Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

«Θάνατος Παλληκαριού» ή «τα Πάθη του Mήτρου του Pουμελιώτη»


Θεόδωρος Ράλλη, Επιτάφιος, 1893
___________


Το 1891 ο Κωστής Παλαμάς δημοσιεύει στο περιοδικό Εστία το διήγημα με τον τίτλο «Θάνατος παλληκαριού», ενώ το 1901 κυκλοφορεί και ως βιβλίο. 
Στο άρθρο του με τίτλο «Θάνατος παλληκαριού ή η ανεπαίσθητη υπέρβαση του ηθογραφισμού» - δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία (τόμος 137, τεύχη 1623-1625) το 1995 - ο Βάλτερ Πούχνερ επιχειρεί μια εμπεριστατωμένη φιλολογική και αναλυτική προσέγγιση του διηγήματος του Κωστή Παλαμά. Ο Πούχνερ υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο αφήγημα, αν και φαίνεται να κινείται εντός των πλαισίων της ηθογραφίας, στην πραγματικότητα την υπερβαίνει (ανεπαίσθητη υπέρβαση). Ο συγγραφέας αναλύει πώς ο Παλαμάς χρησιμοποιεί τα ηθογραφικά στοιχεία για να αποδομήσει τον ηρωισμό και να εστιάσει στην ψυχολογία και τη δραματικότητα των ηρώων.


Ευγένιος Ντελακρουά: Σουλιώτες χορεύουν
Μουσείο Λούβρου
__________



Ο Μήτρος Ρουμελιώτης - ως Διγενής Aκρίτας

Το πρώτο επεισόδιο  διαδραματίζεται κατά τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής, στο Θαλασσοχώρι, όπου αγόρια και κορίτσια, άντρες και γυναίκες έχουν μαζευτεί έξω από την εκκλησία αναμένοντας τον Επιτάφιο. Σε μια ατμόσφαιρα γιορτής, ο Μήτρος Ρουμελιώτης χτυπά το πόδι του. Tα χριστολογικά συμφραζόμενα συμπληρώνονται με χαρακτηριστικά της ηρωικής ποίησης: το παλικάρι περιγράφεται ως σωστός Διγενής Aκρίτης, ήδη το όνομά του παραπέμπει στην ενσάρκωση του ιδανικού της λεβεντιάς. Bράχος στην πάλη, σωστός  αετός στο χορό. 

«Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης ήταν αληθινό παλληκάρι κ' είχεν όλα τα χαρίσματα του παλληκαριού· τα λόγια, την ορμή, το φιλότιμο, την ομορφιά και την περηφάνεια, την αγάπη της ζωής και την καταφρόνια του θανάτου.

[…] Αντρειωμένος ήταν˙ τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε να μείνη, σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο να’χανε βίος, κάλλιο να τον εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρὰ ν’ απομείνει σημειωμένος. Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτεί, να γιατρευτεί χωρίς να τ’απομείνει σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθεί απὸ το κρεββάτι, να μη σηκωθεί στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, χωρίς καλά καλά να το νοιώθεται, μονάχα ένα θεὸν ελάτρευε: την Εμορφιά, την άγια την Εμορφιὰ της λεβεντιάς και της υγείας, πόχει εκκλησιά της το κορμί. Και ας τα ‘βαναν με το κορμί του όλα του κόσμου τα κακά· φτάνει να μη του άφηναν τ’ αχνάρια τους σα βρισιὰ και σα λέρα· κορμὶ σημαδιακό, κορμί ντροπιασμένο. Για παλληκάρια σαν το παιδί της Δήμαινας ειν᾿ ατιμία η ασχημιά.

Kαι αυτό το φοβερό παλικάρι θα πατήσει μια λεμονόφλουδα και θα πέσει. “Σκοτώθηκα” φωνάζει προφητικά. Tο μικρό πέσιμο θα αποδειχτεί η μεγάλη πτώση.


Δημήτριος Γαλάνης, «Η Πομπή του Πάσχα» (La procession de Pâques)
___________


Tο μικρό πέσιμο - η μεγάλη πτώση.

Κανεὶς δὲν ἔπεσε νὰ κοιμηθῇ, ὅλοι ἀγρυπνοῦσαν· ποῦ νὰ κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ὅ τι πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, βουβὲς οἱ καμπάνες καὶ στὶς τρεῖς ἐκκλησούλες τοῦ Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ' οἱ καμπάνες γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὰ πάθη, σὰ νἄχουν κι αὐτὲς ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ δὲ μποροῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ καημό τους οὔτε νὰ ξεφωνίσουν. Μόνο τὰ ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τὸν κόσμο στῶν παιδιῶν τὰ χέρια˙ τρέχουν τὰ παιδιά, κι ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά, κι ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, καὶ τὰ χτυποῦνε μὲ κακὸ καὶ μὲ φωνές : «Ὥρα γιὰ τὴν ἐκκλησά! Ὥρα γιὰ τὴν ἐκκλησά!» Κ᾿ οἱ λιγοστοὶ ποῦ ἀπομένουν βάρυπνοι, πετειοῦνται ξαφνισμένοι καὶ τρέχουν στὸ παράθυρο, θαρρῶντας πῶς γλυκοχαράζει καὶ πῶς περνάει κάτου ὁ ἐπιτάφιος. Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, τὴ Μεγάλη Παρασκευή, βουβαίνοντ᾽ οἱ καμπάνες τοῦ θαλασσοχωριοῦ, ἐκεῖνες μόνο γιατί, ἀπ᾿ ἄκρη σ᾽ ἄκρη, τὸ θαλασσοχώρι σηκώνεται στὸ πόδι, γιὰ τὴν ἀγάπη πάλι τοῦ Χριστοῦ, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

Ἔτι κ᾿ ἐκείνη τὴ νύχτα˙ γυναῖκες κι ἄντρες, ἄλλοι χώρια κι ἄλλοι μαζωχτοί, ἔβγαιναν ἀπ᾿ τὰ σπίτια, ἀπὸ τοὺς καφενέδες, καὶ σκορπίζονταν ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ κατὰ τὶς ἐκκλησιές. Οἱ περπατησιές βαρυχτυποῦσαν στὰ καλντερίμια κι ὁλοένα ἐμάκραινε τοὺς ἤχους ὁ ἀντίλαλος τῆς νύχτας. Κ᾿ ἡ νύχτα, δροσοστάλαχτη ἀπριλιάτικη, μ᾿ ἕνα φεγγάρι νυστασμένο ποῦ πάει νὰ βασιλέψῃ καὶ χύνει ἀχνότερη γι᾿ αὐτὸ τὴ λάμψη του στὰ μαῦρα καὶ ξασβέστωτα παλιόσπιτα καὶ στὰ στραβὰ σοκάκια, ποῦ, λίγη, περισσή, ποτὲ κ᾿ ἡ λάσπη δὲν τοὺς λείπει. Οἱ ἐκκλησιὲς ὁλόφωτες, μὲ πόρτες ὀρθάνοιχτες. Κάπου κάπου ξεχύνονταν ὡς ἔξω ἡ φωνὴ τοῦ ἀναγνώστη, πρὶν ἀρχίσουν οἱ θρῆνοι. ᾿Αλλὰ τὸ μεγάλο τὸ πανηγύρι γίνετ᾿ ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὶς ἐκκλησιές. Γύρω σὲ φωτιές μεγάλες θρεμμένες μὲ ῥετσίνα, μὲ κληματόξυλα, μὲ σανίδια, μὲ φρόκαλα, μὲ σκαφίδια καὶ μὲ κοφίνια τῆς μπουγάδας, καὶ κάπου κάπου μ᾿ ὁλόκληρο παραθυρόφυλλο, - ἀλλοίμονο στὰ χαμηλὰ σπιτάκια καὶ στὶς ἀσυλλόγιστες νοικοκυρές, τὴ νύχτα ἐκείνη! - γύρω σὲ φωτιές, τοῦ κόσμου τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παλιόπαιδα, καὶ μέσα στὰ παιδιὰ κι ἄντρες μὲ μουστάκια, πηδοῦνε, τρέχουν, ἀλαλάζουν, δαιμονίζονται˙ κι ἀστραποβολοῦν στὰ σκότη καὶ βροντοχτυποῦν στὴν ἡσυχία οἱ σαλιόρες καὶ τὰ χοντρὰ χαλκούνια - Σῶσον, Κύριε! - κ᾿ οἱ τρακατροῦκες καὶ τὰ χαϊμαλιά, μὲ τέχνη καμωμένα ἀπὸ καλάμια κι ἀπὸ χοντρόχαρτα, καὶ γεμισμένα μὲ μπαρούτι, μὲ μπαρούτι ἀτέλειωτο. Δίσκος γιὰ τὸ μπαρούτι γύριζε μέσα στὶς ἐκκλησιές. ῎Αντρες καὶ παιδιά, φωτοκαίγονταν μ᾽ ἐκεῖνα, τῆς φωτιᾶς τὰ σύνεργα, γιὰ τὴν καλὴ χρονιά. Μπαρούτι μύριζε τὸ Θαλασσοχώρι κ᾿ οἱ ἐνορίτες μὲ τοὺς ἐνορίτες στέκονταν ἀμὰν γιὰ πόλεμο.

Δὲν ἦταν μόνον οἱ ἐκκλησιὲς ἀνοιχτές, τὴν ὥρα ἐκείνη. Ἐδὼ κ᾿ ἐκεῖ πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Ὅσο νἄρθ᾽ ἡ ὥρα ποὺ θὰ βγῇ ὁ ἐπιτάφιος, ὡς τὶς τρεῖς τὸ πρωί, ὅλος ὁ κόσμος δὲ μποροῦσε νὰ περνᾷ τὴν ὥρα του ὁλόρθος μέσ᾽ στὴν ἐκκλησιά ! Μ᾿ ἕνα βαρὺ γλυκό, μὲ ἕνα μεζὲ καὶ δυὸ ῥουφηξιὲς πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανεὶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ παίρνει δύναμη γιὰ νὰ συντροφέψῃ τὸν ἐπιτάφιο.

Κ᾿ ἔτσι σιγὰ σιγὰ οἱ παρέες τραβειούνταν κατὰ τὶς ἐκκλησιὲς μὲ δροσισμένο στομάχι. Τελευταία εἶχε ξεχαστῆ στὸ κρασοπουλειὸ τοῦ Ψημένου μιὰ συντροφιά χαρούμενη· ὁ Μῆτρος ὁ Ρουμελιώτης, ὁ Γιαννάκος ὁ Ταρνάναμας, ὁ Μάρκος ὁ Κανίνιας καὶ τὸ παιδὶ τῆς Χαρίταινας, ποῦ κανεὶς δὲν τὄκραζε μὲ τὄνομά του, ὅσο ποῦ καὶ τὸ ἴδιο τὸ ξέχασε κι ἄκουγε μόνο σὰν τὸν φώναζαν ἡ Ταρία Ταρέλα. Κ᾿ οἱ τέσσαρες θαλασσινοί· ὁ πρῶτος εἶχε ψαροκάϊκο, ὁ δεύτερος δούλευε στὸ ψαροκάϊκο τοῦ πρώτου, ὁ τρίτος ταξίδευε μὲ τὶς μαοῦνες, καὶ ἡ Ταρία Ταρέλα ἦταν ψαρᾶς. Καὶ οἱ τέσσερες εἰκοσιπέντε χρόνων κι ἀδερφωμένοι ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια. Τὸ κρασὶ κ᾿ ἡ κουβέντα τοὺς ἄναψαν τὸ κεφάλι, κι ἂν δὲν ἦταν Μεγάλη Παρασκευή, θὰ τὄσκουζαν. Το τραγούδι μισαγαλινό, ἁπαλὰ ἁπαλά κι ἀθέλητα, ξεφύτρωνε στὰ χείλη τους τέτοια νύχτα. Στὰ ὑστερνά κατάλαβαν πῶς ἄργησαν. Στὸν Ἅη Νικόλα, λίγα ποδάρια παρέκει ἀπὸ τὸ κρασοπουλειό, ἄρχισαν κι ἔψελναν «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι». Ὁ Ψημένος ἔστεκε στὸ φτερὸ γιὰ νὰ κλείσῃ. Πετάχτηκαν στὴ στιγμή. Βρέθηκαν στὸ δρόμο.

« Μωρὲς ξέχασα τὰ βεγγαλικά!» φωνάζει ὁ Κανίνιας.

Τὰ βεγγαλικὰ τὰ εἶχαν γιὰ νὰ τἀνάψουν στὸν ἐπιτάφιο.

«Στὰ πόδια τοῦ τραπεζιοῦ τἀπίθωσα, ζερβὰ στὴν ἀγκωνή, λέει ὁ Μῆτρος· στάσου καὶ στὰ φέρνω».

Καὶ βιαστικὸς ἔκαμε νὰ γυρίσῃ στὸν καφενέ.

Μὰ γυρίζοντας γλυστράει στὸ πεζούλι ἀπάνου, καὶ ξαπλώνεται μακρὺς πλατύς, καὶ γκόπ! ἀκούστηκ᾿ ἕνας ξερὸς κρότος.

Τρία ξεροσκαστὰ γέλοια ξέφυγαν ἀπὸ τὰ στόματα τοῦ Μάρκου, τοῦ Γιαννάκου καὶ τῆς Ταρίας, καὶ μιὰ φωνή, ἕνα «σκοτώθηκα» ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Μήτρου.

«Καλά, ἀδερφέ, ποῦ σκοτώθηκες! σήκω τώρα· μήπως χτύπησες;

Μωρέ, σκοτώθηκα! δὲ μπορῶ νὰ σηκωθῶ ! δὲ μὲ πιστεύετε;»

Καὶ μ᾿ ἕνα βογγητὸ τελείωσεν ὁ λόγος του, κ᾿ ἡ φωνὴ χύθηκε παραπονιάρα, ῥαγισμένη, σὰ νἄχε πάθει ἀπὸ τὸ πέσιμο κι αὐτή. Κ᾿ ἔφτασε σταὐτιά τους ἡ φωνή του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδια, τόσον ἔξαφν᾿ ἀλλαγμένη ἀπ᾿ τὸν πόνο, ξεψυχισμένη, ποῦ τοὺς περίχυσεν ἴδρωτας καὶ τοὺς τρεῖς. Εἶδαν πῶς δὲν ἦταν χωρατά.

«Μωρέ Μῆτρο! » μπόρεσαν μόνο νὰ ξεφωνίσουν, κ᾿ ἔτρεξαν νὰ τὸν πιάσουν, νὰ τοῦ δώσουν χέρι γιὰ νὰ σηκωθῇ.

«Ἔτσι γιὰ τὸ τίποτε· παραπάτησα . . . γλύστρησα νά, σὲ μιὰ φλοῦδ᾽ ἀπάνου· λεμονοκόμματο θὰ ἦταν νὰ πάθω τέτοιο κακό.

῎Αχ! σκοτώθηκα! »

Καὶ πιὸ σιγὰ καὶ πιὸ παραπονετικὰ ἔλεγεν ὅ τι ἔλεγε. Πάλεψε νὰ σηκωθῇ μόνος του, δὲ μποροῦσε᾿ τὸν ἀνασήκωσαν οἱ ἄλλοι.

«Κουράγιο, Μῆτρο!»

Ὁ Μῆτρος δὲ μποροῦσε νὰ σταθῇ στὰ πόδια του· τὄνα του πόδι, τὸ δεξί, δὲν τὄννοιωθε πιὰ γιὰ πόδι, τοῦ φαίνοταν σὰν ἀπὸ σίδερο, τοῦ στέκονταν ἀσάλευτο. Τὸν κρατοῦσαν ἀπὸ τὶς μασχάλες. Ὁ Ψημένος εἶχε κλείσει τὸ μαγαζὶ κ᾿ ἐστέκοταν κι αὐτὸς γιὰ νὰ βοηθήσῃ. Παραπέρα οἱ φωνὲς τῶν παιδιῶν ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ σκορπειοῦνται καὶ βοΐζουν· ξεσποῦν στὸν ἀέρα τὰ χαλκούνια˙ κ᾿ ἡ νύχτα ἀστράφτει, βροντάει καὶ σφυρίζει, καὶ ῥίχνει βροχὴ ἀπὸ σπίθες. ᾿Απὸ τὶς πόρτες καὶ τὰ παράθυρα τ᾿ Αη Νικόλα τὰναμμένα κεριά κ᾿ οἱ λαμπάδες τοῦ ἐπιταφίου φαντάζουν σὰν ἀστέρια· δροσερὰ παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται : «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, ποῦ ἔδει σου τὸ κάλλος;»


Rogier van der Weyden, The Descent from the Cross, 1435 -1438, 
Museo Nacional del Prado, Madrid
________


Ο Μήτρος ως Δον Κιχώτης

Mε τη διαζωγράφηση της πασχαλινής ατμόσφαιρας (“ω γλυκύ μου έαρ”) και την επίκληση της παραδοσιακής μορφής του ρουμελιώτη ήρωα και παλικαριού, – ένα σύμβολο που διατρέχει την ελληνική παράδοση από τη βυζαντινή ηρωική ποίηση ώς τους ήρωες του ’21 και την κοσμοαντίληψη του κλέφτικου τραγουδιού, – ο αναγνώστης σχεδόν αυτόματα ταυτίζει τον ήρωα με το ιδανικό της λεβεντιάς στην ελληνική παράδοση. Ωστόσο αυτή η ισχυρή ταύτιση, την οποία προκαλεί ο Παλαμάς με την επίκληση των συμβόλων της παράδοσης, ήδη στο πρώτο μέρος, με αλλεπάλληλες τραγικές ειρωνείες, υφίσταται κάποιο κλονισμό: ο Mήτρος δεν κάνει τίποτε σωστό για τη σωτηρία του, μόνη φωτεινή μορφή όλου του έργου είναι ο επιστήμονας γιατρός, ο οποίος ωστόσο δεν έχει μεγάλη υπόληψη στον κόσμο της δεισιδαιμονίας των θαλασσοχωριτών. Aκόμα κι όταν ο αναγνώστης πείθεται τελικά πως πρόκειται για μια ιστορία πεπρωμένου, το αναπόφευκτο τραγικό βρίσκεται στον παθητικό χαρακτήρα του Mήτρου, που παραδίδεται αμαχητί στον κόσμο της μητέρας του και στο λαϊκό πολιτισμό των χωρικών, οι οποίοι γρήγορα συμβιβάζονται με την ιδέα του μοιραίου.

