Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

«Σαν παλιό σινεμά», Ο κινηματογραφικός Μάνος Χατζιδάκις



Κύριε Χατζιδάκι, θα 'θελα σ' αυτή τη συνέντευξη να σταθούμε περισσότερο στον κινηματογράφο. Ποια ήταν η πρώτη σας μουσική που γράψατε για ταινία;

Οι αδούλωτοι σκλάβοι το 1946 που σκηνοθέτησαν ο Βίων Παπαμιχάλης και ο Μάριος Πλωρίτης. Σ' αυτή την ταινία έκανε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση η Έλλη Λαμπέτη.




"Κρύβεις δυο μάτια δακρυσμένα, κουρασμένα απ' τη σιωπή, αργεί να χαράξει μια νέα αυγή..." (Ιωάννα Άλβα, Αυγή)


Πώς ήταν τότε οι συνθήκες για να γραφτεί μουσική σε ταινία;

Γράφαμε σε φωτιστικό φιλμ και δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε το αποτέλεσμα. Το στούντιο ήταν η τραπεζαρία του παραγωγού με τον μπουφέ και το τραπέζι. Εγώ είχα πλήρη άγνοια για την ανάγκη χώρου ειδικού, είχα φέρει πνευστά και χάλκινα όργανα, και το αποτέλεσμα στο σινεμά κατευθείαν ήταν τραγελαφικό.


Ουσιαστικά, εσείς ξεκινήσατε τη μουσική στον ελληνικό κινηματογράφο, γιατί η μουσική σας με το ύφος και την ιδιαιτερότητα της υπήρξε μια πρόταση. Υπάρχουν σημεία επαφής σας με τον σημερινό κινηματογράφο;


Από ένα σημείο και μετά έκανα κινηματογράφο, γιατί έτσι έβγαζα τα προς το ζην. Αντί να κάνω μία άλλη εργασία, βρήκα ότι ήταν αξιοπρεπέστερη. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι αυτή η μουσική θα χρησιμοποιείτο μετά και θα την μνημόνευαν. Γιατί περισσότερο, κάνοντας μουσική μάθαινα την τ
εχνική του κινηματογράφου. Και την έμαθα πολύ καλά ομολογώ, για να μπορώ να έχω ένα ενδιαφέρον μεγαλύτερο απ' αυτό που έδινε η ταινία. Γιατί οι ταινίες ήταν αφελέστατες, μάλλον ανόητες, και καμία σχέση δεν είχαν με το πνευματικό μου επίπεδο. 

Άλλωστε, οι διανοούμενοι του ελληνικού κινηματογράφου ήταν οι τεχνικοί κι όχι οι καλλιτέχνες του. Οι καλλιτέχνες ήταν από άλλη κατηγορία ανθρώπων. Οι τεχνικοί και διαβάζανε, και είχανε ανησυχίες, και ήταν οι άνθρωποι με τους οποίους μπορούσες περισσότερο να επικοινωνήσεις.

Τώρα ποια δουλειά σας αγαπάτε περισσότερο στον κινηματογράφο;

Υπάρχουν μερικές οι οποίες είναι καλές. Ξεχωρίζω τις μουσικές από τις ταινίες Σουίτ Μούβι του Μακαβέγιεφ, το Βρώμικα παλικάρια του Σίλβιο Ναριτσάνο και το Αμέρικα-Αμέρικα του Ελία Καζάν.




Σε μια συζήτηση που είχα με τον Ελία Καζάν μου είπε: «Αν ο Μάνος Χατζιδάκις έμενε στην Αμερική θα ήταν σήμερα ένας από τους πιο διάσημους συνθέτες στον παγκόσμιο χώρο της κινηματογραφικής μουσικής».
 Εγώ προτιμώ αυτό που είμαι εδώ. Πιο πολύ μου ταιριάζει. Το Χόλιγουντ είναι γοητευτικό, αλλά είναι και χώρος νεκροταφείων. Ξέρετε, διαφημίζουν τα νεκροταφεία εκεί. Νομίζω ότι μου ταιριάζει αυτό που έγινα εδώ. Είμαι πιο ισχυρός και για έξω.

Ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι σας ξένοι συνθέτες;

Υπάρχουν πρόσωπα που έκαναν αξιόλογη κι ήταν δάσκαλοι στο είδος της κινηματογραφικής μουσικής, όπως ο Μαξ Στάινερ, ο 'Εριχ Κόρνγκολντ, ο Φραντς Ουάξμαν, ο Μίκλος Ρόζα και ο Άλεξ Νορθ τον οποίο αγαπούσα πολύ.

Με ποιους είχατε φιλίες;

Με τον Ντέιβιντ Ράκσιν, τον Μίκλος Ρόζα, και ήμουνα πολύ φίλος με τον Νίνο Ρότα.

Το τραγούδι σας «Η μπαλάντα των αισθήσεων» με το στίχο του «Σαν παλιό σινεμά» σ' όλους εμάς που αγαπάμε τον κινηματογράφο μας δημιούργησε ιδιαίτερες μνήμες. Τελικά θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει τι σας εκφράζει πιο ουσιαστικά: η μουσική σας στον κινηματογράφο ή το τραγούδι αυτό καθαυτό;

Εμένα το τραγούδι. Μέχρι το '60, που είχα κάνει κάπου 50 ταινίες, τις έκανα για βιοποριστικούς λόγους. Από κει και πέρα πάλι έκανα κάποιες ταινίες για τους ίδιους λόγους, εκτός από το Ποτέ την Κυριακή που δεν το έκανα για βιοπορισμό, γιατί δεν είχαν χρήματα ούτε η Μελίνα ούτε ο Ντασσέν. Τις ταινίες που έκανα κέφι δεν πήρα χρήματα, όπως δεν πήρα και από την ταινία του Καζάν Αμέρικα-Αμέρικα.


Πόσο χρήσιμο είναι το τραγούδι στην εποχή μας;

Το τραγούδι είναι μεγάλη υπόθεση. Και όταν λέω τραγούδι, δεν εννοώ το τραγούδι της διασκεδάσεως και της εκτονώσεως. Εννοώ το τραγούδι που μας αποκαλύπτει, αλλά και μας εκφράζει. 

Η ιδέα ότι το τραγούδι πρέπει να τραγουδιέται, είναι ηλίθια. Ένα απ' τα ωραιότερα τραγούδια είναι η «Ιτιά». Ξέρετε να την τραγουδήσετε; Όχι. Ξέρω να την τραγουδήσω; Όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αριστούργημα. Κι όταν τ' ακούω, νιώθω χιλιάδες πράγματα να γίνονται μέσα μου. Αυτό είναι το τραγούδι. Η καραμέλα που μας φτιάχνει η βιομηχανία για να τη πιπιλάμε στο στόμα, αυτό δεν είναι τραγούδι. Μπορεί να 'ναι και πολύ ωραία. Υπάρχουν βιομηχανικά προϊόντα τα οποία είναι καλά, αλλά μην τα μπερδεύουμε με τα φυσικά προϊόντα. 

Λοιπόν, το αληθινό τραγούδι δεν έχει σχέση με τη βιομηχανία. Είναι άσχετο από τη μοίρα του βιομηχανικού προϊόντος. Το βιομηχανικό προϊόν γεννιέται, έχει ημερομηνία λήξεως, κάνει τη δουλειά του, έχει φανατικό κόσμο που πάει να τ' αγοράσει. Άλλο η συνήθεια του κόσμου για την κόκα-κόλα κι άλλο το φυσικό νερό. Έχετε δει ποτέ να γιορτάζουμε το νερό; Όχι. Ενώ η κόκα-κόλα παίζεται συνέχεια στις διαφημίσεις. 

Το αληθινό τραγούδι, λοιπόν, είναι σαν το νερό, φυσικό. Κάτι που ο άνθρωπος το 'χει ανάγκη να εκφράσει και να επικοινωνήσει. Αυτό δεν είναι κατ' ανάγκη ούτε της αρεσκείας μας, ούτε των συνηθειών μας.

Έχουμε μπερδέψει πολύ αυτές τις δύο ιδιότητες και λέμε αυτός έχει μεγάλη επιτυχία στο τραγούδι. Τα Παιδιά του Πειραιά φερ' ειπείν, ήτανε ένα τραγουδάκι το οποίο μέσα στην ταινία ήταν πολύ ωραίο, γιατί η Μελίνα ήταν θαύμα. Αλλά έτσι, όπως έγινε αργότερα διάσημο, έγινε εικόνα. Αυτό δεν ήταν το τραγούδι που έφτιαξα. Αυτό που έφτιαξα εξυπηρετούσε μόνο την ταινία. Αν το πάρουμε ανεξάρτητο, έτσι όπως έγινε διάσημο, είναι μία καραμέλα. Λοιπόν, δεν μπορεί να είσαι υπερήφανος για μία καραμέλα, όταν δεν είσαι ο βιομήχανός του, ώστε να βγάλεις τα χρήματα.



Blue ( ή τα βρώμικα παλληκάρια) του Σίλβιο Ναριτσάνο, 1967-68


Θα μπορούσατε να μου απαριθμήσατε ένα-δύο τραγούδια που είναι σαν το νερό, κι όχι σαν Τα παιδιά του Πειραιά; 

Τα περισσότερα. Όμως, δεν είναι για παράδειγμα το «Νιάου, βρε γατούλα», και άλλα που έκανα για να βγάλω χρήματα. Τότε πληρωνόμουνα για να τα κάνω. Ήθελαν τσα-τσατσα-τσατσα κι αυτό έκανα. Αν και δεν με εξέφραζαν, προτίμησα να κάνω αυτά τα τραγούδια για τον κινηματογράφο. Και θα προτιμούσα να γίνω λούστρος ακόμα, παρά να παίζω σε ένα πιάνο μπαρ. 

Αλλά, προς Θεού, δεν έκανα τραγούδι μέσα απ' τον κινηματογράφο σαν υπεύθυνο πρόσωπο. Πραγματικό τραγούδι έκανα σε άλλες εργασίες όπως «Μυθολογία», «Καπετάν Μιχάλης», «Ματωμένος γάμος», «Παραμύθι χωρίς όνομα», «Μεγάλος ερωτικός», «Όρνιθες», «Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς», «Η Ελένη» κ.ά. 

Λοιπόν, έχω κάνει τόση πολλή δουλειά που κανείς θ' αναρωτιέται πού είναι το τραγούδι; Το τραγούδι είναι παρόν. Έχω κάνει και το «Νιάου, βρε γατούλα» και «Τα παιδιά του Πειραιά» έτσι όπως έγιναν γνωστά έξω, το «Πώς τα κατάφερες και μπλέξαμε», « Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» κι αυτά ούτε να τα συζητάμε.

Μ' όλους αυτούς τους σκηνοθέτες που έχετε συνεργαστεί, είτε Έλληνες είτε ξένους, με ποιον είχατε την καλύτερη συνεργασία;

Με τον Ντασσέν, τον Μακαβέγιεφ και τον Καζάν. Νομίζω ότι απ' όλους, αυτοί οι τρεις ήσαν αυτοί που μου έκαναν κέφι να ξανακάνω ταινία μαζί τους.



Από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη, Ήσυχες μέρες του Αυγούστου, μουσική, στίχοι και ενορχήστρωση του Μάνου Χατζιδάκι, έργο 49 (1992), ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου.


Πώς είναι το ραδιόφωνο σήμερα και πώς ήταν όταν εσείς ξεκινήσατε το Γ' Πρόγραμμα;

Το ραδιόφωνο σήμερα έχει μεγαλύτερη ανοησία απ' όση είχε τότε, γιατί τότε ήταν μόνον η κρατική ραδιοφωνία. Σήμερα υπάρχει η ελεύθερη ραδιοφωνία και η ανοησία είναι ελεύθερη. Δεν είναι περιορισμένη και ελεγχόμενη, όπως ήταν τότε.


Οι συνθέτες της 7ης τέχνης (2η έκδοση 1993)
Αιγόκερως/ Κινηματογράφος


Μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για δύο ταινίες του Γιώργου Πανουσόπουλου.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΤΑΔΥΣΗ ● FREE DIVING (Love Knot) - 1995
Μουσική Μάνος Χατζιδάκις - Διασκευή για την ταινία Νίκος Κυπουργός 

Ο Χατζιδάκις είχε υποσχεθεί στον Γ. Πανουσόπουλο να γράψει την μουσική και για την ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΤΑΔΥΣΗ (1995). Όμως δεν πρόλαβε.

Έτσι, ο Νίκος Κυπουργός (συνθέτης και μαθητής του Χατζιδάκι) ανέλαβε να διασκευάσει δύο θέματα από την ΡΥΘΜΟΛΟΓΙΑ (Έργο 28, για πιάνο, 1969-71) και να τα προσαρμόσει στις ανάγκες της ταινίας. Για την εργασία του αυτή τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο μουσικής για τον κινηματογράφο.

ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΜΕΛΙΤΟΣ ● HONEYMOON - 1978
Σύνθεση ενορχήστρωση διεύθυνση Μάνος Χατζιδάκις

Το ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΜΕΛΙΤΟΣ (Έργο 36, 1978), που ο συνθέτης θεωρούσε την σημαντικότερη ίσως και πιο ολοκληρωμένη εργασία του για τον κινηματογράφο, έχει ενορχηστρώσει και διευθύνει ο ίδιος.

Ο Μάνος Χατζιδάκις με τον Ελία Καζάν στην ηχογράφηση της μουσικής για την ταινία America America (1963)




Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Να δουλέψουμε, αλλά όχι να πεθάνουμε στη δουλειά......



Λόγια ο ένας, λόγια ο άλλος και κουβέντα οι δυο μαζί, τι δουλειά μπορεί να βγει;
Παροιμία





Ωραίο πράγμα η δουλειά, μόνο μ' αυτή πάει μπροστά ο άνθρωπος



Ο Γιόκα κάθησε πλάι στο Φοτζίνι.

- Τι λες, πάμε στο χτήμα του άρχοντα Μαγιάρα που ζητάνε εργάτες;

- Είναι μακριά;
είπε ο Φοτζίνι.

- Είναι, είπε σκεφτικός ο Γιόκα, μα κάτι πρέπει να κάνουμε και μεις. Βαρέθηκα να με λένε ακαμάτη.

-Έχεις δίκιο, είπε ο Φοτζίνι. Εκεί πληρώνουνε καλά. Θα δουλέψουμε όλη μέρα και θα γυρίσουμε εδώ με το μεροκάματο, και κάτι θα βρεθεί να κάνουμε.

- Και βέβαια κάτι θα βρεθεί. Άμα είναι ξύπνιος κανείς, μπορεί τα λίγα να τα κάνει πολλά.

- Τάχα,
είπε ο Φοτζίνι, ο έμπορας ο Μάρνα, από το τίποτα δεν άρχισε;

- Πεινούσε όταν ήρθε.

- Και τώρα έχει του κόσμου τα λεφτά.


Ώρες πολλές τα συζητήσανε οι δυο φίλοι, κι αφού είπαν πολλά, τέλος κατάληξαν ότι ήταν μια θαυμάσια αρχή να πάνε να δουλέψουν την άλλη μέρα στα χτήματα του άρχοντα Μαγιάρα, και σίγουρα αυτή η δουλειά, όσο κι αν φαίνονταν ασήμαντη, πολύ γρήγορα θα τους άνοιγε δρόμο γι' άλλες δουλειές και για μεγάλα κέρδη, και σε λίγο χρόνο θα είχαν δούλους, αρχοντικά, χρήματα και ό,τι έχουνε οι άλλοι πλούσιοι μες στην πόλη. Τράβηξαν λοιπόν να κοιμηθούν νωρίς για να ξεκινήσουν τα χαράματα ξεκούραστοι.

Την άλλη μέρα πριν φανεί ακόμη ο ήλιος, οι δυο φίλοι τραβούσαν για τη δουλειά.

- Λοιπόν δεν είναι άσχημα να ξυπνάει κανείς πρωί, είπε ο Γιόκα.

- Αληθινά είναι πολύ ωραία, συμφώνησε ο Φοτζίνι και κοίταξε ψηλά τον ουρανό που άρχισε να παίρνει περίεργες ροζ αποχρώσεις... Σιγά-σιγά η ώρα περνούσε κι οι δυο φίλοι βάδιζαν σιωπηλοί.

- Ωραίο πράγμα η δουλειά, ψιθύρισε ο Φοτζίνι. Μόνο μ' αυτή πάει μπροστά ο άνθρωπος.

- Δεν έχουν άδικο οι σοφοί που την υμνούνε, συμφώνησε ο Γιόκα. Όσο καιρό καθόμουνα ένοιωθα σαν άρρωστος. Όμως θαρρώ πως όλα άλλαξαν. Ο κόσμος μου φαίνεται αλλιώτικος, κι ο ίδιος ο εαυτός μου.

-Έτσι είναι, είπε ο Φοτζίνι. Κάναμε άσκημα που αποφεύγαμε ό,τι πιο ωραίο υπάρχει σ' αυτή τη ζωή. Θυμάμαι τα λόγια του πατέρα μου: Μάθε γιε μου Φοτζίνι ότι μόνο η δουλειά έχει το χάρισμα να νοστιμεύει το ψωμί, να κάνει ευχάριστο το κρεβάτι, να διώχνει τις άσκημες σκέψεις και να κάνει σεβαστό τον άνθρωπο.



Όσο πιο πολύ δουλεύεις τόσο λιγότερο κουράζεσαι... δεν έχεις καιρό να το σκεφτείς.


Ο Γιόκα σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο του κι άλλαξε χέρι στο δισάκι με το φαΐ.

- Πρέπει Γιόκα να είμαστε πρώτοι στη δουλειά. Σίγουρα τότε θ' ακουστεί σ' όλη την περιοχή ότι είμαστε οι πιο ικανοί και αποδοτικοί εργάτες και θα μας ζητάνε παντού. Κι ίσως και να μας δίνουν πιο πολλά.

- Γιατί όχι;
είπε με σκέψη ο Γιόκα. Ο καλός εργάτης κάνει διπλή δουλειά. Θα ριχτούμε μες στα όλα. Μια μέρα είναι αυτή.

- Και τι θαρρείς,
είπε ο Φοτζίνι κοιτάζοντας τις βαθειές σκιές που έριχναν γύρω τους τα δέντρα, όσο πιο πολύ δουλεύεις τόσο λιγότερο κουράζεσαι, γιατί δεν έχεις καιρό να το σκεφτείς.

Η ζέστη άρχισε σιγά-σιγά ν' απλώνεται στον κάμπο. Το δισάκι με το φαΐ τους που κράταγαν στο χέρι, όσο πήγαινε τους φαίνονταν πιο βαρύ.

- Μακρύς ο δρόμος, είπε ο Γιόκα.

- Μακρύς, συμφώνησε ο Φοτζίνι, αχ να μην έχουμε φτάσει ακόμα, θ' άρπαζα το τσαπί...

- Μωρέ ας είχα τώρα το τσαπί στο χέρι μου και σου 'λεγα εγώ αν μου έβγαινε άλλος στη δουλειά.

- Σου κάνουν κι οι άλλοι τον εργάτη. Αμ δε! Πρέπει να το λέει η ψυχή σου. Λοιπόν θα δεις, Γιόκα, που όλοι θα τα χάσουνε μαζί μας. Βάζω στοίχημα ότι θα μας κοιτάνε με φθόνο, όσο για τα κορίτσια...

- Τι, δουλεύουν και κορίτσια εκεί;
Ο Φοτζίνι γέλασε πονηρά.

- Βέβαια, στις ελαφριές δουλειές. Ξέρεις πώς κάνουν δα αυτές σαν δούνε καλό δουλευτή. Σκούντησε τον Γιόκα και κλείνοντας το μάτι πονηρά συνέχισε:

- «Αυτός σίγουρα θα 'ναι σ' όλες τις δουλειές καλός». Βγάζουν αμέσως συμπέρασμα.

Γέλασαν οι δυο φίλοι και προχώρησαν για λίγο σιωπηλοί.

- Όποιος είναι εργατικός πάντα κερδίζει! Έτσι είναι Φοτζίνι.

- Αχ, έτσι είναι, και μεις χάσαμε τόσα χρόνια χωρίς να το σκεφτούμε. Αφήναμε τόσες πολύτιμες ώρες να φεύγουνε χωρίς να κάνουνε τίποτα, και γίναμε και μεις ασήμαντοι σαν το τίποτα.

- Ποτέ δεν είναι αργά,
τον παρηγόρησε ο Γιόκα. Τα χρόνια που χάσαμε θα τα κερδίσουμε δουλεύοντας διπλά.



Να δουλέψουμε, αλλά όχι να πεθάνουμε στη δουλειά!

Ο ήλιος τώρα ήταν φλογερός. Όλα γύρω έστεκαν ακίνητα. Οι δυο φίλοι είχαν ιδρώσει. Ο Γιόκα είδε μια σκιά πυκνή κάτω από ένα τεράστιο δέντρο που δεν την άγγιζε καμιά αχτίδα του ήλιου.

- Τι λες, στέκουμε λίγο εδώ να ξεϊδρώσουμε, Φοτζίνι; Ο Φοτζίνι δεν απάντησε, μα τράβηξε αμέσως προς τη σκιά. Έριξε χάμω το δισάκι και ξάπλωσε στην πράσινη χλόη. Το ίδιο έκανε κι ο Γιόκα. Η δροσιά του δέντρου τούς έκανε να νοιώσουν ευχάριστα. Πάνω στα φυλλώματα τα πουλιά φλυαρούσαν χαριτωμένα.

- Ωραία είναι, είπε ο Φοτζίνι.

- Άμα είναι κανείς εργατικός, όλα παίρνουν άλλη χάρη.

-Τι να σου πω, είπε ο Φοτζίνι, ρίχνοντας μια ματιά στο δισάκι, πείνασα.

- Κι εγώ, είπε ο Γιόκα κι άνοιξε ευθύς το δισάκι. Ρίχτηκαν στο φαΐ με όρεξη. Όλα τούς φάνηκαν τόσο νόστιμα που δεν έλεγαν να σταματήσουν. Ήπιαν και μπόλικο νερό και φουσκωμένοι ξάπλωσαν πάλι στο γρασίδι.

- Εγώ λέω να κάτσουμε λίγο κι ύστερα ξεκινάμε.
Ο Γιόκα δεν απάντησε. Χορτάτοι κι οι δυο κοιτούσαν τα πλούσια φυλλώματα του δέντρου. Το αλαφρό αεράκι τούς χάιδευε απαλά. Κι οι ώρες κυλούσαν ευχάριστα. Κουβέντιασαν για το κάθε τι. Για τη ζωή, για το θάνατο, για την πόλη, για τους κακούς και τους καλούς, για όνειρα, για ιστορίες παλιές, για τις γυναίκες... Δεν άφησαν κανένα θέμα. Κι όταν ξαναπείνασαν, ρίχτηκαν πάλι στο δισάκι, και αφού το άδειασαν για καλά, έγειραν και το 'ριξαν στον ύπνο.



Όταν άνοιξαν τα μάτια τους ο ήλιος δεν έκαιγε. Έγερνε με όμορφα χρώματα στη δύση.

- Ωραία που είναι η φύση, είπε ο Γιόκα και τεντώθηκε νωχελικά.

-Τι λες, είπε ο Φοτζίνι, δεν ξεκινάμε για να 'μαστε στην πόλη πριν νυχτώσει;

- Σωστά, είπε ο Γιόκα και σηκώθηκε αργά.

... Πήραν σιγά-σιγά το δρόμο του γυρισμού χωρίς να πούνε λέξη για τη δουλειά. Σαν φτάσαν πια στην πόλη, γύρισε ο Φοτζίνι σκεφτικός και είπε στο Γιόκα:

- Τι λες; Πάμε αύριο στο χτήμα του άρχοντα Μαγιάρα για δουλειά;

- Αύριο ξανά; Ε, όχι βρε Φοτζίνι, είπαμε να δουλέψουμε, αλλά όχι να πεθάνουμε στη δουλειά!

Και τράβηξαν στα σπίτια τους για να ξεκουραστούν.


Ο Γιόκα κι ο Φοτζίνι, Ιαπωνία
Οι λαοί μιλάνε, Άλκης Παπάς, εκδόσεις Αστάρτη




Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Για το κακό ένας φτάνει, για το καλό και χίλιοι λίγοι είναι...


Samurai art in ink, by Taiwanese artist JungShan
_________


Άτυχος είσαι, γιε μου, που γεννήθηκες τώρα, γιατί ο κόσμος χάλασε. Μοιάζει σαν ένα παλιό αρχοντικό που ρήμαξε, κι οι άρχοντές του οι σημερινοί μπορεί να λέγονται ακόμα άρχοντες, μα στην ουσία δεν είναι.

Προσπαθούν να κάνουν ό,τι έκαναν οι παλιοί. Όμως το πετυχαίνουν τόσο όσο η λάμψη του τενεκέ φτάνει τη λάμψη του χρυσαφιού.

Γιατί πρέπει να ξέρεις ότι η αρχοντιά δεν είναι ούτε στα πλούτη, ούτε στις αργές κινήσεις, ούτε στο ξιπασμένο το ύφος, ούτε στα μακριά νύχια, ούτε στα μεταξωτά πλούσια φορέματα, ούτε και σε τίποτα απ' αυτά που φαίνονται.

Η αρχοντιά έχει ρίζες, γιε μου, πιο βαθιές, που ενώ δεν φαίνονται, όμως τις αισθάνεσαι κάθε στιγμή και σου εμπνέουν, χωρίς να ξέρεις το γιατί, εκτίμηση και θαυμασμό.

Και για να καταλάβεις πιο καλά τι σημαίνει «άρχοντας αληθινός», θα σου πω μια ιστορία που έγινε χρόνια πριν, τότε που η τιμή είχε τη θέση που της πρέπει, και που οι άνθρωποι φρόντιζαν να την κρατάν ψηλά, πιστεύοντας ότι τίποτα δεν υπάρχει πιο άξιο στο σύντομο αυτό πέρασμά μας που λέγεται ζωή. Άκου λοιπόν και μάθε:



Samurai warrior
__________

........Εδώ και πολλά χρόνια, τότε που η Ιαπωνία ήταν ξακουστή για τους ήρωές της, τους ποιητές, τους άρχοντες και τους σοφούς της, τότε που τη θαύμαζαν οι φίλοι της και οι εχθροί την φθονούσαν σιωπηλοί, ανάμεσα στους αυλικούς υπήρχε και ένας Κοτσυκέ, άνθρωπος ταπεινός και κακός, που σκάλωσε στ' αξιώματα πιο πολύ με δόλο και υποκρισία παρά με την αξία του.

Έτσι είναι βλέπεις, γιε μου, στη ζωή. Το κακό, όσο και να το πολεμάς, πάντα υπάρχει. Τούτος ο φθονερός λοιπόν ο Κοτσυκέ κέρδισε του Μικάδο την καρδιά με την υποκρισία και τις κολακείες, κι έστεκε πάντα πλάι του. Και το να 'σαι πλάι σ' όποιον κι όποιον δεν έχει φυσικά καμιά αξία. Όμως το να 'σαι πλάι σ' έναν Μικάδο, σου δίνει δύναμη και ισχύ που ο Κοτσυκέ χρησιμοποιούσε για ταπεινά έργα.

Όλοι οι άρχοντες και οι Σαμουράι τον μισούσαν. Μα βλέποντας την εύνοια του Μικάδο, σώπαιναν. Σπάνιοι είναι, γιε μου, οι άνθρωποι εκείνοι που υψώνουν περήφανα το κεφάλι τους κι όταν ακόμα κινδυνεύει. Όλοι βλέπουμε το κακό, μα ελάχιστοι το πολεμάνε.
Ανάμεσα όμως στους αυλικούς ήταν κι ο πρίγκιπας Ακάο. Γνήσιος άρχοντας που αγαπούσε την αρετή, και κάθε στιγμή μπορούσε να θυσιάσει το κάθε τι για την τιμή.



Miyamoto Musashi, ο σπουδαιότερος σαμουράι της εποχής του
________


Αν οι άλλοι σώπαιναν γιατί φοβόντουσαν, αυτός που η καρδιά του δεν γνώριζε το φόβο μιλούσε άσκημα και με περιφρόνηση στον Κοτσυκέ, όπως δα του άξιζε. Γίνονταν θηρίο ο Κοτσυκέ, μα σώπαινε. Γιατί ο κακός ο άνθρωπος ποτέ δεν χτυπάει κατάστηθα, μα πάντα ύπουλα. Και μια μέρα που ο Κοτσυκέ αδίκησε κάτι εμπόρους, όπως συχνά το συνήθιζε, ο πρίγκιπας Ακάο, πιστεύοντας ότι οι δυνατοί δεν είναι σωστό να κλέβουν το δίκιο του αδύνατου, τον είπε «άτιμο» μπροστά στους Σαμουράι.
Ο Κοτσυκέ έπρεπε, αν ήταν άντρας, να χτυπηθεί μαζί του στο σπαθί. Αλλά, δειλός όπως ήταν, δέχτηκε την προσβολή, χωρίς όμως και να την ξεχάσει. Έψαχνε να βρει ευκαιρία να εκδικηθεί. Και την βρήκε...

Όταν κάποιοι άγνωστοι σκότωσαν έναν άρχοντα, εχθρό του Ακάο, έπεισε το Μικάδο με ψευδομάρτυρες κι ένα σωρό έντεχνες ψευτιές ότι τάχα φονιάς ήταν ο Ακάο. Και τόσο καλά έπλεξε το βρωμερό του έργο, που ο Μικάδο τον πίστεψε, κι έτσι ο τίμιος και τόσο ενάρετος πρίγκιπας Ακάο καταδικάστηκε σε θάνατο για έγκλημα που δεν έκανε, και πλήρωσε με τη ζωή του τις ατιμίες του Κοτσυκέ.

Όλο το Τόκιο έκλαψε για το χαμό του ευγενικού πρίγκιπα, κι ο Κοτσυκέ το μόνο που αντίκρυζε στα μάτια των ανθρώπων, ήταν το βαθύ κι άσβηστο μίσος.

Ίσως γιε μου να μου πεις: Πώς ο κόσμος ήταν καλύτερος παλιά αφού και τότε γίνονταν ατιμίες; Σ' αυτό έχω να σου πω ότι μια κοινωνία είναι άξια και ηθική όχι όταν λείπουν οι κακίες και οι κακοί, γιε μου, γιατί αυτά ποτέ δεν θα λείψουν, μα είναι καλή όταν οι κακές πράξεις βρίσκουν την τιμωρία τους. Όταν η ντροπή δεν γυρίζει προκλητικά στους δρόμους. Όταν οι τοκογλύφοι κρύβονται κι οι πόρνες περιμένουν τη νύχτα για να βγουν. Οι κλέφτες δεν περηφανεύονται γι' αυτά που κλέψανε, κι οι τίμιοι δεν γυρνάνε περίλυποι γιατί η τιμή τους ζημίωσε. Σε μια άξια κοινωνία, οι δάσκαλοι διδάσκουνε με πίστη την αρετή κι ο λαός θαυμάζει όσους πραγματικά το αξίζουν.
Γι' αυτό κι ο Κοτσυκέ, μετά τη βρωμερή του πράξη, φοβισμένος παρ' όλη την εύνοια του Μικάδο, κλείστηκε στον πιο γερό του πύργο κι έβαλε τριπλές φρουρές να τον Φυλάνε.

Κι έτσι καλά φυλαγμένος ηρέμησε σιγά-σιγά, κι όσο ο καιρός περνούσε τόσο πιο σίγουρος γίνονταν πως το απαίσιο έγκλημα του ξεχάστηκε. Είκοσι χρόνια πέρασαν, κι όλα έδειχναν πως ο θάνατος του Ακάο έσβησε από τη μνήμη των ανθρώπων.



Samurai soul and evil katana, by Malaysian artist ivantao
__________


Όμως, γιε μου, σαράντα επτά Σαμουράι τίμιοι κι ενάρετοι, έβαλαν όρκο και σκοπό τους να τιμωρήσουν το φονιά. Είκοσι χρόνια περίμεναν, και τίποτα δεν σκέφτονταν έξω απ' αυτό. Παράτησαν γυναίκες και παιδιά, κάθε ευχαρίστηση και χαρά, κι έταξαν τον εαυτό τους εκδικητή. Και μια νύχτα, γιε μου, μετά από είκοσι χρόνια, που πια ο Κοτσυκέ κοιμόταν σίγουρος κι οι τριπλές φρουρές ξεχάστηκαν και τον άφησαν αφρούρητο, μπήκαν οι σαράντα επτά Σαμουράι, του θύμισαν το έγκλημα του που αυτοί ποτέ δεν το ξέχασαν, κι ύστερα του έμπηξαν επτά σπαθιά στα βρωμερά του σπλάχνα.

Την άλλη μέρα παρουσιάστηκαν μόνοι στο δικαστήριο και ζήτησαν να τιμωρηθούν. Οι φονιάδες, για όποια αιτία, λέει ο νόμος, πρέπει να θανατώνονται. Μα οι δικαστές, θαυμάζοντας την πράξη τους, τους έδωσαν τη χάρη να μην κρεμαστούν όπως οι εγκληματίες, μα μόνοι τους να κάνουν χαρακίρι σαν τιμημένοι άρχοντες.
Τότε οι σαράντα επτά Σαμουράι σηκώθηκαν αργά, και περήφανοι για το έργο τους, τράβηξαν στην Παγόδα που είχε ταφεί ο Ακάο. Φίλησε ο ένας τον άλλο ευλαβικά και στάθηκαν ακίνητοι. Υπηρέτες έστρωσαν κάτω κόκκινα παχιά χαλιά κι άναψαν μεγάλες λαμπάδες.

Οι σαράντα επτά Σαμουράι προχώρησαν ήρεμοι και σοβαροί με τις επίσημες στολές τους, χαιρέτησαν με αξιοπρέπεια και κάθισαν πάνω στα χαλιά. Πίσω από κάθε Σαμουράι στέκονταν ένας συγγενής του με επίσημη στολή. Φίλοι τους Σαμουράι πήραν από τα τραπέζια που ήταν μπροστά στους σαράντα επτά, τα κοφτερά μαχαίρια που ήταν εκεί και τους τα πρόσφεραν με ευγενική υπόκλιση. Οι σαράντα επτά Σαμουράι τα πήραν κι ευτυχισμένοι τα 'μπηξαν, γιε μου, στα σπλάχνα τους στρίβοντας τα ν' αδειάσουν τ' άντερα, κι όλοι κλονίστηκαν κι έπεσαν, όπως ταιριάζει, με το πρόσωπο. Τότε οι συγγενείς του κάθε Σαμουράι που έστεκαν πίσω τους, σήκωσαν σταθερά τη σπάθα τους και κατεβάζοντας την μ' ορμή έκοψαν τα κεφάλια των Σαμουράι. Σαράντα επτά κεφάλια κύλησαν, γιε μου. Κι έτσι τέλειωσε η ιστορία αυτή της τιμής.


_____

 - Μα άξιζε τάχα πατέρα ο θάνατος τόσων καλών για ενός μόνο κακού την τιμωρία;

 - Πρέπει να ξέρεις, γιε μου, ότι για το κακό, όσο μεγάλο κι αν είναι, κι ένας μονάχα φτάνει. Όμως για το καλό, όσοι κι αν προσπαθούν, πάντα είναι λιγότεροι από όσους χρειάζονται.

Οι σαράντα επτά Σαμουράι [ Παραμύθι από την Ιαπωνία ]
Οι λαοί μιλάνε, Άλκης Παπάς, εκδόσεις Αστάρτη


Seppuku ( Hara Kiri) The liberation of the spirit of the samurai
________

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

«Τι είναι η ατιμία κι η φυλακή για μια μάνα; », Πέτρος Πικρός, Χαμένα κορμιά


Τι πάει να πει αυτό για μια μάνα;

Ήρθε κι έφυγε.


Φυσικά, τι μπορούσε να κάνει μια και τέλειωσε η διορία, μια και χτύπησε το καμπανάκι; Μα αν ήτανε στο χέρι της, θα 'φευγε μήπως; Θα 'παιρνε μήπως όλες εκείνες τις προφυλάξεις; Θ' άφηνε τ' αμάξι της να τηνε περιμένει τόσο μακριά; Θα 'κρυβε το προσωπάκι της μέσα στις πυκνές εκείνες βελέτες ή μήπως θα γυρνούσε τόσες φορές ν' αγναντεύει μην τηνε κοιτάξει κανένα μάτι; 


Ναι! Θα τα 'κανε όλα αυτά, αν ήτανε λεύτερη να μην τα κάνει; αν δεν είχε να φοβηθεί κανένα.

Ποιον φοβότανε; Μα ποιον φοβάται κανείς;

Ποιον άλλον από τον κόσμο, τα μάτια του κόσμου!

Μια γυναίκα! Για φαντάσου! Λίγο το 'χεις;

Όμως - να το λέμε κι αυτό - ποιος θα μπορούσε να σταματήσει στο δρόμο της μια μάνα;

Ποιος δεν ξέρει τι πάει να πει μάνα;

Τι είναι η ατιμία κι η φυλακή, κι ο κόσμος, όταν μια μάνα πάει να δει το παιδί της, το σπλάχνο της, κι ας είναι κακούργος κι ας έχει σκοτώσει κι ας τον έχουν φυλακή κι ας μη θέλει να τον ξέρει ο μπαμπάς του!

Τι πάει να πει αυτό για μια μάνα;

Βρέχει!

Καλά που βρέχει. Πιο καλά, γιατί έτσι είναι έρημοι οι δρόμοι.





Τον θυμότανε στην κουνίτσα του, κοιμισμένο αγγελούδι...

Πώς φοβόταν ή κακομοίρα, όταν άλλες φορές τ' αμάξι τσαλαβουτούσε μέσα στη λάσπη κι έπεφτε μέσα στους λάκκους. Σήμερα το ίδιο της κάνει. Λες και μοιάζει κούνια σήμερα τ' αμάξι. Λες και της νανουρίζει τις μαύρες σκέψεις.

Κούνια! Αλήθεια, πώς τη θυμότανε την κουνίτσα του! Θαρρείς και ήτανε χτες ακόμα που τον αποκοίμιζε κι ύστερα τονε καμάρωνε μέσα στις αχνές ταντέλες και τα μεταξωτά σκεπάσματα.

Ποιος θα το 'βαζε τότες με το νου του, βλέποντας κοιμισμένο τ' αγγελούδι εκείνο με τα μακριά ματόκλαδα, με την ανασηκωμένη μυτίτσα, τα κόκκινα παχουλά μαγουλάκια, τα χειλάκια τα σουρωμένα, κι εκείνες τις μπουκλίτσες, τις μαύρες, ποιος θα 'βαζε με το νου του πως δυο-τρεις μέρες ύστερα το βρέφος θα δάγκωνε το βυζί της παραμάνας του για να της βγάλει ολόκληρο κομμάτι! Καλά το λέει ο λόγος.Η κακιά μέρα απ' το πρωί φαίνεται. Κι ύστερα όσο μεγάλωνε λες κι όλο χειροτέρευε.

Δεκατεσσάρω χρονώ ήτανε που είχε σπάσει τρία δόντια κάποιου συμμαθητή του... Ύστερα, μιαν άλλη φορά... Α! αν μάθαινε ίσως γράμματα! Ίσως να μη!... Μα και τι δεν έκανε η άμοιρη!... Πόσο πάσχισε για να τον κάνει άνθρωπο! Αλίμονο! Λες και το είχε μέσα του...

Κακός δεν ήτανε δα, κι ολωσδιόλου κακός...

Ώρες ώρες, μάλιστα, θαρρούσες κι ήτανε άλλος άνθρωπος. Μα ό,τι κι αν ήτανε τον αγαπούσε. Παιδί της! τι θα πει!





Αν έμοιαζε του παππού, δεν έφταιγε καθόλου...

Αλήθεια όμως... πώς έμοιαζε του παππού όσο πήγαινε!... Και στα φυσικά και στο πρόσωπο... Σήμερα, που τον είδε έτσι άγριο, αξύριστο... είχε ξαφνιαστεί με την ομοιότητα... δηλαδή, το είχε παρατηρήσει κι άλλες φορές, όμως σήμερα...


Μα πώς είναι δυνατό τα παιδιά να μοιάζουνε καμιά φορά, τόσο πολύ, του παππού τους; ... Καλά, στο πρόσωπο... αυτό βέβαια... το καταλαβαίνει κανείς μια και... Μα και στα φυσικά; 


Μπα, έτσι θα 'τυχε!... Όμως πάλι... γιατί το μοιάξιμο στα μούτρα να μη μας ξαφνιάζει; Ενώ σα μοιάζουνε τα φυσικά...

Τι; ... Μήπως άραγε!... Μ' αυτό θα ήτανε φριχτό...


Άλλα γιατί; Γιατί όχι;...Όλα γίνουνται... όλα να τα περιμένει κανείς! Μα τότες... τότες... γιατί, τ' αθώα τ' ανεύθυνα παιδιά... Ναι! Γιατί να της στερήσουν το παιδί της, αφού, αν είναι έτσι, δεν έφταιγε καθόλου;... 


Μήπως καλύτερο θα τον κάνουν εκεί στη φυλακή; Κι όταν έβγει... μήπως δε θα είναι χειρότερος; 

Μέσα σ' εκείνους τους ανθρώπους, που λες κι οι μούρες τους μονάχα... Μα, γιατί λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι, που τους είδε κείνη τη μέρα στο κακουργοδικείο, καθισμένους τόσο ψηλά, λες κι ήταν οι άλλοι μυρμήγκια στα πόδια τους... γιατί δε ρωτήσανε για τον παππού; Γιατί δεν εξέτασαν; ... Γιατί; ...

Τι τα συλλογιέσαι τώρα αυτά, κακόμοιρη!


Τ' αμάξι ολοένα τσαλαβουτώντας, πάει... πάει...




Ως και τα λόγια με δυσκολία περνούν μέσα απ' τα σίδερα.

Τι βγαίνει τώρα με το να συλλογιέται κανείς της γλυκιάς, γλυκιάς του μάνας τα γλυκά λογάκια; Τι του είπε; Δυο λόγια μόνο. Ποτάμι τρέχανε τα δάκρυά της κι ένα αναφιλητό της έκοβε την κάθε κουβέντα.

Πώς έκαιγαν τα δάκρυα εκείνα! Στάξανε ποτές πάνω στα δάχτυλά σας της μάνας σας τα δάκρυα; Μα βέβαια, εσείς δεν έχετε πάει φυλακή!

Κι ύστερα του τα φίλησε τα δάχτυλα εκείνα, τα μαλλιά, το μάγουλο... Αλήθεια, τι δύσκολα φιλιέται κανείς, ανάμεσα απ' τα σιδερένια κάγκελα!

Μα πόσο πιο λαχταριστό είναι το φιλί.Ως και τα λόγια, ως κι αυτά, με δυσκολία περνούν μέσα απ' τα σίδερα.

Ξαφνικά, όταν τον κοίταξε κατάματα - αλήθεια, παρατήρησες καμιά φορά πώς θαμπώνει η ματιά σαν είναι βουρκωμένο το μάτι; - του είπε:

«Πώς του μοιάζεις!... Πώς του... έτσι δα, τώρα που σε κοίταξα, μου φάνηκες έτσι απαράλλαχτος, ο παππούλης ...»

Ύστερα σώπασε. Χτύπησε το καμπάνι... Δάκρυα... δάκρυα... κι έπειτα δυο χέρια, μιας μάνας χέρια που πολεμούνε να χωθούν απ' ανάμεσα απ' τις τσιγκλίδες...

Πέτρος Πικρός, Οι αμαρτίες του παππού (απόσπασμα), 
Χαμένα κορμιά, εκδόσεις Άγρα

"Μάνα", Γιώργος Φαρσακίδης

Μα τότες... τότες... γιατί, τ' αθώα τ' ανεύθυνα παιδιά...

Στο διήγημα «Οι αμαρτίες του παππού», ο Πέτρος Πικρός προβληματίζεται με τρόπο πικρά απαισιόδοξο πάνω σ' ένα θέμα - κοινό τόπο της νατουραλιστικής οπτικής: την επίδραση της κληρονομικότητας που μαζί με τις κοινωνικές συνθήκες προδιαγράφουν για το εκάστοτε θύμα μια αναπόδραστη μοίρα και ένα πεπρωμένο αναπόφευκτο. 

Ένας νέος άντρας εμφανίζεται σκλάβος μιας εγκληματικής κληρονομικότητας από την πλευρά του παππού του, αρχιλήσταρχου του Αλή πασά. Τα τελευταία ηθικά σπέρματα του φυλακισμένου εξαφανίζονται τελειωτικά στην επίδραση του άλλου εγκληματία. 

Όμως αν είναι έτσι, αν ο εγκληματίας κουβαλάει το βάρος μιας δυσοίωνης κληρονομικότητας, τότε, πόση ευθύνη του αναλογεί; 

"Μα τότες... τότες... γιατί, τ' αθώα τ' ανεύθυνα παιδιά..."

Άλλωστε, "Μήπως καλύτερο θα τον κάνουν εκεί στη φυλακή; Κι όταν έβγει... μήπως δε θα είναι χειρότερος; " 

Στο απόσπασμα η άνευ όρων και ορίων αγάπη της μάνας για ένα παιδί, που δεν είναι ήρωας αλλά εγκληματίας, φωτίζει το σκοτεινό τοπίο της φυλακής και το καθαγιάζει με τα γλυκά της λόγια και τα καυτά της δάκρυα: 

Πώς έκαιγαν τα δάκρυα εκείνα! Στάξανε ποτές πάνω στα δάχτυλά σας της μάνας σας τα δάκρυα; Μα βέβαια, εσείς δεν έχετε πάει φυλακή!



Η Vera Baranovskaya στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου «Η Μάνα» του Μαξίμ Γκόρκι (1926). 
Σκηνοθεσία Β. Πουντόβκιν


Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Μήπως μπορώ να μιλήσω με τον Άγιο Γεώργιο, αντί να μιλάω με το Δράκο;

Saint George and the Dragon, Raphael 
__________

Μια ιστορία που με κάνει πάντα να γελάω

Μιλάω για τον διαρκή αγώνα να φτάσει κανείς στο τέλος του δρόμου και θυμάμαι μια ιστορία που με κάνει πάντα να γελάω...

Saint George and the Dragon by Gustave Moreau
_________

«Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος»

Ήταν μια φορά ένας ζητιάνος που βρέθηκε τυχαία στην πόρτα ενός πανδοχείου. Απ' έξω κρεμόταν μια τεράστια πινακίδα με το όνομα του πανδοχείου. Το έλεγαν: «Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος».

Φανταστείτε την κατάσταση: Χιονίζει. Ο ζητιάνος πεινάει και κρυώνει, αλλά δεν έχει λεφτά. Χτυπάει την πόρτα του πανδοχείου. Ανοίγει η πόρτα, βγαίνει μια γυναίκα με ύφος βλοσυρό και του λέει:

-  «Τι θέλεις;»

Ο ζητιάνος απαντάει:

-  «Ξέρετε, να... εγώ... πεινάω, και κρυώνω... » 

-  Λεφτά έχεις;» φωνάζει η γυναίκα.

-  Όχι, δεν έχω λεφτά» λέει αυτός, και μπαμ του κλείνει εκείνη την πόρτα κατάμουτρα.


Saint George and the Dragon, Raphael 
__________

Ο τύπος κάθεται εκεί απελπισμένος.
Κάνει να φύγει, αλλά αποφασίζει να δοκιμάσει άλλη μια φορά.
Χτυπάει λοιπόν ξανά την πόρτα. 

-  «Τι θέλεις πάλι;» του λέει η γυναίκα. 

-  Να, ήρθα να σας παρακαλέσω, κάντε μου αυτή τη χάρη, δώστε μου...»

-  «Δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε χάρες, εδώ βρισκόμαστε για δουλειά. Αυτό εδώ είναι πανδοχείο, δουλειά. Δεν ξέρεις τι είναι το πανδοχείο; Εδώ αν δεν έχει κανείς λεφτά, δεν μπαίνει!! Και αν δεν έχει να φάει, να πάει να πνιγεί!!»

Μπαμ!! Του ξανακλείνει κατάμουτρα την πόρτα.
Ο τύπος κάνει πάλι να φύγει, αλλά αποφασίζει να επιμείνει.
Χτυπάει άλλη μια φορά και λέει:

-  «Κοιτάξτε, κυρία, συγχωρήστε με...»

-  «Δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω, τίποτε! Κοίταξε με καλά! Αν δεν φύγεις, θα σου πετάξω ένα κουβά παγωμένο νερό, να σε κάνω μούσκεμα! Έξω, είπα!»

Και μπαμ! Δίνει μια στην πόρτα και την κλείνει με δύναμη.
Ο τύπος βάζει το κεφάλι κάτω και συνεχίζει τον δρόμο του.
Προχωράει σιγά σιγά, φτάνει στη γωνία και γυρνάει το κεφάλι... Σηκώνει το βλέμμα και ξαναβλέπει την επιγραφή που λέει: «Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και Ο Δράκος».

Αποφασίζει λοιπόν να γυρίσει πίσω. Για τελευταία φορά χτυπάει την πόρτα.
Η γυναίκα βάζει τις φωνές από μέσα:

-  «Πάλι τα ίδια; Τι θέλεις επιτέλους;»

Τότε, της απαντάει ο ζητιάνος:

-  «Να, λέω, αντί να μιλάω μαζί σας, μήπως μπορώ να μιλήσω με τον Άγιο Γεώργιο;»


St. George and the Dragon - Briton Rivière
__________

...σε επαφή με ό,τι καλύτερο έχουμε...

Προσέξτε την επόμενη φορά που θα δραπετεύσετε από τον πόνο και την απελπισία. Προσέξτε όταν λέτε «δεν θέλω να το ζήσω αυτό» γιατί εάν, για να αποφύγετε αυτή τη 
φάση, τραβάτε το κάκαδο, ξαναγυρίζετε πίσω, και το πένθος μπορεί να γίνει χρόνιο.

Περνάνε δεκαπέντε, είκοσι χρόνια, και κάθε φορά που φτάνει κανείς εκεί,
επειδή φοβάται τόσο πολύ τη συντριβή, καταφεύγει στην οργή, διαφεύγει στην άρνηση, ξαναγίνεται παιδί, παραμένει στην ενοχή, τρέχει προς τα πίσω απ' όποιον δρόμο μπορεί — αρκεί μόνο να μην περάσει από αυτήν την απέραντη θλίψη - αρκεί να μην βρεθεί με την ψυχή του συντρίμμια.

Αν δεν κάνουμε κάτι για να τελειώσει αυτός ο φαύλος κύκλος, θα γυρίζουμε διαρκώς πίσω, και στο τέλος θα αντικαταστήσουμε τον πόνο με το διαρκές βάσανο και θα μείνουμε εκεί.

Και τι να κάνουμε; Καλύτερα να πούμε τι δεν πρέπει να κάνουμε. Δεν πρέπει να ξύνουμε την πληγή. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση να ζήσουμε τον πόνο (τη φαγούρα) σε αυτήν τη φάση της συντριπτικής θλίψης, και να αφήσουμε το ποτάμι να κυλήσει με την πεποίθηση ότι είμαστε αρκετά δυνατοί για να αντέξουμε τον πόνο και τη λύπη.

Νομίζω ότι πρέπει να μας απασχολήσει να καταλάβουμε, να αναζητήσουμε τον τρόπο, να βρούμε το πού, να ανακαλύψουμε το πώς, να βρούμε τα πρόσωπα, να ψάξουμε τους δρόμους που θα μας φέρουν σε επαφή με ό,τι καλύτερο έχουμε.

Και ό,τι καλύτερο έχουμε είναι ο αγώνας, η επιθυμία να προχωρήσουμε, η διάθεση να ζήσουμε αυτή τη ζωή που, παρ' όλους τους πόνους και τους φόβους που ίσως αντιμετωπίσουμε κάποια στιγμή, αξίζει τον κόπο να τη ζήσουμε.

Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος των δακρύων, εκδόσεις Opera


Saint George and the Dragon, by Mattia Preti (1678)
_________

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

«Με λύτρωσε από την ευτυχία», Μαρία Μαγδαληνή ή η σωτηρία, Marguerite Yourcenar


Magdalen with the Smoking Flame by Georges de La Tour 
_____________

O απόλυτος έρωτας αρρώστια και προορισμός μαζί

Στις παρυφές των απόκρυφων Ευαγγελίων, ο απόλυτος έρωτας επιβάλλεται στο θύμα του σαν αρρώστια και σαν προορισμός μαζί. Μια Μαρία Μαγδαληνή γήινη, προδομένη, ποιητική, ερωτευμένη με τον Χριστό

Η Γιουρσενάρ, στο νεανικό αυτό διήγημα, γραμμένο το 1935, βασίζεται στην παράδοση που θέλει τον Ευαγγελιστή Ιωάννη να μνηστεύεται τη Μαρία Μαγδαληνή, αλλά να μη μοιράζεται μαζί της ποτέ τη συζυγική κλίνη.

«Ο Ιωάννης ερχότανε προς τα μένα από τα βάθη των παιδικών χρόνων του. Γέλαγε στους αγγέλους, τους μόνους του συντρόφους. » 

«Είχε διαλέξει σε μένα το πιο αινιγματικό από τα κορίτσια, με την κρυφή ελπίδα να μην το αποκτήσει ποτέ. » 

Προδομένη από τον άνδρα της που προτιμάει τον Θεό, παντελώς ανέγγιχτη, η Μαγδαληνή επιλέγει να ακολουθήσει το δρόμο της πορνείας. Γίνεται εταίρα.

«Το κάθε χτύπημα, το κάθε φιλί, μου πλάθανε ένα πρόσωπο, ένα λαιμό, ένα κορμί αλλιώτικο από κείνο που ο φίλος μου δεν είχε χαϊδέψει.»

Κοιμάται με εκατοντάδες ανδρικά κορμιά, ώσπου κάποιος εραστής τής μιλάει για τον Θεό
που εμφανίστηκε. Σ’ ένα συμπόσιο με το Θεό και τους Αποστόλους, γεννιέται το μεγάλο πάθος, ο μεγάλος έρωτας. Αλλά αυτό που συνέβη με τον Ιωάννη θα συμβεί και με τον Θεό. Δεν θα την αγγίξει. Ποτέ δεν θα την ποθήσει. 

«Το είδα αμέσως πως δεν θα μπορούσα να τον σαγηνέψω, αφού δεν με απόφευγε.»

«Της δίνει μόνο τη δυνατότητα να κλάψει και να σπαράξει». Κάτι που στο τέλος θα αποβεί παραδόξως, σύμφωνα με τη Γιουρσενάρ, απελευθερωτικό.

«Δε με λύτρωσε ούτε από το θάνατο, ούτε από τα δεινά, ούτε από το έγκλημα…..με λύτρωσε από την ευτυχία»



Pietro Perugino, Mary Magdalene (1500)
_____________

Λέγομαι Μαρία...με λεν Μαγδαληνή

Λέγομαι Μαρία: με λεν Μαγδαληνή. Μαγδαληνή, είναι από το όνομα του χωριού μου, το μικρό μέρος όπου η μητέρα μου έχει χωράφια, όπου ο πατέρας μου έχει αμπέλια. Έχω γεννηθεί στα Μάγδαλα. 

Τα μεσημέρια, πηγαίναμε με την αδερφή μου τη Μάρθα στα χωράφια. Εκείνη έφερνε στους εργάτες σταμνιά με μπύρα, εγώ πήγαινα σ' αυτούς με αδειανά χέρια. Ρουφάγανε το χαμόγελο μου. Τα βλέμματα τους με ψαχούλευαν σαν ένα σχεδόν ώριμο φρούτο που η γλύκα του δεν εξαρτιότανε πια παρά από λίγο ήλιο. Τα μάτια μου ήταν δύο θηρία παγιδεμένα μέσα στο πλέγμα των τσίνουρων. Το σχεδόν μελανό στόμα μου ήταν μια βδέλλα πρησμένη από αίμα. 

Alfred Stevens (1823–1906), Maria Magdalena

...ένας άλλος είχε αγαπήσει τον Ιωάννη προτού να τον αγαπήσω

Ο περιστεριώνας ξεχείλιζε από περιστέρια, το ερμάρι από ψωμί, το σεντούκι από νομίσματα με το κεφάλι του Καίσαρα. Η Μάρθα χαλούσε τα μάτια της μαρκάροντας την προίκα μου με τ' αρχικά του Ιωάννη. Η μητέρα του Ιωάννη είχε ψαροτόπια, ο πατέρας του Ιωάννη είχε αμπέλια.

Την ημέρα των γάμων μας, όταν ο Ιωάννης και 'γω καθόμασταν κάτω από τη συκιά της πηγής, νιώθαμε ήδη να βαραίνει απάνω μας το αβάσταχτο β
άρος μιας εβδομηντάχρονης ευτυχίας. Τους ίδιους χορευτικούς σκοπούς θα παίζαν στους γάμους των κοριτσιών μας• ένιωθα από τώρα βαριά από τα παιδιά που αυτά θα γεννούσαν. Ο Ιωάννης ερχότανε προς τα μένα από τα βάθη των παιδικών χρόνων του. Γέλαγε στους αγγέλους, τους μόνους του συντρόφους. Γι' αυτόν είχα απορρίψει την πρόταση του ρωμαίου εκατόνταρχου. Απόφευγε την ταβέρνα όπου οι πόρνες αναδεύονταν σαν τις οχιές στους διεγερτικούς ήχους ενός θλιμμένου αυλού. Απόστρεφε τα μάτια από το ολόγιομο πρόσωπο των κοριτσιών της φάρμας. 

Το ότι ερωτεύτηκα την αθωότητά του υπήρξε το πρώτο μου αμάρτημα. Δεν ήξερα ότι πάλευα μ' έναν αντίπαλο αόρατο όπως ο πατέρας μας ο Ιακώβ με τον Άγγελο, και ότι έπαθλο εκείνης της πάλης θα 'ταν αυτό το αγόρι με τα ακατάστατα μαλλιά όπου κομματάκια από άχυρο σχημάτιζαν ένα φωτοστέφανο. Δεν ήξερα ότι ένας άλλος είχε αγαπήσει τον Ιωάννη προτού να τον αγαπήσω, προτού να με αγαπήσει. Δεν ήξερα ότι ο Θεός είναι το αποκούμπι των μοναχικών.


Orazio Lomi Gentileschi, Penitent Mary Magdalene (1623)
___________________

... με την κρυφή ελπίδα να μην με αποκτήσει ποτέ

Καθόμουνα στο κεφάλι, στο τραπέζι του γάμου μου, στο γυναικωνίτη. Οι ματρόνες μου σφύριζαν στο αυτί συμβουλές μαστρωπών, συνταγές εταίρων. Ο αυλός στρίγγλιζε σαν παρθένος. Τα κρουστά αντηχούσανε σαν καρδιές. Καθισμένες κατάχαμα μέσα στο μισοσκόταδο οι γυναίκες, πακέττα από πέπλα, τσαμπιά από βυζιά, με μακάριζαν με μια φωνή άτονη για τη βίαιη ευτυχία που θα δοκίμαζα όταν θα δεχόμουνα τον Νυμφίο. Τα πρόβατα που έσφαζαν στην αυλή κλαψούριζαν σαν τα αθώα στα χέρια των χασάπηδων του Ηρώδη. 

Δεν άκουσα, από μακριά, τον Αμνό να βελάζει. Οι καπνιές του σούρουπου τα θόλωσαν όλα στο επάνω δωμάτιο. Η γκρίζα ημέρα έσβησε την αίσθηση του σχήματος και των χρωμάτων από τα πράγματα. Δεν είδα, καθισμένον ανάμεσα στους φτωχούς συγγενείς στην άλλη άκρη του τραπεζιού των αντρών, τον άσπρο αγύρτη που μέσ' από 'να φιλί, μ' ένα άγγιγμα, κοινωνούσε στους νέους άντρες το φρικτό είδος της λέπρας που τους υποχρεώνει να χωρίζονται από τα πάντα. Δεν μάντευα την παρουσία του Γητευτή που κάνει την απάρνηση γλυκιά όσο και μια αμαρτία. 

Κλείσαν τις πόρτες. Κάψανε μύρα για ν' αποχαυνώσουνε τους διαβόλους. Μας άφησαν μόνους. Σήκωσα τα μάτια και κατάλαβα πως ο Ιωάννης είχε περάσει τη γιορτή των γάμων του όπως διασχίζομε μία πλατεία συνωστισμένη από τη χαρά του λαού. Δεν έτρεμε, παρά από πόνο. Δεν χλώμιαζε, παρά από ντροπή. Δεν φοβόταν παρά μια λιποψυχιά της ψυχής, της ανίσχυρης να έχει μέσα της το Θεό. Δεν ήμουνα ικανή να ξεχωρίσω πάνω στο πρόσωπο του Ιωάννη το μορφασμό της αηδίας από το μορφασμό της επιθυμίας: ήμουν παρθένα, και άλλωστε κάθε γυναίκα που αγαπά δεν είναι παρά μια έρμη αθώα. 



Μαρία Μαγδαληνή η Μετανοούσα, El Greco
________________



Αργότερα κατάλαβα πως γι' αυτόν αντιπροσώπευα το χειρότερο σαρκικό λάθος, το νόμιμο αμάρτημα, που επιδοκιμάζει το έθιμο, που είναι ακόμα πιο δαιμονικό γιατί σου επιτρέπεται να κυλιέσαι ξαδιάντροπα μέσα σ' αυτό, που είναι ακόμα πιο επικίνδυνο αφού δεν κολάζεται. Είχε διαλέξει σε μένα το πιο αινιγματικό από τα κορίτσια, με την κρυφή ελπίδα να μην το αποκτήσει ποτέ. 

Καταλάβαινα την αποστροφή του για τις πιο εύκολες κατακτήσεις· καθισμένη πάνω σ' αυτό το κρεβάτι δεν ήμουνα πια παρά μία εύκολη γυναίκα. Η αδυναμία που τον εμπόδιζε να με αγαπήσει δημιουργούσε μια αναλογία ανάμεσά μας, δυνατότερη από αυτές τις αντιθέσεις των φύλων που χρησιμεύουν για να καταστρέφουν την εμπιστοσύνη, για να δικαιώνουν τον έρωτα ανάμεσα σε δυο ανθρώπινα πλάσματα: επιθυμούσαμε, και οι δυο, να παραδοθούμε σε μία θέληση ισχυρότερη από τη δική μας, να δοθούμε, να μας πάρουν: προχωρούσαμε, μπροστά απ' όλους τους πόνους, για να πιάσει μια καινούργια ζωή μέσα μας. 

Αυτή η ψυχή με τα μακριά μαλλιά έτρεχε προς έναν Νυμφίο. Ακουμπούσε το μέτωπό του στο τζάμι, το ολοένα και πιο θαμπό από τον αχνό της ανάσας του - τα κουρασμένα μάτια των άστρων δεν μας κατασκόπευαν πια- η δούλα που παραφύλαγε πίσω απ' την πόρτα μπορεί να πήρε τους λυγμούς μας για στεναγμούς έρωτα. Μια φωνή υψώθηκε μέσα στη νύχτα καλώντας τον Ιωάννη τρεις φορές, όπως γίνεται μπρος απ' τα σπίτια όπου κάποιος πρόκειται να πεθάνει. Ο Ιωάννης άνοιξε το παράθυρο, έσκυψε για να υπολογίσει το βάθος της νύχτας, είδε το Θεό. Δεν είδα άλλο από τα σκότη, είδα, με άλλα λόγια, το μανδύα του. Ο Ιωάννης τράβηξε τα σεντόνια του κρεβατιού, τα 'δεσε για να τα κάνει σκοινί. 
Λαμπυρίδες πάλλονταν σαν αστέρια πάνω στη γη έτσι που έδινε την εντύπωση πως βυθιζόταν στον ουρανό. Έχανα απ' τα μάτια μου εκείνον τον λιποτάκτη τον ανάξιο να προτιμήσει την αγκαλιά μιας γυναίκας από τους κόλπους του Θεού.


Titian, Penitent St Mary Magdalene ( Hermitage Museum)
_______________

Αναχώρηση...

Άνοιξα με προσοχή την πόρτα του δωματίου μου στο οποίο το μόνο που είχε διαδραματιστεί ήταν μια αναχώρηση. Δρασκέλισα τους καλεσμένους που ροχάλιζαν στο διάδρομο. Πήρα από την κρεμάστρα την κουκούλα του Λάζαρου. Η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή για να ψάξω στον προθάλαμο για τα χνάρια των θεϊκών πατημάτων. Τα καλντερίμια όπου σκόνταφτα δεν ήταν τα ίδια με κείνα όπου είχα χοροπηδήσει και είχα παίξει κουτσό μετά το σχολειό. 

Έβλεπα για πρώτη φορά τα σπίτια όπως τα βλέπουν απέξω αυτές που δεν έχουνε σπιτικό. Στις γωνιές των κακόφημων σοκακιών, αισχρές στάλαζαν και πάλι οι συμβουλές από το ξεδοντιασμένο στόμα των προαγωγών. Το ξερατί των μεθυσμένων κάτω από τις καμάρες της αγοράς μου θύμισε τα λακκάκια από το χυμένο κρασί στο πανηγύρι του γάμου. 

Για να μη με πάρει κανένα μάτι, πέρασα τρέχοντας τους ξύλινους διαδρόμους στο χάνι που ζούσε ο εκατόνταρχος. Αυτό το κτήνος ήρθε να μου ανοίξει μεθυσμένο ακόμα από το κρασί που είχε πιει στην υγειά μου στο τραπέζι του Λάζαρου. Θα πρέπει να με πήρε για καμιά απ' αυτές του δρόμου με τις οποίες συνήθιζε να πλαγιάζει. Κράτησα τη μαύρη μάλλινη κουκούλα μου πάνω στο πρόσωπο. Δεν έκανα τις ίδιες δυσκολίες για το κορμί μου. Όταν με αναγνώρισε, ήμουνα ήδη η Μαρία - Μαγδαληνή. 

Του έκρυψα ότι ο Ιωάννης με είχε αφήσει τη νύχτα του γάμου από φόβο μήπως πιστέψει ότι ήταν υποχρεωμένος να χύσει μέσα στο κρασί της επιθυμίας του το ανούσιο νερό του οίκτου. Τον άφησα να πιστέψει ότι είχα προτιμήσει τα τριχωτά μπράτσα του από τα αιώνια ενωμένα σε προσευχή μακριά χέρια του χλωμού μου μνηστήρα: Ο Ιωάννης είχε πετάξει προς τον Θεό - φύλαξα το μυστικό του. 

Τα παιδιά του χωριού ανακάλυψαν πού βρισκόμουν μου πετάξανε πέτρες. Ο Λάζαρος καθάρισε το τέλμα στο μύλο νομίζοντας πως θα ψάρευε από κει το πτώμα του Ιωάννη. Η Μάρθα χαμήλωνε το κεφάλι όταν περνούσε μπρος απ' το χάνι. Η μάνα του Ιωάννη ήρθε και μου ζήτησε ρέστα για την υποτιθέμενη αυτοκτονία του μονάκριβου γιου της. Δεν υπερασπίστηκα τον εαυτό μου, βρίσκοντας πως ήταν λιγότερο ταπεινωτικό αν τους άφηνα να πιστεύουνε όλοι ότι εκείνος ο εξαφανισμένος με είχε τρελά αγαπήσει.


Mary Magdalene by Juan Bautista Maino
____________

...ένα κορμί αλλιώτικο από κείνο που ο φίλος μου δεν είχε χαϊδέψει

Τον άλλο μήνα, ο Μάριος πήρε τη διαταγή να ενωθεί στη Γάζα με τη δεύτερη μεραρχία της Παλαιστίνης. Δεν μπόρεσα να βρω τα απαραίτητα χρήματα για ν' αγοράσω, στο κομβόι του πολέμου ένα απ' αυτά τα εισιτήρια της τρίτης θέσης που πάντα κρατιούνται για τους προφήτες, τους άθλιους, τους αδειούχους, τους Μεσσίες. Ο χανιτζής με κράτησε για να του σκουπίζω ποτήρια. Διδάχθηκα, από το αφεντικό μου, όλη την κουζίνα της επιθυμίας. Έπινα μέλι, που η γυναίκα που περιφρόνησε ο Ιωάννης είχε καταγκρεμιστεί από τη μια μέρα στην άλλη στην τελευταία τάξη των ανθρώπων. Το κάθε χτύπημα, το κάθε φιλί, μου πλάθανε ένα πρόσωπο, ένα λαιμό, ένα κορμί αλλιώτικο από κείνο που ο φίλος μου δεν είχε χαϊδέψει.

Ένας βεδουίνος καμηλιέρης δέχτηκε να με οδηγήσει στη Γιάφα έναντι μερικών περιπτύξεων. Ένας Μαρσεγέζος καραβοκύρης με πήρε στο καράβι του: ξαπλωμένη στην πρύμη αφηνόμουν να με συνεπαίρνει το θερμό τρεμούλιασμα της αφρισμένης θάλασσας. Σ' ένα μπαρ του Πειραιά, ένας Έλληνας φιλόσοφος μου δίδαξε τη σοφία σαν μια ακόμα κραιπάλη. Στη Σμύρνη, η απλοχεριά ενός τραπεζίτη με έμαθε πόσο το σάρκωμα του στρειδιού κι η γούνα των ζώων προσθέτουν σε γλύκα στο πετσί μιας γυναίκας κάνοντάς την ένα αντικείμενο πόθου και φθόνου μαζί. Στην Ιερουσαλήμ ένας φαρισαίος με συνήθισε να χρησιμοποιώ την υποκρισία σαν ένα φκιασίδι που δεν ξεβάφει. Μέσα σε μια τρώγλη της Καισαρείας, ένας γιατρεμένος παράλυτος μου μίλησε για το Θεό. 

Σε πείσμα των αγγέλων που τον θερμοπαρακαλούσαν, θέλοντας αναμφίβολα να τον ξαναγυρίσουν στον ουρανό, ο Θεός εξακολουθούσε να τριγυρνάει από χωριό σε χωριό, εμπαίζοντας τους ιερείς, προσβάλλοντας τους πλουσίους, σπέρνοντας τη διχόνοια στις οικογένειες, συγχωρώντας τις μοιχαλίδες, εξασκώντας παντού το σκανδαλώδες επάγγελμα του Μεσσία. 

Paolo Veronese, The Conversion of Mary Magdalene
____________


....δεν θα μπορούσα να τον σαγηνέψω, αφού δεν με απόφευγε
.

Και η αιωνιότητα, έχει και αυτή τη μόδα της: μια από εκείνες τις Τρίτες όπου δεν προσκαλούσε παρά διασημότητες στο αρχοντικό του, ο Σίμων ο Φαρισαίος είχε την έμπνευση να καλέσει το Θεό. Αν είχα φτάσει στο σημείο να κυλιστώ τόσο χαμηλά, ήταν για να αντιπαρατάξω σ' αυτόν τον τρομερό Φίλο μια λιγότερο αφελή αντίζηλο: αν γοήτευα το Θεό, θα στερούσα τον Ιωάννη από το αιώνιο στήριγμά του·  θα τον υποχρέωνα να ξαναπέσει απάνω μου με όλο το βάρος της σάρκας του. Αμαρτάνομε, γιατί δεν υπάρχει για μας ο Θεός: είναι γιατί τίποτα το τέλειο δεν μας παρουσιάζεται, που στρεφόμαστε στους ανθρώπους. Μόλις ο Ιωάννης καταλάβαινε πως ο Θεός δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας απλός άντρας, δεν θα 'χε πια λόγο να τον προτιμάει από τον κόρφο μου. 

Στολίστηκα σαν για χορό. Αρωματίστηκα σαν για κρεβάτι. Η είσοδός μου στην αίθουσα του συμποσίου έκοψε τις ανάσες. Οι Απόστολοι σηκώθηκαν ταραγμένοι από φόβο μήπως μα-γαριστούν από το άγγιγμα του ποδόγυρού μου - στα μάτια αυτών των ανθρώπων του Καλού, ήμουν ακάθαρτη σαν να μην έπαυα να ματώνω. Μόνον ο Θεός έμεινε ξαπλωμένος πάνω στον πέτσινο πάγκο του: αναγνώρισα από ένστικτο αυτά τα πόδια που 'χαν φθαρεί μέχρι το κόκκαλο περπατώντας σ' όλους τους δρόμους της κόλασής μας, αυτά τα μαλλιά τα γεμάτα από ένα σαράκι από άστρα, αυτά τα τεράστια μάτια του τα καθάρια σαν τα μόνα κομμάτια που του έμεναν από τον ουρανό του. Ήτανε άσκημος σαν τον πόνο. Ήταν λεχρός σαν την αμαρτία.

Έπεσα στα γόνατα, καταπίνοντας το σάλιο μου, ανίκανη να προσθέσω έστω και ένα σαρκασμό στο φρικτό βάρος αυτής της απόγνωσης του Θεού. Το είδα αμέσως πως δεν θα μπορούσα να τον σαγηνέψω, αφού δεν με απόφευγε. Έλυσα τα μαλλιά μου σαν για να σκεπάσω καλύτερα τη γύμνια του λάθους μου, άδειασα μπροστά του τα μύρα των αναμνήσεών μου. 



Christ in the House of Simon, Dieric Bouts (1440)
____________

Η φρικτή μοίρα να ανήκεις σε όλους


 Καταλάβαινα πως αυτός ο παράνομος Θεός θα πρέπει να είχε ξεγλιστρήσει κάποιο πρωί έξω από την πύλη της αυγής, αφήνοντας πίσω του τα πρόσωπα της Τριάδας ν' απορούν, που δεν ήτανε πια παρά μόνο δύο. Είχε μπει, ξένος, στο χάνι των ημερών. Είχε σπαταληθεί σε αναρίθμητους περαστικούς που του αρνιόντανε την ψυχή τους απαιτώντας όμως από αυτόν όλες τις χειροπιαστές χαρές. Είχε υποστεί τη συντροφιά των ληστών, την επαφή με τους λεπρούς, τον τραμπουκισμό των ανθρώπων της αστυνομίας: όμοια με μένα, δεχότανε τη φρικτή μοίρα να ανήκει σε όλους. 

Feast of Simon the Pharisee, Peter Paul Rubens
_____________

...έγινα η δαιμονισμένη του Θεού


Έβαλε πάνω στο κεφάλι του το μεγάλο χέρι του του πτώματος, που έμοιαζε σαν να 'χε ήδη αδειάσει από αίμα: αιωνίως, δεν κάνομε τίποτε άλλο από το να αλλάζουμε σκλαβιά: από την ίδια τη στιγμή που με άφησαν τα δαιμόνια έγινα η δαιμονισμένη του Θεού. Ο Ιωάννης σβήστηκε από τη ζωή μου σαν ο Ευαγγελιστής να μην είχε σταθεί για μένα παρά μόνο σαν Πρόδρομος: μπροστά στο Πάθος, λησμόνησα την αγάπη. 


Tintoretto, Magdalena penitente 
(Musei Capitolini, Roma, 1598-1602)
______________

Δέχτηκα την αγνεία σαν μια τρομερότερη διαστροφή: πέρασα λευκές νύχτες μες στα χωράφια, έχοντας γύρω μου τους Απόστολους, πρόβατα φοβισμένα, ερωτευμένα με τον Ποιμένα. Μακάρισα τους νεκρούς, που πάνω τους πλαγιάζουνε οι προφήτες για να τους αναστήσουν. Βοήθησα τον θείο θεραπευτή στις θαυματουργές θεραπείες του: έτριψα με λάσπη τα μάτια των εκ γενετής τυφλών. Άφησα τη Μάρθα στο πόδι μου, την ημέρα του δείπνου της Βηθανίας, από φόβο μην έρθει ο Ιωάννης και κάτσει κοντά στα ουράνια γόνατα στο σκαμνί που θα άφηνα. Τα δάκρυα κι οι φωνές μου πέτυχαν απ' αυτόν το γλυκό θαυματουργό τη δεύτερη γέννηση του Λαζάρου: αυτός ο σαβανωμένος νεκρός που έκανε τα πρώτα του βήματα στο κατώφλι του τάφου, ήταν σχεδόν το παιδί μας. 



Vincent van Gogh - The raising of Lazarus (after Rembrandt)
Van Gogh Museum, Amsterdam
________________

Στρατολόγησα μαθητές για αυτόν. Βούτηξα τα χέρια μου στο νεροχύτη του Μυστικού Δείπνου. Φύλαξα τσίλιες, στο Όρος των Ελαιών, όσο τελούνταν το κόλπο της Εξαγοράς. Τον αγάπησα τόσο, που έπαψα να τον λυπάμαι: ο έρωτας μου θέριευε αυτή την απόγνωση, που αυτή και μόνον, τον έκανε Θεό. Για να μην καταστρέψω την καριέρα του σαν Σωτήρα, δέχτηκα να τον δω να πεθαίνει όπως μια ερωμένη δέχεται τον καλό γάμο του άντρα που αγαπά. Στην αίθουσα των Χαμένων Βημάτων, όταν ο Πιλάτος μας άφησε να εκλέξουμε ανάμεσα σ' έναν λωποδύτη και το Θεό, σαν όλους τους άλλους φώναξα Βαραββάν.


Juan Correa - The Conversion of Saint Mary Magdalene 
______________


Στα πόδια του άξονα απ' τον οποίο περνούσε όλη η οδύνη του κόσμου...

Τον είδα να πλαγιάζει πάνω στο κατακόρυφο κρεβάτι του αιώνιου γάμου του: παραστάθηκα στο τρομερό δέσιμο των σκοινιών, στο φιλί του σφουγγαριού που ήταν ακόμα ποτισμένο από μια θαλασσινή πίκρα, στο λόγχισμα του στρατιώτη που πάσχιζε να τρυπήσει την καρδιά αυτού του θείου βρυκόλακα από φόβο μήπως ξανασηκωθεί και βυζάξει όλο το μέλλον. Τo 'νιωσα να σπαρταράει πάνω απ' το μέτωπο μου αυτό το γλυκό γεράκι το παλουκωμένο στην πύλη των Χρόνων. Ένα αγέρι νέκρας έγλειφε τον ουρανό, λαφρύ σαν πέπλο. Ο κόσμος έγερνε προς το μέρος της νύχτας, παρασυρμένος από το βάρος του σταυρού. Ο χλωμός καπετάνιος κρεμότανε από τα ξάρτια του τρικάταρτου που καταποντιζόταν από το Σφάλμα: ο γιoς του ξυλουργού ξέπλενε τα λάθη που είχε κάνει στους υπολογισμούς του ο αιώνιος Πατέρας του. 


Crucifixion with Mary Magdalen Luca Signorelli 
Florence, Galleria degli Uffizi
__________________


Τo 'ξερα, ότι τίποτα το καλό δεν θα γεννιόταν απ' το μαρτύριο του: μόνη συνέπεια αυτής της εκτέλεσης θα 'ταν να καταλάβει ο άνθρωπος πως είναι πράγματι δυνατόν να απολυθεί από το Θεό. Ο θεϊκός κατάδικος δεν έχυνε πάνω στη γη άλλο από ανώφελα σπέρματα από αίμα. Μάταια χοροπήδαγαν τα μολυβένια ζάρια της Τύχης μέσα στις πυγμές των φρουρών, τα ιμάτια του άπειρου Χιτώνα δεν έφθαναν για να φτιάξουνε από αυτά ούτε ένα ρούχο.

