα του.

Δεν ξαναενόχλησε τη Λενούλα ούτε... έβαλε φωτιά στον «Ίκαρο».

Ο Νίκος Καρύδης με τη Λενούλα σε εκδρομή το 1945

Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδόσεις Μεταίχμιο

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

«12 Οκτωβρίου 1944, να μην την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου αυτή τη μέρα», Άλκη Ζέη



Τάσσος (Αλεβίζος Αναστάσιος) (1914 - 1985)
Η απελευθέρωση της Αθήνας, 1945, Εθνική Πινακοθήκη

____________

Ξυπνήστε, ρε. Φύγανε οι Γερμανοί!

Δεν θυμάμαι τι όνειρο έβλεπα. Άκουσα όμως μισοκοιμισμένη να χτυπούν καμπάνες, στην αρχή απόμακρα κι ύστερα πολύ κοντά. Ξύπνησα, ξύπνησε κι η Λενούλα κι ανακαθίσαμε στα κρεβάτια μας. Αφουγκραστήκαμε. Ναι, ήτανε καμπάνες. Κοίταξα το ρολόι. Πέντε και μισή. Είχε αρχίσει να φέγγει κι ύστερα μια φωνή:

- Φύγανεεεεε, φύγανεεεεε. Ξυπνήστε, φύγανεεεεε. Ήτανε η φωνή του Θανασάκη, του παιδιού της γειτονιάς. Έφερνε βόλτες γύρω γύρω σαν τρελός.

- Ξυπνήστε, ρε. Φύγανε οι Γερμανοί!

Παράθυρα αρχίσαν ν' ανοίγουν. Φωνές να ρωτούν, και πάλι καμπάνες. Η μαμά κι ο μπαμπάς κοντά μας. Κρεμόμαστε όλοι στο παράθυρο. Κι ύστερα κόσμος να βγαίνει στον δρόμο, άλλοι ντυμένοι άλλοι με πιτζάμες.

- Φύγανε οι Γερμανοί, φώναζαν και χοροπηδούσαν. Κι εμείς οι τέσσερις αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε.

- Πάμε να ντυθούμε, είπε η μαμά. Ντυθήκαμε στο λεπτό κι η μαμά έτοιμη.

- Πάμε, είπε.

- Πού πάτε; τρόμαξε ο μπαμπάς.

- Στον δρόμο, να δούμε τι γίνεται. Βγήκαμε και κατεβαίναμε τη σκάλα.

- Να τις έχεις κοντά σου, φώναζε ο μπαμπάς από την κουπαστή της σκάλας. Εγώ θα πάω στην τράπεζα.




Η πιο ευτυχισμένη μας μέρα...

Ποιος τον άκουγε πια. Η Λενούλα κι εγώ πήραμε τη Λήμνου, η μαμά... πετούσε κι ανέβαινε τη Λευκωσίας. Η αδελφή μου πήγαινε στην Κυψέλη να βρει τον Γκάτσο. Εγώ ήμουνα σίγουρη, στη γωνία Λήμνου και Πατησίων, μπροστά στο σχολείο του Τυχόπουλου, με περίμενε ο Γιώργος. Αγκαλιαστήκαμε, η Λενούλα μας Φώναξε γεια κι άρχισε να τρέχει. Εμείς μείναμε έτσι ακούνητοι σαν να μην το πιστεύαμε. Άρχισαν να έρχονται τα τραμ και να χτυπάνε τα καμπανάκια κι ο κόσμος να σκαρφαλώνει, να τραγουδάει.

- Η πιο ευτυχισμένη μας μέρα, λέει ο Γιώργος. Ποτέ πια, ποτέ πια τίποτα κακό δεν θα μας συμβεί.

Τρέχουμε κι εμείς να σκαρφαλώσουμε στο τραμ. Αγκαλιαζόμαστε με αγνώστους, τραγουδάμε μαζί Σαν να μην πιστεύαμε ποτέ πως θα έφτανε μια τέτοια μέρα. Μια τέτοια ευτυχία. Είχε πει η Έλλη: «Το μάτι στο καλειδοσκόπιο», τι σήμαινε; Σήμαινε λεφτεριά σίγουρα, μα γιατί καλειδοσκόπιο; Και ποτέ δεν τη ρώτησα. Το είχα ξεχάσει. Και τώρα το θυμήθηκα, είμαι σίγουρη πως το είπε.

Κατεβαίνουμε στην Ομόνοια. Κόσμος, κόσμος στους δρόμους χορεύει και τραγουδάει. Ανεβαίνουμε τη Σταδίου. Κρατιόμαστε σφιχτά μην χαθούμε. Όχι, δεν θα 'θελα με τίποτα να 'χανα τον Γιώργο μέσα στο πλήθος. Τον κοιτάζω, λάμπει από ευτυχία, έτσι θα λάμπω κι εγώ κι όλος ο κόσμος δίπλα μας. Δεν μπορώ να πιστέψω πως ποτέ μα ποτέ πια δεν θα δούμε άσχημες μέρες στη ζωή μας. Το είπε ο Γιώργος.



Έχουμε καινούργια Ρόζα Λούξεμπουργκ....

Φτάσαμε στο ύψος που είναι η Τράπεζα Αθηνών πλάι στου Λουμίδη. Ένα πλήθος περνάει και κάνουμε στην άκρη. Είναι εργάτες με τις φόρμες τους. Πού βρέθηκαν τόσες κόκκινες σημαίες; Έχουν υψωμένες τις γροθιές τους και ζητωκραυγάζουν: «Κάπα, Κάπα, Έψιλον». Κι ανάμεσα τους, ακριβώς στη μέση, η ζακέτα της Τσούχλου! Ναι, η μαμά. Έχει κι αυτή τη γροθιά της ψηλά και φωνάζει: «Κάπα, Κάπα, Έψιλον».

- Δες, λέω στον Γιώργο.

Δεν προφταίνω όμως να το πω κι ακριβώς απέναντι, στο μπαλκόνι, στην Τράπεζα Αθηνών, βλέπω τον μπαμπά και δυο άλλους στο πλάι του. Κουνάει τα χέρια του, θαρρείς και κολυμπάει. Κάτι φωνάζει. Δεν μπορώ ν' ακούσω τη φωνή του, ξέρω όμως, θα 'ναι μια κραυγή: «Έλληηη».

Η μαμά κοιτάζει ίσια μπρος με τη γροθιά πάντα υψωμένη. Τον μπαμπά που γέρνει στο μπαλκόνι τον τραβούν μέσα οι δύο διπλανοί του. Ήτανε η μόνη φορά στη ζωή μου που τον λυπήθηκα.

- Έχουμε καινούργια Ρόζα Λούξεμπουργκ, λέει ο Γιώργος.

Δεν γέλασα με το αστείο. Ο Γιώργος το κατάλαβε και μου 'σφιξε το χέρι.

- Είπαμε, σήμερα δεν έχει στεναχώριες. Μόνο χαρά. Πάμε να βρούμε τους φίλους, τους συντρόφους μας.


Τόσο πολύ δεν είχαμε αγκαλιαστεί ποτέ μας.

Με δυσκολία περνούσαμε μέσα από τον κόσμο. Φτάσαμε στην Πανεπιστημίου. Κοιτάζω. Δεν είναι δυνατόν. Η Ζωρζ! Σκαρφαλωμένη στα κεραμίδια του Πανεπιστημίου. Κρατάνε μαζί μ' ένα αγόρι την ελληνική σημαία και τραγουδάνε. Κουνάω τα χέρια. Πού να με δει. Κοιτάζει ολόισια με το κεφάλι ψηλά και μοιάζει να σφίγγει το κοντάρι της μην της την πάρει ο εχθρός.

Πιο κάτω βρίσκουμε φίλους από το θέατρο, συντρόφους, κι όλοι μαζί τραγουδάμε κι ούτε με νοιάζει που είμαι παράφωνη.

Πρέπει να ήτανε αργά τ' απόγευμα όταν συναντήσαμε τον Μπάστα και τη Δέσποινα. Καθόντανε πάνω σ' ένα γκρεμισμένο τοιχάκι, στη Μαυρομματαίων. Βραχνοί, αποκαμωμένοι, χαρούμενοι. Τόσο πολύ δεν είχαμε αγκαλιαστεί ποτέ μας.


....μας περιμένουν δύσκολες μέρες....


- Πάμε στη Διδώ, πρότεινε ο Μπάστας, γιατί είδε πως ήμασταν κοντά στην Κοδριγκτώνος.

- Σίγουρα δεν θα 'ναι σπίτι, λέω.

- Τι χάνουμε;

- Πάμε.

Ήτανε σπίτι. Και μύριζε φασολάδα.

Ο θείος Πλάτων είχε μαγειρέψει. Να υπάρχει ένα φαί! Θα τρώγαμε όλοι. Ο Πλάτων στρώνει τραπέζι. Η Διδώ καπνίζει και κάνει βόλτες νευριασμένη.

- Θείτσα, τι έπαθες τέτοια μέρα;

- Είμαι έξω φρενών.

Την κοιτάμε όλοι απορεμένοι.

- Ακούς εκεί, να βγούνε από τις κρυψώνες τους όλοι οι παράνομοι και να μου κάνουνε παρέλαση στους δρόμους και να τραγουδάνε! Ο κόσμος τους είδε και τους ξέρει πια. Δεν μου λέτε, τι θα γίνει αν χρειαστεί να ξαναβγούνε στην παρανομία;

Μείναμε όλοι άφωνοι. Τι εννοούσε η Διδώ; Μίλησε ο Μπάστας.

- Διδώ μου, παραφρόνησες; Ποια παρανομία; Τώρα είμαστε ελεύθεροι. Ε-ΛΕΥ-ΘΕ-ΡΟΙ.

- Μην σας κόψω τη χαρά σας. Πάμε να φάμε τα φασόλια του Πλάτωνα. Ξέρετε όμως ότι μας περιμένουν δύσκολες μέρες.

Ο Γιώργος με κοίταξε, ποιος ξέρει τι έκφραση είχα πάρει και σαν να με λυπήθηκε.

- Άσε μας, βρε Διδώ, να χαρούμε σήμερα τέτοια μέρα που ξημέρωσε.

- Καλά, ντε, είπε κι άρχισε με την τρεμουλιαστή φωνή της σαν υψίφωνος της όπερας να τραγουδάει ένα σμυρναίικο τραγούδι.



Σηκωθήκαμε και χορέψαμε....

Η Δέσποινα έβγαλε το φλάουτο που δεν το αποχωριζότανε ποτέ και τη συνόδεψε. Ο θείος Πλάτων μάζευε τα πιάτα. Απέξω χάλαγε ο κόσμος στις φωνές και στα ρώσικα τραγούδια της επανάστασης, με λόγια ελληνικά. Πότε πρόλαβαν να τα γράψουν και να τα μάθουν; Και τότε η Δέσποινα έπαιξε στο φλάουτο την «Κατιούσα» κι η Διδώ σηκώθηκε και τη χόρεψε. Σταμάτησε λαχανιασμένη.

- Εμπρός, σηκωθείτε να χορέψουμε... όσο μπορούμε, έκανε.

Σηκωθήκαμε και χορέψαμε. Ως κι ο θείος Πλάτων που είχε μαζέψει το τραπέζι και το έσυρε στην άκρη.


12 Οκτωβρίου 1944, να μην την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου αυτή τη μέρα.


Ἀλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ. 318-323)



Ο Νικηφόρος Βρεττάκος σημαιοφόρος της Εταιρείας Λογοτεχνών 
κατά την παρέλαση για την απελευθέρωση της Αθήνας 

________________