Σάββατο 7 Μαΐου 2016

«Τι είναι η ατιμία κι η φυλακή για μια μάνα; », Πέτρος Πικρός, Χαμένα κορμιά


Τι πάει να πει αυτό για μια μάνα;

Ήρθε κι έφυγε.


Φυσικά, τι μπορούσε να κάνει μια και τέλειωσε η διορία, μια και χτύπησε το καμπανάκι; Μα αν ήτανε στο χέρι της, θα 'φευγε μήπως; Θα 'παιρνε μήπως όλες εκείνες τις προφυλάξεις; Θ' άφηνε τ' αμάξι της να τηνε περιμένει τόσο μακριά; Θα 'κρυβε το προσωπάκι της μέσα στις πυκνές εκείνες βελέτες ή μήπως θα γυρνούσε τόσες φορές ν' αγναντεύει μην τηνε κοιτάξει κανένα μάτι; 


Ναι! Θα τα 'κανε όλα αυτά, αν ήτανε λεύτερη να μην τα κάνει; αν δεν είχε να φοβηθεί κανένα.

Ποιον φοβότανε; Μα ποιον φοβάται κανείς;

Ποιον άλλον από τον κόσμο, τα μάτια του κόσμου!

Μια γυναίκα! Για φαντάσου! Λίγο το 'χεις;

Όμως - να το λέμε κι αυτό - ποιος θα μπορούσε να σταματήσει στο δρόμο της μια μάνα;

Ποιος δεν ξέρει τι πάει να πει μάνα;

Τι είναι η ατιμία κι η φυλακή, κι ο κόσμος, όταν μια μάνα πάει να δει το παιδί της, το σπλάχνο της, κι ας είναι κακούργος κι ας έχει σκοτώσει κι ας τον έχουν φυλακή κι ας μη θέλει να τον ξέρει ο μπαμπάς του!

Τι πάει να πει αυτό για μια μάνα;

Βρέχει!

Καλά που βρέχει. Πιο καλά, γιατί έτσι είναι έρημοι οι δρόμοι.





Τον θυμότανε στην κουνίτσα του, κοιμισμένο αγγελούδι...

Πώς φοβόταν ή κακομοίρα, όταν άλλες φορές τ' αμάξι τσαλαβουτούσε μέσα στη λάσπη κι έπεφτε μέσα στους λάκκους. Σήμερα το ίδιο της κάνει. Λες και μοιάζει κούνια σήμερα τ' αμάξι. Λες και της νανουρίζει τις μαύρες σκέψεις.

Κούνια! Αλήθεια, πώς τη θυμότανε την κουνίτσα του! Θαρρείς και ήτανε χτες ακόμα που τον αποκοίμιζε κι ύστερα τονε καμάρωνε μέσα στις αχνές ταντέλες και τα μεταξωτά σκεπάσματα.

Ποιος θα το 'βαζε τότες με το νου του, βλέποντας κοιμισμένο τ' αγγελούδι εκείνο με τα μακριά ματόκλαδα, με την ανασηκωμένη μυτίτσα, τα κόκκινα παχουλά μαγουλάκια, τα χειλάκια τα σουρωμένα, κι εκείνες τις μπουκλίτσες, τις μαύρες, ποιος θα 'βαζε με το νου του πως δυο-τρεις μέρες ύστερα το βρέφος θα δάγκωνε το βυζί της παραμάνας του για να της βγάλει ολόκληρο κομμάτι! Καλά το λέει ο λόγος.Η κακιά μέρα απ' το πρωί φαίνεται. Κι ύστερα όσο μεγάλωνε λες κι όλο χειροτέρευε.

Δεκατεσσάρω χρονώ ήτανε που είχε σπάσει τρία δόντια κάποιου συμμαθητή του... Ύστερα, μιαν άλλη φορά... Α! αν μάθαινε ίσως γράμματα! Ίσως να μη!... Μα και τι δεν έκανε η άμοιρη!... Πόσο πάσχισε για να τον κάνει άνθρωπο! Αλίμονο! Λες και το είχε μέσα του...

Κακός δεν ήτανε δα, κι ολωσδιόλου κακός...

Ώρες ώρες, μάλιστα, θαρρούσες κι ήτανε άλλος άνθρωπος. Μα ό,τι κι αν ήτανε τον αγαπούσε. Παιδί της! τι θα πει!





Αν έμοιαζε του παππού, δεν έφταιγε καθόλου...

Αλήθεια όμως... πώς έμοιαζε του παππού όσο πήγαινε!... Και στα φυσικά και στο πρόσωπο... Σήμερα, που τον είδε έτσι άγριο, αξύριστο... είχε ξαφνιαστεί με την ομοιότητα... δηλαδή, το είχε παρατηρήσει κι άλλες φορές, όμως σήμερα...


Μα πώς είναι δυνατό τα παιδιά να μοιάζουνε καμιά φορά, τόσο πολύ, του παππού τους; ... Καλά, στο πρόσωπο... αυτό βέβαια... το καταλαβαίνει κανείς μια και... Μα και στα φυσικά; 


Μπα, έτσι θα 'τυχε!... Όμως πάλι... γιατί το μοιάξιμο στα μούτρα να μη μας ξαφνιάζει; Ενώ σα μοιάζουνε τα φυσικά...

Τι; ... Μήπως άραγε!... Μ' αυτό θα ήτανε φριχτό...


Άλλα γιατί; Γιατί όχι;...Όλα γίνουνται... όλα να τα περιμένει κανείς! Μα τότες... τότες... γιατί, τ' αθώα τ' ανεύθυνα παιδιά... Ναι! Γιατί να της στερήσουν το παιδί της, αφού, αν είναι έτσι, δεν έφταιγε καθόλου;... 


Μήπως καλύτερο θα τον κάνουν εκεί στη φυλακή; Κι όταν έβγει... μήπως δε θα είναι χειρότερος; 

Μέσα σ' εκείνους τους ανθρώπους, που λες κι οι μούρες τους μονάχα... Μα, γιατί λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι, που τους είδε κείνη τη μέρα στο κακουργοδικείο, καθισμένους τόσο ψηλά, λες κι ήταν οι άλλοι μυρμήγκια στα πόδια τους... γιατί δε ρωτήσανε για τον παππού; Γιατί δεν εξέτασαν; ... Γιατί; ...

Τι τα συλλογιέσαι τώρα αυτά, κακόμοιρη!


Τ' αμάξι ολοένα τσαλαβουτώντας, πάει... πάει...




Ως και τα λόγια με δυσκολία περνούν μέσα απ' τα σίδερα.

Τι βγαίνει τώρα με το να συλλογιέται κανείς της γλυκιάς, γλυκιάς του μάνας τα γλυκά λογάκια; Τι του είπε; Δυο λόγια μόνο. Ποτάμι τρέχανε τα δάκρυά της κι ένα αναφιλητό της έκοβε την κάθε κουβέντα.

Πώς έκαιγαν τα δάκρυα εκείνα! Στάξανε ποτές πάνω στα δάχτυλά σας της μάνας σας τα δάκρυα; Μα βέβαια, εσείς δεν έχετε πάει φυλακή!

Κι ύστερα του τα φίλησε τα δάχτυλα εκείνα, τα μαλλιά, το μάγουλο... Αλήθεια, τι δύσκολα φιλιέται κανείς, ανάμεσα απ' τα σιδερένια κάγκελα!

Μα πόσο πιο λαχταριστό είναι το φιλί.Ως και τα λόγια, ως κι αυτά, με δυσκολία περνούν μέσα απ' τα σίδερα.

Ξαφνικά, όταν τον κοίταξε κατάματα - αλήθεια, παρατήρησες καμιά φορά πώς θαμπώνει η ματιά σαν είναι βουρκωμένο το μάτι; - του είπε:

«Πώς του μοιάζεις!... Πώς του... έτσι δα, τώρα που σε κοίταξα, μου φάνηκες έτσι απαράλλαχτος, ο παππούλης ...»

Ύστερα σώπασε. Χτύπησε το καμπάνι... Δάκρυα... δάκρυα... κι έπειτα δυο χέρια, μιας μάνας χέρια που πολεμούνε να χωθούν απ' ανάμεσα απ' τις τσιγκλίδες...

Πέτρος Πικρός, Οι αμαρτίες του παππού (απόσπασμα), 
Χαμένα κορμιά, εκδόσεις Άγρα

"Μάνα", Γιώργος Φαρσακίδης

Μα τότες... τότες... γιατί, τ' αθώα τ' ανεύθυνα παιδιά...

Στο διήγημα «Οι αμαρτίες του παππού», ο Πέτρος Πικρός προβληματίζεται με τρόπο πικρά απαισιόδοξο πάνω σ' ένα θέμα - κοινό τόπο της νατουραλιστικής οπτικής: την επίδραση της κληρονομικότητας που μαζί με τις κοινωνικές συνθήκες προδιαγράφουν για το εκάστοτε θύμα μια αναπόδραστη μοίρα και ένα πεπρωμένο αναπόφευκτο. 

Ένας νέος άντρας εμφανίζεται σκλάβος μιας εγκληματικής κληρονομικότητας από την πλευρά του παππού του, αρχιλήσταρχου του Αλή πασά. Τα τελευταία ηθικά σπέρματα του φυλακισμένου εξαφανίζονται τελειωτικά στην επίδραση του άλλου εγκληματία. 

Όμως αν είναι έτσι, αν ο εγκληματίας κουβαλάει το βάρος μιας δυσοίωνης κληρονομικότητας, τότε, πόση ευθύνη του αναλογεί; 

"Μα τότες... τότες... γιατί, τ' αθώα τ' ανεύθυνα παιδιά..."

Άλλωστε, "Μήπως καλύτερο θα τον κάνουν εκεί στη φυλακή; Κι όταν έβγει... μήπως δε θα είναι χειρότερος; " 

Στο απόσπασμα η άνευ όρων και ορίων αγάπη της μάνας για ένα παιδί, που δεν είναι ήρωας αλλά εγκληματίας, φωτίζει το σκοτεινό τοπίο της φυλακής και το καθαγιάζει με τα γλυκά της λόγια και τα καυτά της δάκρυα: 

Πώς έκαιγαν τα δάκρυα εκείνα! Στάξανε ποτές πάνω στα δάχτυλά σας της μάνας σας τα δάκρυα; Μα βέβαια, εσείς δεν έχετε πάει φυλακή!



Η Vera Baranovskaya στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου «Η Μάνα» του Μαξίμ Γκόρκι (1926). 
Σκηνοθεσία Β. Πουντόβκιν


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου