
Χουσρέβ και Σιρίν, ένα περσικό τραγούδι αγάπης
Πριν ακόμα γνωρίσει τη γυναίκα που θα τον έκαιγε σαν φωτιά, ο Χουσρέβ την είδε στον ύπνο του. Ήταν γιος του βασιλιά Χορμίζδ, γεννημένος από προσευχές και μεγαλωμένος μέσα στη λάμψη της εξουσίας, όμορφος, δυνατός, αλαζονικός με τον τρόπο εκείνων που δεν έχουν ακόμα πονέσει.
Μια νύχτα, ύστερα από καβγά με τον πατέρα του, τον επισκέφθηκε στον ύπνο ο παππούς του, ο παλιός βασιλιάς, και του υποσχέθηκε τέσσερα δώρα: μια σύντροφο απαράμιλλης ομορφιάς, ένα άλογο γρηγορότερο από τον άνεμο, έναν λαμπρό θρόνο, και έναν μουσικό που θα έκανε τις πέτρες να κλαίνε. Το πρώτο δώρο ήταν η Σιρίν.
Ο Σαπούρ, ο έμπιστος φίλος του Χουσρέβ, ήταν ζωγράφος, από εκείνους που βλέπουν τον κόσμο πιο καθαρά από τους υπόλοιπους. Ταξίδεψε στην Αρμενία, εκεί που κυβερνούσε η σοφή Μεχινμπανού, και εκεί αντίκρισε την ανιψιά της, τη Σιρίν.
Γύρισε στον Χουσρέβ και δεν είπε λέξη. Άνοιξε απλώς το σκίτσο του. Ο Χουσρέβ κοίταξε και ερωτεύτηκε μια γυναίκα που δεν είχε δει ποτέ του, μια γυναίκα ζωγραφισμένη με μελάνι πάνω σε χαρτί.
Ο Σαπούρ ταξίδεψε ξανά στην Αρμενία. Αυτή τη φορά έφερε μαζί του πορτρέτα του Χουσρέβ, τα οποία άφηνε εδώ κι εκεί, κρεμασμένα σε δέντρα, στηριγμένα σε βράχους, στα μονοπάτια που περπατούσε η Σιρίν. Εκείνη τα έβρισκε ένα-ένα και τα κομμάτια της καρδιάς της που δεν ήξερε ακόμα ότι ήταν έτοιμη, άρχισαν να ενώνονται γύρω από αυτή την άγνωστη μορφή, σαν το φως που επιστρέφει στην πηγή του, μετατρέποντας την απλή περιέργεια σε μια φλόγα που έκαιγε τα σωθικά της πριν καν προφέρει το όνομά του.
Έτσι άρχισαν όλα: δύο άνθρωποι ερωτευμένοι με σκιές, εικόνες, υποσχέσεις χαραγμένες σε μελάνι. Κι έτσι ίσως έπρεπε να είχε τελειώσει: στο φάσμα του ονείρου, όπου τίποτα δεν πληγώνει.
Ξεκίνησαν και οι δύο να βρουν ο ένας τον άλλον. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν μια φορά και δεν αναγνωρίστηκαν. Η τύχη, που άλλοτε φέρνει κοντά και άλλοτε χωρίζει, εκείνη τη στιγμή γέλασε σιωπηλά και συνέχισε το δρόμο της.
Η εξουσία έχει τη δική της λογική, σκληρή και κρύα σαν μάρμαρο. Ο Χουσρέβ έχασε τον θρόνο του και χρειάστηκε στρατό. Ταξίδεψε στο Βυζάντιο, στην αυλή του αυτοκράτορα, κι εκεί έκανε αυτό που κάνουν οι βασιλιάδες όταν έχουν ανάγκη: παντρεύτηκε την κόρη του, τη Μαρία, για να αγοράσει με γάμο αυτό που δεν μπορούσε να αγοράσει με χρυσό.
Η Σιρίν έμαθε τα νέα. Δεν έκλαψε ή τουλάχιστον δεν άφησε κανέναν να το δει. Έμεινε ακλόνητη, σαν τα βουνά της Αρμενίας, κι αρνήθηκε να κάνει αυτό που της πρότεινε ο Χουσρέβ: να έρθει κρυφά, παράνομα, σαν μυστικό που ντρέπεσαι να ονομάσεις.
— Ή θα με τιμήσεις ή δεν θα με έχεις, του είπε, και κάθε λέξη ήταν βαρύτερη από πέτρα.
Τότε ήταν, που στα βουνά ανάμεσα εμφανίστηκε ο Φερχάτ. Ήταν λιθοξόος, από εκείνους τους ανθρώπους που γνωρίζουν τη μυστική γλώσσα των βράχων, που ξέρουν πού χτυπάς για να σπάσει η πέτρα και πού για να μείνει ακέραιη. Αγάπησε τη Σιρίν, με εκείνη την ολοκληρωτική, άμυαλη, τρομακτική αγάπη, που αφήνει τον άνθρωπο χωρίς προφύλαξη.
Ο Χουσρέβ, που δεν γνώριζε γενναιοδωρία όταν τον καταλάμβανε η ζήλια, του έβαλε δοκιμασία: να τρυπήσει ένα ολόκληρο βουνό. Ο Φερχάτ σήκωσε την αξίνα και χτύπησε.
Χτυπούσε μέρα, χτυπούσε νύχτα, χτυπούσε με μια επιμονή που τρόμαξε ακόμα και τους θεούς. Οι βράχοι έπεφταν. Το βουνό υποχωρούσε. Και καθώς ο Φερχάτ πλησίαζε στο τέλος, ο Χουσρέβ κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο απλός λαξευτής, ήταν ίσως ο μόνος που αγαπούσε τη Σιρίν όπως της άξιζε να αγαπηθεί. Κι αυτό ακριβώς τον τρόμαξε.
Έστειλε μια γυναίκα στο βουνό, μ’ ένα ψέμα να το μεταφέρει στον Φερχάτ:
— Η Σιρίν πέθανε! Δεν ζει πια!
Ο Φερχάτ δεν είχε λόγο να συνεχίσει να χτυπά. Πέταξε την αξίνα ψηλά και την άφησε να τον χτυπήσει θανάσιμα.
Τα χρόνια κύλησαν με τον τρόπο που κυλούν όταν κουβαλάς βάρος: αργά και σκληρά.
Η Μάρυαμ πέθανε. Ο Χουσρέβ περιπλανήθηκε, χάθηκε, βρέθηκε, χάθηκε ξανά. Πέρασε από έναν ακόμα γάμο με μια γυναίκα που τον έκανε να νιώσει πόσο άδεια μπορεί να είναι η ευτυχία χωρίς νόημα. Κι έτσι, τελικά, κατάλαβε.
Επέστρεψε στη Σιρίν. Την παντρεύτηκε, γιατί επιτέλους κατάλαβε ότι αυτή ήταν η μόνη επιλογή που μετρούσε. Κάτω από την επιρροή της, ο Χουσρέβ άρχισε να αλλάζει. Στράφηκε στις επιστήμες, στην πνευματικότητα, στη δικαιοσύνη κι έγινε ο βασιλιάς που θα μπορούσε πάντα να είναι, αν η αγάπη τον είχε βρει νωρίτερα.
Για λίγο, η ιστορία φάνηκε να τελειώνει καλά. Μα οι ιστορίες που τελειώνουν καλά δεν είναι αυτές που θυμάται ο κόσμος. Ο Σιρούγιε ήταν γιος του Χουσρέβ από τη Μαρία, ένας νέος με σκοτεινές επιθυμίες και ακόμα σκοτεινότερες φιλοδοξίες. Ανέτρεψε τον πατέρα του, τον έριξε στη φυλακή, και τελικά τον δολοφόνησε για τον θρόνο, αλλά και για τη Σιρίν. Γιατί και αυτός την ήθελε.
Η Σιρίν δέχτηκε να μπει στο μνημείο του Χουσρέβ για να τον αποχαιρετήσει. Μπήκε ήρεμη, με βήμα σταθερό, σαν γυναίκα που ξέρει ακριβώς τι κάνει. Γονάτισε δίπλα στο φέρετρό του. Και εκεί, στη σιωπή του τάφου, με το χέρι στο στήθος της, έκλεισε την ιστορία της μαζί με την ιστορία του.
Ο Σιρούγιε βρήκε την πόρτα κλειστή. Και πίσω από αυτήν, δύο ανθρώπους επιτέλους ενωμένους, εκεί που καμία εξουσία δεν φτάνει.
Ο Νιζαμί γνώριζε κάτι που ξέρουν όλοι οι μεγάλοι αφηγητές: η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι δοκιμασία. Είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπεις ποιος είσαι αλήθεια, όχι ποιος νομίζεις ότι είσαι.
Ο Χουσρέβ χρειάστηκε χρόνια για να περάσει τη δοκιμασία αυτή. Η Σιρίν την πέρασε με την πρώτη. Κι ο Φερχάτ; Ο Φερχάτ δεν χρειάστηκε καν να δοκιμαστεί, γιατί εκείνος ήταν ήδη ολόκληρος, ήδη έτοιμος, ήδη άξιος. Κι αυτό ακριβώς ήταν η τραγωδία του.
- Ο Χοσρόης Β' και η Εξορία του
- Το Πρόσωπο της Σιρίν
- Γάμοι πολιτικών συμφερόντων και η «Μαρία»
- Το Τραγικό Τέλος
- Ο Φερχάτ: Μύθος ή Πραγματικότητα;
- Ο Πρωταγωνιστής
- Η Σιρίν
- Η Δοκιμασία του Βουνού
Στην τουρκική παράδοση η δοκιμασία αποκτά κοσμικές διαστάσεις: ο Φερχάτ δεν παλεύει μόνο με το βουνό αλλά με την αδικία, με τον κόσμο που εμποδίζει συστηματικά τον απλό άνθρωπο να κερδίσει αυτό που αξίζει. Η αξίνα γίνεται σύμβολο λαϊκής αντίστασης.
- Το Ψέμα και ο Θάνατος
- Το Τέλος της Σιρίν
- Ο Επίλογος
- Συνολική Εκτίμηση
Καθώς η ιστορία εισήλθε στη λαϊκή λογοτεχνία, συμπληρώθηκε με άλλα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. Η ιστορία έγινε ευρέως διαδεδομένη στον λαό, καθιερώθηκε στην προφορική παράδοση και αγαπήθηκε πολύ από το κοινό. Η Σιρίν, ως σύμβολο ομορφιάς, και ο Φερχάτ, ως σύμβολο υπομονής και αντοχής, άφησαν ένα ευρύ και επιδραστικό σημάδι στον λαό.
- Χορασάν: Το όνομα στα περσικά σημαίνει περίπου «εκεί που ανατέλλει ο ήλιος», δηλαδή η Ανατολή. Είναι μια ιστορική περιοχή που εκτείνεται στη σημερινή βορειοανατολική Περσία (Ιράν), καλύπτοντας επίσης τμήματα του Αφγανιστάν, του Τουρκμενιστάν και του Ουζμπεκιστάν. Στο Μεσαίωνα ήταν μια από τις σηματικότερες περιοχές πολιτισμού και διανόησης του ισλαμικού κόσμου. Πόλεις όπως η Νισαπούρ, η Μερβ και η Ηράτ ανήκαν στο Χορασάν και υπήρξαν κέντρα επιστήμης, ποίηση και τέχνης. Εκεί γεννήθηκε, για παράδειγμα, ο ποιητής Ομάρ Καγιάμ. Η ιστορία του Φερχάτ και της Σιρήν ανήκει στην τουρκο-περσική λογοτεχνική παράδοση και ο συνδυασμός Χορασάν–Αμάσεια στο παραμύθι δεν είναι τυχαίος. Συνδέει συμβολικά την περσική Ανατολή με την τουρκική Ανατολία, μια διαδρομή που ακολούθησαν αιώνες πολιτισμού και ποίησης.
- Ἴρις ποταμός (σημερινός Yeşilırmak - Πράσινος Ποταμός). Πηγάζει από τον Αντίταυρο του Πόντου, διασχίζει την Αμάσεια, η οποία είναι χτισμένη στις όχθες του, περιτριγυρισμένη από απόκρημνα βουνά. και εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο. Ο Στράβων αναφέρει τον Ίριδα στα Γεωγραφικά του (12.39), περιγράφοντας τη ροή του μέσα από την πόλη: «Ἡ δ’ ἡμετέρα πόλις κεῖται μὲν ἐν φάραγγι βαθείᾳ καὶ μεγάλῃ, δι’ ἧς ὁ Ἴρις φέρεται ποταμός, κατεσκεύασται δὲ θαυμαστῶς προνοίᾳ τε καὶ φύσει, πόλεως ἅμα καὶ φρουρίου παρέχεσθαι χρείαν δυναμένη.»












.jpg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου