Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

«Τι σύζυγος θα είμαι — στο κάτεργο;», Λ. Τολστόι, Ανάσταση


Timothy Peach & Stefania Rocca, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani


Όλα ήταν όμορφα, μα πιο όμορφη απ’ όλα ήταν η Κατιούσια......

Για το Νιεχλιούντοφ κείνο το πρωινό της Ανάστασης έμεινε μια από τις πιο ζωντανές και δυνατές αναμνήσεις. [...] 

Όλα ήταν γιορταστικά, πανηγυρικά, χαρούμενα και πολύ όμορφα: και οι παπάδες με τ’ ανοιχτόχρωμα ασημένια, με χρυσούς σταυρούς άμφια, και ο διάκος και οι βοηθοί ντυμένοι όλοι τους τα γιορτινά ασημένια και χρυσά στιχάρια, και οι καλοντυμένοι εθελοντές ψαλτάδες με τα λαδωμένα μαλλιά, και τα πασχαλινά τροπάρια, και οι αδιάκοπες ευλογίες στους πιστούς από τους παπάδες με τις τρεις λαμπάδες τους μαζί, στολισμένες με άνθη και με τ’ατέλειωτα «Χριστός ανέστη! Χριστός ανέστη!» Όλα ήταν όμορφα, μα πιο όμορφη απ’ όλα ήταν η Κατιούσια με το λευκό της φόρεμα και τη θαλασσιά ζώνη, με τον ωραίο φιόγκο στα μαύρα μαλλιά της και τα μάτια να λάμπουν από τη μεγάλη χαρά της.

Ο Νιεχλιούντοφ καταλάβαινε πως τον κοιτάζει χωρίς να γυρίζει το κεφάλι της.
[....] ένας μικρός βοηθός με το χάλκινο μπρίκι στο χέρι, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στον κόσμο, πέρασε πλάι στην Κατιούσια και χωρίς να προσέξει την άγγιξε χαμηλά με το στιχάρι του. Από σεβασμό, σίγουρα, στο Νιεχλιούντοφ λοξοδρόμησε κι άγγιξε την Κατιούσια. 

Ο Νιεχλιούντοφ παραξενεύτηκε: πώς τούτος εδώ ο ανθρωπάκος δεν καταλαβαίνει πως όλα μέσα στην εκκλησία αλλά και σ’ όλο τον κόσμο υπάρχουν μόνο για την Κατιούσια και πως είναι δυνατό να τα περιφρονήσει όλα στον κόσμο εξόν μόνον απ’ αυτή, γιατί αυτή είναι το κέντρο του κόσμου. Για χάρη της έλαμπε το χρυσάφι στο εικονοστάσι κι ήταν αναμένα όλα τα κεριά στο πολύφωτο και στα μανουάλια, για χάρη της έψελναν συνέχεια «Πάσχα κυρίου, ευφρανθείτε λαοί». Και όλα τα καλά του κόσμου δεν ήταν παρά μόνο γι αυτή. Έτσι νόμιζε ο Νιεχλιούντοφ κάθε φορά που αντίκρυζε τη λυγερή της φιγούρα στο λευκό φόρεμα με τις πιέτες, το συγκρατημένο χαρούμενο πρόσωπό της που στο ύφος του έβλεπε πως η μελωδία στη δική του ψυχή είναι ίδια με κείνη στη δική της ψυχή.[...] 

Εικονογραφημένη σελίδα στην αγγλική έκδοση της Ανάστασης του Λ. Τολστόι από τον Leonid Pasternak (1911)

«...όλα είναι καλά, όλα είναι όμορφα, σ’ αγαπώ»

Η Ματριόνα Πάβλοβνα και η Κατιούσια βγήκαν και σταμάτησαν στο νάρθηκα για να δώσουν ελεημοσύνη στους ζητιάνους. Ένας ζητιάνος με κόκκινη θρεμένη πληγή αντί για μύτη ζύγωσε την Κατιούσια. Κείνη έβγαλε κάτι από το μαντίλι, του το ’δώσε, ύστερα πήγε πιο κοντά του και, χωρίς να νιώθει καμιά αηδία, απεναντίας, με τα μάτια της να λάμπουν από χαρά τον φίλησε τρεις φορές. Και πάνω στο φίλημα η ματιά της διασταυρώθηκε με τη ματιά του Νιεχλιούντοφ. Κείνη — λες και ρωτούσε: είναι καλό τάχα αυτό που κάνει;

«Ναι, ναι, χρυσή μου, όλα είναι καλά, όλα είναι όμορφα, σ’ αγαπώ», έλεγε η δική του ματιά.

Αυτές κατέβηκαν από το νάρθηκα, και κείνος πήγε κοντά στην Κατιούσια. Δεν είχε σκοπό ν’ αλλάξει φιλί, μα ήθελε να βρίσκεται πιο κοντά της.

— Χριστός ανέστη! είπε η Ματριόνα Πάβλοβνα σκύβοντας το κεφάλι και χαμογελώντας· το ύφος της σήμαινε πως σήμερα όλοι είναι ίσοι, και σκούπισε το στόμα της με το διπλωμένο σα μπογαλάκι μαντιλάκι της και του πρότεινε τα χείλη της.

— Αληθώς ανέστη, απάντησε ο Νιεχλιούντοφ και φιλήθηκαν.

Κείνος γύρισε ύστερα και κοίταξε την Κατιούσια: ήταν κατακόκκινη και βιάστηκε να πάει κοντά του.

— Χριστός ανέστη, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς.

— Αληθώς ανέστη, είπε κείνος. Φιλήθηκαν δυο φορές και σα να δίσταζαν να το τριτώσουν, και σα ν’ αποφάσισαν πως πρέπει, ξαναφιλήθηκαν, και χαμογέλασαν και οι δύο.

— Μα δε θα πάτε κοντά στον παπά; ρώτησε ο Νιεχλιούντοφ.

— Όχι, εμείς, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, θα καθήσουμε δω, είπε η Κατιούσια λαχανιάζοντας βαριά σαν ύστερα από χαρούμενη εργασία και κοιτάζοντάς τον κατάματα με τα υποταχτικά, αθώα, ερωτευμένα μάτια της.


Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)

Αγάπη για όλους και για όλα...

Στον έρωτα ανάμεσα σ’έναν άντρα και μια γυναίκα υπάρχει πάντα μια στιγμή όπου ο έρωτας αυτός φτάνει στο ζενίθ του όπου δεν υπάρχει σ’αυτόν καμιά συναίσθηση, καμιά κρίση και τίποτα το αισθησιακό. Μια τέτοια στιγμή ήταν για το Νιεχλιούντοφ η νύχτα κείνη της Ανάστασης. 

Κάθε φορά που θυμόταν τώρα την Κατιούσια, η στιγμή κείνη σκέπαζε όλα τ’ άλλα: ξεχνούσε το κεφαλάκι με τα μαύρα, ίσια, στιλπνά μαλλιά, το λευκό φόρεμα με τις πιέτες που έσφιγγε παρθενικά τη λεπτή μέση της και το στρογγυλό στήθος της, κι αυτό το ρόδινο χρώμα, κι αυτά τα συμπαθητικά, γυαλιστερά από την αϋπνία μαύρα μάτια, και σ’ όλη την ύπαρξή της τα δυο κύρια γνωρίσματα: την αγνότητα της παρθενικής αγάπης όχι μόνο γι αυτόν — κείνος το ήξερε αυτό — μα και της αγάπης για όλους και για όλα, όχι μόνο για τα ωραία που υπάρχουν στον κόσμο, αλλά και για κείνο το ζητιάνο που μαζί του είχε αλλάξει το φίλημα της πασχαλινής αγάπης.

Ήξερε πως κείνη είχε μέσα της αυτή την αγάπη, γιατί την ένιωθε κι ο ίδιος κείνη τη νύχτα και κείνο το πρωινό, κι ένιωθε πως σ’ αυτή την αγάπη αυτός γινόταν ένα μ’ αυτή.

Αχ, αν όλ’ αυτά είχαν περιοριστεί σε κείνο το αίσθημα! «Ναι, η φριχτή αυτή σκηνή ξετυλίχτηκε λίγο ύστερα από κείνη τη νύχτα της Ανάστασης!» σκεφτόταν τώρα καθισμένος κοντά στο παράθυρο της αίθουσας των ενόρκων.

Timothy Peach & Stefania Rocca, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani

Λες πως είχε θρυμματίσει κάτι τρομερά πολύτιμο...

— Κατιούσια, στάσου μια στιγμή, είπε.

Κείνη γύρισε και κοίταξε.

— Τι θέλετε; είπε και κοντοστάθηκε.

— Να, τίποτα, μόνο...

Έκανε
 μια προσπάθεια για να πάρει θάρρος, θυμήθηκε τι κάνουν σε παρόμοιες περιπτώσεις γενικά όλοι οι άντρες στη θέση του και αγκάλιασε την Κατιούσια από τη μέση.
Κείνη στάθηκε και τον κοίταξε στα μάτια.

— Δεν πρέπει, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, δεν πρέπει, ψιθύρισε κόκκινη, δακρυσμένη, και με το σκληρό δυνατό χέρι της τράβηξε το χέρι που την είχε αγκαλιάσει.

Ο Νιεχλιούντοφ την άφησε, και για μια στιγμή ένιωσε όχι μόνο άβολα, ντροπή, μα και αηδία για τον εαυτό του. Θα 'πρεπε να ’χει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, μα δεν κατάλαβε πως αυτή η αδεξιότητα και η ντροπή του ήταν τα καλύτερα συναισθήματα της ψυχής του που γύρευαν να εκδήλωθούν απεναντίας, του φάνηκε πως αυτό είναι μια ανοησία του, πως πρέπει να κάνει όπως κι ότι κάνουν όλοι.

Έτρεξε και την έφτασε ακόμα μια φορά, την αγκάλιασε ξανά και τη φίλησε στο λαιμό. Αυτό το φιλί δεν έμοιαζε καθόλου με κείνα τα δυο φιλιά: το ένα αθώο, ανυποψίαστο πίσω από την πασχαλιά, και το άλλο σήμερα το πρωί στην εκκλησία. Αυτό ήταν τρομερό, κι έτσι το κατάλαβε και κείνη.

— Μα τι κάνετε κει; είπε με μια τέτοια φωνή που λες πως κείνος είχε θρυμματίσει κάτι τρομερά πολύτιμο, και το ’βαλε στα πόδια σαν κυνηγημένη. [.....]

Fredric March and Anna Sten play the romantic leads in the United Artists film «We Live Again», based on Leo Tolstoy's novel «Resurrection»(1934)


«Τι να ’ναι αυτό που έκανα — μεγάλη ευτυχία ή μεγάλη δυστυχία;

— Μα τι κάνετε τώρα; Γίνονται αυτά τα πράγματα; Τι θέλετε, δηλαδή, ν’ ακούσουν οι θείες σας, έλεγαν τα χείλη της, μα η καρδιά της, η ψυχή της, το κορμί της έλεγαν: «Είμαι όλη δική σου».

Κι ο Νιεχλιούντοφ αυτό μονάχα καταλάβαινε.

— Έλα, άνοιξε για ένα λεφτό. Σε ικετεύω, έλεγε κείνος στα κουτουρού.

Η Κατιούσα άκουγε ασάλευτη, αμίλητη, μα σε λίγο κείνος άκουσε το ψαχούλεμά της για να πιάσει το μάνταλο. Τον σήκωσε, και κείνος μπήκε από τη πόρτα πριν καλά-καλά να του ανοίξει.

Την άρπαξε όπως ήταν με το χοντρό σκληρό πουκάμισό της, ξεμπράτσωτη, την πήρε στην αγκαλιά του και τράβηξε για το δωμάτιό του.

— Αχ! μα τι κάνετε; μουρμούριζε η Κατιούσια.

Μα κείνος δεν έδινε σημασία στα λόγια της — προχωρούσε, προχωρούσε με το πολύτιμο φορτίο του.

— Αχ, δεν πρέπει, αφήστε με, του ’λεγε, μα όλο και σφιγγόταν πάνω του.

Η Κατιούσια έφυγε από κοντά του τρέμοντας, αμίλητη, χωρίς ν’ ακούει τι της έλεγε- κείνος βγήκε στη βεράντα και στάθηκε προσπαθώντας να καταλάβει τι σημασία είχε η πράξη του.
Στην αυλή το σκοτάδι ήταν πιο αραιό - κάτω στο ποτάμι τα τριξίματα από το λιώσιμο του πάγου είχαν δυναμώσει — προστέθηκε τώρα σ’ αυτά και το κελάρυσμα του νερού. Η καταχνιά άρχισε να κατακάθεται, και μακριά, ψηλά πίσω του φάνηκε το μισοφέγγαρο φωτίζοντας μουντά τη σκιαχτερή σκοτεινιά.

«Τι να ’ναι, τάχα, αυτό που έκανα — μεγάλη ευτυχία ή μεγάλη δυστυχία;» απορούσε. «Δε βαριέσαι, ούτε ο πρώτος είμαι, ούτε ο τελευταίος», είπε μέσα του και πήγε για ύπνο.


Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)


Αποφάσισα να σας παντρευτώ......

— Θέλω να διορθώσω το σφάλμα μου, συνέχισε ο Νιεχλιούντοφ, και να το διορθώσω όχι με λόγια με έργα. Αποφάσισα να σας παντρευτώ.

Το πρόσωπό της πήρε ξαφνικά μια έκφραση τρόμου. Τ’ αλλοιθωρούτσικα μάτια της έμειναν καρφωμένα πάνω του — κοίταζαν μα δεν κοίταζαν αυτόν.

— Και τι χρειάζεται αυτό; είπε σηκώνοντας κακιωμένα τα φρύδια.

— Πιστεύω πως έχω καθήκον μπροστά στο θεό να το κάνω.

— Τι σχέση έχει μ’ αυτό ο θεός; Τ’ ειν’ αυτά που λέτε; Θεός; — ποιος θεός; Έπρεπε τότε να είχατε σκεφτεί το θεό — είπε και σταμάτησε με το στόμα ανοιχτό.

— Γιατί να ηρεμήσω; Νομίζεις πως είμαι μεθυσμένη; Εγώ, και μεθυσμένη να ’μαι, θυμάμαι τι λέω, πήρε κατήφορο ξαφνικά κι έγινε κατακόκκινη. Είμαι μια κατάδικη για τα κάτεργα, και πόρνη, και σεις ένας άρχοντας, ένας πρίγκηπας, γιατί να λερώνεσαι μαζί μου. Πήγαινε στις πριγκήπισές σου — η δική μου αξία είναι δέκα ρουβλάκια.
— Όσο σκληρά κι αν μου μιλήσεις, δε θα μπορέσεις να εκφράσεις κείνο που έχω στην καρδιά μου, είπε ήρεμα, μα τρέμοντας ολόκληρος ο Νιεχλιούντοφ, δε θα μπορέσεις να φανταστείς πόσο νιώθω φταίχτης απέναντι σου!..

— «Νιώθω φταίχτης...» τον περιγέλασε κείνη κακιωμένη. Τότε δεν ένιωθες, αλλά μου ’δωσες να πάρω με το ζόρι εκατό ρούβλια. Να η αξία σου...

— Το ξέρω, το ξέρω, μα τι να γίνει τώρα; είπε ο Νιεχλιούντοφ. Τώρα αποφάσισα να μη σ’ εγκαταλείψω. Το λέω και θα το κάνω.

—Κι εγώ σου λέω πως δε θα το κάνεις! του είπε και γέλασε δυνατά.

— Κατιούσια! άρχισε, κι άγγιξε το χέρι της.

— Φύγε, το καλύτερο που έχεις να κάνεις. Εγώ δεν είμαι παρά μια κατάδικη, εσύ ένας πρίγκηπας, και δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ, του ’βάλε τις φωνές, αλλιώτικη τώρα από το θυμό, και τράβηξε το χέρι της. Θέλεις να σωθείς κρεμασμένος από μένα, συνέχισε βιαστικά για να προφτάσει, λες, να πει τον πόνο της. Έκανες το κέφι σου σε τούτη τη ζωή, θέλεις με μένα να σωθείς και στην άλλη! Σε μισώ και σένα, και τα γυαλιά σου, και τα χοντρά, απαίσια μούτρα σου. Φύγε, φύγε, σου λέω! φώναξε και σηκώθηκε απότομα όρθια. [......]




Θέλετε να με παντρευτείτε — αυτό δε θα γίνει ποτέ... 

— Θέλετε να με παντρευτείτε — αυτό δε θα γίνει ποτέ. Προτιμώ να κρεμαστώ! Αυτό έχω να σας πω.

—Έτσι κι αλλιώς, εγώ θα σε βοηθάω.

— Αυτό είναι δική σας δουλειά. Εγώ από σας δε θέλω τίποτα. Αυτό σας το λέω σοβαρά, του είπε. Γιατί να μην πεθάνω τότε; πρόστεσε κι άρχισε να κλαίει με παράπονο.

Ο Νιεχλιούντοφ δε μπορούσε να μιλήσει: τον πήραν κι αυτόν τα δάκρυα.

Κείνη σήκωσε τα μάτια, τον κοίταξε με απορία λες, κι άρχισε να σκουπίζει με τη μαντίλα της τα δάκρυα που έτρεχαν στα μάγουλά της.....[...]


Ήταν αναστατωμένη. Όλα όσα της είχε πει ο Νιεχλιούντοφ τη γύρισαν σε κείνο τον κόσμο όπου είχε υποφέρει κι απ’ όπου είχε φύγει χωρίς να τον καταλάβει, μα με το μίσος γι αυτόν. Τώρα έχασε κείνη την ξεγνοιασιά όπου ζούσε, και η ζωή με τη σκέψη στα παλιά ήταν μαρτύριο.

«ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ λοιπόν», σκεφτόταν ο Νιεχλιούντοφ βγαίνοντας από τη φυλακή και μόλις τώρα καταλαβαίνοντας πέρα για πέρα όλο το λάθος του. Αν δεν είχε προσπαθήσει να επανορθώσει το σφάλμα του, ποτέ δε θα ένιωθε τι μεγάλο έγκλημα είχε κάνει· ακόμα, κι αυτή δε θα καταλάβαινε όλο το κακό που της είχε γίνει. Μόνο τώρα όλ’ αυτά έγιναν φανερά σε όλη τους τη φρίκη. Τώρα μόλις είδε κείνο που είχε κάνει στην ψυχή αυτής της γυναίκας, και κείνη είδε και κατάλαβε τι της είχε συμβεί. Ως τώρα ο Νιεχλιούντοφ έπαιζε με τα αισθήματά του: καμάρωνε τον εαυτό του, τη μεταμέλειά του· τώρα, απλώς τον είχε κυριέψει τρόμος. Να την παρατήσει, — το ’βλεπε — τώρα δε μπορούσε, αλλά ταυτόχρονα δε μπορούσε και να φανταστεί τι θα βγει από τις καινούργιες σχέσεις του μαζί της.


Εικονογραφημένη σελίδα στην αγγλική έκδοση της Ανάστασης του Λ. Τολστόι από τον Leonid Pasternak (1911)


Οι άνθρωποι είναι σαν τα ποτάμια.....

Μια από τις πιο συνηθισμένες και διαδομένες προλήψεις είναι πως κάθε άνθρωπος έχει ορισμένες ατομικές του ιδιότητες, πως είναι άνθρωποι καλοί, κακοί, έξυπνοι, χαζοί, δραστήριοι, αργοκίνητοι κ.λ. Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Μπορούμε να πούμε για τον άνθρωπο πως πιο συχνά συμβαίνει να είναι καλός παρά κακός, πιο συχνά έξυπνος παρά χαζός, πιο συχνά δραστήριος παρά αργοκίνητος, και αντίστροφα - μα δε θα είναι αλήθεια αν πούμε για έναν άνθρωπο πως είναι καλός ή έξυπνος, και για έναν άλλο ότι είναι κακός ή χαζός. Έτσι διαιρούμε πάντα τους ανθρώπους. Κι αυτό δεν είναι σωστό. Οι άνθρωποι είναι σαν τα ποτάμια: το νερό σε όλα είναι όμοιο και παντού το ίδιο, αλλά το κάθε ποτάμι συμβαίνει να είναι εδώ στενό, εκεί γρήγορο, εδώ πλατύ, εκεί ήρεμο, εδώ καθαρό, εκεί ψυχρό, εκεί θολό, εκεί ζεστό.

Έτσι και οι άνθρωποι.
 Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του σπέρματα όλων των ανθρωπίνων ιδιοτήτων και πότε φανερώνει μία, πότε άλλη, και συμβαίνει συχνά να μη μοιάζει καθόλου με τον εαυτό του παραμένοντας συνέχεια στο μεταξύ ο ίδιος άνθρωπος. Σε κάμποσους ανθρώπους οι μεταβολές αυτές συμβαίνει να γίνονται πολύ απότομα. Κι ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Νιεχλιούντοφ. Οι μεταβολές του αυτές είχαν και φυσικά και ψυχικά αίτια. Και μια τέτοια μεταβολή του είχε συμβεί τώρα, την περίοδο αυτή.

Η εντύπωση
 του θριάμβου και της χαράς από το φρεσκάρισμα που ένιωθε ύστερα από τη δίκη και ύστερα από την πρώτη συνάντηση με την Κατιούσια πέρασε εντελώς και τη θέση τους πήρε ύστερα από το τελευταίο ραντεβού ο φόβος, ακόμα και η αντιπάθεια γι αυτή. Αποφάσισε, ωστόσο, να μην την εγκαταλείψει, να μην αλλάξει τη γνώμη του να την παντρευτεί, φτάνει μόνο να το θελήσει κι αυτή· μα αυτό του φαινόταν βαρύ και ανυπόφορο.


Stefania Rocca as Katiuscia Maslova, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani


«Ναι, ναι, είναι ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος»

Η Μάσλοβα
 ήταν κιόλας εκεί και βγήκε από το κιγκλίδωμα ήρεμη και δισταχτική. Πήγε κοντά στο Νιεχλιούντοφ και κοιτάζοντας πλάι του είπε:

— Να με συγχωρείτε, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, που μίλησα άσχημα προχτές.

— Όχι εγώ να συχωρέσω σας... έκανε ν’ αρχίσει ο Νιεχλιούντοφ.

— Όπως και να ’ναι, να με αφήσετε ήσυχη, πρόστεσε, και στα μάτια της που αλλοιθώρισαν τρομερά κοιτάζοντάς τον ο Νιεχλιούντοφ διάβασε ξανά μια έκφραση γεμάτη έξαψη και κακία.

— Γιατί να σας αφήσω ήσυχη;

— Γιατ’ έτσι.

— Τι θα πει γιατ’ έτσι;

Τον κοίταξε ξανά με κακία, όπως του φάνηκε.

— Αυτό έχω να σας πω. Να με αφήσετε ήσυχη, ειλικρινά σας το λέω. Δε μπορώ, δε γίνεται. Αφήστε τ’ αυτά — τα χείλη της έτρεμαν. Σώπασε λίγο και πρόστεσε: Αυτ’ είναι η αλήθεια. Καλύτερα το ’χω να πάω να κρεμαστώ.

Ο Νιεχλιούντοφ καταλάβαινε πως αυτή της η άρνηση φανερώνει μίσος ενάντιά του, μνησικακία, μα φανέρωσε και κάτι άλλο — καλό και σπουδαίο. Αυτή η επιβεβαίωση, σε εντελώς ήρεμη κατάσταση, της προηγούμενης άρνησής της έσβησε στην ψυχή του Νιεχλιούντοφ όλες αυτές τις αμφιβολίες και τον ξανάφερε στην προηγούμενη κατάσταση της σοβαρότητας, του θριάμβου και της συγκίνησης που είχε βρεθεί στις επαφές του με την Κατιούσια.

— Κατιούσια, σου το λέω κι άλλη μια φορά, είπε με πολλή σοβαρότητα. Σου ζητώ να στεφανωθούμε. Αν δε θελήσεις, και όσο καιρό δε θα θέλεις, εγώ, όπως και πριν, θα είμαι εκεί όπου θα είσαι, και θα ’ρθω εκεί που θα σε πάνε.

— Αυτό είναι δική σας δουλειά· εγώ δεν έχω τι άλλο να πω, είπε και ξανά τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν.

Σώπασε κι αυτός — δεν είχε το κουράγιο να μιλήσει.[.....]

«Ναι, ναι, είναι ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος», σκεφτόταν ο Νιεχλιούντοφ. Ύστερα από τις προηγούμενες αμφιβολίες του κατάλαβε για πρώτη φορά, βεβαιώθηκε πως ο έρωτας είναι ακατανίκητος.



Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)


Την αγαπάει όχι για τον εαυτό του, αλλά γι αυτή και για το θεό...

Ο θυρωρός στο νοσοκομείο γνώρισε το Νιεχλιούντοφ και του είπε πως η Μάσλοβα δεν είναι κει.

— Πού βρίσκεται;

— Είναι ξανά στη φυλακή.

— Και γιατί την πήγαν στη φυλακή ξανά; ρώτησε ο Νιεχλιούντοφ.

— Τι κόσμος, κύριέ μου! Είπε ο θυρωρός χαμογελώντας με περιφρόνηση. Είχε κάτι πάρε - δώσε με τον αρχινοσοκόμο, και ο διευθυντής της είπε να τα μαζέψει.

Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό του Νιεχλιούντοφ πόση σημασία είχε γι αυτόν η Μάσλοβα και η ψυχική της κατάσταση. Η πληροφορία αυτή τον άφησε άναυδο. Ένιωσε κάτι παρόμοιο με κείνο που νιώθει κάποιος μαθαίνοντας για μια ξαφνική μεγάλη συφορά του. Η στενοχώρια του δε λέγεται. Η πρώτη εντύπωση από την πληροφορία αυτή ήταν η ντροπή. Με τη χαρούμενη σκέψη για την αλλαγή που φαντάστηκε πως γινόταν στην ψυχή της, τώρα έβλεπε τον εαυτό του να γελοιοποιείται.

Ολ’ αυτά τα λόγια της πως δε θέλει να δεχτεί τη θυσία του, και τα παράπονα, και τα δάκρυα — ολ’ αυτά δεν ήταν, σκέφτηκε, παρά πονηριές μιας διεφθαρμένης γυναίκας που μοναδική επιθυμία είχε πώς να μπορέσει να τον εκμεταλλευτεί καλύτερα. Του φαινόταν πως στην τελευταία επίσκεψή του είχε παρατηρήσει τα σημάδια αυτής της αδιόρθωτης ξετσιπωσιάς που παρουσιάστηκαν τώρα. Όλα αυτά πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό του τη στιγμή που φορούσε μηχανικά το καπέλο του κι έβγαινε υπό το νοσοκομείο της φυλακής.

«Και τώρα τι πρέπει να γίνει; μονολογούσε. Με συνδέει, τάχα, τίποτα μαζί της; Δεν έχω τάχα, αποδεσμευτεί τώρα, ύστερα απ’ αυτή τη διαγωγή της;»

Από τις απορίες του αυτές κατάλαβε πως, θεωρώντας τον εαυτό του αποδεσμευμένο και έχοντάς την εγκαταλείψει, θα τιμωρήσει όχι αυτή, όπως ήταν η επιθυμία του, αλλά τον εαυτό του, και με τη σκέψη αυτή κατατρόμαξε.

«Όχι! Αυτό που έγινε δε μπορεί να μεταβάλει αλλά μόνο να στερεώσει την απόφασή μου. Ας κάνει του κεφαλιού της, αυτό που θέλει η ψυχή της. Είχε πάρε-δώσε με τον αρχινοσοκόμο — κι ύστερα; ας είχε — αυτή είναι η δουλειά της. Δική μου δουλειά είναι να κάνω κείνο που απαιτεί από μένα η συνείδησή μου, μονολογούσε. Η συνείδησή μου απαιτεί να θυσιάσω την ελευθερία μου για να εξαγοράσω το αμάρτημά μου, και η απόφασή μου να την παντρευτώ, έστω και τυπικά, και να την ακολουθήσω όπου και να τη στείλουν, παραμένει αμετάβλητη», μονολογούσε πεισματικά, και, βγαίνοντας από το νοσοκομείο, τράβηξε με σταθερό βήμα για τη μεγάλη πύλη της φυλακής.[.....]

Dolores Del Rio, Rod La Rocque, Leo Tolstoy «Resurrection». 
The film was directed by Edwin Carewe (1927)


Η Μάσλοβα φορούσε ξανά την άσπρη φούστα και τη μπλούζα της φυλακής κι ένα μαντίλι στο κεφάλι. Πήγε κοντά στο Νιεχλιούντοφ και, βλέποντάς τον με ψυχρό, εχθρικό ύφος, έγινε κατακόκκινη κι άρχισε να παίζει νευρικά με την άκρη της μπλούζας της βλέποντας κάτω στο δάπεδο. Η σύγχυσή της σήμαινε για το Νιεχλιούντοφ πως ο θυρωρός δεν του είχε πει ψέματα.

Ήθελε να μιλήσει μαζί της όπως την τελευταία φορά μα δε μπορούσε, όπως το ήθελε, να της δώσει το χέρι: τόσο του ήταν τώρα αντιπαθητική.

— Σας έφερα άσχημα νέα, είπε μονότονα, χωρίς να την κοιτάζει και χωρίς να της δίνει το χέρι. Το Σενάτ απόρριψε την αίτηση.

— Εγώ, έτσι κι αλλιώς, το ’ξερα, είπε κείνη με παράξενη φωνή, σα να λαχάνιαζε.

Ο Νιεχλιούντοφ μια άλλη φορά θα τη ρωτούσε γιατί το λέει αυτό· τώρα, μόνο που την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα.

Μα τα δάκρυα όχι μόνο δεν τον μαλάκωσαν — απεναντίας, τώρα θύμωσε πιο πολύ μαζί της.

Ο Νιεχλιούντοφ, παρ’ όλη την αντιπάθεια που ένιωθε τώρα για τη Μάσλοβα, το θεώρησε αναγκαίο να της πει πως λυπάται για την απόρριψη.

— Μην απελπίζεστε, είπε. Η άλλη αίτηση, στον αυτοκράτορα, μπορεί να πιάσει, και ελπίζω να...

— Μα δεν είναι γι αυτό... είπε παραπονιάρικα και κοιτάζοντάς τον λοξά με βουρκωμένα μάτια.

— Και τότε γιατί;

— Περάσατε από το νοσοκομείο, και σίγουρα θα σας είπαν για μένα...

— Και τι σημασία έχει, αυτό είναι δική σας υπόθεση, είπε ψυχρά κείνος, κατσουφιασμένος.

Η οργή από την προσβολή του εγωισμού του πάνω που πήγαινε να μαλακώσει φούντωσε μέσα του με καινούργια δύναμη μόλις κείνη του θύμισε το νοσοκομείο. «Εγώ, ένας άνθρωπος του κόσμου που θα το θεωρούσε ευτυχία της να με παντρευτεί κάθε κοπέλα της υψηλής κοινωνίας, πρότεινα σ’ αυτή εδώ τη γυναίκα να την παντρευτώ, και τούτη δε μπορούσε να περιμένει, κι άρχισε τα πάρε-δώσε με τον αρχινοσοκόμο», σκεφτόταν κοιτάζοντάς την με μίσος.

— Ελάτε, υπογράψτε την αίτηση, είπε, έβγαλε από την τσέπη του ένα μεγάλο φάκελο και το ακούμπησε πάνω στο γραφείο.

Κείνη σκούπισε τα δάκρυα με την άκρη της μαντήλας κάθησε και ρώτησε πού και τι να γράψει. Της έδειξε τι και πού να το γράψει· κείνη κάθησε διορθώνοντας με το αριστερό χέρι το μανίκι του δεξιού.

Ο Νιεχλιούντοφ στεκόταν από πάνω της και κοίταζε αμίλητος τη λογισμένη ράχη της που πότε-πότε τρανταζόταν από συγκρατημένους λυγμούς· και στην ψυχή του πάλευαν δυο αισθήματα; του κακού και του καλού, του προσβλημένου του εγωισμού και του οίκτου γι αυτή που υπόφερε· και νίκησε το δεύτερο αίσθημα.
Δε μπορούσε να θυμηθεί ποιο γεννήθηκε πρώτο: πρώτα τη λυπήθηκε τάχα, ή πρώτα θυμήθηκε τον εαυτό του, τις αμαρτίες του, την ατιμία του — την ίδια με τη δική της που γι αυτή την κατηγορούσε; Μα ξαφνικά, την ίδια στιγμή ένιωσε ένοχος απέναντί της και τη λυπήθηκε.

Η Μάσλοβα υπόγραψε την αίτηση, σκούπισε το μελάνι από το δάχτυλό της στη μπλούζα της, σηκώθηκε και τον κοίταξε.

— Όποιο και να ’ναι το αποτέλεσμα και ότι και να γίνει, τίποτα δε θα μεταβάλει την απόφασή μου, της είπε.

Η σκέψη πως τη συγχωρούσε δυνάμωσε μέσα του το αίσθημα του οίκτου και της τρυφερότητας γι αυτή, και δοκίμασε να την παρηγορήσει.

— Αυτό που είπα, αυτό και θα κάνω. Όπου και να σας στείλουν, θα είμαι μαζί σας.

— Είναι ανώφελο, βιάστηκε να τον διακόψει μ’ ένα ύφος πολύ χαρούμενο.

— Σκεφτείτε τι θα σας χρειαστεί για το δρόμο.

— Τίποτα το ιδιαίτερο, φαντάζομαι. Ευχαριστώ.

Ο διευθυντής πήγε κοντά τους, και ο Νιεχλιούντοφ, θέλοντας να προλάβει την παρατήρηση, την αποχαιρέτησε και βγήκε ήρεμος, χαρούμενος, με την καρδιά γεμάτη αγάπη για όλους τους ανθρώπους — κι ολ’ αυτά για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλο βαθμό. Πετούσε στα ύψη από τη χαρά του γιατί πίστευε πως καμιά πράξη της Μάσλοβα δε μπορεί να τον κάνει να μην την αγαπάει. Ας έχει πάρε-δώσε με τον αρχινοσοκόμο — αυτό είναι δική της δουλειά: τούτος την αγαπάει όχι για τον εαυτό του, αλλά γι αυτή και για το θεό.[...]



Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)


....γιατί είχε τάχα πάρε-δώσε με άντρες....

Το διώξιμο από το νοσοκομείο γιατί είχε τάχα πάρε-δώσε με άντρες τη στενοχώρησε πολύ — ύστερα από τη συνάντησή της με το Νιεχλιούντοφ οι στενές σχέσεις με άντρες που την αήδιαζαν εδώ και πολύ καιρό της έγιναν τώρα πιο αηδιαστικές. Η σκέψη ότι, κρίνοντάς την από το παρελθόν της και από τη σημερινή της θέση ο κάθε άντρας, μαζί και ο κασιδιάρης νοσοκόμος, θεωρούσε ότι έχει το δικαίωμα να την ενοχλεί, και ύστερα να βλέπει ξαφνικά πως κείνη δεν έχει διάθεση για τέτοια τη στενοχωρούσε αφάνταστα και την έκανε να λυπάται τον εαυτό της, πνιγμένη στα δάκρυα.

Σήμερα, βγαίνοντας να δει το Νιεχλιούντοφ, ήθελε να του δικαιολογηθεί για κείνη την τόσο άδικη κατηγορία που σίγουρα θα είχε μάθει. Μα, αρχίζοντας να δικαιολογείται, κατάλαβε πως κείνος πιστεύει ότι οι δικαιολογίες της δεν κάνουν τίποτ’άλλο παρά να επιβεβαιώνουν τις υποψίες του, βούρκωσαν τα μάτια της, και σώπασε.

Η Μάσλοβα δεν έπαψε να σκέφτεται και να διαβεβαιώνει τον εαυτό της ότι, όπως του το είχε τονίσει στη δεύτερη συνάντησή τους, δεν τον είχε συχωρέσει και τον μισούσε, μα τώρα πια από καιρό ξανάρχισε να τον αγαπάει, και τον αγαπούσε έτσι και τόσο που χωρίς να θέλει έκανε όλα κείνα που ήθελε κείνος απ’ αυτή: σταμάτησε να πίνει, να καπνίζει, παράτησε την κοκεταρία και πήγε να δουλέψει στο νοσοκομείο της φυλακής. Ολ’αυτά τα’κανε γιατί ήξερε πως είναι δική του επιθυμία.

Αν αρνιόταν τόσο κατηγορηματικά κάθε φορά που της το θύμιζε να δεχτεί τη θυσία του να την παντρευτεί, αυτό γινόταν γιατί της άρεσε να του λέει και να του ξαναλέει κείνα τα περήφανα λόγια που του είχε πει την πρώτη φορά, και, το σπουδαιότερο, γιατί είχε στο μυαλό της την ιδέα πως ο γάμος μαζί της θα τον κάνει δυστυχισμένο. Το πήρε απόφαση να μη δεχτεί τη θυσία του, μα, έτσι κι αλλιώς, τη στενοχωρούσε η σκέψη πως την περιφρονεί, νομίζει πως είναι ακόμα τέτοια που ήταν, και δεν τη βλέπει πόσο είχε αλλάξει. Η υποψία του ότι αυτή είχε κάνει κάτι άσχημο στο νοσοκομείο τη βασάνιζε περισσότερο από την πληροφορία πως είχε οριστικά καταδικαστεί σ’ εξορία στη Σιβηρία.


Stefania Rocca as Katiuscia Maslova, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani


Η Κατιούσια δε θέλει τη δική μου θυσία, θέλει τη δική της...

Η αποστολή με τη Μάσλοβα έφευγε στις τρεις το απόγευμα από το σιδηροδρομικό σταθμό, και ο Νιεχλιούντοφ, για να προλάβει την έξοδό της από τις φυλακές και να πάει μαζί ως το σταθμό, σκόπευε να βρίσκεται στην πύλη πριν από τις δώδεκα.

Ταχ
τοποιώντας τα πράγματά του και τα χαρτιά του είδε το ημερολόγιό του, γύρισε δυο τρία φύλλα του και στάθηκε στην τελευταία εγγραφή. Είχε σημειώσει πριν φύγει για την Πετρούπολη:

«Η
 Κατιούσια δε θέλει τη δική μου θυσία, θέλει τη δική της. Νίκησε και νίκησα. Με κάνει να χαίρομαι γι αυτή την εσωτερική αλλαγή που, νομίζω — φοβάμαι να το πιστέψω, γίνεται σ’ αυτή, Φοβάμαι να το πιστέψω, μα έχω την εντύπωση πως ξαναγεννιέται».

Πιο
 κάτω ήταν γραμμένο: «Πέρασα στιγμές πολύ δύσκολες και πολύ χαρούμενες. Έμαθα πως η διαγωγή της στο νοσοκομείο δεν ήταν καλή. Και ξαφνικά η στενοχώρια μου δε λέγεται. Δεν περίμενα να στενοχωρηθώ τόσο πολύ. Μιλούσα μαζί της με αντιπάθεια και μίσος· ύστερα θυμήθηκα ξαφνικά πόσες φορές ήμουν — είμαι και τώρα, αν και νοερά — ένοχος γιατί τη μισούσα, και την ίδια στιγμή τα ’βαλα με τον εαυτό μου, και λυπήθηκα κείνη, κι ένιωσα μεγάλη χαρά. Μόνο να μπορούσε, πες, κανείς να βλέπει πάντα έγκαιρα το δοκάρι στο μάτι του, πόσο θα ήταν καλύτερα».[...]

«Από
αύριο αρχίζει μια καινούργια ζωή — αντίο παλιά, και για πάντα. Πολλές εντυπώσεις έχουν συγκεντρωθεί, μα δε μπορώ ακόμα να τις συναρμολογήσω».


Stefania Rocca as Katiuscia Maslova, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani

Ένας χείμαρρος αγάπης που πρώτη φορά πλημμύριζε την καρδιά του...

Από το Νίζνι ως το Περμ ο Νιεχλιούντοφ πέτυχε να συναντήσει την Κατιούσια όλες κι όλες δυο φορές. Και τις δυο φορές τη βρήκε κλεισμένη στον εαυτό της και κακόκεφη. Στις ερωτήσεις του αν είναι καλά κι αν έχει ανάγκη από τίποτα του απάντησε με υπεκφυγές, συγχυσμένη και όπως του φάνηκε, με κείνες τις εχθρικές διαθέσεις που είχε δείξει κάμποσες φορές άλλοτε. 

Κι αυτή η κακοκεφιά της που την προκαλούσαν μόνο οι άντρες που δεν την άφηναν σε χλωρό κλαρί στενοχωρούσε αυτή την περίοδο το Νιεχλιούντοφ. Φοβόταν μήπως, επηρεασμένη από τις δύσκολες κι εξευτελιστικές συνθήκες όπου βρισκόταν όσο θα κρατούσε το ταξίδι, ξαναπέσει σε κείνη την παλιά κατάσταση της δυσαρμονίας με τον ίδιο τον εαυτό της και της απελπισίας στη ζωή που την έκανε κάποτε να τα βάζει μαζί του, να καπνίζει και να πίνει για να ξεχάσει. Μα δε μπορούσε με κανέναν τρόπο να τη βοηθήσει, γιατί όλο αυτό τον πρώτο καιρό του ταξιδιού δεν του ήταν δυνατό να τη συναντάει. 

Μόνο τότε που είδε πως την έβαλαν μαζί με τους πολιτικούς όχι μόνο πείστηκε πως οι φόβοι του ήταν αβάσιμοι, μα, απεναντίας, σε κάθε συνάντησή τους παρατηρούσε πως κείνη η εσωτερική αλλαγή που τόσο δυνατά επιθυμούσε να δει σ’ αυτή παίρνει ολοένα και πιο συγκεκριμένη μορφή. Στην πρώτη συνάντησή τους στο Τομσκ ξανάγινε τέτοια που ήταν πριν από την αναχώρηση: ούτε κατσουφιασμένη, ούτε συγχυσμένη μόλις τον είδε. Απεναντίας τον υποδέχτηκε με χαρά και ειλικρίνεια, και τον ευχαρίστησε για όλα όσα είχε κάνει γι αυτή, ιδιαίτερα γιατί απ' αυτόν γνώρισε τους ανθρώπους που ανάμεσά τους βρισκόταν τώρα.

Ύστερα από δυο μήνες πορεία και στάσεις η αλλαγή που έγινε μέσα της φάνηκε και στο παρουσιαστικό της. Αδυνάτισε, μαύρισε, λες και είχε μπει σε ηλικία· στους κροτάφους και κοντά στο στόμα φάνηκαν ρυτίδες, δεν άφηνε τα μαλλιά της να κατεβαίνουν στο μέτωπο — τα ’δενε  μ' ένα μαντίλι, και ούτε στο ντύσιμό της, ούτε στο χτένισμά της, ούτε στη συμπεριφορά της έβλεπες την παλιά κοκεταρία. Κι αυτή η αλλαγή που είχε γίνει και γινόταν μέσα της έκανε το Νιεχλιούντοφ να νιώθει μια ιδιαίτερη χαρά.

Resurrezione (1944) by Flavio Calzavara 
Doris Duranti as Katiuscia Maslova, Claudio Gora as Dimitri Neklindoff

Η καρδιά του ήταν τώρα πλημμυρισμένη από ένα αίσθημα γι αυτή που ποτέ ως τώρα δεν το είχε δοκιμάσει. Το αίσθημα αυτό δεν έμοιαζε καθόλου ούτε με το πρώτο ρομαντικό πάθος, ούτε ακόμα λιγότερο με κείνο τον αισθησιακό έρωτα που θα νιώσει αργότερα, ούτε και με την ικανοποίηση από ένα καθήκον που είχε εκτελεστεί, όχι χωρίς αυτοθαυμασμό — είχε αποφασίσει ύστερα από την καταδίκη της να την παντρευτεί. Το αίσθημα αυτό της ικανοποίησης ήταν κείνο το απλό αίσθημα του οίκτου και της τρυφερότητας που είχε δοκιμάσει στην πρώτη συνάντησή τους στις φυλακές και αργότερα με καινούργια δύναμη, ύστερα από τη σκηνή στο νοσοκομείο που υπερνικώντας την αντιπάθειά του τη συχώρεσε για τη φανταστική ιστορία με τον αρχινοσοκόμο (ότι ήταν ψεύτικη αποδείχτηκε αργότερα)· ήταν τα ίδια αισθήματα, με μόνη τη διαφορά ότι το χτεσινό ήταν προσωρινό και το τωρινό ήταν μόνιμο.

Ό,τι και να σκεφτόταν τώρα, ό,τι και να ’κανε, η διάθεσή του γενικά ήταν αυτό το αίσθημα του οίκτου και της τρυφερότητας όχι μόνο γι αυτή, αλλά και για όλο τον κόσμο. Το αίσθημα αυτό λες και αποκάλυψε στην ψυχή του Νιεχλιούντοφ ένα χείμαρρο αγάπης που ποτέ πριν δεν είχε βρει διέξοδο, και τώρα έτρεχε με κατεύθυνση προς όλους τους ανθρώπους που συναντούσε μπροστά του.


Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)

Αν αυτή παντρευτεί, τότε η δική του παρουσία περιττεύει...

— Λοιπόν, τι λέτε; είπε η Μαρία Πάβλοβνα. Ερωτευμένος, τρελά ερωτευμένος. Ποτέ δεν το περίμενα να είναι ο Βλαντίμηρ Σίμονσον ερωτευμένος τόσο ανόητα, τόσο παιδιάστικα. Είναι περίεργο και, για να πω την αλήθεια, λυπηρό, πρόστεσε κι αναστέναξε.

— Μα αυτή, η Κάτια; Εσείς, πώς νομίζετε το βλέπει αυτό; ρώτησε ο Νιεχλιούντοφ.

— Αυτή; Η Μαρία Πάβλοβνα σταμάτησε θέλοντας, σίγουρα ν’ απαντήσει με όσο το δυνατό πιο μεγάλη ακρίβεια στην ερώτηση. Αυτή; Δε βλέπετε — παρόλο το παρελθόν της, είναι ένας από τους πιο ηθικούς χαρακτήρες... κι έχει τόσο λεπτά αισθήματα... Σας αγαπάει, σας αγαπάει ειλικρινά και είναι ευτυχισμένη που μπορεί να σας ωφελήσει, έστω και αρνητικά εμποδίζοντάς σας να συνδέσετε τη δική σας τύχη με τη δική της. Γι αυτή ο γάμος με σας θα ήταν μια τρομερή κατάρρευση, χειρότερη από κάθε άλλη προηγούμενη, και γι αυτό ποτέ δε θα, συμφωνούσε σ’ αυτό. Αφήνω που η παρουσία σας την ανησυχεί, τη στενοχωρεί.

—Τι να κάνω, λοιπόν, τότε — να εξαφανιστώ;
Η Μαρία Πάβλοβνα έσκασε το χαριτωμένο παιδικό της χαμόγελο.

— Ναι, ενμέρει.

— Και τι θα πει να εξαφανιστώ εν μέρει;

— Υπερβάλλω, ίσως· γι αυτή ήθελα να σας πω ότι, σίγουρα, βλέπει πόσο ανόητη είναι αυτή η υπερβολική, η τρελή αγάπη του (κείνος την κρατάει μυστική), μα και την κολακεύει, και την κάνει να φοβάται. Δε μου πέφτει λόγος, μα μου φαίνεται πως από την πλευρά του είναι το πιο συνηθισμένο αντρικό αίσθημα, αν και καμουφλαρισμένο — κείνος λέει πως η αγάπη αυτή τονώνει τις δυνάμεις του και πως είναι μια αγάπη πλατωνική. Μα εγώ ξέρω καλά πως κι αν ακόμα είναι μια εξαιρετική αγάπη, στη βάση της βρίσκεται χωρίς άλλο κάποια βρωμιά.......


Η Μαρία Πάβλοβνα είχε πάρει φόρα στο αγαπημένο της θέμα και ξεγλίστρησε από την ερώτηση.

— Καλά όλ’ αυτά, μα εγώ τι πρέπει να κάνω, είπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Νομίζω ότι πρέπει να της μιλήσετε. Το καλύτερο είναι να ξεκαθαριστούν όλα. Να μιλήσετε μαζί της.

Ένα παράξενο αίσθημα κυρίεψε το Νιεχλιούντοφ μόλις έμεινε μόνος του στο καμαράκι ...

Κείνο που του είχε πει ο Σίμονσον του έλυνε τα χέρια από την υποχρέωση που είχε αναλάβει και που σε στιγμές αδυναμίας του φαινόταν βαριά και περίεργη, αλλά παράλληλα τα λόγια του Σίμονσον όχι μόνο τον δυσαρέστησαν μα και τον στενοχώρησαν. Μαζί με την εντύπωση αυτή έβλεπε και πως η πρόταση του Σίμονσον υποβάθμιζε τον αποκλειστικό χαρακτήρα της δικής του θυσίας, κι έτσι περιόριζε την αξία της στα μάτια τα δικά του και των άλλων.

Αν ένας τόσο καλός άνθρωπος που δεν τον συνδέει τίποτα μαζί της ήθελε να ενώσει την τύχη του με τη δική της, τότε αυτή η θυσία δεν ήταν τόσο σημαντική. Μπορεί να τον έτρωγε ένα απλό αίσθημα ζήλειας: είχε τόσο συνηθίσει την αγάπη της που δε μπορούσε να το χωνέψει πως ήταν δυνατό αυτή ν’αγαπήσει άλλον. Γκρεμιζόταν και το παλιό του σχέδιο — να ζήσει κοντά της όλα τα χρόνια της τιμωρίας της. Αν αυτή παντρευτεί το Σίμονσον, τότε η δική του παρουσία περιττεύει, και θα ’πρεπε να σκεφτεί έναν καινούργιο τρόπο ζωής.

Evgeniy Matveev and Tamara Syomina in Voskreseniye (1960)

«Τι σύζυγος θα είμαι — στο κάτεργο;»

Δεν πρόφτασε να το καλοσκεφτεί γιατί άνοιξε η πόρτα ....Μπήκε η Κατιούσια — αυτή είχε ανοίξει την πόρτα.

Πήγε κοντά του με γρήγορα βήματα.

—  Μ’έστειλε η Μαρία Πάβλοβνα, είπε σταματώντας δίπλα του, πολύ κοντά.

—  Ναι, θέλω να μιλήσουμε. Καθήστε. Κουβέντιασα με το Βαλντίμηρ Ιβάνοβιτς.
Κείνη κάθησε, σταύρωσε τα χέρια πάνω στα γόνατά της και φαινόταν ήρεμη·  μα μόλις ο Νιεχλιούντοφ ανάφερε τ’ όνομα του Σίμονσον το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο.

— Και τι σας έλεγε;

— Μου είπε πως θέλει να σας παντρευτεί.


Το πρόσωπό της ζάρωσε — τη στενοχώρησε αυτό που άκουσε. Δεν είπε τίποτα και μόνο χαμήλωσε τα μάτια.

— Ζητάει τη γνώμη μου ή τη συμβουλή μου. Του είπα πως είναι στο χέρι το δικό σας, πως εσείς θ’ αποφασίσετε.

— Τι σημαίνει αυτό; Γιατί; είπε και κοίταξε στα μάτια το Νιεχλιούντοφ με κείνη την παράξενη λοξή ματιά της που τόσο πολύ τον συγκινούσε. Τρία τέσσερα δευτερόλεφτα κοιταζόντουσαν αμίλητοι στα μάτια. Και η ματιά αυτή είπε πολλά και στον ένα και στον άλλο.

— Εσείς θ’ αποφασίσετε, ξαναείπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Τι ν’ αποφασίσω εγώ; Όλα έχουν αποφασιστεί από καιρό.

— Όχι, εσείς θ’ αποφασίσετε αν δεχόσαστε την πρόταση του Βλαντίμηρ Ιβάνοβιτς,
είπε ο Νιεχλιούντοφ.

—Τι σύζυγος θα είμαι — στο κάτεργο; Γιατί να πάρω στο λαιμό μου και το Βλαντίμηρ Ιβάνοβιτς; είπε κείνη κι έσμιξε τα φρύδια στενοχωρημένη.

— Ναι, μα αν πάρετε χάρη;

— Αχ, αφήστε με. Δεν έχω τίποτ’ άλλο να πω, νεύριασε, σηκώθηκε και βγήκε από το καμαράκι.
Resurrezione (1944) by Flavio Calzavara 
Doris Duranti as Katiuscia Maslova, Claudio Gora as Dimitri Neklindoff

Ευνοϊκή απόφαση, καινούργιες περιπλοκές...

[...] ..το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο και η καρδιά του σφίχτηκε. Ήταν απόφαση στην αίτηση της Κατιούσια. Τι έλεγε η απόφαση; Ήταν τάχα αρνητική; Ο Νιεχλιούντοφ διάβασε μονορούφι το χαρτί με τα μικρά δυσανάγνωστα γράμματα και πήδησε από τη χαρά του. Η απόφαση ήταν ευνοϊκή.

 «Γραφείο της αυτού αυτοκρατορικής μεγαλειότητος για τις αιτήσεις προς τον ανώτατο άρχοντα. Υπόθεση τάδε, γραφείο τάδε, ημερομηνία... Με διαταγή του γενικού διευθυντή του γραφείου της αυτού αυτοκρατορικής μεγαλειότητας κλπ., κλπ., γνωστοποιείται στην αστή Εκατερίνα Μάσλοβα ότι η αυτού αυτοκρατορική μεγαλειότητα ύστερα από σεβαστή εισήγηση, αποφασίζει τη μετατροπή της ποινής της ανωτέρω από καταναγκαστικά έργα σε εκτόπιση σε περιοχή γειτονική της Σιβηρίας».

Το νέο ήταν ευχάριστο και σπουδαίο: έγινε κείνο που επιθυμούσε ο Νιεχλιούντοφ για την Κατιούσια αλλά και για τον εαυτό του τον ίδιο. Η αλήθεια είναι ότι η μεταβολή αυτή
στη θέση της Μάσλοβα σήμαινε καινούργιες περιπλοκές στις κοινές τους σχέσεις. Όσο παράμενε κατάδικη στα κάτεργα, ο γάμος που της πρότεινε ήταν εικονικός και η σημασία του ήταν ότι αλάφρωνε τη θέση της. Τώρα, τίποτα δεν τους εμπόδιζε να ζήσουν μαζί. Μα ο Νιεχλιούντοφ δεν ήταν έτοιμος γι αυτό. 

Εξάλλου, ήταν και οι σχέσεις της με το Σίμονσον. Τι σήμαιναν τα χτεσινά της λόγια; Κι αν δεχόταν να ενώσει την τύχη της με κείνη του Σίμονσον, θα ήταν καλό αυτό ή άσχημο; Δε μπορούσε με κανέναν τρόπο να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του, και τώρα έβαλε τέρμα στις απορίες του αυτές. «Ολ’ αυτά θα ξεκαθαριστούν αργότερα, είπε μέσα του· τώρα είναι ανάγκη να τη δω όσο γίνεται πιο γρήγορα για να της ανακοινώσω το ευχάριστο νέο και να την απελευθερώσω».

Timothy Peach & Stefania Rocca, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani

Πόσο καλή γυναίκα είσαστε!

[....] άκουσε να πλησιάζουν βήματα, η πόρτα του γραφείου άνοιξε, και, όπως είχε γίνει πολλές φορές ως τώρα, μπήκε ο φύλακας και πίσω του η Κατιούσια με μαντήλι στο κεφάλι και με τη ρόμπα της φυλακής — την είδε και μια δυνατή συγκίνηση τον κυρίεψε.

«Θέλω να ζήσω, θέλω να κάνω οικογένεια, θέλω παιδιά, θέλω να ζήσω σαν άνθρωπος», έλεγε και ξανάλεγε μέσα του βλέποντάς την να μπαίνει με γρήγορα βήματα και να κοιτάζει κάτω.

Σηκώθηκε κι έκανε δυο-τρία βήματα για να την υποδεχτεί — το πρόσωπό της του φάνηκε αυστηρό, εχθρικό. Ήταν ξανά τέτοιο που ήταν και τότε που του τα κοπανούσε. Άλλαξε χρώματα, τα δάχτυλά της έστριφταν νευρικά την ρόμπα της, και μια τον κοίταζε, μια κατέβαζε τα μάτια.

— Ξέρετε πως πήρατε χάρη; είπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Ναι, μου το είπε ο φύλακας.

— Μόλις κοινοποιηθεί η απόφαση, θα σας απολύσουν, και μπορείτε να μείνετε όπου θέλετε. Θα δούμε».

Του ’κοψε τη φόρα:

— Τι να δούμε; Όπου θα βρίσκεται ο Βλαντίμηρ Ιβάνοβιτς, εκεί θα είμαι κι εγώ μαζί του.

Παρόλη την ταραχή της η Μάσλοβα το είπε αυτό χωρίς να σηκώσει τα μάτια της, γρήγορα, καθαρά, σα να ήταν προετοιμασμένη τι θα πει.

— Έτσι λοιπόν! είπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Τι δηλαδή, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, αν αυτός θέλει να ζήσω μαζί του — σταμάτησε τρομαγμένη και διόρθωσε: να είμαι κοντά του, τι άλλο καλύτερο; Εγώ αυτό θα το θεωρώ ευτυχία. Τι άλλο έχω να κάνω;

«Ένα από τα δυο συμβαίνει: ή ερωτεύτηκε το Σίμονσον και δεν τη χρειάζεται τη θυσία που είχα στο νου μου να της προσφέρω, ή εξακολουθεί να μ’ αγαπάει και για το καλό μου με απαρνιέται και βάζει τελεία και παύλα στις σχέσεις μας ταυτίζοντας την τύχη της με κείνη του Σίμονσον», σκέφτηκε ο Νιεχλιούντοφ και ντράπηκε. Κατάλαβε πως κοκκινίζει.

— Αν τον αγαπάτε... είπε.

— Τον αγαπώ, δεν τον αγαπώ, αυτό δεν έχει σημασία. Αυτά τώρα τα ’χω αφήσει· ο Βλαντίμηρ Ιβάνοβιτς είναι εξαίρετος.

— Ναι, βέβαια, είπε ο Νιεχλιούντοφ. Είναι ένας θαυμάσιος άνθρωπος, κι εγώ νομίζω...

Κείνη του ξανάκοψε τη φόρα — φοβόταν να μην της πει πολλά και δε θα μπορέσει κείνη να του απαντήσει σ’ όλα.

— Όχι, Ντμήτρη Ιβάνοβιτς, πρέπει να με συχωρέσετε αν δεν κάνω κείνο που θέλετε σεις, είπε κοιτάζοντάς τον κατάματα με αινιγματικό ύφος. Αυτή είναι η κατάληξη. Πρέπει να κάνετε και σεις τη ζωή σας.

Του είπε κείνο το ίδιο που ο Νιεχλιούντοφ σκεφτόταν πριν από λίγο — τώρα σκεφτόταν άλλα πράγματα, διαφορετικά. Όχι μόνο ένιωθε ντροπή, μα λυπόταν για όλα κείνα που έχανε μαζί της.

— Δεν το περίμενα αυτό, της είπε.

— Δε βλέπω το λόγο γιατί να μένετε δω και να βασανίζεστε. Αρκετά έχετε υποφέρει, είπε και χαμογέλασε παράξενα.

— Δεν έπαθα τίποτα, είμαι μια χαρά, και θα ήθελα να σας βοηθήσω ακόμα, αν μπορούσα.

— Δε μας χρειάζεται τίποτα. Πρόφερε το «μας» ρίχνοντας μια ματιά στο Νιεχλιούντοφ. 'Εχετε τόσα πολλά κάνει για μένα. Χωρίς εσάς... Θέλησε να προστέσει κάτι ακόμα, μα η φωνή της άρχισε να τρέμει.

— Δεν υπάρχει λόγος να μ’ ευχαριστείτε, της είπε.

— Ποιος ο λόγος να κάνουμε τώρα λογαριασμό; Τους λογαριασμούς τους κάνει ο θεός, είπε κείνη και τα μαύρα μάτια της γυάλισαν βουρκωμένα.

— Πόσο καλή γυναίκα είσαστε!

— Εγώ, καλή; του είπε κλαμένη τώρα, κι ένα παραπονιάρικο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. [.....]

— Λοιπόν, μπορώ να φύγω τώρα; είπε ....

— Δε σας λέω αντίο· θα σας ξαναδώ, είπε ο Νιεχλιούντοφ.

— Συχωρέστε με, είπε κείνη μόλις ακουστά. Οι ματιές τους συναντήθηκαν, και από την παράξενη λοξή δική της και από το παραπονιάρικο χαμόγελό της που συνόδεψε κείνο το «συχωρέστε με» αντί γι αντίο ο Νιεχλιούντοφ κατάλαβε πως από τις δυο εικασίες για το λόγο της απόφασής της σωστή ήταν η δεύτερη: τον αγαπούσε και πίστευε πως, ταυτίζοντας την τύχη της με τη δική του, θα χαλάσει τη ζωή του, απεναντίας, πηγαίνοντας με το Σίμονσον, του χάριζε την ελευθερία, και τώρα χαιρόταν που έκανε κείνο που ήθελε και ταυτόχρονα στενοχωριόταν γιατί τον αποχωριζόταν.

Του έσφιξε το χέρι, γύρισε απότομα και βγήκε από το γραφείο.

Ο Νιεχλιούντοφ πήγε και κάθησε σ’ έναν ξύλινο καναπέ — και ξαφνικά ένιωσε τρομερά κουρασμένος. Δεν τον είχε κουράσει ούτε η αϋπνία, ούτε το ταξίδι, ούτε η συγκίνηση — κατάλαβε πως τον είχε κουράσει όλη η ζωή του.

Τολστόη Λέων, Ανάσταση, μτφρ. - επιμέλεια - διορθώσεις Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδοτικός οίκος Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος Α.Ε.

Timothy Peach, Resurrezione (2001), Paolo & Vittorio Taviani

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

«Ο Θησέας σφάλλει αν με νομίζει νικημένη, εμένα, την Αριάδνη....», Ρέα Γαλανάκη, Εγώ, η Αριάδνη


John William Waterhouse, Ariadne (1898)
Εγώ, η Αριάδνη....

Επειδή «οι μύθοι έχουν πολλές ουρές για να τους πιάσεις....»

Επειδή «την ερωτική ιστορία της Αριάδνης και του Θησέα την "έγραψε" ο άντρας αυτής της μυθικής σχέσης, ο Θησέας, εκπρόσωπος των ελληνικών φύλων που επικράτησαν και των καινούριων θεών που παραμέρισαν τις παλαιότερες μεσογειακές θρησκείες.

Είναι μόνο η αφήγηση του αρσενικού στον έρωτα, του νικητή σε όλα άντρα. Λες και σώθηκε από μόνος του, ο τόσο νικητής, ο τόσο ανυποψίαστος σε όλα......

Ιδού, λοιπόν, ο λόγος στη ίδια την Αριάδνη....


George Frederic Watts, Ariadne (1894)
The Metropolitan Museum of Art


«...μια νεαρή κοπέλα ερωτευμένη.Υπήρξα κι έτσι. Όχι όμως μόνον έτσι....»


[....[ Βιαζόταν ο Θησέας, πάντα βιάζονται οι νικητές, περισσότερο οι δήθεν σε όλα νικητές. Κι εγώ εκπροσωπούσα τον εχθρικό σ’ εκείνον παλιό κόσμο, που είχε επιβάλει φόρο αίματος στην πατρίδα του Αθήνα, εκπροσωπούσα και τους δύοντες θεούς της Κρήτης, ακόμη και μια κοινωνία όπου οι γυναίκες στέκονταν πιο σεβαστές, πιο ιερές, πιο ελεύθερες απ’ ό,τι στα δικά του μέρη. [.....]

Ο Θησέας βέβαια θα διακηρύξει, και θα τον ακούσουν όλοι οι κατοπινοί αιώνες, όλοι οι μελλοντικοί θεοί κι ανθρώποι, πως ήμουν μια γυναίκα σκοτεινή, περήφανη, που ναι μεν τον βοήθησα, ωστόσο πρόδωσα τον τόπο μου κι έπρεπε, ίσως, να τιμωρηθώ γι’ αυτό. Ακόμη και των πιο προσωπικών στιγμών μου η ιστορία θα γραφτεί από τον νικητή, που θα φροντίσει βέβαια να αφαιρέσει από την αφήγησή του το αγκάθι της δικής του ατιμίας. Μοιάζει σαν να ορίζει με το ξίφος του ο νικητής μια νέα γλώσσα, αλλάζοντας το νόημα όσων λέξεων επιθυμεί, λόγου χάριν έρωτας, ατιμία, ενοχή, εξουσία, προδοσία. Του Θησέα τα ελληνικά θα επιζήσουν, οι δικές μας κρυπτικές πανάρχαιες γραφές μάλλον θα χαθούν.

Μιλώ, λοιπόν, στη θάλασσα, κι ας μην ακουστούν οι πανάρχαιες, οι σιβυλλικές μου λέξεις ποτέ κι από κανέναν. Μιλώ και λέω ότι ο Θησέας σφάλλει αν με νομίζει νικημένη, εμένα, την Αριάδνη. Σ’ αυτή την ακτή εγκατέλειψε μια νεαρή κοπέλα ερωτευμένη.

Υπήρξα κι έτσι. Όχι όμως μόνον έτσι.[....]



George Frederick Watts, Ariadne in Naxos (1875)




Έπρεπε να υποταχθώ στον άντρα, για να ξαναβλαστήσω ως γυναίκα....

Σήμερα, μόνη μου μέσα στο φως του ήλιου, όλα μου φαίνονται πιο καθαρά. Και ισχυρίζομαι ότι η πρόσκαιρη υποταγή μου στον Θησέα, στον πόθο μάλλον του Θησέα, δεν ήταν και καμιά ταπείνωση δική μου, ωστόσο και η ερωτική του νίκη δεν ήταν και καμιά σπουδαία νίκη. Είναι απλό, ο Θησέας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι για μένα, τη γυναικεία θεότητα ενός πανάρχαιου κόσμου, την ιέρεια των νημάτων και των μυστικών τους στην υφαντική, προπαντός τη βλαστική θεά, θεά των εποχικών κύκλων και της βλάστησης, υπήρχε ένα αναγκαίο στάδιο: έπρεπε πρώτα να υποταχθώ στον άντρα, για να μπορέσω πάλι να ξαναβλαστήσω ως γυναίκα.

Κύκλοι ατέρμονες του χρόνου και της βλάστησης. Ένας ελικοειδής λαβύρινθος - πώς με κυκλώνει τούτη η λέξη από παντού...

Υπήρχε, με άλλα λόγια, κάτι σαν προκαθορισμένο από τη μοίρα σχέδιο: Έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να πεθάνω για να μπορέσω να αναστηθώ, ώστε γι’ ακόμη μια φορά να συμβολίσω, όπως άρμοζε στον ρόλο μου ως γυναικεία θεότητα, ολόκληρο τον κύκλο της φύσης. Θάνατο της ζωής κάθε χειμώνα, ξαναζωντάνεμά της κάθε άνοιξη, αυτό το τόσο απλό.

Όποιος, ωστόσο, συμβολίζει τον αέναο κύκλο θανάτου και ζωής, δεν μπορεί να είναι απόλυτα θνητός. Ο ωραίος Θησέας, άνθρωπος με θεϊκή καταγωγή όπως τον άκουσα με τα ίδια μου τ’ αφτιά να ισχυρίζεται ενώ χορεύαμε, έπαιξε, δίχως καθόλου να το καταλάβει, τον ρόλο που έπρεπε να παίξει, που του ήταν γραφτό να παίξει, για να ολοκληρωθεί ο δικός μου προορισμός. Έπαιξε τον ρόλο του στη δική μου ιστορία, τη δική μου πορεία, την ανεξάρτητη από τη δική του. Και εν αγνοία του όλα αυτά, ενώ κυνηγούσε μόνο τον δικό του στόχο.

Τίποτε δεν κατάλαβε απ’ αυτά ο μεθυσμένος από τη νίκη και το αίμα νικητής. Ούτε καν ότι η κινητήρια δύναμη του κυκλικού συμβολισμού, δηλαδή του δικού μου θηλυκού συμβολισμού, είναι ο έρωτας, η γονιμότητα, η αναπαραγωγή της φύσης και ο θάνατος. Από πάντα και για πάντα.

Ο πόθος μου για τον ωραίο ξένο, όσο κι αν με τράνταξε, μάλλον ένα κομμάτι του παραπάνω σχεδίου για την ολοκλήρωσή μου ήταν κι αυτός. Αλλά και η βοήθειά μου προς τον θύτη, η δήθεν προδοσία, η αρπαγή και η εγκατάλειψή μου, όλα μέρος του αναπόφευκτου σχεδίου ήταν.

Μιλώ κι ακούω τα λόγια μου, ξέρω τι λέω. Είμαι ήρεμη, όσο ποτέ. Είμαι, επιτέλους, κύρια του εαυτού μου. [.....]

Angelica Kauffman, Ariadne left on the island of Naxos

Ποιος νικά, ποιος δεν νικά, λοιπόν, στον έρωτα; 

Γελώ ξανά, o έρωτας έχει μια πηγαία χάρη, αν όχι μια πηγαία σοφία: να ειρωνεύεται εκείνους που νομίζουν ότι είναι σε όλα νικητές.[.....]

Ο θεός Διόνυσος έρχεται προς τη μεριά μου......Ζει, δεν νικήθηκε ούτε θα νικηθεί ποτέ από κανένα νεαρό θεό ο γηγενής στην Κρήτη, ο Κρήσιος Διόνυσος. Έρχεται. Μαζί μου ερωτευμένος.

Ο θεός Διόνυσος είναι αυτός που θα με ξανασηκώσει, θα με αναστήσει, για να κλείσει έτσι ο κύκλος της πτώσης με την έγερσή μου. 


Στο πλευρό του Διόνυσου, ενός θεού που δεν συγκαταλέγεται στο καινούργιο δωδεκάθεο, μα εξακολουθεί να είναι πανίσχυρος, να είναι ο αγαπημένος των ανθρώπων, θα δεχτούν κι εμένα, τη γυναίκα του, στην τάξη των ηρώων οι θεοί. Γιοι μας ο Στάφυλος και ο Οινοπέας. 

Κάποιοι τόποι θα συνεχίσουνε να με λατρεύουν ωσάν μια πάναγνη γυναικεία θεότητα, ως τη σύζυγο του Διόνυσου. Το χρυσό στεφάνι μου θα συνεχίσει να φεγγοβολά, αστερισμός στο ουράνιο στερέωμα.

Ποιος νικά, ποιος δεν νικά, λοιπόν, στον έρωτα;

Γι’ αυτό έκανα πως κοιμόμουν και τον άφησα να φύγει με το πένθιμο καράβι. Όλα έγιναν σωστά. Κι όχι μόνο έγιναν, μα επιπλέον ονειρεύτηκα πως όλα έγιναν σωστά, όταν αποκοιμήθηκα με ύπνο βαθύ, παυσίλυπο, σ’ αυτή την έρημη ακρογιαλιά της Νάξου.


Ρέα Γαλανάκη, Εγώ η Αριάδνη, 
Δυο γυναίκες, δυο θεές, εκδόσεις Καστανιώτη


Tintoretto, Bacchus and Ariadne ( 1578)


Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

«...κι εγώ με λέξεις θα κόβω τις κλωστές της νοσταλγίας...», Η άλλη Πηνελόπη, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Domenico Beccafumi, Penelope (περίπου 1514)

Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου.......

And your absence teaches me
what art could not

Daniel Weissbort
Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
κάτω απ’ το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
—απουσία από τη ζωή—
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος
που στερείται.

Σβήνω, σχίζω, πνίγω
τις ζωντανές κραυγές
«πού είσαι, έλα, σε περιμένω
ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες»
και ξαναρχίζω το πρωί
με νέα πουλιά και λευκά σεντόνια
να στεγνώνουν στον ήλιο.

Δε θα ’σαι ποτέ εδώ
με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια
να στάζουν τα παλιά ταβάνια
φορτωμένα βροχή
και να ’χει διαλυθεί η δική μου
μες στη δική σου προσωπικότητα
ήσυχα, φθινοπωρινά…

Η εκλεκτή καρδιά σου
—εκλεκτή γιατί τη διάλεξα—
θα ’ναι πάντα αλλού
κι εγώ με λέξεις θα κόβω
τις κλωστές που με δένουν
με τον συγκεκριμένο άντρα
που νοσταλγώ
όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
στου καθενός το νου.

Σε λησμονώ με πάθος
κάθε μέρα
για να πλυθείς από τις αμαρτίες
της γλύκας και της μυρωδιάς
κι ολοκάθαρος πια
να μπεις στην αθανασία.

Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
τι απουσία
ή πώς λειτουργεί το εγώ
στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο
πώς δεν σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σα να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Λέει η Πηνελόπη, 
Ποιήματα (1963–1977). Αθήνα, Καστανιώτης.

Glyn Warren Philpot, Penelope (surrounded by suitors)

Η σκέψη μου σ’ έχει ξεπροβοδίσει πάλι...

Απ’ το παράθυρο
ο κήπος μοιάζει ν’ ανήκει
αλλού
και το σπίτι να ταξιδεύει
πάνω σ’ ένα φύλλο.

Μέσ’ απ’ τη γρίλια
κομμένοι φέτες συνεδριάζουν
οι μνηστήρες της σιωπής μου
οργανώνουν τη ζωή μου
σαν βεγγέρα
κι ανεβαίνει ως τα πάνω πατώματα
η τσίκνα
απ’ τα εδέσματα
της μακρότατης αναμονής μου.

Πετούν γύρω μου οι μνηστήρες
ζαλισμένοι απ’ το φως
της εκθαμβωτικής μοναξιάς μου·
όταν τους κοιτώ από ψηλά
είναι που βρίσκομαι σε μια κάμαρη
γεμάτη Οδυσσέα.

Ας μη μιλήσω πάλι
για τη θεσπέσια φωνή του
τη λίγη πρωτοτυπία του
που τον έκανε αιώνιο απ’ την αρχή
αλλά για μιαν αλλαγή
μια λαμπερή κλωστή
μέσα μου.

Περιμένοντας φτάνω στην ουσία
του εαυτού μου.
Πώς να περιγράψω το κουκούτσι
όταν πια δεν περιβάλλεται
είναι γυμνό και δε φοβάται
δονείται, δε σπαρταρά
και μου επιβάλλει τη σταθερότητα
του χρόνου;

Μια σοβαρότητα αρχίζει από μένα
και πιάνει όλη τη φύση
αν η πορεία συνεχιστεί
κι ο θάνατος θα είναι
μια αξία.

Ακούω κάτω τους αλαλαγμούς,
ήμουνα κάποτε κι εγώ
με λάσπες στο κεφάλι
λεμονανθούς στ’ αυτιά
φώναζα παθιασμένα
«λευτερωθείτ’ απ’ τα δεσμά!»

μα τα δεσμά είναι βαθιά
μια συμπεριφορά
που παίζει ο εαυτός
τον εαυτό του.

Τώρα ένα παράθυρο μόνο·
πίσω του η μικρή μου
ιδιωτική σκιά
ο φυσικός μου κόσμος.

Κλεισμένη μες στο σπίτι
όπως μες στο χρόνο
κοιτάζω το δέντρο
όπως το θεό:
έξω απ’ το χρόνο.
Καταλαβαίνω λίγο
την παρουσία μου
εδώ
μ’ εσένα και χώρια από σένα·

το κρέας μου σε περιμένει
μα η σκέψη μου σ’ είδε να ’ρχεσαι
από καιρό
και σ’ έχει ξεπροβοδίσει πάλι.
Τα πρόσωπα υπάρχουν
μόνο μέσα μας
τα μάτια τους λάμνουν
στα υγρά του οργανισμού μας.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Οι μνηστήρες,
Ποιήματα (1963–1977). Αθήνα, Καστανιώτης

Dante Gabriel Rossetti, Penelope (1869)


Ο πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο εκλεκτός και του ’κλεισε την πόρτα.....

Μέσ’ απ’ τις ελιές έρχεται η Πηνελόπη
με τα μαλλάκια της όπως όπως μαζεμένα.
κι ένα φουστάνι απ’ τη Λαϊκή,
μπλε μαρέν με άσπρα λουλουδάκια.
Μας εξηγεί πως δεν ήταν από προσήλωση
στην ιδέα «Οδυσσέας»
που άφηνε τους μνηστήρες χρόνια
να περιμένουν στο προαύλιο
των μυστικών συνηθειών του κορμιού της.

Εκεί στο παλάτι του νησιού
με τους φτιαχτούς ορίζοντες
μιας γλυκερής αγάπης
και το πουλί απ’ το παράθυρο
να συλλαμβάνει μόνον αυτό, το άπειρο
είχε ζωγραφίσει εκείνη με τα χρώματα της φύσης
την προσωπογραφία του έρωτα.

Καθιστός, το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο
βαστώντας μια κούπα καφέ
πρωινός, λίγο μουτρωμένος, λίγο χαμογελαστός
να βγαίνει ζεστός απ’ τα πούπουλα του ύπνου.
Η σκιά του στον τοίχο
σημάδι από έπιπλο που μόλις το σηκώσαν
αίμα από αρχαίο φόνο
μοναχική παράσταση του Καραγκιόζη
στο πανί, πίσω του πάντα ο πόνος.

Αχώριστοι ο έρωτας κι ο πόνος
όπως το κουβαδάκι κι ο μικρός στην αμμουδιά
το αχ! κι ένα κρύσταλλο που γλίστρησε απ’ τα χέρια
η πράσινη μύγα και το σκοτωμένο ζώο
το χώμα και το φτυάρι
το γυμνό σώμα και το σεντόνι τον Ιούλιο.

Κι η Πηνελόπη που ακούει τώρα
την υποβλητική μουσική του φόβου
τα κρουστά της παραίτησης
το γλυκό άσμα μιας ήσυχης μέρας
χωρίς απότομες αλλαγές καιρού και τόνου
τις περίπλοκες συγχορδίες
μιας άπειρης ευγνωμοσύνης
για ό,τι δεν έγινε, δεν ειπώθηκε, δε λέγεται
νεύει όχι, όχι, όχι άλλο έρωτα
όχι άλλο μιλιές και ψιθυρίσματα
αγγίγματα και δαγκώματα
φωνούλες στα σκοτάδια
μυρωδιά από σάρκα που καίγεται στο φως.
Ο πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο εκλεκτός
και του ’κλεισε την πόρτα.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η άλλη Πηνελόπη, 
Ποιήματα (1986-1996), Καστανιώτης

David Ligare, Penelope (1980)

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

«Θα σε στείλω κατάστρωμα άναυλα....», Άλκη Ζέη, Μια ανάμνηση από τον Νίκο Καββαδία


Είχε παραξενευτεί που ήξερα ένα ποίημά του απέξω......

Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε τον γνώρισα. Πάντως μετά την Κατοχή. Τον συναντούσαμε με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου στο σπίτι του ηθοποιού Αντώνη Γιαννίδη. Είχε πολύ παραξενευτεί όταν του είπα πως ξέρω ένα ποίημά του απέξω. Έβαλε τα γέλια.

- Εγώ κοντεύω να μην το θυμάμαι.

Με την αδελφή μου είχαμε ξεσχολίσει όλη την Ανθολογία του Αποστολίδη. Στην Κατοχή, μόλις πέφταμε στα κρεβάτια μας, πριν μας πάρει ο ύπνος, παραβγαίναμε ποια θα θυμηθεί πιο πολλά ποιήματα απέξω. Ένας ποιητής μόνο δεν μας άρεσε και δεν μαθαίναμε ούτε έναν στίχο του. Θα το πω κι ας γίνω ρεζίλι. Ήτανε ο Σικελιανός.

Του Κόλια ήτανε δημοσιευμένα στην Ανθολογία τρία ποιήματά του. «Ήθελα», «Οι γάτοι των φορτηγών» και «Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί». Εγώ προτιμούσα το πρώτο και θαρρώ πως με λίγη προσπάθεια ακόμα μπορώ να το θυμηθώ σχεδόν όλο. 


Ήθελα

Ήθελα πάντα να 'μενα μικρό κι αγνό παιδί
που απ' το ψυχρό δωμάτιο του έξω ποτέ δε βγαίνει
και που, σκυφτό, παράξενα βιβλία φυλλομετρεί,
κι απέναντί του το κοιτούν παλιάτσοι αραδιασμένοι·

που έχει μια ήρεμη καρδιά και σα μικρού πουλιού δειλή,
και που άλλη δεν εγνώρισε γυναίκα απ' τη μαμά του·
που ώρες πολλές, σε μια γωνιά, μένει και διόλου δε μιλεί,
και κάποια κούκλα που αγαπά κρατάει σφιχτά σιμά του·

που τα ψυχρά απογέματα, τα φθινοπωρινά,
το δρόμο έξω κοιτάζοντας απ' το παράθυρό του,
άγνωστα μέρη σκέφτεται, ταξίδια μακρυνά,
που στα βιβλία που διάβασεν ή που είδε στ' όνειρό του...

Και μια βραδιά χειμερινή που όλα με χιόνι έχουν στρωθεί,
μες στο ψυχρό και θλιβερό δωμάτιό του πεθαίνει
κι ως Αρλεκίνος να τον πάρει ο Χάρος έχει ερθεί
κι απέναντί του τον κοιτούν παλιάτσοι συντριμμένοι

Το ποίημα αυτό ήταν δημοσιευμένο στο Πειραϊκό Βήμα και δεν είχε ενταχθεί σε κάποια ποιητική συλλογή (βρίσκεται στο βιβλίο Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, εκδόσεις Άγρα και στην Ανθολογία Ρένου Αποστολίδη ). Ήταν υπογεγραμμένο από τον Πέτρο Βαλχάλα: ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο Καββαδίας στα πρώτα του κείμενα. Το εν λόγω ποίημα είναι γραμμένο το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1928 έως τον Ιανουάριο του 1930.



«Το ψέμα, για να γίνεται πιστευτό πρέπει να διανθίζεται....»

Ήτανε Ιούλιος του 1945
.
Δεν είχαμε παντρευτεί ακόμα με τον Γιώργο, μα είχε ζητήσει επίσημα το χέρι μου από τον πατέρα μου. Ο ίδιος είχε φύγει στη Θεσσαλονίκη, τουρνέ με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών - την Ασπασία Παπαθανασίου, την Αλέκα Παΐζη, τον Τίτο Βανδή και άλλους. Τους ακολουθούσε ακόμα ως μουσικός του θιάσου ο Μάνος Χατζιδάκις. Δεν λέγεται πόσο λαχταρούσα να πάω να τους βρω. Τα εμπόδια όμως αξεπέραστα. Πρώτον, ο πατέρας μου δεν θα με άφηνε να πάω να βρω τον Γιώργο «εκτός έδρας» και ύστερα δεν θα μου έδινε λεφτά για τα ναύλα. Το πρώτο εμπόδιο είχα σκεφτεί πώς να το ξεπεράσω. Στην Κατοχή, είχα μαθητέψει στη «σχολή» του Κώστα Αξελού. Μας μάζευε πέντε έξι κοπέλες και μας έκανε μαθήματα. Ούτε όμως μαρξισμού, ούτε φιλοσοφίας, αλλά πώς να λέμε ψέματα στους γονείς μας αν έπρεπε να λείψουμε - για δουλειές της Αντίστασης - πολλές ώρες από το σπίτι ή και ολόκληρο βράδυ.

Το ψέμα, μας έλεγε, για να γίνεται πιστευτό πρέπει να διανθίζεται. Αν πείτε απλά πως πήγατε στο σπίτι της τάδε φίλης σας, μπορεί και να μη σας πιστέψουν. Αν πείτε όμως πως οι γονείς της τσακώθηκαν, πως ο πατέρας έφυγε βροντώντας την πόρτα και η μητέρα λιποθύμησε σχεδόν, πως πήγε να πέσει από την καρέκλα και πιάστηκε από το τραπεζομάντιλο που ήταν βυσσινί και τραβήχτηκε μαζί με μια κανάτα με νερό, που βρισκότανε στο τραπέζι, κι έπεσε το νερό πάνω στις παντόφλες της που ήτανε προπολεμικές με φουντάκια... κι έτσι συνέχιζε ολόκληρη ιστορία. Μας είχε χάνει ξεφτέρια και πάντα έπιανε το κόλπο. Τώρα λοιπόν κι εγώ είχα σκεφτεί μια ολόκληρη ιστορία, σε συνεννόηση με τη μητέρα μου και κάποια φίλη που είχε στη Θεσσαλονίκη, όπου υποτίθεται πως θα έμενα σπίτι της. Μπορούσα βέβαια και καμιά φορά να δω τον Γιώργο. Με τα ναύλα όμως δεν γινότανε τίποτα.

Πήγα στον Γιαννίδη να πω τον πόνο μου και βρήκα τον Κόλια εκεί. Μ’ άκουγαν κι οι δυο με προσοχή.

- Με τη θάλασσα πώς τα πας; με ρώτησε ξαφνικά ο Κόλιας. Ζαλίζεσαι;

- Έχεις ακούσει ποτέ Σαμιώτισσα να παθαίνει ναυτία; απάντησα με ύφος Μπουμπουλίνας.

- Σπουδαία τότε, έκανε όλο χαρά ο Κόλιας. Πέρνα αύριο από το σπίτι να τα κανονίσουμε. Θα σε στείλω κατάστρωμα άναυλα.



«Βιάσου, μη σου τον φάει καμιά θεατρίνα»

Έτρεξα την άλλη μέρα σπίτι του, αφού είχα το βράδυ πει στον πατέρα μου πως η φίλη της μαμάς μού στέλνει εισιτήριο πρώτης θέσης.

Ο Κόλιας με υποδέχτηκε καταχαρούμενος, μ’ έβαλε στην τραπεζαρία κι άρχισε να ψάχνει μια στοίβα εφημερίδες που ήτανε κάτω στο πάτωμα. Αφού τις σκόρπισε, άρχισε να φωνάζει:

- Ζένιαααααααα. Ζένιααααααααα.

Εμφανίστηκε η αδελφή του η Ζένια, μια όμορφη λεπτοκαμωμένη γυναίκα.

- Τι ξεφωνίζεις, το βαπόρι σου βούλιαξε; είπε με μια απαλή τραγουδιστή φωνή.

Ύστερα με πρόσεξε κι ήρθε και μ’ αγκάλιασε. Ο Κόλιας συνέχισε ν’ ανακατεύει τις εφημερίδες και γύρισε θυμωμένος στη Ζένια.

- Πού την έβαλες τη σημερινή εφημερίδα; Η Ζένια απάντησε ήρεμα ήρεμα:

- Εγώ πού την έβαλα; Εσύ την πήρες από τα χέρια μου και τη διάβαζες στην τουαλέτα.

Ο Κόλιας έμεινε μια στιγμή άφωνος, ύστερα έκανε ένα «ωχ» και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο.

- Έτσι είναι αυτός, είπε γελώντας η Ζένια. Χάνει τα πάντα και τα γυρεύει από μένα.

Σε λίγο εμφανίστηκε ο Κόλιας μουτρωμένος.

- Καταλαβαίνεις; Τη σελίδα με τα ατμόπλοια βρήκα να μεταχειριστώ.

- Μη μου πεις πως έψαξες στο καλάθι με τα χαρτιά; έκανε έντρομη η Ζένια.

- Και πού ήθελες να ψάξω, στο ψυγείο; απάντησε τσατισμένος ο Κόλιας κι ύστερα πρόσθεσε θριαμβευτικά: Το βρήκα όμως.

- Τρέχα να πλύνεις τα χέρια σου και μετά μας λες τι βρήκες, είπε η Ζένια και τον έσπρωξε στην πόρτα βγαίνοντας μαζί του. 

Σε λίγο γύρισε ο Κόλιας κι είπε μ’ ένα παιδιάστικο, πονηρό χαμόγελο:

- Δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί δεν διακρίνονταν καλά οι ώρες, μα έβγαλα άκρη.

Η άκρη ήτανε πως μεθαύριο έφευγα για τη Θεσσαλονίκη.

- Βιάσου, έκανε εκείνος, μη σου τον φάει καμιά θεατρίνα.





«..θαλασσοπόρα, ναι, μα θα ξυλιάσεις μ’ αυτό το πράγμα»

Δώσαμε ραντεβού στον Ηλεκτρικό για τον Πειραιά. Είχα να μπω σε πλοίο πριν από τον πόλεμο. Το τελευταίο ταξίδι για τη Σάμο.

Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, ο Κόλιας μ’ έπιασε σφιχτά από το χέρι σάμπως και ήτανε να με χάσει. Δεν θυμάμαι πώς το λέγανε το πλοίο. Εκείνος έσπρωχνε τον κόσμο κι ανεβαίναμε σκάλες, ώσπου φτάσαμε στο κατάστρωμα.

- Κάτσε δω και μην κουνήσεις, μου είπε και με τοποθέτησε σε μια γωνιά.

Κόσμος, γυναίκες και παιδιά με μπόγους, καλάθια και βαλίτσες παίρνανε θέση στο κατάστρωμα. Φορούσα το καινούργιο μου φουστανάκι για τον Γιώργο που θα με προϋπαντούσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Σε λίγο γύρισε ο Κόλιας μαζί μ’ έναν καμαρότο που κρατούσε ένα πλιάν σκαμνάκι και μου είπε.

- Ο Σάββας είναι δικός μου, θα σε προσέχει.
Βάλανε το σκαμνάκι σε μια γωνιά και με... τοποθέτησαν. Ύστερα ο Κόλιας πρόσεξε το φουστανάκι, μου και το κοίταζε, νόμισα πως του άρεσε.

- Είπαμε πως είσαι θαλασσοπόρα, μα θα ξυλιάσεις μ’ αυτό το πράγμα.
Αυτό το «πράγμα» ήτανε το καινούργιο μου φουστανάκι που φύλαγα για τον Γιώργο. Άνοιξα το μικρό βαλιτσάκι που είχα μαζί μου κι έβγαλα ένα μάλλινο ζακετάκι που μου είχε χώσει μέσα την τελευταία στιγμή η μαμά μου.

Ο Κόλιας με φίλησε σταυρωτά, μου ευχήθηκε καλό ταξίδι και είπε να του φιλήσω τον ψηλό - εννοούσε τον Γιώργο.

Καθισμένη στη γωνιά μου, στο πλιάν σκαμνάκι, τον έβλεπα να φεύγει και να γυρίζει το κεφάλι κάθε τόσο να με κοιτάζει και να μου χαμογελάει με το παιδιάστικο χαμόγελό του.

Νομίζω πως δεν τον ξαναείδα. Όταν γυρίσαμε από τη Θεσσαλονίκη, ο Κόλιας ταξίδευε κι εμείς μόλις που προλάβαμε να παντρευτούμε κι άρχισαν οι περιπέτειές μας.


Η προτομή του Νίκου Καββαδία στο Αργοστόλι Κεφαλονιάς


Ήθελα πάντα να ’μενα μικρό κι αγνό παιδί ......

Πριν από λίγα χρόνια είχα πάει στην Κεφαλονιά καλεσμένη σ’ ένα σχολείο. Κάνοντας μια βόλτα στην πλατεία είδα μπροστά μου τον Κόλια. Δηλαδή την προτομή του. Φορούσε το κασκέτο του και κοίταζε μ’ ένα θλιμμένο παιδικό βλέμμα τη θάλασσα. Κι ύστερα από τόσα πολλά χρόνια, μου ήρθανε στον νου οι στίχοι του και τους απάγγειλα από μέσα μου εκεί μπροστά του.

Ήθελα πάντα να ’μενα μικρό κι αγνό παιδί 
Που απ’ το ψυχρό δωμάτιό του έξω ποτέ δε βγαίνει 
Και που σκυφτό παράξενα βιβλία φυλλομετρεί 
Κι απέναντι του το κοιτούν παλιάτσοι αραδιασμένοι.

Ύστερα θυμήθηκα το ζεστό φιλικό του χέρι που μ’ έσερνε σπρώχνοντας τον κόσμο για να φτάσουμε στο κατάστρωμα του βαποριού, που θα με πήγαινε στον Γιώργο πριν μου τον φάνε οι θεατρίνες.


Άλκη Ζέη, Μια ανάμνηση από τον Νίκο Καββαδία, Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά (σελ. 59-65), εκδόσεις Μεταίχμιο



Ο Νίκος Καββαδίας στο κατάστρωμα του «Ιωνία», έργο του Γιάννη Τσαρούχη (1950). 

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Η ριζωμένη στον Ιερό βράχο γυναίκα, το κουβάρι, ο Camus....

O Ροζέ Μιλλιέξ και ο Αλμπέρ Καμύ με τη Λητώ Κατακουζηνού στην Αθήνα (Απρίλιος 1955)

Στα ριζά της Ακρόπολης....

[...] πήραμε αριστερά την ανηφοριά να μπούμε στης Πλάκας τα στενά, που εκείνος τόσο πολύ αγαπούσε. Στα ριζά της Ακρόπολης μια πόρτα ανοιχτή τράβηξε την προσοχή μας. Σταθήκαμε να ρίξουμε μια ματιά. Αυλή ασβεστωμένη, πολύχρωμες γλάστρες με βασιλικά, μπιγκόνιες και γεράνια ολούθε, η κληματαριά, και μια φιγούρα αυστηρή, μια γυναίκα στα μαύρα καθιστή να τυλίγει ήρεμα το κουβάρι. Το νήμα της περασμένο γύρω τριγύρω στην πλάτη μιας καρέκλας.

Αναφιώτικα, 1940

Ο Camus απλά και φυσικά, σα να ’μπαινε μέσα στο σπίτι του, δρασκέλισε το κατώφλι, προχώρησε, χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού, έβγαλε προσεκτικά το νήμα απ’ την καρέκλα, το πέρασε στα δικά του χέρια και τα τέντωσε σοβαρός προς τη γυναίκα. Παραξενεμένη εκείνη στήλωσε τα πελώρια μάτια της απάνω του, τον περιεργάστηκε για λίγο, το πρόσωπό της σα να μαλάκωσε, σα να γλύκανε κάπως, κι ύστερα: «Κάθισε» του είπε απλά και του ’δειξε το κάθισμα. Κι αρχίνησε πάλι να τυλίγει ήρεμη το κουβάρι της, και ο Camus με κινήσεις ανάλογες να τη βοηθάει.

Φωτογραφία του Αυστριακού φωτογράφου Erich Lessing (Κρήτη 1955) 

Μάνα και γιος στην αυλή τους.....

Καθισμένοι χάμω στο σκαλί της πόρτας, βουβοί από συγκίνηση, παρατηρούσαμε τούτη την απίθανη, τη μοναδική, την ασύλληπτη εικόνα, να την κρατήσουμε βαθιά μέσα μας, να τη λογιόμαστε πάντα. Η γυναίκα να τυλίγει με τέχνη και σιγουριά το κουβάρι της και ο Camus να κινεί τα χέρια του μια πάνω, μια κάτω, ρυθμικά, μισοκυκλικά, οι κινήσεις τους απόλυτα συνταιριασμένες. Η ριζωμένη στον Ιερό Βράχο γυναικεία μορφή και το πιο φωτεινό πνεύμα της Γαλλίας, σε αρμονικό σύμπλεγμα. Μάνα και γιος στην αυλή τους.

«Φτάνει πια βράδιασε, ευχαριστώ» κι η γυναίκα πήρε από τον συνεπαρμένο κι άλαλο Camus το νήμα της. «Αύριο πάλι. Αν το θέτε καλώς να ορίσετε. Εδώ θα ’μαι. Μπάτε τώρα κι εσείς να πιείτε ένα νεράκι» μας προσκάλεσε, κι έβγαλε κι άλλα καθίσματα έξω. 'Όσο να καλοκαθίσουμε παρουσιάστηκε στητή, αρχοντική μ’ ένα δίσκο στο χέρι, να μας προσφέρει γλυκό του κουταλιού και φρέσκο νεράκι απ’ το κανάτι. 


«Θέτε να σας ψήσω και καφέ;» «Όχι, ευχαριστούμε, πρέπει να πηγαίνουμε τώρα, είναι αργά», και σηκωθήκαμε.

«Για δε μιλάει ο φίλος σας; άχνα δεν έβγαλε απ’ το στόμα του, αλαφροίσκιωτος είναι;» «Όχι, όχι, αλλά να, κάπου κάπου το συνηθίζει, είναι ξέρετε συγγραφέας». «Ας είναι, καλός άνθρωπος φαίνεται, κι ευγενικός».

«Ελάτε Albert φεύγουμε» και τον σκουντήσαμε ελαφρά.

Ο Camus με μια έκφραση αλλοτινή σηκώθηκε σαν αυτόματο, υποκλίθηκε βαθιά μπροστά στη γυναίκα, πήγε να της φιλήσει το χέρι, μα εκείνη το τράβηξε. 


«Δέσποτας είμαι μαθές και με προσκυνάς; μπα σε καλό σου παλικάρι μου!» κι ένα χαμόγελο φώτισε για πρώτη φορά το κλειστό πρόσωπό της. 

«Ευχαριστώ που με συντροφέψατε. Νάστε καλά, καλή στράτα παιδιά μου» και μας ξεπροβόδισε στην πόρτα της. «Αύριο πάλι».


Ο Παρθενώνας (1862) μέσα από τον φακό του Jakob August Lorent 

...από τον Παρθενώνα ξετυλίγεται το νήμα. Και δε θα σταματήσει ποτέ.

Κατηφορίζαμε σιωπηλοί, έτσι σα να μας είχε αγγίξει αερικό. Πάνωθέ μας στο βαθυγάλανο ουρανό, το νέο φεγγαράκι φώτιζε γλυκά κι απόκοσμα τα στενά δρομάκια κι η Αθήνα στα πόδια μας σιγότρεμε λαμπυριστή στο ελαφρό βοριαδάκι. Ονειροπαρμένοι όπως ήμαστε χαθήκαμε, περιπλανηθήκαμε, μπερδευτήκαμε στ’ απόμερα δρομάκια, βρεθήκαμε σ’ αδιέξοδα, δίχως ν’ ανταμώνουμε ψυχή, λες και δεν κατοικούσε κανείς εδώ ψηλά στ' Αναφιώτικα. Αποσταμένοι πια, καθίσαμε σ’ ένα πεζούλι να συνεφέρουμε κομμάτι. Κι εκεί δανά ο Camus μίλησε.

«Τούτη η γυναίκα, η μοναδική, η παντοτινή, είναι η Ελλάδα. Είναι η παράδοση. Και το κουβάρι της είναι ο χρόνος, η μοίρα, το ριζικό της. Πέρα από καταστροφές και συφορές, μακριά απ’ το θόρυβο της μηχανής, η γυναίκα τυλίγει γαλήνια το κουβάρι της». 

Και ξαφνικά με πάθος στη φωνή: «Πρωτύτερα όπως καθόμουνα αντικριστά της, να θωρώ την Ακρόπολη πάνω απ’ το κεφάλι της, πιστέψτε με το 'νιωσα πολύ έντονα, το αισθάνθηκα βαθιά μέσα μου, το είδα καθαρά. Το νήμα που κρατούσα στα χέρια μου ερχόταν από κει ψηλά. Τυλιγμένο γύρω στις Δωρικές κολόνες, κατέβαινε γραμμή στη γυναίκα, κι εγώ να βρίσκομαι για πάντα δεμένος μαζί. Ναι, από κει ψηλά, από τον Παρθενώνα ξετυλίγεται το νήμα. Και δε θα σταματήσει ποτέ. Η γυναίκα το είπε καθαρά. «Αύριο πάλι».

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας, δεύτερη έκδοση 1981


Roger Milliex, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Albert Camus στο ναό της Αφαίας.

Συντροφιά με τον Albert Camus

Το 1955 ο Αλμπέρ Καμύ έρχεται για δεύτερη φορά στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση που δέχτηκε από το γαλλικό ινστιτούτο της Αθήνας.

Είναι 42 χρονών και παίρνει μέρος ως κεντρικός ομιλητής σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ο Καμύ φιλοξενείται στο σπίτι του μεγάλου διανοούμενου και ψυχολόγου, Άγγελου Κατακουζηνού.

Το σπίτι του Κατακουζηνού γίνεται το ιδανικό σκηνικό ενός «γαλλικού» κύκλου Ελλήνων συγγραφέων, ποιητών και καλλιτεχνών οι οποίοι συγκεντρώνονται γύρω από τον Καμύ. Σε εκείνο το αθηναϊκό σπίτι της Λεωφόρου Αμαλίας 4, το γεμάτο αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής, ο γάλλος συγγραφέας θα χτίσει στενές φιλίες, ενώ ολόκληρη η εμπειρία της συγκατοίκησης μαζί του θα αποτελέσει το υλικό ενός βιβλίου που θα εκδώσει η σύζυγος του Άγγελου Κατακουζηνού, Λητώ το 1960.


Το τελευταίο ταξίδι του στην Ελλάδα ήταν τον Ιούνιο του 1959, δυο χρόνια αφού είχε πάρει το Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας και έναν χρόνο προτού γνωρίσει σε αυτοκινητιστικό ατύχημα «το πιο παράλογο θάνατο». Τον Ιανουάριο του 1960, θα πεθάνει ακαριαία σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο εκδότης και φίλος του Michel Gallimard.Ο Καμύ σκοτώθηκε επί τόπου. Σ’ ένα χωράφι βρέθηκε το ρολόι του ταμπλό, σταματημένο στις 2 παρά 5 το μεσημέρι. Ο Καμύ έλεγε συχνά στους φίλους του πως δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από το θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο ατύχημα.

Albert Camus, Michel Gallimard (1958) στην Ελλάδα


Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

«Ας το πάρουν πίσω το βραβείο Λένιν, μα σοβιετική μασέλα δεν θα βάλω...», Άλκη Ζέη, Ο Βάρναλης στη Μόσχα


Ο Κώστας Βάρναλης στη Μόσχα μετά την απονομή του βραβείου Λένιν (1959) 
_____________

«Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου...»

Ο Βάρναλης στη Μόσχα! Θα ήτανε γύρω στο 1959. Είχε πάρει πριν καιρό το βραβείο Λένιν, μα πέτρινα τα χρόνια ακόμα, δεν έλεγαν να φύγουν, και δεν του έδιναν διαβατήριο στην Ελλάδα για τη Σοβιετική– τότε – Ένωση.

Τον περιμέναμε λοιπόν με λαχτάρα κι ανησυχούσαμε αν θα μπορούσαμε να τον δούμε, αφού στην τελετή της απονομής του βραβείου εμείς οι Έλληνες της Μόσχας, οι πολιτικοί πρόσφυγες, ήμασταν αποκλεισμένοι. Μόλις είχαν αρχίσει οι σχέσεις Ελλάδας και Σοβιετικής Ένωσης. Εμείς, μην έχοντας καμιά επαφή με το ελληνικό κράτος, αφού στους πιο πολλούς είχαν στερήσει την υπηκοότητα, ουσιαστικά δεν υπήρχαμε. Λίγο αργότερα όμως όποιος ερχότανε από την Ελλάδα, είτε επίσημος είτε ανεπίσημος, ζητούσε να συναντηθεί μαζί μας.

– Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου, μας είπανε πως φώναζε ο Βάρναλης σαν πεισματάρικο μικρό παιδί, όταν δεν μας είδε σε καμιά από τις επίσημες εκδηλώσεις που του έκαναν.

Μια μέρα πήραμε ένα οργισμένο τηλεφώνημά του.

– Αύριο θα έρθω να σας δω, αν δεν με φέρουν, θα δραπετεύσω.

– Πού είστε;
τον ρωτήσαμε.

– Στον παράδεισο, είπε πιο θυμωμένα ακόμα, σ’ ένα αναπαυτήριο που είναι βαρετό σαν τον παράδεισο.

Μόλις μας είπε πού βρισκότανε, καταλάβαμε αμέσως. Τον είχαν στείλει να ξεκουραστεί μαζί με τη γυναίκα του, τη Δώρα, σ’ ένα μαγευτικό μέρος στα περίχωρα της Μόσχας. Εκεί πήγαιναν τα στελέχη του κόμματος και διαλεχτοί ξένοι από όλο τον κόσμο. Δάσος, σημύδες, λίμνες και ησυχία απόλυτη. Ήμασταν όμως σίγουροι πως ο Βάρναλης, κλεισμένος εκεί, και με τη Δώρα μάλιστα, δεν θα μπορούσε να το αντέξει.

Ο Κ. Βάρναλης, στη Μόσχα (1959), απονομή Βραβείου «Λένιν»
__________________


Βαρετά όπως στον παράδεισο.....

Την άλλη μέρα από το τηλεφώνημα, ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο στάθηκε έξω από την πολυκατοικία μας κι έκανε τους γείτονές μας να λαχταρήσουν. Ήταν νωρίς τ’ απόγευμα κι ο οδηγός που μας έφερε τον Βάρναλη - μόνο του, χωρίς τη Δώρα- είπε πως θα τον έπαιρνε πίσω πριν από τις έξι, για να προλάβει το βραδινό φαγητό.

– Μπορούμε να του δώσουμε να φάει κάτι κι εμείς, αστειεύτηκε ο Γιώργος, μα ο οδηγός δεν το εκτίμησε καθόλου.

– Αυτή την εντολή έχω, απάντησε ξερά. Ευτυχώς ο Βάρναλης δεν κατάλαβε τον διάλογο.

Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, τη θυμάμαι κείνη τη μέρα σαν να ήτανε χτες. Ο Βάρναλης καθισμένος σε μια πολυθρόνα και δίπλα του σ’ ένα τραπεζάκι ένα ποτηράκι βότκα, να προσπαθεί να μιλήσει, μα ψεύδιζε, κι αυτό τον έκανε έξω φρενών.

Μας είπε πως γι’ αυτό έφταιγε η Δώρα και, όπως είδε πως δεν καταλαβαίναμε, βάλθηκε να μας εξηγεί.

Ψευδά ψευδά μας διηγήθηκε με θυμό και χιούμορ τη διαμονή του στον... παράδεισο.

- Όλες οι μέρες ίδιες. Ξυπνάς, κοιμάσαι, τρως, ξανακοιμάσαι κι ακούς μόνο τα πουλάκια να κελαηδάνε και τη Δώρα να μουρμουρίζει. 
 

Ο Βάρναλης με την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου, την οποία παντρεύτηκε το 1929
________________

Εγώ, σοβιετική μασέλα δεν θα βάλω...

Εκεί που μένανε, μέσα στο πάρκο, είχε μια λίμνη και βαρκούλες που μπορούσες να κάνεις βόλτες. Τέτοιο τοπίο θα το ζήλευε ο καθένας, εκτός από τον ίδιον που βαριότανε. Πήγαινε όμως τη βόλτα για να περάσει η ώρα που δεν πέρναγε με τίποτα. Μπήκανε λοιπόν χτες σε μια βαρκούλα. Κάποιος τραβούσε κουπί κι ο Βάρναλης καθισμένος απέναντι στη Δώρα έβρεχε το χέρι του μέσα στο νερό. Παραδέχτηκε ότι γκρίνιαζε όλη την ώρα. Κλεισμένος στον παράδεισο, ενώ ήθελε να δει κόσμο, να κουβεντιάσει. Δεν ήτανε κουρασμένος για να ’χει ανάγκη τόση απόλυτη ξεκούραση, που σε κάνει να μην μπορείς να σκεφτείς τίποτα. Γκρίνιαζε, λοιπόν, αφού δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί. Η Δώρα άρχισε να τον λέει αχάριστο, που οι άνθρωποι τον περιποιούνταν τόσο και που του δώσανε και το βραβείο Λένιν. Τότε άναψε και φούντωσε κι ο ίδιος κι αρχίσανε τρικούβερτο καβγά. Ο άνθρωπος που τράβαγε κουπί έκανε πως δεν άκουγε κι ούτε τους κοιτούσε. Μια στιγμή ο καβγάς κορυφώθηκε, όταν η Δώρα του είπε:

– Δεν έπρεπε να σου δώσουνε το βραβείο Λένιν, αφού εσύ στα νιάτα σου ήσουνα βασιλικός, ενώ εγώ ήμουνα πάντα δημοκράτισσα.

Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Ο Βάρναλης άρχισε να στριγκλίζει και θα έμεινε κάμποσο φαίνεται με το στόμα ανοιχτό, γιατί η Δώρα τού άρπαξε ξαφνικά τη μασέλα και την πέταξε στη λίμνη! Σηκώθηκε τότε όρθιος να την αρπάξει από το μαλλί, μα η βάρκα άρχισε να σκαμπανεβάζει κι ο άνθρωπος που τραβούσε το κουπί, τρομαγμένος, τους έδειχνε να καθίσουν στις θέσεις τους. Κάθισαν βέβαια ακίνητοι, με την πλάτη γυρισμένη ο ένας στον άλλο, και μόλις βγήκανε από τη βάρκα, πριν πάνε στο δωμάτιό τους, φώναξαν τον διερμηνέα. Ήτανε μια πολύ συμπαθητική γυναίκα, που λάτρευε και θαύμαζε τον Βάρναλη. Ο ίδιος, για να μη γίνουν ρεζίλι, της είπε πως έσκυψε να πάρει νερό από τη λίμνη να δροσίσει το πρόσωπό του και του έπεσε η μασέλα. Είχε μια παλιά μαζί του, μα ήτανε χάλια. Ας ψάχνανε στον πάτο της λίμνης να του βρουν την άλλη. Η διερμηνέας του είπε να μην ανησυχεί και πως, αύριο κιόλας, θα φρόντιζε να του στείλουν οδοντοτεχνικό να του πάρει μέτρα και να του κάνουν δώρο μια ολοκαίνουργια μασέλα.

Όταν έφυγε η διερμηνέας, ο Βάρναλης τα ’βάλε φυσικά με τη Δώρα.

– Εγώ, της είπε, σοβιετική μασέλα δεν βάζω. Μπορεί να έχουν κάνει σ’ αυτόν τον τόπο μεγάλα επιτεύγματα και μπαλέτο σαν κι αυτό που είδαμε να μην έχω ξαναδεί, αλλά μασέλες δεν ξέρουν να φτιάχνουν.

Τους είχε δει όλους όταν πήγαιναν για φαγητό στην τραπεζαρία. Μια κοψιά, ίδιο χαμόγελο. Θα μπορούσε κάλλιστα ο ένας να δανείζει τη μασέλα του στον άλλο.
Η Δώρα είπε πάλι πως τζάμπα του δώσανε το βραβείο Λένιν, για να τον κάνει πάλι έξαλλο.

– Ας το πάρουν πίσω, της είπε, μα σοβιετική μασέλα δεν θα βάλω.

Ο Κώστας Βάρναλης στη Μόσχα τον Ιούλη του 1959. 
Στη φωτογραφία με τη γυναίκα του, Δώρα Μοάτσου στην Κόκκινη Πλατεία
______________

Πάντως, έφυγε με την παλιά του μασέλα......

Όπως χαθήκανε τα όνειρά μου για τη Μόσχα, έτσι χάθηκε κι από τη μνήμη μου αν ξανάδαμε τον Βάρναλη πριν φύγει. Θυμάμαι με λεπτομέρειες έναν έναν όσους είχαν έρθει στη Μόσχα σπίτι μας, τι φάγαμε, τι κουβεντιάσαμε. Θυμάμαι τι φορούσαν ο Οδυσσέας Ελύτης, η Άννα Συνοδινού, ο Ανδρέας Εμπειρικός κι ο Λέων Κουκούλας, ο Θόδωρος Κρίτας, η Βάσω Μανω λίδου κι ένα σωρό άλλοι. Μα από τον Βάρναλη δεν θυμάμαι τίποτ’ άλλο. Μήπως δεν τον ξαναείδαμε, δεν μας τον ξανάφεραν, παρόλο που είμαι σίγουρη πως εκείνος θα χτυπούσε τα πόδια και θα ’λεγε:

– Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου.

Πάντως, έφυγε με την παλιά του μασέλα. Μου το είπε, αρκετά χρόνια μετά, η διερμηνέας του. [.....]

Άλκη Ζέη, Ο Βάρναλης, ο παράδεισος και η σοσιαλιστική μασέλα, 
Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά, εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ. 156-161)

Ο Κώστας Βάρναλης στη Μόσχα το 1959 για την απονομή του Βραβείου Λένιν. 
Αριστερά ο Ηλίας Ερεμπουργκ (Αρχείο εκδοτικού οίκου «ΚΕΔΡΟΣ»).
_____________