Sacro Monte di Domodossola, Maria Maddalena ai piedi della Croce
_______________


Μάταια έχυσα πάνω στα πόδια του το οξυζεναρισμένο κύμα των μαλλιών μου· μάταια επιχείρησα να παρηγορήσω τη μόνη μητέρα που έχει συλλάβει Θεό. Οι φωνές μου, φωνές γυναίκας και σκύλας, δεν φτάναν τον πεθαμένο μου κύριο· οι ληστές, τουλάχιστον, μοιράζονταν τον ίδιο πόνο μ' αυτόν: στα πόδια αυτού του άξονα απ' τον οποίο περνούσε όλη η οδύνη του κόσμου, το μόνο που θα 'καναν οι φωνές μου θα 'ταν να ταράξουν το διάλογό του με τον Δισμά.

Detail of Mary kissing the feet of the crucified Jesus, Italian, early 14th century
_______________


σαν ένα ώριμο φρούτο, έτοιμο να σαπίσει μέσα στο χώμα του τάφου

Έστησαν σκάλες, έλυσαν τα σκοινιά. Ο Θεός αποδέθηκε σαν ένα ώριμο φρούτο, έτοιμο κιόλας να σαπίσει μέσα στο χώμα του τάφου. Για πρώτη φορά, το αδρανές του κεφάλι δέχτηκε τον ώμο μου· ο χυμός της καρδιάς του έχριε τα χέρια μας κόκκινα όπως στον τρύγο - ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας πήγαινε μπρος, βαστώντας ένα φανάρι - ο Ιωάννης και 'γω λυγίζαμε κάτω από αυτό το κορμί, το πιο βαρύ απ' τον άνθρωπο - στρατιώτες μας εβοήθησαν να βάλουμε μυλόπετρες στο στόμα του τάφου. 



The Dead Christ Mourned - the Three Maries, Annibale Carracci  (1603)
__________________


Είχα παραιτηθεί από κάθε υπόσχεση για μία ανάσταση...

Γυρίσαμε στην πόλη μέσα στην ψύχρα του ήλιου που είχε πια γείρει. Ξαναβρίσκαμε, αποσβολωμένοι, τα μαγαζιά, τα θέατρα, την αναίδεια των σερβιτόρων στις ταβέρνες, τις απογευματινές εφημερίδες που είχαν καταχωρημένα στα ψιλά τα Πάθη. Πέρασα τη νύχτα μου ξεδιαλέγοντας τα πιο ωραία από τα σεντόνια που είχα σαν πόρνη - με την αυγή, έστειλα τη Μάρθα ν' αγοράσει τα πιο ακριβά αρώματα.




Mary Magdalene by John Rogers Herbert (1859)
________________



Τα κοκκόρια λαλούσαν σαν να μην ήθελαν ν' αφήσουν να ξεχαστεί η μετάνοια του Πέτρου - παραξενεμένη που είχε κιόλας ξημερώσει, πήρα ένα δρόμο για τα προάστια όπου μηλιές θυμίζαν το Λάθος και αμπέλια την Εξαγορά. Αν κι ο αέρας ερχότανε βορινός, δεν ένιωθα τη μυρωδιά του πτώματος του Θεού. Οδηγημένη από μια θύμηση, αυτόν τον αδιάφθορο άγγελο, τρύπωσα μέσα σ' αυτή τη σπηλιά τη σκαμμένη μέσα στα πιο βαθιά μύχια μου-πλησίασα αυτό το κορμί σαν να πλησίαζα το δικό μου τον τάφο. Είχα παραιτηθεί από κάθε ελπίδα για ένα Πάσχα, από κάθε υπόσχεση για μία ανάσταση. 

Mary Magdalene at Jesus Empty Tomb
_________________

Ο Θεός είχε σηκωθεί απ' το θάνατο όπως από μία στρωμνή αϋπνίας

Δεν κατάλαβα ότι η μυλόπετρα είχε ξεσχιστεί σ' όλο το μήκος της από έναν θεϊκό αναβρασμό: ο Θεός είχε σηκωθεί απ' το θάνατο όπως από μία στρωμνή αϋπνίας· ξέστρωτος ο τάφος άφηνε να σέρνονται τα σεντόνια τα δανεικά από τον κηπουρό. Για δεύτερη φορά στη ζωή μου βρισκόμουνα μπροστά σε ένα κρεβάτι όπου δεν πλάγιαζε παρά ένας απόντας. Τα σπυριά των μύρων κατρακύλησαν πάνω στο χώμα του τάφου, έπεσαν στον πάτο της νύχτας. Τα τοιχώματα της σπηλιάς μου επέστρεφαν τα ουρλιαχτά μου του ανικανοποίητου νεκροβόρου.



Mary Magdalene approaching the Tomb, Gian Girolamo Savoldo, 1535-40
________________


...από την άλλη μεριά του καθρέφτη του Χρόνου 

Έχοντας χάσει τις φρένες, χτυπούσα το κεφάλι μου πάνω στο πέτρινο ανώφλι. Το χιόνι των νάρκισσων είχε μείνει παρθένο από ανθρώπινο χνάρι: αυτοί που ήρθανε να κλέψουνε το Θεό είχαν περπατήσει στον ουρανό. Σκυμμένος στο χώμα ο κηπουρός, σκάλιζε μία πρασιά - ανασήκωσε το κεφάλι του κάτω από το μεγάλο ψάθινο του καπέλλο που τον στεφάνωνε με ήλιο και καλοκαίρι. Έπεσα στα γόνατα, πλημμυρισμένη από κείνο το γλυκό τρεμούλιασμα των ερωτευμένων γυναικών που νιώθουν την ουσία της καρδιάς τους ν' απλώνεται σ' όλο τους το κορμί. Είχε στον ώμο του την τσουγκράνα που του χρειάζεται για να ισοπεδώνει τα λάθη μας: κρατούσε, στο χέρι, το κουβάρι το νήμα και το κλαδευτήρι που οι Μοίρες εμπιστεύτηκαν στον αιώνιο αδερφό τους.

Μπορεί να ετοιμαζόταν να κατέβει στην Κόλαση από το δρόμο των ριζών. Ήξερε το μυστικό των τύψεων της τσουκνίδας, της αγωνίας του σκουληκιού της γης: τόσο είχε μείνει η ωχρότητα του θανάτου απάνω του που σου 'δινε μια εντύπωση πως είχε μεταμορφωθεί σε κρίνο. Υποψιαζόμουνα πως η πρώτη του κίνηση θα 'ταν να απομακρύνει από κοντά του αυτήν την αμαρτωλή, τη μιασμένη από την επιθυμία. Ένιωθα σαν γυμνοσάλιαγκας μέσα σ' αυτό το σύμπαν των λουλουδιών. Τόσο δροσερός ήταν ο αέρας, που οι υψωμένες παλάμες μου είχαν την αίσθηση πως ακουμπούσανε σε γυαλί: ο νεκρός κύριος μου είχε περάσει από την άλλη μεριά του καθρέφτη του Χρόνου. 


Η άχνα της ανάσας μου θάμπωσε τη μεγάλη εικόνα: ο Θεός σβήστηκε σαν μία ανταύγεια πάνω στο τζάμι του πρωινού. Το αδιάφανο στόμα μου δεν ήταν ένα εμπόδιο γι' αυτόν τον Αναστημένο. Ένα τρίξιμο ακούστηκε, ίσως απ' το βάθος του εαυτού μου: έπεσα με τα χέρια μου ανοιγμένα σταυρό, παρασυρμένη από το βάρος της καρδιάς μου• τίποτα δεν υπήρχε πίσω από το γυαλί που είχα μόλις σπάσει.

The Three Marys at the Tomb by Peter Paul Rubens
(Mary Magdalene in red)
_______________

Tο μόνο που αγάπησε σε μένα ήταν τα δάκρυά μου

Ήμουν, ξανά, πιο άδεια κι από μια χήρα, πιο μοναχή κι από μια εγκαταλειμμένη γυναίκα. Επιτέλους, γνώριζα όλη την απανθρωπιά του Θεού. Ο Θεός δεν μου είχε πάρει μόνο τον έρωτα ενός πλάσματος, σε μια ηλικία που τα φανταζόμαστε αναντικατάστατα, δεν με είχε στερήσει μόνο από τις ζαλάδες της εγκυμοσύνης μου, από τις υπνηλίες της λεχώνας, από τους μεσημεριάτικους ύπνους μου σαν γριά γυναίκα στην πλατεία του χωριού, από τον τάφο σε μια γωνιά του περίβολου όπου θα με πλάγιαζαν τα παιδιά μου. Μετά την αθωότητά μου, ο Θεός με είχε απαλλάξει κι από τα λάθη μου: όταν πρωτοξεκινούσα στο επάγγελμα της εταίρας, μου στέρησε τις πιθανότητες που 'χα ν' ανεβώ στη σκηνή ή να σαγηνέψω τον Καίσαρα. Μετά το πτώμα του, μου πήρε το φάντασμά του: δεν θέλησε ούτε καν να μεθύσω από ένα όνειρο. Σαν τον χειρότερο ζηλιάρη, κατάστρεψε αυτή την ομορφιά που θα μπορούσε να με ξαναρίξει στα κρεβάτια της επιθυμίας: τα βυζιά μου κρέμονται - μοιάζω με το Χάρο, αυτόν τον παλιό έρωτα του Θεού. Σαν τον χειρότερο μανιακό, το μόνο που αγάπησε σε μένα ήταν τα δάκρυά μου. 



The Magdalene by George Romney
________________


Αλλά αυτός ο Θεός που μου τα λήστεψε όλα, δεν μου τα 'δωσε όλα. Δεν δέχτηκα παρά ένα ψίχουλο της αιωνίας αγάπης· σαν την πρώτη τυχούσα μοιράστηκα την καρδιά του με όλα τα πλάσματα. Οι παλιοί εραστές μου πλάγιαζαν πάνω στο σώμα μου χωρίς να νοιάζονται για την ψυχή μου: ο ουράνιος φίλος της καρδιάς μου δεν φρόντισε να ζεστάνει παρά αυτή την αιωνία ψυχή, και κατ' αυτόν τον τρόπο ο μισός μου εαυτός δεν έπαψε ποτέ να υποφέρει. 


Maestro della Maddalena di Capodimonte, Maddalena penitente
Messina Museo Regionale
________________

Με λύτρωσε από την ευτυχία...

Κι ωστόσο με έσωσε. Χάρη σ' αυτόν, από τις χαρές εγώ δεν εδέχτηκα παρά την πλευρά τους της δυστυχίας, τη μόνη που δεν εξαντλείται.
Ξεφεύγω από τις μονοτονίες του νοικοκυριού και του κρεβατιού, από το νεκρό βάρος του χρήματος, από το αδιέξοδο της ευτυχίας, από την ικανοποίηση της τιμής, από τις γητειές της ατιμίας. Αφού αυτός ο καταδικασμένος στον έρωτα της Μαγδαληνής απέδρασε για τους ουρανούς, και γω δεν θα διαπράξω το ανούσιο λάθος ν' αφοσιωθώ στο Θεό.

Έκανα καλά που αφέθηκα να με κυλήσει το μεγάλο θεϊκό κύμα - δε μετανιώνω που ξαναπλάστηκα από τα χέρια του Κυρίου. Δε με λύτρωσε ούτε από το θάνατο, ούτε από τα δεινά, ούτε από το έγκλημα, γιατί μέσα απ' αυτά λυτρωνόμαστε. Με λύτρωσε από την ευτυχία.



Mary Magdalene, attributed to Gregor Erhart (Louvre).
_____________


Marguerite Yourcenar, Φωτιές
μτφρ. Ιωάννας Χατζηνικολή, εκδόσεις Χατζηνικολή