Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

«Ο Μπάυρον, στοιχειωμένος ανάμεσα Αγγλία και Μεσολόγγι...»· ο Νίκος Κούνδουρος στην Κριμαία του 1991


Με το σώμα στην Κριμαία, τη σκέψη στη Σωτηρία...


Τον Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο του 1991, ο Νίκος Κούνδουρος βρίσκεται στην Κριμαία για τα γυρίσματα της ταινίας «Μπάυρον, η μπαλάντα ενός δαιμονισμένου»Στις 6 Αυγούστου του '91, ξεκινάει ένα «μονόπλευρο κουβεντολόι» του 65χρονου τότε Νίκου Κούνδουρου με τη γυναίκα του  Σωτηρία Ματζίρη, τη θεατρική κριτικό, με την οποία συμπορευόταν ήδη έντεκα χρόνια. 

Με το σώμα του στην Κριμαία, αλλά την καρδιά του, τη σκέψη, την έννοια του στραμμένα στη γυναίκα του Σωτηρία, ο Νίκος Κούνδουρος γράφει και στέλνει γράμματα: γράμματα στα οποία με τρόπο κινηματογραφικό, ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας, η άγρια φύση της Ρωσίας, ο χειμώνας που έρχεται ήδη τον Αύγουστο, το γειτονικό δάσος και το σκηνικό της ταινίας - βαρύ, ξύλινο, γεμάτο σκαλωσιές. Μέσα σε ένα δωμάτιο, ο Κούνδουρος βιώνει ασκητικά παρέα με τα χαρτιά και τις μουσικές του, ζει τις πολιτικές αναταράξεις του 1991 δίπλα του και τις μεταφέρει με εξαιρετική ζωντάνια και αγωνία. Οι δυσκολίες, ο κόπος, οι αναποδιές, η πενιχρή σε εφόδια χώρα, οι αργοί ρυθμοί των ανθρώπων, τον ταλανίζουν. Ωστόσο, 
πίσω από κάθε τρυφερή αλλά και σκληρή όψη της ζωής, νιώθει τη γυναίκα του εμψυχωτικά παρούσα.  Είναι το στημόνι που πάνω του υφαίνει δημιουργικά τις ημέρες της καλλιτεχνικής «εξορίας» του, δίνοντας ουσία και περιεχόμενο στα πράγματα: 

«Βλέπω από το ανοιχτό μπαλκόνι μου ένα πυκνό δάσος και πιο πέρα θάλασσα και βουνά κι αν δεν είσαι κι εσύ να τα δεις μου φαίνονται χάρτινα, σαν το ντεκόρ μου»

Μέσα από τα γράμματά του - ιδιωτικά μαζί και δημόσια - αναδύεται ένας άνδρας «ιδιοφυής, χαρισματικός, είρων, πολεμοχαρής, αλλά και αθώος σαν έφηβος».


Ο Νίκος Κούνδουρος με το συνεργείο της ταινίας στην Κριμαία
___________


«Εκατόν δέκα μέρες κι άλλες τόσες νύχτες»

«Εκατόν δέκα μέρες κι άλλες τόσες νύχτες» πέρασε ο Νίκος Κούνδουρος με το συνεργείο του στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση το 1991, την εποχή των γυρισμάτων του «Μπάιρον, η μπαλάντα ενός δαιμονισμένου», ταινία την οποία ο ίδιος ξεχώριζε, όπως τουλάχιστον δηλώνει σε συνέντευξή του στον Θανάση Δρίτσα, καρδιολόγο, συνθέτη και συγγραφέα, που δημοσιεύτηκε στις 7 Ιουλίου 2013.

«Η ταινία που εγώ ξεχωρίζω είναι η ταινία μου αφιερωμένη στον Μπάυρον, με τίτλο Μπάυρον-μπαλάντα για ένα δαίμονα, παραγωγή του 1992. Αφενός είμαι λάτρης της προσωπικότητας του Λόρδου Μπάυρον, ο Μπάυρον ήταν ένας ξεχωριστός νέος με τον οποίο ήσαν ερωτευμένες όλες οι ευρωπαίες πριγκήπισσες εκείνη την εποχή. Ο Μπάυρον ασκούσε πάνω μου μια γοητεία από τότε που ήμουν πιτσιρίκος, υπέρμαχος της παν-ελευθερίας, μου άρεσε ο αναρχισμός του, μου άρεσε ο ουμανισμός του, ο ρομαντισμός του, ακόμη και ο θάνατος του. Επίσης για τον Μπάυρον είχα πολύ μεγάλες οικονομικές ενισχύσεις όταν γύριζα την ταινία και μπορούσα να κάνω ότι ήθελα κυριολεκτικά. Όμως η ταινία αν και πολυβραβευμένη και πολυδιαφημισμένη έκοψε ασήμαντο αριθμό εισιτηρίων».

«Το χωριό Ζαμπρούντογιε βρίσκεται στη Γιάλτα και η Γιάλτα είναι στην Κριμαία και η Κριμαία είναι μέρος της Ουκρανίας», γράφει ο σκηνοθέτης και παραγωγός της ελληνοσοβιετικής συμπαραγωγής – μάλλον υπερπαραγωγής του «Λόρδου Βύρωνα». Την ταινία είχε οργανώσει ο Νίκος Κούνδουρος, με συντονιστή τον εξαιρετικά έμπειρο και πολύτιμο Μάνο Ζαχαρία, διευθυντή φωτογραφίας τον Νίκο Καβουκίδη και ενδυματολόγο τον Διονύση Φωτόπουλο.

Ένα επιτελείο από 60 τεχνικούς και ηθοποιούς, Έλληνες και Ρώσους, ανασύστησε το Μεσολόγγι στο οποίο φτάνει τον Ιανουάριο του 1824, ο Λόρδος Βύρωνας (Μάνος Βακούσης),
με πρόθεση να βοηθήσει με τα χρήματά του τους επαναστατημένους Έλληνες, αλλά και να μεγαλουργήσει στη χώρα με το ένδοξο παρελθόν. Φαλακρός και χωλός, βρίσκεται στον αντίποδα των εξιδανικευτικών αποτυπώσεων, «απελπισμένος μέσα στην υπαρξιακή αγωνία του και αναζητώντας έναν τόπο για να πεθάνει σαν ένας ομηρικός ήρωας». 

«Αυτό που συναντάει είναι η πραγματικότητα της κακουχίας και της εξαθλίωσης. Μια Ελλάδα ταπεινή χωρίς το φως της, άσχημη. Του απονέμεται ο βαθμός του στρατηγού του ελληνικού στρατού, όμως γύρω του υπάρχουν λίγοι έλληνες άτακτοι και ξένοι μισθοφόροι, τους οποίους πληρώνει ο ίδιος. Η ημέρα της μεγαλειώδους μάχης στην οποία θα δοξαστεί με νίκη ή θάνατο δεν έρχεται ποτέ, κι αντί αυτής διαρκώς παλεύει με τους δικούς του δαίμονες. Στην άκρη των ταξιδιών του στην Ευρώπη, το Μεσολόγγι, το όραμα του Μπάιρον, η λυτρωτική προσωπική κορύφωση σε έναν λαμπερό τόπο φθείρεται αντι-ηρωικά, και αυτό που τελικά τον οδηγεί στον θάνατο είναι το αδύναμο σώμα και η ταλαιπωρημένη υγεία του.»


Ο Μάνος Βακούσης, που υποδύεται στην ταινία τον Λόρδο Βύρωνα
___________


Αν ο Μπάυρον δεν γίνει καλή ταινία...

6 Αυγούστου 91

Από χτες είμαι πάλι εδώ πάνω, πιο ξένος από κάθε άλλη φορά, καθώς η σκέψη του τόσο πολλού καιρού που θα μείνω με μετατρέπει από περιπατητή και ταξιδιώτη σε εξόριστο.[...]

Τέλος της δεύτερης μέρας. Μένουν ακόμα περίπου εκατόν δέκα μέρες και άλλες τόσες νύχτες στην απέραντη Σοβιετική Ένωση... Ο Μπάυρον περιμένει στοιχειωμένος ανάμεσα Αγγλία και Μεσολόγγι και, για να γίνουν τα πράγματα όπως είναι η τάξη και το σωστό, του παραδίνω τώρα σιγά σιγά το δύστροπο μυαλό μου και ό,τι άλλο διαθέτω, έτοιμος πια για το μεγάλο μακροβούτι. 

[...] Άρχισα να μπερδεύω το χρόνο. Χτες έλεγα στον Διονύση Φωτόπουλο και στον Ρώσο σκηνογράφο πως θέλω το σκηνικό και τα λασπωμένα ρούχα της ταινίας να παραπέμπουν στη σφαγή και την καταστροφή του Μεσολογγιού που θα γίνει δυο χρόνια αργότερα από την ημερομηνία του Μπάυρον και της ταινίας. Με κοίταξαν και κουνούσαν το κεφάλι. Ποιος ξέρει τι σκεφτόντουσαν και δεν το ’λεγαν. Τους καλούσα να παρακολουθήσουν με τα υλικά της μνήμης κάτι που δεν έγινε αλλά θα γίνει, κι αυτό έμοιαζε ωραίο. Το κατάλαβα πως τους κεντρούσε το κέφι να το ψάξουν, να το κατακτήσουν, να το παγιδέψουν με τα σύνεργα της τέχνης του ο καθένας. Αν ο Μπάυρον δεν γίνει καλή ταινία -πιο πολύ από καλή- θα τα παρατήσω και θα γίνω πάλι ζωγράφος, αθώος και ανυποψίαστος σαν τους πρωτόπλαστους πριν δαγκώσουν το πονηρεμένο μήλο.


Ο Μάνος Βακούσης, που υποδύεται στην ταινία τον Λόρδο Βύρωνα
____________


«Είμαι ταπεινά φιλόδοξος γι’ αυτήν την ταινία»

[11 Αυγούστου, Κυριακή]

Το τεράστιο ντεκόρ της ταινίας μοιάζει τέρας με τις ατέλειωτες σκαλωσιές που το στηρίζουν από πίσω. Ένα δάσος από κομμένους κορμούς δέντρων από πίσω και μια γκριζόασπρη νεκρική πόλη από μπρος, ό,τι χρειάζεται δηλαδή για να μη κουνήσω μέτρο από κει όσο καιρό θα κρατήσουν τα γυρίσματα. Έχω ζητήσει να μου φτιάξουν ένα μικρό δωμάτιο ανάμεσα στο δάσος από σκαλωσιές κι εκεί θα φωλιάσω την αφεντιά μου, μ’ ένα ξερό ξύλινο κρεβάτι, ένα τραπέζι, δυο καρέκλες, τα χαρτιά μου και τις μουσικές μου. Ανάμεσα στα τεράστια μαδέρια που μυρίζουν φρεσκοπριονισμένο έλατο και το αληθινό δάσος που αρχίζει λίγα μέτρα παραπέρα. Εκεί θα εγκαταστήσω μυστικά τον εγκέφαλο της ταινίας, τον δικό μου δηλαδή, που θα ’χει τώρα να παλαίψει με τους δαιμόνους της δύσκολης δουλειάς που ξεκινά σε λίγες μέρες σ’ ένα μικρό χωριουδάκι της Ουκρανίας - δεν κατάφερα να προφέρω το τατάρικο όνομά του - για ν’ απολήξει σε λίγους μήνες στα στρογγυλά μεταλλικά κουτιά τα τόσο γνώριμα και σε σένα τώρα. Σκέφτομαι πως αυτή η ταινία μπορεί και να ’ναι η τελευταία μου, κι έχω βάλει όλο μου το πνεύμα να φυλακίσω σ’ αυτήν την πανάκριβη ζελατίνα όσο μπορώ πιο πολλά από τα υλικά που ’χω μαζέψει στο σκουπιδότοπο του κεφαλιού μου. Είμαι ταπεινά φιλόδοξος γι’ αυτήν την ταινία. Λέω ταπεινά γιατί ξέρω πόσο λίγο βαραίνει πια στη ζωή μας μια ταινία, λέω φιλόδοξος γιατί μ’ αρέσει κιόλας αυτή η έπαρση που συνοδεύει τη δημιουργία ενός έργου μέσα από κενό, από το μηδέν από το χάος. Αν δεν ήμουνα τόσο πονηρεμένος - ή πονηρός; - θα δήλωνα δημόσια την περιφρόνησή μου για την μπούφικη έπαρση του καλλιτέχνη, που εννιά φορές στις δέκα τον περιφρονώ και άλλες τόσες τον λυπάμαι.

Σε λίγο φεύγει ο Μάνος Ζαχαρίας για την Αθήνα. Θα του δώσω τούτα τα χαρτιά και δεν ξέρω πότε θα φτάσουν στα χέρια σου. Ελπίζω κάπως σύντομα, αν και η λέξη ακούγεται παράταιρη σ’ αυτή τη χώρα που όλα κινούνται πάνω σε βωδάμαξες. 

12 Αύγουστου

...ο καιρός είναι ακόμα βροχερός αλλά χωρίς κρύο. Από την Αθήνα έχουν φτάσει όλοι οι ηθοποιοί της ταινίας και οι τρεις από τους πέντε βοηθούς. Ο Μάριος, η Βενετία και ο Οδυσσέας. Η Λένα είναι μαζί μου, το ίδιο και ο Γρηγόρης. Δεν τον ξέρεις, είναι ένα εξαιρετικό παιδί, γλυκομίλητο και ανακουφιστικά ικανό σε όλα. Αυτό που λέμε το δεξί μου χέρι, ίσως και λίγο το αριστερό, καθώς ο ακούραστος Γρηγόρης μετέχει σε όλα. 


Σχέδιο του Ν. Κούνδουρου για το σκηνικό της ταινίας
_____________

Ανάμεσα στον επαρχιωτισμό των Σοβιετικών και τη Γιάλτα του Τσέχοφ
16 Αυγούστου. 

Από χτες είμαστε στην Κριμαία. Πρωί πρωί πήρα ένα αυτοκίνητο κι ανέβηκα στο χωριό που χτίζεται το ντεκόρ. Ένα τέρας από ατελείωτες ποσότητες ξυλου - το ’χουν μπολικο εδώ πέρα - και γύψο και πολυεστέρα. Μοιάζει επιβλητικό και σπουδαίο, αλλά δεν είναι. Οι Σοβιετικοί έχουν έναν αφοπλιστικό επαρχιωτισμό που δεν ξέρεις πώς να τους φερθείς. Το σκηνικό μυρίζει σκηνικό, ό,τι χειρότερο δηλαδή μπορεί να μας συμβεί σ’ αυτή την άκρη του κόσμου όπου όλα μοιάζουν εκατό φορές πιο δύσκολα. Τα υλικά, εκτός από τα ξύλα, είναι από δυσκολοεύρετα ως ανύπαρκτα. Τώρα δεν έχουν ώχρα και άσπρο χρώμα για να κάνω τις απαραίτητες διορθώσεις για τα πρώτα γυρίσματα. Απελπισμένη αναζήτηση στην Αθήνα του Ράπτη και του Ζαχαρία να μας στείλουν χρώματα, περιπέτεια που τρώει χρόνο και προσπάθεια. Ευτυχώς που είναι μαζί μου για δυο βδομάδες ο Οδυσσέας Λάππας και χύθηκε κιόλας στη δουλειά. Με ξέρει και τον ξέρω, τα καλά του και τα κακά του, και τώρα αποδείχνεται πολύτιμος σε τούτη την ερημιά.

Γράφω ερημιά και λέω τη μισή αλήθεια, καθώς είκοσι χιλιόμετρα πιο κάτω η παραλιακή Γιάλτα βράζει από κόσμο. Χιλιάδες ηλιοψημένων Σοβιετικών απ’όλες τις άκρες των κλυδωνιζόμενων σοσιαλιστικών Δημοκρατιών τους έχουν μαζευτεί εδώ για τις πολύτιμες διακοπές τους. Είναι εργάτες μάλλον, με τις χοντρές εργάτισσες κυρίες τους και τεράστιες ποσότητες παιδιών. Έχουν πρόσωπα καλοσυνάτα και αγαθά, αλλά δεν λείπει και το πιο σύγχρονο είδος, αγόρια και κοπέλες με όλα τα σουσούμια της μόδας, προπαντός τα κορίτσια. Κοντές φούστες, γυμνές κοιλιές, τσόκαρα με ψηλό τακούνι κτλ. Περπατάνε πιασμένες χέρι χέρι ανά δύο, όπως καλή ώρα και στον Άγιο και σε όλα τα μέρη της γης. 

Το απόγεμα χτες κατεβήκαμε κι εμείς στην παραλία, στον όμορφο παραλιακό δρόμο του Τσέχοφ που τον περπάτησα πριν τρεις μήνες, άδειο, χειμωνιάτικο και μελαγχολικό. Τώρα έμοιαζε με όλους τους καλοκαιριάτικους παραλιακούς δρόμους, μόνο που ήτανε κάπως περίεργα βουβός. Αυτός ο λαός δεν μιλάει δυνατά, δεν γελάει δυνατά, δεν καβγαδίζει με φωνές. Η μοχθηρή Λένουσκα λέει πως έχουν ξεσυνηθίσει να μιλάνε και να γελάνε. Φοβούνται.


Ο παραλιακός δρόμος της Γιάλτας, 1880
__________

Είναι Δευτέρα 19 Αυγούστου του 1991...

19 Αυγούστου 

ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ. Η είδηση, η λέξη μόνο, σ’ ανατριχιάζει σα να βρίσκεις φίδι κάτω από το μαξιλάρι σου όταν πας να κοιμηθείς. Έχουμε κρεμαστεί στα ραδιόφωνα των αυτοκινήτων και στα στόματα των μεταφραστών. Οι ειδήσεις φτάνουν κομματιαστές, από τους τοπικούς σταθμούς που έχουν ακόμα την ελευθερία να μεταδίδουν χωρίς πίεση τα νέα. Ο μοσχοβίτικος σταθμός παίζει συνέχεια εμβατήρια και εθνικούς χορούς, κοινό συνήθειο όλων των πραξικοπηματιών σε όλο τον κόσμο. Και κάθε μισή ώρα η βαριά καταθλιπτική φωνή που σου παγώνει την ψυχή και ξέρεις από πριν τι ακριβώς θα πει. 

[...] Το σπίτι που ζούμε εδώ, στην Κριμαία, είναι ζωσμένο από δάσος. Είναι ένα παλιό αρχοντικό από την εποχή των Βογιάρων και των πριγκίπων και επισκευάστηκε τώρα, κάπως βιαστικά, για να μας στεγάσει. Είναι ακόμα αγκαλιασμένο από σκαλωσιές. Φαίνεται πως τους μαστόρους και τους εργάτες τους έστειλε στα σπίτια τους το πραξικόπημα γιατί έχουν όλοι εξαφανιστεί, κι εμείς είμαστε εδώ μόνοι και αμήχανοι, κυκλωμένοι από τους μικρούς και μεγάλους φόβους μας για το άγνωστο που μέσα του κουρνιάσαμε και περιμένουμε. 

[...] Ξέρω πως τούτη τη στιγμή που σου γράφω, κάπου πολύ κοντά μας γίνονται πράγματα που θ’ αλλάξουν ίσως την ιστορία του αιώνα που φεύγει. Αν πετύχει το πραξικόπημα, εδώ θα γυρίσει ο χρόνος πίσω, και δεν θα ’ναι μόνο για τούτη την κλυδωνιζόμενη χώρα. Πάνω από το κεφάλι μου γυρίζει ώρες τώρα ένα τεράστιο στρατιωτικό ελικόπτερο. Λένε πως ο Γκορμπατσόφ είναι περικυκλωμένος σε κάποιο σπίτι στην άλλη μεριά του δάσους.

Ξαναγράφω την ημερομηνία. Είναι Δευτέρα 19 Αυγούστου του 1991...


Μάνος Βακούσης, Vera Sotnikova (στο ρόλο της Augusta)
____________

Μια ταινία - αντίσταση στην ευτέλεια

26 Αυγούστου

Το φοβερό σκηνικό της ταινίας μοιάζει, κάθε μέρα που περνά, και πιο πολύ με τη νεκρή πόλη που θέλω ν’ αναστήσω. Ατέλειωτοι πέτρινοι τοίχοι από γκρίζο γρανίτη, σπίτια χωρίς παράθυρα, στενοί δρόμοι και περάσματα που μόλις μπορεί να χωρέσει άνθρωπος. Η ιδέα της αναπαράστασης μιας γειτονιάς του Μεσολογγίου έχει ξεπεραστεί από καιρό, καθώς όλη η ταινία έχει πια ξεπεράσει την εξάρτησή της από τόπους και χρόνο και ονόματα και αναζητά και κερδίζει τον δικό της τόπο και τον δικό της χρόνο και τα δικά της ονόματα.

Ο ξένος απέραντος τόπος που μας κυκλώνει, η ξένη γλώσσα, τα ξένα πρόσωπα, με βοήθησαν να μπω οριστικά σ’ αυτό το υπερβατικό κλίμα που από την αρχή αναζήτησα αλλά με εμπόδιζε η επιμονή - και η φύση - του Φώτη Κ. που δεν μπορούσε ν’ απαρνηθεί εύκολα τη βρετανική τάξη που είναι η δεύτερη φύση του. Το σενάριο - ευτυχώς- είναι χτισμένο ορθολογιστικά και σχεδόν φρόνιμα, όπως πρέπει δηλαδή, μια και το ίσιο το θέμα, η ζωή ενός ανθρώπου, σ’ αναγκάζει σε κάποια πειθαρχία. Έτσι, σίγουρος πως η βάση είναι αρκετά ανθεκτική, λευτέρωσα εκείνα τα απείθαρχα στοιχεία που πριν από χρόνια γεννήσανε το «Δράκο» και που τα κράταγε σε κάποια γωνιά του μυαλού αυτό που ο Κώστας Ζουράρις λέει εθνική μιζέρια. 

Με λίγα λόγια, ετούτη η ταινία που γεννιέται μέρα με τη μέρα σε τούτη ’δω την άκρη της γης, θα περιέχει την ταπεινή κατάθεσή μου στον πολιτισμό των Ελλήνων και την αντίστασή μου στην ευτέλεια που μας κυκλώνει και κοντεύει να μας αχρηστέψει, καθώς οι σειρήνες του εύκολου και του ξεκούραστου και του ανέμελου έχουν αρχίσει να γλυκαίνουν τ’ αυτιά ολωνών μας. 

Ο «Byron» θέλει να είναι ένα τραγούδι, μια ελεγεία για την απελπισία και για το θάνατο, ένα δοξαστικό στην αγωνία του ανθρώπου να τα βγάλει πέρα με τη ζωή του και με τις ζωές των άλλων. Μια ταινία ευφρόσυνη μέσα στη θανατερή μελαγχολία της κι ακόμα διασκεδαστική, καθώς δείχνει άνθρώπους να παίζουν άλλους ανθρώπους, με δεξιοτεχνία και ταλέντο και κέφι και όλα τέλος πάντων τα πανάρχαια καμώματα των μάγων και των παπάδων και των θεατρίνων. Είμαι αισιόδοξος και γεμάτος χαρά και περηφάνια για την ταινία που χτίζεται εδώ, στερεή σαν τοίχος, τούβλο στο τούβλο, πέτρα στην πέτρα.


Μάνος Βακούσης, Άκης Σακελλαρίου (στο ρόλο του κόμη Pietro Gamba)
______________

Το πρώτο γύρισμα, μια μικρή γιορτή...
30 Αυγούστου 

Χτες κάναμε το πρώτο μας γύρισμα. Έσπασα ένα πιάτο πάνω στο μεγάλο κανόνι που παίζει στην ταινία και οι Σοβιετικοί χειροκροτούσανε, και οι δικοί μας μαζί τους, και δυο-τρεις οπερατέρ της τηλεόρασης στριφογυρνάγανε τριγύρω σαν μέλισσες κι εγώ σκεφτόμουνα που εσύ δεν ήσουνα εδώ και κανένας άλλος δεν μ’ ένοιαζε και ήτανε λίγο σαν να μην ήμουνα ούτ’ εγώ εκεί και ούτε συγκίνηση ένιωθα ούτε τίποτ’ άλλο σπουδαίο. Χάζευα μονάχα με κάποια περιέργεια, όπως χαζεύω στα πανηγύρια και στις γιορτές των άλλων και λέω ευτυχώς που δεν την έχω χάσει αυτή την παιδική δίψα για ό,τι γίνεται ,γύρω μου, γι’ ανθρώπους και για τόπους και για καμώματα, καινούργια και παλιά. 

Τέλειωσα λοιπόν στα γρήγορα τη μικρή γιορτή, είπα και δυο κουβέντες για τους δημοσιογράφους και τα κανάλια τους και είδα στα χαμόγελά τους και στο σφίξιμο των χεριών πόσο τους άρεσαν οι κουβέντες μου, σαχλές κουβέντες για τους λαούς που αδελφώνονται μέσα από την κοινή γλώσσα για όλους, την τέχνη, και μου φάνηκε για μια στιγμή που με μπέρδεψε λίγο, πως τούτοι οι συγκινημένοι άνθρωποι που μ’ άκουγαν είχανε ακόμα μια αθωότητα μέσα τους, πως οι κουτές και μαγειρεμένες φράσεις μου δεν ήτανε μονάχα για να κλείσει όμορφα η μικρή γιορτή μας. 

Ντράπηκα λίγο -πολύ λίγο- γιατί πάντα μού μένει μια μικρή ανησυχία όταν δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα σύνορα ανάμεσα στο παιχνίδι και στην αλήθεια και ύστερα τα ξέγραψα όλα με μια θεατρική χειρονομία, δήλωσα πως είμαστε εδώ για να δουλέψουμε κι όχι για να βγάλουμε λόγους, και οπισθοχώρησα όμορφα και μελετημένα, και χώθηκα στην πιο κοντινή από τις πολλές πόρτες του ντεκόρ ακούγοντας τα χειροκροτήματα τών Ρώσων. Εδώ αισθάνθηκα λίγο άσχημα αλλά έδωσα μια μικρή σπρωξιά στην ταραχή μου και η φιέστα - εξωτερική και εσωτερική- τέλειωσε.

Ο Νίκος Κούνδουρος στα γυρίσματα της ταινίας
___________


«...τρέμω από την κούραση σαν άλογο που κέρδισε τέσσερις κούρσες μαζεμένες»

4 του Σεπτέμβρη
 
Δεν ξέρω πώς γίνεται και μέσα στη φοβερή αναστάτωση της δουλειάς που άρχισε με ρυθμό και θόρυβο μιας τεράστιας μηχανής που πήρε επιτέλους μπροστά ύστερα από φοβερές προσπάθειες. Ξεκινήσαμε τόσο απότομα που οι Σοβιετικοί τα 'χουν εντελώς χάσει, ασυνήθιστοι σε ενθουσιασμούς και σε ρυθμούς που τους έχουν από χρόνια χάσει. 

[...] Ανήσυχος λοιπόν για όλα αλλά αισιόδοξος για την ταινία που γεννιέται, πηγαίνω τώρα στο κρεβάτι μου, είναι μόνο εννιά και μισή το βράδυ, και τρέμω από την κούραση σαν άλογο που κέρδισε σήμερα τέσσερις κούρσες μαζεμένες. 

Τρίτη, 24 του Σεπτέμβρη

Είναι έξι το πρωί. Σε μια ωρα θ’ αρχίσει να ξυπνάει όλο το σπίτι, στις εφτάμισι φεύγουν τα αυτοκίνητα για το χωριό. Τούτες οι πρωινές ώρες είναι οι πιο δικές μου, δηλαδή οι πιο δικές μας, γιατί και οι άλλες ώρες δικές μου είναι, τις ρουφάω με απληστία και ευγνωμοσύνη γιατί ξέρω πως αυτή η ταινία είναι ίσως η τελευταία. Όχι γιατί εγώ δεν θα 'χω το κέφι και το κουράγιο να στήσω πάλι και πάλι καινούργια σχέδια και καινούργιες ταινίες, μα γιατί το βλέπω πως όλο και πιο δύσκολη γίνεται η ζωή για μας τους κυνηγούς των δύσκολων πραγμάτων.

Ο Μάνος Βακούσης, που υποδύεται στην ταινία τον Λόρδο Βύρωνα
__________


Μια ταινία που «απορροφά σαν αλεξικέραυνο τις αστραπές του θυμού μου»
Σάββατο, 16 Νοέμβρη

Αν δεν ήτανε τούτη η ταινία κι αν δεν ήσουνα εσύ, η ερημιά τριγύρω θα ’τανε ανυπόφορη. Είναι πέντε το πρωί, σε μια ώρα θα μαζευτούμε όλοι στον κάτω διάδρομο του ξενοδοχείου και η μέρα θα κυλήσει ζωηρή και γεμάτη κίνηση, φωνές, ζωντάνια. Το ξέρω πως τίποτα δεν είναι για πάντα, και για τούτη τη χαρά που μοιάζει με κάποιο είδος ευτυχίας έφτασε το τέλος. Σε μια εβδομάδα θ’ αφήσουμε πίσω μας τις χιλιάδες στιγμές που ζήσαμε στην Ουκρανία και ξέρω πως δεν είναι μόνο για μένα δύσκολη αυτή η ώρα. Είναι όλοι συγκινημένοι και μετράμε πια μ’ ανυπομονησία ανάποδα τις μέρες και τις ώρες που μας  μένουν. Βιαζόμαστε να τελειώσουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα, να τελειώσει η στενοχώρια του χαιρετισμού, να μπούμε σε αυτοκίνητα και αεροπλάνα και να πετάξουμε από πάνω μας το βάρος από τις καυτές μνήμες τόσων ανθρώπων και τόσων πραγμάτων και τόσων εικόνων και τόσων λόγων που προορίζονται πια για τα συρτάρια του μυαλού, όμορφα και πονηρά ταξινομημένα που μόνο γλύκα να μείνει.

[...] Η ταινία για τον Μπάυρον απορρόφησε και απορροφά τώρα τις αλλεπάλληλες αστραπές του θυμού μου για όλα, σαν αλεξικέραυνο. Από τώρα κιόλας αδιαφορώ με υπεροψία για οποιαδήποτε γνώμη, κριτική, υπόδειξη κλπ. απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχεται. Η ταινία, το ξέρω τώρα πια, δεν είναι ούτε προϊόν ούτε έκθεμα ούτε αντικείμενο για ανάλυση, για κριτική, για επαίνους, για έγκριση ή για απόρριψη. Αν δεν είχε το πανάκριβο περίβλημά της θα την έβαζα σ’ ένα συρτάρι, για τη χαρά τη δικιά μου και των φίλων μου. Σαν το VORTEX.




«Πάει κι αυτό, λοιπόν» 
Κυριακή 17 [Νοέμβρη]

Σήμερα πήγαμε από τις εφτά το πρωί στο κάστρο, στήσαμε τα σύνεργά μας,ντύσαμε τους 
κομπάρσους και ξαπλώσαμε στο χορτάρι περιμένοντας μάταια να βγει κανένα σύννεφο. Είχε έναν ήλιο κρητικό, ζεστό και λαμπερό, καλοκαιριάτικο. Οι Ρώσοι κομπάρσοι ήτανε ζωηροί και ευχάριστοι, στήσανε ομάδες με κιθάρες και τραγουδούσανε. Φάγαμε στο γρασίδι, τεντωθήκαμε πάνω στις τεράστιες τέντες του φροντιστηρίου και η Κυριακή έγινε αληθινή Κυριακή. 

Τετάρτη, 20 Νοέμβρη 1991

Είναι Τετάρτη, τρεις το πρωί, κάθομαι στο μικρό τραπέζι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με τις τρεις τσάντες μου έτοιμες για ταξίδι. Σήμερα τελειώσαμε και με το κάστρο του Σουντάκ. Η ταινία τέλειωσε εδώ, το τελευταίο γύρισμα το ξεπετάξαμε βιαστικά γιατί μας έφευγε ο ήλιος.

Σε λίγες ώρες αποχαιρετάμε και τούτο το μέρος, το κάστρο, το ντεκόρ, τους ανθρώπους που προφτάσαμε και γνωρίσαμε. Χαιρετήσαμε τους Ρώσους που φεύγουν πρωί πρωί πριν από μας. Τους ηλεκτρολόγους, τους τεχνίτες των σκηνικών, τον Σάσα, τον Βολούτια, τον Βλάντ, τον Αλεξάντερ, τον άλλο Σάσα, τις δίδυμες, την Έλλη και τη Λουντμίλα, τη Ραΐσα, τους σωφέρ των φορτηγών, τον χοντρό της γεννήτριας με το γατάκι. Όλους. Ήτανε σα να χαιρετούσαμε την Ουκρανία, τη Ρωσία, σα να τέλειωσαν όλα σήμερα, εδώ. 

Ο Μπάυρον έκλαιγε, η Μάσα του τον κοίταγε με απελπισμένη τρυφερότητα, ο Αλεξάντερ έβαλε όσο μπαρούτι του απόμεινε μέσα σ’ ένα κανόνι και του ’βαλε φωτιά και χάλασε ο κόσμος από τη βροντή κι αντιλάλησε όλο το κάστρο κι όλοι χειροκροτούσαν και φωνάζανε, μπας και φύγει η στενοχώρια που μάς είχε μαγκώσει την ψυχή. Πάει κι αυτό, λοιπόν. 

Νίκος Κούνδουρος, Γράμματα από την Κριμαία, 1991, εκδόσεις Άγρα





ΠΗΓΕΣ

  • Νίκος Κούνδουρος, Γράμματα από την Κριμαία 1991, εκδόσεις Άγρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου