Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

«Τόσο το πάθος μου της ζωής, που θα μπορούσα να πεθάνω......» Ζωή Καρέλλη


«Μ΄ έθρεψαν αντίθετες εποχές. Έχω εκφράσεις διπλές και αλλού μου λείπουν οι γραμμές κανονικές… Έχω το ανέπαφο βλέμμα μου, μαρτυράει αληθινή, τη δική μου αγωνία»


Τα ποιήματά μου κουβαλούν μια βαθύτερη μελαγχολία...

Γεννημένη στα 1901 στη Θεσσαλονίκη, η Χρυσούλα Αργυριάδου το γένος Πεντζίκη πέρασε τα παιδικά της χρόνια κλεισμένη στο σπίτι, λόγω μιας σειράς ασθενειών που την ταλαιπωρούσαν. Οι ατέλειωτες ώρες του αναγκαστικού εγκλεισμού, οι ώρες της περισυλλογής και της μελέτης, άναψαν μέσα της τη σπίθα της αναζήτησης. Οι μεγάλες της αγάπες κατόπιν, τα άλογα και οι αποδράσεις. Ονειρευόταν να μπαρκάρει σε καράβι ως ναυτικός, επιβιβάστηκε όμως στο καράβι της ποίησης στα 37 της χρόνια, στα χρόνια της κατοχής.

Η ποίηση  «χτύπησε», τη Ζωή Καρέλλη στο κεφάλι  - όψιμα, αλλά όχι αργά - μια μέρα του 1938.  Ήταν ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό και πήγαινε στο νεκροταφείο Ευαγγελιστρίας για κάποιο μνημόσυνο. 

Αναλαμβάνοντας με πλήρη ευθύνη τη μοίρα της, μετά τη διάψευση και τον αφανισμό του θρησκευτικού αισθήματος, όπως το είχε ζήσει στο περιβάλλον της προπολεμικής αστικής τάξης της Θεσσαλονίκης, με τους αυστηρούς της αστούς, η Ζωή Καρέλλη στρέφεται εντός  και έτσι αρχίζει την ποιητική και υπαρκτική της διαδρομή με την πρώτη της συλλογή «Πορεία Ι» (1940). Πρόκειται για μια συνολική καταγραφή των αναζητήσεων και της προβληματικής της: Η θρησκευτική μεταφυσική, ο αισθησιακός ερωτισμός και η αμαρτία, η διάθεση για ζωή και η ηθική της αναστολή. Ο θάνατος, ο χρόνος, οι μνήμες "οικείων πεθαμένων", η αδυναμία για την ανθρώπινη σχέση είναι το έδαφος και το κλίμα του έργου της.  



Montmartre Cemetery Paris

10 Απριλίου 1938

Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι ο καρπός που αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι η θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
που αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο τον εαυτό μου,
υποφέρω την έννοια του εαυτού μου,
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν' αποθέσω τον εαυτό μου;

Η ζωή πιο ωραία,
ισάξια του θανάτου, με πληρώνει.
Κύριε, μη με παραδίνεις στις δυνάμεις που περιέχω.
Να καταστρέψει η αρμονία
την ηδονή που αναθρώσκει,
να συνθέσω τη γαλήνη.

Τα λόγια μου σπρώχνονται
στα στόματα απ' το σώμα μου
όπως η ζωή που αναβλύζει απ' τη γη
στην ορμή απ' το θερμό φως.

Στους νεκρούς ανάμεσα πέρασα
γεμάτος ζωής προσφορά,
πώς θα μου απαντήσει
η σιωπηλή ζωή;
Έκραξα στους ζωντανούς ανάμεσα,
ποιοι είναι οι επιζώντες
και δεν ακούω ομιλία καμιά;
Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρόμικα χαρτιά,
με τ' ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω τη στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χαμογελώ στα πρόσωπα τα βδελυρά κι αδιάφορα
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην αποσύνθεση.

Από τη συλλογή "Πορεία" (1940)

cemetery angel

Αρρώστια

Όλο τους πεθαμένους σκέφτομαι αυτές τις μέρες.

Πλούσια από θάνατο η μνήμη μου
τους φέρνει εμπρός μου ζωντανούς.
Μιλούνε ορισμένα απ’ τα λόγια τους: 
- «Ένα πουκάμισο χρώμα σαν το καΐσι».
- «Να σε φιλήσω, γιατί πέθανα».
- «Ζητούσα να σας δω και ήρθα».

Πρόσωπα, λόγια πολλά, που τα κρατώ
σαν ξένα, θέλω δικά μου να τα κάνω
και δεν μπορώ, γιατί δεν εννοώ
το θάνατο, αρνιέμαι να τον καταλάβω.
Όμως ούτε και τη ζωή, έτσι,
μπορώ ν’ αγγίζω, όπως θέλω
να την κρατήσω, που βλέπω τις κινήσεις
των ζωντανών, σα να ’ναι μες στη μνήμη μου
κι αυτές και δεν μπορώ να τις αγγίξω
ζωντανές. Τις χαίρομαι συχνά,
τις αγαπώ, τις βλέπω εκστατικά,
κι άξαφνα γίνονται σαν από πεθαμένους.


Από τη συλλογή "Η εποχή του θανάτου" (1948)



Ενάντια στο χρόνο

Διαλύομαι 
στην έννοια του χρόνου,
προχωρώ αόριστα χάνομαι.
Στ'
αόρατα του χρόνου

δάχτυλα συμφύρομαι, συντρίβομαι
κι η ζωή μου άνεμος της στιγμής,
φωνή απομένει εναγώνια,
αφανίζομαι και ζητώ
στου θανάτου το νόημα
καταφύγιο απίθανο εκεί,
να βρεθώ ακατάλυτη παρουσία.

Ουσία της δικής μου αιτίας,
παρουσία που μου ανήκεις
και με σένα παιδεύομαι,
ύπαρξη του δικού μου χρόνου
της ζωής ποιαν ονομασία να βρω,
για να φωνάξω, την αμφιβολία μου
να σκορπίσω, να υπάρχω
μέσα στον χρόνο εισέρχομαι
και βγαίνω αόρατο σχήμα.

Λαλίστε λόγια, φωνάξτε! Είμαι.
Δεν μετριέται η αλήθεια του χρόνου
που φέρνω.




Χρόνος θλίψης

Τουτ' οι τρεις μήνες που πέρασαν, 
είν' έντεκα χρόνια.
Όλες οι περίλυπες ώρες,
ὀλ' οι στριμωγμένοι καημοί
φούσκωσαν τον μετρημένο χρόνο
που πάει να ραΐσει.

Έ
τσι ο καιρός τούτος
βαρύς, ακίνητος, σταθερός,
επίμονος μ' αφάνισε,
με τσάκισε με το βάρος του,
πότε σιγά σιγά βαραίνοντας,
πότε απότομα σπρώχνοντας,
όπως οι νεκροί, κύμα δυνατό
που ξεσπά, σπρώχνουν τους ζωντανούς
μ' όλο το φοβερό εκείνο βάρος
της ζωής που πέρασε.

Έτσι πέρασε η ζωή μου
τούτη, τούτον τον καιρό 
αξεδιάλυτο. Μυστηριώδεις 
ριπές περνούσαν πάνω στην ψυχή μου 
κι' ας έδειχνα τον καθρέφτη, ατάραχο, 
του προσώπου μου.

Τώρα πήρα το πρόσωπό μου 
στα χέρια και το κοιτάζω. 
Γιατί μέσα σε τόσο λίγον καιρό 
φάνηκαν τούτες οι αυλακιές, 
τούτες οι εκφράσεις;

Πολύ θυμούμαι,
θα με σκοτώσουν οι αναμνήσεις. 
Κύματα διαρκώς ξεσπούν 
τόνα στ' άλλο επάνω, σχεδόν ίδια,
διαφορετικά κιόλας, ακούραστα,
αναμνήσεις μονάχες, ανήκουν 
μονάχα σε μένα, δεν δίνονται, 
δεν χωρούν πουθενά.

Έρχονται,
δε θα φύγουμε ποτέ, λεν, 
αν δε μας δώσεις εξήγηση. 
Πού να βρω τα πορίσματα; 
Δεν ξέρω τίποτα
κι ακούω πότε τα ίχνη της σιωπής, 
πότε τη βλέπω και δέομαι.

Έντεκα περίμενα χρόνια,
σ' αυτούς τους τρεις, μήνες
απόσωσα την εγκαρτέρηση.
Η σιωπή, ο χρόνος κι' η δική μου ζωή
δεν συνδέονται. Οι αναμνήσεις
αδέσμευτες, ανεξήγητες χαλούν
τον χρόνο της ζωής  μου.

Από τη συλλογή "Η φαντασία του χρόνου" (1949)

Cemetery Angel

Ψυχή, μη λησμονείς 

Ψυχή, μη λησμονείς την έπαρση.
το άσπονδο που τρέφεις,
σαν έρωτας σκληρότατος υπάρχει 
και εισχωρεί ως το μεδούλι του σκελετού,
που συγκρατεί του σώματος την ύψωση.

Μη λησμονείς την έπαρση,
φαρμάκι αδυσώπητο, φάρμακο δυνατό
κρατάει την έκφραση άκαμπτη
και δυναμώνει η γνώση του χωρισμού.

Ποιος χωρισμός θα σε βαστάξει ανένδοτη
κι ακέρια; Πώς ημπορεί
μια τέτοια να συγχωρήσει προσφορά;
Ω συμφορά, τα χέρια της αγάπης παραλύουν
και προχωρεί στο δρόμο της πορείας,
εξόριστος ο άνθρωπος.

Δίχως της συγκατάβασης τη χάρη,
στεγνών' η δύναμη την ευφορία του σώματος.
Σα θάνατος αδιέξοδος η δύναμη της έπαρσης,
σπάνιο, απαίσιο χάρισμα της μοναξιάς αγέρωχης.

Μη λησμονείς την έπαρση.
Μονάχα, όταν σου γίνει δοκιμασία, ψυχή,
θα μάθεις τη σημασία
της άκρατης, σφοδρής υπερηφάνειας
το ακόρεστο μυστικό.

Hiller Memorial, Metaire Lake Lawn Cemetery, Louisiana

Μοναξιά

Πού θα πάμε, ψυχή, μ’ όλη τούτη
την εξορία που μέσα μας φέρνουμε;
Μαζί μας κανένας κι η μοναξιά
έγινε τόσο παράξενη, που είναι ίδια
με τη συντροφιά των πολλών ανθρώπων.
Μιλάς και σωπαίνεις και τα πράγματα
μένουν αδιάλλαχτα, σα να μην υπάρχει
θέληση καμιά, να τα κυβερνήσει.
Αστειότερες, οι θλιβερές προσπάθειες,
γιατί τόση απαισιοδοξία;… Σαν το τίποτα
να μεγάλωσε, να φούσκωσε αλλόκοτα,
δείχνει ένα πρόσωπο παράφορο δίχως μορφή,
έτοιμο να σκάσει, να βγάλει απ’ το νου,
όλα τα πλήθη που το κρατούν
και τώρα διασπώνται, σαν το τίποτα
να γίνετ’ ένα μυρμήγκιασμα.

Α, τι αθλιότητα περιέχουν
τα μάτια τής μοναξιάς!
Φύγετε τόσο μακριά,
που ποτέ να μη συναντήσετε πια
την μονάχην εικόνα σας,
καθώς φαίνεται, σήμερα, ολόκληρη.


Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951)

Καρκίνος

[...] 
Σε κάθε σκαλοπάτι αχνάρια
από αίμα και λάσπη.
Μην τα πατήσεις νομίζοντας
πως εσύ θα τα σβήσεις.
Κοίταξέ τα καλά,
αίμα και λάσπη.

Όλα τα σκαλοπάτια είναι ίδια.
Κάποτε νομίζεις πως θα σε φέρουν
ψηλά, όπου δεν υπάρχουν πια
αυτά τα σημάδια.
Γελιέσαι. Κοίταξέ τα καλά,
αίμα και λάσπη.

Αυτά είναι τ' ανθρώπινα αχνάρια
τ' αληθινά. Ούτε βρίσκονται ποτέ
άλλα. Μη γελιέσαι.
Κοίταξέ τα καλά.
Να θυμάσαι, το σώμα είναι πάντα 
αίμα και λάσπη.


Στοργή

Eίναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας.
Άρρωστος στην πλήρη ακμή του.
Oι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί.
Tο αισθάνονται αυτό
κι όταν πέσουν στο στρώμα
έχουν την έκφραση του προσώπου περίλυπη.
Kάποτε το βλέμμα τους χάνεται.
Σα ν' απορούν γι' αυτό που τους συμβαίνει.
Σα να μη μπορούν να καταλάβουν την αδυναμία τους,
θυμώνουν κι αγαναχτούν,
ύστερα όμως είναι πιο λυπημένοι.
Έχουν μιαν άλλη μελαγχολία στην αρρώστια τους.
Παραδίνονται σαν παιδιά.
Σαν εκείνα τα παιδιά που έχουν πρόωρη γνώση.
Σε κοιτάζουν στα μάτια,
περιμένουν να τους βεβαιώσεις...
Όχι μόνο πως θα γίνουν καλά,
όχι πως δεν έχουν τίποτα,
μα πως η δύναμή τους είναι ακέρια.
Πως εσύ το θέλεις και τους περιποιείσαι
κι αυτοί το δέχονται.
Δέχονται την περιποίηση για το χατίρι σου.
Eίναι λυπητερό να βλέπεις έναν άντρα άρρωστο,
να βλέπεις να κείτεται ένας λεβέντης.
Σε σφάζει το βλέμμα του.
Σε παρακαλεί μ' έναν τρόπο που σου πονεί.
Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου.
Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του,
την υπομονή του.
Γι' αυτό δε θα πιστέψεις
πως εκείνος δεν είναι ο πιο δυνατός κοντά σου.
Tούτο περιμένει να δει στο βλέμμα σου,
για να γιάνει.
Aυτό πρέπει να σου μαθαίνει η αγάπη σου.
Πως δεν του φτάνει μονάχα να τον αγαπάς.
Θέλει ακόμα πιο πολύ,
να πιστεύεις πάντα σ' αυτόν.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957)


Η Ζωή Καρέλλη με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο στην παραλία της Θεσσαλονίκης εν έτει1959



Πάθος να δημιουργήσω, όχι να επιζήσω

«Έζησα απόλυτα την εποχή μου. Πέρασα τα χρόνια της δύσκολης ζωής μου υπεύθυνα. Δεν αφέθηκα στις ευκολίες του πολιτισμού. Σήμερα η κοινωνία δεν είναι ευχαριστημένη. Γιατί δεν υπάρχει εκλεκτικότητα στην εκλογή».

«Έχω φτάσει την παγερή αδιαφορία για ό,τι αφορά τα μετά θάνατον. Έχω παραδεχτεί το κενό, το μηδέν και με κυριεύει της ζωής το πάθος».

«Δεν φοβάμαι καθόλου ότι θα πεθάνω. Μια εποχή πέρασα από κάτι τέτοιο. Ότι περνάει η ζωή και ο καθένας δεν μπορεί να κάνει όσα θέλει. Ζω ακόμα έντονα, αν και τελευταίως αρρώστησα. Μέσα μου γίνεται διαρκώς μια μάχη. Είναι το πάθος να δημιουργήσω και όχι να επιζήσω».




Andrew Wyeth, Christina's world



Τόσο….

Τόσο είναι το πάθος μου της ζωής
που θα μπορούσα να πεθάνω,

Τόσο ζω που καταλαβαίνω
πόσο πεθαίνω.

Τόση είναι η ζωή μου
που με πεθαίνει.

Τόσο μπορώ να ζήσω
που μπορώ ν’ αδιαφορήσω αν ζω.

Τόσο ζητώ να ζήσω
που δεν αντέχω να ζω. 

Από τη συλλογή «Το Πλοίο» (1955)



Διονυσιασμός

Τι μπορούν να γνωρίζουν οι μέτρια ζώντες
απ' το μαρτύριο το υπέροχο, της ζωής......

Τι απ' το φως αυτό μπορούν
να αισθανθούν, να πάρουν, να δεχτούν
εκείνοι που τόσο λίγο ζουν
και τη λαχτάρα πόνο βαθύ την αγνοούν......

Όσοι μονάχα ζουν χωρίς το πάθος
της ζωής, δίχως παραφορά και μέθη,
δεν ακούν και του θανάτου πίσω τους τα βήματα.

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)


«Always and Never» ή «Death and the Maiden» 
by Pierre-Eugène-Emile Hébert (1804-1869).


Τελείως...

Δόσε την πάσα δύναμη
του σώματος και της ψυχής, του νου,
να ετοιμαστεί η πάσα φαντασία.
Τελείωνε τον εαυτό σου
στην κάθε κίνησή σου, αλογάριαστα
ξοδέψου, τίποτα να μην απομείνει μέσα σου,
τίποτα να μην αφεθεί,
δίχως ν' αποδοθεί για να δοθεί
όπως πρέπει η ολόκληρη στιγμή.

Τώρα που ξέρεις
πως τελειώνεται εν εαυτή,
τώρα που τούτη η δική σου γνώση
δίνει στη ματαιότητα
την ιδιαίτερη, καινούργια της μορφή,

για να μη φοβηθεί
το σώμα σου την εκμηδένιση,
ζήσε την πάσα καλλονή του,
δείξε την αρετή του την ανθρώπινη,
τελείως...

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957)



Εστάμπα

Από τις άκρες των δαχτύλων της κυλάει φως,
από τα δάχτυλά της κυλάει ένας ήχος οπάλινος.


Γέρνει τα δάχτυλά της και γλιστράν οι σταγόνες στιλπνές.


Ξεφεύγουν μικρές διάφανες φωνές και στη μια παλάμη
έχει τον άγνωστο καρπό που τον κυβερνά το ευλύγιστο λύγισμα 

του μικρού δικού της καρπού

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957)



Αγάπησα τη γλώσσα, αχ Θεέ μου πόσο...

Στη Ζωή Καρέλλη δεν είναι μονάχα ο βαθύς προβληματισμός πάνω στα πράγματα, αλλά και η σημασία που δίνει στην εκλογή της λέξης. ΄Όχι μόνο στο ζύγιασμά της, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις συνδέονται, την ιδιαίτερη σημασία που δίνει στον λυρικό λόγο.

Η πνευματικότητά της αναδύεται από την διαμόρφωση του ποιητικού υλικού, την πετυχημένη διασύνδεση των στοιχείων και την πύκνωση των εντυπώσεων, χωρίς καθόλου να λησμονείται η αυστηρότητα που σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται. Διατηρώντας την ικανότητα να παρακολουθεί τα πάθη της με διαυγή ματιά, έχει την δύναμη να τα περιγράψει σε όλη την ακαταδάμαστη ορμή τους.

Σ’ αυτήν οφείλουμε την αποκατάσταση του επιθέτου στην ελληνική ποίηση, το οποίο, μετά την επί δεκαετίες χρήση του για να εκφράσει πρόσκαιρους ενθουσιασμούς ή το μεγαλεπήβολο των συναισθημάτων, εξοβελίστηκε σχεδόν από την ποίηση μετά τον πόλεμο.

Τα επίθετά της, ο τρόπος της εκφοράς των μέσα στην όλη ποιητική της οικονομία, δίνουν την αίσθηση κτερισμάτων σε τάφο, ενέχουν δηλαδή θέση ουσιαστικού, όπως τα συνοδεύοντα τον νεκρό στη μετά θάνατο ζωή του, όπλα, σκεύη και κοσμήματα.

«Εί
ναι στιγμές που με πιάνει ένα είδος λωλάδα. Θυμάσαι τους στίχους του Αχιλλέα, όταν σκοτώθηκε ο Πάτροκλος και κλαίει πάνω στο σώμα του. Τι επίθετα, τι πολύτιμες λέξεις! Λυπάμαι που θα πεθάνω και δεν μπορώ να γράψω αυτό για την ελληνική γλώσσα. Η σύνθεσή της, ορίζει να την προσέξεις. Σε κάθε σχεδόν ελληνική λέξη είναι δεμένος ο ένας λόγος με τον άλλον. Είναι ο παλμός του ανθρώπου με τα πράγματα, ο δεσμός του. Η σύνθεση του λόγου στα ελληνικά, στα αρχαία ιδίως φαίνεται αυτό, έχει όλο το βάρος, το πάθος του ανθρώπου να εκφραστεί σωστά και αληθινά. Δεν υπάρχει στην ελληνική γραμματική λέξη που να μην έχει ένα βαθύτατο αίσθημα της ζωής, της συμβίωσης των ανθρώπων, και της προσπάθειας των ανθρώπων για συμβίωση. Με πιάνει δέος. Γιατί υπάρχει συνάμα και μια ψυχραιμία,  θα την έλεγες ώρες-ώρες ψυχρότητα. ΄Εχει εμπειρίες αφάνταστες. Δεν ζαλίζεται, φτάνει σε έναν κολοφώνα για να εκφραστεί, να μπορέσει να διαμορφώσει τη λέξη».
random thoughts of a pathetic mind


«... Στην πλήρη γοητεία σου»

Ω
ραιότατη με την πλήρη εμορφιά!
Πολύμορφη, στιλπνή και τόσο βαθειά.
Θάλασσα πλατειά,
χρυσοπάρυφη,
ρόδινη και μαβιά,
ιώδης και χρυσοπόρφυρη.


Τα νερά σου διάφανα και πυκνά,
φαιά ή διαυγή λάμπουν
κι' άλλοτε πηχτά φαίνονται και πότε
διαφορετικά, μένοντας ίδια.
Κι' είσαι συ απειράριθμη κυμαινομένη,
είσαι συ γοητεύουσα, μαγική,
ψιθυρίζουσα μυστικά κινουμένη,
απατηλή επιφάνεια ησυχάζουσα
και η μαινομένη, εσύ, έξαφνα,
πρασινωπή, αφρίζουσα εξεγειρομένη
συσπάσαι οργισμένη, τινάζεσαι,
η ορμή σου ηχηρή ηχηρότατη,
συστρεφομένη αναδίνεις τ' αμέτρητα κύματα
και πότε
ήμερη εσύ λαμπρότατη,
γαληνεμένη, φωτεινή κοιμωμένη,
της γης αγκάλη ερωτική,
τ' ουρανού γαλανή ερωμένη.



Peace is this moment without judgment. That is all. -Tara Brach Audio File: http://traffic.libsyn.com/tarabrach/2013-10-14-Satsang-Peace-Is-This-Moment-TaraBrach.mp3 http://www.tarabrach.com/audioarchives2014.html#begin


Της Σελήνης II


Αργυρόηχη, μελίχροη, χρυσορόδινη,
μειλιχόμειδη ερωμένη, ασύλληπτη.
Ηδονή ομιχλώδης η χάρη σου,
η καλλονή πάρα πολύ σιωπηλή,
βασίλισσα
στο μαβί, στιλπνό στερέωμα,
του σκοταδιού αργυρή αρχόντισσα, μακρινή.
Είναι το φως σου παράξενα οδυνηρό
και μαγικό, σαν τη σκιά
εκείνων που αγαπήσαμε τρυφερά
και ξανάρχονται να μας ψιθυρίσουν,
να πουν για τ' ανύπαρχτα, για τα φανταστικά,
για κείνα τα μυστικά,
που μόνο οι ανήσυχες ψυχές
έχουν μέσα τους.
Παρηγοριά εκείνων που γνωρίζουν τη μοναξιά,
την πλήρη ονείρων κατάσταση
που το φως σου ξυπνά,
καθώς τις σκιές διαπερνά,
δίχως να τις κυνηγά να φύγουν.
Τόσο υπερήφανη, ασυγκίνητη στην εμορφιά σου
λάμψη διαβρωτική, ύπουλα διαπεραστική
εντός μου σταλάζεις
τα μυστικά της νύχτας.

Από τη συλλογή «Το πλοίο» (1955)





Το πλοίο

Οι εκδοχές όλες υπάρχουν,
της φαντασίας περιοχές,
απ' όπου περνάς,
όπου πήγες κι όπου θα πας.

Τρικυμίες πολλές, τιμωρίες,
η γαλήνη αδιάφορη, πυκνή
κι οδυνηρή κάποτε.
Κι ύστερα πάλι σαν αρχή,
ξεκίνημα πάλι, απ' την αρχή...
Ως πότε μπορεί ν' αρχίζει
κανείς τη ζωή του;

Καθώς ξεκινά πάντοτε, την αχάραχτη αυγή,
αφήνοντας το ξένο λιμάνι,
όπου ηδονικά, ίσως έχει ξεκουραστεί.


Αφού ακόμα και την επιστροφή
έχεις φανταστεί.
Εσένα που ξέρεις τι σε περιμένει,
τι σου απομένει να κάνεις;
Πού θα πας,
πού να βρεθείς θέλεις;
Για σένα δεν υπάρχει ούτε Ιθάκη,
δεν υπάρχει επιστροφή πραγματική
για σε που γνωρίζεις,
πως η πορεία του πλοίου υπάρχει,
μονάχα η ζωή σου για να ξοδευτεί.


Τι σου ψιθυρίζει λοιπόν
η φοβερή εκείνη φωνή,
καθώς η ψυχή σου οδηγεί
την πορεία τού πλοίου;
Τι λοιπόν σου έχει πει,
μίλησε...
Δεν σου δίδαξε ακόμα
η αποτρόπαια αυτή και θαυμάσια φωνή,
πως μονάχα η σιωπή μπορεί
να χορτάσει την αστείρευτη δίψα σου
για την ιδανική πλάνη;

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)



Ivan Aivazovsky, Ship in the Stormy Sea, 1887

Όμορφη και αβέβαιη εφηβεία.....

Η Ζωή Καρέλλη προτιμούσε να συναναστρέφεται με νέους ανθρώπους. Δεν της άρεσε να μιλά για τα παλιά. «Είναι τώρα ένας νέος κόσμος. Παλιά οι νέοι εξαρτώνταν από τους παλιότερους. Σήμερα οι πιο παλιοί εξαρτώνται από τους «άγνωστους» νέους. Φέρνουν έναν καινούριο κόσμο. Μακάρι να ‘ναι καλύτερος. Οι νέοι έχουν μέσα τους τον βαθύ καημό της αβεβαιότητας. Σήμερα δυστυχώς γίνονται πολλές παραχωρήσεις. Πολλές φορές καταντούν οι άνθρωποι να γίνονται λαχεία, σαν αυτά που αγοράζουν. Οι νέοι δεν πρέπει να ξεχάσουν την ψυχή τους». Μπορεί ο ηλεκτρισμός να κινεί τον κόσμο, ο εσωτερικός ηλεκτρισμός της ψυχής όμως κινεί τον άνθρωπο.





Γιάννης Τσαρούχης


Tου Kαλοκαιριού, III

Άψογα
 και προπάντων ζωντανά,
ωραία σώματα νεανικά,
τούτη ζητώ τη βεβαιότητα.
Mη μου θυμίσεις την αρετή,
έχει γεράσει, φόρεσε γυαλιά
με σκελετό χρυσό, φυλάγει
από το φως τ' άχροα μάτια της.
Έχει αραιά μαλλιά, κοκκινωπά,
ασπριδερή επιδερμίδα, όλο φακίδες
κιτρινωπές.

Πες, αν μπορεί
να καταλάβει μια τέτοια γυναίκα
την υπερηφάνεια που χαρίζει ο ήλιος
στο λαμπρό σώμα, εφηβικό,
εκείνου του εφήβου ακριβώς,
που στάθηκε γυμνός και όρθιος,
στην πλώρη της άσπρης βάρκας.


Περνούσε το βαποράκι
της συγκοινωνίας για τα θαλάσσια λουτρά
και οι παχιές γυναίκες με τα πολλά παιδιά,
χειροκροτούσαν απ' το πλοίο έξαλλες.

(από τα Ποιήματα, Eρμής 1996)

Last days of summer #1 by Jock Sturges. One of my favorite phtographers ever, next to Sally Mann

Nεότητα Δύσκολων Xρόνων
Tί θα κάνουν οι νεώτατοι, οι ωραίοι,
με την τραγικήν εφηβεία,
ραγισμένο κρύσταλλο της ψυχής,
αφανισμένο λουλούδι, άγουρο χαλασμένο καρπό,
κίτρινο της αυγής χρώμα μελαγχολικό;
Aρχίζει μέρα συννεφιασμένη,
μ' αδιέξοδον ουρανό, βαρύ, φορτωμένο
καταιγίδες φανερές κι ύπουλες.

Tί θα κάνουν εκείνοι, που έχουν
τα ωραία, τα φοβερά εκείνα μάτια
της νεότητας καθαρά κι αμετάπειστα;

Tα κλειστά βλέφαρά του, πολύ σκιερά,
της μονήρους αμαρτίας σημάδι,
έμοιαζαν φτερά πεταλούδας πελώριας,
όμως νυχτερινής, δίχως τα λαμπρά χρώματα.
Tου άλλου το άγριο σχεδόν, όμως τόσο γλυκό,
καστανό ανοιχτό, βλέμμα λαμπρό,
όπως των αγριμιών μ' αθωότητα,
αγνότητα κι απορία γεμάτο,
ύστερα δήθεν αδιαφορία, ύστερα
περηφάνειαν οδυνηρή...

            Tι θα κάνουν
οι έφηβοι, όταν τόσο πολύ
γνωρίζουν και δεν μπορούν να ελπίζουν,
καθώς αρχινούν τη ζωή;

Λαχταράν ουρανό, καθαρό φως
και στον γαλάζιο πόντο ν' αρμενίσουν
ελεύθεροι να πιστέψουν ζητούν
στην ανθρώπινη δύναμή τους ακέρια.
Tους έταξαν την πλήρη ελευθερία,
η θυσία του αίματος να πληρωθεί.
Πιο βαριά η δουλειά τούς δένει
κι η προσπάθεια που αυξαίνει επίπονη,
δεν αφήνει το άνθισμα ευτυχίας καλής.
Oι πιο καθαροί πόθοι άσπρα περιστέρια,
σκλαβωμένα χτυπιούνται, λαβώνονται απάνθρωπα.
Tι ξέρουν αυτοί και δεν μιλούν;
Ποια σκληρότητα έμαθαν;
O Aχιλλέας κι ούτ' ο Oδυσσέας
δεν ξεκινούν στους πολέμους, πιστεύοντας
στους ωραίους, κοντά στους ανθρώπους θεούς.
Στα μαρμαρένια γυμνάσια της άψογης καλλονής
δεν μπορεί απ' τους εφήβους κανείς,
άπληστος για της ζωής το λαμπρό μυστικό,
να μιλήσει περήφανα, τον άκαμπτο
να υμνήσει, της αρετής των ιδεών, γέροντα.

Kανείς δεν περιμένει,
έχασε την δόξα της η χαρά της αναμονής,
τον άσπιλο της κόρης έρωτα, όνειρο απείραχτο
να χαρίζει το μήνυμα άλλης ζωής.

Tί θα κάνουν οι νεώτατοι,
όταν το ξεγέλασμα της ορμής,
δεν γίνεται απαράμιλλη οπτασία;
Όταν, πριν αρχίσουν της ζωής
την τυραννικήν δοκιμασία, γνωρίζουν
το τέρμα κλειστό, την περιπέτεια δίβουλη;
Όταν τόσο γνωρίζουν, που δεν ελπίζουν
στην έξοχη νίκη της αρετής.

Άγγελος δεν φαίνεται κανείς,
της πικρίας το ποτήρι να του προσφέρει.
Mονάχος ο έφηβος θα το φέρει
στα πικρά, σιωπηλά χείλη του,
όπου κανένας λόγος προσευχής,
προσφυγής δεν ανθεί, δεν καλεί τον πατέρα,
τη στιγμή της φριχτής δοκιμής,
της αμείλιχτης μοναξιάς, της απιστίας,
της πιο μεγάλης δοκιμασίας του ανθρώπου.


Από τα Ποιήματα, Eρμής 1996


Cassandra Barney - Hortensia


«Την ελευθερία τη βρήκα στην ποίηση»

«Συνήθως στην εποχή μου η μόρφωση στα κορίτσια ήταν ένα στόλισμα («με τα πολλά χαρίσματα κεκοσμημένη δεσποινίς»), αλλά σε μένα βρέθηκε να 'ναι η ψυχή μου αυτό το πράγμα, η οποία ολοένα γίνονταν πιο έντονη. Όχι ότι ο άνδρας μου δεν ήταν άνθρωπος άξιος αγάπης και σεβασμού και εκτίμησης, αλλά υπάρχει ένας χωρισμός.»

«Είναι φανερό λοιπόν, πόσο αυτό το ποίημα, πέρα από κάθε κοινή μαρτυρία και διαμαρτυρία, εκφράζει την αγωνία και τον αγώνα της γυναίκας να στηριχτεί και να σταθεί μόνη της μέσα στον εαυτό της και τον κόσμο, με μια συνέπεια όμως που μόνο η βαθύτερη “βάσανος” θα μπορούσε να δικαιώσει.  Και μόνο βάζοντας η Καρέλλη το θηλυκό άρθρο (“η” άνθρωπος) σε αντιπαράθεση με το αρσενικό, θα μπορούσε να δει κανείς αυτή την αντικατάσταση σαν μια δίκαιη αλλά δραματική απόπειρα να εντάξει το θηλυκό γένος μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη πέρα από διαφορές και διακρίσεις των δύο φύλων»




Cassandra Barney - Pandora


Η άνθρωπος

Εγώ, γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.


Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα, εγώ ή εκείνος;

Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καημός;

Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν' αρμοστώ.

"Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί."
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.

Τι θα γίνει που τόσο καλά,
τόσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλύτερα,
πως απ' το πλευρό του δεν μ' έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτε, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ' τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ' εκείνον ν' αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δι' εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν' αγαπώ,

εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957)





Κυριακή 5 Ιουλίου 2015

Μ' ένα αστέρι χαίνουσα πληγή, Μάριος Χάκκας, "Όμορφο καλοκαίρι"


Έαρ με ρίμες γίνεται;

Όταν το 1965  ο Μάριος Χάκκας τυπώνει με δικά του έξοδα την ποιητική συλλογή "Όμορφο Καλοκαίρι", η αρρώστια δεν έχει εισβάλει ακόμα απειλητικά στη ζωή του, ωστόσο το χιούμορ και η σάτιρα έως σαρκασμού διαποτίζουν τις φράσεις του, αποδίδοντας το ουσιώδες της ζωής και της τέχνης. 

Αξιοποιημένα στο έπακρο και μάλιστα μεταβολισμένα τα επιτεύγματα του σουρεαλισμού, δημιουργούν στο έργο του μια ατμόσφαιρα ιλαροτραγωδίας. Συγκερασμός του βιωματικού και του μυθοπλαστικού στοιχείου, εξομολογητικό ύφος, λατρεία της λέξης, όχι της κούφιας, εκείνης που έχει κερδηθεί με αίμα και πασχίζει "να μετατρέψει το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα, σ' ένα  απέραντο λούνα -παρκ."


Ρίμες

Έφυγαν οι φίλοι
φύλλα που σκορπίσαν
έφυγαν οι φίλοι
πύλη που την κλείσαν
χείλη που σιωπήσαν
δύσαν μες στο στέρνο
οι στερνοί μου φίλοι
μύλοι που γυρίσαν
ήσαν και μ’αφήσαν.


Φύλλο μαραμένο
Μένω με ραμμένο
στόμα στη σιωπή
στην οπή π’ανοίξαν
νύξαν με νυστέρι
κι άφησαν εμένα
μ’ένα αστέρι
χαίνουσα πληγή.


Μάριος Χάκκας, Όμορφο Καλοκαίρι, Κέδρος, Άπαντα

A Star for her crown!

...ας δυσαρμονίσουμε και μια φορά....


«Μπούχτισα πια από αρμονίες, κάτι χέρια - αστέρια και περιστέρια-μαχαίρια με κάνουν να ξερνάω, ενώ αγάλλομαι στη δυσαρμονία, έστω αστέρια-τσουτσούνες κι ας μην του ταιριάζει, ας δυσαρμονίσουμε και μια φορά, αρκετά μας ταλαιπώρησαν οι εύκολες ρίμες, οι κραυγές των ηλεκτρικών μπουζουκιών, οι μπουάτ κι οι μπουτίκ που δεν έχουνε σχέση καμιά με τα μπούτια», γράφει στο "Κοινόβιο", το τελευταίο του βιβλίο, το ρέκβιεμ της ζωής του, που κυκλοφόρησε την επαύριο του θανάτου του, τον Ιούλιο του 1972. 


«Μπαίνω σε μια εκκλησία κι ακούω πίσω από τις εικόνες μια φωνή αυστηρή: «Ου περιπατήσεις εν τη σκοτία……». Σκωτία; Αναρωτιέμαι. Τι ζητάει η Σκωτία σ’ αυτή την υπόθεση; «αλλ’ έξεις ζωήν αιώνιον», συνεχίζει η φωνή και δεν καταλαβαίνω γιατί μπερδεύεται εδώ ο Αλέξης. Ζωή αιώνιο ναι, αλλά τι θέλει ο Αλέξης. Γρίφος. Είναι να μην μπλέξεις με τη μεταφυσική. [….]

«Ώστε στη Σκωτία λοιπόν;», λέω απορώντας.
«Κι ο Αλέξης , πώς εξηγείται ο Αλέξης; Όχι πως μ’ενδιαφέρει πολύ να ’χω «ζωήν αιώνιον», αλλά έτσι από περιέργεια ρωτάω»

«Α λέξεις, α αναφορικό και το ρήμα στο μέλλοντα λέξω και ερώ, δηλαδή αυτά που θα πεις, αυτά μόνο μπορούν να φτάσουν στην αιωνιότητα»

«Ώστε λέξεις και έρως», συνέχιζα να μουρμουρίζω.

«Πρέπει να γράφεις κι ίσως  τα γραπτά σου μείνουν και μετά από σένα»

Μάριος Χάκκας, Τα τελευταία μου, Το Κοινόβιο, Άπαντα, εκδόσεις Κέδρος





Ο άνθρωπος που ονειρεύεται
Ο άνθρωπος που ρεύεται
Ο άνθρωπος που ράβει και ρέβει
Ο άνθρωπος που ρέμβει τα ερέβη.

Ο άνθρωπος που ξυπνάει πρωί
Ο άνθρωπος που ξυπνάει βράδυ
Ο άνθρωπος που ξυπνάει κανονικά
Ο άνθρωπος που δεν ξυπνάει.

Μ’όλους αυτούς που γεράσαμε
άσαμε τα τελευταία τραγούδια μας
άσημοι.

Σελίδες (κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΑΝΤΙ, 1977), Άπαντα, Κέδρος



Ποίηση που «έχει κρατήσει την καραβάνα της απελπισίας στα γόνατα»



Αν και τα πεζά του Μάριου Χάκκα είναι κλάσεις ανώτερα, η ποίησή του δεν παύει να είναι «ποίηση από τη ζωή», όχι σκέτες λέξεις, ποίηση που «έχει κρατήσει την καραβάνα της απελπισίας στα γόνατα». 


"Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Ωχ, ωχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεται.

Κάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα.

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου. 

Γι αυτό: σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι σου και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε, παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι, ξέρω, πέρασες κι ένα κοκίτη και τώρα έχεις στρυφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί κι ανησυχίες.

fire dance by satiiiva.deviantart.com on @deviantART

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ‘να πάνω στο άλλο. Με την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Τώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Τώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα, ούτε τίποτα, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Κοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Μόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Ρίλκε και Μπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας απ’ τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες τα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Χαίρομαι γιατί ο δρόμος που τράβηξα, που μόνος μου διάλεξα αν θέλετε, που η ίδια η ζωή μου καθόρισε, δεν είναι άγονος, αφού κι άλλοι, και μάλιστα δάσκαλοι φτάσαν στο ίδιο επίτευγμα, κι είναι μια απόδειξη, όπως όταν μετά σκληρό διαγώνισμα βγαίνεις και τρέχεις στις λύσεις κι είναι όλα σωστά. Απ’ την άλλη μεριά σκυλιάζω γιατί πρόλαβαν αυτοί και κατέγραψαν τον ανθρώπινο πόνο κι εγώ τώρα πρέπει να πάω πιο πέρα δίνοντας ίσως και τ’ άλλο νεφρό. 


Στέκομαι συλλογισμένος κι ανοίγω φανταστικό διάλογο με τον Ρίλκε, τον Μπέκετ, τον Μίλερ Χένρι και άλλους, πεισμωμένος και τους φωνάζω, ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση. Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό; Τότε, αυτήν την απέραντη απελπισία που φτάσαν οι δάσκαλοι, ίσως μπορούσα να την μετατρέψω σε κάποια ελπίδα και πίστη. Να πάρω πηλό και να πλάσω απ’ την αρχή έναν άνθρωπο, κι αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να μετατρέψω σε λούνα πάρκ. Να στήσω πυγολαμπίδες πάνω στην άσφαλτο. Να κάνω τους ανθρώπους να δουν τη μεταμεσονύκτια ομορφιά των ηλεκτρικών στύλων καθώς υποκλίνονται ευγενικά στις λεωφόρους. Ίσως μπορέσω να φτάσω ξανά στις πρώτες αφέλειες συγκροτώντας μια πίστη που θα διαλύεται μόλις χάνει κανείς το νεφρό του. 




Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση, γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν οι άλλοι, την καταγράψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα. 

Μ’ άλλα λόγια, είναι στην κυριολεξία πρόβλημα τρίτου νεφρού. Αν ήταν πρόβλημα χρόνου μονάχα, δεν είχα παρά να καταφύγω στο τεχνητό. Παίρνουν το αίμα από τη φλέβα και το διοχετεύουν στη μηχανή. Εκεί το χτυπάνε όπως το γάλα που του αφαιρούνε το βούτυρο, για να το ξαναφέρουνε καθαρότερο στην αρτηρία. Οχτώ ολόκληρες ώρες συνεχίζεται το ίδιο βιολί, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα. Ένα μηχάνημα μέλος του σώματος σου έξω από το σώμα σου επιμηκύνει το χρόνο σου, σου δίνει παράταση για τρία, ίσως και τέσσερα χρόνια, κερδίζεις μ’ αυτό κάτι, δε λέω, μα τι να ξοδέψεις, πλαστικά σωληνάκια και φίλτρα; Βίδες, παξιμάδια και ρεύμα; 

Παίρνεις μια κάποια παράταση, ίσα ίσα που προλαβαίνεις να πετάξεις ένα βιβλίο γεμάτο ούρα, ένα μπουκάλι με σκέψεις για το πώς έγινε το ναυάγιο, τον ύπουλο ύφαλο, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθείς σε μια σαθρή σχεδία δίχως σχέδια, για το μεγάλο σαρωτικό κύμα που έρχεται. Κάποτε πλησιάζει το τέλος, γιατί κάθε φορά και περισσότερα ούρα κυκλοφορούνε στο αίμα σου. Τόσο ήτανε, λες, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στα γραφτά σου και βάζεις τον τίτλο: Το τελευταίο μπουκάλι. Ιστορίες που μιλάνε για φλέβες και ούρα, ζαλάδες, πόνους, μιζέριες, μια επιχείρηση που κερδίζει όσο για να πληρώνει το λογιστή. Μόνο φύρα, κανένα περίσσευμα.

Αλλά εγώ που ήθελα να εκσφενδονίσω βεγγαλικά τις φράσεις, καταυγάζοντας έστω και για μια μόνη στιγμή αυτή την αιώνια νύχτα; Πώς να ηλεκτροφωτίσω το στερέωμα με μπλε, μοβ και κόκκινα αστέρια χωρίς να ξοδεύω ζωή; Μ’ αυτό το τραπέζι νεφρό; 

Μιλάω για μια ποίηση από τη ζωή, όχι καλά και σώνει για τη ζωή, πολύ περισσότερο με κάποιο σκοπό. Έτσι βρίσκω την ποίηση για την ποίηση του Mallarmé, mal armé. Θα ‘θελα αυτούς που έχουν αυτό το μεράκι να ‘χουν αγγίξει έστω με το μικρό δακτυλάκι την καραβάνα της απελπισιάς, να ‘ναι, μ’ άλλα λόγια, bon armé και alarmé. Γι αυτό αναφέρθηκα στην αρχή σε κάτι φιόγκους (το αυγουλάκι τους και μάλιστα φρέσκο) που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δε δώσανε γι αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα. Δε γίνεται. Δε γίνεται."

Το τρίτο νεφρό, Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες, Άπαντα, Κέδρος 

"Here come real stars to fill the upper skies,  And here on earth come emulating flies,  That though they never equal stars in size,  (And they were never really stars at heart)  Achieve at times a very star-like start.  Only, of course, they can't sustain the part.”  ― Robert Frost, The Poetry of Robert Frost

Περίπτωση θανάτου

II

Τα φύλλα αργοπεθαίνουν κιτρινίζοντας 
μέσα στον πάγο της σιωπής. 
Ο χειμωνιάτικοι αέρας κοκαλώνει τις ελπίδες.
Τα χέρια μου δέντρα γυμνά 
και να που τα σιδερένια μου παπούτσια
 ψαχουλεύουν τα χαλίκια.

Μέσα μου γίνεται το μεγάλο βήμα της αναχώρησης.
Θα κινήσω στο δρόμο της αναζήτησης.
Δε δύναμαι άλλο να διδάξω το χαμόγελο
πώς να ζεσταίνεις τα λουλούδια και τ' αστέρια.

Και φεύγω Άι Βασίλης που άδειασε το μπόγο του 
πουλί π' ανοίγει τα φτερά του
άνθρωπος που αλαργεύει τα βήματά του από το θάνατο.

Το βλέμμα μου οσμίστηκε τους δρόμους. 
Τώρα τα μάτια μου τρέχουν στους δρόμους.


III

Ένας χτικιασμένος γλόμπος ελεεί τυφλές κάμπιες.
Τι να μας κάνει μια λάμπα των δέκα κεριών;
Μπορεί να στενέψει τις κόρες των ματιών μας; 
Αγκαλιάζαμε την Απριλιάτικη πλάση
ενώ τα μάτια μας αχόρταγα στήνανε σκάλες
για την υποδοχή των λουλουδιών.
Τώρα μ' αυτό το κιτρινιάρικο φως
να φυτρώσουμε φτερά στη ράχη της κάμπιας.
Η παγωνιά του χειμώνα
δεν άφησε να φυτρώσουν οι σπόροι στα λιβάδια 
κι οι πλαστικές μαργαρίτες μένουν αμάδητες. 
Με ποιες παπαρούνες θα προϋπαντήσω την άνοιξη;
Ποιο μπουκέτο θα χαρίσω στους ανθρώπους; 
Θα κάνω ένα μάτσο τις κάμπιες της ψυχής μου. 
Αύριο θα γίνουν χρυσαλίδες.

+++

IV

Οι άνθρωποι πάνω στις βαθιές αυλακιές 
που τους είχε χαράξει ο χειμώνας 
πέρασαν τις παρδαλές νερομπογιές της άνοιξης 
κι έτσι μασκαρεμένοι τράβηξαν στη λεωφόρο 
να την υποδεχτούν τρώγοντας λουκουμάδες και μπουγάτσα. 
Πώς να μη ξεθωριάσουν τούτα τα χρώματα 
όταν γερές μπαλταδιές σού κομματιάζουν τη σκέψη 
όταν η παγωνιά φωλιάζει μέσα σου: 
Δεν υπάρχει λοιπόν μια ακρούλα ανέπαφη ν' αποθέσουμε τις πράξεις μας;: 
Κάτω απ' τα κυπαρίσσια θα θάψουμε ό,τι δε ζει. 
Ένα σκουλήκι σαλεύει. 
Αύριο θα είναι ένα ζουζούνι ίσως μια πεταλούδα. 
Αυτό θα κρατήσω μέσα μου για την υποδοχή.



Νεκρώσιμη ακολουθία 

Ι


Εβδομάς προλήψεως ατυχημάτων 
ψυχικών βεβαίως, δηλαδή 
πώς θα πατάμε στην καρδιά 
ανώδυνα και μαλακά 
χωρίς τραντάγματα 
και περιττούς μελοδραματισμούς.

Γέμισαν οι παραλίες ψόφια γατιά 
οι δρόμοι ξεκοιλιασμένους σκύλους.

Μα πού θα πάει. αυτή η κατάσταση;
Τώρα τελευταία μάλιστα
άρχισαν ν' αυτοκτονούνε τ' αστέρια
Και τα σκοτάδια πλήθυναν
έτσι που κουτουλάμε
σε πεθαμένα δέντρα.

Ευτυχώς έμειναν οι πυγολαμπίδες 
ν' αναβοσβήνουν παρήγορα 
σαν τα φανάρια της τροχαίας 
μετά τα μεσάνυχτα.



ΙΙ

Μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας
ότι όσοι έχουν οξύτατη όραση
θα επιζήσουν της πρώτης κρίσεως
των καρδιακών κρίσεων
της οικονομικής κρίσεως
ακόμη και της εσχάτης κρίσεως
αρκεί ν’ αντέξουν τις κρίσεις συνειδήσεως.

Κατά τα άλλα
πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι
γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια
αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια
αποσμητικά κατά της αηδίας
έως ότου εξοικειωθούμε με την μπόχα
των νεκρών αισθημάτων κι ελπίδων.


.

       ΙΙΙ

Βρωμόμυγες, κρεατόμυγες, χρυσόμυγες.
Τι θα γίνει αλήθεια με τις κοινές μύγες
που συνωθούνται στο νεκροτομείο;
Αν θα καλλιεργήσουμε ένα είδος μύγας
Μέσα μας ας είναι το τελειότερο.
Τέλος πάντων.
Πρέπει να μεριμνήσουμε.
Λαμβάνει έκταση επιδημίας αυτή η έκλυση ηθών.
Να κάνουμε έκκληση
επίκληση στις ηθικές μας αρχές
παράκληση προς τον ύψιστο
να μας απαλλάξει
ή να μας μετεξελίξει
σε μύγες, κορέους, κουνούπια
να λείψει το δισυπόστατο του χαρακτήρα μας

να μεταβληθούμε στους τρόμους μας
ψύλλοι, ψείρες και κάνθαροι.

Butterfly FX II by lostknightkg

ΙV

Ύστερα η έννοια του θανάτου
για τα όντα είναι ανύπαρχτη.
Μόνο οι θάλασσες πεθαίνουν
κι αδειάζουν οι στιγμές
η εσπέρα ξεψυχάει ασπαίροντας
η τελευταία πνοή του ανέμου
το κύμα που αγγίζει το τέλος του
στα ξεβρασμένα φύκια.
Μόνο τα πράγματα λιποθυμούν
και τα αισθήματα βυθίζονται.

Νεκροταφείο καϊκιών
 σκελετωμένες βάρκες
 γλαρόπουλα δίχως φτερά
 με ξεσκισμένες σάρκες
 στ' όνειρο μέσα της ακμής
του απέριττου Αιγαίου
 πριν από το ναυάγιο
 της παιδικής χίμαιρας.


“There is a candle in your heart, ready to be kindled. There is a void in your soul, ready to be filled. You feel it, don't you?”  ― Rumi   (photo Ebru Sidar for ATOD Magazine: A Taste of Dawn.)

V

Κι αν πεθάνουν τα ψάρια
 επιζούν τα αμφίβια
 ίσως ίσως κι οι θαλάσσιες χελώνες
 κι αν χαθούν οι αντιλόπες 
σώζονται οι χαμαιλέοντες.
 Καμιά στενοχώρια για τη ζωή. 
Τι σημασία έχει πώς θα υπάρξεις;

Μάριος Χάκκας, Όμορφο Καλοκαίρι, Κέδρος, Άπαντα



Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις

ΙΙΙ

Για να φτάσουμε στην καρδιά των πραγμάτων
έπρεπε να μπούμε από τους υπονόμους
ή τους εξαεριστήρες σα διαρρήχτες
με μάσκες και τα ανάλογα σύνεργα.

Εμείς ξέραμε 
ότι το κτίριο ήτανε κούφιο
ότι οι διάδρομοι οδηγούσαν σε άλλους διάδρομους
πως οι εσωτερικοί τοίχοι είχαν τη διαφάνεια σελοτέι
πως το αντικλείδι ταίριαζε σ'όλες τις κάμαρες.

Εμείς ξέραμε
πως οι ωραίοι κίονες στην πρόσοψη
με τα ψηφιδωτά και τα καλλίγραμμα σχήματα
που εντυπωσιάζουν τους περαστικούς
θα κατέρρεαν σύντομα
και κανείς δε θα νοιάζονταν
για το παιδί που χάθηκε στα ερείπια.


Laura Melis - "Stairs". °

ΙV

Ουδέν καινόν. Όλα κενά
 τα δοχεία νυκτός οι κάλαθοι απορριμμάτων 
μάτια χαμηλωμένα μάταια 
στοιχίζονται στις άδειες λέξεις των εφημερίδων
ζυγίζονται στη γραμμή των συνεδριάσεων 
μοιάζοντας παίχτες των φλίπερς 
πού εγκατέλειψαν τη δεξιοτεχνία 
μια και το μηχάνημα πάντα κερδίζει.
Ώρες ώρες μας κατέχει ή σκέψη 
της τελευταίας βροντής μιας μπόρας πού πέρασε 
γλάρων πού τα φτερά τους δε θα μεγαλώσουν ποτέ.

Παιχνίδια κουρντισμένα από μιαν άλλη εποχή 
και τώρα ανοίγοντας την αποθήκη 
κουνάμε τα χέρια μας κάνουμε θόρυβο 
εξαντλώντας την τελευταία δύναμη του ελατηρίου.

Also sprach Zarathustra  by Arslan Ahmedov

V


Τα ποιήματά μας δεν ολοκληρώθηκαν 
και τόσες άλλες πράξεις μας 
σαν το σπίτι που το χτίζαμε
 και το εγκαταλείψαμε μισό 
χωρίς μωσαϊκά κι εγκαταστάσεις.

Κάποιος τής παρέας παντρεύτηκε 
δεν έκανε παιδιά
κι άρχιζε να χαρτοπαίζει για να ξεχάσει.

Ένας άλλος στα πενήντα του
αποφάσισε να ασχοληθεί με την καθαριότητα
και τους Συλλόγους των Νέων.

Ο Τάκης που για καιρό αναπαύτηκε 
στο στρωματέξ του ερωτισμού 
σκεπάζει με άκρα προφύλαξη
 την προχωρημένη φαλάκρα.

Κι ο Θόδωρος κατεβαίνει
τα σκαλοπάτια της απελπισίας
με μικρές στάσεις στους ορόφους.

Ο Μήτσος πήρε τις κυλιόμενες σκάλες κι έφυγε βαριεστημένος. 
Άλλοι περιμένουν το ασανσέρ.


Μάριου Χάκκα  Άπαντα, εκδόσεις Κέδρος