Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Η «Άγρια γυναίκα» αντιμέτωπη με το «αρπακτικό» της ψυχής: από το μύθο του Μπλαβογένη στη Μαρυλλίδα του Κ. Λογαρά


«The Company of Wolves», by Emily W. Martin
___________

Επί τα ίχνη των λύκων...

Στο βιβλίο της «Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους», η Μεξικανή ποιήτρια, ψυχαναλύτρια και ακτιβίστρια Clarissa Pinkola Estés, με σημείο εκκίνησης τη θέση ότι η γυναικεία ψυχή έχει απαξιωθεί και κακοποιηθεί, προσπαθεί να καταδείξει  τη ζωτική αξία της λεπταίσθητα ανυπότακτης γυναίκας ως φύλου και ως ενέργειας. Σκοπός της είναι να αφυπνίσει το αρχέτυπο της Άγριας Γυναίκας, όπως εμφανίζεται στα μυητικά όνειρα, στις ενοράσεις, στα σύμβολα, στην πρωτόγονη τέχνη και στα λαϊκά παραμύθια, στο συλλογικό ασυνείδητο. Το επίθετο «άγρια» δεν χρησιμοποιείται εδώ με την υποτιμητική σημερινή του σημασία, ως κάποια εκτός ελέγχου, ένα πλάσμα βάρβαρο ή αχαλίνωτο, αλλά με την αρχική του έννοια, ένα πλάσμα εγγενώς πλήρες και με υγιή όρια, σοφό, ολοζώντανο και φυσικό σαν την αναπνοή. Η γυναίκα – ακόμα και κάτω από την εκλεπτυσμένη της όψη – είναι η φύση, η παντοτινά άγρια, το πλάσμα εκείνο που ψυχικά συγγενεύει με τους λύκους.

«Οι υγιείς λύκοι και οι υγιείς γυναίκες έχουν κάποια κοινά ψυχικά χαρακτηριστικά: οξυμμένη διαίσθηση, παιχνιδιάρικο πνεύμα και μεγάλη ικανότητα αφοσίωσης. Από τη φύση τους, οι λύκαινες και οι γυναίκες θέλουν να σχετίζονται, είναι φιλοπερίεργες, πολύ ανθεκτικές και δυνατές. Βαθιά διαισθητικές, φροντίζουν με κάθε τρόπο τα μικρά τους, τους συντρόφους τους και την αγέλη τους. Είναι ικανές να προσαρμόζονται σε συνθήκες που διαρκώς αλλάζουν, μένουν αφοσιωμένες μέχρι τέλους και επιδεικνύουν μεγάλη γενναιότητα.»

Μεγαλωμένη και η ίδια στη Φύση – «στα σύνορα του Μίσιγκαν, σε έναν τόπο περιτριγυρισμένο από δάση, οπωροφόρα δέντρα και χωράφια, πολύ κοντά στις Μεγάλες Λίμνες», σε οικογένειες Ούγγρων και Σουηβών μεταναστών, που δεν γνώριζαν γραφή και ανάγνωση, η Clarissa Pinkola Estés κληρονόμησε την προφορική παράδοση των μύθων και των ιστοριών και μελέτησε τη βιολογία της άγριας ζωής ανάμεσα σε πλάσματα που λάτρεψε: αρκούδες, αλεπούδες, φίδια, αετούς και κυρίως λύκους: 

«Πέρα στο Βορρά, οι λύκοι έρχονταν με χοροπηδητά και προσευχές στα ξέφωτα που τα έλουζε το φεγγάρι. Μπορούσαμε να πιούμε άφοβα από το ίδιο ρυάκι.

Η αγάπη μου για την άγρια γυναίκα μετράει από τότε που ήμουν παιδί, αν και τότε δεν ήξερα να την πω έτσι. Ήμουν μάλλον λάτρης του ωραίου παρά των σπορ, και το μόνο που ήθελα ήταν να περιπλανιέμαι σε κατάσταση έκστασης. Από το τραπέζι και την καρέκλα προτιμούσα το χώμα, τα δέντρα και τις σπηλιές, γιατί σε κείνα τα μέρη ένιωθα ότι έγερνα στο μάγουλο του Θεού.

Το ποτάμι πάντοτε μου ζητούσε να το επισκεφθώ μόλις έπεφτε σκοτάδι, τα χωράφια ήθελαν να τα διασχίσω για να αρχίσουν να θροΐζουν, οι φωτιές ζητούσαν να τις στήσω στο δάσος τη νύχτα, και οι ιστορίες γύρευαν να ειπωθούν μακριά από τα αυτιά των ενηλίκων.

Ήμουν τυχερή, μεγάλωσα στη Φύση. Οι κεραυνοί μού έμαθαν τον ξαφνικό θάνατο και τον εφήμερο βίο. Τα νεογέννητα ποντικάκια μού έδειξαν πώς η νέα ζωή γλυκαίνει τον θάνατο. Τα μικρούτσικα απολιθώματα που έβγαζα από το παχύ χώμα με έκαναν να καταλάβω ότι ο τόπος μου είχε κατοικηθεί από πολύ, πάρα πολύ παλιά. Έμαθα την ιερή τέχνη του καλλωπισμού βάζοντας πεταλούδες μονάρχες στο κεφάλι μου, έχοντας πυγολαμπίδες για νυχτερινά κοσμήματα και σμαραγδένιους βατράχους για βραχιόλια.

Μια λύκαινα που σκότωσε το κουτάβι της γιατί το είχαν πληγώσει θανάσιμα με έμαθε τη σκληρή τέχνη της συμπόνιας και το γιατί πρέπει να αφήνουμε το ετοιμοθάνατο να πεθάνει. Οι χνουδωτές κάμπιες που έπεφταν από τα κλαδιά και σέρνονταν να ξανανεβούν στο δέντρο με έμαθαν την προσήλωση. Καθώς σέρνονταν πάνω στο μπράτσο μου και με γαργαλούσαν, μου έδειξαν ότι το δέρμα μπορεί να αποκτά ζωή. Το σκαρφάλωμα στις κορφές των δέντρων μού έδωσε μια πρόγευση από την αίσθηση της ερωτικής επαφής.»

[...] Οι λύκοι είναι πάντα ικανοί να κινούνται χωρίς να γίνονται αντιληπτοί.Ο ήχος τους θυμίζει τους ángeles timidos, τους ντροπαλούς αγγέλους. Μένουν πίσω και παρακολουθούν κρυφά το πλάσμα που τους έχει κινήσει την περιέργεια. Μετά, εντελώς ξαφνικά, εμφανίζονται μπροστά του, μισοπροβάλλοντας πίσω από τα δέντρα και στυλώνοντας πάνω του το χρυσαφί τους μάτι. Απότομα στρέφονται πίσω κι εξαφανίζονται, αφήνοντας μια κηλίδα άσπρης τραχηλιάς και φουντωτής ουράς. Ύστερα ξαφνικά ξεπετιούνται πάλι πίσω από το άγνωστο πλάσμα. Αυτή είναι η κρυφή παρακολούθηση. Αυτό πάει να πει το να γίνεις η σκιά κάποιου.

Η Άγρια Γυναίκα παρακολουθεί κρυφά τις γυναίκες για χρόνια. Να, τώρα τη βλέπουμε φευγαλέα. Να, τώρα γίνεται αόρατη ξανά. Κι ωστόσο, εμφανίζεται τόσο πολλές φορές στη ζωή μας, και με τόσες μορφές, που νιώθουμε να περιτριγυριζόμαστε από τις εικόνες της και τις παροτρύνσεις της. Έρχεται σε εμάς στα όνειρα ή στις ιστορίες – ειδικά στις ιστορίες της προσωπικής μας ζωής – γιατί θέλει να δει ποιες πραγματικά είμαστε κι αν μπορούμε πλέον να την ακολουθήσουμε. Αρκεί να κοιτάξουμε τη σκιά μας για να δούμε ότι δεν πρόκειται για τη σκιά ενός δίποδου θνητού όντος, αλλά για τις θαυμαστές μορφές μιας ύπαρξης άγριας και ελεύθερης».


Painting by Anne Patay
_______

Ένα αγρίμι, μεγαλωμένο στη σκιά των ξωτικών

Ένα τέτοιο πλάσμα, ελεύθερο, αυθεντικό, γήινο και ανεπιτήδευτο είναι η κεντρική ηρωίδα, η Μαρυλλίδα, στο τελευταίο μυθιστόρημα του Κώστα Λογαρά «Όταν βγήκε απ’ τη σκιά», που κυκλοφόρησε  λίγο πριν την εκπνοή του 2021 από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Παιδί της φύσης, γεννημένη κάπου στο βορρά, τελευταίες μέρες του Γενάρη, με μια σελήνη γεμάτη κι «αστραφτερή σαν το καθαρό ασήμι», ατίθαση, ανυπότακτη, σαν ξωτικό, «παράξενο πουλί», ένα με τα χωράφια, το ποτάμι, τα ζωντανά του τόπου της.

«Παιδί που ήταν, περπάταγε ξυπόλυτη, καβάλαγε ασέλωτο το άλογο κρατώντας το σφιχτά από τη χαίτη, ή κόλλαγε το παιδικό κορμί, το δίχως αναπτυγμένο ακόμα στήθος, στη δυνατή λαιμαριά του ζώου - σώμα δικό της και σώμα αλόγου, ένα. Και χανόταν στα χωράφια, πέρα στα δέντρα, στο ποτάμι. Πολλές φορές έτρεχε ξυπόλυτη, ξεκάλτσωτη. Έφευγε απ' το σχολείο δίχως να δίνει λόγο σε κανέναν, πήγαινε στα χωράφια όπου η μάνα κι ο πατέρας της φύτευαν καπνά. Καθόταν σε μια πέτρα κι έβλεπε τους δικούς της από μακριά. Σκυμμένους πάνω απ' τα κοτσάνια του καπνού. Μετά από ώρα, είτε ο ένας είτε ο άλλος, η μάνα ή ο πατέρας της, σηκώνονταν να ξεπιαστούν, και ξάφνου, σαν το ξωτικό, την βλέπανε να τους κοιτάζει από μακριά. Καθισμένη πάνω στην πέτρα ή στα γυμνά της πόδια. Πώς; Από πού είχε εμφανιστεί;

Ήταν δέκα ή έντεκα χρονών, λεπτή σαν μίσχος, κι ανέβαινε ευλύγιστη στα δέντρα κι έκοβε καρπούς. Έπαιζε με λυκόσκυλα, κυνήγαγε ορτύκια με το όπλο του πατέρα της, φρόντιζε την κατσίκα και τ' άλλα ζωντανά, τσαλαβουτούσε τα πόδια στα νερά του ποταμιού. Κι ούτε φοβόταν να σκοτώσει φίδια, δεξιά κι αριστερά στις όχθες του· μικρές οχιές που λιάζονταν πάνω στις ποταμίσιες πέτρες τις λειασμένες από τα νερά του χείμαρρου. Τον χειμώνα κατέβαιναν ορμη τικά απ' το βουνό κόβοντας την περιοχή στα δυο, το καλοκαίρι στέρευαν σχεδόν. Έπαιρνε την πέτρα ή ένα ραβδί και τσακ-τσακ στο κεφάλι του φιδιού, το τσάκιζε αστραπιαία πριν προλάβει καν να το σηκώσει....»

«Πλάσμα φευγάτο φερμένο απ’ αλλού», άλλοτε ανεξήγητα οικεία κι άλλοτε σαν πεισμωμένο αγρίμι, ανίκανη να ελέγξει τα λόγια της: 

«Όταν φούντωνε, μπούκωναν στο στόμα της τα λόγια, οι λέξεις καβάλαγαν η μια την άλλη, ύψωνε τη φωνή κι άκουγες ήχους απειλητικούς σαν γρυλίσματα από μικρό κουτάβι.

Σχέσεις με κανέναν. Τα δικά της πρόσωπα, τα οικεία, της ψυχής, ήταν σκιές πέρα απ' τα βουνά, άναρχα σχήμα τα, οράματα της ανήσυχης ματιάς της· αόρατες μορφές μιας αναρχούμενης ψυχής, που της μίλαγαν ψιθυριστά μια άλλη γλώσσα. Δεν ταίριαζε στο περιβάλλον του σπιτιού της. Και κάποτε θα δραπέτευε, θα έφευγε.»

Η πρώτη απόδραση από το πατρικό σπίτι, από τους άγαρμπους ανθρώπους, ανάμεσα στους οποίους ασφυκτιούσε, έγινε στα δώδεκά της χρόνια. «Κι ως τα δεκαοχτώ έζησε στη μεγάλη πόλη, στα σκοτάδια της και στις φωτεινές της λεωφόρους. Μόνη της, χωρίς φίλες της ηλικίας της – άλλες τη ζήλευαν κι άλλες τη θαύμαζαν – «θηλυκιά, απρόσιτη, εκλεκτική κι απόμακρη για τα συνομήλικα αγόρια, που δοκίμαζαν την αδιαφορία της στο άνισο παιχνίδι τους μαζί της.»  Όποτε την έπιανε η νοσταλγία και φούντωναν μέσα της οι μυρωδιές του γιασεμιού και της λεβάντας – αναπόσπαστα δεμένες με την αθωότητα και το μυστήριο των παιδικών της χρόνων – γύριζε στα λημέρια της. Μια στο τόσο. Για λίγο.

«Η άγρια επιθυμία να χαϊδέψει τη χαίτη του αλόγου, να βυθίσει το βλέμμα της στο βλέμμα των σκυλιών της, να αγγίξει τις πλεγμένες στον φράχτη βατουκλιές και να γδαρθεί, την έσπρωχνε ξανά στο σπίτι της».

Ο κόσμος της Μαρυλλίδας - από τον οποίο βιάζεται με τη φυσική ορμή της νιότης να αποδράσει -  είναι αυθεντικός, ριζωμένος στη γη, κουβαλάει όλη την αρχέγονη σοφία, την ενστικτώδη γνώση που παρηγορεί και θεραπεύει. Άνθρωποι τραχείς, που αν και μιλάνε γλώσσες διαφορετικές – σλάβικες, βουλγάρικες, ανακατεμένες με ελληνικά – συνεννοούνται μεταξύ τους εγκάρδια. Η πατρίδα της, το «Αλτινό» - λέξη που εμπεριέχει την έννοια του ύψους - εκπροσωπεί τη χοϊκή αντίληψη της ζωής, με τους στέρεους κανόνες και τους τρόπους ξεριζωμένων μεταναστών, που στον πολυτάραχο βίο τους, έμαθαν να ζουν στερημένα – «δεν αφήνουν τίποτα χαμένο, ακόμα κι όταν η φύση πεθαίνει» –, έμαθαν να φεύγουν εύκολα, να στεριώνουν δύσκολα, να δημιουργούν με κόπο, αλλά με πάθος και αλήθεια τον «παράδεισό» τους. 

«Fading Memory» by David Szauder
___________

Ξένη στη «Ληθώ», ένα τόπο χωρίς οσμή

Η Μαρυλλίδα, το δεκαοκτάχρονο κορίτσι με το «ανήσυχο, σχεδόν πάντα αγριεμένο βλέμμα», θα αποδράσει για δεύτερη φορά, ακολουθώντας τον Ερρίκο στις θάλασσες του νότου, με γνήσια λαχτάρα που μόνο ο έρωτας υπαγορεύει, πρόθυμη να ντύσει με το δικό του πνεύμα την άγρια φύση της και να ντυθεί, ως νεοφώτιστη, τον πολιτισμό της νέας της πατρίδας. Η «Ληθώ», όνομα  που ετυμολογικά παραπέμπει  στο «λανθάνω» – δηλαδή «διαφεύγω της προσοχής» – στο σκοτάδι, στη «λήθη», ενθουσιάζει τη Μάριαν. Όσο όμως, ψάχνει συγκινημένη, τη θέση της δίπλα στα λιόδεντρα του τόπου, που σε ευεργετούν χωρίς τίποτα να σου ζητάνε, ανάμεσα στους ανθρώπους νιώθει ξένη, παρείσακτη. Τούτοι δω οι άνθρωποι κρύβονται, έχουν διαρρήξει τις σχέσεις τους με τη φύση, έχουν απεμπολήσει τα ανθρώπινα στοιχεία τους, δεν έχουν μυρωδιά κι η γεύση τους είναι πικρή, σαν τα φυλλαράκια της ελιάς. Προσποιούνται, υπολογίζουν, παίζουν θέατρο μεταξύ τους, ζουν με νεύματα και ψέματα, για τα μάτια του κόσμου, εκπαιδευμένοι να «φαίνονται», ανίκανοι να «είναι».

Η Μαρυλλίδα –  κλεισμένη ασφυκτικά μέσα στο δυτικότροπο Μάριαν, που ο Ερρίκος διάλεξε για κείνη – «δεν τα γνώριζε αυτά τα καμώματα, τα μισόλογα, δεν είχε ζήσει έτσι. Οι άνθρωποι οι δικοί της μπορεί να ήταν άξεστοι, χοντροκομμένοι, αλλά δεν είχαν ψεύτικη συμπεριφορά. Τα λόγια τους βαριά, μίλαγαν και σε γρατζούνιζαν, σε πλήγωναν σαν να σου κάρφωναν καρφιά – αλλά μπροστά σου, ποτέ πίσω απ' την πλάτη σου. Εδώ βρισκόταν έξω απ' τα νερά της. Κάτι της διέφευγε, δεν ανήκε στη δική τους κάστα. Ήταν σαν ξένη, άλλη η νοοτροπία της, ο τρόπος που εκείνη ήξερε να ζει». 

Η εποχή της αθωότητας και του μυστηρίου – της λεβάντας και του γιασεμιού – είχε δώσει τη θέση  της στην εποχή της «Brut», στην άγρια οσμή του Ερρίκου Μαλτέζου – βαριά, επιβλητική, αρσενική – μια μεθυστική δύναμη που την παρέσυρε με την ορμή της κι όλα τα σκέπασε, όλα τα κατέκλυσε. Αν, όμως κάποτε, η οσμή του Ερρίκου υποχωρούσε και έσβηνε, πώς θα επιζούσε η Μαρυλλίδα – Μάριαν σ’ ένα τόπο, όπως η Ληθώ, ανάμεσα σε «ανθρώπους που δεν έχουν μυρωδιά, δεν αφήνουν  ίχνη, δεν εκπέμπουν τίποτα»; 

«Δίχως μυρωδιές δεν θα μπορούσε  να επιζήσει· δεν θα ήταν ικανή να καταγράψει στη συνείδηση τον χώρο, τους ανθρώπους γύρω της, η ζωή θα γινόταν εφιάλτης.»


Anna Taut, Awakening of wolfs, 2011
____________

Επιστροφή στη σκιά της «Άγριας γυναίκας»

Μπροστά στην αόρατη απειλή, η Μάριαν αναδιπλώνεται κι αρχίζει να θησαυρίζει στη μυστική της «κιβωτό» γεύσεις, ήχους, οσμές κι ονόματα και σ’ αυτά θα καταφεύγει κάθε φορά που θ’ αντικρίζει βλέμματα σκοτεινά, απροσδιόριστα, εχθρικά. Χάρη σ’ αυτά, τα «δυο τρία απλά» της μέσα ζωής της, «σκάβοντας και βγάζοντας τις πέτρες, ευχαριστώντας το δικό της θεό που της χάρισε τη δωρεά των λουλουδιών, των δέντρων και του χώματος», η  Μάριαν θα καταφέρει να κρατήσει ζωντανή την ενστικτώδη γυναικεία ψυχή και να σαρκωθεί ξανά ως το πλάσμα που κάποτε υπήρξε. 

Τη σχέση της με τη φύση, ακριβώς επειδή πρόκειται για βίωμα βαθύ –  δεν είναι ρομαντική ανάμνηση, ούτε επίφαση – ο Ερρίκος δεν θα καταφέρει ούτε να την επηρεάσει, ούτε να την ξεριζώσει, παρά τις «φιλότιμες προσπάθειες» που καταβάλλει από την αρχή της γνωριμίας τους. «Τι τα θες αυτά; Την αποθάρρυνα. Δεν σου χρειάζονται. Εγώ είχα καλύτερα σχέδια για κείνην...ούτε γεωπονική ούτε βοτανολογία». Στη μορφή της Μάριαν – «ένα κράμα παράξενης ωραιότητας και απλής συμπεριφοράς» –, εκείνος βρήκε ό,τι του έλλειπε κι έσπευσε να το ιδιοποιηθεί, να το κάνει κτήμα του. Ως «τρόπαιο θριάμβου», την περιέφερε τον πρώτο καιρό και προσπαθούσε να «αναπληρώσει» τις ελλείψεις στο χαρακτήρα της, προκειμένου να μπορέσει να σταθεί δίπλα του, να ταιριάξει στον κόσμο του.

Μέσα στα χρόνια - κι ήταν πολλά – ενός απονεκρωμένου γάμου, μιας βουβής σχέσης, με το ελεγκτικό ψυχρό βλέμμα του Ερρίκου να ψάχνει πάνω της λάθη, να την προσβάλλει και να την ταπεινώνει, η Μάριαν δεν έχασε την ικανότητά της να παρατηρεί, να αφουγκράζεται, να οσμίζεται, να γεύεται, ν' αγγίζει τον κόσμο γύρω της: τα σταυρωμένα χέρια με τις μπλαβιές φλέβες, τη μυρωδιά γερασμένου σώματος, το κακοτράχαλο ροχαλητό, τον ήχο του κενού ανάμεσά τους, τη μυρωδιά του χώματος, την οσμή του σκοτωμένου αίματος, την πικρή τζούρα του καφέ στο στόμα της, τα δουλεμένα δικά της χέρια με τα μικρά εξογκώματα στους κόμπους των δαχτύλων, τα γυμνά δάχτυλα του ποδιού της χαμένα στο άσπρο χνούδι, το γουργουρητό της Χνουδίτσας, τα μαύρα ακαταστατα τσουλούφια και τις φουσκωμένες αντρικές φλέβες στα χέρια του γιου της, την πνιγηρή αψιά μυρωδιά της Paco Rabanne, το ζυμωμένο ψωμί, το μαγειρεμένο με την ψυχή της φαγητό. 

«Για μένα ο κόσμος είναι γεύση και οσμή» θα πει η ίδια, υπερασπίζοντας απλά την αλήθεια της, στη διάρκεια του δείπνου που οργάνωσε ο Ερρίκος για τους λόγιους του σιναφιού του, στο οποίο όμως θριαμβεύει κυριολεκτικά η υποδεέστερη, η «πνευματικά  εκτός κλίματος διανοουμένων.

«Για μένα», είπε ήρεμα, «είναι δημιουργία και τα δυο, δεν τα ξεχωρίζω, είτε διαβάζω κάτι που με συγκινεί είτε σκαλίζω το χώμα. Με το ίδιο ενδιαφέρον που παρακολουθώ την εξέλιξη μιας ιστορίας που μ' αρέσει βλέπω και τις κολοκυθιές ή τις μελιντζάνες μου αργά αργά να μεγαλώνουν. Κι οι λέξεις έχουν ρίζες και ριζώνουν. Μυρίζουν διαφορετικά στο στόμα καθενός, μοσχομυρίζουν ή ζέχνουν ανάλογα πώς τις καλλιεργείς. Και στη μαγειρική, μια συνταγή μαγειρεμένη από διαφορετικούς ανθρώπους ποτέ δεν βγαίνει ίδια».

Το πρόσωπό της είχε γαλήνη. Σαν εκείνον που λέει μια αλήθεια μα δεν έχει ανάγκη να την αποδείξει σε κανέναν.

Πίσω από την κομψή και αιθέρια ύπαρξη, που συντόνισε και οργάνωσε στην εντέλεια τα πάντα, ίσως μόνο ο οξυδερκής κριτικός της παρέας να  διέβλεψε τη θλίψη και τον «τιθασευμένο δυναμισμό» ενός αγριμιού που ακόμα περπατούσε ξυπόλητο στο χώμα της αυλής - το δέρμα του πέλματος είναι ευαίσθητο, όλα μπορεί να τα νιώσει - μιας ύπαρξης μοναχικής, που έβρισκε καταφύγιο στις «δικές της μουσικές και μυρωδιές, στα δικά της χώματα». 

«Την κατακλύζαν ήχοι κι οσμές από δροσερό περιβόλι - ευωδιαστή ντομάτα, άκοπη, πάνω σε καλαμένια υποστυλώματα -, αψάδα πιπεριάς και φρέσκια ρίγανη. Δεν χάθηκαν αυτές οι μυρωδιές, δεν αφανίστηκαν ποτέ. Αναδύονταν μέσα απ' το χώμα. Τα 'βλεπε, τα οσφραίνονταν όλα, γεύονταν τη γεύση, άκουγε καθαρά τους ήχους που έκαναν καθώς ωρίμαζαν. Ήταν ολότελα δικά της και είχαν παραμείνει αλώβητα».

Η Μάριαν κρατάει ζωντανή στην πολύτιμη «κιβωτό» της τη συλλογική ταυτότητα, μεταφερμένη από γενιά σε γενιά, μνήμη κυτταρική, που εξασφαλίζει τη συνοχή και τη συνέχεια του κόσμου. Περασμένη στο δικό της σώμα από τη «μάγισσα» γιαγιά, εκείνη που σφυρίζει ένα τραγούδι κι οι μέλισσες, χιλιόμετρα μακριά, το ακούνε και γυρνάνε στο καλάθι της· τη γιαγιά που ευωδιάζει τριαντάφυλλο, σκάβει, τσαπίζει ως τα ενενήντα της, φροντίζει τα ζωντανά της, μιλάει με το χώμα, τη φύση, την πέτρα και τη λάσπη. Και από την άλλη γιαγιά απ' τη μεριά του πατέρα της: 

«Πλάθοντας το ψωμί της μουρμούριζε ονόματα, λόγια ακατάληπτα και προσευχές δικές της. Ευγνωμονούσε για το χώμα που καρπίζει, για το νερό που τρέχει και ποτίζει τον μπαξέ της. Τα τρυφερά βλαστάρια των χορταρικών που σε λίγο θα 'μπαιναν στα πιάτα τους. Ζύμωνε κι ονομάτιζε αποθαμένους. Έναν έναν. Σαν να τους καλούσε στο τραπέζι».

Χάρη στις γεύσεις, τους ήχους, τις οσμές του «άγριου» ενστικτώδους εαυτού της, η Μάριαν θ' αντέξει. Όλη η φύση με τις εκφάνσεις της διδάσκει την αντοχή. Θα περιπλανηθεί χρόνια, μέχρι να σκληρύνουν και πάλι οι πατούσες της, μαθημένες να πατάνε ξυπόλητες, να αντλούν δύναμη από το χώμα και τη γόνιμη λάσπη. Θα βαδίσει μέσα στα σκοτάδια, θα δοκιμαστεί, θα καταφέρει να βγει από την αποπνικτική σκιά του Ερρίκου και του ψεύτικου κόσμου του και να ενωθεί ξανά με τις οικείες μυστηριακές σκιές του δικού της τόπου.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, η Μαρυλλίδα θα βρεθεί για τελευταία φορά στη Ληθώ· έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε που ο Ερρίκος την έφερε εκεί για να ζήσει μαζί του. Την νύχτα εκείνη, πριν εγκαταλείψει για πάντα την άρρωστη πόλη, στον ύπνο ή στο ξύπνιο της, οι λύκαινες θα καλωσορίσουν την επιστροφή της και θα την καλέσουν στην αρχέγονη μυσταγωγία της αγέλης.

«Ελάχιστα κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα. Ξαπλωμένη στο σκοτάδι με τα μάτια ανοιχτά. Όλο το βράδυ ακούγονταν μακρινές φωνές – στον ύπνο ή στον ξύπνο της, δεν μπορούσε να διακρίνει –, ιαχές και αλυχτίσματα λύκων. Είχαν κατεβεί, θαρρείς, από τα δάση, είχανε βγει από τις ρωγμές των βράχων, και την καλούσαν να ενωθεί μαζί τους σ' έναν νυχτερινό χορό εκδίκησης. Την προσκαλούσαν να μπει μαζί τους στην αρχέγονη μυσταγωγία της αγέλης. Ρωμαλέες λύκαινες με μάτια μικρά, τριγωνικά, που φωσφορίζαν στο σκοτάδι, με λαιμούς μυώδεις, πόδια λεπτά και δυνατά, έτοιμα να τρέξουνε θριαμβικά, να ξεχυθούν στους δρόμους της έρημης πόλης...»

«In the Company of Wolves», by Angela Carter
__________

Η Μαρυλλίδα «εκπατρίζεται», ζει ως «ξένη» μεγάλο κομμάτι της ζωής της, σχεδόν τριάντα χρόνια, αόρατη, χαμένη στη σκιά ενός ανθρώπου, εκπαιδευμένου να «φαντασιώνεται τον κόσμο του, αντί να τον ζει». «Επαναπατρίζεται», όμως, θριαμβευτικά στον τόπο της, στην «αγέλη» της, στη θηλυκή ενστικτώδη φύση της, που ακόμα και κακοποιημένη παραμένει άφθαρτη. Το πλάσμα που φτιάχτηκε ελεύθερο και αμόλυντο, παραμένει εύπλαστο, ανοικτό και δεκτικό στην αλήθεια, όταν την συναντά στο δρόμο της, αλλά δεν θα διαβρωθεί ποτέ από ανθρώπους ψεύτικους, ούτε θα ασπαστεί τις νοσηρές  πρακτικές μιας απονεκρωμένης, αφύσικα εκπολιτισμένης κοινωνίας.

Ο Ερρίκος, αντίθετα, έζησε όλη του τη ζωή ως «αναρριχητής της μεγαλοπρέπειας» σε μια μικροαστική κοινωνία  που κρύβει τον πυρετό της και υποκρίνεται, σ' έναν κόσμο με κυρίαρχες αξίες τον υπολογισμό και τη σκοπιμότητα. Γαλουχημένος με τις αρχές μιας ελεγκτικής, χειριστικής μητέρας, δεν έκοψε ποτέ τον ομφάλιο λώρο, δεν απομακρύνθηκε ποτέ από την επικράτειά της. Εκείνη ήταν, μέχρι το θάνατό της, «η άγκυρα που που τον κράταγε σταθερό», αλλά και εγκλωβισμένο στο ρόλο του εκδικητή των μητρικών ματαιωμένων φιλοδοξιών. Ούτε τον χαμένο πατέρα «πένθησε» ο Ερρίκος, αρνήθηκε την Κάθοδο, ως δρόμο που οδηγεί στην «πατρική οικία», δεν ανακατεύτηκε ποτέ με το χώμα, τις στάχτες, τη συναίσθηση της ανθρώπινης ευθραυστότητας. Μεγαλομανής, εξουσιαστικός και κάλπικος, αγκιστρωμενος στην καρέκλα του γραφείου του, ασφαλής και προστατευμένος από το χαμηλό ταβάνι του ανήλιαγου υπογείου, δεν κατάφερε ποτέ «να δοθεί, να ξοδευτεί, ν' αγαπήσει και ν' αγαπηθεί». Την παρ' αξίαν αναρρίχησή του – επιστήμονας, συγγραφέας, διανοούμενος, πολιτικός – θα ακολουθήσει η βαρύγδουπη πτώση του: «Εξάντλησε όλα τα στάδια μονομιάς κι έκαψε γρήγορα όλα τα χαρτιά του». Όταν στα εξήντα του, η τέχνη, η πολιτική, η ίδια η ζωή τον έχει απορρίψει», είναι πια αργά να επιχειρήσει τη  λυτρωτική «Κατάβαση», να διασωθεί από τον άγονο κόσμο του, να αποβάλει την «παιδική κακία». Ως «ξένος» από τον εαυτό του, το όνομά του, την αλήθεια του, την αγάπη, το «θεό» του, θα αρκεστεί να ομολογήσει την αποτυχία του: «Νιώθω ότι τίποτα δεν έζησα».

Αν το ζητούμενο στην πορεία της ζωής, ανδρών και γυναικών, είναι η κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας, η συνειδητοποίηση και η αυτογνωσία, πώς μπορεί αυτό να πραγματωθεί αν κοπεί ο δεσμός μας με τη φύση, την βαθιά ενστικτώδη ψυχή μας; Πρέπει να παλέψουμε ώστε ν’ αφήσουμε την ψυχή μας να μεγαλώσει με τον τρόπο της και μέχρι το φυσικό της βάθος, να συναντηθούμε με την «άγρια γυναίκα» ή τον «άγριο άντρα» μέσα μας, να συνδεθούμε και ν’ αγκαλιάσουμε αυτό το λανθάνον στοιχείο του χαρακτήρα μας, τις ασυνείδητες «θηλυκές» και «αρσενικές» αρχές, εξίσου σημαντικές και ανεξάρτητες από το βιολογικό μας φύλο. 


«Anima & Animus» by Kim Lorentzson
____________

Τόσο η «θηλυκή», όσο και η «αρσενική» αρχή – «Anima» και «Animus» αντίστοιχα τα ονομάζει ο Carl Jung – έχουν και τη σκοτεινή πλευρά τους. Προκειμένου όμως να υπάρχει εξέλιξη, χρειάζεται ν’ αναπτυχθούν όλες οι πτυχές της ψυχής, να αλληλοσυμπληρωθούν όλες εκείνες οι ιδιότητες των δύο φύλων, οι οποίες δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς. Στην ουσία χρειάζεται να δημιουργήσουμε ισορροπία στις κλίμακες παθητικών (θηλυκών) και επιθετικών (αρσενικών) ενεργειών μέσα μας. 

Η Μαρυλλίδα, στην πορεία της ζωής της, η οποία δεν ήταν εύκολη ούτε αναίμακτη – «έκανα  ένα ταξίδι μέσα από συμπληγάδες», μονολογεί η ίδια – καταφέρνει να ανασύρει την «ανδρική» ενέργεια, που θα της επιτρέψει άνετα και αβίαστα να εκφράσει τις ιδέες και το δημιουργικό της πνεύμα στον εξωτερικό κόσμο. Αντίθετα, ο Ερρίκος θα αποδειχτεί ανίκανος να συνδεθεί με τη «θηλυκή» πλευρά του, να αφεθεί, να παραδοθεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Όταν η σχέση με τη μητέρα παραμένει διά βίου, ανώριμη ή τραυματική, όταν το θηλυκό στοιχείο καταστέλλεται μέσα στον άνθρωπο, ενεργοποιείται η ματαιοδοξία, η κυριαρχική μανία, η αυτοκαταστροφή. 

Αν επιμείνουμε να βρούμε χαμένους και κερδισμένους σ’ αυτή την αναμέτρηση καθενός με τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο γύρω του, η Μαρυλλίδα μοιάζει αδιαφιλονίκητα νικήτρια. Στην πορεία της ζωής της, δεν έχασε ποτέ τη σχέση της με τη γη, τη φύση, το χώμα – σαν τη μυθική συνονόματή της, με το αίμα της το πότισε και φύτρωσε το πανέμορφο λουλούδι με τα βαθυκόκκινα άνθη. Ούτε την πίστη της έχασε στους δικούς της θεούς, αυτούς που νιώθει την ανάγκη να ευχαριστήσει, όταν ένας μεγάλος κύκλος τελειώνει. Πόσο διαφορετική αλήθεια η δική της πίστη από την «ευσέβεια» της Δόμνας και του Ερρίκου: ένας ρόλος με κοινωνικό αντίκρυσμα η δική της, «ευσεβισμός», προσωπείο του φόβου μπροστά στο θάνατο η δική του!  

«Κάποιον επιθυμεί βαθιά να ευχαριστήσει η Μαρυλλίδα, να προσφέρει την ευγνωμοσύνη της σ' αυτόν. Δεν έχει στο μυαλό της τον θεό που έχουνε οι άλλοι αυτή έχει θεούς δικούς της: τον ήχο των νερών, τις μυρωδιές, τις αλλαγές των εποχών. Αισθάνεται γι' αυτά ένα δέος. Το δέος απέναντι στις ορατές και αόρατες δυνάμεις της φύσης, τις ρίζες που μας τρέφουν, τους καρπούς που ωριμάζουν, το νερό που ξεδιψάει ζώα κι ανθρώπους, την ευεργεσία της σκιάς. Αυτά είναι θεοί, αυτά γεννούνε θαύματα. Θεός για τη Μαρυλλίδα είναι κυματισμοί νερών, θροΐσματα φύλλων, ροή χειμάρρου αλυχτίσματα λύκων και σκυλιών, φωνές πουλιών της άνοιξης. Η καμπύλη ενός σώματος καθώς διπλώνεται στα δυο σκύβοντας για να σκάψει τη γη, να φυτέψει τον σπόρο στο χώμα· ή για να μαζέψει ύστερα τα γεννήματα της γης, τους κόπους των χεριών του».

Wolf Alice (for Angela Carter) της Gina Litherland (2011)
__________

Η Μαρυλλίδα βγήκε από τη σκιά του Ερρίκου, ακολουθώντας τις δικές της σκιές, τα δικά της ξωτικά, που μυστικά βρίσκονταν πάντα μαζί της. Μόνιμη κάτοικος, όχι τουρίστρια, στην επικράτεια της Άγριας Γυναίκας, επανενώθηκε μαζί της κι όλοι της οι φόβοι έφυγαν μακριά. «Υπάρχει ένα μεσαιωνικό ρητό», σημειώνει η Clarissa Pinkola Estés, «που λέει ότι εάν είσαι σε κατηφόρα και σε κυνηγάει μια δύναμη τρομακτική, ικανή να πιάσει τη σκιά σου, τότε θα γίνεις κι εσύ μια τρομακτική δύναμη... Ως παιδί η Οπάλ Ουάιτλι έγραψε τα παρακάτω για τη συμφιλίωση με τη δύναμη του άγριου». 

Σήμερα κοντά στο απόβραδο οδήγησα
το κορίτσι που δεν έβλεπε
για λίγο μέσα στο δάσος
μες στο σκοτάδι, στις σκιές.
Την πήγαινα προς μια σκιά
που ερχόταν καταπάνω μας.
Η σκιά άγγιξε με τα βελούδινα δάχτυλά της
τα μάγουλα του κοριτσιού.
Τώρα και το κορίτσι
προτιμάει τις σκιές.
Όλος ο φόβος της έφυγε.

«BARBABLÙ»  di Gabriel Pacheco e Chiara Lossani
___________ 


Η ιστορία του Μπλαβογένη ή το μέσα φυσικό αρπακτικό 

Σαν την νεαρή γυναίκα στο παραμύθι του Κυανοπώγωνα του Σαρλ Περώ – του Μπλαβογένη, όπως αποδίδεται από την Clarissa Pinkola Estés – η Μαρυλλίδα υπέκυψε στη γοητεία του «αρπακτικού – δυνάστη», παγιδεύτηκε στη σκιά ενός κυριαρχικού, σκοτεινού άνδρα, αλλά αφυπνίστηκε και κατάφερε να βρει το μονοπάτι που οδηγεί βαθιά στον φυσικό, ενστικτώδη Εαυτό της. Οι ιστορίες, σημειώνει η Αμερικανίδα ψυχαναλύτρια, περιέχουν το γιατρικό για να αποκαταστήσουμε ή να ξαναβρούμε τη χαμένη ψυχική δύναμη, να κάνουμε ένα άγριο στοιχείο να επιστρέφει όταν το καλούμε. Δεν είναι τυχαίο ότι η αγγλική λέξη «reclamation» (αποκατάσταση, ανάκτηση) προέρχεται από το παλαιό γαλλικό «reclaimer», που σημαίνει «καλώ πίσω το γεράκι που άφησα ελεύθερο να πετάξει».

Η Μαρυλλίδα ενσαρκώνει την πολύ ανθρώπινη ιστορία της αφελούς, αμύητης ακόμα Ψυχής, η οποία δέχεται με νεανικό ενθουσιασμό να παντρευτεί τον σαγηνευτικό άντρα, να γίνει το «έπαθλο», το θήραμα του «αρπακτικού – δυνάστη», που την αιχμαλωτίζει, την περιορίζει και την αφήνει με την αίσθηση ότι είναι ανίκανη να προχωρήσει στη ζωή. Ο Ερρίκος εκπροσωπεί αυτήν την καταστροφική δύναμη – δεν είναι τυχαίο ότι οι προδιορισμοί «σκοτεινός», «αρπακτικό», «σατράπης» του αποδίδονται από το ίδιο τον συγγραφέα – που αντί να δυναμώσει το φως της νεαρής θηλυκής δύναμης της Ψυχής, θέλει να το σβήσει, να την αποκόψει από την ενστικτώδη φύση της. Στη λαογραφία, στους μύθους, στα όνειρα, όπως και στην καθημερινότητα άλλωστε, συναντάμε πολλά πρόσωπα, που απομυζούν το φως μας, προσπαθούν να πνίξουν τη συνειδητότητά μας, να ισοπεδώσουν την αυτοπεποίθηση, τον αυθορμητισμό, τη δημιουργικότητά μας.

Η ιστορία του Κυανοπώγωνα, ή Μπλαβογένη, στις ποικίλες παραμυθιακές παραλλαγές και λογοτεχνικές αναπαραστάσεις του, είναι γνωστή στα βασικά σημεία της: ένας ήρωας προχωρά σε γάμους, προσφέροντας πλούτη ή τιμωρία και θάνατο στις ασυμβίβαστες συζύγους. Στην εκδοχή της Clarissa Pinkola Estés, ο Μπλαβογένης, σαν τον πανούργο ιχνηλάτη, αντιλαμβάνεται ότι η νεαρή κοπέλα, σε αντίθεση με τις μεγαλυτέρες και πιο υποψιασμένες αδελφές της, ενδιαφέρεται γι' αυτόν και της ζητάει να τον παντρευτεί. Στον μοιραίο γάμο ενώνονται η γλυκιά αφέλεια με την ποταπή σκοτεινιά. Όταν εκείνος θα φύγει για ταξίδι, οι οδηγίες που της δίνει είναι ρητές: μπορεί να κάνει ό, τι θέλει εκτός από ένα. Απαγορεύεται να χρησιμοποιήσει το μικρό κλειδάκι με τη σκαλιστή κεφαλή, εκείνο που μπορεί να της αποκαλύψει την αλήθεια, αυτό που κρύβεται πίσω από το προφανές. Εάν υπακούσει, επιλέγει τον πνευματικό της θάνατο, αν ανοίξει την πόρτα στο φρικτό μυστικό δωμάτιο, επιλέγει τη ζωή. Με τη παρακίνηση των μεγαλύτερων αδελφών της, θα κατέβει στο κελάρι, θ' ανοίξει τη σφαλισμένη πόρτα και θα βρεθεί αντιμέτωπη με τους σκελετούς και τα κρανία των προηγούμενων «φιλοπερίεργων» συζύγων του Μπλαβογένη. Όμως το αίμα που δε φεύγει από το κλειδί, που λεκιάζει τα φορέματα στην ντουλάπα, δεν την αφήνει να ξεχάσει, αντίθετα την φέρνει αντιμέτωπη με τη φονική δύναμη, η οποία τώρα απειλεί τη δική της αφυπνισμένη ψυχή. Η νεαρή γυναίκα έχει αμετάκλητα βγει από την αφέλειά της, ξεγελάει τον διώκτη της, κερδίζει χρόνο για να προετοιμαστεί τάχα, ενώ καλεί τους Ψυχικού αδελφούς της - την ευλογία της δύναμης και της δράσης - που θα την λυτρώσουν από τον σκοτεινό σύζυγο ή από το «εγγενές αρπακτικό», υπεύθυνο για την απονέκρωση της ενστικτώδους Ψυχής μέσα της.

Στην ιστορία του Μπλαβογένη, όπως και σε όλες όσες χρησιμοποιούν τα ίδια μοτίβα, η γυναίκα καταφέρνει από θύμα στην αρχή, να αφυπνιστεί, να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, να οργανώσει την απόδρασή της και να παροπλίσει τον σύζυγο-δυνάστη ή το εγγενές αρπακτικό μέσα της. Γιατί μπορεί ο σύντροφός της να περιορίζει και να διαλύει τη ζωή της, όμως το εσωτερικό αρπακτικό καραδοκεί μέσα στην ίδια την Ψυχή της. Όσο καιρό υποχρεώνεται να ζει με ψαλιδισμένα φτερά, αδύναμη, ηττημένη, φοβισμένη, βουβή, υποτάσσεται στο αρπακτικό. Όταν όμως ανοίξει την πόρτα της Ψυχής, θα δει τις πλευρές της θηλυκής φύσης που έχουν αιχμαλωτιστεί, ίσως και θανατωθεί και πλέον μπορεί, με τρόπους ακόμα πιο δυναμικούς να διεκδικήσει την αυτοδιάθεσή της.

«Blue Beard» by CoalRye, fairytalemood.tumblr.com
___________

Αιχμάλωτη του σκοτεινού άντρα

Η δεκαοκτάχρονη Μαρυλλίδα σαγηνεύεται από την άγρια μυρωδιά, την αρρενωπή φωνή, το μελαμψό δέρμα και το αστραφτερό μυαλό του Ερρίκου. «Στα νιάτα σου εύκολα ξεγελιέσαι...κι ύστερα από χρόνια, αυτό που κάποτε σου έδινε τη βεβαιότητα, διαπιστώνεις ότι ήταν το δόλωμα της προσωπικής σου εξαπάτησης». Όπως ακριβώς και η νεαρή σύζυγος στην ιστορία του Μπλαβογένη, αυταπατάται, παρακάμπτει τη διαίσθησή της, παρόλο που αυτή έχει σημάνει συναγερμό ήδη από την πρώτη τους συνάντηση και το σκοτείνιασμα του Ερρίκου στην ερώτησή της για τον πατέρα του. «Ήταν η πρώτη παγωμάρα στη γνωριμία τους...», θυμάται.

Με την εγκατάστασή τους στη Ληθώ, ο φόβος, η παγωμάρα, η αποξένωση μονιμοποιούνται και επιδεινώνονται. Το κορίτσι – «τρόπαιο», από την αρχή αταίριαστο στον κόσμο του Ερρίκου, τού προκαλεί σιγά σιγά δυσφορία. Την περιφρονεί, την υποτιμά, την ισοπεδώνει. Κι εκείνη βλέπει τη μια μετά την άλλη, τις επιθυμίες και τις ανάγκες της απονεκρωμένες: αγάπη, μητρότητα, μοίρασμα, επικοινωνία, αναγνώριση. Όταν φτάσει, όπως η νεαρή γυναίκα του Μπλαβογένη, στο υπόγειο με το καταχωνιασμένο κασελάκι που κρύβει το χαμένο παρελθόν του Ερρίκου, μια τελευταία ελπίδα να ζωντανέψει η σχέση τους αχνοφαίνεται: «να ηττηθεί εκείνος από την αλήθεια, να λυγίσει, να κλάψει, να αναζητήσει μια αγκαλιά να κρυφτεί - τη δική της.» Όχι, όμως! Εκείνος εκρήγνυται αμυνόμενος. «Το στόμα του ηφαίστειο, λόγια σαν μανιασμένη θάλασσα»:

«Πώς τόλμησες; Άνοιξες τα συρτάρια μου, με ποιο δικαίωμα; Καταπάτησες με τον πιο χυδαίο τρόπο την ατομική μου ελευθερία, παραβίασες την ιδιωτική μου ζωή! Μπήκες κρυφά στον προσωπικό μου χώρο. Αυτό το λένε απάτη! Σιχαίνομαι την πράξη σου. Τίποτα δεν είναι πιο φρικτό απ' αυτό που έκανες».

Η Μάριαν, αν και συναισθάνεται πως έχει να κάνει μ' ένα αδύναμο πληγωμένο παιδί, ανίκανο ν' αγαπήσει τον εαυτό του, πόσο μάλλον κάποιον άλλον, βουλιάζει στην παραίτηση:

«Όλα φώναζαν την ήττα της, έδειχναν την αποτυχία. Το βλέμμα του που δεν έφτανε ως αυτήν, η σιωπή του, η απουσία κάθε μυρωδιάς του... Βούλιαζε συνεχώς... Έψαχνε έναν τρόπο να κρυφτεί, να εξαφανίσει την ασήμαντη ύπαρξή της, να εξαλείψει την ντροπή, τις ενοχές...Ήταν εγκλωβισμένη από παντού...τα ξωτικά της, πίσω απ' τα βουνά, την είχαν εγκαταλείψει.»

«Barba Αzul» by Henrique Vieira, flickr. co
_________

Η οσμή του αίματος

Μακριά από τον τόπο της, τους δικούς της θεούς και ανθρώπους, αόρατη σχεδόν σαν φάντασμα, μέσα σ' έναν νεκρό γάμο, νιώθει ήδη πεθαμένη μέσα της. Η «ρωγμή» στη σχέση της με τον Ερρίκο, θα γίνει γρήγορα «ρωγμή ανάμεσα σ' αυτήν και τη ζωή» κι οι χαρακιές στην ψυχή της θα μετατραπούν σε χαρακιές στις φλέβες της. Το αίμα που ρέει, όπως ακριβώς το αίμα πάνω στο κλειδί στην ιστορία του Μπλαβογένη, είναι γυναικείο, αίμα από τη φλέβα της ψυχής. Είναι αποδεκατισμένες οι πιο βαθιές και πλούσιες ψυχικά δυνάμεις της δημιουργικής ζωής μιας γυναίκας, που αντικρίζει κατά πρόσωπο την σοκαριστική αλήθεια. Η οσμή του αίματος όμως, δεν θα την αφήσει να ξεχάσει, ούτε να συνεχίσει να κουκουλώνει τα αδιέξοδά της. Η απροκάλυπτα εγωιστική αντίδραση του Ερρίκου, διαλύει και τις τελευταίες της ψευδαισθήσεις:

«Ήταν μια πράξη εγωισμού. Έτοιμη να καταστρέψεις τη ζωή σου. Τη δική μου. Την καριέρα μου». Άρχισε να γελάει η Μάριαν με αυτό που άκουσε, ένα γέλιο αδύναμο αλλά βαθύ. Μέχρι που το γέλιο γύρισε σε λυγμό κι έκλαιγε μ' αναφιλητά.

Και καθώς η παλιά της ζωή πεθαίνει, η Μάριαν νιώθει την πληγή, μυρίζει το αίμα, αναγνωρίζει μέσα κι έξω της, την καταστροφική φονική δύναμη που την κρατάει αιχμάλωτη, και αφυπνίζεται· αρχίζει να ζει και να οργανώνει την απόδρασή της.

«Θα φύγω», είπε αποφασισμένη. «Θέλω να βρεθώ στα μέρη μου». Κοφτά. Ούτε θυμός ούτε πόνος.

«Barbablu», illustrazione di ©Marco Lorenzetti.
_____________

Να κερδίζεις χρόνο, ν' ανασυντάσσεις τις δυνάμεις σου...

Όπως και η γυναίκα του Μπλαβογένη, η Μάριαν, ζητάει παράταση χρόνου, οργανώνει τη στρατηγική της, καλεί τους εσωτερικούς και εξωτερικούς μαχητές της, τις δυνάμεις εκείνες που θα την κάνουν αποφασιστική κι ετοιμοπόλεμη, ικανή ν' αποκαταστήσει τη διαρρηγμένη σχέση με την αδάμαστη ενστικτώδη ψυχή της.

Στα τριάντα πέντε της θα γυρίσει στο τόπο της, στους γνώριμους ήχους και μυρωδιές, αναζητώντας τα ξωτικά της, αλλά «ο παράδεισος δεν είναι τόπος, είναι σοφία που την βρίσκεις γυρίζοντας και ψάχνοντας, σαν τις μέλισσες», όπως θα της πει ο Κύρος, ο παλιός συμμαθητής. Εκείνος, με την πορεία του, τη ζωή, τις δημιουργίες, με την αλήθεια του, κρυφάνοιξε μέσα της μια χαραμάδα φως. Όμως δεν ήταν έτοιμη ακόμα ν' αποφασίσει:

«Η Μάριαν δεν είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό της, από κει έπρεπε να ξεκινήσει. Μέσα της είχε θάψει για πάντα το παιδί που κάποτε ήταν... τα τόσα χρόνια απουσίας εκτόπισαν τον αρχαίο εκείνο εαυτό».

Θα γυρίσει πίσω, στο νότο, στον κατ’ επίφασιν γάμο της και θα βιώσει μια ακόμα απώλεια, εκείνη του υιοθετημένου γιου, ο οποίος θα κόψει στα δεκαοκτώ του το σκοινί που τύλιγε γύρω από το λαιμό και των δύο ο Ερρίκος. «Του άρεσαν τα ζώα, η φύση, η μοναχική ζωή. Ήταν παιδί δικό μου... Ήθελε να φεύγει. Να φύγει. Να πετάξει και να φύγει», συλλογίζεται η Μάριαν στα χρόνια της απουσίας του, της απουσίας εφηβικής οσμής, που την αναζητά στο δωμάτιο, στα ρούχα, στα σκεπάσματα, στο μαξιλάρι του.

«Ο πόνος της κράτησε κάμποσο. Ώσπου είπε φτάνει, ως εδώ. Βγήκε απ' το πένθος της και κατέφυγε ξανά στη γη, στο χώμα. Να πατήσει ξυπόλυτη, να βρει τη δύναμή της. Όργωσε με τη φρέζα, έσκαψε, φύτεψε. Κρατήθηκε. Η Μάριαν αντέδρασε. Και άντεξε.»

Με τα χρόνια, αυτό που έμοιαζε πεθαμένο μέσα της, αρχίζει να ξαναζωντανεύει. Μέσα από την οθόνη του υπολογιστή, «καλεί ολόκληρο το σύμπαν κι εκείνο ανταποκρίνεται κι εμφανίζεται μπρος της. Ψάχνει, ρωτάει, απαντάει, κουβεντιάζει με όποιον θέλει, στέλνει μηνύματα. Μια πόρτα ανοιχτή, την ανοίγει και βρίσκεται με πρόσωπα αγαπημένα, φωνές που νόμιζε πως είχαν βγει για πάντα απ' τη ζωή της. Και τους ξαναβρίσκει τώρα στο διαδίκτυο». Ξαναβρίσκει το γιο της, που έχει όνομα - όχι «Εκείνος, «Στέφανος», κάποιες φορές και «Στέπαν». Ανταλλάσουνε μηνύματα, ενώνουν τα κομμάτια της ζωής τους».

Κι έτσι, με τον ίδιο τρόπο που η νεαρή γυναίκα του Μπλαβογένη καλεί τους αδελφούς της, ή ανασύρει την ανδρική ενέργεια μέσα της, η Μάριαν, αφυπνίζει με τη βοήθεια του γιου της, την ενέργεια εκείνη που χρειάζεται για ν' αναλάβει δράση, να αντιμετωπίσει, μια για πάντα, τον εσωτερικό «φονιά» του θηλυκού, τον μαρασμό του πάθους της για ζωή.

«Ο Στέπαν έψαχνε μια γη, μια γλώσσα ν' αγαπήσει και ν' αγαπηθεί, ανθρώπους που να νοιαστούν γι' αυτόν, που να τον θέλουν, έτσι διαφορετικό. Δίχως να τον κρίνουνε γι' αυ τό. Κι η Μάριαν έψαχνε ένα στέκι να μοιραστεί και να μοιράσει το φαΐ και το ψωμί της. Τα μπερεκέτια του μπαξέ της. Σ’ έναν κήπο ανοιχτό στον κόσμο. Μακριά απ' τα σκοτάδια του μυαλού που συνθλίβουν τη ζωή. Να συνεχίσει από κει που έκοψε το νήμα με τα ξωτικά της.

«Τώρα!» είπε δυνατά. «Αυτή είναι η ώρα της δικής σου απόφασης, Μαρυλλίδα» – αυτό το όνομα ξεπήδησε αυθόρμητα από τα χείλη της. Το άκουσε. Απ' όλα τα κατά καιρούς ονόματα, αυτό. Τα παλιά σημάδια στο σώμα της είχαν σβηστεί, οι χαρακιές στα χέρια. Τώρα θα μπορούσε να γιατρέψει την ψυχή της».

« Blooming life» by Christian Schloe
_____________

Μια γυναίκα στη ροή του κόσμου

«Από την προϊστορία είχα ξεκινήσει την πορεία μου στην έρημο, και δίχως άστρο να με οδηγεί, μονάχα με την οδό της απωλείας να με οδηγεί, μονάχα με το ξεστράτισμα να με οδηγεί ‒ μέχρι που, μισοπεθαμένη από την έκσταση της κούρασης, φωτισμένη από πάθος, είχα επιτέλους βρει το θησαυροφυλάκιο. Και μες στο θησαυροφυλάκιο, μέσα σε σπινθηρισμούς δόξας, το κρυμμένο μυστικό» 

Κλαρίσε Λισπέκτορ,Τα κατά Α.Γ. πάθη, μτφρ: Μάριος Χατζηπροκοπίου, 
Αντίποδες, Αθήνα 2018,
___________________ 

Στα πενήντα της, η Μάριαν καταφέρνει να βρει το όνομά της, να ενώσει τους αρμούς και να ισορροπήσει τα κομμάτια της - «Ποτέ μου δεν υπήρξα μοιραία γυναίκα. Σύντροφός, στήριγμα, γήινη ήμουν πάντα. Και μητέρα. Παρόλο που δεν γέννησα παιδιά... Είχα όμως σαν παιδιά δικά μου παιδιά αλλωνών», γράφει στον Στέφανο.

Επιτέλους, «έχει αυτό που επιθυμεί. Την οικογένεια που θέλει, έναν τόπο». Αυτό θα γίνει σιγά σιγά ο «Κήπος της αΜαρυλλίδας»: μια φάρμα φιλόξενη, μαγική, ένα στέκι, «ένα οικογενειακό τραπέζι γι αυτούς που οργώνουν τους δρόμους της Ευρώπης», σχέδια για φεστιβάλ νεολαίας, ν' ανακατεύονται οι γλώσσες, οι ήχοι, φύλα, φυλές και θρησκεύματα, ιδεολογίες, αντιλήψεις και συνήθειες.

«Έχει αφήσει πίσω της την πνιγηρή ατμόσφαιρα η Μαρυλλίδα και πλέον ακτινοβολεί αισιοδοξία. Η εσωτερική ζωή της έχει μπει σε κίνηση ξανά. Το κορμί βρήκε και πάλι τη θέση του στη ροή του κόσμου. Η γυναικεία ψυχή, θεμέλιο της νέας ζωής, γίνεται κύτταρο δημιουργίας ενός κόσμου που μοιάζει να τον ανασύρει από τα βάθη των αιώνων. Ξεχασμένο, κατεστραμμένο, απαξιωμένο. Που ακόμα ζούσε στα όνειρά της, ανέπνεε στη φαντασία της. Ζούσε στη μνήμη της, μεταφερμένο από γενιά σε γενιά, από τη γιαγιά της γιαγιάς της. Κι από εκείνην στην ίδια τη Μαρυλλίδα. Κι απ' αυτές σε όλα τα όντα που, περνώντας στα σώματα των απογόνων τους την κυτταρική μνήμη, εκφράζουν τη συνέχεια του κόσμου. Τη συλλογική ταυτότητα. Κινδύνεψε να την χάσει μα τελικά την διέσωσε στην κιβωτό της.

Κάθε πρωί τριγυρνάει ανάμεσα στα δέντρα της, στα φυτά της, παρατηρεί τους καρπούς να μεγαλώνουν. Δεν ρίχνει φυτοφάρμακα. Τα φροντίζει με ευλάβεια. Έχει αυτό που επιθυμεί. Την οικογένεια που θέλει, έναν τόπο».

Βρίσκει το ρυθμό της ζωής της, τις χαμένες μυρωδιές: «Ο ρυθμός της ζωής της. Ο ρυθμός της φύσης. Και οι εποχές μία μία χωριστά με τις οσμές τους. Αυτός είναι ο ρυθμός του κόσμου της. Μυρίζει και πάλι γιασεμί…»

Δυνατή, ανοιχτή στον κόσμο, η Μαρυλλίδα έχει ξαναγεννηθεί. Έγινε πάλι το παιδί που κάποτε ήταν. Άνθιζε ένας φιμωμένος εαυτός που δίσταζε μέχρι τα χτες σχεδόν να βγει προς τα έξω. Τον έτρεφε κρυφά, τον άφηνε να αναπνέει γύρευε πού, σε ποιες χαράδρες της ψυχής. Αθέατος. Σαν εκείνο το παράξενο φυτό με τους χνουδωτούς καρπούς – που μόλις λειώσει ο πάγος, τα κοιμισμένα ίχνη της ζωής αναδύονται μέσα απ' το χνούδι.

«Bluebeard's Secret Chamber», painting by Matt Mahurin
_____________

Παροπλίζοντας το αρπακτικό μέσα μας

Ο Ερρίκος, όπως και ο Μπλαβογένης, ενσκαρκώνει τη «σκοτεινή δύναμη», που εναντιώνεται στη Φύση και διακαώς επιθυμεί την υπεροχή και την κατίσχυση έναντι των άλλων. Η δύναμη αυτή όμως δεν είναι μόνο εξωτερική, ούτε και εύκολα αναγνωρίσιμη πάντα. Ο «σκοτεινός άντρας» ενοικεί στην Ψυχή, παραμονεύει στις παρυφές της ζωής όλων των γυναικών – και των ανδρών με διαφορετική ίσως συμβολική μορφή – περιμένοντας την ευκαιρία να τους αντιταχθεί, να συρρικνώσει και να ακινητοποιήσει τις φυσικές ενστικτώδεις δυνάμεις τους. 

Τόσο η νεαρή σύζυγος του Μπλαβογένη όσο και η Μαρυλλίδα θα καταφέρουν να θέσουν υπό έλεγχο αυτήν την παραπλανητική δύναμη που διαφεύγει μέσα στην ψυχή, να την κατατροπώσουν και να κρατήσουν απ’ αυτήν μόνο ό,τι τους είναι χρήσιμο. Στη φύση τίποτα δεν είναι περιττό ή άχρηστο. Η ενέργεια που αποσπάται από το αρπακτικό μέρος της ψυχής, ίσως να αποδίδεται εκ νέου στη σπλαχνική Μητέρα της ζωής/θανάτου/ζωής, για να μεταμορφωθεί και να ξαναεμφανιστεί λιγότερο εριστικό. Στο τέλος της ιστορίας του Μπλαβογένη, τα κόκαλα και οι χόνδροι του μένουν βορά στα όρνεα. Η φύση θα διαλύσει το αρπακτικό στοιχείο, θα το επωάσει ξανά, για να το αποδώσει πάλι στη ζωή, μικρότερο, αναγνωρίσιμο και με πολύ λιγότερη δύναμη να εξαπατά και να καταστρέφει. 

«Οι άνθρωποι έχουν αρνηθεί την απλή τους φύση. Ένα ζώο που χορταίνει αφήνει το υπόλοιπο κουφάρι και το τρώνε τ' άλλα ζώα. Ενώ ο άνθρωπος ποτέ δεν αρκείται σε όσα έχει. Τίποτα δεν παραχωρεί στους άλλους. Θα το αποθηκεύσει κι ας σαπίσει...η φύση καταστρέφει ό,τι πρέπει να καταστραφεί», σκέφτεται η Μαρυλλίδα,  επιστρέφοντας από την κηδεία του Ερρίκου, για να γυρίσει στο περιβόλι της, να ξεβοτανίσει πριν προλάβουν «τα αγριόχορτα και πνίξουν τα ζαρζαβατικά της».

Παρατηρητική και διαισθητική η Μαρυλλίδα, καταφέρνει να κατανοήσει τη φύση του «αρπακτικού» - μια  δύναμη μοναχική, παντοτινά εξόριστη από τη λύτρωση: «Αν είχε το χάρισμα του λόγου, θα έγραφε για  μια μορφή δυστυχισμένη, ένα ήρωα σκοτεινό κι απρόσιτο. Δυστυχισμένο ακόμα και στις δόξες του». Αυτή τη δύναμη θα την παροπλίσει και θα πάρει πίσω ό,τι της έκλεψε· θα μετατρέψει την κακοποιό ενέργειά του σε σφρίγος, ζωτικότητα, ψυχική φλόγα, δημιουργία. 

Και ποιος ξέρει; Ίσως μέσα στη ροή του χρόνου, όπως σημειώνει η Clarissa Pinkola Estés, «κάθε διαδικασία εξατομίκευσης από την πλευρά του ενός αλλάζει το σκοτάδι του συλλογικού ασυνείδητου όλων, εκεί όπου κατοικοεδρεύει το αρπακτικό». 


«The Bloody Chamber» by Erika Steiskal
____________

Οι ιστορίες είναι φάρμακο

Απ’ αυτή τη σκοπιά, ιστορίες όπως του Μπλαβογένη ή της Μαρυλλίδας θέτουν σε κίνηση την εσωτερική μας ζωή, όταν μοιάζει φοβισμένη, ακινητοποιημένη, στριμωγμένη στη γωνία. Οι ιστορίες είναι πλάσματα ζωντανά, είναι «νομάδες» ‒ όπως οι λύκοι και οι γυναικείοι κύκλοι ‒, διασχίζουν σύνορα, επιδημίες και πολέμους, τρέφουν τη λαχτάρα για ζωή, αποκρυσταλλώνουν βιώματα. Και εν τέλει, πετυχαίνουν πολύ περισσότερα από το να λειτουργούν «ως καθρέφτης, μέσα στον οποίο αναγνωρίζουμε πτυχές του εαυτού μας». Λαδώνουν το βίντσι και τις τροχαλίες, κάνουν την αδρεναλίνη να ρέει, δείχνουν τη διέξοδο, δημιουργούν ωραία φαρδιά ανοίγματα σε τοίχους τυφλούς, μας οδηγούν πίσω στην αληθινή ζωή, φυσική, μυστηριακή, τελετουργική. Προτείνουν, χωρίς καν να το επιδιώκουν, έναν τρόπο ζωής.

«Στις περιόδους των μεγάλων κρίσεων, αποζητάμε τα προσωπικά μας καταφύγια...ό,τι θεωρούμε πως είναι η πραγματική πατρίδα μας. Η Τέχνη χτίζει τον ου-τοπικό και παρήγορο κόσμο της με βιωμένα πάντα υλικά», σχολιάζει ο αρθρογράφος – συγγραφέας Κ. Λογαράς. Το μυθιστόρημά του, όπως και το παραμύθι του Μπλαβογένη, μας καλούν να αναθεωρήσουμε αξίες, να αναζητήσουμε το αυθεντικό βίωμα - ατομικό και συλλογικό -  τους φυσικούς ανθρώπινους τρόπους, σε μια «εικονιστική» κοινωνία, εντός της οποίας η ζωή βιώνεται ενσώματα και ψηφιακά συγχρόνως και ο εαυτός «εξαϋλώνεται» βαθμιαία σε εικόνα.
 
Κι ενώ ο  πλανήτης εκπέμπει σήμα κινδύνου και το οποιοδήποτε αφήγημα περί σεβασμού της θηλυκής αρχής έχει καταρριφθεί - τόσες ανά τον κόσμο γυναικοκτονίες και φυσικές καταστροφές - ίσως το μόνο αντίδοτο, πάνω στην κρίσιμη καμπή όπου διακυβεύονται τα ιερά και τα όσια της ζωής, είναι ο παροπλισμός του «αρπακτικού» εντός μας και εκτός. Μια κοινωνία και μια κουλτούρα που εξωθεί τα μέλη της να αντιμετωπίζουν με καχυποψία ή να αποφεύγουν τη βαθιά ενστικτώδη ζωή, ενδυναμώνει το στοιχείο του αυτο-αρπακτικού στην ατομική Ψυχή και καταδικάζει όλες τις ζωές σε παράλυση και πνευματική λιμοκτονία. 

Ακόμα όμως και σε εποχές που το αρπακτικό είναι ή του επιτρέπεται να είναι επικυρίαρχο, αρκεί να τεθούν ξανά οι ερωτήσεις - κλειδί, χρήσιμες για την ενδοσκόπηση στον έσω κόσμο μας αλλά και στο εξωτερικό πολιτισμικό πλαίσιο: 

«Ποιο στοιχείο καλό ή χρήσιμο από τον καθένα μας, από την κουλτούρα μας, τη γη, τη φύση μας έχει πεθάνει, κείται νεκρό εδώ;». 

Το επόμενο βήμα είναι να ψάξουμε τις απαντήσεις, με συνειδητότητα, τόλμη και αλήθεια. Ό,τι ακριβώς έκανε η νεαρή γυναίκα του Μπλαβογένη, ό,τι ακριβώς έκανε η Μαρυλλίδα.


ΠΗΓΕΣ
  • Κώστας Λογαράς, Όταν βγήκε απ' τη σκιά, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2021
  • Clarissa Pinkola Estés, Γυναίκες που τρέχουν με τους  λύκους, Μύθοι και ιστορίες για το αρχέτυπο της άγριας γυναίκας, μτφρ. Δέσποινα Παπαγιαννοπούλου, εκδόσεις Κέλευθος, Αθήνα 2020



Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Δημήτριος Φιλιππότης: Ο «μαρμαροφάγος» γλύπτης και ο «ξυλοκόπος του»

Γλύπτης από κούνια

Ο Δημήτριος Φιλιππότης  - το επώνυμο «Φιλιππότης» θεωρείται ότι έχει ιταλική προέλευση και προέρχεται από το όνομα Filippo με την προσθήκη της κατάληξης -otti, δηλωτικής του υποκοριστικού - γεννήθηκε στον Πύργο της Τήνου το 1834. Πατέρας του ήταν ο γνωστός εμπειρικός αρχιτέκτονας, ναοδόμος και μαρμαρογλύπτης Ζαχαρίας ή «μαστρο-Ζαχαριάς» και μητέρα του η Ελένη. Μαθήτευσε αρχικά κοντά στον πατέρα του, όπως και οι δυο άλλοι νεότεροι γιοι της οικογένειας, ο Γεώργιος και ο Αντώνιος. Το 1848, μάλιστα, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, ο Δημήτριος ακολούθησε τον πατέρα του στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε «επί κεφαλής πολλών τεχνιτών μέχρι το 1855». Προφανώς και παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε τις ικανότητες να επιβλέπει άλλους μαθητευόμενους στην ανέγερση και διακόσμηση εκκλησιών και αρχοντικών μεγάλων αστικών οικογενειών.

Την περίοδο 1858-1862 σπούδασε στο τμήμα της Γλυπτικής του Σχολείου των Τεχνών, κοντά στον Βαυαρό γλύπτη Christian Η. Siegel, και από το 1859 στον Γεώργιο Φυτάλη,στο εργαστήριο του οποίου παρακολουθούσε παράλληλα μαθήματα μαρμαροτεχνίας. Το μαρμαρογλυφείο των Φυτάληδων, με το χαρακτηριστικό όνομα «Ανδριαντοποιεΐον αδελφών Φυταλών», είναι ανεπίσημα μια σχολή γλυπτικής, προσφέροντας εμπειρική μαθητεία σε σπουδαστές της Γλυπτικής στο Σχολείο των Τεχνών, που εκείνο αδυνατεί να προσφέρει, λόγω ελλείψεως αιθουσών και οργανωμένων εργαστηρίων.  Έτσι, οι μεν σπουδαστές ολοκληρώνουν το πρακτικό μέρος της εκπαίδευσής τους στο εργαστήριο του καθηγητή τους, ο δε Γεώργιος Φυτάλης τροφοδοτεί με χαμηλόμισθο εργατικό δυναμικό το οικογενειακό εργαστήριο.

Με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου αρχικά και του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στη συνέχεια, συνεχίζει τις σπουδές του στην Ακαδημία του Αγίου Λουκά στη Ρώμη (1864-1870), η οποία γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση κατά τον 18° και μέχρι τα μέσα ακόμη του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα όταν από το 1810 αναλαμβάνει διευθυντής της ο μεγάλος κλασικιστής γλύπτης Antonio Canova. Στον απόηχο αυτής της δόξας ολοκληρώνει τις σπουδές του στη Ρώμη και ο Φιλιππότης. Δάσκαλοί του αναφέρονται οι κλασικιστές Emil Wolff και Karl Voss.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του αρίστευσε επανειλημμένα, το αποκορύφωμα της δόξας του όμως αποτελεί η βράβευσή του στη Γενική Έκθεση της Ρώμης, το 1870, όπου είχε εκθέσει τον «Θεριστή». Με τη βράβευση αυτή καταξιώνεται ως ένας από τους «εξοχωτέρους» γλύπτες της Ευρώπης και έκτοτε, σε όλη του την καλλιτεχνική πορεία θα αναφέρεται στο γεγονός αυτό, κυρίως για να αμυνθεί, όταν αμφισβητείται η καλλιτεχνική του αξία ή για να εκφράσει την πικρία του, όταν παραγνωρίζεται από την Πολιτεία.


Ο «μαρμαροφάγος»

Το 1870 ο Φιλιππότης επιστρέφει στην Αθήνα και εγκαθίσταται μονίμως, μέχρι και το θάνατό του. Το εργαστήριό του στην οδό Πατησίων 38, κοντά στο Πολυτεχνείο, χαρακτηρίζεται ως «στενόχωρο και ακατάλληλο, σκοτεινό, πενιχρό και εντελώς απόκεντρο». Ο καθηγητής Μιχάλης Τόμπρος μαρτυρεί ότι θυμάται τον Φιλιππότη να εργάζεται έξω από το εργαστήριό του, στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην είσοδο του σπιτιού του. Δεν γνωρίζουμε αν όντως ήταν η αδυναμία του καλλιτέχνη να εργάζεται έξω στο ύπαιθρο ή αν αναγκαζόταν εξαιτίας της στενότητας και του λιγοστού φωτισμού του εργαστηρίου του.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, που σπούδαζε τότε στο Πολυτεχνείο: «...στο εργαστήρι του, που ήταν ένα είδος μαρμαράδικου ανοιχτού προς το δρόμο, μπορούσε να δει κανείς το γέρο γλύπτη που εργαζόταν φορώντας ένα χάρτινο μπερέ στο κεφάλι. Σ’ αυτό το εργαστήρι - μαγαζί υπήρχαν πολλά ωραία γλυπτά, όλα από πεντελικό μάρμαρο..».

Από το 1870 έως και το 1904 περίπου η καλλιτεχνική παραγωγή του Φιλιππότη υπήρξε πλούσια σε προτομές και ταφικά μνημεία, και εντυπωσιακή όσον αφορά έργα πρωτότυπα, προορισμένα να κοσμήσουν ελεύθερους χώρους. Ο Φιλιππότης υπήρξε ο «κατεξοχήν εργάτης του μαρμάρου» και οι ίδιοι οι συνάδελφοί του τον επονόμασαν «μαρμαροφάγο». Είχε τόση μεγάλη πείρα στην επεξεργασία του μαρμάρου, ώστε μπορούσε να ξεφύγει ελεύθερα από το πρόπλασμα, πράγμα που διαπιστώνεται άλλωστε στις διαφορές που παρουσιάζουν αντίτυπα έργων του σε μάρμαρο από το πρόπλασμά τους. 

Η συνεχής και ακαταπόνητη εργασία όλα αυτά τα χρόνια καθώς και οι ατελείωτες ώρες λάξευσης πάνω στο μάρμαρο επέφεραν ανεπανόρθωτη ζημία στην όρασή του και όταν πέθανε ήταν σχεδόν τυφλός.

Στο διάστημα της μακράς αυτής καλλιτεχνικής πορείας ο Φιλιππότης νυμφεύθηκε δύο φορές και απέκτησε τέσσερα παιδιά: από την πρώτη του σύζυγο Ελένη-Λέλα Λυκιαρδοπούλου - πέθανε από φυματίωση στις 2 Ιανουάριου του 1881, σε ηλικία 27 ετών - απέκτησε την Φερενίκη (1875-1968). Από τη δεύτερη σύζυγό του  Καλομοίρα Μεσολωρά, απέκτησε τρία παιδιά – τα δύο πέθαναν σε μικρή ηλικία και μόνο ο Ευάγγελος έζησε και αναδείχθηκε σε καταξιωμένο δικηγόρο της πρωτεύουσας.

Ο Φιλιππότης έχαιρε της εκτίμησης και της εύνοιας του βασιλιά Γεωργίου Α’, ο οποίος επισκεπτόταν τακτικά το εργαστήριό του, άλλοτε μόνος του, άλλοτε με τη βασίλισσα και άλλοτε με μέλη της βασιλικής οικογένειας της Δανίας, ή άλλους βασιλείς, που κατά καιρούς επισκέπτονταν την Ελλάδα. Συνήθως, όταν κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο καλλιτέχνης είχε τελειώσει και εξέθετε κάποιο νέο, σπουδαίο έργο του, ο Γεώργιος επισκεπτόταν το εργαστήριο και το περιεργαζόταν για ώρα. Αν ένα έργο προκαλούσε ιδιαίτερα το θαυμασμό του οι επισκέψεις πύκνωναν. Ειδικά στην περίπτωση του προπλάσματος του «Ξυλοθραύστη» επισκέπτεται το εργαστήριο διαδοχικά με τη μητέρα του, τον πατέρα του, το θείο του και τον αδελφό του. 


Το εργαστήριο του Φιλιππότη στην οδό Πατησίων 38, όπως είναι σήμερα
____________

«Έζησε λαθών, μακράν του κοινωνικού θορύβου και της καλλιτεχνικής τύρβης»

Η ζωή του Φιλιππότη υπήρξε απλή και περιορισμένη. Αν και, όπως μαρτυρείται, ζούσε αρκετά απομονωμένος, φαίνεται ότι διατηρούσε στενούς δεσμούς με λίγους ομοτέχνούς του, ανάμεσα στους οποίους πιο σημαντικοί ήταν ο Νικηφόρος Λύτρας και ο Κωνσταντίνος Βολανάκης. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι ο επίσης για την εποχή του ιδιόρρυθμος Λύτρας, που αγαπούσε ιδιαίτερα τη μοναξιά, ήθελε μόνο τον Φιλιππότη να τον συνοδεύει στους σιωπηλούς του περιπάτους.

Διατηρούσε ακόμη ο Φιλιππότης και συνήθειες καθαρά λαϊκές. Συνήθιζε να συχνάζει στο καπηλειό - παλιά συνήθεια των μαρμαροτεχνιτών, να συγκεντρώνονται τα βράδια σε ταβέρνες και να συζητούν τα προβλήματα και τα νέα της δουλειάς τους - όπου περνούσε ατέλειωτες ώρες ο φίλος του ζωγράφος Βολανάκης.

Ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, που είχε γνωρίσει το Βολανάκη, γράφει σχετικά: «Όταν γνώρισα το ζωφράφο Βολανάκη, ήταν ήδη πολύ γέρος, δεν έβλεπε καλά και φορούσε χοντρούς φακούς με φασαμέν επιπλέον είχε αποκτήσει την κακιά συνήθεια να πίνει και περνούσε μεγάλο μέρος της μέρας στα καπηλειά, παρέα με καροτσέρηδες κι εργάτες. Συχνά στις ώρες εκείνες της ταβέρνας καθόταν μαζί του ένας γέρος γλύπτης, φίλος και συνομήλικός του. Αυτός είχε ζήσει και εργαστεί πολλά χρόνια στη Ρώμη...».

Παρά το γεγονός ότι παραγνωρίσθηκε η καλλιτεχνική του αξία και προσφορά από τους κρατικούς φορείς για πολλά χρόνια, προς το τέλος της ζωής του τιμήθηκε δύο φορές, το 1908 με τον Σταυρό του Σωτήρος και το 1915 με το μετάλλιο Γραμμάτων και Τεχνών, που είχε θεσπισθεί τότε για πρώτη φορά.

Ο Φιλιππότης πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1919 στην Αθήνα μετά από πολύμηνη ασθένεια. Η κηδεία του έγινε στις 29 Νοεμβρίου 1919 και ενταφιάστηκε στο Α' Νεκροταφείο με σήμα έναν απέριττο μαρμάρινο σταυρό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κηδεία του δεν έγινε δημοσία δαπάνη, κανείς εκπρόσωπος της κυβέρνησης δεν παραβρέθηκε και από τους συναδέλφους τους καλλιτέχνες μόνον ο Ιακωβίδης και ο Βικάτος ήταν παρόντες. Μερικές εφημερίδες και το περιοδικό «Πινακοθήκη» αφιέρωσαν λίγες γραμμές, ενημερώνοντας το κοινό για το θάνατο του καλλιτέχνη, οι λιγοστές πληροφορίες όμως που παρέχουν περιέχουν αρκετές ανακρίβειες. Το κοινό σημείο των σύντομων αυτών δημοσιευμάτων είναι ότι επισημαίνουν την απέριττη ζωή του, τόσο την καλλιτεχνική όσο και την κοινωνική: «έζησε λαθών, μακράν του κοινωνικού θορύβου και της καλλιτεχνικής τύρβης». Ακόμη τονίζουν την παραγνώρισή του από το Κράτος και τον κοινωνικό θάνατο που η λήθη και η αγνωμοσύνη επέφεραν στον καλλιτέχνη, πολύ πριν τον φυσικό θάνατό του.


Ο Οικογενειακός τάφος του Φιλιππότη στο Α' Νεκροταφείο. 
Αγοράστηκε το 1880 έναντι 125 δραχμών
__________

«Ο ιδιοτροπώτερος και ο μάλλον μεμψίμοιρος των καλλιτεχνών»

Το 1901 στην «Επετηρίδα των Φιλοτέχνων» ο Φιλιππότης χαρακτηριζόταν ως «ο ιδιοτροπώτερος και ο μάλλον μεμψίμοιρος των καλλιτεχνών». Πέρα από τα οποιαδήποτε ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία, που δίνουν έναν τόνο υπερβολής στα λόγια και στις εκδηλώσεις του Φιλιππότη, η ιδιορρυθμία και η ιδιοτροπία του τρέφονται από εξωτερικές αιτίες, που σχετίζονται άμεσα με το επίπεδο της γλυπτικής στην Ελλάδα, αλλά και με τον τρόπο που αυτή αντιμετωπίζεται από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, και κυρίως από την πολιτεία. 

Ως καλλιτέχνης θεωρούσε τον εαυτό του αδικημένο και παραγνωρισμένο από την πολιτεία που δεν υποστήριζε το έργο του. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν είχε τη δυνατότητα να συνεχίζει να δημιουργεί έργα της δικής του αποκλειστικά έμπνευσης και επιλογής, όπως συνέβη κατά τα πρώτα χρόνια της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας στην Ελλάδα. 

«...Η Πατρίς είχεν ήδη από πολλού λησμονήσει ως άσημον τινά και άχρηστον εργάτην μη δυνάμενον να δώση μορφήν εις την αχαρακτήριστον της εποχής του ζωήν». Ο καλλιτέχνης, αναγκασμένος να εργάζεται με παραγγελίες για λόγους καθαρά βιοποριστικούς, ομολογεί στον Θωμόπουλο, πετώντας τον μαντρακά του πάνω στο μάρμαρο δακρυσμένος: «μηδέν παιδί μου, μηδέν, να τι φτιάχνει ο Φιλιππότης», και του έδειξε ένα μικρό μαρμάρινο σταυρό, που σκάλιζε για το νεκροταφείο. 

Η μεμψιμοιρία του Φιλιππότη είναι θέμα χαρακτήρα, αλλά διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό και από τις συνθήκες που επικρατούσαν στην εποχή του, από τον τρόπο που η πολιτεία χειριζόταν τους καλλιτέχνες και πώς η κοινωνία τους αποδεχόταν. Με αφορμή το θάνατο του Λύτρα αρθρογράφος στο «Άστυ» (15 Ιουν. 1904) συνοψίζει σε μια χαρακτηριστική πρόταση μια πραγματικότητα, που όλοι οι άνθρωποι της τέχνης γνώριζαν και οι περισσότεροι καλλιτέχνες βίωναν στην νεοελληνική πρωτεύουσα: «εν Έλλάδι η τύχη των μεγάλων καλλιτεχνών είναι ένας ακάνθινος στέφανος επί του μετώπου των».



«Ο Ξυλοθραύστης» 

Στο έργο, το οποίο αναφέρεται και ως «Ξυλοκόπος», «Ξυλοσχίστης», «Υλοτόμος», ο Φιλιππότης επιλέγει  μια καθημερινή σκηνή αγροτικής ζωής που προϋποθέτει ένα στιβαρό  ανδρικό σώμα. Είναι αξιοθαύμαστη η λεπτομερής απόδοση της ανατομίας του ανδρικού σώματος σε μια στιγμή εντατικής προσπάθειας: αποτύπωση των τεταμένων μυών και των γραμμώσεων καθώς και των διογκωμένων φλεβών στο μέτωπο, στο λαιμό, αλλά κυρίως  στην περιοχή των χεριών. 

Ο Φιλιππότης «εμφυσά» ενέργεια στο σώμα της μορφής με τον τρόπο που παριστάνει το στόμα ελαφρά ανοιχτό, μόλις να έχει εισπνεύσει τον αέρα που της χρειάζεται, ο θώρακας να διευρύνεται για να τον συγκρατήσει και να ολοκληρώσει την προσπάθειά της. Το σώμα αυτό που δονείται από εσωτερική δύναμη και ενέργεια, καθώς ο καλλιτέχνης εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες του υλικού του, έρχεται να ολοκληρώσει η ρεαλιστική απόδοση του προσώπου με τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά: στρογγυλό, μικρό κεφάλι με κοντά μαλλιά, διατεταγμένα σε λεπτούς βοστρύχους, συνοφρυωμένο μέτωπο, μικρά, βαθουλωτά, σχεδόν μισόκλειστα μάτια, μεγάλη, πεπλατυσμένη μύτη με φουσκωμένα ρουθούνια, σαρκώδη χείλη, ελαφρώς ανοιχτό στόμα, τονισμένο πηγούνι, τριγωνικό πρόσωπο.

Η συνθετική δομή του έργου και η ρεαλιστική απόδοση του σώματος μέσα στην κλασικιστική γυμνότητά του ανάγουν μια καθημερινή σκηνή σε μνημειακό στιγμιότυπο ανθρώπινης δύναμης και ζωτικότητας. Ο Φιλιππότης αξιοποιεί στοιχεία της κλασικής τέχνης, κυρίως κινήσεις των σκελών, αλλά και του κορμού, που μπορούν να υπηρετήσουν τις προθέσεις του. Η μορφή σε έντονο διασκελισμό, με το ένα σκέλος λυγισμένο και το πίσω να σχηματίζει μια συνεχή, ευθεία γραμμή με τη ράχη, υιοθετήθηκε από την αρχαία τέχνη από πολύ νωρίς ως σύμβολο ενεργητικότητας, ρώμης και αποφασιστικότητας. Ενώ λοιπόν από τη μια πλευρά το έργο παρουσιάζει αυτή την εκλεκτική συγγένεια με αρχαία πρότυπα, που το κάνει να κινείται μέσα στο πνεύμα του κλασικισμού, από την άλλη η ρεαλιστική απόδοση του σώματος και του προσώπου το κατατάσσει στις προσπάθειες για υπέρβαση της στείρας μίμησης των κλασικών και κλασικιστικών προτύπων, και από την άποψη αυτή φανερώνει και την τόλμη, αλλά και την πλούσια μορφοπλαστική φαντασία του δημιουργού του. 



Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μιχάλη Τόμπρου για τον «Ξυλοθραύστη», ο Φιλιππότης χρησιμοποίησε ως μοντέλο τον γνωστό γυμναστή του Πανελληνίου Αθλητικού Συλλόγου, Β. Γιαννούλη, όπως ο ίδιος ο αθλητής του εκμυστηρεύθηκε. Σύμφωνα με τον Μιχάλη Τόμπρο, κάποια μέρα που περνούσε έξω από το μαρμαρογλυφείο του πατέρα του, Θεόδωρου Τόμπρου, ο Β. Γιαννούλης, βλέποντας τον νεαρό τότε Τόμπρο να εργάζεται, του εκμυστηρεύθηκε τα εξής: 

«'Ακουσε Τομπράκι, θα σου πω ένα μυστικό που δεν το ξέρει κανείς άλλος. Εγώ πόζαρα στον Φιλιππότη για να φτιάξη τον Ξυλοθραύστη. Με τάραξε επί μήνες ολόκληρους. Με υποχρέωνε, να παραμένω συνέχεια σκυφτός και με σφιγμένα χέρια για να διαγράφονται καλύτερα οι μυς μου. Γκρίνιαζα αλλ΄ αυτός επέμενε.»

Για το ίδιο θέμα ο Δ. Ι. Καλογερόπουλος μας πληροφορεί ότι «ηναγκάσθη 28 μοδέλα να αλλάξη, τα οποία τότε εσπάνιζον.» Οσο και υπερβολικός να θεωρηθεί ένας τέτοιος
αριθμός, δείχνει ωστόσο την αναζήτηση του καλλιτέχνη να δώσει τις δικές του απαντήσεις
στις προκλήσεις του θέματός του.

Ο Ξυλοθραύστης έχει μια πονεμένη ιστορία πίσω του, αφού η μεταφορά του από το γύψινο πρόπλασμα στην τελική εκδοχή σε μάρμαρο χρειάστηκε σχεδόν τριάντα χρόνια. 

Στις 12 Οκτωβρίου 1871 η εφημερίδα «Μέλλον» μας πληροφορεί ότι ο Φιλιππότης «εξετέλεσεν ήδη έργον εις φυσικόν μέγεθος παριστάνον ξυλοκόπον», το οποίο και εκθέτει στο εργαστήριό του για το κοινό. Φαίνεται ότι ο Φιλιππότης θέλησε σύντομα να μεταφέρει τον «Ξυλοθραύστη» στο μάρμαρο και να τον εκθέσει μαζί με τον «Θεριστή» στην παγκόσμια έκθεση της Βιέννης, το 1873, αλλά δεν εξασφάλισε τα χρήματα που απαιτούνταν για να μεταφέρει και τα δύο έργα στο μάρμαρο και έτσι ο «Ξυλοθραύστης» παραμένει στο γύψο. 

Το πρόπλασμα του «Ξυλοθραύστη» εκθέτει ο Φιλιππότης στα «Ολύμπια» του 1875, το έργο όμως δεν λαμβάνει καμμία διάκριση. Έκτοτε ο Ξυλοθραύστης» θα παραμείνει κλεισμένος στο εργαστήριο του καλλιτέχνη ως «ο δεσμώτης της οδού Πατησίων», ενώ ο καλλιτέχνης ελπίζει ότι κάποιος πλούσιος φιλότεχνος ή ακόμη και το ίδιο το κράτος θα το παραγγείλει σε μάρμαρο. 

Το 1896, ίσως και με αφορμή τη διοργάνωση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, ο Φιλιππότης αποφάσισε να μεταφέρει τον Ξυλοθραύστη στο μάρμαρο με δικά του έξοδα. Δυστυχώς όμως, όταν το έργο είχε σχεδόν τελειώσει, το μάρμαρο ράγισε και το έργο δεν ολοκληρώθηκε. Το πρώτο αυτό αντίτυπο του «Ξυλοθραύστη» ανήκει στα γλυπτά της βίλλας Καζούλη, που σήμερα βρίσκονται στον κήπο του νοσοκομείου ατυχημάτων «Απόστολος Παύλος» (Κ.Α.Τ.). Εκτός από το μεγάλο ράγισμα που διατρέχει το στέρνο της μορφής διαγώνια μέχρι την κοιλιά, φαίνεται καθαρά σε σχέση με τον «Ξυλοθραύστη» του Ζαππείου ότι η επεξεργασία του προσώπου δεν έχει ολοκληρωθεί, οι επιφάνειες στην περιοχή των ματιών, της μύτης και του στόματος δεν έχουν πάρει την τελική τους μορφή, όπως επίσης και τα μαλλιά είναι ακόμη μια συμπαγής μάζα, όπου έχει γίνει απλώς το πρώτο χονδρό ξεχώρισμα των βοστρύχων. Αλλά και το υπόλοιπο σώμα υστερεί ως προς την ακριβή απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών, ενώ ο όγκος του κορμού είναι αδιαμόρφωτος.


Ο «Ξυλοθραύστης» της βίλλας Καζούλη, στον κήπο του Κ.Α.Τ.
___________

Το 1900 ξεκίνησε για δεύτερη φορά τη μεταφορά του σε μάρμαρο, πάλι με δικά του έξοδα.  Τον Απρίλιο του 1900 ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς αφιερώνει στην εφημερίδα «Ακρόπολις» άρθρο με τίτλο «Ο Ξυλοκόπος» με την ευκαιρία της μεταφοράς του έργου στο μάρμαρο. Μεταξύ των άλλων σημειώνει: «Το έργον θα συντελεσθή εντός του έτους τούτου. Ο γλύπτης προς τούτο αφήκε πάσαν άλλην εργασίαν, δαπανών και αυτόν τον άρτον της οικογένειας του υπέρ αυτού...». 

Το έργο υπήρξε η συμμετοχή του Φιλιππότη στην έκθεση του Παρνασσού, το 1901. «Ο Ξυλοκόπος του Φιλιππότου βασιλεύει» ανάμεσα στα 26 έργα γλυπτικής που εκτίθενται και θεωρείται το αριστούργημα της έκθεσης. Παρόλα αυτά απογοήτευση και θλίψη καταλαμβάνει τους φιλοτέχνους, όταν η έκθεση τελειώνει και δεν πωλείται κανένα έργο γλυπτικής, και κυρίως ο «Ξυλοθραύστης»: «...ο Ξυλοκόπος του Φιλιππότου, το άριστον ομολογουμένως των έργων της εκθέσεως θα επανέλθη και θα κρυβή εις τα σκότη του εργαστηρίου, όθεν μετά τριακονταετή εργασίαν τελευταίον συντελεσθέν είδε το φώς.» Ενόψει αυτού του γεγονότος ο αρθρογράφος της «Εστίας» προτείνει σε έναν ιδιωτικό φορέα να αγοράσει το έργο, στην Αθηναϊκή Λέσχη, που και στο παρελθόν έχει υποστηρίξει τις καλές τέχνες αγοράζοντας πίνακες μεγάλων ζωγράφων. Η πρόταση δεν τελεσφορεί και ο «Ξυλοθραύστης» επιστρέφει στο εργαστήριο του καλλιτέχνη.

Πολύ σύντομα ήδη μετά την ολοκλήρωσή του, το πρόπλασμα του «Ξυλοθραύστη» χαρακτηρίζεται «αριστούργημα» και στον Τύπο δίνονται εκτενείς περιγραφές. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο βασιλιάς Γεώργιος επισκέπτεται επανειλημμένα το εργαστήριο του καλλιτέχνη για να θαυμάσει το έργο, συνοδευόμενος κάθε φορά από μέλη της οικογένειάς του. Η φήμη του έργου εξαπλώνεται γρήγορα και «εκ περιεργείας κινούμενοι» οι επισκέπτες πληθαίνουν. 

Η θέα του μνημειακού έργου μέσα στο «πενιχρόν και απόκεντρον υπόγειον», που  προφανώς ήταν το εργαστήριο του Φιλιππότη, ευαισθητοποιεί ιδιαίτερα τους φιλοτέχνους που το επισκέπτονται. Ο Φιλιππότης αρχίζει έκτοτε να ενσαρκώνει την ιδέα του μεγάλου, εμπνευσμένου γλύπτη, που είναι αναγκασμένος να ζει ανάμεσα σε ανθρώπους χωρίς καλλιτεχνικές ευαισθησίες, και εργάζεται παρόλα αυτά χωρίς ηθική και υλική υποστήριξη, πιστός στο όραμά του: «ένας μάρτυς και αυτός καρτερικός της τέχνης, η οποία αγωνίζεται να ζήση εις εν περιβάλλον τόσω υλιστικόν». 

Η περίπτωση του Φιλιππότη και του έργου του, που μένει για πολλά χρόνια πρόπλασμα αναμένοντας γενναιόδωρο χορηγό, θα θεωρηθεί από τους συγχρόνους του ως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα επιδείξεως αδιαφορίας και αγνωμοσύνης εκ μέρους της πολιτείας προς τον καλλιτέχνη, που την τιμά με το έργο του. «Είναι ατύχημα, ου μόνον διά την τέχνην, αλλά δι’ αυτό το έθνος εν τη καθόλου πνευματική αυτού δράσει ο Ξυλοθραύστης του κ. Δ. Φιλιππότου να μένη πρόπλασμα...». 



Ο «Ξυλοθραύστης» συνιστά κριτήριο της καλλιτεχνικής ευαισθησίας και του καλλιτεχνικού επιπέδου των πλουσίων, που δεν συγκινούνται από το μεγαλείο του, ώστε να αναλάβουν την εκτέλεσή του στο μάρμαρο. Ενώ η εικοσιπενταετία που παρεμβάλλεται από την κατασκευή του προπλάσματος μέχρι την πρώτη μεταφορά του στο μάρμαρο είναι και η πιο παραγωγική στην καλλιτεχνική σταδιοδρομία του Φιλιππότη, το γεγονός ότι, και άλλα έργα δικής του εμπνεύσεως, αλλά, κυρίως, ο «Ξυλοθραύστης» παραμένει στο γύψο αναπτύσσει μια ιδιόμορφη ψυχολογία στον καλλιτέχνη, που ο Δ. I. Καλογερόπουλος ονομάζει «καλλιτεχνική ιδιοτροπία». 

Το πρόπλασμα του «Ξυλοθραύστη» γινόταν αντικείμενο θαυμασμού από επισκέπτες αλλά και τους απλούς διερχόμενους Αθηναίους, ο καλλιτέχνης όμως «έμαραίνετο βλέπων την έμπνευσίν του, την ιδιοφυίαν του παραγνωριζομένας, μη αμειβομένους τους κόπους του». Το πιο χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της ιδιοτροπίας ήταν η συνήθεια του Φιλιππότη να στολίζει με στεφάνι από άνθη το πρόπλασμα του «Ξυλοθραύστη», να τοποθετεί τέσσερα κεριά στις άκρες του και να το αφήνει έξω από την είσοδο του εργαστηρίου του τη νύχτα της Πρωτομαγιάς: 

«Αυτό και μόνον το γεγονός δύναται να δώση το μέτρον της ιδιοτροπίας του γλύπτου κ. Δημητρίου Φιλιππότου, ου ο Ξυλοθραύστης, την ποιητικήν εκείνην νύκτα συνήνωσε την χάριν διά των ανθέων και το πένθος διά του φωτός των λαμπάδων. Άλλοι ίσως να εξέλαβον το γεγονός ως ρεκλάμαν, άλλοι - και μάλιστα συνάδελφοί του - το εχαρακτήρισαν ως αναξιοπρεπές, εγώ το ανακηρύττω ως διαμαρτυρίαν της τέχνης κατά της επικρατούσης αμουσίας και ως ιδιοτροπίαν καλλιτεχνικήν, από την οποίαν κανείς αληθής καλλιτέχνης, δεν είναι απηλλαγμένος.»

Στις 21 Μαΐου του 1895 ο Φιλιππότης δημοσιοποιεί με επιστολή του, που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Καιροί», την αίσθηση εγκατάλειψης και παραγνώρισης που τον διακατέχει, και πάλι εξαιτίας κυρίως, του γεγονότος ότι ο «Ξυλοθραύστης» παραμένει στο γύψο: 

«Ας έλθωσι και ας ίδωσι οι τυφλοί τα έργα μου εις το εργαστήριόν μου. Ο ξυλοκόπος μου, αληθές αριστούργημα δυνάμενον να τιμήσει εμέ και την πατρίδα μου, μένει από ετών εν γυψίνω προπλάσματι και θα καταστροφή πιθανώς χωρίς να μείνη εις αιώνα προς ανάμνησιν τουλάχιστον του καλλιτέχνου Φιλιππότου... Ελάτε τυφλοί και λάβετε τον ξυλοκόπον μου, παραβάλλετε δε αυτόν με τα άλλα υπάρχοντα έργα, τα αρχαία και τα νεώτερα, και κρίνατε, εάν δύνασθε, περί της αξίας του...».


Η πρώτη επίσημη κριτική που έχουμε για τον «Ξυλοθραύστη» ανήκει στον Γ. Βιζυηνό. Είναι κριτική μονομερής και δεν εντάσσει το έργο γενικότερα στην εποχή του. Ενώ επαινεί ανεπιφύλακτα τα άλλα διακοσμητικά γλυπτά του Φιλιππότη, για τον «Ξυλοθραύστη» ο Βιζυηνός είναι φειδωλός. Θεωρεί το έργο «φιλότιμον του τεχνίτου σπουδήν», αναγνωρίζει μόνο την προσπάθεια του καλλιτέχνη να επιδείξει την ικανότητα, που γνωρίζει ο ίδιος ότι έχει, στην επεξεργασία του μαρμάρου, αποδίδοντας το γυμνό ανδρικό σώμα.

Γενική είναι η παραδοχή ότι το έργο σημαδεύει την εποχή του και την ιστορία της νεοελληνικής γλυπτικής. Δεν είναι απλώς το «αριστούργημα» ή το «αριστοτέχνημα» του Φιλιππότη, αλλά είναι, επιπλέον, ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής γλυπτικής, «αδάμαντα και στέμμα της ελληνικής γλυπτικής», το ονομάζει ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς. Επιστέγασμα της γενικής αποδοχής που απολαμβάνει το έργο θεωρείται το γεγονός ότι «είναι το μόνον έργον την αξίαν του οποίου όλοι ανεξαιρέτως οι γλύπται μας αναγνωρίζουν».

Το 1907 ο καλλιτέχνης απορρίπτει πρόταση να αγοράσει το έργο η Εθνική Πινακοθήκη. Ο διευθυντής, Γεώργιος Ιακωβίδης, προσέφερε 7.000 δραχμές, καθώς, την εποχή εκείνη, η μοναδική κρατική συμβολή για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών και τον εμπλουτισμό των συλλογών του μουσείου ήταν 3.000 δραχμές ετησίως από το κληροδότημα του Δημητρίου Δωρίδη.

Το 1908, μετά από εισήγηση του Γ. Βρούτου, το Δημοτικό συμβούλιο συμφωνεί με πρόταση του Δημάρχου Σπύρου Μερκούρη και αγοράζεται ο «Ξυλοθραύστης» από το Δήμο Αθηναίων αντί 15.000 δρχ., που θα καταβάλλονταν στον γλύπτη σε τρεις δόσεις των 5.000 δρχ. Ειδική επιτροπή του Δήμου παραλαμβάνει τον «Ξυλοθραύστη» από τον Φιλιππότη, ενώ παρών κατά την παραλαβή του έργου είναι και ο γιος του καλλιτέχνη Ευάγγελος. Το έργο, που αποτελεί και το πρώτο γλυπτό ελεύθερης έμπνευσης που στήθηκε στην Αθήνα, τοποθετείται με σχετική μυστικότητα στη μικρή πλατεία πίσω από τη Ρωσική εκκλησία του Αγ. Νικοδήμου. 

Η αγορά του έργου από τον Δήμο επικροτείται από τον Τύπο, όπως επίσης και η άμεση τοποθέτησή του στο συγκεκριμένο χώρο με μυστικότητα, «διότι βεβαίως, εάν προεκάλει ή Δημαρχία γνώμας περί του πού πρέπει να στηθή το άγαλμα, όλοι θα έλεγαν την ιδική των ίσως θα εγίνοντο διαδηλώσεις και δημοψηφίσματα συνοικιών και θα επαναλαμβάνετο η αθάνατος ιστορία του φούρνου του Ναστραντίν Χότζα». Αυτό όμως που καταδικάζεται είναι ο τρόπος τοποθετήσεως του έργου «κατάχαμα, εις το ύψος των διαβατών, χωρίς εν υπόβαθρον». Η «άθλια» αυτή τοποθέτηση δεν αναδεικνύει το μεγαλείο του έργου, και επιπλέον, η ανυπαρξία έστω και ενός απλού κιγκλιδώματος εκθέτει «το καλλιτέχνημα επί του παρόντος εις περιπτύξεις και αύριον εις κτυπήματα των διαβατών και των  αγυιοπαίδων». 

Παροτρύνεται ο Δήμος να αναλάβει σύντομα πρωτοβουλία για την προστασία του έργου, «πριν οι διαβάτες περνώντας απλώνουν το χέρι των και χαϊδεύουν το κεφάλι του αγάλματος ή γράφουν εις την μύτην του το όνομά των». Ο Δήμος ανταποκρίνεται στις υποδείξεις και αποφασίζει να τοποθετήσει κιγκλίδωμα γύρω από το άγαλμα. Μέχρι να τοποθετηθεί το κιγκλίδωμα η αστυνομία παρακαλείται με ειδικό έγγραφο να φρουρεί το έργο, ώστε οι διαβάτες να μην αναγράφουν το όνομά τους πάνω του.

Όπως μας πληροφορεί ο Θωμάς Θωμόπουλος σε άρθρο του στην εφημερίδα «Αθήναι» με τίτλο «Η νίκη της ελληνικής γλυπτικής», περαστικοί μπροστά από τον «Ξυλοθραύστη», «χάσκοντες και ανυπομονούντες υψώνουν τας ράβδους των και χτυπούν το ζωντανόν μάρμαρον όσοι ποθούντες να δοκιμάσουν αν είναι από ζάκχαριν ή από πέτραν». Ο ίδιος ο Φιλιππότης, για να προστατεύσει το έργο από βανδαλισμούς, φρόντισε να στείλει έναν πιστό μαθητή του, ο οποίος «έμεινε άγρυπνος επί δύο νύχτας εκεί κάτω από το άγαλμα, εμποδίζων τους περιέργους» μέχρι να το περιφράξει ο Δήμος. Ευμενώς σχολιάζεται η τοποθέτηση «μαρμάρινου περατώματος» στον «Ξυλοθραύστη», που του προσδίδει «ιδιαιτέραν χάριν» καθώς και η εγκατάσταση σιδηρένιου κιγκλιδώματος. 

Φαίνεται όμως ότι ο αθηναϊκός λαός δεν είναι ώριμος να δεχθεί το πρώτο ελεύθερο γλυπτό που στήνεται στην πρωτεύουσα. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «Αθήναι», με τίτλο «Η διακόσμησις των Αθηνών», ο A. Ν. Βερναρδάκης θεωρεί την τοποθέτηση του «Ξυλοθραύστη» στη μικρή πλατεία της Ρωσικής εκκλησίας σφάλμα και ατόπημα, ανάξιο της πόλεως, που οφείλεται στη σπουδή της Δημαρχίας να διακοσμήσει την Αθήνα, και μάλιστα ακολουθώντας τις υποδείξεις ενός ξένου.  Το 1908 ο δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης είχε καλέσει τον διευθυντή των αρχιτεκτονικών υπηρεσιών του Βερολίνου, Λουδοβίκο Όφμαν και του είχε αναθέσει τη σύνταξη εξωραϊστικού σχεδίου της Αθήνας. 

Για να ενισχύσει την άποψή του ο A. Ν. Βερναρδάκης χρησιμοποιεί ως παράδειγμα τον «Ξυλοθραύστη»: «...ο Ξυλοθραύστης του Φιλιππότου με την άψογον εκτέλεσίν του, αλλ’ ουδέν πλέον, εστήθη εν τη οδώ του Κήπου. Η τε ιδέα, στάσις, παράστασις, μέγεθος κ.τ,λ. είναι ήκιστα κατάλληλα διά δημόσιον θέαμα. Η θέσις του έργου τούτου είναι μάλλον ο κήπος του Πολυτεχνείου...».

Μέσα σε αυτή την προοπτική θα πρέπει να τοποθετήσουμε και τις ακραίες αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν από μέρος του κοινού με στόχο το έργο. Σοβαρές και προσχεδιασμένες απόπειρες βανδαλισμού επιχειρούνται τα χρόνια που ακολουθούν. Την νύκτα της 18ης Μαΐου του 1910 άγνωστος ρίχνει στη δεξιά πλευρά του έργου καρμίνιο, ερυθρά βαφή που απορροφάται από το μάρμαρο: 

«το ωραίον γλυπτικόν καλλιτέχνημα παρουσιάσθη αίφνης αιμοσταγές, και εκίνει την συμπάθειαν των ατελειώτων κύκλων των περιπατητών, οίτινες εσταμάτησαν προ του θεάματος, ωσάν να ήτο άληθής τραυματίας»

Ο Δήμος επικηρύσσει το δράστη για  100 δρχ. ενώ ειδικός αναλαμβάνει να εξαλείψει το χρώμα. Το γεγονός προκαλεί θλίψη στο φιλότεχνο κοινό και ο Θωμάς Θωμόπουλος με άρθρο του στο περιοδικό «Ο Καλλιτέχνης» εκφράζει «την οδύνην όλου του καλλιτεχνικού κόσμου των Αθηνών». Το άρθρο έχει τίτλο «Ηρώων θάνατος», είναι συναισθηματικά φορτισμένο και εκφράζει την απογοήτευση του καλλιτέχνη για την γενικότερη κατάσταση στην Ελλάδα. Οι επιθέσεις εναντίον του «Ξυλοθραύστη» εκδηλώνουν για τον Θωμόπουλο τη βαθύτερη παρακμή στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία: 

«...έπεσε τ’ ωραίο παλληκάρι στο βούρκο αυτόν του τόπου μας που κινδυνεύει να μας πνίξει όλους. Δεν θα ξαναγεννηθούν λοιπόν πια οι ήρωες της ιδέας εδώ μεσ’ στην Αττική σαν τον μαρμάρινον αυτόν έφηβον να κτυπήσουν και να εξολοθρεύσουν το κακό  σύριζα». 

Ο «Ξυλοθραύστης» είναι για τον Θωμόπουλο σύμβολο της προσπάθειας που έχει ανάγκη η Ελλάδα για να προχωρήσει μπροστά: 

«Και ο ωραίος έφηβος με όλη την υπερήφανη προσπάθειά του... κλίνει το ηρωϊκό του κορμί να καθαρίσει τα κούτσουρα που του εμποδίζουν το δρόμο για να βαδίση νικητής του χαμού της Ελλάδος».

To 1912 νέος βανδαλισμός εκδηλώνεται εναντίον του «Ξυλοθραύστη». «Ηκρωτηριάσθη ο ατυχής, διά λόγους φαίνεται σεμνοτυφίας, αποκοπείσης της ήβης αυτού».

 Διαδίδεται ότι το έργο γίνεται στόχος επειδή γειτνιάζει με την Ρωσική εκκλησία και η σεμνότυφη θρησκοληψία ορισμένων δεν μπορεί να το ανεχθεί. Έτσι μετά τον λιθοβολισμό του, το 1914, θεωρείται επιβεβλημένη η μεταφορά του σε άλλο σημείο της πόλης. Προτείνεται από τους φιλότεχνους η μεταφορά του στο Ζάππειο: 

«Τα δένδρα θα είναι ευσπλαγχνικώτερα των ανθρώπων. Άλλως τε θα είναι ο Ξυλοθραύστης εις το στοιχείον του εκεί εν μέσω της βλαστήσεως»


Η αρχική θέση του «Ξυλοθραύστη» του Δημητρίου Φιλιππότη στη μικρή πλατεία της Ρωσικής Εκκλησίας (σημερινή πλατεία Ραλλούς Μάνου) από φωτογραφία του Ελβετού φωτογράφου Frederic Boissonnas (1858 – 1946) της πρώτης ή της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αι.
_____________


Το επόμενο έτος αποφασίζεται η μεταφορά του έργου στο Ζάππειο, απέναντι από τον Αρδηττό. Αγνωστο για ποιο λόγο η απόφαση δεν υλοποιείται. Το 1955, μέσα στα πλαίσια μεγάλων εξωραϊστικών έργων που εκτελεί στην πρωτεύουσα το υπουργείο συγκοινωνιών και δημοσίων έργων αποφασίζεται να μετακινηθεί ο «Ξυλοθραύστης» στην πλατεία που σχηματίζεται στη διασταύρωση των λεωφόρων Αμαλίας και Όλγας, έξω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός. Το σκεπτικό γι’ αυτήν την επιλογή ήταν να μην απομακρυνθεί το έργο από την αρχική του θέση με την οποία το συνδέει μακρά παράδοση. 

Τελικά ο «Ξυλοθραύστης» μεταφέρεται στην έξοδο του Ζαππείου και της οδού Ηρώδου του Αττικού, απέναντι από το στάδιο, το 1961, όπου και παραμένει έκτοτε.


Αρχείο/Συλλογή: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ και ΕΛΕΝΗ ΦΡΑΓΚΙΑ
____________

Πηγή

  • Ευθυμία Ε. Μαυρομιχάλη, Ο γλύπτης Δημήτριος Φιλιππότης και η εποχή του, τόμος Α’, διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 1999