Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

Ο Αγώνας του 1821 στην μεταπολεμική και νεότερη ποίηση

Διονύσιος Σολωμός - Γεώργιος Καραϊσκάκης:
 Έργο του Χρήστου Μποκόρου από την έκθεση «1821, η γιορτή» (φωτ.: Μουσείο Μπενάκη).
_______

Από την εθνικοπατριωτική στην κριτική στάση 

Η πρόσληψη του αγώνα του ’21 από τη μεταπολεμική, την ποίηση της γενιάς του ’70 καθώς και από την ποίηση που δημοσιεύεται προς το τέλος του 20ού αιώνα, διαφέρει αισθητά από την εθνικοπατριωτική, εξιδανικευτική οπτική της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, η οποία στέκεται με υπερηφάνεια απέναντι στα γεγονότα της Επανάστασης. Με το πέρασμα του χρόνου και ζώντας τις ιστορικές περιπέτειες που τους σημαδεύουν, οι ποιητές στέκονται ολοένα και κριτικότερα απέναντι στην Eπανάσταση, άλλοτε απομυθοποιώντας ή ελέγχοντας κι άλλοτε εκφράζοντας λύπη, ματαίωση ή και εναντίωση σε επαναστατικούς χειρισμούς ή κακώς κείμενα, όπως οι εμφύλιες συρράξεις, οι διολιοφθορές, τα «καπάκια» κ.ο.κ.

Όποιες όμως τάσεις κι αν εγγράφονται στην ποικιλία των εκφάνσεών τους στη νεότερη αυτή ποίηση, υμνητικές ή απλώς υπαινικτικές, συνδεδεμένες με γεγονότα της νεότερης ιστορίας ή μη, είναι φανερό πως ο αγώνας του ’21, οι ηρωικές μορφές που τον υπηρέτησαν, οι νικηφόρες αλλά και οι οδυνηρές στιγμές του είναι χαραγμένες βαθιά στις ψυχές των ποιητών μας, αφού το χρέος ή η ανάγκη τους να μιλήσουν για όλα αυτά είναι η δύναμη και η ώθηση που γεννά τα ποιήματά τους.

Δύο αιώνες μετά, οι λογαριασμοί μας με την Επανάσταση, που αποτελεί οργανικό κομμάτι του εθνικού υποσυνείδητου, παραμένουν και θα παραμείνουν ανοικτοί, όσο μια πληθυσμιακά μικρή εθνική κοινότητα θα αναζητά εναγώνια στο παρελθόν της τα ερείσματα του συλλογικού παρόντος της.

Διονύσιος Σολωμός, έργο του Χρήστου Μποκόρου από την έκθεση «1821, η γιορτή»
(φωτ.: Μουσείο Μπενάκη).
_________

Οι μικροί ποιητές, οι ποιητές θεοί...

Λάβετε τα περικλειόμενα και καταλάβετε οπού το Μισολόγγι 
κινδυνεύει και ακοντά οπού κινδυνεύει όλον το Εθνος μας.

(Επιστολή πολιορκημένων, 2 Μαρτίου 1826)

Έρχεται και με βρίσκει στην καρδιά εκείνο κάθε τόσο που έβρισκε στην «ανάγνωση» η ολιγογράμματη μητέρα μου —το «οπού»— κάθε που της ζητούσα επίμονα να μου διαβάσει κάτι με την γνωστή της καλοσύνη, που δεν την ξαναβρήκα πουθενά σχεδόν. Όπου συναντούσε ενα ένοχο ακέφαλο «που», εκείνη συλλάβιζε το αθώο της «οπού» και διασκέδαζα εγώ, και με την αδερφή μου γελούσαμε κρυφά, ωσάν ανόητοι εγγράμματοι, που δεν εννοούσαν τη γλώσσα όσων είχαν μόλις με την κραυγή του 20ού αιώνα γεννηθεί. Κι ακόμη, ως νέοι μοντέρνων καιρών, μα στην ουσία αρνητές των παλαιών, δεν εννοούσαμε το γλωσσικό ανάκρουσμα που κρυβόταν σε όσους προηγήθηκαν από μας και που ξεμύτιζε μ’ εκείνο το «οπού» εως τα μέσα του νέου αιώνα, που έμελλε να ζήσουμε ελεύθεροι —εμείς— από τις πλούσιες πληγές του· που έρχεται τώρα και με πετυχαίνει στην καρδιά...

Τη γλώσσα που συνάντησα αργότερα, και σαν αριστερός, στου Μακρυγιάννη τ’ απομνημονεύματα, ή και πιο πριν σαν μαθητής, στου Κασομούλη τα ενθυμήματα, κι ουδόλως με δυσκόλεψε, εφόσον είχα την πείρα απ’ τα δικά της ομιλήματα. Και τώρα χαίρομαι που είμαι απόγονος κι εγώ μιας τέτοιας γλώσσας, που πιο πολύ και ακριβότερα στου Σολωμού αγάπησα τα λαμπερά ξεσπάσματα - και στα αγνά του Κάλβου και σπάνια κοιτάσματα.

Ό,τι δεν πίστεψα νωρίς, έρχεται αργά και στην καρδιά με πετυχαίνει. Γιατί δεν ξέχασα ποτέ το πώς και πού την αθωότητα να βρίσκω, ίσαμε που τις βασανιστικές ανάγκες μου να συντηρώ με τρόπο φυσικό. Σαν τα λιμνάζοντα της πόλης μου νερά, όταν την υπερέβαινε η λίμνη της, που κάθιζαν στις άπλες της, και εισχωρούσαν στις συνθήκες των ανθρώπων, και που απομακρύνονταν για λίγο, και ματαγύριζαν νυχτερινά κι από τα σάλτσινα με την μπασιά ξεχείλιζαν.

Υπά
ρχουν κι οι μικροί θεοί οπού δεν απαιτούν πίστη, αλλ’ είναι οι ίδιοι στον άνθρωπο πιστοί και τον φυλάνε με τον λόγο τους, χωρίς τις προσευχές και δίχως παρακλήσεις - οι ποιητές θεοί - που ούτε γράφουν ούτε και σβήνουν αμετάκλητα, αλλά κρατούνε την ανθρώπινη ουσία αχάλαστη μες στους καιρούς, και κάθε τόσο, με τρόπο θαυμαστό, την μεταλαμπαδεύουν σε λίγους φωτισμένους· που μεσ’ από την ίδια γλώσσα εκείνοι μας παιδαγωγούν και μας ανάγουν…

Νίκος Αντωνάτος, Το οπού, Εικών ή λίθος, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2014.

Φωτό: Σταμάτης Καταπόδης
_________


Ελληνοπούλα μια σταλιά

Για μια τρισχαριτωμένη τρίχρονη παιδούλα, 
που, ντυμένη την εθνική μας φορεσιά, ανέμιζε 
στην παρέλαση τη γαλανόλευκη.

Ελληνοπούλα μια σταλιά, χωράς το Εικοσιένα!

Άγγελος Παρθένης, Ελληνοπούλα, 
Μεγάλη Άρκτος, Αθήνα, Κέδρος, 2013


Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόκριτος της Μάνης, κηρύσσει την Επανάσταση στη Μεσσηνία. 
Λιθογραφία του Peter von Hess, 1852 (λεπτομέρεια – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).
________

Σαν πας στην Καλαμάτα...

Σαν πας στην Καλαμάτα,
νέα γυναίκα ζωγραφισμένη μου,
και ’ρθεις με το καλό,
φέρε μου γραφές,
μαντάτα και μηνύματα,
σφραγίδες κι ενθυμήματα
Μάρτη του είκοσι ένα.
Εσένα, λέω, Μεσσήνια Κυρά,
Νεοελληνική Ιστορία.
Φέρε μου να ξεφυλλίσω τη μεγάλη απόφαση, 
μορφές παλικαριών, μάχες, αγωνίες
φωτιές και προσδοκίες.
Φέρε μου κι ένα μαντίλι καλαματιανό,
φλάμπουρο τρανό
για το ξεκίνημα του Αγώνα.

Τάκης Σιδέρης, Η  Νεοελληνική Ιστορία στην Καλαμάτα, 
Ατομική Έκθεση, Αθήνα, Κέδρος, 1997


Κωνσταντίνος Παρθένης, Η αποθέωση του Αθανασίου Διάκου, 1933. Εθνική Πινακοθήκη
__________

Αποθέωσις...

Ο Παρθένης με το νεφτελίδικο λάδι του
αποθέωσε έναν ολόκληρο Αθανάσιο Διάκο.
Ο Παπαλουκάς με το πασταδόρικο λάδι του
αποθέωσε ένα ολόκληρο
καμένο χωριό της Μυτιλήνης.

Τάκης Σιδέρης, Παρθένης και Παπαλουκάς, 
Το αντρειωμένο τοπίο, Αθήνα, Εριφύλη, 1998


Φανταστικά πορτρέτα του Κάλβου: Σχέδιο του Γιώργου Σεφέρη
_________


«...σωθήτωσαν αι Ωδαί, σώσατε την ψυχή σας»

Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
Μνημονεύετε Αλέξανδρον Παπαδιαμάντη

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Δεν είναι πια η απόσταση
μα οι κάθετες παρεμβολές
δεν είναι οι λέξεις
μα η παγίδα της φωνής
φίλε, τι να σου γράψω, πώς
να δονήσω τις φριχτές μεμβράνες
τι να σου πω για τους τυφλούς
τον νουν τα όμματα.
Πικρό είναι το ψωμί της εξορίας,
είπε ο Κάλβος, κρούοντας
την αυθεντική του λύρα.

Είμαστε τώρα εξόριστοι
μέσα στο ίδιο μας το σπίτι
και γύρω μας ασχημονούν
οι μεταμφιεσμένοι επιδρομείς.
Η Ελλάς ξεφεύγει από τα χέρια μας.

Και στη γυμνή επιφάνεια
των καιρών οι κούφιοι
της στιγμής αξιωματούχοι
νοθεύοντας τις λέξεις
ασελγούντες επί της σεπτής
του Γένους ιστορίας
οι κορακόφθαλμοι...

Τέτοιες στιγμές, διαβάζοντας 
τον πληγωμένο βάρδο, κρούω 
κι εγώ την λύρα του, κράζω 
μέσ’ στις στροφές του: σωθήτωσαν 
αι Ωδαί, σώσατε την ψυχή σας!

Ο Μακρυγιάννης είπε:
«σημειώνω τα λάθη ολονών 
και φτάνω ως την σήμερον...»
Πιο πέρα: «και η πατρίς κατάντησε 
παλιόψαθα των ατίμων...»
Πιο πέρα: «Πάρ’ το αυτό 
το χαρτί και βάλ’ το σε μια πέτρα 
να είναι σίγουρο, μην κάψουν 
το σπίτι και καγεί...»
Πιο πριν: «Κι αν είν’ εκείνοι φτωχοί
εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι
πολύ εις τα στορικά του κόσμου...»
Κι εγώ τα λόγια του στοιχειοθετώ.

Φίλε μου, τόσα χρόνια 
προσπαθώντας να εκφρασθώ 
με συγχωρείς την γλώσσα μου 
δεν ξέρω να μιλώ· και όμως
ένα τοπίο μοναχά 
με συντηρεί και λίγες λέξεις 
από την ελληνική λαλιά μας.

Αριστοτέλης Νικολαΐδης (1922 -1996), Γράμμα εξορίας, 1967, 
Συγκεντρωμένα ποιήματα 1952 -1990, Αθήνα, Πλέθρον, 1991.

Σχεδιαστική απεικόνιση του τραγικού τέλους του Θ. Βλαχάβα (Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ', σ. 415).
__________

Σ’ έναν κόσμο μαγαρισμένο πού να βαδίσει ο άγιος
και πού ο απροσκύνητος να σταθεί;

[...] «Ορέ μουρτάτες, είπε, εμένα καλά με παιδεύετε...
Όχι γιατί μου αξίζει, μα γιατί έτσι είναι ο νόμος:
Ο νικημένος να πληρώνει τη λεβεντιά του με τον πιο άγριο θάνατο.
Όμως αυτόν τον δυστυχισμένο καλόγερο
τι τον τυραννάει και δεν τον τελειώνει ο σκύλος;
Αυτός, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν δικός μας.
Αυτός δεν είχε σηκώσει ντουφέκι, μήτε και τραγουδούσε τα τραγούδια 
       τ’ αντάρτικα.
Αυτός το σταυρό μόνο κρατούσε
παρακινώντας τους σηκωμένους να προσκυνήσουν
να γονατίσουν ακόμα μπροστά στον αφέντη
άλλη Δικαιοσύνη ζητώντας κι άλλη Ελευθερία, μέσα απ’ την πίστη του, 
       τάζοντας.» [...]

Και κει, στην αυλή του Αλή, οι δυο άνθρωποι βασανίζονταν.
Με καρτερία πάντως αξιοθαύμαστη υπομένοντας τα μαρτύρια
και με αξιοπρέπεια αδιάπτωτη προχωρώντας – και οι δυο – προς το
       θάνατο.

Έτσι γίνονταν στα 1808 κι έτσι θα γινόταν και 140 χρόνια αργότερα.
Κι έτσι γίνεται πάντα όταν πέφτουν δίσεχτα χρόνια.

Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Γιατί σ’ έναν κόσμο μαγαρισμένο
πού να βαδίσει ο άγιος
και πού ο απροσκύνητος να σταθεί;
Και πώς να σωθεί ο αμόλυντος;

Όμως με τη ζωή του πάντα ο γενναίος
ζεσταίνει τους σκλαβωμένους.
Και με το θάνατό του τους οδηγεί
απ’ την υποταγή
στην ανάσταση.

Θανάσης Κωσταβάρας (1927 - 2007), Θάνατος και αποθέωσις του καπετάν Θύμιου Βλαχάβα και του ιερομόναχου Δημητρίου στα Γιάννινα, Ιστορήματα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1985


«Οι δύο εραστές»: Η μόλις απελευθερωμένη Ελλάδα εν μέσω Τουρκίας και Ρωσίας.
Γελοιογραφία, Βρεττανικό Μουσείο.
Πηγή: Πανόραμα Ελληνικής Επαναστάσεως, εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέα, Αθήνα
_____________


Η Ελλάς ανέκαθεν υπήρξεν αξιέραστος κόρη...

Ξέρω πολλούς μεγάλους πατριώτες μεταξύ αυτών
και ο Αλή Πασάς Τεπελενλής Έλλην εκ πεποιθήσεως 
φιλέλλην έστω εξ ενστίκτου νάρκισσος μπεκρής εραστής 
των Γραμμάτων και Τεχνών λάτρης της μουσικής
η αόρατη πλευρά του Αιτωλού Κοσμά - άλλος αυτός 
τυχοδιώχτης ξεροκέφαλος αντικαριερίστας άγιος
απ’ άλλο ανέκδοτο.

Η Ελλάς ανέκαθεν υπήρξεν 
αξιέραστος κόρη της οποίας οι σπουδαίοι ερασταί 
(όρα και στρατηγόν Μακρυγιάννην)
παραμένουν
ακόμα μέσα στα χαρτιά αμελέτητοι και μακρινοί
συγγενείς
διά την λεγομένην μάζαν που με κάτι 
ψευτογκόμενους
που τους αλλάζει σαν πουκάμισα 
καλά τα περνάει - α! ονόματα δε λέμε...

Θωμάς Γκόρπας, Πατριωτικοί στίχοι, 
Τα Ποιήματα [1957-1983], Αθήνα, Κέδρος, 2006


Μνημείο Γεωργίου Καραϊσκάκη. Νέο Φάληρο. 
William J. Woodhouse, αρχές 20ου αιώνα
__________


Πώς ν’ αναγνωρίσουν τη Δυοβουνιώτου ενός άλλου αιώνα;

Για όσους αγνοούν τη Δυοβουνιώτου 
ή προφασίζονται ότι δυσκολεύονται να την εντοπίσουν 
θέλω να δώσω κι άλλα σημεία.
Τα μακρά τείχη εκεί κοντά περνούσαν
 η οιμωγή «εκ του Πειραιώς εις το άστυ» από εκεί ανέβαινε.

Λίγο πιο πάνω έξω από το φημισμένο γήπεδο
πλάι στον ηλεκτρικό σταθμό
έπεσε ο Καραΐσκάκης στις 22 Απριλίου 1827.

Το ταπεινό μνημείο που επιμένει να μνημονεύει τη θυσία
το έπνιξαν ρέκτες πολεοδόμοι
στις ανισόπεδες και το Palais des Sports.

Άλλα όμως γυρεύουν οι μανιώδεις οπαδοί 
που συρρέουν κάθε τόσο αλαλάζοντας
και πώς ν’ αναγνωρίσουν τη Δυοβουνιώτου ενός άλλου αιώνα, 
πώς να συμμεριστούν τις οιμωγές μου.

Τάσος Γαλάτης, Ο άλλος αιώνας, 
Κάθοδος, Αθήνα, Τυπωθήτω, 2011

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, όπως τον «είδε» ο Χρήστος Μποκόρος: σαν σκιά. 
Από την ατομική έκθεση «1821, η γιορτή» στο Μουσείο Μπενάκη.
_________


Ο ακραίος λόγος
Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη

Στον Ξάνθο Μαϊντά
Για να συνθέσεις ένα ποίημα
και να επιτύχεις τον Ακραίο Λόγο,
όπως λες, Ευμένη,
πρέπει πολλά να έχουν συμβεί.

Και πρέπει πρώτα απ’ όλα
να σ’ έχει εις θάνατον καταδικάσει
και να σε καταδιώκει ως προδότη της πατρίδας σου
ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

Πρέπει, εσύ επίσης, με το μικρό σου ασκέρι
ν’ ανηφορίζεις πικραμένος αλλ’ όχι απελπισμένος
στα Άγραφα ή στο Βελούχι και τον Ασπροπόταμο.

Τότε αβίαστα θα αναβλύσει ο ακραίος λόγος,
ο καίριος και ο ανεπανάληπτος και ο ελληνικός.

Έχει και τουμπελέκια ο πούτζος μου
έχει και τρουμπέτες. Όποια θέλω
θα μεταχειρισθώ.

Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Ο ακραίος λόγος, Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, 
Δεν είναι τίποτα και άλλα ποιήματα., Αθήνα, Τυπωθήτω, 2008 


Η προτομή της Μαντώς Μαυρογένους, στο παλιό λιμάνι, στη μέση της πλατείας που φέρει το όνομά της
_____________


Η ηρωίδα της Μυκόνου

Η προτομή της περιφρονημένη 
παρακολουθεί την ασωτία 
του πανέμορφου νησιού που έσωσε 
πλούτη και κάλλη αφειδώς ξοδεύοντας 
στ’ όνομα της ελευθερίας.

Περιστοιχισμένη από αγοραίους 
κολασμένους έρωτες 
απελπισμένα αναπολεί 
τον άτυχο, αγνό δεσμό της 
με τον Υψηλάντη.

Θυμάται τη μοσχοβολημένη άνοιξη 
που τότε μύριζε θειάφι μπαρούτι 
καθώς εισπνέει αναθυμιάσεις 
από χασίσι κι αλκοόλ.

Το ντελικάτο της κορμί 
πατώντας πάνω σέ πτώματα 
φάνταζε υπερκόσμιο, δαιμονισμένο 
τρέποντας σε φυγή τον στόλο των Αλγερινών 
των Τούρκων έπειτα.

Έντρομα τα πληρώματα 
των καραβιών του εχθρού 
έφευγαν πανικόβλητα κάνοντας χώρο 
για να περάσουν σήμερα κότερα αστραφτερά 
και γιοτ πολυτελή.

Ελάχιστοι επισκέπτες ακουμπούν 
στο βάθρο της λίγα λουλούδια 
που υποδέχεται μ’ ένα χαμόγελο 
κάπως ειρωνικό στα πελιδνά της χείλη 
και σιγοψιθυρίζει:

Η αγάπη της πατρίδος μου
η πίστις εις την θρησκείαν μου
η δίψα δικαίας εκδικήσεως
εξήραν την ψυχήν μου
και μου ενέσπειραν τον πόθον των μαχών.

Η πλαγιογραφημένη τελευταία στροφή φέρει υποσημείωση από την ποιήτρια: 
«Λόγια της Μαντώς Μαυρογένους χαραγμένα κάτω από την προτομή της.»

Αγγελική Σιδηρά, Η ηρωίδα της Μυκόνου, Ημερολόγιο 2020.1821: Λογοτεχνία και Επανάσταση με κείμενα μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, Πατάκης, 2020


Το λάβαρο των Κυπρίων αγωνιστών του 1821, λευκό με γαλανό μεγάλο σταυρό στη μέση και στο επάνω μέρος την ένδειξη «ΣΗΜΕΑ ΕΛΗΝΗΚΙ ΠΑΤΡΗΣ ΚΥΠΡΟΥ».
________

Το Εικοσιένα στην Κύπρο

Σκεφτότανε τ’ αθάνατον Εικοσιένα 
και την πικρή σκλαβιά μέσα στη νύχτα.
Είχε μια λύπη στην ψυχή, που αυτός ωρίμαζε, 
χώρια και μόνος, στη σκιά της Λευτεριάς.
Κι έλεε: «Πότε βγάνω το κεφάλι 
από τ’ άνομα κέρδη του πλησίον;»
Και δεν έπαιρνε απόκριση. Ήξερε δα 
πως ένας φτάνει και συχνά περσεύει.
Γι’ αυτό καθότανε την άγρια, κοφτερή 
να πελεκάη ελευτερία.

Αυτή και μόνη του ’δινε κουράγιο 
να βυθοσκοπηθή αργά προς τα μεσάνυχτα 
και να γλυκοκοιμάται «υπέρ την νύκτα».

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Το Εικοσιένα στην Κύπρο, 
Το αγγείο με τα σχήματα, Λευκωσία, 1973

____________

Σημ.«υπέρ την νύκτα»: Στίχος προερχόμενος από την ένατη στροφή της καλβικής ωδής «Εις ελευθερίαν»:
θ΄.
Μία δύναμις ουράνιος 
εις τήν ψυχήν σας δίδει 
πτερά ελαφρά, και υψώνεται 
λαμπρόν το μέτωπόν σας 
                  υπέρ την νύκτα.


Ψηφιοποιημένες συλλογές ΕΛΙΑ
______

«Θλιβερή παρωδία παλαιών συγκινήσεων...»

«Ούτοι εν άρμασι...»
Εικοσιπέντε σήμερα
του Μαρτίου μηνός,
του δευτέρου αιώνος
ακριβής μεσημβρία,
μα πάλι αίσθηση ψυχρή
τις ακοές μας πλήττει.

Απ’ τους λάλους εξώστες
της Ελλάδος Ελλήνων
των αρχαίων μας όρκων
τις σεπτές συλλαβές
αλαλάζουν κενά
τα επίορκα κύμβαλα.

Στις εικόνες των τοίχων
με γαλάζιες γραφές
ηττημένος ο βάρβαρος,
μα νικά ο εχθρός
μ’ άλλο πρόσωπο ορθός,
που ανίκητος είναι.

Ματωμένο της νίκης
το τιμώμενο μέτωπο.
Θλιβερή παρωδία
παλαιών συγκινήσεων,
κομιδή των οστών μας
η παρούσα πανήγυρις.

Γύρω μας ολα σαθρά.
Αδέρφια, το τραγούδι μας
πού να πατήση;
Με γαλάζιες πομπές
το σκήνωμα κηδεύεται
σήμερα της ψυχής μας.

Κωνσταντίνος Ι. Δάλκος, 25-3-1971, Ως εν παρόδω, Αθήνα, 2004


Τάσσος, «Μακρυγιάννης», 1945. Ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο. Στο φόντο, χειρόγραφο του Μακρυγιάννη. Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
__________


Ελλάδα 1973

Μεσίστιες σημαίες στα μπαλκόνια
απέραντη βουή στους δρόμους
σταματημένη. Κι η Ελλάδα
τουριστικό κέντρο,
κέντρο μετακομιστικού εμπορίου
και διερχομένων μεγιστάνων.
Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς

Κι ο Μακρυγιάννης
με τ' Απομνημονεύματα στο χέρι
ποιος τον ξέρει

Λεύκιος Ζαφειρίου, Ελλάδα 1973, 
Ποιήματα 1964 - 2010, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2011


Αθηναϊκή παρέλαση του 1945, η πρώτη μετά την απελευθέρωση. Φωτογραφικό Αρχείο Αθηνών Παύλου Μυλωνά - Αρχεία Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής Μουσείου Μπενάκη
__________

Πρωϊνό εθνικής επετείου

Απ’ τα χαράματα ο κουτσός οδοκαθαριστής καθαρίζει 
το δρόμο.
Ύστερα η παρέλαση που περνά τον γεμίζει μ’ εμβατήρια
κι άλλα σκουπίδια.

Θάνος Κ. Ξηρός, Πρωϊνό εθνικής επετείου, 
Τα ποιήματα 1975-2010. Αθήνα. 2012

Νικόλαος Γύζης, Η Δόξα των Ψαρών, 1898
________

Πατριδογνωσία

Είσαι τ’ αποκλεισμένο Μεσολόγγι με την πείνα του 
κι η προσφυγιά της Σμύρνης
το γιουσουρούμ της Κυριακής 
και η πατρίδα που πουλιέται.
Είσαι οι δρόμοι που φυγαν στα ξένα οι μετανάστες 
κι ο στεναγμός στα γήπεδα χαμένης ευκαιρίας 
ο έρωτας που πνίγηκε σε όρους συμβολαίων 
και των Ψαρών η ράχη.
Είσαι το χθες που πάλιωσε 
και τ’ αύριο που δεν ήρθε.

Θάνος Κ. Ξηρός, Πατριδογνωσία, 
Τα ποιήματα 1975-2010. Αθήνα. 2012


Ο ανδριάντας του Θ. Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο
Πηγή: https://www.argolikeseidhseis.gr/2012/10/blog-post_6469.html
__________


Όπως πάντα

Εδώ είταν, είπε· κι’ από δω έκαμε απόπειρα 
να δραπετεύσει· δείχνοντας στο σκληρό χώμα την προσπάθεια 
των δυνατών χεριών του. Όμως δε μπόρεσε. Αυτός 
που έριξε στην ήττα μια τόσο βάρβαρη
                                                                        αυτοκρατορία.
Ύστερα βγαίνοντας μάς έδειξε το σεπτό Ναύπλιο 
το ωραίο Τολό πορφυρωμένο μέσα στον ήλιο του απογέματος. 
Ωστόσο, στα δικά μας μάτια στη δική μας μνήμη η μορφή του 
γέμιζε όλο το τοπίο· το ανάδιδε· κι’ ακόμα το περιείχε
 αφήνοντας μια αίσθηση παντού πικρή περήφανη 
της ζωής του. «Καλύτερα άδικα παρά δίκαια» είπε, 
όταν μια φούχτα επιστήθιοι φίλοι στο διάλειμμα της δίκης 
τον πλησίασαν, φωνάζοντας «αίσχος» και «άδικα σε σκοτώνουν 
Στρατηγέ», όταν ακούστηκε εκείνο το φριχτό 
«Εις θάνατον» από τα «Εθνικόφρονα» στόματα των δικαστών του. 
Α, αργότερα βέβαια το «εις θάνατον» έγινε «ισόβια» 
και πιο ύστερα ο βασιλεύς έδωκε χάριν...

Σ’ Αυτόν που σήκωσε της Ρωμιοσύνης τον τροχό 
απ’ την άβυσσο, με χαρά και με αίμα.
Σ’ αυτόν το Γέρο που προσπάθησε να δραπετεύσει 
από τούτο το αιώνιο, κι’ αψηλό Παλαμίδι.

Μανώλης Πρατικάκης, Όπως πάντα, 
Ποίηση 1971 - 74, Αθήνα, εκδ. 70 - Πλανήτης, 1974


«Ρήγας Φεραίος» Μαρμάρινος ανδριάντας του Ιωάννη Κόσσου, 1871 Αθήνα, 
Προπύλαια Πανεπιστημίου Αθηνών (http://photodentro.edu.gr/)
__________


Ωδή
(απόσπασμα)

πατρίδα είναι, το σκοτεινό κελί το ξεσοβαντισμένο
πατρίδα είναι ο ανάπηρος στη δημοσιά και το κομμένο πόδι στο μουσείο
ο θάνατος εισπράκτορας στο πρωινό λεωφορείο
ο κόρακας που ξέβαψε στην αντηλιά η καβαλίνα στο χορτάρι
η γριούλα στο σκουπιδοτενεκέ και το σκυλί στο μαξιλάρι
πατρίδα είναι τούτο το κορμί τα γόνατα που δεν προσμένουν
η εκκλησία με το σακάτη άγιο τα δέντρα με τους κρεμασμένους
τα ρημαγμένα πλήθη της ζωής τα ρημαγμένα πλήθη του θανάτου
ο ανδριάντας του Βελεστινλή κι ο ανδριάντας του Μαυροκορδάτου.

Νάσος Βαγενάς, Ωδή, 
Πεδίον Άρεως (Ποιήματα 1970-1974), Αθήνα, Διογένης, 1974.


Lord Byron on His Deathbed, by Joseph Denis Odevaere
___________


Μπάυρον

Όχι, δεν σε ξεσήκωσαν οι βόγγοι 
των σκλαβωμένων και οι αντεροβγάλτες.
Αν κάποια μέρα βρέθηκες στο Μεσολόγγι, 
ήταν για να ξορκίσεις τους δικούς σου εφιάλτες.

Ήρωας δεν ήσουν, ούτε βέβαια και παρίας. 
Έγνοια σου μόνη, να κοιμάσαι με τις Μούσες. 
Κι αν σου το ’λεγαν, θα γελούσες 
πως θα γινόσουν σύμβολο ελευθερίας.

Ένδοξε βάρδε, αγέρωχε μυλόρδε Μπάυρον, 
που πάνσεπτος, ιερός, σού έλαχε ο αίνος, 
ακούσιε κληρονόμε θησαυρών άυλων,

μια χάρη σού ζητώ. Σηκώσου
απ’ τον αθάνατο ύπνο σου, όχι νυσταγμένος,
και δώσε μου έναν θάνατο σαν τον δικό σου.

Νάσος Βαγενάς, Μπάυρον, 
Στη νήσο των Μακάρων, Αθήνα, Κέδρος, 2010


Θανάσης Απάρτης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, 1958
_________


Ο θάνατος του Οδυσσέα Ανδρούτσου

Δεν ήταν ο θάνατος του Οδυσσέα που
με πρόλαβε.

Έφευγε με τα παλικάρια του για το βουνό 
       και τα τσαρούχια τους χτυπάγανε στη 
               γυάλινη σιωπή σαν τη νύχτα προχωρούσε.

Μόλις περάσανε τον ποταμό έμεινε πίσω 
        να τους καμαρώνει στον αέρα δυνατά 
έι στον Γκίκα έι στον Ρίγγα έι και
σε σένα Αθάνατε.

Τον θάνατο τον αψήφαγε όσο κι αν είδε 
       στον ύπνο που κοιμόταν το ίδιο όνειρο 
              πολλές φορές και ξανά. Αγόραζε καινούρια 
      φορεσιά στο πανηγύρι του Άι-Λευτέρη
     του Τρυγητή κι ήταν μαύρα τα ρούχα 
      και φαρδιά έπλεε μέσα ο καπετάνιος 
       σαν να κολύμπαγε.

Είδε ακόμα στον ύπνο του το κυπαρίσσι του 
         τυλιγμένο στη φωτιά ήρθαν τά πρόβατα 
        κοντά και δεν αρπάζαν καθόλου φωτιά
μόνο περιμέναν.

Κάλεσε τον γραμματικό του υπαγόρεψε 
       τα όνειρα τα χτεσινά γράψε τα σημάδια 
           της ψυχής μου γραμματικέ Χατζηπανταζή 
         γράψ’ τα ελληνικά δοκίμασα τα γηρατειά 
        πολλές φορές στα νιάτα μου και ξέφυγα 
          δοκίμασα το θάνατο και ξέφυγα γιατί εγώ 
       είμαι ο Ανδρίτσος ο ίδιος ο πατέρας μου 
     από παλιά και σήμερα ακόμα δεν τους 
φοβούμαι.

Το άλλο πρωί με το άσπρο φως άρχισε 
       το κανόνι από χαμηλά και η σκηνή
                   με τα σπασμένα μάρμαρα με τις κολόνες 
               φούσκωνε σαν το πανί σαν το πανάκι 
στο άσπρο φως.

Ο Ρίγγας τ’ ορφανό τον σήκωσε στην άγκαλιά του 
       να στάζει αίμα ο καπετάνιος του και θάνατο 
    σαν το σφαχτό τον σήκωνε στα χέρια του 
ο Ρίγγας κι έκλαιε σαν το μωρό.

Κάθονταν γύρω στο νεκρό αρχηγό καταγής 
 με τις παλάμες στα γόνατα και σφιχτά 
        σαν τα γατιά κάποιος τους τότε ομολόγησε 
        ζει ο καπετάνιος σύντροφοι δεν πέθανε ζει
            και βασιλεύει τυλιγμένος στα υγρά εντόσθια 
   της μάνας του δικός μας και ζωντανός 
         δικός μας και ζωντανός.

Έπειτα σώπασαν.

Έπειτα σηκώθηκαν.

Λευτέρης Ξανθόπουλος, Ο θάνατος του Οδυσσέα Ανδρούτσου, 
Σήκωσε το κεφάλι σου πατέρα. Με πέντε ζωγραφιές του Αλέκου Φασιανού, Αθήνα, Δελφίνι, 1995


Έργο του Χρήστου Μποκόρου από την έκθεση «1821, η γιορτή» (φωτ.: Μουσείο Μπενάκη).
_________________

Πατριωτικό

Πανηγυρισμοί, παρελάσεις, παράσημα
λόγοι, λόγιοι, λόγια.
Ζήτω η Ελλάδα!
Ζήτω το Έθνος! 
Ζήτω το αθάνατο Εικοσιένα!
Η πολιτεία σημαιοστολισμένη
στο ανοιξιάτικο φέρετρό της.
Ελευθερία ή θάνατος.
Ελευθερία και θάνατος.
Ελευθερία ο θάνατος.

Γιώργος Καραντώνης, Πατριωτικό, 
Πεπραγμένα, τ. Α΄, (Ποιήματα 1974 -1997), Αθήνα, Ποιήματα των Φίλων, 2014


Ιστορημένο χειρόγραφο του Σπύρου Βασιλείου από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και τη Θανή του Καραϊσκάκη, 1942, ακουαρέλα σε χαρτί.
____________


Δ' Όλα φεύγουν

Πώς πάνε στον Πειραιά, καλπάζοντας με αυτοκίνητα
φορώντας μεσοφόρια και εσθήτες λιγοθυμισμένων
με αξιοπρέπειες ανύπαρκτες, μέσα σε ξένους ήχους
και δυο πλατάνια φυτεμένα σε ξένο χώμα.

Εσύ μιλάς για φυσιογνωμίες, αυτοί γρυλλίζουν.

Τι περιμένεις; Η πόλη φεύγει, δίχως πανιά
τα πλοία βούλιαξαν, οι άνεμοι σβηστήκαν
ο γυιος της Καλογριάς, αδικοσκοτωμένος· εμείς πουθενά,
στον τοίχο ο Μακρυγιάννης, ζωγραφισμένος.

Δε ζητάμε παραπάνω, μονάχα να μιλήσουμε
σαν εκείνους.

Τα ίδια πράγματα, τα ίδια πρόσωπα, όλα τα ίδια
στον καθρέφτη των νερών, στα μάτια σου
κάθε φορά που ζυγώνεις, μεταμορφώνονται
σε νερό, χώμα και άνεμο, τα υπομένεις.

Μα τα ξένα πρόσωπα, τα ξένα πράγματα,
πώς να τ’ αντέξεις.

Δημήτρης Πιστικός, Δ' Όλα φεύγουν, 
Ανάγνωση, Πειραιάς, 1991


Παναγιώτης Γράββαλος, Ο θάνατος του Γεώργιου Καραϊσκάκη, Χαλκογραφία 
(δοκίμιο καλλιτέχνη), 1997. Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Φλώρινας
_________


Της μοναξιάς

Βουίζαν χτες τη νύχτα τρομερά
οι πολυκατοικίες· στους δρόμους
είχε σηκωθεί ένας δυνατός αγέρας ξεσηκώνονταν
θαμμένες ρεματιές
πυκνό ακουγόταν
το ποδοβολητό ασυγκράτητων αλόγων
κι ο αχός απ’ τα σπαθιά που απειλητικά 
ανεβοκατεβαίναν

στις λαγκαδιές, στους λόγγους, στα ρουμάνια 
της κρυφής Αθήνας ψες αργά
περνούσε πάνω στο φορείο του και θριάμβευε 
ο στρατηγός Γεώργιος Καραΐσκάκης.

Σωτήρης Σαράκης, Της μοναξιάς, Δοκιμασίες και δοκιμές. 
Ποιήματα 1971 1998, (επιμ.: Θ. Πυλαρινός), Αθήνα, Κουκκίδα, 2011


Θόδωρος Παπαγιάννης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, δεκαετία 1980. Στο φόντο, λεπτομέρεια επιστολής προς την «Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν» με υπογραφή του Γεωργίου Καραϊσκάκη (ιδιωτική συλλογή)
____________


Παραλ-ήρημα

Αλκιβιάδης Κλεινίου, Αλκμεωνίδης 
Γεώργιος Καραΐσκάκης, Μούλος

άτυχος γέρο-Πλούταρχε
που αυτό το ανάποδο ζευγάρι
ποτέ δε θα ιστορήσεις.

Σωτήρης Σαράκης, Παραλ-ήρημα, Δοκιμασίες και δοκιμές. 
Ποιήματα 1971 - 1998, (επιμ.: Θ. Πυλαρινός), Αθήνα, Κουκκίδα, 2011


Θεόφιλος, Ο ήρωας Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη με τον Κιουταχή, 1928-1930
___________

Πολεμικό δίπτυχο

Α' Η Επανάσταση

Σκεφτείτε το, ω Έλληνες Χριστιανοί
σκεφτείτε το, αν δεν αμάρτανε η καλόγρια
και δε γεννιόταν ο μεγάλος μας Καραϊσκάκης
σκεφτείτε το πού θα κατέληγε
η επανάστασή μας.

Β' Συνοψίζοντας

Ω των ηρώων παμμέγιστε
ψυχή ακραία, στρατηγέ Καραϊσκάκη
ω εσύ που συνοψίζοντας του γένους την εσχάτη περιφρόνηση
προς θάνατο και Αυτοκρατορία
γύρισες κι απλώς έδειξες
έδειξες και στους δυο τα οπίσθιά σου.

Σωτήρης Σαράκης, Πολεμικό δίπτυχο, Στιγμή στο χάος, 
Ποιήματα 1999 - 2010, (επιμ.: Θ. Πυλαρινός), Αθήνα, Κουκκίδα, 2014


Η κεντρική πλατεία του Καρπενησίου το 1930, με την προτομή του Μάρκου Μπότσαρη. Φωτογράφος Γεώργιος Βαφιαδάκης. Πηγή: Ψηφιοποιημένες συλλογές ΕΛΙΑ
__________


Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας

Η προτομή μετακόμισε
απ' το δημόσιο πάρκο
στο απογευματινό παράθυρο
λαϊκής συνοικίας

Και κανείς περαστικός
δεν υποψιάζεται καν
πως έχει την τιμή να μιλάει
με τον τελευταίο απόγονο
του Μάρκου Μπότσαρη

Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, 
Τεστ κοπώσεως, Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, 2002


Έκτορας Δούκας, «Ο θάνατος του Καραϊσκάκη», 1930, Τράπεζα της Ελλάδος
__________

Ο Καραϊσκάκης στο μπαρ «Τσάι στη Σαχάρα»

Τότε είδoμεν εκπυρσοκρότησιν όπλου από
τον ημέτερον στρατόν και ευθύς ο πυροβόλησησας
ανεμείχθη εις τον στρατόν. Αυτός ήτο ο
επικατάρατος δολοφόνος του Καραΐσκου.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΙΑΝΟΣ

Κολυμπώντας σε νέφη από κρασί μεσάνυχτα μπήκα στο μπάρ. Καθώς σε θυμιάματα οργίαζαν οι πόθοι, μπήκε αυτός· ο που φτάνει συχνά στο μισοΐπνι μου. Πλησίασε δίπλα μου κι αμίλητος κάθησε κατεβάζοντας ένα cutty sark ανέρωτο. Μέσα σε νότες αφρισμένες κορίτσια έπιναν σκύβοντας όπως σε φέρετρο ανοιχτό. Με έπιασε μανία να μάθω. Τι να ’χε κατά νου τότε ριγμένος από τ’ άλογο; «Άσε τα λόγια και πιες». Είπε και με πήραν φωταψίες σε τριγμούς μεγαφώνων. Και η νύχτα λιγόστευε στο μπαρ, τον αγκάλιασα. Α! βρε Καραΐσκο πουτσαρά, πώς φύρανε η φύτρα μας.

Με κοίταξε περίλυπος και σώπαινε άγρια κοψιά μιας γύφτισσας μοίρας. Θα μάθαινα άραγε, τι να είχε κατά νου;

Τι να σκεφτόσουν καθώς κρύωνε η πληγή, και αρματωμένα τα παιδιά σου πότιζαν τον ελαιώνα με δάκρυα; Ξεμάτωνες ρουφηγμένος από θανάσιμα ρίγη κι έλεγες πως ξέρεις τον αίτιο, Καραϊσκάκη χωρατατζή, του γένους καμάρι.

Σε έπιασα απ’ το μπράτσο, πήραμε τους νοτισμένους δρόμους. Αλαφιασμένο φίδι η γλώσσα μου, έλεγε να με πας στο Φάληρο, να δω πώς έγινε το φονικό της Ρωμιοσύνης από φονιά ρωμιό. Ποιος ήταν; σου φώναξα. Πες μου, αλλιώς να μην ξανάρθεις. Γεράκι το βλέμμα σου και βρυχηθμός η πνοή σου, και τρόμαξα. «Κλάστε μου τώρα τον μπούτζον», ξανάπες· στα μούτρα λεβαντίνων και άκαπνων το ισόβιο φτύμα σου.
1988-1992

Ηλίας Γκρης, Ο Καραϊσκάκης στο μπαρ «Τσάι στη Σαχάρα», 
Η Έφεσος των αλόγων, Δελφίνι, 1993
 

Νίκος Εγγονόπουλος, Οδυσσέας Ανδρούτσος, 1953, Λάδι σε χαρτόνι
__________


Οδυσσεύς Ανδρούτσος

Ι

Ήμουν και ’γω μες στη σπηλιά 
Των ιδεών κοιτώντας τις αντανακλάσεις 
Στα τρία χρόνια που σου μένουν 
Πρέπει να στέρξεις να προφτάσεις 
Να φέρεις πάνω κάτω τον ντουνιά 
Αδιάφορος δεν πρέπει να περάσεις... 
Είχες μία θεϊκή αποστολή 
Να τριγυρνάς στα βιλαέτια 
Να μιλάς στων σκλάβων τη ψυχή 
Και άλλα τέτοια.
Ο άλλος χρώσταγε πολλά 
Στην αλαφράδα και στη ρώμη 
Και στο σπαθί και στη γροθιά 
Και σε πολλά άλλα ακόμη 
Ήτανε πρώτος με διαφορά 
Μα εκεί που άξιζε πολλά 
Ήταν που είχε τα μυαλά 
Πάνω απ’ τη κόμη.
Εσύ επάνω στην ασπίδα 
Να παριστάνεις το Γαλάτη 
Κι η ιστορία σού κολλά 
Τη ρετσινιά του παραβάτη.
Εκείνον πάλι τόνε είδα 
Στο σκοτεινό το μονοπάτι 
Που πάει σύρριζα απ’ το κάστρο 
Και αψηφώντας τους αιώνες 
Που κουβαλούν οι Παρθενώνες 
Για την αγάπη της Νταλιάνας 
Αλαφροπάταγε σκυφτά
Η προδοσία τόνε ζώνει 
Κι όπως προδίδουν το πρεζόνι
 Στους μπάτσους τα άλλα τα φρικιά 
Σε βρήκε βράδυ Οδυσσέα...
Φίλοι σου στήσανε χωσιά 
Το καραούλι δίνει σήμα 
Δραπέτης τάχα και χαράμης 
Φίλος των Τούρκων, Μπεκτασής 
Κι άλλες του κώλου κατηγόριες 
Φροντίσανε να φορτωθείς.

[...]


Νίκος Χειλαδάκης, Οδυσσεύς Ανδρούτσος Ι, 
Επτάκις 7, Οροπέδιο, 2012 


"Ρήγας ο Φεραίος", Προσωπογραφία του Ρήγα Βελεστινλή, ελαιογραφία σε μουσαμά.
Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
_____________

[Είχε έναν παπαγάλο]

Είχε έναν παπαγάλο
ο Ρήγας ο Βελεστινλής
που όλο επαναλάμβανε: 
«Ελευθερία ή θάνατος»
συνέχεια το ίδιο: 
«Ελευθερία ή θάνατος»
Ώσπου ο Ρήγας εκνευρίστηκε πολύ
με το χαζό πουλί
και κάπου το 'δωσε, το χάρισε.

Δεν ήθελε, φοβήθηκε να μη θυμάται
φοβήθηκε να του θυμίζουν
το ιερό το σύνθημα
ο ντελικάτος Έλληνας.

Γιάννης Βαρβέρης, [Είχε έναν παπαγάλο], 
Ζώα στα σύννεφα, Αθήνα, Κέδρος, 2013


Ευάγγελος Δράκος, Αναπαράσταση της δοξολογίας της 23ης Μαρτίου στην Καλαμάτα (Καλαμάτα, Μπενάκειο Μουσείο)
___________

Ραγιάδες

23 Μαρτίου σκάρτα οχτώ βρέθηκα στην αναπαράσταση. Τους ήρωες του Εικοσιένα τους αγαπούσα σαν είδα όμως στο άλογο τον Γέρο του Μοριά σκαρφάλωσα ευθύς σε μια μουριά - καληώρα οι ραγιάδες βγήκα στο κλαρί. Κάτω ο πατέρας είχε γίνει Τούρκος μα ευτυχώς ο ήρωας δεν τον είδε και τη γλύτωσε. Ήρθαν μετά ο Παπαφλέσσας κι ο Νικηταράς. Οι τρεις τους φαίνεται έπαιζαν μαζί μικροί - ο ένας έλεγε στον άλλο καλό βόλι. Ακούς μπαμπά μου φώναξα καλό πράμα οι βόλοι: η Ιστορία με δικαίωσε. Άρχισαν ύστερα οι χοροί κομμάτι ξαλεγράρισε το Γένος. Τα ’χα μπερδέψει όλα παπα-Λάμπραινα οι ήρωες τα κλαρίνα οι μπαταριές έγιναν στο μυαλό μου ένα. Και το πιο ωραίο: με τέτοιους άντρες γύρω ωρίμασα κι εγώ. Μα πια σαν καθετί ώριμο τι ήθελα στο δέντρο. Κατέβηκα με έσυρε σπίτι φυσικά απ’ τον καρπό ο πατέρας. Του έχωνα τα νυχάκια μου όπου έβρισκα - έλιαζε πίσω τα δικά του ο αϊτός.

Γιάννης Τζανετάκης, Ραγιάδες, 
Στο νήπιο με στυλό, Αθήνα, Καστανιώτης, 1998


Αναγνωστικό Α΄ Δημοτικού 1971
___________

«...η ηρωίδα μου είσαι πάντοτε εσύ»

Ένα μουστάκι παχύ
και τσιγκελωτό
όπως του Οδυσσέα Ανδρούτσου
αμέτρητα τέτοια μουστάκια
μιας αντρίλας ιδρωμένης
κι εγώ (με τη φαντασία μου φυσικά)
τσουρουφλίστηκα απ’ αυτόν τον ήλιο
γλίστρησα στα χιλιοπατημένα σκαλοπάτια
έφαγα όλη τη μούχλα του Παλαμηδιού
είδα του Ρήγα την κρεμασμένη ελευθερία
την περικεφαλαία πάντοτε ορθωμένη
του Νέου του Μωριά
κυριλέ Φαναριώτες
Φιλική Εταιρεία σε σκοτεινά δωμάτια
με κεριά να στάζουν
πάνω σε βιβλία μασονικά
Άγγλοι Γάλλοι
Ρωσική σαλάτα
Ορλωφικά
πέτρες με αίμα
φουστανέλες λεκιασμένες
μπρος και πίσω
φουστανέλες όλο σπέρμα
σαύρες πολύχρωμες
πόδια σιδερένια
στων μοναστηριών τις πόρτες
και μάχες με νεκρούς χιλιάδες
που ονειρευόμασταν μικροί
μαθητές δημοτικού
εκείνα τα ατέλειωτα βαριεστημένα μεσημέρια
με κοντά παντελονάκια
και πληγωμένα γόνατα
από παιχνίδια με την μπάλα
οι γυαλιστερές αφίσες
                   στη σχολική αίθουσα 
με μπακαλιάρο σκορδαλιά 
και ρετσίνα 
γενέθλια κάθε 25η 
σ’ ένα μπαλκόνι στη Ραφήνα 
που έγινε (για μένα βέβαια) 
της Μπουμπουλίνας το καράβι 
το πείσμα της Μαντούς 
τα μπουρλότα του Κανάρη 
του Μιαούλη τα ρεσάλτα 
σε κύματα αρματολά 
η γέφυρα της Αλαμάνας 
σούβλα πυρωμένη
            μέσα από τον Διάκο 
κανίβαλοι κανίβαλοι κανίβαλοι 
σημερινοί και χθεσινοί 
το γιαταγάνι που κόλλησε 
στην παλάμη του Νικηταρά 
επειδή έσφαξε πολλούς 
κι όλοι μαζί την Τριπολιτσά 
στην ίδια αυτήν παλάμη 
που γέρος άπλωνε για ζητιανιά 
το κρυφό κρυμμένο μου σχολειό
(άραγε υπήρξες ποτέ;)
το καριοφίλι
ενός σκουριασμένου παπά
που το βρίσκεις τώρα πια
μονάχα στο Μοναστηράκι
τα γαμωσταυρίδια του Καραϊσκάκη
πλατεία γήπεδο θύρα επτά
αυτά και άλλα πολλά
ψέματα που έγιναν αλήθεια
και πολιτικοί
πολλοί πολιτικοί
καπάκια για τον δικό μας αιώνα
αλήθεια που προσπάθησαν 
να κάνουν ψέμα 
η διχόνοια 
η φιλαργυρία 
η αχαριστία
και ο εμφύλιος εγωισμός

ήρωές μου δεν είναι τίποτα αγριεμένοι πασάδες
με μακριά χαϊδεμένα γένια
ούτε κίτρινοι προδότες
ούτε απελπισμένοι
και γι’ αυτό αποφασισμένοι
ακόμα και για θάνατο γραικοί

τελικά η ηρωίδα μου 
είσαι πάντοτε εσύ.

Κωστής Γκιμοσούλης, Μεθυσμένοι ήρωες του 1821, 
Ημερολόγιο 2020.1821: Λογοτεχνία και Επανάσταση με κείμενα μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, Πατάκης, 2020


Πορτρέτο του Λόρδου Μπάυρον (1836), από τον Richard Westall, 
National Portrait Gallery, Λονδίνο
___________


Έπος

Στην επανάσταση του '21
εξετάστηκα δώδεκα φορές:
έξι φορές στο δημοτικό σχολείο
τρεις φορές στο γυμνάσιο
και τρεις φορές στο λύκειο.
Υπήρξε για εμένα πάντα
θέμα SOS στις εξετάσεις.
Ως διδακτέα ύλη
άγχωνε τους καθηγητές.
Σε ποιον ήρωα να δώσουν
λιγότερη σημασία;
Η λέξις έπος
αν και δισύλλαβη
ακόμα με δυσκολεύει.

Η πιο καλή στιγμή
όταν έπαιξα σε θεατρικό
το κρυφό σχολειό
με ένα κερί χωρίς παπάδες.
Η πιο δύσκολη στιγμή
όταν μηδενίστηκα στο διαγώνισμα
γιατί έγραψα πως
σουβλίστηκε ο Μιαούλης.
Για λόγους που δεν μπορώ
να εξηγήσω
θυμάμαι περισσότερο
τον Λόρδο Βύρωνα.
Είχε μια ευγένεια στο πρόσωπο
και αγαπούσε την Ελλάδα.

Βάκης Λοϊζίδης, Έπος, 
Ημερολόγιο 2020.1821: Λογοτεχνία και Επανάσταση με κείμενα 
μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, Πατάκης, 2020


«Παράδοση Τριπολιτσάς», Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι.
 Πηγή: Πανόραμα Ελληνικής Επαναστάσεως, εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέα, Αθήνα
_____________

Η καταστροφή της...
[μια πόλη ήταν, μην το κάνουμε και θέμα]

Στης Τριπολιτσάς τον φρεσκοποτισμένο κάμπο 
περπατώντας η Δόξα μονάχη
μελετά τα σφαγμένα γυναικόπαιδα
τα χέρια-πόδια-κεφαλές
τα ολόσχιστα κρανία και τα ολοσκόρπιστα μυαλά
κι από τον κόρφο της βγάζει
μικρό εγχειρίδιο
και μονομιάς το μπήγει στην καρδιά της, 
το αίμα της ποτίζει το αθώο χόρτο.

Θανάσης Τριαρίδης, Η καταστροφή της...[μια πόλη ήταν, μην το κάνουμε και θέμα], 
Θα σας περιμένω. «Ποιήματα» 2013-2018, Αθήνα. Gutenberg, 2018


Πίνακας του Αλέξανδρου Ησαΐα εμπνευσμένος από τη μάχη της Αλαμάνας
________


Αλαμάνα (1821)

Είχες τόλμη. Δεν σου ’λειπε κι ο νους.
Σου ’παν να πας μαζί τους, αλλ’ ήσουν αγνός. 
Το τέλος σου δεν σ’ απελπίζει, ξέρεις πως 
την άνοιξη σφάζουνε τους αμνούς.

Χάρης Ψαρράς, Αλαμάνα (1821), 
Ημερολόγιο 2020.1821: Λογοτεχνία και Επανάσταση με κείμενα 
μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, Πατάκης, 2020


Θεόδωρος Βρυζάκης, «Η Ελλάς Ευγνωμονούσα» (1858),  Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
_________


ΠΗΓΗ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ  ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση. Ανθολογία, Ανθολόγηση: Θανάσης Γαλανάκης – Μάνος Κουμής, Έρευνα υλικού, γενική φιλολογική επιμέλεια, υπομνηματισμός: Θανάσης Γαλανάκης, Κοσμήματα, επεξηγηματικά υπομνήματα: Ηρώ Νικοπούλου, Αθήνα, Τράπεζα Πειραιώς – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος 2021.


Copyright © 21/3/2022 Γεωργία Δημητροπούλου

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

Πειραιώτικες μνήμες του Παναγιώτη Τέτση


Τέτσης Παναγιώτης-Αυτοπροσωπογραφία, 1954
________

Από την Ύδρα στον Πειραιά

Ο Παναγιώτης Τέτσης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1925 από ντόπιους γονείς και ήταν γιος εστιάτορα.Στην Ύδρα έζησε τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά του χρόνια.Τελείωσε το Α΄ δημοτικό σχολείο και παρακολούθησε μια μόνο τάξη στο Γυμνάσιο Ύδρας. Λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του: 

«Και οι δυο γονείς μου είναι Υδραίοι. Και έχω κι έναν αδερφό μεγαλύτερο από εμένα. Στην Ύδρα έμεινα μέχρι τα δώδεκα. Υπήρχε σχολείο μέχρι την πρώτη γυμνασίου, όχι παραπάνω. Και αυτή η τάξη, η πρώτη γυμνασίου, είχε δημιουργηθεί γιατί υπήρχε η ναυτική σχολή για τους καπεταναίους. Για να πηγαίνουν τα Υδραιόπουλα στη σχολή έπρεπε να κάνουν μία τάξη του γυμνασίου.

Ο πατέρας μου είχε στην Ύδρα ένα καφενείο που δεν πολυπήγαινε καλά και το μετέτρεψε σε εστιατόριο, αλλά και εκεί δεν πρόκοψε, γιατί δεν υπήρχε τουρισμός τότε. Κανένας δεν έβγαινε στην Ύδρα να πάει να φάει έξω. Και κανείς δεν ερχόταν σε αυτό το ξερονήσι. Αυτοί που πήγαιναν για παραθερισμό προτιμούσαν τις Σπέτσες. Είχε ωραίο ξενοδοχείο, την Κοργιαλένειο Σχολή – οι καλές οικογένειες εκεί έστελναν τα παιδιά τους. Έφταναν τότε τα σκάφη στην Ύδρα, που ήταν κομψά – δεν υπήρχαν τα σημερινά, που μοιάζουν με μπαούλα –, κοντοστεκόντουσαν έξω από το λιμάνι κι έφευγαν. Ξερότοπος.»


Το μπακάλικο – ταβέρνα του ισογείου στο πατρικό σπίτι της Ύδρας.
Το 2007 ο Π. Τέτσης το δώρισε στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος και από το 2016 η Οικία και το ατελιέ είναι επισκέψιμα για το κοινό.
___________


Την επόμενη χρονιά, το 1937, ο Π. Τέτσης αναγκάστηκε να ακολουθήσει την οικογένειά του, που εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, αρχικά στη συνοικία Βρυώνη και αργότερα (μεταπολεμικά), στην Πλατεία Σερφιώτη στην Καλλίπολη.

«Στον Πειραιά ήρθαμε οικογενειακώς το 1937. Στην αρχή μέναμε στη συνοικία του Βρυώνη. Ήταν μια ωραία περιοχή και ο «καλός» της δρόμος η Σωκράτους. Μετά την ονόμασαν Βασιλέως Κωνσταντίνου, σήμερα λέγεται Ηρώων Πολυτεχνείου και να δούμε πόσα ακόμα ονόματα θα αλλάξει. Μετά, στην Κατοχή, μέναμε λίγο πιο πάνω, στον λόφο της Καλλίπολης. Μου αρέσει να πηγαίνω ακόμα εκεί. Στο Χατζηκυριάκειο, στην ταβέρνα του Ηλία για ψαράκι. Και στον Άγιο Νείλο. Τα αγαπώ αυτά τα μέρη.»

Ο Τέτσης σε πλήθος συνεντεύξεων, ομιλιών, παρουσιάσεων και εκθέσεων, διαρκώς επαναλάμβανε τις αναμνήσεις του από τη ζωή του στον Πειραιά. Εκεί έζησε στιγμές τόσο δυνατές και σε τέτοια ηλικία, ικανές να σημαδέψουν τη ζωή κάθε ανθρώπου, όπως η δύσκολη μετεγκατάσταση ενός παιδιού από το νησί του σε μια μεγάλη πόλη, ο πόλεμος του ’40, η αποβίβαση των Ιταλών αιχμαλώτων στην Ακτή Ξαβερίου, οι ιταλικοί και αργότερα οι γερμανικοί βομβαρδισμοί, η κατοχή, ο μεγάλος συμμαχικός βομβαρδισμός της 11ης Ιανουαρίου του 1944, οι πομπές των βομβοπλήκτων Πειραιωτών προς την Αθήνα, ο μαρτυρικός θάνατος των κοριτσιών της Ραλλείου. 

«Τα δεκαέξι χρόνια που έζησα στον Πειραιά», γράφει ο ίδιος«δεν είναι λίγα, να με αποξενώνουν, άλλωστε ένας νησιώτης είναι και μισοπειραιώτης μια και ο Πειραιάς ποτέ δεν αποκόπτει τον ομφάλιο λώρο με τις μάνες νησιά.»

Η πρώτη επαφή του Π. Τέτση με τον Πειραιά έγινε δυο χρόνια πριν την μετεγκατάσταση της οικογένειας, καλοκαίρι του 1935, όταν ο δεκάχρονος τότε μαθητής ακολούθησε τη γιαγιά και τη θεία του, που ταξίδεψαν εκεί για κάποια υπόθεσή τους. Γράφει λοιπόν τις εντυπώσεις του από εκείνο το πρώτο ταξίδι και την ολιγοήμερη διαμονή τους στο ξενοδοχείο «Πειραιεύς», ένα νεοκλασικό κτίριο, γωνία Μπουμπουλίνας και ακτής Μιαούλη.


Παναγιώτης Τέτσης -Λιμάνι, 1958-60
_______

Πειραϊκές Μνήμες, 1935

Βράδυ ο Πειραιάς έλαμπε εκτυφλωτικά από πλήθος λαμπιόνια· τέτοια φωταψία σαν νάταν Νέα Υόρκη! (τη Νέα Υόρκη που δεν ήξερα και γνώρισα πολλές - πολλές δεκαετίες μετέπειτα για τρία εικοσιτετράωρα). Η φαντασία, ο μύθος της πόλης αυτής, της πολυπληθέστερης τότε του κόσμου, με τη βοήθεια κάποιου ταχυδρομικού δελταρίου, από συγγενείς μετανάστες, με απόψεις της σχημάτιζαν στο νου το ίνδαλμα της απόμακρης, της ανέγγιχτης πόλης της επαγγελίας· όμως απόμακρης αληθινά γιατί τότε Αμερική - μετανάστευση σήμαινε απουσία έως θανάτου.

Στον Πειραιά για πρώτη φορά με έφερνε ένα ταξίδι της γιαγιάς και θείας που έρχονταν για κάποια υπόθεσή τους. Ήμουν δέκα ετών και προφανώς ήταν τέλος Ιουνίου ή αρχές Ιουλίου γιατί θα είχε τελειώσει το σχολικό έτος και σκέφθηκαν τότε να μου προσφέρουν ως δώρο το μαγευτικό ταξίδι προς τη μεγαλούπολη. Εγκατασταθήκαμε για τις λίγες ημέρες παραμονής σε ένα ξενοδοχείο μέτριο - μικρή επιχείρηση Υδραίων - γωνία Μπουμπουλίνας και ακτής Μιαούλη το παλαιό αυτό κτήριο, στα λεγόμενα νεοκλασικά, στέκει ακόμα εκεί γιατί χαρακτηρίστηκε διατηρητέο. Απέναντι γωνιά ήταν το καλό ξενοδοχείο Μέγαρο Βάττη, τετραώροφο και με ασανσέρ, αλλά δεν ήταν για εμάς.

Στην Ακτή Μιαούλη του Μεσοπολέμου, το ξενοδοχείο με την επωνυμία «Πειραιεύς», διακρίνεται στο δεξί άκρο της φωτογραφίας, στη σκιά κυριολεκτικά του τότε νεότευκτου Μεγάρου Βάττη, στους πάνω ορόφους του οποίου λειτουργούσε το πολυτελές ξενοδοχείο «Διεθνές».
____________


Το Μέγαρο Βάττη, έργο του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη(1924). 
Ένα μέρος του λειτούργησε ως πολυτελές ξενοδοχείο με την επωνυμία «Διεθνές»
___________


Ο Πειραιάς, τότε, χαρακτηριζόταν από μια ζωντάνια όλων των τάξεων: φτωχολογιά, μικροαστική, μεσοαστική και μεγαλοαστική. Κάτω από το ξενοδοχείο κυκλοφορούσαν οι τρεις πρώτες οι οποίες είχαν τα όρια· περιορίζονταν από τον σταθμό του Ηλεκτρικού μέχρι το παλιό τελωνείο, στην πλατεία, μπρος στον Άγιο Νικόλαο. Εκεί ήταν το κύριο λιμάνι για την συγκοινωνία και επικοινωνία με τα νησιά και όχι μόνον. Η μεταξύ σταθμού και Αγίου Διονυσίου ήταν παρακατιανή περιοχή, διάφορα συνεργεία και συσσωρευμένες μαούνες· η ακτή Τζελέπη δίχως προκυμαία, χώμα, ούτε άμμος, βρομερή λάσπη που με δυσκολία άραζαν μερικά ιστιοφόρα για τη μεταφορά μικροεμπορευμάτων προς τα νησιά και παράκτια χωριά που στερούνταν οδικές επικοινωνίες. 


1929.Πειραιάς. Γενική άποψη του Τελωνείου και του Λιμεναρχείου. Κόσμος στο δρόμο, κάρα, αυτοκίνητα και το τραμ να περνά. Στο βάθος η Ακτή Μιαούλη και το Ρολόι του Πειραιά.
__________



Πειραιάς,1929. Εμπορικά καταστήματα, σπίτια και υπαίθρια καφενεία στην Ακτή Τζελέπη.
__________


Από το τελωνείο προς τον προλιμένα ούτε μύλος ούτε διαμορφωμένη παραλία, ρυπαρή θάλασσα, λάσπη, χώμα που είχε χάσει το χρώμα του από τη μαυρίλα της σκόνης των ξυλοκάρβουνων που ξεφόρτωναν καΐκια ειδικά σ’ αυτήν την περιοχή που είχε τη σφραγίδα «τα καρβουνιάρικα» κάποια ακόμα φορτηγά ατμόπλοια παροπλισμένα έδειχναν την άχαρη σιλουέτα τους. Πέρα απο εκεί, περιοχή έρημη, βραχάκια και στην άκρη του προλιμένα το «Παλατάκι».

Από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου παρακολουθούσα χαζεύοντας, την κίνηση της ημέρας. Ένα βουητό· κόσμος πηγαινοερχόταν, κάρα, φορτηγά αυτοκίνητα που ακόμα δεν είχαν λάστιχα με αέρα, συμπαγή αμαξάκια και κάποια ταξί της τότε μορφής, απαστράπτοντα με τα γυαλισμένα νίκελ και το τραμ της παραλίας της Ε.Η.Σ. που κυλούσε σε διαφορετικού πλάτους ράγες όπως και εκείνο του Περάματος λιγότερο θορυβώδες από τα πράσινα, εκτελούσε το πήγαινε - έλα Τελωνείο - Άγιος Διονύσιος. 


Ο Τιτάνειος Κήπος, ο Άγιος Σπυρίδωνας, η Ακτή Μιαούλη και στο βάθος δεξιά διακρίνεται το ξενοδοχείο «Πειραιεύς», στο οποίο έμενε ο Π.Τέτσης. Το Μέγαρο Βάττη δεν είχε ακόμα χτιστεί.
________


___________

Τα μαγαζιά γεμάτα κίνηση γύρω στην παραλία, λαϊκά παπουτσάδικα με πλήθος πραμάτεια γέμιζαν τις προσόψεις και τα ζευγάρια ενωμένα πίσω στη φτέρνα μ’ ένα σπαγγάκι για να μην μπλέκονται· βέβαια υπήρχαν και καλύτερα καταστήματα όπως το παπουτσίδικο Παγώνη κι άλλα προς το εσωτερικό πιο πάνω και προς τη λεωφόρο Σωκράτους - Βασ. Κωνσταντίνου - Ηρώων Πολυτεχνείου, Μπουμπουλίνας και την Φίλωνος έως την 2ας Μεραρχίας, που ήταν καθωσπρέπει δρόμος· από εκεί και πέρα μέχρι το τέρμα η οδός της αμαρτίας και της ηδονικής ευδαιμονίας. Αναζητήσατε Μουρσελά και Γαλανό. Από αυτά τότε τίποτε δεν εγνώριζα, ούτε θυμάμαι πολλά γιατί λόγω ηλικίας δεν είχα ελευθερία κινήσεων. 


Η λεωφόρος Σωκράτους - νυν Ηρώων Πολυτεχνείου.
_______


Η οδός Μπουμπουλίνας, προς την Ακτή Μιαούλη. Στο βάθος διακρίνεται αριστερά το Μέγαρο Βάττη και ακριβώς απέναντι το ξενοδοχείο «Πειραιεύς».
_________


Πειραιάς.1920. Άποψη του λιμανιού προς την πλευρά της Τρούμπας με το ρολόι να φαίνεται στο βάθος.
_________


Δεν θυμάμαι αν υπήρχε διαμορφωμένος ο Τινάνειος Κήπος και μπρος στον Άγιο Σπυρίδωνα, το κάποτε μοναστηράκι το ταμένο για την Λαμπριάτικη ακολουθία από τον Παπαδιαμάντη· εμπόδιζαν τη θέα του κάποια μικρομάγαζα μεταξύ αυτού και το «Ναυτάκι». Το «ωρολόι» το επιστέγασμα του Δημαρχείου· τα δυο αυτά ήσαν η καρδιά του Πειραιά. 


________


Το Δημαρχείο του Πειραιά με το «ωρολόι». Κατεδαφίστηκε το 1968, επί δημαρχίας Αριστείδη Σκυλίτση (περίοδος Δικτατορίας)
Πηγή φωτό: https://www.lifo.gr/culture/tha-xanahtisoyn-roloi-toy-peiraia
__________


_______


Δεν μπορώ να πω αν είδα παρτέρια με χλόη· σ’ αυτά τα πρωτεία τα ’χε τότε η Αθήνα που ο θαυμασμός μου εκδηλώθηκε όταν κάποιο απόγευμα - βράδυ φτάσαμε στην Ομόνοια κι αντίκρισα καταμεσής της πλατείας το φρεσκοφυτεμένο γρασίδι - κοινώς σήμερα gazon με την προστατευτική επιγραφή «μην πατάτε την χλόη». Κι αυτό ήταν το κάτι περισσότερο που με ωθούσε στα ύψη του ονειρικού. Η αφετηρία μου δεν ήταν παρά το ξερό βραχώδες γεμάτο χρυσίζοντα στον ήλιο του καλοκαιριού γαϊδουράγκαθα της Ύδρας.

Όμως ο Πειραιάς ήταν τότε και είναι το λιμάνι· από αυτό και προς αυτό γινόταν το κύριο αλισβερίσι, ήταν το κέντρο της Ελλάδος. Μπρος στο «ωρολόι» και στον Άγιο Σπυρίδωνα απλωνόταν η «σκάλα» των πλοίων, βαπόρια και βαποράκια για Κυκλάδες και Αργοσαρωνικό, τα κάπως μεγαλύτερα για Βόλο, Θεσσαλονίκη, Καβάλα. Αν ερχόταν κανένα μεγαλύτερο πλοίο όπως της Ιταλικής εταιρείας με τον Άγιο Μάρκο ως σήμα ή όταν το 38 εμφανίστηκε το «Νέα Ελλάς» - τι υπερηφάνεια! - με τα τότε μέσα πλοηγήσεως ήταν προβληματικό το διπλάρωμα επικουρούσαν τότε δυο - τρία ρυμουλκά απο την πλώρη και την πρύμη.
 

_________


Εκεί μπροστά στην προκυμαία του Αγίου Σπυρίδωνα η μεγάλη κίνηση με την επιβίβαση και την αποβίβαση δημιουργούσε έναν διάχυτο εκνευρισμό ξεφορτώνονταν μπόγοι, κόφες, κοφίνια, πεσκέσια σε καλάθια σκεπασμένα με πανί και ραμμένα γύρω-γύρω για τους συγγενείς από το νησί, κάποια αγαθά κι ένας ζωντανός χρυσαφής κόκκινος κόκκορας, λίγο πριν πρωταθλητής του έρωτα στο κοτέτσι υπέμεινε καρτερικά, γιατί η παράταση του νήματος της ζωής του έδειχνε πως δεν θα κρατούσε για πολύ, γιατί ο Σταμάτης, χαλαρός σε αντιστάσεις, υπέκυπτε στους πειρασμούς της λαιμαργίας τόσο των φίλων του όσο και των δικών του, ώστε να παραδοθούν στις ηδονές του ουρανίσκου κι ο πετεινός περνούσε τότε στην κατσαρόλα του γειτονικού ταβερνιάρη και γι’ αυτό το κυκλαδίτικο έμμετρο, το οποίο παραδίδω ατόφιο όπως μου το διηγήθηκαν: «τις πετεινοί τις κόκκινοι, τις ταχυδρομημένοι, τις παραδίνει το Σταμά (Σταμάτης) στα κάτασπρα ντυμένοι». 

Σ’ αυτό το αλισβερίσι το πηγαιν’ έλα, αφίξεων και αναχωρήσεων εκείνοι που έφευγαν ήταν απαραίτητο να κρατούν μια αρμαθιά από φρέσκα μυρωδάτα κουλούρια, αυτά που λέγονται σιμίτια, πασπαλισμένα με άφθονο σουσάμι και θα ’ταν παράλειψη αν ένας Υδραίος ταξιδιώτης αποβιβαζόμενος στο νησί δεν κρατούσε την απαραίτητη πλούσια αρμαθιά, περασμένη σε σπάγγο, αυτών των μοναδικών κουλουριών.

Η φαντασμαγορική βραδυνή όψη του Πειραιά με την πλημμύρα από σπινθηρίζοντα σαν μαργαριτάρια λαμπιόνια, η Νέα Υορκη μου της εποχής, έμελλε να αποτυπωθεί για πάντα στην εικόνα της μνήμης. Έτσι τελειώνουν οι ολιγοήμερες χλοερές διακοπές στη μεγαλούπολη.


Επιβίβαση σε πλοίο με χρήση κλίμακας - 1933
__________

1937, στο 2° Γυμνάσιο Αρρένων

Το 1937, με την εγκατάσταση της οικογένειας Τέτση στον Πειραιά, στη συνοικία Βρυώνη, ο 12χρονος τότε μαθητής, γράφεται στο Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς. Ο ίδιος περιγράφει αυτές τις αναμνήσεις του στο βιβλίο του «Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά» (Εκδόσεις Καστανιώτη 2010), στο οποίο υπάρχει μάλιστα ένα ολόκληρο κεφάλαιο που φέρει τίτλο «Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς». Εκεί γράφει σχετικά:

«Η συνοικία Βρυώνη από τις ωραιότερες. Κύρια είσοδος του κτιρίου από την οδό Αφεντούλη. Τότε το κτίριο ήταν από τα ονομαζόμενα νεοκλασικά. Μεγαλόπρεπα μαρμάρινα σκαλοπάτια που εκτείνονταν στο μεγαλύτερο μέρος της πρόσοψης. Επιστάτης – κωδωνοκρούστης ο μπάρμπα-Θανάσης. Σήμερα υψώνεται εκεί τετραώροφο ουδέτερο κτίριο.».

Μάλιστα ο Τέτσης ουδέποτε κατάφερε να ξεπεράσει την κατά το νόμο εξέταση γνώσεων, ώστε να γίνει δεκτός στο πειραιώτικο Γυμνάσιο. «Εκείνο το ζοφερό πρωινό ένιωσα να με ρίχνουν απροστάτευτο – παρόλο ότι με συνόδευε ο αδελφός της μητέρας μου - σε μια σπηλιά λιονταριών».

1937. Δυο χρόνια αργότερα. Οι συνθήκες εντελώς άλλες. Κάθετη πτώση· μετοικεσία- σχεδόν πρόσφυγες γιατί η Ύδρα δεν μας χωρούσε πια. Ο Πειραιάς σε άλλη όψη το περιβάλλον, οι άνθρωποι. Ο φίλος συμμαθητής Μανώλης Χριστουλάκης το επεσήμανε γράφοντας τελευταία για ένα «συνεσταλμένο αγόρι και φοβισμένο, σαν κυνηγημένο αγρίμι, που βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε μια αγέλη αγριόσκυλων!» Πώς να μην ήταν έτσι; Πρώτες ημέρες του Πειραιά κι έπεσα στα νύχια ενός λιονταριού που σε κάθε στιγμή επέπιπτε να με κατασπαράξει επιχαίρον από τη δειλία μου και την άγνοιά μου σε θέματα εξετάσεων, τόσο που ξέσπασα σε κλάματα λέγοντας μέσα από δάκρυα, πως αυτά δεν τα είχαμε διδαχθεί στο ημιγυμνάσιο μιας Α' τάξης της Ύδρας. Αυτός ήταν ο μαθηματικός που δεν ήταν παρά το άγος που με κυνηγούσε και με ταλαιπωρούσε επί τρία χρόνια! Ο άθλιος! Η πρώτη μου επαφή στο σχολείο, στον Πειραιά, στο 2° Γυμνάσιο Αρρένων ήταν εκείνου.

 Έχοντας παρακολουθήσει τη μοναδική τάξη, την Α' του ημιγυμνασίου στην Ύδρα, απαραίτητη για την εισαγωγή των μελλοντικών μαθητών στην σχολή Εμπορικής Ναυτιλίας, μόνης στην Ελλάδα με εκπαίδευση, αντίστοιχη εκείνης της Σχολής Δοκίμων του Π.Ν., έπρεπε κατά νόμον τότε να υποστώ δοκιμασία εξετάσεων για τη συνέχιση στην 2α τάξη, αυτό που έβαλε σφραγίδα στα υπόλοιπα χρόνια να ’χω κακές σχέσεις με μαθηματικά αλλά και που ανέτρεπε τη ψυχολογία μου για κάμποσο νιώθοντας ότι βρίσκομαι σε όχι φιλικό περιβάλλον που δεν ενδιαφέρονταν για την πρόσληψη γνώσεων από τους νέους. Εκτός από τον παιδοφάγο οι υπόλοιποι διδάσκοντες είναι ή αδιάφοροι, ή ιδιόμορφοι, ενίοτε φαιδροί· εξαίρεση η Καθηγήτρια της Ιχνογραφίας, νέα και ωραία, της γαλλικής και ο καλοκάγαθος γίγας της μουσικής ο Γεωργαντάς, για τον οποίο έχω γράψει επανειλημμένα και ο οποίος είχε φλογερή φιλοδοξία και ταλέντο να ψαρεύει φωνές για να οργανώνει μαθητικές χορωδίες.


Το Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς ιδρύθηκε το 1914 και στεγάστηκε στο νεοκλασικό κτίριο της οδού Αφεντούλη 5, στο οποίο μέχρι τότε λειτουργούσε το Φιλανθρωπικό Β΄ Παρθεναγωγείο της Υδραϊκής Συνοικίας.
___________

«Το σχολείο το τελείωσα με παράξενο τρόπο. Πήγαινα στην πέμπτη γυμνασίου όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος. Είχαμε κάνει μαθήματα έναν σκάρτο μήνα. Αμοληθήκαμε στους δρόμους και φωνάζαμε κατά των Ιταλών, γιατί πολλές ατιμίες είχαν κάνει και μας είχαν ταλαιπωρήσει. Κλείσανε τα σχολεία. Ήρθε η Κατοχή, φτάσαμε τέλη Μαΐου, ήρθε κι ο φοβερός χειμώνας του '41-42 κι εμείς είχαμε πάρει έτσι το ενδεικτικό της πέμπτης και υποτίθεται πηγαίναμε έκτη. Πέθαινε ο κόσμος από την πείνα, από τον βαρύ χειμώνα, τα σχολεία κλειστά και κάποια στιγμή ανοίγουν και μας δίνουν απολυτήρια. Είμαι ευτυχής που γλίτωσα τη Χημεία, τη Φυσική και την Τριγωνομετρία. Δεν σημαίνει ότι είμαι πιο αγράμματος από τους άλλους. Ιδίως αυτό το φοβερό με τη χημεία, να θυμάμαι όλους τους τύπους, ευτυχώς το γλίτωσα.»


Λαϊκή αγορά το 1932
________

Ο ιταλικός βομβαρδισμός της Πηγάδας

Στις  5 Νοεμβρίου του 1940, προς το μεσημέρι με έναν ήλιο υπέρλαμπρο να δίνει μια μοναδική διαύγεια στους Ιταλούς πιλότους, αυτοί βομβάρδισαν την Πλατεία Πηγάδας. Οι ιταλοί εξέλαβαν  τη λαϊκή αγορά της Πηγάδας που υπήρχε την ημέρα εκείνη και το πλήθος κόσμου που είχε συγκεντρωθεί για να ψωνίσει, ως κινήσεις στρατεύματος και απόπειρα επιβίβασης οργανωμένων στρατιωτικών τμημάτων στα πλοία που ανέμεναν στο λιμάνι. Από τον βομβαρδισμό σκοτώθηκαν δεκάδες Πειραιώτες.

Ο 15χρονος τότε Παναγιώτης Τέτσης θυμάται και γράφει σχετικά με τον ίταλικό βομβαρδισμό της Πηγάδας: 

«Κάποια ημέρα, Τρίτη, ημέρα λαϊκής αγοράς σε πλατεία κοντά στο σπίτι, σειρήνες, μεσημεριάτικα και σε λίγο εκρήξεις βομβών με στόχο τη λαϊκή και θύματα τα κάρα και μερικά γαϊδουράκια»

Ο συμμαχικός βομβαρδισμός του Πειραιά, 11 Γενάρη 1944
_________

11η Ιανουάριου 1944, ο συμμαχικός βομβαρδισμός

«Αυτή την 11η Ιανουάριου 1.30 με 2.00 μ.μ. εσήμανε συναγερμός, κανείς δεν θορυβήθηκε κι εγώ, όπως πάντα, πήγαινα πεζή προς το σπίτι μου, πλατεία Σερφιώτη. Μόλις είχα περάσει από την διασταύρωση της Βασιλέως Γεωργίου με την Βασιλέως Κωνσταντίνου (τότε, και άλλοτε Σωκράτους) άρχισαν οι αλλεπάλληλες εκρήξεις. Δεν μπορώ τώρα να  υπολογίσω την ταχύτητα που ανέπτυξα τρέχοντας, με τα πόδια στο κεφάλι, ώστε να απομακρυνθώ από την περιοχή των στόχων. Δεν νομίζω ότι ο χρόνος για να φτάσω στην οδό Χαριλάου Τρικούπη ήταν περισσότερος του ενός λεπτού. Κατέφυγα ασθμαίνοντας και κούρνιασα κάτω από μια εξωτερική πόρτα της οδού Καραΐσκου, κοντά στο Γυμνάσιο, ώσπου να κοπάσει ο ορυμαγδός και να πάνε στον αγύριστο οι αγγλοαμερικάνοι. 

Ο απολογισμός της καταστροφής εκείνη την στιγμή ήταν αδύνατος,... Μετά από ημέρες είδα τι είχε χαθεί και τι είχε απομείνει από τον Πειραιά· αν και στην Γεωργίου του Α' είχε ανοιχτεί τεράστιος κρατήρας σ’ όλο το πλάτος της οδού, ευτυχώς το Δημοτικό Θέατρο έστεκε· λίγο πιο κάτω από την Αγία Τριάδα δεν είχαν απομείνει παρά κάποιοι τοίχοι στην παραλία, τα κτήρια κι ένα μεγάλο ξενοδοχείο είχαν πέσει. 


Απρίλιος του 1946. Τα ερείπια της βομβαρδισμένης Αγίας Τριάδας.
________

Όμως μετά από χρονικό διάστημα επισφραγίσθηκε το απόφθεγμα «ουδέν κακόν αμιγές καλού»· κατά την διάρκεια ανακατασκευών και ανοικοδομήσεως εκεί πλησίον, το πειραϊκό έδαφος προσέφερε τα δύο μεγάλα χάλκινα αγάλματα, αριστουργήματα από τα λίγα της αρχαιότητος, που εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πειραιώς. Ήταν η παρηγοριά του πολύπαθου Πειραιά, της πόλης με τα πιο ωραία νεοελληνικά κτήρια, από τα οποία μόνον ελάχιστα σώζονται.»

Γιάννης Σίμος, Τέτσης, Πειραϊκά Γράμματα, Τριμηνιαία Φιλολογική Έκδοση του Πειραϊκού Συνδέσμου, έτος 20ο – τεύχος 79, Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2016, σελ. 46-47


Το σημείο που βρέθηκαν τα αγάλματα. Οδός Φίλωνος, κάθετα η Λεωφόρος Βασ. Γεωργίου Α΄, μεταξύ του Τινάνειου κήπου και του Μεγάρου Σπυράκη.

Ιωάννου Αλεξάνδρου Μελετοπούλου. ΠΕΙΡΑΪΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ. Ανάτυπον εκ της ετησίας εκδόσεως «Πειραιάς 1960». Εικών 23. «Εις ελαχίστην απόστασιν, μερικών εκατοστών του μέτρου, ευρέθησαν την 25ην Ιουλίου 1959 τα αγάλματα της Αθηνάς και της Αρτέμιδος, ως εις την παρατιθεμένην φωτογραφίαν, ήτις ελήφθη επίσης προτού τα αγάλματα ανασυρθούν εκ της θέσεως, εις ην είχον ταφή».
_________


ΠΗΓΕΣ

  • Πειραϊκά Γράμματα, Τριμηνιαία Φιλολογική Έκδοση του Πειραϊκού Συνδέσμου, έτος 20ο – τεύχος 79, Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2016, σελ. 11-13, 46-47.


Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

«Ο Μπάυρον, στοιχειωμένος ανάμεσα Αγγλία και Μεσολόγγι...»· ο Νίκος Κούνδουρος στην Κριμαία του 1991


Με το σώμα στην Κριμαία, τη σκέψη στη Σωτηρία...


Τον Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο του 1991, ο Νίκος Κούνδουρος βρίσκεται στην Κριμαία για τα γυρίσματα της ταινίας «Μπάυρον, η μπαλάντα ενός δαιμονισμένου»Στις 6 Αυγούστου του '91, ξεκινάει ένα «μονόπλευρο κουβεντολόι» του 65χρονου τότε Νίκου Κούνδουρου με τη γυναίκα του  Σωτηρία Ματζίρη, τη θεατρική κριτικό, με την οποία συμπορευόταν ήδη έντεκα χρόνια. 

Με το σώμα του στην Κριμαία, αλλά την καρδιά του, τη σκέψη, την έννοια του στραμμένα στη γυναίκα του Σωτηρία, ο Νίκος Κούνδουρος γράφει και στέλνει γράμματα: γράμματα στα οποία με τρόπο κινηματογραφικό, ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας, η άγρια φύση της Ρωσίας, ο χειμώνας που έρχεται ήδη τον Αύγουστο, το γειτονικό δάσος και το σκηνικό της ταινίας - βαρύ, ξύλινο, γεμάτο σκαλωσιές. Μέσα σε ένα δωμάτιο, ο Κούνδουρος βιώνει ασκητικά παρέα με τα χαρτιά και τις μουσικές του, ζει τις πολιτικές αναταράξεις του 1991 δίπλα του και τις μεταφέρει με εξαιρετική ζωντάνια και αγωνία. Οι δυσκολίες, ο κόπος, οι αναποδιές, η πενιχρή σε εφόδια χώρα, οι αργοί ρυθμοί των ανθρώπων, τον ταλανίζουν. Ωστόσο, 
πίσω από κάθε τρυφερή αλλά και σκληρή όψη της ζωής, νιώθει τη γυναίκα του εμψυχωτικά παρούσα.  Είναι το στημόνι που πάνω του υφαίνει δημιουργικά τις ημέρες της καλλιτεχνικής «εξορίας» του, δίνοντας ουσία και περιεχόμενο στα πράγματα: 

«Βλέπω από το ανοιχτό μπαλκόνι μου ένα πυκνό δάσος και πιο πέρα θάλασσα και βουνά κι αν δεν είσαι κι εσύ να τα δεις μου φαίνονται χάρτινα, σαν το ντεκόρ μου»

Μέσα από τα γράμματά του - ιδιωτικά μαζί και δημόσια - αναδύεται ένας άνδρας «ιδιοφυής, χαρισματικός, είρων, πολεμοχαρής, αλλά και αθώος σαν έφηβος».


Ο Νίκος Κούνδουρος με το συνεργείο της ταινίας στην Κριμαία
___________


«Εκατόν δέκα μέρες κι άλλες τόσες νύχτες»

«Εκατόν δέκα μέρες κι άλλες τόσες νύχτες» πέρασε ο Νίκος Κούνδουρος με το συνεργείο του στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση το 1991, την εποχή των γυρισμάτων του «Μπάιρον, η μπαλάντα ενός δαιμονισμένου», ταινία την οποία ο ίδιος ξεχώριζε, όπως τουλάχιστον δηλώνει σε συνέντευξή του στον Θανάση Δρίτσα, καρδιολόγο, συνθέτη και συγγραφέα, που δημοσιεύτηκε στις 7 Ιουλίου 2013.

«Η ταινία που εγώ ξεχωρίζω είναι η ταινία μου αφιερωμένη στον Μπάυρον, με τίτλο Μπάυρον-μπαλάντα για ένα δαίμονα, παραγωγή του 1992. Αφενός είμαι λάτρης της προσωπικότητας του Λόρδου Μπάυρον, ο Μπάυρον ήταν ένας ξεχωριστός νέος με τον οποίο ήσαν ερωτευμένες όλες οι ευρωπαίες πριγκήπισσες εκείνη την εποχή. Ο Μπάυρον ασκούσε πάνω μου μια γοητεία από τότε που ήμουν πιτσιρίκος, υπέρμαχος της παν-ελευθερίας, μου άρεσε ο αναρχισμός του, μου άρεσε ο ουμανισμός του, ο ρομαντισμός του, ακόμη και ο θάνατος του. Επίσης για τον Μπάυρον είχα πολύ μεγάλες οικονομικές ενισχύσεις όταν γύριζα την ταινία και μπορούσα να κάνω ότι ήθελα κυριολεκτικά. Όμως η ταινία αν και πολυβραβευμένη και πολυδιαφημισμένη έκοψε ασήμαντο αριθμό εισιτηρίων».

«Το χωριό Ζαμπρούντογιε βρίσκεται στη Γιάλτα και η Γιάλτα είναι στην Κριμαία και η Κριμαία είναι μέρος της Ουκρανίας», γράφει ο σκηνοθέτης και παραγωγός της ελληνοσοβιετικής συμπαραγωγής – μάλλον υπερπαραγωγής του «Λόρδου Βύρωνα». Την ταινία είχε οργανώσει ο Νίκος Κούνδουρος, με συντονιστή τον εξαιρετικά έμπειρο και πολύτιμο Μάνο Ζαχαρία, διευθυντή φωτογραφίας τον Νίκο Καβουκίδη και ενδυματολόγο τον Διονύση Φωτόπουλο.

Ένα επιτελείο από 60 τεχνικούς και ηθοποιούς, Έλληνες και Ρώσους, ανασύστησε το Μεσολόγγι στο οποίο φτάνει τον Ιανουάριο του 1824, ο Λόρδος Βύρωνας (Μάνος Βακούσης),
με πρόθεση να βοηθήσει με τα χρήματά του τους επαναστατημένους Έλληνες, αλλά και να μεγαλουργήσει στη χώρα με το ένδοξο παρελθόν. Φαλακρός και χωλός, βρίσκεται στον αντίποδα των εξιδανικευτικών αποτυπώσεων, «απελπισμένος μέσα στην υπαρξιακή αγωνία του και αναζητώντας έναν τόπο για να πεθάνει σαν ένας ομηρικός ήρωας». 

«Αυτό που συναντάει είναι η πραγματικότητα της κακουχίας και της εξαθλίωσης. Μια Ελλάδα ταπεινή χωρίς το φως της, άσχημη. Του απονέμεται ο βαθμός του στρατηγού του ελληνικού στρατού, όμως γύρω του υπάρχουν λίγοι έλληνες άτακτοι και ξένοι μισθοφόροι, τους οποίους πληρώνει ο ίδιος. Η ημέρα της μεγαλειώδους μάχης στην οποία θα δοξαστεί με νίκη ή θάνατο δεν έρχεται ποτέ, κι αντί αυτής διαρκώς παλεύει με τους δικούς του δαίμονες. Στην άκρη των ταξιδιών του στην Ευρώπη, το Μεσολόγγι, το όραμα του Μπάιρον, η λυτρωτική προσωπική κορύφωση σε έναν λαμπερό τόπο φθείρεται αντι-ηρωικά, και αυτό που τελικά τον οδηγεί στον θάνατο είναι το αδύναμο σώμα και η ταλαιπωρημένη υγεία του.»


Ο Μάνος Βακούσης, που υποδύεται στην ταινία τον Λόρδο Βύρωνα
___________


Αν ο Μπάυρον δεν γίνει καλή ταινία...

6 Αυγούστου 91

Από χτες είμαι πάλι εδώ πάνω, πιο ξένος από κάθε άλλη φορά, καθώς η σκέψη του τόσο πολλού καιρού που θα μείνω με μετατρέπει από περιπατητή και ταξιδιώτη σε εξόριστο.[...]

Τέλος της δεύτερης μέρας. Μένουν ακόμα περίπου εκατόν δέκα μέρες και άλλες τόσες νύχτες στην απέραντη Σοβιετική Ένωση... Ο Μπάυρον περιμένει στοιχειωμένος ανάμεσα Αγγλία και Μεσολόγγι και, για να γίνουν τα πράγματα όπως είναι η τάξη και το σωστό, του παραδίνω τώρα σιγά σιγά το δύστροπο μυαλό μου και ό,τι άλλο διαθέτω, έτοιμος πια για το μεγάλο μακροβούτι. 

[...] Άρχισα να μπερδεύω το χρόνο. Χτες έλεγα στον Διονύση Φωτόπουλο και στον Ρώσο σκηνογράφο πως θέλω το σκηνικό και τα λασπωμένα ρούχα της ταινίας να παραπέμπουν στη σφαγή και την καταστροφή του Μεσολογγιού που θα γίνει δυο χρόνια αργότερα από την ημερομηνία του Μπάυρον και της ταινίας. Με κοίταξαν και κουνούσαν το κεφάλι. Ποιος ξέρει τι σκεφτόντουσαν και δεν το ’λεγαν. Τους καλούσα να παρακολουθήσουν με τα υλικά της μνήμης κάτι που δεν έγινε αλλά θα γίνει, κι αυτό έμοιαζε ωραίο. Το κατάλαβα πως τους κεντρούσε το κέφι να το ψάξουν, να το κατακτήσουν, να το παγιδέψουν με τα σύνεργα της τέχνης του ο καθένας. Αν ο Μπάυρον δεν γίνει καλή ταινία -πιο πολύ από καλή- θα τα παρατήσω και θα γίνω πάλι ζωγράφος, αθώος και ανυποψίαστος σαν τους πρωτόπλαστους πριν δαγκώσουν το πονηρεμένο μήλο.


Ο Μάνος Βακούσης, που υποδύεται στην ταινία τον Λόρδο Βύρωνα
____________


«Είμαι ταπεινά φιλόδοξος γι’ αυτήν την ταινία»

[11 Αυγούστου, Κυριακή]

Το τεράστιο ντεκόρ της ταινίας μοιάζει τέρας με τις ατέλειωτες σκαλωσιές που το στηρίζουν από πίσω. Ένα δάσος από κομμένους κορμούς δέντρων από πίσω και μια γκριζόασπρη νεκρική πόλη από μπρος, ό,τι χρειάζεται δηλαδή για να μη κουνήσω μέτρο από κει όσο καιρό θα κρατήσουν τα γυρίσματα. Έχω ζητήσει να μου φτιάξουν ένα μικρό δωμάτιο ανάμεσα στο δάσος από σκαλωσιές κι εκεί θα φωλιάσω την αφεντιά μου, μ’ ένα ξερό ξύλινο κρεβάτι, ένα τραπέζι, δυο καρέκλες, τα χαρτιά μου και τις μουσικές μου. Ανάμεσα στα τεράστια μαδέρια που μυρίζουν φρεσκοπριονισμένο έλατο και το αληθινό δάσος που αρχίζει λίγα μέτρα παραπέρα. Εκεί θα εγκαταστήσω μυστικά τον εγκέφαλο της ταινίας, τον δικό μου δηλαδή, που θα ’χει τώρα να παλαίψει με τους δαιμόνους της δύσκολης δουλειάς που ξεκινά σε λίγες μέρες σ’ ένα μικρό χωριουδάκι της Ουκρανίας - δεν κατάφερα να προφέρω το τατάρικο όνομά του - για ν’ απολήξει σε λίγους μήνες στα στρογγυλά μεταλλικά κουτιά τα τόσο γνώριμα και σε σένα τώρα. Σκέφτομαι πως αυτή η ταινία μπορεί και να ’ναι η τελευταία μου, κι έχω βάλει όλο μου το πνεύμα να φυλακίσω σ’ αυτήν την πανάκριβη ζελατίνα όσο μπορώ πιο πολλά από τα υλικά που ’χω μαζέψει στο σκουπιδότοπο του κεφαλιού μου. Είμαι ταπεινά φιλόδοξος γι’ αυτήν την ταινία. Λέω ταπεινά γιατί ξέρω πόσο λίγο βαραίνει πια στη ζωή μας μια ταινία, λέω φιλόδοξος γιατί μ’ αρέσει κιόλας αυτή η έπαρση που συνοδεύει τη δημιουργία ενός έργου μέσα από κενό, από το μηδέν από το χάος. Αν δεν ήμουνα τόσο πονηρεμένος - ή πονηρός; - θα δήλωνα δημόσια την περιφρόνησή μου για την μπούφικη έπαρση του καλλιτέχνη, που εννιά φορές στις δέκα τον περιφρονώ και άλλες τόσες τον λυπάμαι.

Σε λίγο φεύγει ο Μάνος Ζαχαρίας για την Αθήνα. Θα του δώσω τούτα τα χαρτιά και δεν ξέρω πότε θα φτάσουν στα χέρια σου. Ελπίζω κάπως σύντομα, αν και η λέξη ακούγεται παράταιρη σ’ αυτή τη χώρα που όλα κινούνται πάνω σε βωδάμαξες. 

12 Αύγουστου

...ο καιρός είναι ακόμα βροχερός αλλά χωρίς κρύο. Από την Αθήνα έχουν φτάσει όλοι οι ηθοποιοί της ταινίας και οι τρεις από τους πέντε βοηθούς. Ο Μάριος, η Βενετία και ο Οδυσσέας. Η Λένα είναι μαζί μου, το ίδιο και ο Γρηγόρης. Δεν τον ξέρεις, είναι ένα εξαιρετικό παιδί, γλυκομίλητο και ανακουφιστικά ικανό σε όλα. Αυτό που λέμε το δεξί μου χέρι, ίσως και λίγο το αριστερό, καθώς ο ακούραστος Γρηγόρης μετέχει σε όλα. 


Σχέδιο του Ν. Κούνδουρου για το σκηνικό της ταινίας
_____________

Ανάμεσα στον επαρχιωτισμό των Σοβιετικών και τη Γιάλτα του Τσέχοφ
16 Αυγούστου. 

Από χτες είμαστε στην Κριμαία. Πρωί πρωί πήρα ένα αυτοκίνητο κι ανέβηκα στο χωριό που χτίζεται το ντεκόρ. Ένα τέρας από ατελείωτες ποσότητες ξυλου - το ’χουν μπολικο εδώ πέρα - και γύψο και πολυεστέρα. Μοιάζει επιβλητικό και σπουδαίο, αλλά δεν είναι. Οι Σοβιετικοί έχουν έναν αφοπλιστικό επαρχιωτισμό που δεν ξέρεις πώς να τους φερθείς. Το σκηνικό μυρίζει σκηνικό, ό,τι χειρότερο δηλαδή μπορεί να μας συμβεί σ’ αυτή την άκρη του κόσμου όπου όλα μοιάζουν εκατό φορές πιο δύσκολα. Τα υλικά, εκτός από τα ξύλα, είναι από δυσκολοεύρετα ως ανύπαρκτα. Τώρα δεν έχουν ώχρα και άσπρο χρώμα για να κάνω τις απαραίτητες διορθώσεις για τα πρώτα γυρίσματα. Απελπισμένη αναζήτηση στην Αθήνα του Ράπτη και του Ζαχαρία να μας στείλουν χρώματα, περιπέτεια που τρώει χρόνο και προσπάθεια. Ευτυχώς που είναι μαζί μου για δυο βδομάδες ο Οδυσσέας Λάππας και χύθηκε κιόλας στη δουλειά. Με ξέρει και τον ξέρω, τα καλά του και τα κακά του, και τώρα αποδείχνεται πολύτιμος σε τούτη την ερημιά.

Γράφω ερημιά και λέω τη μισή αλήθεια, καθώς είκοσι χιλιόμετρα πιο κάτω η παραλιακή Γιάλτα βράζει από κόσμο. Χιλιάδες ηλιοψημένων Σοβιετικών απ’όλες τις άκρες των κλυδωνιζόμενων σοσιαλιστικών Δημοκρατιών τους έχουν μαζευτεί εδώ για τις πολύτιμες διακοπές τους. Είναι εργάτες μάλλον, με τις χοντρές εργάτισσες κυρίες τους και τεράστιες ποσότητες παιδιών. Έχουν πρόσωπα καλοσυνάτα και αγαθά, αλλά δεν λείπει και το πιο σύγχρονο είδος, αγόρια και κοπέλες με όλα τα σουσούμια της μόδας, προπαντός τα κορίτσια. Κοντές φούστες, γυμνές κοιλιές, τσόκαρα με ψηλό τακούνι κτλ. Περπατάνε πιασμένες χέρι χέρι ανά δύο, όπως καλή ώρα και στον Άγιο και σε όλα τα μέρη της γης. 

Το απόγεμα χτες κατεβήκαμε κι εμείς στην παραλία, στον όμορφο παραλιακό δρόμο του Τσέχοφ που τον περπάτησα πριν τρεις μήνες, άδειο, χειμωνιάτικο και μελαγχολικό. Τώρα έμοιαζε με όλους τους καλοκαιριάτικους παραλιακούς δρόμους, μόνο που ήτανε κάπως περίεργα βουβός. Αυτός ο λαός δεν μιλάει δυνατά, δεν γελάει δυνατά, δεν καβγαδίζει με φωνές. Η μοχθηρή Λένουσκα λέει πως έχουν ξεσυνηθίσει να μιλάνε και να γελάνε. Φοβούνται.


Ο παραλιακός δρόμος της Γιάλτας, 1880
__________

Είναι Δευτέρα 19 Αυγούστου του 1991...

19 Αυγούστου 

ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ. Η είδηση, η λέξη μόνο, σ’ ανατριχιάζει σα να βρίσκεις φίδι κάτω από το μαξιλάρι σου όταν πας να κοιμηθείς. Έχουμε κρεμαστεί στα ραδιόφωνα των αυτοκινήτων και στα στόματα των μεταφραστών. Οι ειδήσεις φτάνουν κομματιαστές, από τους τοπικούς σταθμούς που έχουν ακόμα την ελευθερία να μεταδίδουν χωρίς πίεση τα νέα. Ο μοσχοβίτικος σταθμός παίζει συνέχεια εμβατήρια και εθνικούς χορούς, κοινό συνήθειο όλων των πραξικοπηματιών σε όλο τον κόσμο. Και κάθε μισή ώρα η βαριά καταθλιπτική φωνή που σου παγώνει την ψυχή και ξέρεις από πριν τι ακριβώς θα πει. 

[...] Το σπίτι που ζούμε εδώ, στην Κριμαία, είναι ζωσμένο από δάσος. Είναι ένα παλιό αρχοντικό από την εποχή των Βογιάρων και των πριγκίπων και επισκευάστηκε τώρα, κάπως βιαστικά, για να μας στεγάσει. Είναι ακόμα αγκαλιασμένο από σκαλωσιές. Φαίνεται πως τους μαστόρους και τους εργάτες τους έστειλε στα σπίτια τους το πραξικόπημα γιατί έχουν όλοι εξαφανιστεί, κι εμείς είμαστε εδώ μόνοι και αμήχανοι, κυκλωμένοι από τους μικρούς και μεγάλους φόβους μας για το άγνωστο που μέσα του κουρνιάσαμε και περιμένουμε. 

[...] Ξέρω πως τούτη τη στιγμή που σου γράφω, κάπου πολύ κοντά μας γίνονται πράγματα που θ’ αλλάξουν ίσως την ιστορία του αιώνα που φεύγει. Αν πετύχει το πραξικόπημα, εδώ θα γυρίσει ο χρόνος πίσω, και δεν θα ’ναι μόνο για τούτη την κλυδωνιζόμενη χώρα. Πάνω από το κεφάλι μου γυρίζει ώρες τώρα ένα τεράστιο στρατιωτικό ελικόπτερο. Λένε πως ο Γκορμπατσόφ είναι περικυκλωμένος σε κάποιο σπίτι στην άλλη μεριά του δάσους.

Ξαναγράφω την ημερομηνία. Είναι Δευτέρα 19 Αυγούστου του 1991...


Μάνος Βακούσης, Vera Sotnikova (στο ρόλο της Augusta)
____________

Μια ταινία - αντίσταση στην ευτέλεια

26 Αυγούστου

Το φοβερό σκηνικό της ταινίας μοιάζει, κάθε μέρα που περνά, και πιο πολύ με τη νεκρή πόλη που θέλω ν’ αναστήσω. Ατέλειωτοι πέτρινοι τοίχοι από γκρίζο γρανίτη, σπίτια χωρίς παράθυρα, στενοί δρόμοι και περάσματα που μόλις μπορεί να χωρέσει άνθρωπος. Η ιδέα της αναπαράστασης μιας γειτονιάς του Μεσολογγίου έχει ξεπεραστεί από καιρό, καθώς όλη η ταινία έχει πια ξεπεράσει την εξάρτησή της από τόπους και χρόνο και ονόματα και αναζητά και κερδίζει τον δικό της τόπο και τον δικό της χρόνο και τα δικά της ονόματα.

Ο ξένος απέραντος τόπος που μας κυκλώνει, η ξένη γλώσσα, τα ξένα πρόσωπα, με βοήθησαν να μπω οριστικά σ’ αυτό το υπερβατικό κλίμα που από την αρχή αναζήτησα αλλά με εμπόδιζε η επιμονή - και η φύση - του Φώτη Κ. που δεν μπορούσε ν’ απαρνηθεί εύκολα τη βρετανική τάξη που είναι η δεύτερη φύση του. Το σενάριο - ευτυχώς- είναι χτισμένο ορθολογιστικά και σχεδόν φρόνιμα, όπως πρέπει δηλαδή, μια και το ίσιο το θέμα, η ζωή ενός ανθρώπου, σ’ αναγκάζει σε κάποια πειθαρχία. Έτσι, σίγουρος πως η βάση είναι αρκετά ανθεκτική, λευτέρωσα εκείνα τα απείθαρχα στοιχεία που πριν από χρόνια γεννήσανε το «Δράκο» και που τα κράταγε σε κάποια γωνιά του μυαλού αυτό που ο Κώστας Ζουράρις λέει εθνική μιζέρια. 

Με λίγα λόγια, ετούτη η ταινία που γεννιέται μέρα με τη μέρα σε τούτη ’δω την άκρη της γης, θα περιέχει την ταπεινή κατάθεσή μου στον πολιτισμό των Ελλήνων και την αντίστασή μου στην ευτέλεια που μας κυκλώνει και κοντεύει να μας αχρηστέψει, καθώς οι σειρήνες του εύκολου και του ξεκούραστου και του ανέμελου έχουν αρχίσει να γλυκαίνουν τ’ αυτιά ολωνών μας. 

Ο «Byron» θέλει να είναι ένα τραγούδι, μια ελεγεία για την απελπισία και για το θάνατο, ένα δοξαστικό στην αγωνία του ανθρώπου να τα βγάλει πέρα με τη ζωή του και με τις ζωές των άλλων. Μια ταινία ευφρόσυνη μέσα στη θανατερή μελαγχολία της κι ακόμα διασκεδαστική, καθώς δείχνει άνθρώπους να παίζουν άλλους ανθρώπους, με δεξιοτεχνία και ταλέντο και κέφι και όλα τέλος πάντων τα πανάρχαια καμώματα των μάγων και των παπάδων και των θεατρίνων. Είμαι αισιόδοξος και γεμάτος χαρά και περηφάνια για την ταινία που χτίζεται εδώ, στερεή σαν τοίχος, τούβλο στο τούβλο, πέτρα στην πέτρα.


Μάνος Βακούσης, Άκης Σακελλαρίου (στο ρόλο του κόμη Pietro Gamba)
______________

Το πρώτο γύρισμα, μια μικρή γιορτή...
30 Αυγούστου 

Χτες κάναμε το πρώτο μας γύρισμα. Έσπασα ένα πιάτο πάνω στο μεγάλο κανόνι που παίζει στην ταινία και οι Σοβιετικοί χειροκροτούσανε, και οι δικοί μας μαζί τους, και δυο-τρεις οπερατέρ της τηλεόρασης στριφογυρνάγανε τριγύρω σαν μέλισσες κι εγώ σκεφτόμουνα που εσύ δεν ήσουνα εδώ και κανένας άλλος δεν μ’ ένοιαζε και ήτανε λίγο σαν να μην ήμουνα ούτ’ εγώ εκεί και ούτε συγκίνηση ένιωθα ούτε τίποτ’ άλλο σπουδαίο. Χάζευα μονάχα με κάποια περιέργεια, όπως χαζεύω στα πανηγύρια και στις γιορτές των άλλων και λέω ευτυχώς που δεν την έχω χάσει αυτή την παιδική δίψα για ό,τι γίνεται ,γύρω μου, γι’ ανθρώπους και για τόπους και για καμώματα, καινούργια και παλιά. 

Τέλειωσα λοιπόν στα γρήγορα τη μικρή γιορτή, είπα και δυο κουβέντες για τους δημοσιογράφους και τα κανάλια τους και είδα στα χαμόγελά τους και στο σφίξιμο των χεριών πόσο τους άρεσαν οι κουβέντες μου, σαχλές κουβέντες για τους λαούς που αδελφώνονται μέσα από την κοινή γλώσσα για όλους, την τέχνη, και μου φάνηκε για μια στιγμή που με μπέρδεψε λίγο, πως τούτοι οι συγκινημένοι άνθρωποι που μ’ άκουγαν είχανε ακόμα μια αθωότητα μέσα τους, πως οι κουτές και μαγειρεμένες φράσεις μου δεν ήτανε μονάχα για να κλείσει όμορφα η μικρή γιορτή μας. 

Ντράπηκα λίγο -πολύ λίγο- γιατί πάντα μού μένει μια μικρή ανησυχία όταν δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα σύνορα ανάμεσα στο παιχνίδι και στην αλήθεια και ύστερα τα ξέγραψα όλα με μια θεατρική χειρονομία, δήλωσα πως είμαστε εδώ για να δουλέψουμε κι όχι για να βγάλουμε λόγους, και οπισθοχώρησα όμορφα και μελετημένα, και χώθηκα στην πιο κοντινή από τις πολλές πόρτες του ντεκόρ ακούγοντας τα χειροκροτήματα τών Ρώσων. Εδώ αισθάνθηκα λίγο άσχημα αλλά έδωσα μια μικρή σπρωξιά στην ταραχή μου και η φιέστα - εξωτερική και εσωτερική- τέλειωσε.

Ο Νίκος Κούνδουρος στα γυρίσματα της ταινίας
___________


«...τρέμω από την κούραση σαν άλογο που κέρδισε τέσσερις κούρσες μαζεμένες»

4 του Σεπτέμβρη
 
Δεν ξέρω πώς γίνεται και μέσα στη φοβερή αναστάτωση της δουλειάς που άρχισε με ρυθμό και θόρυβο μιας τεράστιας μηχανής που πήρε επιτέλους μπροστά ύστερα από φοβερές προσπάθειες. Ξεκινήσαμε τόσο απότομα που οι Σοβιετικοί τα 'χουν εντελώς χάσει, ασυνήθιστοι σε ενθουσιασμούς και σε ρυθμούς που τους έχουν από χρόνια χάσει. 

[...] Ανήσυχος λοιπόν για όλα αλλά αισιόδοξος για την ταινία που γεννιέται, πηγαίνω τώρα στο κρεβάτι μου, είναι μόνο εννιά και μισή το βράδυ, και τρέμω από την κούραση σαν άλογο που κέρδισε σήμερα τέσσερις κούρσες μαζεμένες. 

Τρίτη, 24 του Σεπτέμβρη

Είναι έξι το πρωί. Σε μια ωρα θ’ αρχίσει να ξυπνάει όλο το σπίτι, στις εφτάμισι φεύγουν τα αυτοκίνητα για το χωριό. Τούτες οι πρωινές ώρες είναι οι πιο δικές μου, δηλαδή οι πιο δικές μας, γιατί και οι άλλες ώρες δικές μου είναι, τις ρουφάω με απληστία και ευγνωμοσύνη γιατί ξέρω πως αυτή η ταινία είναι ίσως η τελευταία. Όχι γιατί εγώ δεν θα 'χω το κέφι και το κουράγιο να στήσω πάλι και πάλι καινούργια σχέδια και καινούργιες ταινίες, μα γιατί το βλέπω πως όλο και πιο δύσκολη γίνεται η ζωή για μας τους κυνηγούς των δύσκολων πραγμάτων.

Ο Μάνος Βακούσης, που υποδύεται στην ταινία τον Λόρδο Βύρωνα
__________


Μια ταινία που «απορροφά σαν αλεξικέραυνο τις αστραπές του θυμού μου»
Σάββατο, 16 Νοέμβρη

Αν δεν ήτανε τούτη η ταινία κι αν δεν ήσουνα εσύ, η ερημιά τριγύρω θα ’τανε ανυπόφορη. Είναι πέντε το πρωί, σε μια ώρα θα μαζευτούμε όλοι στον κάτω διάδρομο του ξενοδοχείου και η μέρα θα κυλήσει ζωηρή και γεμάτη κίνηση, φωνές, ζωντάνια. Το ξέρω πως τίποτα δεν είναι για πάντα, και για τούτη τη χαρά που μοιάζει με κάποιο είδος ευτυχίας έφτασε το τέλος. Σε μια εβδομάδα θ’ αφήσουμε πίσω μας τις χιλιάδες στιγμές που ζήσαμε στην Ουκρανία και ξέρω πως δεν είναι μόνο για μένα δύσκολη αυτή η ώρα. Είναι όλοι συγκινημένοι και μετράμε πια μ’ ανυπομονησία ανάποδα τις μέρες και τις ώρες που μας  μένουν. Βιαζόμαστε να τελειώσουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα, να τελειώσει η στενοχώρια του χαιρετισμού, να μπούμε σε αυτοκίνητα και αεροπλάνα και να πετάξουμε από πάνω μας το βάρος από τις καυτές μνήμες τόσων ανθρώπων και τόσων πραγμάτων και τόσων εικόνων και τόσων λόγων που προορίζονται πια για τα συρτάρια του μυαλού, όμορφα και πονηρά ταξινομημένα που μόνο γλύκα να μείνει.

[...] Η ταινία για τον Μπάυρον απορρόφησε και απορροφά τώρα τις αλλεπάλληλες αστραπές του θυμού μου για όλα, σαν αλεξικέραυνο. Από τώρα κιόλας αδιαφορώ με υπεροψία για οποιαδήποτε γνώμη, κριτική, υπόδειξη κλπ. απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχεται. Η ταινία, το ξέρω τώρα πια, δεν είναι ούτε προϊόν ούτε έκθεμα ούτε αντικείμενο για ανάλυση, για κριτική, για επαίνους, για έγκριση ή για απόρριψη. Αν δεν είχε το πανάκριβο περίβλημά της θα την έβαζα σ’ ένα συρτάρι, για τη χαρά τη δικιά μου και των φίλων μου. Σαν το VORTEX.




«Πάει κι αυτό, λοιπόν» 
Κυριακή 17 [Νοέμβρη]

Σήμερα πήγαμε από τις εφτά το πρωί στο κάστρο, στήσαμε τα σύνεργά μας,ντύσαμε τους 
κομπάρσους και ξαπλώσαμε στο χορτάρι περιμένοντας μάταια να βγει κανένα σύννεφο. Είχε έναν ήλιο κρητικό, ζεστό και λαμπερό, καλοκαιριάτικο. Οι Ρώσοι κομπάρσοι ήτανε ζωηροί και ευχάριστοι, στήσανε ομάδες με κιθάρες και τραγουδούσανε. Φάγαμε στο γρασίδι, τεντωθήκαμε πάνω στις τεράστιες τέντες του φροντιστηρίου και η Κυριακή έγινε αληθινή Κυριακή. 

Τετάρτη, 20 Νοέμβρη 1991

Είναι Τετάρτη, τρεις το πρωί, κάθομαι στο μικρό τραπέζι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με τις τρεις τσάντες μου έτοιμες για ταξίδι. Σήμερα τελειώσαμε και με το κάστρο του Σουντάκ. Η ταινία τέλειωσε εδώ, το τελευταίο γύρισμα το ξεπετάξαμε βιαστικά γιατί μας έφευγε ο ήλιος.

Σε λίγες ώρες αποχαιρετάμε και τούτο το μέρος, το κάστρο, το ντεκόρ, τους ανθρώπους που προφτάσαμε και γνωρίσαμε. Χαιρετήσαμε τους Ρώσους που φεύγουν πρωί πρωί πριν από μας. Τους ηλεκτρολόγους, τους τεχνίτες των σκηνικών, τον Σάσα, τον Βολούτια, τον Βλάντ, τον Αλεξάντερ, τον άλλο Σάσα, τις δίδυμες, την Έλλη και τη Λουντμίλα, τη Ραΐσα, τους σωφέρ των φορτηγών, τον χοντρό της γεννήτριας με το γατάκι. Όλους. Ήτανε σα να χαιρετούσαμε την Ουκρανία, τη Ρωσία, σα να τέλειωσαν όλα σήμερα, εδώ. 

Ο Μπάυρον έκλαιγε, η Μάσα του τον κοίταγε με απελπισμένη τρυφερότητα, ο Αλεξάντερ έβαλε όσο μπαρούτι του απόμεινε μέσα σ’ ένα κανόνι και του ’βαλε φωτιά και χάλασε ο κόσμος από τη βροντή κι αντιλάλησε όλο το κάστρο κι όλοι χειροκροτούσαν και φωνάζανε, μπας και φύγει η στενοχώρια που μάς είχε μαγκώσει την ψυχή. Πάει κι αυτό, λοιπόν. 

Νίκος Κούνδουρος, Γράμματα από την Κριμαία, 1991, εκδόσεις Άγρα





ΠΗΓΕΣ

  • Νίκος Κούνδουρος, Γράμματα από την Κριμαία 1991, εκδόσεις Άγρα
  • ΜΠΑΥΡΟΝ ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΕΝΟΣ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥ - 1992