Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2019

«Θα προτιμούσα όχι», Herman Melville, Μπάρτλμπυ, ο γραφέας



Herman Melville, Bartelby the scrivener ( Illustration by Javier Zabala)
___________


«..χλομή ευπρέπεια, σπαρακτική αξιοπρέπεια, αθεράπευτη μοναξιά»

Ο πιο μελαγχολικός και αινιγματικός χαρακτήρας της παγκόσμιας λογοτεχνίας: ο Μπάρτλμπυ ο γραφέας.

Λ
ίγα λόγια απαιτούνται για να περιγράψει κανείς τον Μπάρτλμπυ. Αλλωστε και ο ίδιος ελάχιστες μόνο λέξεις ξεστομίζει σ' αυτό το διήγημα που φέρει το όνομά του. Οι περισσότερες είναι η δουλική επανάληψη μιας απάνθρωπα μοναχικής επωδού: «I'd rather not - Θα προτιμούσα όχι», που αντηχεί στον νου όπως η κορακολαλιά του Πόε: «Nevermore - Ποτέ πια».

Την ιστορία του αινιγματικού γραφέα αφηγείται ένας συνετός και μεθοδικός δικηγόρος – κατεξοχήν αξιόπιστο και αφιλόδοξο πρόσωπο – που ανήκει «στη χορεία των δικηγόρων εκείνων, οι οποίοι ουδέποτε αγορεύουν ενώπιον δικαστηρίου, ούτε αποσπούν το χειροκρότημα του κοινού, αλλά στη δροσιά και στην ηρεμία της βολικής γωνίτσας τους βγάζουν πέρα τη βολική δουλίτσα τους».

Ο Μπάρτλμπυ δεν μιλά σε κανέναν, ούτε στον αφηγητή που τον προσέλαβε ούτε στους δύο συναδέλφους του και αντιγράφει σιωπηλός τα έγγραφα που του εμπιστεύονται.



«Στην αγγελία μου ανταποκρίθηκε ένας νεαρός, ο οποίος στάθηκε ένα πρωί ασάλευτος στην είσοδο του γραφείου μου - η πόρτα ήταν ανοιχτή, καθότι καλοκαίρι. Είναι σαν να τον έχω μπροστά μου - χλομή ευπρέπεια, σπαρακτική αξιοπρέπεια, αθεράπευτη μοναξιά ! Ήταν ο Μπάρτλμπυ.

«Στην αρχή ο Μπάρτλμπυ έφερνε σε πέρας ασύλληπτο όγκο γραφικής εργασίας. Ωσάν η ανάγκη του να αντιγράφει να είχε αγγίξει τα όρια της λιμοκτονίας, άρχισε να καταβροχθίζει τα έγγραφά μου. Ανάπαυλα προς πέψιν δεν υπήρχε. Η γραμμή παραγωγής δούλευε μέρα-νύχτα, η αντιγραφή των εγγράφων γινόταν με το φως του ήλιου και με το φως των κεριών. Κανονικά θα έπρεπε να είμαι ενθουσιασμένος με την προσήλωσή του, αρκεί να συνδύαζε την εργατικότητα με λίγο κέφι γι αυτό που έκανε. Όμως εκείνος έγραφε σιωπηλά, άχρωμα, μηχανικά.»




Η πρώτη έκπληξη ή μάλλον σύγχιση έρχεται, όταν, την τρίτη μέρα στη δουλειά, ο δικηγόρος θα ζητήσει από τον Μπάρτλμπυ να βοηθήσει στην αντιπαραβολή ενός εγγράφου, μια υπόθεση ανιαρή, κουραστική, ληθαργική.

...χωρίς να σαλέψει από το άσυλό του, ο Μπάρτλμπυ μου απάντησε σε τόνο εξαιρετικά ήπιο και σταθερό: «Θα προτιμούσα όχι».

Προς στιγμήν βουβάθηκα, προσπαθώντας να ξεπεράσω τον αιφνιδιασμό μου. Αυτομάτως μου πέρασε από το μυαλό ότι με είχαν προδώσει τα αυτιά μου ή ότι ίσως ο Μπάρτλμπυ είχε παρανοήσει εντελώς.

[....] Τον κοίταξα καλά καλά. Το ισχνό πρόσωπο ήταν ατάραχο· τα γκρίζα μάτια θολά και γαλήνια. Ουδεμία σύσπαση που να μαρτυρεί αναστάτωση. Αν υπήρχε η παραμικρή αμηχανία, θυμός, αδημονία ή αυθάδεια στη στάση του· εν ολίγοις, αν υπήρχε κάτι συνηθισμένο και ανθρώπινο πάνω του, αναμφίβολα θα τον είχα διώξει κακήν κακώς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πάντως θα ήταν σαν να έδειχνα την έξοδο στη χλομή γύψινη προτομή του Κικέρωνα που είχα στο γραφείο μου. 


Ο Μπάρτλμπυ συνεχίζει και τις επόμενες μέρες να αντιγράφει, χωρίς να ξεμυτίζει από το γραφείο, «μόνιμος φρουρός της γωνίας δίπλα στην πόρτα, πίσω από το ψηλό, πράσινο, πτυσσόμενο παραβάν» και να επαναλαμβάνει μηχανικά, σε κάθε λογική παράκληση του δικηγόρου, την αφοπλιστική επωδό:«Θα προτιμούσα όχι».

Herman Melville, Bartelby the scrivener ( Illustration by Javier Zabala)
___________

«..δεν έπασχε το σώμα· η ψυχή του ήταν εκείνη που υπέφερε...»

Μια Κυριακή πρωί κι ενώ ο αφηγητής έχει αρχίσει να συμφιλιώνεται με τη στάση του Μπάρτλμπυ, αναγνωρίζοντας την σταθερότητα, την αυτοτέλειά του από κάθε περισπασμό και την αδιαμφισβήτητη εντιμότητά του, θα διαπιστώσει εμβρόντητος ότι ο γραφέας του έχει εγκατασταθεί κι έχει στήσει το εργένικο νοικοκυριό του στο γραφείο.

….τo φάσμα του Μπάρτλμπυ φανερώθηκε μπροστά μου, τo λιγνό πρόσωπο χωμένο στο διάκενο της μισάνοιχτης πόρτας· φορούσε μόνον πουκάμισο και μια ιδιαιτέρως ταλαιπωρημένη ρόμπα· με φωνή σιγανή μου ζήτησε συγγνώμη διότι εκείνη τη στιγμή ήταν πολύ απασχολημένος και - θα προτιμούσε να μη με δεχτεί. Πρόσθεσε δε, χωρίς πολλά λόγια, ότι το καλύτερο θα ήταν να κάνω δυο-τρεις γύρους στο τετράγωνο και ότι στο μεσοδιάστημα μάλλον θα προλάβαινε να ολοκληρώσει αυτό που έκανε.

Ε, λοιπόν, αυτή η εντελώς απρόβλεπτη εμφάνιση του Μπάρτλμπυ εγκατεστημένου στο γραφείο μου Κυριακή πρωί, με εκείνη την αριστοκρατική νωχέλεια που μύριζε πτωμαΐνη, πάντοτε ακλόνητου και ψύχραιμου, είχε τέτοια περίεργη επίδραση πάνω μου, ώστε χωρίς κουβέντα πήρα δρόμο από την ίδια μου την πόρτα και συμμορφώθηκα με την επιθυμία του. Όχι, βέβαια, χωρίς τους ποικίλους νυγμούς μιας ανίσχυρης αντίδρασης ενάντια στην ήπια προπέτεια αυτού του ακατανόητου γραφέα. 

Μα την πίστη μου, αυτή ακριβώς η καταπληκτική ηπιότητά του όχι απλώς με αφόπλιζε αλλά, τρόπος του λέγειν, με ευνούχιζε. Διότι πιστεύω ότι, εν προκειμένω, ένα είδος ευνουχισμού είναι και το να επιτρέπεις στωικά στον έμμισθο γραφέα σου να σου υπαγορεύει τι να κάνεις και να σε διατάζει να φύγεις από το γραφείο σου.

[.....] Μάλιστα, σκέφτηκα, είναι φως φανάρι ότι ο Μπάρτλμπυ εγκαταστάθηκε εδώ και έστησε το εργένικο νοικοκυριό του. Και αμέσως με κατέκλυσε μια σκέψη: τι φοβερή εγκατάλειψη, τι μοναχικότητα έρχονται ξαφνικά στο φως ! Η φτώχεια του ήταν μεγάλη· η ερημιά του, όμως, φρικτή! 

Για σκεφτείτε το. Τις Κυριακές η Ουώλλ Στρητ είναι έρημη σαν την Πέτρα· αλλά και το κάθε βράδυ της κάθε ημέρας η ίδια ερημιά. Ως και αυτό το κτίριο, που τις εργάσιμες ημέρες αντιβουίζει εργατικότητα και ζωή, το βράδυ αντιλαλεί το απόλυτο κενό, και ολόκληρη την Κυριακή είναι εγκαταλελειμμένο. 

Και ο Μπάρτλμπυ έρχεται και στήνει το σπιτικό του εδώ· μοναδικός θεατής μιας ερημιάς που την έχει δει πολυάνθρωπη - ένα είδος αθώου και μεταμορφωμένου Μάριου βυθισμένου σε μελαγχολικές σκέψεις μπροστά στα ερείπια της Καρχηδόνας!

Τα
 όσα είδα εκείνο το πρωινό με έπεισαν ότι ο γραφέας ήταν θύμα εγγενούς και αθεράπευτης διαταραχής. Θα μπορούσα να ελεήσω το σώμα του· αλλά δεν έπασχε το σώμα του· η ψυχή του ήταν εκείνη που υπέφερε, και την ψυχή του δεν μπορούσα να την προσεγγίσω.



H. Melville, "Bartleby the Scrivener" (The narrator), 2012. 
©Marco Lorenzetti.
____________


«Την εγκατέλειψα πια την αντιγραφή» 

Την επόμενη μέρα και παρά την αναντίρρητα καλή μεταχείριση και επιείκια που εισπράττει από τον δικηγόρο, ο Μπάρτλμπυ «προτιμά να μην απαντήσει σε καμιά ερώτηση για τον εαυτό του», κρατώντας «το βλέμμα του καρφωμένο στην προτομή του Κικέρωνα». Εξίσου μειλίχια αντιμετωπίζει τις εκκλήσεις του εργοδότη του να συμμορφωθεί και «προτιμά να μην φερθεί προς το παρόν κάπως λογικά».


Είναι η έβδομη φορά που ο Μπάρτλμπυ διατυπώνει είτε αυτολεξεί είτε με παραλλαγές τη φράση «Θα προτιμούσα όχι» και ο δικηγόρος συνειδητοποιεί τον μολυσματικό της χαρακτήρα. Οι ασυνήθιστες λέξεις παρεισφρέουν στη γλώσσα του ίδιου και των υπαλλήλων: 


Δεν ξέρω πώς, αλλά τώρα τελευταία είχα αποκτήσει τη συνήθεια να χρησιμοποιώ άθελά μου τη λέξη «προτιμώ» σε κάθε είδους — όχι ακριβώς πάντα στην κατάλληλη — περίσταση. Έτρεμα μάλιστα στη σκέψη ότι η επαφή μου με τον γραφέα με είχε ήδη επηρεάσει σοβαρά σε πνευματικό επίπεδο.

Μέχρι που η ασυνήθιστη διατύπωση επιδρά και στον ίδιο τον Μπάρτλμπυ· δεν μπορεί πια να αντιγράψει, απλά, γιατί  έχει ξεπεράσει αυτό το στάδιο. Όταν το αντιλαμβάνεται είναι σαν να πρόκειται για κάτι το προφανές:


«Δεν τον βλέπετε και μόνος σας τον λόγο;», απαντά αδιάφορα στην ερώτηση του δικηγόρου και συνεχίζει να στέκεται όρθιος στο παράθυρό του ρεμβάζοντας κατά τον τυφλό τοίχο. Ο λόγος βεβαίως δεν είναι κάποιο παροδικό πρόβλημα στην όραση του, όπως συγκινημένος, σπεύδει να υποθέσει ο δικηγόρος, γιατί λίγες μέρες μετά ο Μπάρτλμπυ, αντιδρώντας στις παροτρύνσεις του,τού ανακοινώνει ότι είχε οριστικά εγκαταλείψει την αντιγραφή:


«Την εγκατέλειψα πια την αντιγραφή» απάντησε και γλίστρησε στη γωνιά του.


Herman Melville, Bartelby the scrivener ( Illustration by Stéphane Poulin)
______________


«...σαν τη στερνή κολόνα ενός κατερειπωμένου ναού»

Η πεισματική άρνηση του Μπάρτλμπυ να ανταποκριθεί στην ανθρώπινη επαφή και να συμμετάσχει στο γραφείο υποχρεώνει τον αφηγητή να τον απολύσει.

Τι να έκανα; Δεν ήθελε να συμμετάσχει σε τίποτα στο γραφείο· γιατί, λοιπόν, να μένει εκεί; Για να το πούμε καθαρά, μου είχε πια γίνει βάρος, όχι απλώς άχρηστος όσο ένα κολλιέ αλλά και θλιβερός ως παρουσία. Από την άλλη, τον λυπόμουνα. Είναι η μισή αλήθεια αν πω ότι ανησυχούσα γι’ αυτόν. Αν μου έδινε τουλάχιστον ένα όνομα κάποιου συγγενή ή φίλου του, θα έσπευδα να τους γράψω και θα τους παρότρυνα να τον πάρουν τον κακομοίρη από εδώ και να τον πάνε κάπου ήσυχα. Όμως μου έδινε την εντύπωση ότι ήταν μόνος, κατάμονος μέσα στο σύμπαν. Ένα ναυάγιο στη μέση του Ατλαντικού.

Η προθεσμία των έξι ημερών για να αποχωρήσει ο Μπάρτλμπυ από το γραφείο εκπνέει, αλλά εκείνος παραμένει στη θέση του πίσω από το παραβάν. Ο δικηγόρος του αφήνει χρήματα, οδηγίες και τον αποχαιρετά με την υπόσχεση να τον βοηθήσει σε ό,τι χρειαστεί στην καινούργια του διαμονή.

Εκείνος όμως δεν είπε λέξη· σαν τη στερνή κολόνα ενός κατερειπωμένου ναού απόμεινε όρθιος, βουβός και μοναχικός στη μέση του κατά τα άλλα έρημου χώρου.


"Bartleby the Scrivener" (2012) by Bill Bragg.
____________

Μπορεί βέβαια, ο δικηγόρος να θεώρησε δεδομένη την αποχώρηση του Μπάρτλμπυ, αλλά «το μείζον ζήτημα ήταν εάν εκείνος θα προτιμούσε να αποχωρήσει. Ο Μπάρτλμπυ ήταν άνθρωπος των προτιμήσεων, όχι των δεδομένων.»

Την επόμενη μέρα ο Μπάρτλμπυ, όχι μόνο ήταν ακόμα στο γραφείο, αλλά «θα προτιμούσε να μη φύγει από εκεί», χωρίς βέβαια να κάνει το παραμικρό που να δικαιώνει την άρνησή του να αποχωρήσει.


Κι ενώ ο αφηγητής συμβιβάζεται με την ιδέα ότι ο ακίνδυνος και αθόρυβος γραφέας είναι σταλμένος στη ζωή του από την πάνσοφη Θεία Πρόνοια για κάποιο μυστηριώδη λόγο, τα ανοικτίρμονα αλλά δικαιολογημένα σχόλια συναδέλφων για το «στοιχειό του γραφείου», τον ωθούν να «απαλλαγεί μια κι έξω απ’ αυτόν τον αφόρητο βραχνά.»


Η συνείδησή του δεν του επιτρέπει ωστόσο να πετάξει έξω με τις κλοτσιές ένα απροστάτευτο πλάσμα - «τον κακομοίρη, τον κιτρινιάρη, τον κακόθυμο τον άνθρωπο», ούτε «να βάλει κανέναν αστυφύλακα να τον μαγκώσει και να στείλει φυλακή αυτή την αθώα, χλομή ύπαρξη», σαν να ήταν κανένας αλήτης ή επαίτης.


Τέρμα λοιπόν. Αφού δεν φεύγει εκείνος, πρέπει να φύγω εγώ. Θα αλλάξω γραφείο· θα μετακομίσω και θα τον ειδοποιήσω εγκαίρως ότι αν τον βρω στο καινούργιο γραφείο μου, θα τον μηνύσω για παραβίαση ξένης ιδιοκτησίας.

Όπερ και εγένετο. Όταν και το παραβάν απομακρύνθηκε, τελευταίο από το χώρο, ο Μπάρτλμπυ «απόμεινε ασάλευτος και μόνος στο γυμνό δωμάτιο» κι ο δικηγόρος – «περίεργο πράγμα – με πολύ κόπο αποχωρίστηκε τον άνθρωπο από τον οποίο τόσο πολύ λαχταρούσε να απαλλαγεί.»



Herman Melville, Bartelby the scrivener ( Illustration by Stéphane Poulin)
_____________


 «Εμένα μου αρέσει η στασιμότητα. Αν και δεν είμαι απαιτητικός».


Οι καινούργιοι ένοικοι θα αναγκαστούν να διώξουν τον Μπάρτλμπυ από το γραφείο, όχι όμως και από το κτίριο. «Την ημέρα τη βγάζει καθισμένος στην κουπαστή της σκάλας και τη νύχτα κοιμάται στην είσοδο.» Έξαλλοι ζητούν από τον δικηγόρο, θεωρώντας τον υπεύθυνο, να τους απαλλάξει από το αλλόκοτο αυτό πλάσμα. Ο δικηγόρος, ανίκανος να απαλλαγεί από τη σαγήνη του σιωπηλού γραφέα, θα κάνει άλλη μια προσπάθεια:

«Μπάρτλμπυ», άρχισα, «έχεις αντιληφθεί ότι με υποβάλλεις σε πολύ μεγάλη δοκιμασία με την επιμονή σου να κάνεις κατάληψη της εισόδου, από τη στιγμή που σε έδιωξαν από το γραφείο; »

Καμιά απάντηση.

«Λοιπόν, ένα από τα δύο θα γίνει. Ή θα πάρεις μόνος σου μια απόφαση ή θα πρέπει να ληφθεί μια απόφαση από εμάς για σένα. Λοιπόν, με τι είδους δουλειά θα ήθελες να ασχοληθείς; Θέλεις να προσληφθείς και πάλι ως γραφέας δικηγόρου;»

«Όχι· θα προτιμούσα να μην αλλάξει τίποτα».

«Θέλεις να προσληφθείς ως υπάλληλος σε κατάστημα λευκών ειδών;»

«Έχει πολλή κλεισούρα αυτή η δουλειά. Όχι, δέν θέλω να πάω υπάλληλος· πάντως δεν είμαι απαιτητικός».


«Πολλή κλεισούρα!» αναφώνησα. «Το λες εσύ που μένεις διαρκώς κλεισμένος μέσα!»

«Θα προτιμούσα να μην πάω για υπάλληλος» αποκρίθηκε ξερά, σαν να ήθελε να τελειώνει μια κι έξω με αυτό το επουσιώδες θέμα.

«Θα σου άρεσε να δουλέψεις σε μπαρ; Είναι δουλειά που δεν θα σου κουράζει και τα μάτια».

«Δεν θα μου άρεσε καθόλου· αν και, όπως είπα πρωτύτερα, δεν είμαι απαιτητικός».

Η ασυνήθιστη πολυλογία του με ενθάρρυνε να συνεχίσω την έφοδο.

«Καλά, μήπως τότε θα ήθελες να ταξιδεύεις ανά τη χώρα και να εισπράττεις γραμμάτια για λογαριασμό εμπόρων; Αυτό θα ήταν καλό και για την υγεία σου».

«Όχι, θα προτιμούσα να κάνω κάτι άλλο».


«Τότε πώς σου φαίνεται η ιδέα να ταξιδέψεις στην Ευρώπη ως συνοδός, για να ψυχαγωγείς με την κουβέντα σου κάποιο νεαρό κύριο - γι’ αυτό τι λες;»

«Ούτε κατά διάνοια. Δεν μου ακούγεται και πολύ σίγουρη αυτή η δουλειά. Εμένα μου αρέσει η στασιμότητα. Αν και δεν είμαι απαιτητικός».


«Και στάσιμος θα μείνεις» φώναξα χάνοντας την υπομονή μου, και - για πρώτη φορά στις εκνευριστικές επαφές μου μαζί του - ξεσπώντας με όλο μου το δίκιο. « Εάν δεν φύγεις απ’ αυτό το γραφείο προτού νυχτώσει, θα είμαι υποχρεωμένος - ή μάλλον, είμαι υποχρεωμένος - να - να φύγω εγώ!» κατέληξα, ελαφρώς παράλογα, είναι η αλήθεια, μη ξέροντας με τι απειλή να τον φοβερίσω για να αφήσει κατά μέρος τη στασιμότητα και να συμμορφωθεί.

Κρίνοντας ότι η οποιαδήποτε περαιτέρω προσπάθεια θα ήταν μάταιη, ήμουν έτοιμος να πάρω δρόμο, όταν μου ήρθε μια τελευταία ιδέα - μια ιδέα με την οποία είχα φλερτάρει και στο παρελθόν.

«Μπάρτλμπυ», είπα όσο πιο φιλικά μου επέτρεπε η ένταση της στιγμής, «θα ήθελες να έρθεις τώρα μαζί μου - όχι στο γραφείο μου, αλλά στο σπίτι μου - και να μείνεις εκεί ώσπου να μπορέσουμε να καταλήξουμε με την ησυχία μας σε μια διευθέτηση που να σε εξυπηρετεί; Έλα, ας πηγαίνουμε, τώρα αμέσως».


«Όχι: προς το παρόν θα προτιμούσα να μην κάνω απολύτως καμία αλλαγή».




Herman Melville, Bartelby the scrivener ( Illustration by Javier Zabala)
_________________

«Μετά βασιλέων βουλευτών γης....»


Η αστυνομία θα στείλει τον Μπάρτλμπυ στους Τάφους ή, επί το ορθότερον, στις Δημόσιες Φυλακές με το αιτιολογικό της επαιτείας. Εκεί θα τον εντοπίσει ο πρώην εργοδότης του στην πιο ήσυχη από τις περίκλειστες, στρωμένες με γρασίδι αυλές της, να στέκεται ολομόναχος με το πρόσωπό του στραμμένο προς έναν πανήψηλο τοίχο.

«Μπάρτλμπυ!»

«Σας γνωρίζω», είπε χωρίς να στραφεί - «και δεν επιθυμώ να έχω καμία κουβέντα μαζί σας».

«Μα δεν σε έφερα εγώ εδώ μέσα, Μπάρτλμπυ», είπα, σφοδρά θορυβημένος από το υπονοούμενο.«Άλλωστε, το μέρος αυτό εσένα ως άτομο δεν σε στιγματίζει. Κανείς δεν μπορεί να σου προσάψει τίποτα επειδή βρίσκεσαι εδώ. Στο κάτω κάτω ο χώρος δεν είναι και τόσο θλιβερός όσο θα περίμενε κανείς. Για κοίταξε, βλέπεις τον ουρανό, έχεις και γρασίδι».

«Γνωρίζω πού βρίσκομαι» απάντησε αλλά δεν θέλησε να πει τίποτε περισσότερο και έτσι τον άφησα.


Η τελευταία προσπάθεια του δικηγόρου είναι να εξασφαλίζει για το γεύμα του φίλου του ό,τι καλύτερο και εκλεκτότερο μπορεί να του προμηθεύσει ο «μασαδόρος», κάτι που ο γραφέας - 
επίμονα αδιάφορος για τις γαστρονομικές απολαύσεις - αρνείται με την γνωστή επωδό: 

«Προτιμώ να μη δειπνήσω σήμερα. Θα με πειράξει στο στομάχι· δεν είμαι συνηθισμένος να τρώω το βράδυ».


Όταν σε λίγες μέρες ο δικηγόρος θα πάρει πάλι άδεια εισόδου στους Τάφους, αναζητώντας τον αμίλητο γραφέα, θα τον βρει αλλόκοτα κουλουριασμένο στην αυλή: 

Στην αυλή επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Τούτη η αυλή δεν ήταν προσιτή στους κοινούς κατάδικους. Οι τοίχοι που την περιέβαλλαν, εκπληκτικού πάχους, απομόνωναν τον κάθε ήχο. Η αιγυπτιακού τύπου τοιχοποιΐα μου προκαλούσε κατάθλιψη. Όμως κάτω από τα πόδια μου ψήλωνε απαλό το φυλακισμένο γρασίδι. Η καρδιά των αιώνιων πυραμίδων, φαίνεται, όπου, μ’ έναν τρόπο άλλόκοτο, μαγικό, ανάμεσα στις ρωγμές, ο σπόρος που έπεσε από τα πουλιά, φύτρωσε.

Αλλόκοτα κουλουριασμένο στη βάση του τοίχου, με τα γόνατα μαζεμένα στο στήθος, γυρισμένο στο πλάι, με το κεφάλι ν’ ακουμπάει στην κρύα πέτρα, αντίκρισα τον σκελετωμένο Μπάρτλμπυ. Αλλά δεν σάλευε τίποτα. Κοντοστάθηκα· μετά πλησίασα· έσκυψα από πάνω του και είδα πως τα θολά μάτια ήταν ανοιχτά· κατά τα άλλα φαινόταν να κοιμάται βαθιά. Κάτι με έσπρωξε να τον αγγίξω. Ψηλάφισα το χέρι του και ένα ρίγος, σαν μυρμήγκιασμα, χύθηκε στο μπράτσο μου κι από εκεί στη ραχοκοκαλιά ίσαμε τα πόδια μου.

Το ολοστρόγγυλο μούτρο του μασαδόρου έσκυβε από πάνω μου. 

«Το φαγητό του είναι έτοιμο. Ούτε σήμερα έχει σκοπό να φάει; Μπας και ζει με αέρα;» 

«Ζει με τον αέρα» είπα και του έκλεισα τα μάτια.

«Έ; Κοιμάται, έτσι;»

«Μ
ετά βασιλέων βουλευτών γης» ψιθύρισα.


Herman Melville, Bartelby the scrivener ( Illustration by Stéphane Poulin)
__________________

«Ανεπίδοτη επιστολή! Σαν να λέμε, νεκρό γράμμα»

Όπως σιωπηλά έζησε, έτσι σιωπηλά και πέθανε ο Μπάρτλμπυ, παραμένοντας άγνωστος για όλους και για εμάς που διαβάζουμε την ιστορία του. Μόνο στο τέλος θα αξιωθούμε να μάθουμε μια μικρή λεπτομέρεια - φήμη για την ύπαρξή του.

Η φήμη λοιπόν έλεγε τα εξής: ότι ο Μπάρτλμπυ ήταν κατώτερος υπάλληλος στην Υπηρεσία Ανεπίδοτων Επιστολών στην Ουώσινγκτον, από όπου αιφνιδίως απολύθηκε λόγω αλλαγής της διεύθυνσης.

Οσάκις τη σκέφτομαι αυτή την κουβέντα, μου είναι αδύνατον να εκφράσω τα συναισθήματα που με κατακλύζουν. Ανεπίδοτη επιστολή! Σαν να λέμε, νεκρό γράμμα. Δεν θυμίζει νεκρό άνθρωπο; Φανταστείτε έναν άνθρωπο χλομό, επιρρεπή από τη φύση του και τη μοίρα του στην απόγνωση, ποια άλλη δουλειά είναι πιο κατάλληλη για να του επιτείνει την άπόγνωση από τη συνεχή διαλογή αυτών των ανεπίδοτων επιστολών και την ταξινόμησή τους προτού καταλήξουν στις φλόγες;

Διότι κάθε χρόνο τις καίνε, κάρα ολόκληρα από αυτές. Καμιά φορά ο χλομός υπάλληλος ξετρυπώνει μέσα από το διπλωμένο χαρτί ένα δαχτυλίδι - το δάχτυλο για το οποίο προοριζόταν μπορεί να λιώνει στον τάφο· ένα χαρτονόμισμα σταλμένο ως κίνηση άμεσης συμπόνιας - αυτός τον όποιο θα ανακούφιζε, ούτε τρώει ούτε πεινάει πια· τη συγγνώμη για εκείνους οι οποίοι πέθαναν συντετριμμένοι· την έλπίδα για εκείνους οι οποίοι πέθαναν απελπισμένοι· τα χαρμόσυνα νέα για εκείνους τους οποίους έπνιξαν οι αβάσταχτες συμφορές. Για τις εντολές της ζωής, τούτα τα γράμματα σπεύδουν στον θάνατο.

Ω, Μπάρτλμπυ! Ω, ανθρωπότης! -


Lower Broadway in New York City, 1859, with the spire of Trinity Church in the background, shows the tall office buildings referred to in Bartleby.
__________________


«Βιομηχανία Μπάρτλμπυ...»

Ο αριθμός τών προσεγγίσεων σχετικά με την προέλευση του Μπάρτλμπυ είναι τόσο μεγάλος ώστε ο Dan McCall να μιλάει για «βιομηχανία Μπάρτλμπυ», ο δέ ψυχαναλυτής Henry A. Murray να έχει αναφερθεί σε «σύμπλεγμα Μπάρτλμπυ».

Υπάρχει μια γραμμή που συνδέει τον Μπάρτλμπυ του Μέλβιλ με  τα κηρύγματα για «πολιτική ανυπακοή» του Henry David Thoreau, την παθητική αντίσταση του Μαχάτμα Γκάντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, την φασματική προσωπικότητά του Γιόζεφ Κ. στη Δίκη του Κάφκα και τους φευγάτους, μοναχικούς, αξιοπρεπείς, με τις εμμονές τους ήρωες του Μπέκετ.

Το «Δεν γεννήθηκα για να μου επιβάλλουν οι άλλοι τι να κάνω. Θα αναπνέω όπως μου αρέσει» του Θορώ, δεν αποκλείεται να είναι κάτι σαν προανάκρουσμα του «Θα προτιμούσα όχι» του Μπάρτλμπυ. Ο Μπάρτλμπυ, βέβαια, δεν εξηγεί ποτέ γιατί «θα προτιμούσε όχι», απλώς εμμένει στην άρνησή του, η οποία πάντως εκφράζει βούληση και προσωπική επιλογή.

Ο ίδιος ο Μέλβιλ, πάλι, το 1853, χρονιά που γράφει τον Μπάρτλμπυ, αντιμετωπίζει το ίδιο δίλημμα με τον ήρωά του: η λογοτεχνία του δεν πουλάει, αλλά ο συγγραφέας εμμένει πεισματικά σε κείμενα καταδικασμένα.

«Αυτά που λαχταρώ να γράψω, είναι όλα καταδικασμένα - δεν πουλάνε. Από την άλλη όμως, το να γράψω αλλιώς - δεν το μπορώ.»


Κι ίσως ο Μέλβιλ να μην ταυτίζεται μόνο με τον Μπάρτλμπυ, αλλά εν μέρει και με τον δικηγόρο.

Εκπρόσωπος της αμερικανικής αστικής τάξης ο δικηγόρος, μέτριας ευφυΐας άτομο, συνετός, μεθοδικός, καλοπροαίρετος, φιλελεύθερος μέχρις εκεί που τον παίρνει, επιτυχημένος και αξιοσέβαστος πολίτης, «προσηνής και μπλαζέ, διαβαίνει στη ζωή με παρωπίδες, ούτως ώστε τίποτα να μην του αποσπά την προσοχή ούτε να του διαταράσσει την ησυχία», όπως γράφει ο Andrew Delbanco. 

Όπως παρατηρεί ο Richard Chase, ο Μέλβιλ «ήταν ένας επιτυχημένος οικογενειάρχης και είχε εργαστεί επί εικοσαετία ως επιθεωρητής τελωνείου... άρα αναπόφευκτα ταυτιζόταν με τον Αμερικανό αστό, ο οποίος αντιμετώπιζε τον καλλιτέχνη σαν το αθώο πλάσμα που υποφέρει και απομονώνεται. 

Στο συμβολικό αυτό επίπεδο ο Μέλβιλ ήταν ταυτόχρονα ο δυναμικός και επιθετικός άνθρωπος, ο εκπρόσωπος της εξουσίας αλλά  και ο Μπάρτμπυ. Εν ολίγοις ήταν ο πατέρας και ο γιος, η σχέση των οποίων είναι κεντρικό θέμα στον Μέλβιλ. 

Ο γιος πεθαίνει χωρίς να έχει παράσχει τη φώτιση στον πατέρα, ο δε πατέρας συνεχίζει να ζει χωρίς να έχει λυτρωθεί, κάτοχος πάντοτε της ισχύος και της εξουσίας, τις οποίες δεν κατόρθωσε να κληροδοτήσει στον γιο».


Αθηνά Δημητριάδου (από το σημείωμα της μεταφράστριας)



«Ούτις εμοί γ’ όνομα»

Ο Μπάρτλμπυ δεν είναι μια μεταφορά για τον συγγραφέα ούτε το σύμβολο κάποιου. Είναι ένα βίαια κωμικό κείμενο, και το κωμικό είναι πάντοτε κυριολεκτικό. Δεν θέλει να πει παρά αυτό που κυριολεκτικά λέει. Το λέει και το ξαναλέει, ΘΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΣΑ ΝΑ ΜΗΝ, I would prefer not to. Αυτή είναι η συνταγή της δόξας του και κάθε ερωτευμένος αναγνώστης την επαναλαμβάνει με τη σειρά του. Ένας λιγνός χλομός άντρας είπε τη συνταγή για να τρελάνεις τους πάντες.

Ο Μπάρτλμπυ έχει κερδίσει το δικαίωμα να επιβιώνει, δηλαδή να στέκεται ακίνητος και όρθιος απέναντι σε έναν τυφλό τοίχο. Υπομένουσα καθαρή παθητικότητα, όπως θα έλεγε ο Blanchot. Είναι ως είναι και τίποτα παραπάνω. Τον πιέζουν να πει ναι ή όχι. Αλλά αν έλεγε όχι, αν έλεγε ναι, πολύ γρήγορα θα είχε νικηθεί, θα είχε κριθεί άχρηστος και δεν θα επιβίωνε. Δεν μπορεί να επιβιώσει παρά μόνον αν περιδινείται σε μια αιώρηση που κρατά όλο τον κόσμο σε απόσταση.


Ο Μπάρτλμπυ είναι ο Εργένης, αυτός για τον οποίο ο Κάφκα έλεγε: «έχει μόνο τόσο έδαφος όσο πατούν τα πόδια του, τόσο στήριγμα όσο καλύπτουν τα δυο του χέρια» - αυτός που κρυβόταν στο χειμωνιάτικο χιόνι για να πεθάνει απ’ το κρύο σαν να ήταν παιδί - αυτός που το μόνο που είχε να κάνει ήταν οι περίπατοί του, τους οποίους όμως μπορούσε να κάνει οπουδήποτε, χωρίς να κινείται.  

Ο Μπάρτλμπυ είναι ο άνθρωπος χωρίς αναφορές, χωρίς κτήσεις, χωρίς ιδιότητες, χωρίς ποιότητες, χωρίς ιδιαιτερότητες: είναι υπερβολικά λείος για να μπορεί κανείς να του αγκιστρώσει όποιαδήποτε ιδιαιτερότητα. Χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον, είναι στιγμιαίος. 

Το I PREFER NOT ΤΟ είναι η χημική ή αλχημική φόρμουλα του Μπάρτλμπυ, αλλά μπορεί κανείς να διαβάσει στην ανάστροφη όψη του, σαν ένα απαραίτητο συμπλήρωμα, το I AM NOT PARTICULAR, δεν είμαι κάτι το ιδιαίτερο.

Απ
’ άκρη σ’ άκρη του 19ου αιώνα υπάρχει αυτή η αναζήτηση του ανθρώπου χωρίς όνομα, βασιλοκτόνου και πατροκτόνου, του Οδυσσέα των μοντέρνων καιρών («Ούτις εμοί γ’ όνομα»): ο κονιορτοποιημένος και μηχανοποιημένος άνθρωπος των μεγάλων μητροπόλεων, απ’ τον οποίο όμως περιμένουν ίσως να βγει ο Άνθρωπος του μέλλοντος ή ενός νέου κόσμου. 
Gilles Deleuze, Μπάρτλμπυ, ή η φόρμουλα





Πηγή:  Herman Melville, Μπάρτλμπυ, Ο Γραφέας, Μια Ιστορία Της Ουώλλ Στρητ, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, Επίμετρο Gilles Deleuze, εκδόσεις ΑΓΡΑ

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

«Αν δεν υπήρχαν Τούρκοι δεν θα υπήρχα ούτε εγώ...», Βασίλης Ραφαηλίδης, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο


Ένας Έλληνας γεννιέται χάρη στους Τούρκους

Π
οτέ δεν κατάλαβα γιατί είναι τόσο σημαντικό να ’χεις γεννηθεί. Θα μπορούσες και να μην έχεις γεννηθεί, κι αυτό δεν θα άλλαζε τον «ρουν της ιστορίας». Όμως, άπαξ και γεννηθείς, θέλεις δε θέλεις θα ζήσεις μέχρι να πεθάνεις. Εκτός κι αν πεθάνεις γιατί το θέλεις, πράγμα όχι και τόσο συνηθισμένο.

Όταν ήμουν μικρός, η μάνα μου μου ’λεγε πως πρέπει να την ευγνωμονώ, που μου χάρισε τη ζωή. Μου το ’πε μια, μου το ’πε δυο μέχρι που άρχισα να καταλαβαίνω πως είναι πάρα πολύ ύποπτο να ’σαι τόσο γενναιόδωρος ώστε να χαρίζεις ζωή, χωρίς να πολυκαταλαβαίνεις πως μαζί με τη ζωή χαρίζεις και το θάνατο. Βέβαια, τότε δεν είχα ιδέα τι είναι η διαλεκτική, αλλά όταν το ’μαθα θύμωσα πολύ που και η μάνα μου δεν είχε ιδέα, αν και δασκάλα, αν και κομουνίστρια — κυρίως το δεύτερο. Θεωρούσα τον πατέρα μου πιο σοβαρό άνθρωπο, και τώρα που το σκέφτομαι αυτό δεν οφείλεται στο ότι ήταν και φιλόλογος, και κομουνιστής, και Κωνσταντινουπολίτης, και μεγαλοσχολίτης, αλλά στο απλό γεγονός πως αυτός ποτέ δεν ένοιωσε περήφανος γιατί έπαιξε το ρόλο του στο να δει το φως της ημέρας ο πρωτότοκος υιός του.

[.....] Που λέτε, κάτι ήξερε ο πατέρας μου που δεν αισθάνθηκε ποτέ υπερήφανος που έκανε τον κοινότατο άθλο να φέρει στον κόσμο διάδοχο, κληρονόμο του ονόματος του πατέρα του και παππού μου. Άλλωστε πώς θα τολμούσε ένας μυαλωμένος άνθρωπος να ζητάει ευγνωμοσύνη απ’ τα παιδιά του, που τα έφερε στον κόσμο χωρίς να του το ζητήσουν; Και σε ποια γωνιά του μεγάλου κόσμου; Στην Ελλάδα!

Το να γεννηθείς άνθρωπος είναι ήδη ένα πρόβλημα. Και το να γεννηθείς Έλληνας είναι ένα δεύτερο πρόβλημα. Αν μάλιστα είσαι άνθρωπος, Έλληνας και κομουνιστής μαζί, χέστα! Στο αρχικό υπαρξιακό σου πρόβλημα προσθέτεις ένα αιματολογικό, και στο αιματολογικό ένα ιδεολογικό, οπότε τα πράγματα μπερδεύουνται πολύ. Εδώ οι άλλοι δυσκολεύονται να τα καταφέρουν μόνο με την ιδιότητα του Έλληνα, και συ περιμένεις να τα καταφέρεις με την πρόσθετη ιδιότητα του ανθρώπου και την επιπρόσθετη του κομουνιστή; Για σοβαρέψου λιγάκι και γίνε μόνο Έλληνας για να νοιώθεις περήφανος δυο φορές το χρόνο, την 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου. Τις άλλες μέρες κοίτα τη δουλειά σου σαν καλός νοικοκύρης. Και αν σε καλέσει η πατρίδα, κλείσε το μαγαζί και δρόμο για το μέτωπο, με το μέτωπο ψηλά. Κι αν το κεφάλι σου συνεχίσει να βρίσκεται στη θέση του, όταν με τη βοήθεια του Θεού των Ελλήνων (προσοχή μην τον μπερδέψεις με το Θεό του εχθρού) σώσεις την πατρίδα, δηλαδή το μαγαζάκι σου και το οικοπεδάκι σου, κοίτα να πάρεις κανένα δάνειο και να το εξαγάγεις στην Ελβετία, για να μεγαλώσει η Ελλάδα.

Εγώ, λοιπόν, βρέθηκα σε τούτον τον κόσμο και ειδικότερα σε τούτον τον τόπο, που δεν τον διάλεξα όπως και πολλά άλλα, διότι ο πατέρας μου είχε την πολύ ελληνική ιδέα να λιποταχτήσει απ’ τον τουρκικό στρατό, όπου η πατρίδα (ποια πατρίδα;) τον είχε καλέσει για να κάνει τη θητεία του.

Τι του ήρθε να λιποταχτήσει; Λιποτάχτησαν οι άλλοι Έλληνες, υπήκοοι του τουρκικού κράτους, κύριε; Δηλαδή, θα σε πείραζε αν έκαμνες ωραία και καλά τη θητεία σου ως νομιμόφρων στο ντοβλέτι και να ’ρχόσουν στην Ελλάδα κατά το ’60, μαζί με τους άλλους συμπατριώτες σου, που κατάλαβαν πως κι αυτοί είναι γνήσιοι Έλληνες, μόλις οι Τούρκοι τους έβαλαν το μαχαίρι στο λαιμό;

Αν ερχόσουν το 1960, κύριε καθηγητά ελληνολάτρη και κομουνιστή (αν είναι δυνατόν!), ασφαλώς δεν θα μ’ έφερνες μαζί σου. Διότι, απλούστατα, δεν θα είχα γεννηθεί. Τουλάχιστον όχι ακριβώς τέτοιος που είμαι τώρα.

[....] Κοίτα να δεις πλάκα! Χρωστάω την ύπαρξή μου στο γεγονός πως ο πατέρας μου λιποτάχτησε απ’ τον τουρκικό στρατό! Δηλαδή, αν δεν υπήρχαν Τούρκοι δεν θα υπήρχα ούτε εγώ. Γι’ αυτό, λοιπόν, μισώ τους Τούρκους και για κανέναν άλλο λόγο. Ήταν η αφορμή να ’ρθω στον κόσμο, λιποταχτώντας από τα ερέβη της προγεννητικής ανυπαρξίας. Καταραμένοι Τούρκοι, θα σας πιω το αίμα! Είστε ο προαιώνιος εχθρός μου! Εμού προσωπικά. Διότι φροντίσατε πριν από μένα για μένα, σαν υπάλληλοι των καταστημάτων Αφοί Λαμπρόπουλοι.

Και για να το πω πιο απλά, αν δε γινόταν η επανάσταση του 1821, εγώ δεν θα γεννιόμουν. Διότι η Ελλάδα θα ήταν Τουρκία και ο πατέρας μου δεν θα είχε κανένα λόγο να λιποταχτήσει.

Και για να το πάω ακόμα πιο πίσω, αν δεν έπεφτε η Πόλη το 1453 εγώ δεν θα γεννιόμουν. Διότι αν δεν έπεφτε η Πόλη, ο παππούς μου δεν θα μπορούσε να μετακομίσει στην Κωνσταντινούπολη, απ’ την τουρκική και τότε Καισάρεια, όπου βρέθηκαν οι πρόγονοί του ίσως απ’ την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, και συνεπώς δεν θα γεννιόταν ο πατέρας μου, διότι ο παππούς μου δεν θα είχε παντρευτεί τη γιαγιά μου, αλλά πιθανώς μια συμπολίτισσά του απ’ την Καισάρεια.



Καρπός ενός διδασκαλικού έρωτα που κατέληξε σε γάμο...

[...] Εν πάση περιπτώσει, ο πατέρας μου δυστυχώς λιποτάχτησε απ’ τον τουρκικό στρατό, δείχνοντας από τότε την έμφυτη έλλειψη εθνικοφροσύνης. Διότι, αν από τότε είχε συνηθίσει να είναι νομοταγής πολίτης και να υπακούει στο Σύνταγμα (ποιο Σύνταγμα; δεν υπήρχε ακόμα) και κυρίως στους νόμους του τουρκικού κράτους, δεν θα τραβούσε όσα τράβηξε αργότερα. Ελλάδα μου ήθελες, κύριε; Καλά να πάθεις. Όμως, εγώ γιατί να πάθω; Έλα ντε. Προφανώς, άλλαι αι βουλαί του πατέρα μου και άλλαι των σπερματοζωαρίων του.

Κοιτάξτε να δείτε τώρα πώς δούλεψαν τα σπερματοζωάρια. Όταν ο λιποτάχτης ήρθε στην Ελλάδα, διορίστηκε αμέσως δάσκαλος σ’ ένα χωριό των Γρεβενών, διότι ήταν απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής, και σαν τέτοιος δούλευε ήδη δάσκαλος στην Πόλη πριν πάει φαντάρος και λιποταχτήσει, ο ανόητος.

Παράλληλα, γράφτηκε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και από δάσκαλος προήχθη σε καθηγητή φιλόλογο, όντας δάσκαλος στα φοιτητικά του χρόνια πράγμα που σημαίνει πως αυτοχρηματοδότησε τις σπουδές του. (Στη Μεγάλη του Γένους Σχολή ήταν υπότροφος της ελληνικής κοινότητας).

Όταν έγινε καθηγητής υπηρέτησε αρχικά στο Τσοτύλι, και στη συνέχεια στην Έδεσσα και το Κιλκίς. Απ’ το Κιλκίς, το 1932 τον μετέθεσαν στο ημιγυμνάσιο των Σερβίων Κοζάνης, διότι στο Γυμνάσιο του Κιλκίς είχε οργανώσει μαθητική βιβλιοθήκη, πράγμα που απαγορευόταν αυστηρά. Οι μαθητές δεν έπρεπε να μαθαίνουν κάτι περισσότερο απ’ αυτά που επέβαλλε το ωρολόγιον πρόγραμμα, προκειμένου να πηγαίνουν όλα ρολόι σ’ έναν κόσμο αγράμματων.

Στα Σέρβια είχε μαθητή τον αδερφό της μετ’ ολίγον συζύγου του και μητρός μου, που ήταν δασκάλα σ’ ένα χωριό εκεί δίπλα, το Πολύρραχο. Πηγαίνοντας στο χωριό της, το Βελβεντό της Κοζάνης, σταματούσε στα Σέρβια για να ρωτήσει τον κύριο καθηγητή για τις προόδους του φιλομαθούς αδερφού της. Ρώτα μια, ρώτα δυο, τελικά ανεπτύχθη διδασκαλικός έρωτας που κατέληξε σε γάμο, για να μη λεν και οι μαθητές.

Θέλω να πω πως παρά την αναμφισβήτητη συμβολή των Τούρκων στη γέννησή μου, εγώ δεν θα είχα γεννηθεί αν ο θείος μου ο Γιώργος δεν ήταν φιλομαθής, και δεν επέμενε ντε και καλά να σπουδάσει, χωριάτης αυτός, όπως και η σπουδαγμένη χωριάτισσα μάνα μου.


Γάμος στο Βελβεντό Κοζάνης
_________


Οι συνέπειες της βάφτισης στο καζάνι που ζεματίζουν τα γουρούνια!

Εις ανάμνησιν της συμβολής του σ’ αυτόν τον γάμο και συνεπώς στη γέννησή μου, ο θείος Γιώργος έγινε νονός μου, έξι χρόνια μετά τη γέννησή μου. Μας βάφτισαν πολύ καθυστερημένα μαζί με τον αφερφό μου το Μανώλη, που είναι ένα χρόνο μικρότερος μου, διότι ο πατέρας μου ήθελε, λέει, να μας βαφτίσει στην Κωνσταντινούπολη, εν καιρώ. Κοίτα να δεις φίλε μου, μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ελληνολατρία!

Συνέπεια αυτής της βάφτισης όχι σε κολυμβήθρα, αλλά 
σ’ ένα χωριάτικο καζάνι στημένο στη μέση του δωματίου κι όχι στην εκκλησία όπου μας πέταξαν μαζί με τον αδερφό μου, ήταν να γίνω ένας φρικαλέος χριστιανός. Δεν μπορείς να βαφτίζεις, κύριε, εκεί που βράζεις το γουρούνι τα Χριστούγεννα. Αντί για χριστιανός θα σου προκύψει χοίρος.

Πάντως, το καλό σ’ αυτή την ιστορία είναι πως θυμάμαι, σαν να ’ταν χτες, τα βαφτίσια μου. Που, αντί να γίνουν στην Αγιά Σόφιά ή κάπου εκεί κοντά, έγιναν τελικά όπως-όπως σ’ ένα καζάνι, απ’ αυτά που οι χωριάτες ζεματίζουν τα γουρούνια τα Χριστούγεννα. Άντε, τώρα, να δεις προκοπή σαν χριστιανός.

Λοιπόν, από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα — σήκωσε το μπαστούνι σου να μη βραχεί η ομπρέλα. Πολλά μπαστούνια σηκώθηκαν έκτοτε και καμιά ομπρέλα δεν με προφύλαξε. Ο σουρεαλισμός μπλέχτηκε στα ποδάρια μου νηπιόθεν.

Κι όλα αυτά γιατί ο πατέρας μου λιποτάχτησε απ’ τον τουρκικό στρατό. Ε, γίνεσαι Τούρκος ή δε γίνεσαι μ’ αυτά και μ’ άλλα που θα ακολουθήσουν σ’ αυτό το χρονικό της δύσκολης ζωής μου. 


Ιερός Ναός Αγίας Κυριακής Σερβίων
_________


Ήρθα στον κόσμο σε κατάσταση παρανομίας!

Παρόλο που δε γεννήθηκα σε βαπόρι πλέον στα διεθνή ύδατα, εντούτοις δεν έχω ιδιαιτέρα πατρίδα. Βέβαια, κάπου έπρεπε να με αδειάσει η μάνα μου γιατί πολύ την είχα παιδέψει. Όμως, η δική μου φάτνη δεν ήταν επιλογή του Θεού αλλά του επιθεωρητού Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Κοζάνης. Που όπως όλοι οι βαθμούχοι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Θεού επί της γης, αν και κάτω από άλλες γεωιστορικές συνθήκες θα μπορούσε να είναι ένας Ηρώδης.

Ο κύριος επιθεωρητής, λοιπόν, είχε αποφανθεί πως ο καλύτερος τόπος για να γεννηθεί ο Αντίχριστος υιός δύο όχι και τόσο πειθαρχημένων δημοσίων υπαλλήλων ήταν το χωριό Πολύρραχο, όπου η μάνα μου δούλευε δασκάλα. Όμως, όταν ήρθε η ώρα να δω το ελληνικό φως και να θαμπωθώ από τότε, η μάνα μου εγκατέλειψε και το χωριό και το σχολείο της και κατέβηκε στην κωμόπολη Σέρβια, όπου υπηρετούσε καθηγητής στο εκεί ημιγυμνάσιο ο άντρας της και πατέρας μου, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται και οι δυο. Και δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω τον ισχυρισμό τους, δεδομένου ότι είμαι ακριβές αντίγραφο του πατέρα μου.

Πρόθεσή της ήταν να προωθηθεί λίγο παραπέρα, στη διπλανή κωμόπολη που λέγεται Βελβενδό, την ιδιαιτέρα πατρίδα της, για να ’χει τη μάνα της σ’ αυτή την κρίσιμη και για κείνην και για μένα ώρα. Όμως, δεν πρόλαβε. Αν και όπως έδειξαν τα πράγματα θα προλάβαινε να φτάσει μέχρι την Αθήνα καβάλλα σε γάιδαρο. Δυο εικοσιτετράωρα η μάνα μου προσπαθούσε φιλότιμα να με φέρει στον κόσμο, αλλά πού εγώ. Πεισματάρης από τότε, αρνιόμουν να αντικρίσω τον κύριο επιθεωρητή, που σίγουρα κάπου εκεί θα την είχε στημένη για να συλλάβει τη μάνα μου παρανομούσα γιατί δε με γέννησε μέσα στο σχολείο, που το εγκατέλειψε χωρίς άδεια.

Εντέλει, ήρθα στον κόσμο σε κατάσταση παρανομίας. Πράγμα που, εκτός από μια βαθύτατη αίσθηση της αξίας και της σημασίας της παρανομίας, μου χάρισε και ένα τρυφερό συναίσθημα για κείνη την ταλαίπωρη Παρθένο Μαρία, που αν ο επιθεωρητής της εποχής, ο Ηρώδης, δεν της δημιουργούσε πρόβλημα θα είχε γεννήσει το Χριστό σε κανένα μαιευτήριο των Ιεροσολύμων, οπότε αντίο φάτνη και κάλαντα και χριστόψωμα κι όλα τα σχετικά.

Ωστόσο, ένας Ηρώδης είναι πάντα χρήσιμος, σε μια διαλεκτική αντίληψη των πραγμάτων. Το ίδιο και ένας Ιούδας. Αλλά και ένας επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, άξεστος ως Έλλην.

Είχε μισό μέτρο χιόνι έξω εκείνο το βράδυ της 14ης Ιανουάριου 1934. Πού να βγεις με τέτοιον καιρό απ’ τη ζεστή κοιλιά της μάνας σου. Έτσι αποφάσισα, με μια υποδειγματικά εμβρυακή αφέλεια, να μείνω για πάντα εκεί μέσα.

Με τα πολλά, αψηφώντας το κρύο εκείνου του Γενάρη και ολόκληρου του βίου μου, παίρνω φόρα, πιάνω τη μύτη μου και, ω του θαύματος, όταν βούτηξα με το κεφάλι στη ζωή ο επιθεωρητής δεν ήταν εκεί για να τιμωρήσει τη μάνα μου που είχε παρανομήσει.


Αυτό που δημιουργούσε το πρόβλημα ήταν το κεφάλι μου!!!

[....] Κοιτάξτε τώρα τις συνέπειες που είχε η τοποθέτηση στην επιθεώρηση Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Κοζάνης εκείνου του καταραμένου επιθεωρητή που φρόντιζε για την εκπαιδευτική «γραμμή» στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Εκείνου του γραφειοκράτη που με υποχρέωσε να γεννηθώ στα Σέρβια Κοζάνης καί όχι στο Βελβενδό Κοζάνης, ή όπου αλλού εν πάση περιπτώσει.

Η πραχτική μαμή άργησε πάρα πολύ να ’ρθει. Αλλά κι όταν ήρθε, το μόνο που έκανε ήταν να διαπιστώσει πως χρειαζόταν οπωσδήποτε καισαρική τομή διότι υπήρχε πιθανότητα να αυτοκτονήσω πριν καν γεννηθώ. Η μαμή μπορούσε να ασκήσει με επάρκεια την αρχαία τέχνη της, αλλά καισαρική τομή μόνο με χασαπομάχαιρο θα ήταν δυνατό να κάνει σε εντελώς έσχατη ανάγκη.

Η μαμή εξήγησε στον πατέρα μου πως αυτό που δημιουργούσε το πρόβλημα ήταν το κεφάλι μου. Δε χωρούσε με τίποτα στο τούνελ που οδηγεί απ’ το σκότος στο φως. Ήταν τεράστιο, σωστή κολοκύθα. Για να καταλάβετε τι κεφάλας είμαι, σας λέω μόνο πως στην αγορά δεν υπάρχει καπέλο για μένα. Μου χρειάζεται οχτώ νούμερο και οι κατασκευαστές βγάζουν μέχρι έξι.

Λοιπόν, η μαμή πρότεινε να κάνει αυτή την καισαρική τομή με τον τρόπο της αν συμπληρώνονταν 48 ώρες από τότε που ξεκίνησα για έξω ευρισκόμενος πάντα μέσα. Όμως, πάνω στην εκπνοή της προθεσμίας, η φύση έλυσε τελικά το πρόβλημα που η ίδια δημιούργησε, κάνοντας ωστόσο μια ζημιά. Το κεφάλι πατήθηκε πολύ στα πλάγια έτσι που ζοριζόταν να σκάσει το φράγμα. Το παραπανίσιο πλάτος έγινε μήκος και το όλον απόχτησε ένα σχήμα ωοειδές. Αν υπήρχε μαιευτήρας θα έλυνε το πρόβλημα με την επαναστατική επέμβαση της καισαρικής τομής. Αφήνοντας όμως η μαμή τη φύση να επεμβεί επί της κεφαλής μου, τα πράγματα για μένα στράβωσαν στη γέννα. Κι άντε μετά να τα ξεστραβώσεις.

Από θεωρητικής απόψεως, τα παραπάνω σημαίνουν πως ενώ όλα έδειχναν πως θα γεννηθεί ένας επαναστάστης με τρόπο επαναστατικό, τελικά προέκυψε επαναστάτης με τρόπο σοσιαλδημοκρατικό, πράγμα που εξηγεί ίσως και την εναλλασσόμενη πολιτική συμπεριφορά μου, πάντα εντός των πλαισίων της ευρείας Αριστεράς.

Από πρακτικής απόψεως τώρα, τα παραπάνω σημαίνουν πως γεννήθηκα μ’ ένα κουσούρι, που προέκυψε ακριβώς τη στιγμή της γέννησής μου μ’ αυτόν τον ζορισμένο τρόπο. Έχω μια εντελώς παράξενη βαρυκοΐα, διαφορετικά κατανεμημένη στα δυο αυτιά. Όπως έδειξε το ακουόγραμμα, από το δεξιό αυτί λείπουν μέσες συχνότητες και από το αριστερό μπάσες. Αυτό σημαίνει πως έχω μια δυσκολία στο να ξεχωρίζω ηχητικά το δεξιό από το αριστερό, και γιαυτό ίσως εκλαμβάνω συχνά την Αριστερά ως Δεξιά και τανάπαλιν. Κι όλα αυτά εξαιτίας εκείνου του κέρατά του επιθεωρητή, που δεν έδωσε έγκαιρα άδεια στη μάνα μου να πάει να με γεννήσει στο χωριό της, το Βελβενδό, όπου εκτός από μαμή υπήρχε και μαιευτήρας, και οι πόνοι την έπιασαν καθ’ οδόν.



Γιατί δεν έχω ιδιαιτέρα πατρίδα...

Η τυχαία και περιπετειώδης γέννησή μου στα Σέρβια Κοζάνης είναι προφανώς ο λόγος που ποτέ δεν αναγνώρισα αυτή την κωμόπολη σαν ιδιαιτέρα πατρίδα μου. Κι έτσι ξέμεινα από ιδιαιτέρα πατρίδα. Απ’ τα Σέρβια έφυγα ενός μηνός. Και από τότε ξαναπήγα ύστερα από 45 χρόνια για να δω το σπίτι που γεννήθηκα. Μου είπαν πως το έκαψαν οι Γερμανοί έξι χρόνια μετά τη γέννησή μου.

Όταν με ρωτούν από πού είμαι, όταν μεν βρίσκομαι εκτός Ελλάδος λέω λίγο ντροπαλά, απ’ την Ελλάδα, κι όταν βρίσκομαι εντός Ελλάδος, οπότε η ερώτηση αφορά την ιδιαιτέρα πατρίδα, λέω, απ’ την Καστοριά. Όχι γιατί είμαι από κει, αλλά διότι εκεί πέρασα τα εφηβικά μου χρόνια. Και μιας και δεν είχα ιδιαιτέρα πατρίδα αποφάσισα να υιοθετήσω αυτή την πόλη, μόνο και μόνο γιατί είναι όμορφη.

Όμως, όταν κανείς δεν έχει ιδιαιτέρα πατρίδα δύσκολα κατανοεί την έννοια της πατρίδας. Διότι η πατρίδα είναι ένα σύνολο ιδιαιτέρων πατρίδων. Ενώ η κάθε ιδιαιτέρα πατρίδα είναι ένα σύνολο οικοπέδων. Άρα η πατρίδα είναι άθροισμα οικοπέδων. Συνεπώς, η τυπικά ελληνική οικοπεδική περί πατρίδος αντίληψη είναι απόλυτα λογική.

Να, τώρα, και ένας ρεαλιστικός ορισμός της πατρίδας: Πατρίδα λέγεται ένας τόπος όπου βρίσκεται το οικόπεδό μου, ή άλλα ακίνητα. Εγώ όμως, που ούτε ιδιαιτέρα πατρίδα έχω, ούτε οικόπεδο, πώς διάολο να γίνω καλός πατριώτης; Αν ο βλαξ επιθεωρητής μού επέτρεπε να γεννηθώ στην ιδιαιτέρα πατρίδα της μάνας μου, το Βελβεντό της Κοζάνης, κατά πάσα πιθανότητα θα ήμουν τώρα ένας καλός πατριώτης. Ξεκινώντας απ’ την ιδιαιτέρα πατρίδα, που τώρα δεν έχω, θα έφτανα κάποτε και στην πατρίδα. Οι έννοιες δομούνται επαγωγικά.


Το παλιό καμένο σχολειό (Παρθεναγωγείο Βελβεντού), 1970.
_________________



Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, την οποία και ο ίδιος αναγνώριζε ως πατρίδα του, κυρίως διότι του άρεσε ως πόλη. 

Εξάλλου είχε και άλλες «πατρίδες»: Κοζάνη και μετά Καστοριά, στην οποία πέρασε την εφηβεία, λόγω μετάθεσης των γονιών του, αμφοτέρων εκπαιδευτικών - φιλόλογος ο πατέρας Απόστολος, δασκάλα η μητέρα του Ελένη. 

«Δεν ήμουν ούτε ενός έτους, όταν έκανα το πρώτο ταξίδι της ζωής μου σαν μπόγος απ’ τα Σέρβια στην Κοζάνη.»

«Το 1939 ο φιλόλογος πατέρας μου θα μετατεθεί στην Καστοριά και η δασκάλα μάνα μου στο Βελβεντό. Τους είχαν χωρίσει για να τους τιμωρήσουν που είχαν στη βιβλιοθήκη κόκκινα βιβλία. Ψάχνοντας για κομουνιστικά βιβλία, οι χωροφύλακες που εισέβαλαν στο σπίτι μια Κυριακή του 1938, πήραν την εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού γιατί το εξώφυλλο είχε το κομουνιστικό κόκκινο χρώμα


(από το αρχείο του προέδρου της Νεράιδας, Ξενοφώντα Βαΐζογλου)



Ο αντάρτης με τη σαλιαρίτσα!

Το καλοκαίρι του 1944 ήμουν πια ένας τέλειος αντάρτης δέκα χρονών. Είχα πάρει το βάπτισμα του πυρός στο Καταφύγιο, είχα κάνει τη «μεγάλη πορεία» απ’ το Βελβεντό στο Λιβαδερό, είχα δει σκοτωμένους, είχα δει κρεμασμένους και δεν έμενε παρά να πιάσω όπλο στα χέρια και να πυροβολήσω.

[...] Που λέτε, κάθε άλλο παρά ηρωισμός είναι να τρέχεις πίσω απ’ τους γονείς σου στα βουνά και τα λαγγάδια, γιατί δεν έχουν πού να σ’ αφήσουν.Και είναι μάλλον κωμικό το προνόμιο να σου αποδίδουν τον χαρακτηρισμό του «πιο μικρού Έλληνα ΕΛΑΣίτη» μόνο και μόνο γιατί πάτησες μια και μοναδική φορά τη σκανδάλη ενός όπλου που το κρατούσε άλλος.

Σε μια άσκηση σκοποβολής, ο επικεφαλής της ομάδας των ασκουμένων ΕΑΑΣιτών, για να με ξεφορτωθεί και για να μη μπερδεύομαι συνεχώς στα πόδια του, μου επέτρεψε να πατήσω εγώ τη σκανδάλη του αυτομάτου Στεν που κρατούσε εκείνος. Κι ύστερα μου ’πε: Άντε σπίτι, και πες στον πατέρα σου πως έρριξες με το αυτόματο.

Τρέχω περιχαρής στο σπίτι, και λέω περήφανος στον πατέρα μου, το και το, έμαθα να πυροβολώ. Τι ήταν να το πω! Ακόμα τον βλέπω να ουρλιάζει και ν’ αφρίζει. Πάντως, ξύλο δεν έφαγα. Ποτέ δεν έφαγα ξύλο απ’ τον πατέρα μου. Κι όταν ηρέμησε, κάθησε και μου ’κάνε ένα μάθημα περί μαχητών και ηρώων. Κανείς δεν πάει στη μάχη γιατί του αρέσει, λέει ο πατέρας μου, και κανείς δε γίνεται ήρωας γιατί το προγραμματίζει.

Εκείνο τον καιρό, από σχολικά βιβλία διάβαζα μετά μανίας ελληνική ιστορία και είχα σοβαρές αντιρρήσεις για την άποψη του πατέρα μου. Μα, του λέω, εδώ πέρα λέει πως όλα στην Ελλάδα τα έκαναν ήρωες. Άνθρωποι τα έκαναν, διευκρινίζει ο πατέρας μου. Όταν σε στριμώξουν, μπορεί να γίνεις και ήρωας, συμπληρώνει. Ώστε, λοιπόν, απ’ τα πολλά στριμώγματα είναι που γέμισε η Ελλάδα αγάλματα ηρώων κι όχι απ’ την «έμφυτη» ροπή των Ελλήνων προς τον ηρωισμό!

Αυτό το μάθημα εκεί πάνω στο βουνό, από έναν άνθρωπο που στα μάτια μου φάνταζε ήρωας, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Κι έτσι, από κείνη τη μέρα, σταμάτησα να το πάω φιρί-φιρί να γίνω ήρωας σώνει και καλά. Κάθησα και περίμενα το στρίμωγμα, που θα μπορούσε να με κάνει αυτομάτως ήρωα μέσα απ’ την προσπάθεια να διαφυλάξω την αξιοπρέπειά μου, το μόνο κατ' ουσίαν που με ενδιαφέρει σε τούτον τον κόσμο.


Δύο πρότυπα για να ταυτιστώ...

[....] Οι δικοί μου γονείς, στο Λιβαδερό που βρισκόμαστε όταν οι Γερμανοί έχουν αρχίσει ήδη να καταρρέουν, μάχονται τον «δίκαιο αγώνα»! 

Ο πατέρας μου κυνηγάει τους Γερμανούς, που τα έχουν χαμένα γιατί αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως ο πόλεμος έχει ήδη χαθεί γι αυτούς, και η μάνα μου τρέχει και δε σώνει από χωριό σε χωριό, άλλοτε ως στέλεχος της Αλληλεγγύης, ας πούμε της επιμελητείας του αντάρτη, κι άλλοτε σα δασκάλα. Μαθαίνει γράμματα κυρίως στους αγράμματους ΕΛΑΣίτες, που έχουν προτεραιότητα στη γνώση έναντι ημών των μικρών μαθητών.

Ούτε ξέρω ποιος μου έμαθε την αλφαβήτα. Όχι πάντως η δασκάλα μάνα μου. Αυτή ήταν πολύ απασχολημένη με τα κομματικά της καθήκοντα. Δεν είχα ποτέ δασκάλα τη μάνα μου. Και αργότερα, δεν είχα ποτέ καθηγητή τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου συνελήφθη απ’ τους «εθνικόφρονες» τη χρονιά που μπήκα στο γυμνάσιο της Καστοριάς όπου υπηρετούσε, και απολύθηκε λίγο μετά την αποφοίτησή μου. Νομίζω πως είμαι μια περίπτωση για Γκίνες. Τον καιρό που ήμουν στην ηλικία που τα παιδιά παν στο δημοτικό σχολείο, η δασκάλα μάνα μου εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να μου κάνει μάθημα, και τον καιρό που ήμουν στην ηλικία που τα παιδιά παν στο γυμνάσιο, ο καθηγητής πατέρας μου εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να μου κάνει μάθημα! Χέσε μέσα, που λεν και οι καρραγωγείς.

Ωστόσο, από απόψεως παιδαγωγικής, χρωστάω τα πάντα στη δασκάλα μάνα μου και τον καθηγητή πατέρα μου. Τους θαύμαζα απεριόριστα και τους δυο για το ήθος τους, για την εντιμότητά τους, για τη λεβεντιά τους, για την ικανότητά τους να μη σκύβουν ποτέ το κεφάλι μπροστά σε κανέναν. Συνήθως τα παιδιά ψάχνουν ένα πρότυπο για να ταυτιστούν. Εγώ είχα δύο.

Μ’ άλλα λόγια, στάθηκα πάρα πολύ τυχερός. Αφενός γιατί είχα τέτοιους γονείς και αφετέρου διότι έχοντας τέτοιους γονείς, σχεδόν δεν πήγα σχολείο. Στο δημοτικό γιατί ήμασταν στο βουνό, και στο γυμνάσιο, διότι μέσα στον ορυμαγδό του εμφυλίου πολέμου, στο γυμνάσιο της Καστοριάς όπου με πέταξε ο άνεμος, μια μέρα κάναμε μάθημα και δυο δεν κάναμε. Το γυμνάσιο λειτουργούσε περισσότερο σα στρατώνας, παρά σα σχολείο. Και, βέβαια, τα μαθήματα ήταν σκέτο αλαλούμ. Κι έτσι, γλύτωσα απ’ την αποβλάκωση. Διότι, ως γνωστόν, ο πιο σίγουρος τρόπος να αποβλακωθεί κανείς είναι να φοιτήσει σε ελληνικό σχολείο.

Βασίλης Ραφαηλίδης, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, Η ζωή ενός ταλαίπωρου Έλληνα (σελ. 9 - 22, 99 -103), εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου



«Ο Βασίλης φεύγει μ’ ένα γαρίφαλο στ' αφτί.»

Πώς γεννιέται μια φιλία; Ίσως όπως γεννιέται ένας έρωτας: ξαφνικά. Άγνωστο τι την καθορίζει… ποιες λέξεις, ποια κίνηση. Ποια εμπιστοσύνη [……]

Ν’ αλλάξουμε τον κινηματογράφο, τον Ελληνικό - σαν να λέμε: ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.[….]

Ο Βασίλης είχε αποδεχθεί ότι ο ρόλος του ήταν η κριτική κι ο στοχασμός πάνω στον κινηματογράφο – κι όχι μόνο. Είχα αποφασίσει ότι ο ρόλος μου ήταν πίσω από μια κάμερα.
Γίνεται; Πώς δε γίνεται! […]

Πέρασε ο καιρός, γίναμε ό,τι γίναμε και οι δυο. Η φιλία, όμως, στα χρόνια που ακολούθησαν, κράτησε την παιγνιώδη συνενοχή που τη χαρακτήριζε απ’ την αρχή.

Σ’ ένα αυτοκίνητο που κατέβαινε την Κηφισίας, πήρα το μήνυμα ότι ήταν στην εντατική.
Τον πρόλαβα ν’ ανασαίνει.

- Πόσο; ρώτησα το γιατρό.

- Ώρες.

Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, αλλά η έκφραση, ίδια: αγέρωχη και παράξενα τρυφερή.

Ένας ζεστός άνεμος φυσούσε στο νεκροταφείο έξω από την Πάτρα, όπου τελικά τον έθαψαν. Την ώρα που έκλειναν το φέρετρο για να τον κατεβάσουν, ένα κόκκινο γαρίφαλο ξέφυγε απ’ τ’ άλλα λουλούδια, πέρασε απ’ τα μάτια του κι έμεινε εκεί πλάι. Το φέρετρο κατέβηκε στο χώμα μ’ ένα γαρίφαλο που έφεγγε στο πρόσωπό του. «Για κοίτα» σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή, «ο Βασίλης φεύγει μ’ ένα γαρίφαλο στ' αφτί.». Και χαμογέλασα.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γράφει για τον Βασίλη Ραφαηλίδη
«Βασίλης Ραφαηλίδης» (εκδ. Αιγόκερως, 2000, για το Φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης


Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

«Ζήστε πολλά χρόνια κι εκμεταλλευτείτε τα όσο υπάρχει χρόνος», Ιβάν Τουργκένιεφ, Πατέρες και γιοι



Γεβγκένι Μπαζάροφ (D. Borovsky )
___________



«Βυθίστε το χέρι στο βάθος της ανθρώπινης ζωής! 
Όλοι μας τη ζούμε, δεν τη γνωρίζουμε όλοι, 
κι εκεί που θα την αρπάξετε, εκεί θα είναι το ενδιαφέρον.»
_________
Γνήσιος μηδενιστής, ή μήπως όχι; 

Κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου "Πατέρες και γιοι" του Ιβάν Σεργκέγεβιτς Τουργκένιεφ,  είναι ο Μπαζάροφ, μετέπειτα δεσπόζουσα, εμβληματική μορφή ολόκληρης της ρώσικης λογοτεχνίας. Υπέρμαχος των θετικών επιστημών, θιασώτης του άκρατου εμπειρισμού και του ωφελιμισμού, φοιτητής της ιατρικής, σκανδαλίζει τον περίγυρό του και χαρακτηρίζεται «νιχιλιστής». 

Απορρίπτει με πάθος παρωχημένες αξίες και ιδανικά, δεν πιστεύει τίποτα και διακηρύσσει απερίφραστα τις αρχές του. Διεκδικεί μια ελευθερία άνευ όρων και δε διστάζει να προπαγανδίσει τη σύγκρουση και την καταστροφή. Μοναχικός, δυσπροσάρμοστος, αλαζονικός, μετακινείται συνεχώς από τόπο σε τόπο σε μια διαρκή προσπάθεια να ξορκίσει την ανία του. 

Η υποτιθέμενη ανωτερότητα των ιδεών του κάνει ενίοτε το φέρσιμό του επηρμένο και περιφρονητικό απέναντι σε όσους τον αμφισβητούν. Οι βεβαιότητές του είναι ακλόνητες και τις υπερασπίζεται σθεναρά και ανυποχώρητα. Απεχθάνεται την υπερβολή του συναισθήματος και την αμετροέπεια του λυρισμού, απορρίπτει κάθε μορφής ιδεαλισμό και είναι φανατικά υπέρμαχος ενός αδιαπραγμάτευτου, ακραίου υλισμού. 

Συγχρόνως ευαγγελίζεται μια άλλη κοινωνία, απαλλαγμένη όχι μόνο από την αριστοκρατία αλλά και από εκείνους τους καταπιεσμένους που δεν διαθέτουν ισχυρή ταξική συνείδηση, ικανή να τους οδηγήσει στην αποτίναξη του ζυγού. Σαν γνήσιος μηδενιστής, ο Μπαζάροφ μιλά με ωμότητα ή γίνεται κυνικά ψυχρός και είρων αλλά δεν παύει να διαθέτει και κάποιες απροσδόκητες σπίθες απροσποίητης ζεστασιάς και χιούμορ, που τον καθιστούν κατά καιρούς συμπαθή και ανθρώπινο.

Ο Μπαζάροφ συναντά την άρνηση, όταν εξομολογείται τον  έρωτά του στη γοητευτική Οντιτσόβα,  που τη νιώθει πνευματικά συγγενή καθώς  είναι κι αυτή υπέρμαχος ενός παρόμοιου υλισμού με τον δικό του. 

Ο ψυχρός Μπαζάροφ προσχωρεί στον έρωτα παθιασμένος αλλά ανέτοιμος και συντρίβεται από το βάρος μιας αναπάντεχης απόρριψης. Μετά απ’ αυτό, η ζωή του ακολουθεί μια θλιβερή και φθίνουσα πορεία, που καταλήγει στην αρρώστια και το θάνατο. 

Εντελώς ανακόλουθος με τις θεωρίες του, ο Μπαζάροφ πέφτει στην παγίδα εκείνων ακριβώς των  συναισθημάτων, που νόμιζε πως δεν τον άγγιζαν και δεν τον αφορούσαν. Η ερωτική του παραφορά αλλά και η ζέση που δείχνει για την υπεράσπιση των ανατρεπτικών πολιτικών του θέσεων δεν μπορούν παρά να τοποθετήσουν αυτόν τον δηλωμένο υλιστή και πολέμιο κάθε ιδεαλισμού στο πάνθεον των ρομαντικών ηρώων, πράγμα που ο ίδιος  θα απεύχονταν  με  σφοδρότητα.


«Τι πληθωρικό σώμα! Ό,τι πρέπει για αμφιθέατρο ανατομίας.»

«Ας δούμε σε ποια κατηγορία θηλαστικών ανήκει το εν λόγω άτομο», αποφαίνεται με σαρκαστικό σκεπτικισμό ο Μπαζάροφ, όταν ο Αρκάντι τον οδηγεί στο ξενοδοχείο, όπου θα γνωρίσει την Άννα Σεργκέγεβνα Οντιντσόβα, για να καταλήξει λίγο αργότερα με απροκάλυπτο κυνισμό: 

«Ποιος την ξέρει! Έχει μετατρέψει τον εαυτό της σε κανονικό παγόβουνο: Μαρκησία, εξουσιάστρια. Της λείπει μόνο η μακριά ουρά στα φορέματα και το διάδημα στο κεφάλι.......

Τι πληθωρικό σώμα! Ό,τι πρέπει για αμφιθέατρο ανατομίας.»

Στο διάστημα των δεκαπέντε ημερών που ο Μπαζάροφ με τον Αρκάντι θα περάσουν στο υποστατικό, καλεσμένοι της Άννας Σεργκέγεβνα, ένα άλλο συναίσθημα θα γεννηθεί μέσα του, το οποίο ο ίδιος αρνιόταν με περιφρονητικό γέλιο και κυνικές βρισιές, αν κάποιος του έκανε, έστω και αόριστο υπαινιγμό, γι' αυτό που τον βασάνιζε και τον δαιμόνιζε μαζί.

Μέγας λάτρης των γυναικών και της γυναικείας ομορφιάς, θεωρούσε όμως, μπούρδα και ασυγχώρητη βλακεία την αγάπη τη «ρομαντική» και έβλεπε τα ιπποτικά συναισθήματα κάτι σαν τερατωδία ή αρρώστια.

«Αν σ' αρέσει μια γυναίκα», έλεγε, «προσπάθησε να βγάλεις κάτι απ' αυτό· αν δεν γίνεται, ε, δεν χρειάζεται, κάνε στην άκρη, δεν χάθηκε κι ο κόσμος».

Η Άννα Σεργκέγεβνα του άρεσε και παρόλο που σύντομα κατάλαβε πως «δεν θα βγάλει κάτι», προς κατάπληξή του, δεν είχε τη δύναμη να κάνει στην άκρη. Κάτι άλλο είχε εγκατασταθεί μέσα του, κάτι που δεν του το επέτρεπε, κάτι που πάντα το περιγελούσε, κάτι που προσέβαλε την υπερηφάνειά του. Όταν έμενε μόνος, αναγνώριζε με αγανάκτηση τον ρομαντικό που έκρυβε μέσα του. 

Γεβγκένι Μπαζάροφ 

«Μάθετε λοιπόν ότι σας αγαπώ σαν βλάκας, σαν τρελός..»

Λίγο πριν φύγει, το συναίσθημα που έκρυβε ανεπιτυχώς πίσω από μια προσποιητή επιφυλακτικότητα, ξεχειλίζει:

— Και παρατηρήσατε σε μένα επιφυλακτικότητά είπατε επίσης... σφίξιμο;

— Ναι.

Ο Μπαζάροφ σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.

— Και θα θέλατε να μάθετε την αιτία αυτής της επιφυλακτικότητας, θα θέλατε να μάθετε τι συμβαίνει μέσα μου:

Ναι, επανέλαβε η Οντιντσόβα με κάποιο, ακατανόητο ακόμα γι’ αυτή, φόβο.

— Και δεν θα θυμώσετε;

— Όχι.

— Όχι;
ο Μπαζάροφ στεκόταν μέ γυρισμένη την πλάτη.

— Μάθετε λοιπόν ότι σας αγαπώ σαν βλάκας, σαν τρελός.. Να λοιπόν, το εκμαιεύσατε.

Η Οντιντσόβα άπλωσε μπροστά και τα δύο της χέρια κι ο Μπαζάροφ ακούμπησε το κεφάλι στο τζάμι του παραθύρου. Του είχε κοπεί η ανάσα· έτρεμε σύγκορμος. Αλλά δεν ήταν τρέμουλο εφηβικής δειλίας, δεν τον είχε καταλάβει η φρίκη της πρώτης εξομολόγησης: ήταν ο πόθος που χτυπιόταν μέσα του,δυνατός κι οδυνηρός, πόθος που έμοιαζε με μίσος ή ίσως κάτι πολύ συγγενές... Η Οντιντσόβα και τον φοβήθηκε και τον λυπήθηκε.

— Γεβγκένι Βασίλιτς, είπε, και μια αθέλητη τρυφερότητα ήχησε στη φωνή της.

Εκείνος στράφηκε γρήγορα, της έριξε ένα σαρκοβόρο βλέμμα κι αρπάζοντας τα χέρια της την τράβηξε απότομα προς το μέρος του. Δεν απελευθερώθηκε αμέσως από την αγκαλιά του, αλλά μια στιγμή αργότερα στεκόταν μακριά, στη γωνία, και κοιτούσε τον Μπαζάροφ από εκεί. Πήγε προς το μέρος της....

— Δεν με καταλάβατε, ψιθύρισε εκείνη με φόβο. Νόμιζες πως αν ο άλλος έκανε ένα βήμα παραπάνω, θα είχε μπήξει τις φωνές.... Ο Μπαζάροφ δάγκωσε τα χείλη του και βγήκε.


«Εγώ έχω τελειώσει. Τετέλεσται....»

Ο ηρωικός Μπαζάροφ στο "Πατέρες και γιοι", σκιαγραφημένος με θαυμασμό και έκπληξη από έναν άνθρωπο που θεωρεί τον δυνατό άντρα σαν κάτι το αφύσικο, πεθαίνει καρτερικά, σαν το λουλούδι που μαραίνεται στον κάμπο, με σιωπηλό θάρρος, μα χωρίς καμιά διαμαρτυρία.

__________

Η Άννα Σεργκέγεβνα κοίταξε τον Μπαζάροφ... και στάθηκε στην πόρτα κοκαλωμένη, συγκλονισμένη από αυτό το φλογισμένο και την ίδια στιγμή νεκρικό πρόσωπο με τα στραμμένα προς αυτή θολά μάτια. Τρόμαξε από έναν ψυχρό κι εξουθενωτικό φόβο· η σκέψη ότι δεν θα αισθανόταν έτσι αν τον αγαπούσε πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό της.

— Ευχαριστώ, είπε εκείνος καταβάλλοντας προσπάθεια, δεν το περίμενα κάτι τέτοιο. Αυτό λέγεται καλή πράξη. Ορίστε, ξανασυντηθήκαμε, όπως το είχατε υποσχεθεί.

— Ευχαριστώ, λοιπόν, επανέλαβε ο Μπαζάροφ. Αυτοκρατορική συμπεριφορά. Λένε ότι και οι αυτοκράτορες επισκέπτονται τους μελλοθάνατους.

— Γεβγκένι Βασίλιεβιτς, ελπίζω...

- Αχ, Άννα Σεργκέγεβνα, ας πούμε την αλήθεια. Εγώ έχω τελειώσει. Τετέλεσται. Τελικά αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε λόγος να σκέφτομαι το μέλλον. Ο θάνατος είναι μια παλιά ιστορία, αλλά για τον καθένα χωριστά είναι κάτι καινούργιο….

Λοιπόν, τι να σας πω…, σας αγαπούσα! Αυτό ούτε πριν είχε κανένα νόημα, ούτε τώρα πολύ περισσότερο. Η αγάπη είναι ένα σχήμα, και το δικό μου προσωπικό σχήμα ήδη γκρεμίζεται.

Θα σας πω καλύτερα ότι…. Τι εξαίσια που είστε! Κι ορίστε, τώρα στέκεστε εδώ, τόσο όμορφη…..

Η Άννα Σεργκέγεβνα αναστατώθηκε άθελά της.

— Δεν πειράζει, μην ταράζεστε... καθίστε εκεί... Μη με πλησιάζετε: η αρρώστια μου είναι κολλητική.

[....] Έχετε γεια λοιπόν! Ζήστε πολλά χρόνια, αυτό είναι το καλύτερο όλων, κι εκμεταλλευτείτε τα όσο υπάρχει χρόνος. Δείτε τι απρεπές θέαμα: ένα μισολιωμένο σκουλήκι κι ακόμα κοκορεύεται. Κι εγώ σκεφτόμουνα: θα καταφέρω πολλά ακόμα, δεν θα πεθάνω, σιγά! Έχω στόχο, είμαι γίγαντας εγώ! Αλλά τώρα ο στόχος του γίγαντα είναι πώς να πεθάνει πιο αξιοπρεπώς, αν και αυτό δεν ενδιαφέρει απολύτως κανένα… Όπως και να ’χει δεν θα παραστήσω τώρα το καλό σκυλάκι.


Άννα Σεργκέγεβνα (D. Borovsky)
________

Ο Μπαζάροφ σιώπησε κι άρχισε να ψάχνει με το χέρι το ποτήρι του. Η Άννα Σεργκέγεβνα τού έδωσε να πιει, δίχως να βγάλει τα γάντια κι αναπνέοντας φοβισμένη.

— Εμένα θα με ξεχάσετε, άρχισε πάλι εκείνος, ο πεθαμένος δεν έχει δουλειά με τους ζωντανούς. Ο πατέρας μου θα αρχίσει να σας μιλάει για το τι άνθρωπο χάνει η Ρωσία... Ανοησίες· αλλά μην προσπαθήσετε να πείσετε τον γέρο για το αντίθετο. Τα παιδιά παρηγορούνται με απίθανα πράγματα..., ξέρετε τώρα. Και κανακέψτε τη μητέρα μου. Ξέρετε, στην υψηλή κοινωνία σας ανθρώπους σαν αυτούς δεν θα τους βρείτε όσο κι αν ψάξετε. .. Είμαι απαραίτητος στη Ρωσία... Όχι, είναι φανερό ότι δεν είμαι απαραίτητος. Μα και ποιος είναι; Ο παπουτσής είναι απαραίτητος, ο ράφτης είναι απαραίτητος, ο κρεοπώλης... κρέας πουλάει ο κρεοπώλης... σταθείτε, μπερδεύομαι. Είναι ένα δάσος εδώ.

Ο Μπαζάροφ ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο.

Η Άννα Σεργκέγεβνα έσκυψε κοντά του.

— Γεβγκένι Βασίλιτς, εδώ είμαι...

Εκείνος κράτησε το χέρι της και ανασηκώθηκε.

— Έχετε γεια, είπε με αναπάντεχη δύναμη και τα μάτια του άστραψαν με ένα ύστατο φως. Έχετε γειά... Ακούστε... δεν σας φίλησα τότε... Φυσήξτε το κερί που λιώνει, να σβήσει...

Η Άννα Σεργκέγεβνα ακούμπησε τα χείλη της στο μέτωπό του.

—Αυτό ήταν! είπε εκείνος κι έγειρε στο μαξιλάρι. Τώρα... σκοτάδι.»


Οι γονείς του Μπαζάροφ (D. Borovsky)

________

..για τη ζωή που δεν έχει τέλος...

Υπάρχει ένα μικρό νεκροταφείο σε μια από τις απόμακρες γωνιές της Ρωσίας. Όπως σχεδόν όλα τα νεκροταφεία μας, είναι σε θλιβερή κατάσταση: τα μνήματά του έχουν εδώ και καιρό σκεπαστεί με χορτάρια· οι σκούροι ξύλινοι σταυροί έχουν στραβώσει και σαπίζουν κάτω από τα κάποτε βαμμένα στέγαστρά τους· οι πετρολιθιές έχουν όλες μετακινηθεί, σαν να τις σπρώχνει κανείς από κάτω· δύο-τρία απογυμνωμένα δέντρα μόλις που ρίχνουν μια λειψή σκιά· αρνάκια περιφέρονται ανεμπόδιστα στα μνήματα... Ανάμεσά τους όμως υπάρχει ένα μνήμα που δεν το πειράζει άνθρωπος, δεν το ποδοπατάει ζώο: μόνο πουλιά κάθονται πάνω του και κελαϊδούν την αυγή. Το περιβάλλουν σιδερένια κάγκελα· δύο νεαρά έλατα είναι φυτεμένα στα δυο του άκρα: σ' αυτό το μνήμα είναι θαμμένος ο Γεβγκένι Μπαζάροφ.

Εδώ, από ένα κοντινό χωριουδάκι καταφτάνουν δύο τσακισμένα γεροντάκια, ένας άντρας με τη γυναίκα του. Υποβαστάζοντας ο ένας τον άλλο, θα προχωρήσουν προς τα εκεί με κουρασμένο βήμα· θα πλησιάσουν την περίφραξη, θα γονατίσουν και θα κλάψουν πικρά επί μακρόν, και επί μακρόν θα κοιτάξουν προσεχτικά τη βουβή πέτρα, κάτω από την οποία κείτεται ο γιος τους: θα ανταλλάξουν σύντομες κουβέντες, θα σκουπίσουν τη σκόνη από την πέτρα και θα διορθώσουν το κλαρί του έλατου, και θα ξαναπροσευχηθούν και δεν μπορούν να εγκαταλείψουν αυτό το μέρος, όπου νιώθουν να είναι πιο κοντά στον γιο τους, στην ενθύμησή του...

Είναι δυνατόν οι ικεσίες τους και τα δάκρυά τους να είναι άκαρπα; Είναι δυνατόν η αγάπη, η ιερή, η αφοσιωμένη αγάπη να μην είναι παντοδύναμη; Ω, όχι! Όσο παθιασμένη, αμαρτωλή, εξεγερμένη κι αν ήταν η καρδιά που κρύφτηκε στο μνήμα, τα λουλούδια που ανθούν πάνω του, μας κοιτάζουν ατάραχα με τα αθώα τους μάτια: δεν μας μιλάνε μόνο για την αιώνια ηρεμία, για κείνη τη μεγάλη ηρεμία της «αδιάφορης» φύσης· μιλάνε επίσης για την αιώνια συμφιλίωση και για τη ζωή που δεν έχει τέλος... —

Ιβάν Τουργκένιεφ, Πατέρες και γιοι, εισαγωγή - μετάφραση: Ελένη Μπακοπούλου, εκδόσεις Άγρα


«Δείτε τι κάνουν οι μηδενιστές σας! Καίνε την Πετρούπολη!»

«Δ
ε θα πω πολλά για τις εντυπώσεις που προκάλεσε το μυθιστόρημα αυτό· θα πω μόνο ότι όταν επέστρεψα στην Πετρούπολη, την ίδια μέρα με τις γνωστές πυρκαγιές στην αγορά Απρακσίνσκι, η λέξη “μηδενιστής” κυκλοφορούσε ήδη σε χιλιάδες στόματα και το πρώτο που βγήκε από τα χείλη του πρώτου γνωστού που συνάντησα στη λεωφόρο Νιέφσκι ήταν: “Δείτε τι κάνουν οι μηδενιστές σας! Καίνε την Πετρούπολη!”», γράφει ο ίδιος ο Τουργκένιεφ στο επίμετρό του.


«Ένας ήρωας των καιρών μας»

Το «Πατέρες και γιοι» προκάλεσε σάλο με την έκδοσή του, το 1862. Ο Τολστόι το απέρριψε γράφοντας γι’ αυτό: «…δεν υπάρχει ούτε μία σελίδα που να έχει γραφτεί με μία ανάσα, με καρδιοχτύπι, γι’ αυτό δεν υπάρχει ούτε μία σελίδα που να σου κόβει την ανάσα», ενώ απεναντίας ο Ντοστογιέφσκι, καίτοι αντίπαλος των απόψεων του Τουργκένιεφ, το υπερασπίστηκε: «Ε, τα άκουσε και ο Τουργκένιεφ για τον Μπαζάροφ, τον ανήσυχο και θλιμμένο Μπαζάροφ (γνωρίσματα μιας μεγάλης καρδιάς) παρά το μηδενισμό του…»

Τι ήταν όμως αυτό που μετέτρεψε το βιβλίο του Τουργκένιεφ σε πέτρα του σκανδάλου;
Ήταν ο «μηδενιστής» Μπαζάροφ, ο τύπος που, με το ατίθασο πνεύμα του, απέρριπτε κατηγορηματικά όλες τις «ευγενικές» επινοήσεις του ανθρώπινου νου. Ο αρνητής όχι μόνο των συντηρητικών, οπισθοδρομικών, κατεστημένων αντιλήψεων, αλλά και πολλών άλλων πραγμάτων που βοηθάνε τις ευαίσθητες ψυχές να βγάλουν πέρα τη ζωή τους και να διαπρέψουν: τη θρησκεία, την ηθική, την τέχνη, τον έρωτα, την ποίηση.

Ο όρος μηδενιστής ανήκει στον Τουργκένιεφ. Ο ήρωάς του είναι ένας ρομαντικός, επηρεασμένος από τον λόρδο Βύρωνα, όπως υποστηρίζουν κάποιοι από τους μελετητές του, που «κάηκε» με τρόπο αντάξιο των ρομαντικών. 

Όμως, εκτός από μηδενιστής, ο Μπαζάροφ ήταν και πολλά άλλα. Ήταν άνθρωπος με ποιότητα, ατομική ηθική, ειλικρίνεια, περιέργεια. Ήταν έξυπνος, επιστήμονας, με αγάπη για την Ιατρική και όλες τις θετικές επιστήμες, αισθηματίας και μεγάλη καρδιά, έστω κι αν απαξίωνε τις έννοιες συναίσθημα και έρωτας (ακόμα κι όταν ερωτεύτηκε βαθύτατα, τελικά), άνθρωπος απλός και του λαού, έστω κι αν εκτός από τους αριστοκράτες περιφρονούσε συχνά και τους χωριάτες. «Για μένα, αυτός είναι ένας ήρωας των καιρών μας», γράφει ο Τουργκένιεφ προς υπεράσπιση του ήρωά του στον Μ. Κατκόφ, εκδότη του περιοδικού Ρούσκιι Βέστνικ τον Δεκέμβριο του 1861.

Ιβάν Τουργκένιεφ, Πατέρες και γιοι 
(εισαγωγή: Ελένη Μπακοπούλου), εκδόσεις Άγρα


Ιβάν Σεργκέγεβιτς Τουργκένιεφ (9 Νοεμβρίου 1818 - 3 Σεπτεμβρίου 1883) 
_______________