Στο μέσον του έργου, όπου μπαίνουμε στον εφιαλτικό κόσμο των κομπογιαννιτών και τον ακόμα πιο σκοτεινό των μαγισσών, το ίνδαλμα της εθνικής παράδοσης του κλεφταρματολού απομυθοποιείται ανελέητα. Tου καταστρέφουν το πόδι τελείως· από δω και πέρα θα προχωρήσει η γάγγραινα, και το πόδι θέλει ακρωτηριασμό για να σωθεί. Aλλά ο Mήτρος αρνείται. Kαι αντί ν’ ακούσει την επιστήμη παραδίδεται σε μάγια και μάγισσες: στη γριά τη μάντισσα, ύστερα στην Oβριά από τα Γιάννενα, στο μάντη από τον  Έπαχτο. 

H απομυθοποίηση του ήρωα στη “νύχτα των νεράιδων”, φτάνει στο αποκορύφωμα: μάνα και γιος ξενυχτάνε στην εκκλησία και βλέπουν φαντάσματα και ακούνε θορύβους, τρέμουν από το φόβο, πως οι νεράιδες θα τους πάρουν τη μιλιά. O φοβερός λεβέντης έγινε ένα τρομοκρατημένο παιδί, ο ατρόμητος ήρωας της παράδοσης κωμική φιγούρα ευτράπελων διηγήσεων, που πλάθονται για την κουταμάρα και ηλιθιότητα των ανθρώπων. Tο ίνδαλμα της λεβεντιάς έγινε εκπρόσωπος της ανθρώπινης βλακείας. H σήψη και η γάγγραινα κάνουν τις γάτες στα κεραμίδια φαντάσματα και ξωτικά. 

O Παλαμάς με τη γλωσσική του μαεστρία μας κάνει να βλέπουμε τα πράγματα με τα μάτια του ίδιου του φοβισμένου Mήτρου, μάρτυρες του παλιμπαιδισμού του, και η κωμικότητα της σκηνής, όπου μάνα και παιδί στέκονται στο σκοτάδι και βλέπουν τα δικά τους φαντάσματα και δεν μιλούν, μήπως οι νεράιδες τους πάρουν τη μιλιά, αντισταθμίζεται με τη συμπάθεια, που έχει εξασφαλιστεί από την αρχική ταύτιση του Mήτρου με τον ήρωα της εθνικής παράδοσης. Δεν μπορούμε να γελάσουμε με τον Δον Kιχώτη που αυτοκαταστρέφεται. Mε την ταπείνωση του Mήτρου ταπεινώνεται και ο αναγνώστης, που έχει παγιδευτεί στην αρχική του ταύτιση με το εθνικό σύμβολο του ηρωισμού.



Jacopo Pontormo, The Deposition from the Cross, 1525–1528, 
church of Santa Felicita, Florence.
__________


Ο Μήτρος ως Εσταυρωμένος Διγενής

Aλλά το φινάλε τον αποζημιώνει. O Mήτρος ανυψώνεται πριν απ’ το θάνατό του πάλι στα ύψη του πραγματικού ήρωα· προετοιμάζει προσεκτικά το δικό του θάνατο: ανοίγει το παράθυρο, μπαίνει το φως της άνοιξης, στολίζεται όπως οι αρχαίοι Σπαρτιάτες πριν από τη μάχη με βέβαιο θάνατο, και δίνει εντολή στη μάνα του ν’ αρχίσει το μοιρολόι, για να το ακούσει ο ίδιος, ακόμα ζωντανός. H σκηνοθεσία της νεκρώσιμης σκηνής υπερβαίνει την παράδοση, και το ηρωικό του ανάστημα υψώνεται σε μνημειακά μεγέθη. O κόσμος που καταφτάνει βλέπει το νεκρό ακόμα ζωντανό και παρακολουθεί το ψυχομαχητό του. Συμφύρονται τα πάθη του Mήτρου με τα Πάθη του Xριστού, ο θρήνος της Δήμαινας με τον επιτάφιο θρήνο και ο θάνατος του παλικαριού με το Θάνατο του Διγενή. 

Στο τελικό tableau εναρμονίζεται και η φύση: από τον ήλιο που βασιλεύει ξεκινάει ο πύρινος ποταμός της Δευτέρας Παρουσίας προς το σπίτι του Mήτρου, τη στιγμή που κρίνεται η ψυχή του στη ζυγαριά του αρχάγγελου Mιχαήλ. O αναγνώστης κινείται πάλι στο γνωστό πεδίο των συμβολισμών της ελληνοχριστιανικής παράδοσης και λυτρώνεται από τις αμφιβολίες και τις ταπεινώσεις του μεσαίου μέρους του διηγήματος. O Mήτρος, το φοβισμένο παιδί, έγινε πάλι ο Mήτρος Διγενής Aκρίτης και Xριστός. H αρχική ταύτιση του αναγνώστη επιβεβαιώνεται πανηγυρικά και ανακουφισμένος ξεχνάει την απομυθοποίηση και ταπείνωση του ήρωα. Bέβαια η τελευταία σκηνή του έργου τον γυρίζει πάλι στον κόσμο των μαγισσών και κάπως σχετικοποιεί το ηρωικό φινάλε.

Oι μακροδρομές του αφηγήματος θα μπορούσαν να περιγραφούν ως ένα τρίπτυχο: ατύχημα – άστοχες θεραπείες – θάνατος, η πορεία των συμβολισμών του ήρωα είναι κυκλική: Διγενής – Δον Kιχώτης – Eσταυρωμένος Διγενής. O αναγνώστης βρίσκεται από την αρχή ώς το τέλος σε μια ισχυρή συγκίνηση και συναισθηματική φόρτιση, που ξεκινάει και τελειώνει με την ταύτιση του κεντρικού ήρωα με την ελληνική παράδοση από τον Διγενή Aκρίτα ώς το 1821 και την ένταξη των γεγονότων στα θρησκευτικά και βιωματικά συμφραζόμενα της Mεγάλης Παρασκευής, όπου ο ήρωας ταυτίζεται τελικά με το Θεάνθρωπο. Έτσι η απομυθοποίηση και εν μέρει και γελοιοποίηση στο μεσαίο μέρος, ως άβουλου παιδιού στα χέρια των ψευτογιατρών και φοβισμένου έρμαιου στις προφητείες των μαγισσών, αυτού που δεν φοβόταν κανένα και τώρα τρέμει τα φαντάσματα της νύχτας, λειτουργεί ως κρίση των αξιών, η οποία παίρνει διαστάσεις εθνικές: με το λαϊκό πολιτισμό της Tουρκοκρατίας η Eλλάδα του αστικού fin de siècle δεν μπορεί να μπει στον αιώνα της Eπιστήμης· το ίνδαλμα της εθνικής παράδοσης χάνεται αν μείνει στον κόσμο και τη νοοτροπία των Eλλήνων θαλασσοχωριτών.

Oι πολλαπλές τραγικές και κωμικές ειρωνείες του Παλαμά ωστόσο αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα: ποιος σταύρωσε τελικά τον Mήτρο; Γιατί το παλικάρι έπρεπε να πεθάνει; O Παλαμάς ήταν γνωστός λάτρης της επιστήμης και ταυτόχρονα μαγεμένος από την ποιητικότητα του λαϊκού πολιτισμού. Στο επίπεδο του ιδεολογικού μηνύματος, νομίζω, - καταλήγει ο Βάλτερ Πούχνερ στη μελέτη του - ο “Θάνατος παλληκαριού”  είναι το κύκνειο άσμα του ηθογραφικού διηγήματος, ενώ στην αφηγηματική μορφή και στη συμβατική θεματολογία αποτελεί το αποκορύφωμά του.



Guido Borelli, La-Strada del Lago
__________

Πέρασε κι ὁ χειμῶνας. Ἔλυωσαν τὰ χιόνια τοῦ Ζυγοῦ, μόνο ἡ κορφή του πρόβαλλεν ἀκόμα τυλιγμένη σὰ μέσα σὲ ψιλὰ κατάλευκο γιασμάκι.

Στὸ Μισόκαμπο λουλούδιζαν οἱ μυγδαλιὲς καὶ στὰ σπιτάκια τοῦ Θαλασσοχωριοῦ, μέσ᾿ ἀπὸ κάθε χαγιάτι καὶ κάθε λιακωτό, μέσα σὲ λογῆς λογῆς γαστροῦλες καὶ κασσελάκια, πρασίνιζεν ὁ βασιλικός, τὸ δυόσμο, τὸ δεντρολίβανο, κι ἄνθιζαν τὰ ῥόδα, τὰ γαρούφαλα, τὰ μανουσάκια καὶ οἱ βιολέττες. Καὶ τὸ πιὸ φτωχόσπιτο τὸ ἔβλεπες πλούσιο σὲ μυριστικά, καὶ τὰ κορίτσια τοῦ Θαλασσοχωριοῦ, μὲ τὶς θρεμμένες πλεξίδες καὶ τὰ βεργολυγερὰ κορμάκια τους, τὸ εἶχαν ξεχωριστὴ δουλειὰ τὴν ἄνοιξη νὰ τὰ ποτίζουν καὶ νὰ τὰ ξεδιαλέγουν τὰ λουλούδια τους. Κ᾿ ἐκεῖ κάτω ἀπ᾿ τὰ χαγιάτια κι ἀπ᾿ τὰ λιακωτά, σὲ πόρτες καὶ σὲ παράθυρα κι ἀνάμεσα στὶς γάστρες ἔχτιζαν καὶ τὰ χελιδόνια τὶς φωλιές· τί εὔκολα, ποῦ εὔρισκαν τόπο γιὰ νὰ χτίσουν τὶς φωλιές τους ἐκεῖ πέρα· ὅσο φτωχότερα ἦταν χτισμένο τὸ σπίτι, τόσο πλουσιώτερα, τόσο ἀφοβώτερα ἐζοῦσαν τὰ χελιδόνια τὰ καημένα· καὶ θαρρεῖς τὸ γνώριζαν κι αὐτά. 

Στὸ σπιτικὸ τοῦ Μήτρου τοῦ Ῥουμελιώτη κανένα λουλούδι δὲν εἶχε ἀνοίξει˙ δυὸ τρεῖς γαστροῦλες ἐστέκονταν ἀπάνω στὸ μπαλκόνι γυμνές, σὰ νὰ διάβηκεν ἀπάνω τους ἀράπικο ποδάρι. Στὸ μυαλὸ τῆς Δήμαινας φροντίδες γιὰ λουλούδια δὲ χωροῦσαν. Τὸν περασμένο χειμῶνα ἔρριξε τάνεμόβροχο τὶς γάστρες μὲ τὶς τάβλες ποῦ τὶς ἐκρατοῦσαν καὶ στόλιζαν τὴ μπροστινὴ τὴν ὄψη τοῦ σπιτιοῦ ἀπ᾿ ἄκρη σ᾽ ἄκρη, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὰ καὶ τὶς φωλιές ποῦ καρτερούσανε τὰ χελιδόνια. Κανεὶς δὲ συλλογίστηκε νὰ τὶς ξαναστυλώσῃ. Καὶ σὰν ἦρθεν ἡ ἄνοιξη καὶ γύρισαν καὶ τὰ πουλιά της, δὲ στάθηκαν στὸ σπίτι κ᾿ ἔφυγαν τὸ χαλασμό, ἀνήσυχα χτυπῶντας τὰ φτερά.

Πέρασαν οἱ ἀποκριές, κ᾿ ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, μὲ τὸ καλό, ἦταν στὰ τελευταῖα. Κ᾿ ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν ξαναγύρισεν. Ὁ ἀπρίλης, νιόφερτος, ξανάνιωσε τὴ ζωὴ καὶ νέα δύναμη σκορποῦσε γιὰ τῆς ζωῆς τὸν ἀγῶνα· νέες χαρὲς ἔννοιωθεν ἡ ψυχή, νέες φροντίδες ξεφύτρωναν στὸ νοῦ· σὰν τἄνθη ξάνοιγαν οἱ ἀγάπες, οἱ ἐκκλησιὲς ἀνοιχτές μοσχοβολοῦσαν ἀπὸ λιβάνι, κ᾿ οἱ καρδιές, ἀνοιχτότερες, μοσχοβολοῦσαν ἀπὸ ἐλπίδες. Τέτοια ἐποχὴ γλυκαίνεται κι ὁ βασανισμένος· κι ὁ ἀπελπισμένος παίρνει ὁρμή· κι αὐτὸς ποῦ εἶν᾿ ἕτοιμος νὰ ξεψυχήσῃ, τὴν ἀγκαλιάζει σφιχτότερα τὴ ζωή, κοιτάει νὰ τὴν πουλήσῃ ὅσο μπορεῖ ἀκριβώτερα.

Ὁ Μῆτρος δὲν εἶχε πλέον γλυτωμό. Μετρημένες ἦταν οἱ μέρες του. Πάνε κ' οἱ γιατροὶ μὲ τὰ γιατρικά, πάνε κ' οἱ μάγισσες μὲ τὰ μαντολόγια. Γαγγραίνιασε τὸ πόδι. Τὸ φαρμάκι ἀνέβαινε ὁλοένα κι ἀπλώνοταν στὸ αἷμα. Κ᾿ ἐκεῖνος ἀμίλητος, ἄσειστος, μόνο τὰ μάτια του μιλοῦσαν, γοργοκίνητα, γυαλιστερά, λὲς καὶ περίμενε τὸ Χάρο, γιὰ νὰ λογαριαστοῦν. Ἡ δόλια ἡ Δήμαινα εἶχε καταντήσει ἀγνώριστη ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια κι ἀπὸ τὴ λύπη, σωστὸ σαράβαλο. Ὁ Μάρκος ὁ Κανίνιας, ὁ Γιαννάκος ὁ Ταρνάναμας κ᾿ ἡ Ταρία Ταρέλα οὔτε μιλοῦσαν οὔτε τὸ κουνοῦσαν ἀπ᾿ τὸ πλευρό του. Τη Μεγάλη Πέμπτη ἔφεραν τὸν παπᾶ Θύμιο καὶ τὸν μετάλαβε.

Ἡ Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσεν ὄχι σὰν τὶς ἄλλες χρονιές, μὲ μαῦρον οὐρανό. Ξημέρωσε καταγάλανη κι ὁλόξανθη. Μὲ τὴν πρώτη ἀχτῖνα τοῦ φωτὸς ποῦ γλύστρησεν ἀπὸ τὴ χαραμάδα στὸ στρῶμα τοῦ Μήτρου, ὁ Μῆτρος ἐσπαρτάρησε κ᾿ ἔβγαλε φωνὴ τρανὴ κ᾿ ἔκραξε :

« Μάννα, ἥλιο θέλω, ἀέρα θέλω· ἄνοιξε τὸ παράθυρο!»

Κι ἀνοίγει τὸ παράθυρο κι ὁ ἥλιος πλημμυρίζει τὸ σκοτιδιασμένο, τὸ ἔρμο σπίτι. Σὰν πανηγύρι χύνεται τὸ φῶς του σὲ πάτωμα, σὲ τοίχους, καὶ σὲ κάθε τι. Τὸν περιχύνει τὸν ἄρρωστο, καὶ θἄλεγες πῶς ἦταν αὐτὸς ὁ μόνος γιατρὸς κι ὁ μόνος μάγος. Τὰ μακρειὰ κι ἀχτένιστα μαλλιά του τἀναταράζει τὸ πρωϊνὸ τἀγέρι ποῦ μὲ βία χύθηκεν ἀπ᾿ τἀνοιχτὸ παράθυρο. Κι ἀπ᾿ τἀνοιχτὸ παράθυρο τὰ μάτια του τραβᾶνε ἴσα ὁλόϊσα κι ἀνταμώνονται μὲ τὸν ἥμερο γιαλὸ τοῦ Θαλασσοχωριοῦ· τὸν ἴδιο τὸ γιαλὸ ποῦ ἀλλάζει χίλια χρώματα σὰ χίλια ὄνειρα σὲ κάθε χρυσοφίλημα τοῦ ἥλιου ἀπ᾿ τὸ πρωί ὡς τὸ βράδυ. Μόνο πῶς ὁ αὔγουστος δὲ μποροῦσε τότε νὰ τοῦ δώσῃ τὴ μυστικὴ ἐμορφιὰ ποῦ σήμερα τοῦ δίνει ὁ ἀπρίλης, πλασμένη ἀπ᾿ ὅλες τὶς πνοὲς κι ἀπ᾿ ὅλες τὶς λαχτάρες τῆς ζωῆς. Καὶ σὲ μιὰν ἄκρη τοῦ μόλου, τὰ μάτια του ξανοίγουν ἕνα καϊκάκι, τὸ ἴδιο τὸ καϊκάκι του, ξαρματωμένο ἐκεῖ, παραρριμένο. Καὶ σὰ νὰ φώτισεν ὁ ἥλιος τὸ λογισμό του πιὸ βαθειὰ κι ἀπὸ τὸ σπίτι του, κατάλαβε κι αὐτὸς πῶς ἦρθεν ἡ στερνή του ἡ ὥρα, πῶς ὁ Χάρος πλάκωσε, καὶ πῶς ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ σὰν ἄξιο παλληκάρι, μὰ τὸν κὺρ Ἥλιο ποῦ τοῦ φώτιζε τὸν ὑστερνό του δρόμο. Κι ὁ μάγος ὁ ἥλιος τὸν ἐμάγεψε˙ τὸν ἐμέθυσε μὲ ἕνα παράξενο κι ἀπάντεχο κρασί, καμωμένο ἀπὸ ζωὴ κι ἀπὸ θάνατο.

«Ἕνα καθρέφτη, μάννα, ἕνα καθρέφτη!»

Τοῦ ξάναψεν ἔξαφνα ἡ ἔγνοια τοῦ στολιδιοῦ ἤθελε νὰ συγυρίσῃ τὴ λεβεντιά του γιὰ τὸ ταξίδι τοῦ κάτου κόσμου. Τοῦ φαίνονταν πῶς ἑτοιμάζονταν νὰ πάῃ στὸ πανηγύρι τοῦ Ἅη Λιᾶ, στὰ πλάγια τοῦ Ζυγοῦ. Κ᾿ ἡ μάννα ποῦ ἀλάλιασεν ἀπ᾿ τὴ συμφορά, ποῦ ἀγρικοῦσε καὶ δὲν ἔννοιωθε, ποῦ ἔννοιωθε χωρὶς νὰ συλλογίζεται, τοῦ φέρνει τὸν καθρέφτη.

Ἐπῆρε τὸν καθρέφτη, κι ἄρχισε νὰ κοιτάζεται μέσα σ᾽ αὐτόν· ὄχι νὰ κοιτάζεται, μὰ νὰ κοιτάζῃ μέσα σ᾽ αὐτὸν χίλιες ἐνθύμησες, χίλιες εἰκόνες ἀπ᾿ τὰ μικρά του χρόνια ὡς τὰ τωρινά· εἰκόνες κ᾿ ἐνθύμησες, θαφτές μέσα στὸ νοῦ του, ποῦ ξεθάφτονταν γιὰ ὑστερνὴ φορὰ κι ἀνασταίνονταν καὶ σὰν πουλάκια γοργόφτερα τὶς ἔβλεπε μὲ τὰ σβυσμένα μάτια του νὰ σπαρταροῦνε μέσα στὸ γυαλί. Κ᾿ ἔλεγε πῶς ἦτον ὁ καθρέφτης ὡσὰν ἐκεῖνον τὸ μαγικό, τὸν περίφημο, ποῦ μέσα του ξάνοιγες ὅλα τὰ μακρυνὰ τὰ περασμένα καὶ ὅλα τὰ μακρυνὰ τὰ μελλόμενα. Κ᾽ ὕστερα μὲ μιᾶς δὲν ἀντίκρυσε άλλο τίποτε μέσα στὸν καθρέφτη παρὰ τὸ κατάχλωμο πρόσωπό του καὶ τὸ σωμένο του κορμί. Καὶ πάλι ἀκούστηκε νὰ λέῃ μ' ἐκεῖνον τὸν ἀλάλητο καημὸ τῆς λεβεντιᾶς:

«Αχ! ὡραῖα νιάτα ποῦ θὰ φάῃ ἡ γῆς!»

Καὶ καθὼς εἶπεν «ὡραῖα νιάτα», ἔτσι τὸν πῆρε γιὰ στερνὴ φορὰ κ᾿ ἡ φροντίδα τῆς νιότης, τοῦ στολισμοῦ καὶ τῆς ἐμορφιᾶς, ἡ φροντίδα, ποῦ δὲν τἀφίνει τὰ παλληκάρια καὶ μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χάρου. Κι ἄρχισε νὰ τὰ χτενίζῃ, νὰ τὰ χτενίζῃ τὰ σγουρά μαλλιά, τὰ φουντωμένα κι ὁλόμακρα, ποῦ εἶχαν ρουφήξει, θαρροῦσες, ὅλη τὴ φρεσκάδα καὶ τὴ δύναμη τοῦ κορμιοῦ, γι᾿ αὐτὸ φούντωσαν ἔτσι καὶ μάκρυναν. Κι ἔστριβε τὸ μουστάκι του σὰ νὰ ἦταν ἕτοιμος γιὰ δεύτερ᾽ ἀρραβωνήσια. Κι ὅταν ἀπόκαμε πιά, σὰ νὰ τοῦ φώτισεν ἄξαφνο φῶς τὸ νοῦ του, ἔτσι καθὼς ἦταν ἀκουμπιστός, εἶπε στὴ μάνα του:

Τώρα, δυστυχισμένη μάννα, τόσον καιρὸ ἔκανα κουράγιο, ἔλεγα πῶς δὲ θὰ πεθάνω... Μιὰ χάρη τώρα σοῦ ζητάω. Κλάψε με νὰ σ᾽ ἀκούσω.»

- Μπά! παιδί μου, τί λόγια εἶν᾿ αὐτά; Νὰ σὲ κλάψω; Ἵσα μ᾿ αὐτοῦ ἦρθες; τραύλιζεν ἀλαλιασμένη ἡ μάννα.

-Αχ! καὶ πάλι ἄχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τὰ νιάτα χῶμα γίνονται κ᾿ ἡ λεβεντιά χορτάρι, καὶ τὸ σαΐνικο κορμὶ χῶμα καὶ τὸ πατοῦνε ! Ὅπου πὰς καὶ σταθῇς, μάννα, νὰ τὸ λές».

Σώπασε λιγάκι, κ᾿ ἔξαφν᾿ ἀνατινάχτηκε ἀπελπισμένα καὶ φώναξε:

«Δὲ θέλω νὰ πεθάνω μοναχικά˙ κόσμο θέλω.῎Ανοιξε, μάννα, τὴν πόρτα, νὰ μπῇ κόσμος μέσα.»

Θὰ κόντευε τὸ μεσημέρι. Γύριζαν οἱ Θαλασοχωρίτες ἀπ᾿ τὴν ἐκκλησιάν. ῎Αντρες, γυναῖκες, παιδιά, κρατοῦσαν ἄνθη στὸ χέρι, τἄνθη τοῦ ἐπιταφίου. Ὅταν ἄξαφνα φτάνει σταὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅλων ἐκείνων, ποῦ ἔβγαιναν ἀπ᾿ τὸν Ἅη Νικόλα, κι ὅλων ἐκείνων ποῦ περνοῦσαν ἀπὸ κεῖ, – κ᾽ ἦταν ἀδιάκοπο τὸ διάβα κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνη, – φτάνει ἕνας ἦχος ἀργός, βραχνός, λυπητερός· λυπητερὸς ποῦ σήκωνε τὶς τρίχες καὶ σὲ σπάραζεν, ἦχος βγαλμένος σὰν ἀπὸ ζωντόβολο, σὰν ἀπὸ ἄνθρωπον· ἦχος ποῦ κατέβαινε καὶ ὑψώνονταν, κ᾿ ἐπνίγονταν, καὶ χύνονταν καὶ δέρνονταν· ἦχος ποῦ ἦταν καὶ μίλημα, καὶ οὔρλιασμα, καὶ θρῆνος, καὶ παράπονο, καὶ κλάψιμο, καὶ γέλιο, καὶ βρισιά, καὶ τραγούδι· τραγούδι τρομασμένης, ξετρελλαμένης, ἀπελπισμένης ψυχῆς. Κ᾿ οἱ διαβάτες ἄκουγαν, στέκονταν, ἀνατρίχιαζαν, αὐτιάζονταν, ἔνοιωθαν, κουνοῦσαν τὰ κεφάλια κ᾿ ἔλεγαν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου:

«Μυρολόϊ ! ποιὸς νὰ πέθανε;»

Κάποιος ἔδειξε τότε τὸ σπίτι τῆς Δήμαινας, κ᾿ ἔκραξε:

«Δὲν τὸ ξέρετε; ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Δήμαινας βγαίνει τὸ μυρολόϊ. Πέθανε ὁ ᾿Αφεντομῆτρος!»

Πέθανε ὁ Μῆτρος! ὁ Μῆτρος ὁ λεβέντης, ποῦ βασανίζονταν ἕνα χρόνο στὸ στρῶμα. Ὁ Μῆτρος ὁ χτυπημένος, ὁ ζηλοφθονεμένος, ὁ μαγεμένος, ὁ ἀδικοσκοτωμένος! Σὰ χαλάζι ἔπεσε τὸ μαντάτο στὸ Θαλασσοχώρι. Κι ὅσοι τἄκουγαν, ἀναστέναζαν, ἔσμιγαν μὲ βία τὶς ἀπαλάμες, κ᾿ οἱ γυναῖκες τραβοῦσαν τὰ μάγουλα σὰ νὰ μὴ τὸ περίμεναν ἀπὸ τόσους μῆνες. Δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ χωνέψουν. Ὅταν πεθαίνει παλληκάρι σὰν τὸ Μῆτρο, πεθαίνει ὁλόκληρη ζωή, σβειέται ὁ ἥλιος ! Καὶ τότε στάθηκεν ἕνα πρᾶμα, ποῦ δὲ θυμοῦνται οἱ γεροντότεροι νὰ ξαναστάθηκε κι ἄλλη φορὰ στὸ Θαλασσοχώρι. Καθένας ποῦ ἄκουγε τὸ νέο, τὸ ἔλεγε τοῦ ἄλλου καὶ ἀμέσως, ὅπως ἦταν κι ὅπου βρίσκονταν, τραβοῦσε γοργὰ κατὰ τὸ σπίτι τοῦ Μήτρου Ποῦ μαζεύτηκεν ὅλος ἐκεῖνος ὁ κόσμος; γυναῖκες ὀμορφοσυγυρισμένες μὲ τὰ μαῦρα φακιόλια· γυναῖκες ἀνάλλαγες, ὅπως βρίσκονταν στὰ σπίτια τους· κάθε λογῆς ἄντρες, νοικοκυραῖοι, δουλευτάδες τῆς θάλασσας καὶ τῆς στεριᾶς˙ παιδάκια ποῦ τὰ κρατοῦσαν ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ παιδάκια στὸ βυζὶ τῆς μάννας· ὅλοι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ τραβοῦσαν ἴσια ἐκεῖ. Ἔλεγες πῶς μέσα στὸ σπίτι ἐκεῖνο γίνονταν τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ ἔχει στηθῆ ἕνας ἄλλος ἐπιτάφιος. Καὶ πολλοὶ κρατοῦσαν ἀκόμα στὰ χέρια τους ἄνθῃ, ἄνθη ἀπὸ τὸν ἐπιτάφιο, κ᾿ ἔλεγες πῶς πήγαιναν νὰ τὰ ῥίξουν ἀπάνω στὸ στρῶμα τοῦ πεθαμμένου, μ᾿ αὐτὰ νὰ τοῦ εὐωδιάσουν τὸν τελευταῖο ὕπνο, νὰ τὸν ἁγιάσουν τὸ νεκρό.

Τὸ σπίτι ἐπρόβαλλε μ᾿ ἀνοιχτὰ παραθύρια, μὲ πόρτα ὀλάνοιχτη. Τόλουζεν ὁ ἥλιος τοῦ μεσημεριοῦ. Νὰ μὴν ἤξερε κανεὶς τίποτε, νὰ μὴ γρικοῦσε τὸν ἦχο, θὰ στοχάζονταν, ὄχι πῶς διάβαινεν ὁ Χάρος ἀπὸ κεῖ, μὰ πῶς εἶχε στηθῆ μεγάλο πανηγύρι. Κανεὶς δὲν τὸν κρατοῦσε τὸν κόσμο ἐκεῖνον. Ὅσοι ἔτρεξαν πρῶτοι, δρασκέλησαν τὸ κατώφλι, ἀνέβηκαν, τράβηξαν ἴσα μέσα, σκόρπισαν σ᾽ ὅλα τοῦ σπιτιοῦ τὰ χωρίσματα. Οἱ ἄλλοι καρτεροῦσαν ἀπ᾿ ὅξω. Κι ὅλο ἔρχονταν. Κι ὅλο κατέβαιναν, κι ὅλο ἄραζαν ἄνθρωποι μπροστὰ στὸ σπίτι. Κ᾿ ἔξαφνα πάλι ὅσοι πρόφτασαν καὶ πρωτανέβηκαν στὸ σπίτι, πρόβαλαν στὰ παράθυρα, κατέβηκαν πάλι, λαχανιασμένοι, ἀποσωμένοι, κίτρινοι, καὶ ἔφεραν νέο μαντάτο: «Δὲν πέθανεν ἀκόμα, δὲν πέθανε. Ψυχομαχάει· κ᾿ ἔβαλε νὰ τὸν μυρολογήσουν ζωντανό! Μωρέ, ἀκούς; δὲν ξαναστάθηκε τέτοιο πρᾶμα!»


Michelangelo’s Pieta (1504)
__________

Κι ἀλήθεια ἦταν· ὅσοι ἔμπαιναν μέσα στὸ σπίτι μαρμάρωναν. Ἐκεῖ ποῦ περίμεναν νὰ τὸν ἰδοῦν πεθαμμένο καὶ νὰ τὸν νεκροφιλήσουν, τὸν ἀντίκρυζαν ἀνακαθισμένο στὸ στρῶμ᾽ ἀπάνου, μ᾿ ὀργισμένη ὄψη, μὲ γουρλωμένα μάτια, μὲ τεντωμένα αὐτιά, σὰν ἄτι ἀνυπόμονο νὰ τρέξῃ στὸν κάμπο, σὰν παλληκάρι ποῦ καρτεροῦσε νὰ τοῦ φορέσουν τἄρματα γιὰ νὰ χυθῇ. Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ μαζωχτὴ ἡ γρηὰ Δήμαινα καὶ ἀσάλευτη, μὲ λείψανο κορμιοῦ μονάχα, μὲ δίχως ψυχή, μὲ δίχως δάκρυα· ὅλη της ἡ ζωὴ εἶχε γίνει φωνή, μὰ ὄχι φωνὴ γυναίκας, ἡ φωνὴ τῆς ἴδιας τῆς ἀπελπισιᾶς. Καὶ τραγουδοῦσε σ᾽ ἕνα σκοπὸ δικό της, ποῦ δὲν ξανακούστηκε κ᾿ ἔλεγε:

Ὀμορφονιὸς ψυχομαχάει, ὀμορφονιὸς πεθαίνει, ἀνάψτε πράσινα κεριὰ καὶ κίτρινες λαμπάδες, νὰ φέξουνε τόμορφονιοῦ νὰ κατεβῇ στὸν ἅδη. Σκαλί σκαλὶ κατέβαινε, σκαλὶ σκαλὶ ἀνεβαίνει.

Ἡ Βασίλω ἡ συμπεθέρα της, ποῦ δὲν μποροῦσε νὰ βαστάξῃ, κάτι θέλησε νὰ τῆς εἰπῇ:

«Καημένη Δήμαινα, δὲν ξαναστάθηκε τέτοιο στὴν οἰκουμένη, τὸ παιδί σου νὰ ζῇ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷς!»

Ἀλλ᾿ ἀντὶ νἀποκριθῇ ἡ μάννα, τὸ παιδὶ ἀποκρίθηκε:

«Πήγαινε στὴ δουλειά σου· τώρα θέλω νὰ μὲ κλάψη!»

Καὶ γυρίζοντας πρὸς τὴ μικροπαντρεμένη τὴ Λόλω, στὴν ξαδερφούλα του, ποῦ ἔστεκε γονατιστὴ κ᾿ ἔκρυβε τὰ σιγαλά της δάκρυα μέσα στὸ μαντίλι της, τὴν ἀγριοκοίταξε καὶ τῆς λέει:

«Μωρὴ Λόλω, γιατί δὲν κλαῖς καὶ σύ;»

Κι ἀκολουθοῦσε τὸ μυρολόγι:

Κ' ηὕρεν τον ἕνας σκώληκας, μὰ καὶ τὸν ἐρωτάει:
Ποῦ πάς, ἀσήμι, νὰ χαθῇς, μάλαμα, νὰ θολέψης;
Ποῦ πάς, ἀργυροκούδουνο, νὰ χάσῃς τὴ λαλιά σου;

Κι ἀπὸ τὰ χείλη τῆς μάννας τὸ μυρολόγι ξεφύτρωσε στὰ χείλη τῶν γυναικῶν τῶν ἄλλων, καθὼς τὰ δάκρυα φέρνουν δάκρυα καὶ τὰ γέλοια γέλοια, καθὼς τὸ κερὶ ἀνάφτει ἀπὸ ἄλλο κερί, καθὼς ἁπλώνονταν κάποτε κ᾿ ἡ πλυμμύρα τοῦ γιαλοῦ καὶ σκέπαζε τὸ Θαλασσοχώρι. Καὶ μέσα στὶς γυναῖκες ποῦ μυρολογοῦσαν, ἄλλες γυναῖκες πρόβαλαν μ᾿ ἀνθοστέφανα καὶ μὲ χλωρὰ μπουκέττα, κι ἄλλες παραπέρα, στἄλλα χωρίσματα, κασσέλλες ἄνοιγαν κ᾿ ἑτοίμαζαν ῥοῦχα γιὰ τὸ νεκρὸ ποῦ ἀκόμ᾿ ἀνάσαινε, κι ὁλοένα κόσμος, κόσμος ἀτέλειωτος ἀνέβαινε καὶ κατέβαινε. Καὶ μέσα στὸν κόσμο ὁ Γιαννάκος ὁ Ταρνάναμας, ὁ Μάρκος ὁ Κανίνιας κ᾿ ἡ Ταρία Ταρέλα, ἀποσωμένοι ἀπ᾿ τὶς ἀγρύπνιες, κι ἀπὸ τὸν πόνο συντριμμένοι, εἶχαν στυλώσει τὰ μάτια σὰν τυφλοὶ καὶ τίποτε λὲς δὲν ἔβλεπαν, τίποτε δὲν ἔλεγαν. ᾿Αντίκρυ ἀπὸ τὸ σπίτι ὁ μαραγγὸς κάρφωνε μὲ δακρυσμένα μάτια τὰ ξύλα τῆς κάσσας, κι ἀπάνω ἡ Βασίλω μὲ τὴ Γυφτογιάνναινα ξεδίπλωναν τὸ σάβανο· σ᾿ ἕνα τραπέζι ἔστεκεν ἡ κεντιστὴ κι ὁλόχρυση σκούφια, στερνὸ χάρισμα τῆς ἀρραβωνιαστικειᾶς στὸν ἄκληρο ποῦ τῆς ἔφυγε γιὰ πάντα· μ᾿ ἐκείνη θὰ τὸν στόλιζαν στὸ νεκροκρέββατο.

᾿Ἀπὸ τὸ μεσημέρι κ᾽ ἐκεῖθε ἄρχισεν ὁ χαροπόλεμος. Τὸ ψυχομαχητὸ κράτησεν ὅλο τὸ δειλινό. Καὶ τὸ παλληκάρι βογγοῦσε βαθειὰ κι ἀναταράζοταν, σὰ χώρα ποῦ κάθε λίγο καὶ λιγάκι τὴν ἀνατίναζεν ἀπὸ τῆς γῆς τὰ ἔγκατα σεισμός δαιμονισμένος. Καὶ μέσα στὸ ψυχομαχητό, στερνά ξεσπιθίσματα τοῦ καντηλιοῦ τῆς ζωῆς, τέτοια λόγια ξεπετειόνταν ἀνάρια ἀνάρια:

«῎Αχ! μωρέ, τί ἔπαθα!... Φουστανέλλα φορεῖς... Σιγά σιγά... μὴν πατήσῃς τὰ πόδια μου... Μπά! μπά! τί κόσμος εἶναι τοῦτος ;... Ὁρίστε ! ὁρίστε!... Μάννα... Μὴν πατήσης παραπάνω!... Τόπο! τόπο! ᾿Αέρα θέλω !... Γλυκειά ζωή... Μὴ μοῦ κρύβῃς τὸν ἥλιο... Παραδόθηκα!»


Michelangelo’s Pieta (1504)
_________

Καὶ μὲ τὸ «παραδόθηκα» παράδοσε στὸ Χάρο τὴ ζωή. Ξεψύχησε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ κόσμου, μέσα στοῦ Θαλασσοχωριοῦ τὴν ἀγκαλιά, σὰ λεύκα ποῦ τὴ ῥίχνει ὁ ξυλοκόπος, ὕστερ᾽ ἀπὸ βαρὺν ἀγῶνα, στἀνοιχτά, μπροστὰ στὴν ὄψη ὁλόκληρου τοῦ λόγγου τοῦ ἀνήμπορου. Τὴν ἴδιαν ὥραν ὁ ἀνθρώπινος ἐκεῖνος λόγγος ποῦ ἁπλώνονταν ἀπ᾿ τὸ στρῶμα τοῦ νεκροῦ ἴσια στὸ δρόμον ἔξω σκόρπισε μιὰ βοή, ποῦ τὴν εἶχε γεννήσει βαρὺς καημὸς κι ἀλαφρὸ ξανάσασμα: 

«Κρίμα στὸ παλληκάρι ποῦ πάει ἄδικα! Δόξα σοι, Κύριε, ποῦ τὸν ἀνάπαψες!»

Τὴν ἴδια ἐκείνην ὥρα, πέρα στῆς θάλασσας τὴν ἄκρη, ξανοίγονταν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ νεκροῦ κι ὁ ἥλιος ποῦ βασίλευεν ὁλοπύρινος. Τὸ ἥμερο ἀκρογιάλι δὲν ἐσούφρωνε πνοή. Τί γλύκα ποῦ εἶχεν ἡ φύση! Στεριὰ καὶ πέλαγο ἡσύχαζαν νὰ μὴ ταράξουν τὸν πρόσκαιρον ὕπνο τοῦ παντοτεινοῦ θεοῦ, τὸν ὕπνο τὸν αἰώνιο τοῦ πρόσκαιρου τἀνθρώπου.

Ὅμως τὴν ἴδια ἐκείνην ὥρα, ὅσοι παράστεκαν, μέσα στὸν πλατὺν ὀντᾶ, τὸ νεκρὸ μ᾿ ἀνοιγμένα μάτια ἀκόμα, εἶδαν κάτιτι παράξενο. Εἶδαν τὴ γριὰ τὴ Δήμαινα ἀπ᾿ τὸ στρῶμα τοῦ παιδιοῦ της, ποῦ εἶχε καρφωθῆ ἐκεῖ ξεψυχισμένη, χωρὶς αἴσθηση καὶ χωρὶς δάκρυα, καὶ πλέον καὶ χωρὶς φωνή, τὴν εἶδαν νὰ ὁρμήσῃ ἀγριωπή, μέσα στὸν κόσμο, σὰν ἀγριόγατα μ᾿ ὁλόρριχτα μαλλιά, μὲ χέρια τεντωμένα, μὲ δάχτυλα ὁλάνυχτα, σὰν κάποιον νἄθελε νὰ πνίξῃ. Μέσα στὴ μέση τοῦ σπιτιοῦ ἀθώρητη σὰ φίδ᾽ εἶχε γλυστρήσει κ᾿ ἔστεκεν ἀκίνητη, κι ἀμίλητη, κ᾿ ἔστεκεν ὁλογάληνη, σὰ μαρμαρωμένη, κ᾿ ἐκοίταζε πρὸς τὸ κρεββάτι τοῦ νεκροῦ, μιὰ κόρη. Μιὰ μυστική χαρὰ λαμπίριζε στὰ μάτια της, καὶ τὸ κλεισμένο στόμα της δὲν τἄνοιγεν, ὅμως τὸ χάραζ᾽ ἐλαφρότατα μιὰν ἀδιόρατη γραμμὴ ποῦ ἔμοιαζε χαμόγελο. Τἀνάστημά της δὲν ἦταν ψηλό, ἀλλ᾽ ὑψώνονταν ἀλύγιστο, τὸ πρόσωπό της φάνταζε ὡραιότερο, καθὼς ἐπρόβαλε μονάχα ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ μαῦρο σάλι ποῦ σκέπαζε ὅλο τὸ κεφάλι της. Σ' αὐτὴν ἀπάνου ὥρμησεν ἡ γριά. Ψιθυρισμοὶ ἀκούστηκαν τριγύρω:

«Μπᾶ! τὴν παλιοβρῶμα! τὴν ἀδιάντροπη! Μωρὲ τὴν εἴδατε τὴν Τρελλομόρφω;

᾿Αλλὰ προτοῦ προφτάσ᾽ ἡ Δήμαινα νὰ τὴν ἁρπάξῃ, ἐκείνη ἀφανίστηκε γοργά, σὰν ὄνειρο κακό, σὰν πειρασμὸς ὁλόγλυκος. Κι ἀπόμειν᾿ ἡ γριὰ σπαράζοντας καὶ φοβερίζοντας μὲ τὸ χέρι τὸν ἀέρα, καὶ πρὶν μακρειὰ πλατειά ξαπλωθῇ στὸ πάτωμα, πρόφτασε καὶ ξεφώνησε:

«Αχ! μωρὴ στρίγγλα! Ὡς κ᾿ ἐδῶ βγῆκες, μπόϊσσα! Μοῦ τὸν ἔφαγες! ἄχ! ἂν εἶχα κουμπούρι σ᾽ ἐσκότωνα! Ας εἶναι! δὲν τὸν πῆρες μιὰ φορά, κι ἂς τὸν πῆρε ὁ Χάρος!»


Νικηφόρος Λύτρας, Άνθη Επιταφίου, 1901
Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου
__________


Μήτρος και Χριστός: παράλληλα πάθη

Το διήγημα λειτουργεί σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα: ως ρεαλιστική αφήγηση μιας τοπικής κοινότητας και ως ανθρωπολογική σύνθεση για τον θάνατο, τη νέα και τη λαϊκή ψυχή. Ο Παλαμάς δεν δεν αφηγείται απλώς έναν θάνατο· δημιουργεί μια μυστηριακή ταύτιση του ανθρώπινου πάθους με το Θείο ΠάθοςΤοποθετώντας τον θάνατο του Μήτρου ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή, δημιουργεί έναν συστηματικό παραλληλισμό ανάμεσα στο ανθρώπινο δράμα και στο θεϊκό Πάθος, χωρίς ωστόσο να ταυτίζει τα δύο. Ο Παλαμάς δεν ισχυρίζεται ότι ο Μήτρος είναι Χριστός - είναι πολύ προσεκτικός ώστε η σύγκριση να παραμένει υπαινικτική και ποιητική, όχι βλάσφημη - αλλά ότι κάθε θάνατος νέου ανθρώπου επαναλαμβάνει, στη μικρή του κλίμακα, το μέγιστο κοσμικό δράμα που η Μεγάλη Παρασκευή καλείται να θυμίσει.
 

Παράλληλα στοιχεία Πάθους
  • Το σώμα ως θυσία. Ο Μήτρος, νέος και γεμάτος ζωή, καταστρέφεται από ένα ασήμαντο ατύχημα, μια γλίστρα σε φλούδα λεμονιού. Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αφορμή και στο αποτέλεσμα παραπέμπει στην αδικία της σταύρωσης: ένας αθώος, στον άνθο της ηλικίας του, χάνεται άδικα. Χαρακτηριστικά, ο λαός το διατυπώνει αυθόρμητα: «κρίμα στο παλληκάρι που πάει άδικα».
  • Το ψυχομαχητό ως Σταύρωση. Ο μακροχρόνιος αγώνας του Μήτρου με τον θάνατο, που κρατά «όλο το δειλινό», αντιστοιχεί στις ώρες της Σταύρωσης. Και οι τελευταίες του φράσεις ( «αέρα θέλω», «μη μου κρύβεις τον ήλιο», «παραδόθηκα» ) ηχούν σαν τα τελευταία λόγια του Χριστού επί του Σταυρού,  ιδίως το «παραδόθηκα» που παραπέμπει στο Ευαγγελικό «εις χειράς σου παρατίθεμαι το πνεύμά μου».
  • Ο Επιτάφιος μέσα στο σπίτι. Ο αφηγητής το λέει ρητά: «έλεγες πως μέσα στο σπίτι εκείνος γίνονταν την Πάθη του Χριστού, κ' έχει στηθεί ένας άλλος επιτάφιος». Μάλιστα, οι άνθρωποι κρατούν στα χέρια τους λουλούδια από τον πραγματικό Επιτάφιο της εκκλησίας, τα οποία μεταφέρονται από τη λατρεία στο νεκροκρέβατο, ενώνοντας τους δύο θανάτους.


Ο Διγενής ψυχομαχεί,. Έργο του Δ. Σκουρτέλη.
Συνδυασμός πολλών παραλλαγών της εξιστόρησης του θανάτου του ακρίτα
____________


Μήτρος, ο Διγενής της Ρούμελης

Ο Παλαμάς εξυμνεί τη λεβεντιά ως κορυφαία ανθρώπινη αξία, αναδεικνύοντας την επιβίωση του ηρωικού ιδεώδους από τη βυζαντινή παράδοση στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ο Διγενής είναι ο υπεράνθρωπος φύλακας των συνόρων, που δαμάζει τη φύση και τα θηρία, ζώντας μια ζωή γεμάτη άθλους. Ο Μήτρος αποτελεί μια σύγχρονη, λαϊκή ενσάρκωση του ηρωικού προτύπου του Διγενή, αν και σε ένα πιο γήινο πλαίσιο, με τα ίδια χαρακτηριστικά: ορμή, φιλότιμο, ομορφιά και περηφάνεια. Η ζωή του δεν είναι απλώς επιβίωση, αλλά μια διαρκής επίδειξη σωματικής και ψυχικής ρώμης. Για τον Μήτρο, το σώμα είναι ο «ναός» μιας θρησκείας που ονομάζεται Υγεία και Ομορφιά. 

Όπως ο Διγενής δεν δέχεται την ήττα, έτσι και ο Μήτρος δεν δέχεται το «σημάδι». Η ζωή και των δυο ταυτίζεται με τη λεβεντιά, τη σωματική αρτιότητα και δύναμη, που γίνεται φορέας αξιών και ταυτότητας. Η σωματική ατέλεια θεωρείται ατιμία και λέρα. Η αξία της ζωής γι' αυτούς χάνεται αν χαθεί η αρμονία και η δύναμη του κορμιού. Και οι δύο αγαπούν τη ζωή με πάθος, αλλά δεν φοβούνται τον θάνατο αυτόν καθαυτόν. Φοβούνται μόνο την παρακμή που προηγείται του θανάτου.

Ο θάνατος του Μήτρου είναι μια πιστή αναπαράσταση της ακριτικής παράδοσης: Ο Διγενής παλεύει με τον Χάρο στα «μαρμαρένια αλώνια» και χάνει μόνο επειδή ο Χάρος είναι αθάνατος. Ο Μήτρος, μεταφορικά, δίνει την ίδια μάχη. Πεθαίνει όρθιος, αρνούμενος να υποταχθεί στην αρρώστια που θα τον άφηνε «σημαδεμένο».Ο Μήτρος μετατρέπει τον θάνατό του σε συνειδητή τελετουργία: ζητάει καθρέφτη, χτενίζει τα μαλλιά του, στρίβει το μουστάκι του, στολίζεται, ανοίγεται στο φως και ακούει το ίδιο του το μοιρολόι, σαν να σκηνοθετεί ο ίδιος την έξοδό του από τη ζωή. Η φράση «ωραία νιάτα που θα φάει η γης» συμπυκνώνει αυτή την τραγωδία με αφοπλιστική απλότητα.

Ο θάνατος δεν είναι ήττα, αλλά η έσχατη πράξη διατήρησης της αξιοπρέπειας. Ο Διγενής πεθαίνει ως πολεμιστής που αντιστέκεται μέχρι τέλους. Ο Μήτρος προτιμά να πεθάνει παρά να ζήσει «ντροπιασμένος» από την αναπηρία. Ο Παλαμάς χρησιμοποιεί το αρχέτυπο του Ακρίτη για να δείξει ότι η ελληνική παλληκαριά δεν είναι μόνο πολεμική αρετή, αλλά μια αισθητική και ηθική στάση ζωής απέναντι στη φθορά. 



Θάνατος παλληκαριού, από την παράσταση που σκηνοθέτησαν η Μιχαέλα Αντωνίου και η Βάσια Σκιαδά, στο θέατρο Μικρός Κεραμεικός ως και 25 Απριλίου 2026
____________



«Έναν καθρέφτη, μάνα, έναν καθρέφτη».

Σε μια εποχή που η εικόνα γίνεται μέσο ύπαρξης, που φωτογραφίες και stories μας χαρακτηρίζουν, μας κατακλύζουν και μας καταναγκάζουν, το κείμενο του Κωστή Παλαμά, διαχρονικό και σύγχρονο, ανοίγει δρόμους για να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε τη σημερινή μας συνθήκη. Τι είναι ομορφιά; Τι είναι δύναμη; Τι αντιπροσωπεύει το κοινωνικά αποδεκτό; Τι σημαίνει να είσαι «παλληκάρι»; Μπορούμε τελικά να βρούμε την αλήθεια μας μέσα από το βλέμμα των άλλων;

Αν το δούμε, με σύγχρονους όρους, αυτό που ο Παλαμάς περιγράφει ως «λατρεία της Εμορφιάς» δεν είναι ματαιοδοξία με τη συνηθισμένη έννοια. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο τραγικό: η ταύτιση της ύπαρξης με την εξωτερική μορφή. Το κορμί δεν είναι απλώς σώμα, είναι «εκκλησιά», τόπος ιερός, μέσο με το οποίο ο Μήτρος συνομιλεί με τον κόσμο, κερδίζει τον σεβασμό, επιβεβαιώνει ότι υπάρχει.

Ο Παλαμάς δεν γράφει απλώς για έναν άντρα που χτύπησε το πόδι του. Γράφει για έναν άντρα που φοβάται να κοιτάξει στον καθρέφτη και να δει κάτι αλλαγμένο. Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης δεν τρέμει τον πόνο, δεν τρέμει τον θάνατο, τρέμει το σημάδι, τη μόνιμη, ορατή απόδειξη ότι το κορμί του δεν είναι πια αυτό που υπόσχεται να είναι.

Το «σημαδιακό κορμί» δεν είναι απλώς άσχημο, είναι «ντροπιασμένο», δηλαδή κοινωνικά νεκρό. Εδώ βρίσκεται η γέφυρα με το σήμερα που ανοίγει το αφήγημα του Παλαμά. Οι φωτογραφίες και τα stories δεν είναι τεχνολογική καινοτομία ούτε επιφαινόμενο· είναι η νεότερη μορφή του ίδιου αρχαίου αιτήματος: να με δουν, να με αναγνωρίσουν, να επιβεβαιώσουν ότι είμαι εκεί που νομίζω ότι είμαι. 

Ο Μήτρος ζητά έναν καθρέφτη από τη μάνα του. Εμείς ζητάμε likes. Και στις δύο περιπτώσεις, ο καθρέφτης δεν αντανακλά, κρίνει. Το μοιρολόγι της Δήμαινας είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο του κειμένου, παραδόξως. Η μάνα δεν κλαίει τον θάνατο του γιου της, τον κλαίει ως ομορφιά που χάνεται: «πού πας, ασήμι, να χαθείς». Η αξία του ανθρώπου μετριέται με αισθητικούς όρους, με μεταλλικές μεταφορές λαμπρότητας και αίγλης. Κι όταν αυτή η λαμπρότητα σβήνει, δεν φεύγει απλώς ένας άνθρωπος, φεύγει μια εικόνα. Κι η εικόνα, όπως ξέρουμε καλά πια, μπορεί να πονάει περισσότερο από τον ίδιο τον άνθρωπο που την κρατά.

Το ερώτημα «τι σημαίνει να είσαι παλληκάρι» δεν είναι εν τέλει ιστορικό. Είναι επίκαιρο και όχι μόνο για τους άντρες. Το «παλληκάρι» του Παλαμά είναι ο τύπος του ανθρώπου που έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων, και που δεν μπορεί πια να τον ξεχωρίσει από αυτό που βλέπουν εκείνοι. Σε αυτή την παγίδα δεν πέφτει μόνο ο Μήτρος. Πέφτουμε όλοι.​​​​​​​​​​​​​​​​

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου