Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Όταν ξυπνήσεις Καθαρά Δευτέρα...


«Χαρταετοί», έργο του Αγήνορα Αστεριάδη, 1962, Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας
_______________


Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι...

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οι αετοί

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί», Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος




«Η τρομερή Καθαρή Δευτέρα»

Ήμουν τότε παιδί όχι πλειότερο από οχτώ χρονών και μαθήτευα στον παπα-Αντριά. Κοιμόμουν κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο εκείνο το θλιβερό συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη μεγάλη σαρακοστή και με το σκολειό. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβύθια, κουκιά, φακή και λαχανικά και να νηστεύουμε και το λάδι τα τετραδοπαράσκευα!

Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων το κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ’ αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί αυτό λογίζονταν αμαρτία! Κι όταν ακόμα το ‘φερνε ο λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι, ή-θεός φυλάξοι!- το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς» π. χ. «ζυγιάσαμε το τυρί -μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς-και βγήκε δέκα οκάδες.

Μια μέρα μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα, ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της.

Χρήστος Χρηστοβασίλης, «Καθαρή Δευτέρα»




Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά;

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα.

Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.

Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε.

Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου. [...... ]

Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο ήτανε.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδόσεις Ερμής


Γιάννης Μαγγανάρης, Χαρταετός
___________


Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου....

Τι όνειρα έβλεπα απόψε στον ύπνο μου, όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…

«Ο χαρταετός μου χάνει την ισορροπία του και το κεφάλι του ταρακουνιέται μια δω, μια κει. Πολύ μ’ αρέσει να μένω έτσι πλαγιασμένος στο στρώμα μου, εδώ στην ταράτσα και να κοιτάζω με μισόκλειστα μάτια τα τσαλίμια του αετού μου.

Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου
[.....]

Ο Αλβάν στην ταράτσα κρατάει στη φούχτα του τους σπάγκους των πολύχρωμων μπαλονιών του που σχηματίζουν πάνω από το κεφάλι του ένα ουράνιο τόξο. Όταν φυσάει ένα δροσερό αεράκι νιώθει να χάνει το βάρος του, σαν να φυτρώνουν φτερά στα πλευρά του και τα πόδια του ανάλαφρα αιωρούνται χωρίς ν’ αγγίζουν την ταράτσα.

Κοιτάζει γαλήνια τον ουρανό. Ο ουρανός δεν είναι όπως πάντα. Ήταν κάτι περίεργο. Τα χρώματά του, το σχήμα του, τα σύννεφά του… Ήταν κάτι περίεργο. Τα συννεφάκια, λευκά, μπαμπακένια, σκόρπια στον ουρανό σαν μικρές ανθοδέσμες από φως και λουλούδια, τα στριφογυρίζει ο αέρας και τους δίνει παράξενα σχήματα[...]

Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ’ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:

«Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…»


Faryad Fereydoun, Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια, 
μτφρ. Γιάννης Ρίτσος, εκδόσεις Κέδρος


«Ποίηση... χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού…»

 Θωμάς Γκόρπας
___________

Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

Ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

Τόλης Νικηφόρου, Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο. 
Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 38, Απρίλιος 2008


Χαρταετός του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, έργο του 1940
_____________


Σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί...

Άκου την, — η φωνή της τη σκεπάζει σα βαθύβουος θόλος
κι είναι ή ίδια κρεμασμένη μέσα στη φωνή της
σα γλωσσίδι καμπάνας, και χτυπιέται και χτυπάει την καμπάνα,
ενώ δεν είναι μήτε σκόλη μήτε ξόδι, μόνο ή άσπιλη ερημιά των βράχων
και κάτω η ταπεινή ησυχία του κάμπου, υπογραμμίζοντας
αυτή την αδικαίωτη παραφορά, πού γύρω της
σαλεύουν σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί τ’ αναρίθμητα αστέρια
με το χάρτινο αείροο θρόισμα της μεγάλης ουράς τους.

Γιάννης Ρίτσος,Ορέστης (απόσπασμα), 
εκδόσεις Κέδρος


Πίνακας του Σπύρου Βασιλείου
__________


...κρατώντας απ' τα μέσα την καλούμπα...


Όταν ξυπνήσεις
Καθαρά Δευτέρα
και δεις
σκοτεινιασμένο ουρανό
με σύντομες βροχές
και με αέρα
την ευκαιρία
μη φοβηθείς
και χάσεις
να αμολήσεις πάλι
τον χαρταετό
κρατώντας
απ' τα μέσα
την καλούμπα

Γιάννης Πατίλης, Η αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα, 
εμπνευσμένο από τον πίνακα ζωγραφικής της Ηρώς Νικοπούλου "Μικρή Αριάδνη"




Μη με διαβάζετε …

Μη με διαβάζετε …
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρὶς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.

Νίκος Καρούζος, Ρομαντικὸς επίλογος
Από τη συλλογή ποιημάτων «Δεύτερη Εποχή», εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1988


Πίνακας με χαρταετό του Γ. Τσαρούχη / 1959
___________


Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου...

Κάτοικε του ονείρου
μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη
και το υπόλειμμά της αυτό στη σινδόνη των δέντρων
κ’ εκείνο κει ψηλά στο σκουριασμένο βράχον
όπου οργίζεται ο γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
για τη μεγάλη αποκάλυψη
ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη:
Τη θέλω εγώ την απελπισία μου
δεν την ανταλλάσσω με θαλπωρή άλλη
έχασα.
Μα χάνουν και τ’ άνθη
τ’ άνθη ανοίγουν το μοναδικό παράθυρο…
Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου
δε θέλω πια ν’ αγγίξω τα χρώματά του
κλείνω τα μάτια μου για να δω.
Είναι η φωνή που με διασχίζει
κι άλλοτε που χτυπά στον άκμονα
χίλιες φορές.
Είναι η φωνή από ένα βάθος:
Για πάντα να μην έχεις
τίποτα για τ’ αληθινά χέρια
μονάχος
ανήμπορος εκστατικός
σ’ αυτή την άξαφνη γιορτή του δευτερόλεπτου
που
παραδίδεται ο κόσμος.

Νίκος Καρούζος, Γαλάζια σπλάχνα, 
Τα ποιήματα Α’ (1961-1978), εκδ. Ίκαρος




κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο όνειρο...

Τσιμπλιάρικα τα βλέφαρα της μέρας
ένα κορίτσι κρέμεται στο παράθυρο
σαν άνθος
ενώ τριγύρω παθητικά κελαηδούνε τα πουλιά
ένα σπασμένο ποτήρι
μ’ αόρατα τα γυαλιά μες στην καρδιά
κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο
όνειρο
βγάζει φωτιές
εμείς μαζεύουμε βελόνες
όπως άλλοτε μάζευαν λουλούδια
κι η πιο μεγάλη διάπλατα
τρυπάει το κρανίο μας

Μίλτος Σαχτούρης, Μια μέρα


Geoffrey Smith, The red kite
________


...σα χαρταετός ο Σταυραϊτός να φεύγει


Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα από τον ουρανό
λουλούδια

κι ό,τι το καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει
ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός
ο Σταυραϊτός να φεύγει

αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν
ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου

ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;

Μίλτος Σαχτούρης, Ο συλλέκτης


Fred Sklenar, Fly a kite
________

«να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο...»

«Ό,τι μπόρεσα ν' αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ' ένα είδος ειδικού θάρρους που μου 'δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.»
Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος


Αλέκος Φασιανός, Χαρταετός
_________

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν 
έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα
τιμωρημένη 
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά που αλλάζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε 
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι [...]

Οδυσσέας Ελύτης, Ο Χαρταετός, Μαρία Νεφέλη


Fly me to Paris by Christian Schloe
__________


Χαρταετοί είμαστε, μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.

Χαρταετοί είμαστε,
χαρταετοί πιασμένοι στα ηλεχτρικά σύρματα.
Μ' εκείνους τους κομμένους σπάγγους,
μ'εκείνα τα ξεσχισμένα χαρτιά,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον άνεμο,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον εμπαιγμό,
μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.
Κώστας Μόντης, Χαρταετοί


Χαρταετός, έργο του Ν. Στεφάνου
__________


Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές

Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές
Πέφτουν κάτω από το ίδιο χέρι που τους ανέβασε
Ή χάνονται
Ένας σπάγκος άλλωστε είναι όλα
Κόβονται όπως η ανάσα
Απότομα

Σταμάτης Μπουρίκος, Ο νοτιάς κοιμάται πάλι


Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Στέγες και αετοί, 1948. 
 Εκτίθεται στο Παράρτημα της ΕΠΜΑΣ στην Κέρκυρα.
__________


Δεν πετούν χαρταετοί πια εδώ...

Δεν πετούν χαρταετοί
πια εδώ,
αδειάσαν οι αλάνες
από μπερδεμένα κουβάρια
σε σπασμένους σκελετούς
από καλάμι,
φύγαν απ’ τα σύρματα
οι κομμένες ουρές.
Μόνο κάτι
μαύρα πουλιά χοροπηδούν,
και άνθρωποι σκυθρωποί
τρέχουν γρήγορα
σε ασανσέρ
τηλεοπτικής αγωνίας.

Δήμος Χλωπτσιούδης, «Καθαρά Δευτέρα»
Από τη συλλογή «ακατάλληλο», Μανδραγόρας, 2016



Έργο του Στέλιου Ζαχαρούδη
________


Τη μέρα αυτή της προσμονής την Καθαρή Δευτέρα...

Τ’ αστέρια δε φεγγοβολούν
άσπρη μου περιστέρα
και τα πουλιά δεν κελαηδούν
την Καθαρή Δευτέρα

Πάνω στον λόφο έχει στηθεί
το ρέμπελο φεγγάρι
και σε χρυσάφι έχει ντυθεί
και σε μαργαριτάρι

Μη τραγουδάς και μη πονείς
ετούτη την ημέρα
τη μέρα αυτή της προσμονής
την Καθαρή Δευτέρα

Νέστορας Μάτσας, Μίμης Πλέσσας, Τζένη Βάνου





Χαρταετός...σ' έχω ανάγκη σαν παιδί...

Έσβησαν τα όνειρα, έσβησαν
έγινε πρωί
άνοιξε την πόρτα, άνοιξε
ήλιος να με δει

Ήρθες και στο δρόμο μου
φώτισε ο ουρανός
να η καρδιά μου πέταξε
κόκκινος χαρταετός

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί
μη μ’ αφήσεις να γυρίσω εκεί
στον εαυτό μου στη σιωπή
κρύα θάλασσα έρημο νησί

Άψυχα κορμιά στα χέρια μου
άχρηστα κλειδιά
δε μου μένει τίποτα
τίποτα δε μου φτάνει πια

Έλα ας περπατήσουμε
μακριά απ’ το θόρυβο
τις πληγές να κλείσουμε
έχουμε όλο τον καιρό...

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί...

Μανώλης Φάμελος, Τάνια Τσανακλίδου



Διεύθυνση βάλαν ουρανός κι’ έφυγε ο χαρταετός...

Κάτι παιδιά στο περιγιάλι
φτιάξαν έναν χαρταετό
με εφημερίδες του μπακάλη
καλάμια από τον Κηφισό

Γράψαν με κόκκινο μελάνι
με ματωμένα κεφαλαία
όσα η ζωή τους είχε κάνει
κι όσα απωθούσε η παρέα

Διεύθυνση βάλαν ουρανός
κι’ έφυγε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης ο Θεός

Τον βρήκαν κάτι σφουγγαράδες
στο πέραμα την Κυριακή
Είχε μπλεχτεί στις καμινάδες
μιας αποθήκης με ρακί

Πίναν ρακί οι σφουγγαράδες
και το διαβάσαν ως θα φέξει
βουρκώνανε σε κάθε λέξι
και μουτζουρώναν τις αράδες

Σε λάθος χέρια δυστυχώς
έπεσε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και ο παραλήπτης πιο φτωχός

Πήγαν στ’ αφέντη τους την πόρτα
και τον πετάξαν βιαστικοί
Μέσα γιορτή είχαν και φώτα
και παίζαν τζαζ οι μουσικοί

Τον βρήκανε οι καλεσμένοι
και πως γελάσανε οι κυρίες
που είχε ανορθογραφίες
και στο μικρό περισπωμένη

Άτυχος ο Χαρταετός
τον κάψανε σε μια γωνιά
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης η απονιά

Σώτια Τσώτου, Κώστας Χατζής, Δάκης



...και ο καιρός χαρταετός έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Κάθε στιγμή κάθε ψυχή
είναι δεμένη με μία κλωστή
και ο καιρός χαρταετός
έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Ζούμε κι εμείς οι αφελείς
το τέλος μόνο της κάθε γιορτής
για ένα βαλς που μας χρωστάς
κι είναι γραμμένο μονάχα για μας

Κάθε χαρά είναι ζαριά
που κάποιοι ξέρουν και φέρνουν συχνά
και σαν λεκές το στιλ που λες
είναι που μένει και σώζει το χτες

Άκος Δασκαλόπουλος, Νότης Μαυρουδής, Αναστασία Μουτσάτσου




...γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Απόψε θέλω να σε δω, όμως το ξέρω
δεν έχω νόημα, δεν είμαι κανενός
πάνω σε ό,τι με κάνει κι υποφέρω
γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Είναι η καρδιά μου ένα σπίτι στοιχειωμένο
δε θα'πρεπε να υπάρχει τόση λύπη εκεί
ό,τι αγαπάω με αφήνει νικημένο
στ'άδειο μου σχήμα, μια σκιά που νοσταλγεί

Κοντά σου δεν μπορώ, μακριά σου τρέμω
κάτι με τρώει και δεν μπορώ να κοιμηθώ
περνάω τις μέρες μου σαν δαίμονας κλεισμένος
σ' ένα κουφάρι φαγωμένο απ' τον καιρό

Κι αν τόσα χρόνια περπατήσαμε μαζί
τον τελευταίο δρόμο θα τον κάνω μόνος
θα `χω στην χούφτα μου μια μπούκλα σου χρυσή
και μια ραγισματιά στα χείλη μου απ' τον πόνο

Διάφανα Κρίνα, Σκισμένος Χαρταετός
(από το cd/lp "Ότι Απέμεινε Απ' Την Ευτυχία", 2003)







Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Μαργκερίτ Ντυράς: "Η μητέρα μου ήταν ταυτόχρονα τα πάντα, η δυστυχία, η αγάπη, η αδικία, η φρίκη"


«Η ζωή μου κυλούσε μέσα από τη μητέρα μου. Ζούσε μέσα μου σε βαθμό ψύχωσης. Θα είχα πεθάνει παιδί, πιστεύω, αν είχε πεθάνει εκείνη. Στη ζωή ενός ανθρώπου, θαρρώ, η μητέρα είναι, με απόλυτο τρόπο, το πιο παράξενο, το πιο απρόβλεπτο, το πιο ασύλληπτο πρόσωπο που συναντά»
Marguerite Duras




Οικογένεια αγάπης και μίσους... Όπως όλες οι οικογένειες

Μέρος της ιστορικής συνέντευξης που είχε παραχωρήσει η Μαργκερίτ Ντυράς στις 24 Σεπτεμβρίου του 1984 στον Γάλλο δημοσιογράφο Μπερνάρ Πιβό κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής του εκπομπής Apostrophes. Η συνέντευξη αυτή ­ δόθηκε λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου της «Ο εραστής» και αφού μόλις είχε τελειώσει τη θεραπεία αποτοξίνωσης.


- Πείτε μας για τη μητέρα σας.

- «Ήταν δασκάλα στη Γαλλία. Στις αποικίες δίδασκε στα σχολεία των ιθαγενών. Ζήσαμε όλα τα παιδικά μας χρόνια μέσα στη ζούγκλα».

- Μετά αγοράζει ένα κομμάτι γης.
- Συνέχισε να διδάσκει. Είχε τρία παιδιά. Ήθελε να πλουτίσει για χάρη μας. Η γαλλική κυβέρνηση οικοπεδοποιούσε τη γη στη δυτική Καμπότζη. Ήταν εκεί οι μεγάλες φυτείες καουτσούκ».

- Κάπως τις έλεγαν στην αποικιοκρατία...


- «Ναι, κάπως τις έλεγαν. Νομίζω τις έλεγαν κόκκινες φυτείες. Η μητέρα μου ήθελε να φυτέψει ρύζι. Μάζεψε τις οικονομίες 20 ετών σε ρευστό. Δεν είχε ποτέ λογαριασμό σε τράπεζα. Ζούσε στη ζούγκλα δίχως σύζυγο. Με τρία παιδιά, δασκάλα στα ιθαγενή σχολεία, στην κατώτατη βαθμίδα της κοινωνίας των λευκών. Πήρε ένα κτήμα που πλημμύριζε από τη θάλασσα. Εξεγείρεται εναντίον του Σινικού Πελάγους».


- Χτίζει φράγματα που καταβροχθίζονται από καβούρια.

- «Και από την παλίρροια».

- Λέτε ότι το είχε στο αίμα της... ήταν τρελή εκ γενετής.

- «Ναι. Δεν ξέρω πώς ακριβώς. Η αφέλειά της γεννούσε μια τρέλα. Όταν ήρθε στη Γαλλία ήταν πια τρελή».


- «Δεν είδε ποτέ το έργο γιατί έπαιζε το πιάνο». Η προσωπογραφία στο «Φράγμα του Ειρηνικού»... ανταποκρίνεται λοιπόν στη μητέρα σας; «Είχε αγαπήσει υπερβολικά τη ζωή». «Ήταν αυτή η αγιάτρευτη ελπίδα, που την έκανε να χάσει κάθε ελπίδα. Αυτή η ελπίδα την είχε φθείρει τόσο, δεν τη νέκρωνε ούτε ο ύπνος ούτε ο θάνατος»

- «Ναι».

- Όταν σκυλοβρίζει αυτούς που την εξαπάτησαν, τους λέει την κατάρα μου να 'χετε.

«Γ
αλουχήθηκα με την ιστορία του οικοπέδου σε αυτή την απίστευτη γη του φράγματος. Πηγαίναμε εκεί στις διακοπές. Η μητέρα μου ήταν ο κινηματογράφος για μένα».



- Ο μεγάλος αδερφός σας; Λέτε: «Ένα κάθαρμα...». Ήταν ένα κάθαρμα;

- «Ναι.
 Και όμως τους αθωώνω όλους. Αυτό είναι "Ο εραστής". Αθωώνω ακόμη και τον αδερφό μου. Μετά από αυτό... δεν αισθάνομαι πια τέτοια μνησικακία γι' αυτόν».

- Επειδή πέθανε;

- «Ο μικρός αδερφός πέθανε, όχι ο μεγάλος...».

- Μου είναι δύσκολο να καταλάβω την οικογένειά σας.

- «Οικογένεια αγάπης και μίσους... Όπως όλες οι οικογένειες».

- Ίσως μερικές δεν είναι τόσο μοναδικές όσο η δική σας.

- «Όταν βλέπω παιδιά απόλυτα, ευγενικά, τακτικά, λέω ότι υπάρχει κάτι διεστραμμένο σε αυτά. Οι γονείς λένε "όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις". Έτσι ανατρέφονται τα παιδιά. Είναι μια εκγύμναση. Η μητέρα μου ήταν ταυτόχρονα τα πάντα, η δυστυχία, η αγάπη, η αδικία, η φρίκη».

- Θα είχατε γίνει συγγραφέας αν ήταν πλούσια η μητέρα σας;

- «Με ρωτάτε; Νομίζω ναι».

- Θα είχατε γίνει συγγραφέας οπωσδήποτε.

- «Αυτό ξεπερνούσε και τη μητέρα μου ακόμη. Ίσως την ξεπερνούσε και ο μικρός αδελφός. Τον σκότωσε ο μεγάλος αδελφός».

- Τον συγχωρήσατε;

- «Ναι, μα δεν μπορώ να ξεπεράσω αυτή την απώλεια».

- Αισθανόσασταν ντροπή για τη μητέρα σας;

- «Ναι. Είχα κάθε λόγο. Ντυνόταν όπως να 'ναι. Δεν φόρεσε ποτέ καλά παπούτσια, ήταν πάντα στραβοπατημένα, με κοντές κάλτσες. Οι μητέρες ήταν εκθαμβωτικές στο σχολείο, εκείνη ερχόταν αναμαλλιασμένη».

- Σήμερα ντρέπεστε που ντραπήκατε γι' αυτήν;

- «Όχι, δεν ήταν κάτι σημαντικό».

- Ντρεπόταν για τη σχέση σας με τον Κινέζο;

- «Δεν ήξερε τίποτα».

- Μα τρώγατε μαζί.

- «Ναι, αλλά δεν ήξερε».

- Δεν το πιστεύω.

- «Ήμασταν ρατσιστές ως αποικιοκράτες. Θα ήταν χείριστο αν μάθαινε για τον Κινέζο. Δεν είναι αστείο αυτό που σας λέω. Δεν το έμαθε».

- Αυτός κάνει το τραπέζι στους δικούς σας. Δεν του μιλάνε, τον αγνοούν. Ετρωγαν πολύ;

- «Τεράστιες ποσότητες. Δεν είχαμε ξαναπάει σε εστιατόριο. Τα αδέλφια μου οργίασαν. Ηταν τελείως άξεστοι άνθρωποι. Η μητέρα μου δεν έμαθε αγωγή στα παιδιά της. Ήμαστε σαν καθυστερημένοι. Ήμαστε σαν ζώα. Τρομεροί. Η ακριβής λέξη είναι πρωτόγονοι. Δεν ντρέπονταν μπροστά του. Επίσης, ήταν κίτρινος και εμείς λευκοί». [........]


- Ξαναβρίσκουμε τη μητέρα σας σε ένα γαλλικό πύργο. Ενώ ήταν τόσο φτωχή απέκτησε πύργο στη Γαλλία;

- «Ξεκίνησε ένα σχολείο για μιγάδες και ινδοκινέζους πάμπλουτους. Κέρδισε χρήματα και αγόρασε ακίνητα. Τα πούλησε όλα για τον μεγάλο αδελφό μου».

- Ο αδερφός που αποκαλείτε κάθαρμα πέθανε.

- «Έτσι τον λέω».

- Πώς πέθανε;

- «Στο δωμάτιό του, πριν από μερικά χρόνια».

- Η μητέρα σας;

- «Πρέπει να 'ναι 20 χρόνια από τότε που πέθανε».

- Αγαπούσε παθολογικά τον μεγάλο αδερφό;

- «Ήταν το παιδί της. Εγώ δεν είχα παρά μόνο ένα παιδί. Δεν ξέρω πώς γίνονται τέτοιες αδικίες. Η μητέρα είναι ένα θαύμα. Αγαπάει όλα της τα παιδιά εξίσου».

- Θάφτηκαν μαζί;

- «Καταλαβαίνετε, θάφτηκαν μαζί σαν εραστές».




Marguerite Duras et son frère Paul, 1930 


Μια μάνα αποκαμωμένη, χαμένη στην περιοχή της τυφλής προτίμησης.....

Η μουσική είναι η μητέρα, μια κυρία Γαλλίδα, που παίζει πιάνο στο διπλανό δωμάτιο.

Η μητέρα δεν περιμένει τίποτα. Είναι στο κέντρο του βασιλείου της: αυτής εδώ της οικογένειας...

Η μητέρα δεν εμποδίζει πια τίποτα. Δεν θα εμποδίσει πια τίποτα.

Θ' αφήσει να γίνει ό,τι είναι να γίνει. Είναι μια μάνα αποκαμωμένη. 

Στην κρεβατοκάμαρα της μητέρας και της παιδούλας. Η μητέρα είναι ξαπλωμένη. Δεν κοιμάται. Περιμένει τη μικρή της. Νάτην. Έρχεται απ' έξω.

Ναι. Είναι, ολοφάνερα, ακόμα μια παιδούλα. Ακόμα αδύνατη, ακόμα δίχως καλά-καλά στήθος. Τα μαλλιά μακριά, καστανοκόκκινα, σγουρά, φορά τα τοπικά σαμπό από ελαφρό ξύλο και δερμάτινα λουριά. Έχει ανοιχτά πρά­σινα μάτια με καστανές ραβδώσεις. Τα ίδια, λένε, με του πεθαμέ­νου πατέρα. Αυτή ήταν η παιδού­λα. Φοράει την ίδια πουκαμίσα με τη μητέρα, από άσπρο βαμβα­κερό, με μετακινούμενες τιράντες, φτιαγμένη από τη Ντο.

Ανοίγει τις δυο άκρες της κουνουπιέρας, τις χώνει γρήγορα κάτω απ’ το στρώμα, κι έτσι γρήγορα περνά από το άνοιγμά της και την ξανακλείνει. Η μητέρα δεν κοιμόταν. Ανακαθίζει δίπλα στην παιδούλα και πλέκει τα μαλλιά της για τη νύχτα. Το κάνει μηχανικά, χωρίς να κοιτάζει.


Marguerite Duras, 1930

Μακριά, μόλις ακουγόταν ο αχός απ’ το ποταμοχώρι που έσβηνε μόνο την ημέρα.

Η παιδούλα ρωτά:

— Είδες τον Πάολο;

— Ήρθε, έφαγε στην κουζίνα με τον Θαν. Και ξανάφυγε.


Η παιδούλα λέει πως πήγε ως τη γιορτή για να δει μήπως ήταν εκεί, μα η γιορτή είχε ήδη τελειώσει, δεν υπήρχε κανείς. Λέει ακό­μα πως θα πάει να τον ψάξει πιο αργά, πως ξέρει πού μπορεί να έχει κρυφτεί. Πως είναι ήσυχη όταν αυτός βρίσκεται έξω, μα­κριά απ’ το σπίτι. Πως ξέρει ότι απ’ την ώρα που ξέφυγε την πε­ριμένει πάντα, για να μη γυρίσει μόνος στο σπίτι - στην περί­πτωση που ο Πιερ θα ήταν εδώ και θα τον περίμενε να τον χτυπή­σει πάλι. 


Η μητέρα λέει πως αυτή αντίθετα φοβάται όταν είναι έξω, τα φίδια, τους τρελούς... κι ακόμα μήπως φύγει... έτσι... μήπως ξαφνικά δεν αναγνωρίζει πια τίποτα κι εξαφανιστεί. Λέ­ει πως αυτό μπορεί να συμβεί μια μέρα με τέτοιου είδους παιδιά.

Η παιδούλα όμως φοβάται τον Πιερ. Μήπως σκοτώσει τον Πάολο. Μην και τον σκοτώσει, λέει, δίχως καλά-καλά να ξέρει πως τον σκοτώνει.

Λέει ακόμα:

— Δεν είν’ αλήθεια αυτά που λες. Δεν φοβάσαι για τον Πάολο. Μόνο για τον Πιερ φοβάσαι.

Η μητέρα δεν σχολιάζει τα λόγια της κόρης της. Αφήνεται να την κοιτάζει, ώρα πολλή, γλυκιά μονομιάς, πέρα από τις κουβέ­ντες της στιγμής. Και αλλάζει τη συζήτηση:

— Τι θα γράψεις στα βιβλία σου;

Η παιδούλα φωνάζει:

— Για τον Πάολο. Για σένα. Για τον Πιερ επίσης, αλλ’ αυτό θα ’ναι για να τον κάνω να πεθάνει.

Στρέφεται απότομα προς τη μητέρα της, κλαίει σφιγμένη πά­νω της. Κι ύστερα βογκάει υπόκωφα:

— Μα γιατί τον αγαπάς τόσο, κι όχι εμάς, ποτέ...

Η μητέρα ψεύδεται:

— Σας αγαπώ εξίσου και τα τρία μου παιδιά.

Η παιδούλα εξακολουθεί να φωνάζει. Σου ’ρχεται να της το βουλώσεις. Να τη χαστουκίσεις.

— Λες ψέματα, ψέματα. Είσαι μια ψεύτρα. Απάντησε έστω για μια φορά... Γιατί τον αγαπάς τόσο κι εμάς όχι;

Σιωπή. Κι η μητέρα απαντά στενάζοντας:

— Δεν ξέρω γιατί.

Μακριά σιωπή. Και προσθέτει:

— Ποτέ δεν ήξερα...

Η παιδούλα πέφτει πάνω στο σώμα της μητέρας και την φιλά κλαίγοντας. Σφραγίζει με το χέρι το στόμα της για να μη μιλήσει πια γι’ αυτή την αγάπη.

Η μητέρα αφήνεται στις ύβρεις, στην κακομεταχείριση. Βρί­σκεται πάντα σ’ αυτή την άλλη περιοχή της ζωής, στην περιοχή της τυφλής προτίμησης. Απομονωμένη. Χαμένη. Λυτρωμένη από κάθε οργή.

Η παιδούλα ικετεύει, αλλά δεν θα καταφέρει τίποτα.

— Εάν δεν φύγει από το σπίτι, μια μέρα θα σκοτώσει τον Πάολο. Το ξέρεις. Κι αυτό είναι το πιο τρομερό...

Χωρίς φωνή, υπόκωφα, η μητέρα λέει πως το ξέρει. Πως να, μόλις χτες το βράδυ έγραψε στη Σαϊγκόν για να ζητήσει τον επα­ναπατρισμό του γιου της στη Γαλλία.

Η παιδούλα στυλώνεται. Βγάζει μια πνιγμένη κραυγή ανα­κούφισης μαζί και πόνου.

— Αλήθεια;

— Ναι.

— Είσαι σίγουρη;


Η μητέρα διηγείται:

— Αυτή τη φορά, ναι. Προχθές έκλεψε πάλι όπιο απ’ το χασισοπωλείο. Πλήρωσα πάλι, για τελευταία φορά. Κι ύστερα έγρα­ψα στη Διεύθυνση Επαναπατρισμού. Κι αυτή τη φορά ταχυδρό­μησα το γράμμα την ίδια νύχτα.

Η παιδούλα έσφιξε τη μητέρα. Η μητέρα δεν κλαίει: είναι σαν νεκρή.

Η παιδούλα κλαίει βουβά:

—Τι φοβερό να φτάσουμε ως εδώ... τι φοβερό.

Η μητέρα λέει πως μάλλον, ναι, μα πως δεν ξέρει πια... Πως ναι, πράγματι πρέπει να ’ναι τρομερό, μα πως αυτή δεν ξέρει πια τίποτα. Μητέρα και κόρη είναι σφιχταγκαλιασμένες. Η μητέρα πάντα αδάκρυτη. Τη νέκρωσε η ζωή.

Η παιδούλα ρωτάει εάν ο ίδιος το ξέρει πως θα φύγει.

Η μητέρα λέει πως όχι. Πως το πιο δύσκολο απ’ όλα είναι να του δώσει να καταλάβει πως έφτασε το τέλος.

Η μητέρα χαϊδεύει τα μαλλιά της κόρης της. Λέει:

— Δεν πρέπει να πονάς γι ’ αυτόν. Είναι τρομερό για μια μάνα να το λέει, όμως σου το λέω: δεν αξίζει τον κόπο. Πρέπει να το ξέρεις: ο Πιερ δεν το αξίζει να υποφέρεις για χάρη του.

Η παιδούλα σιωπά. Η μητέρα προσθέτει:

— Θέλω να πω πως δεν αξίζει πια τον κόπο να σώσουμε τον Πιερ. Γιατί ο Πιερ τέλειωσε, είναι πολύ αργά, είναι χαμένος.

Η παιδούλα φωνάζει μέσα σε λυγμούς:

— Γι’ αυτό τον αγαπάς.

— Δεν ξέρω καλά... Μάλλον. Ναι, είναι και γι’ αυτό... Μα κι εσύ γι’ αυτό κλαις. Για τον ίδιο λόγο.

Η μητέρα παίρνει την παιδούλα στην αγκαλιά της. Και της λέει:

— Όμως κι εσάς σας αγαπώ πολύ, τον Πάολο κι εσένα...

Η παιδούλα είχε απομακρυνθεί από τη μητέρα και την είχε κοιτάξει. Είδε πως είχε μιλήσει με αφέλεια. Η παιδούλα ήθελε να ουρλιάξει, να τη βρίσει, να τη σκοτώσει. Απλά, της είχε χαμογε­λάσει.




Η μητέρα είχε μιλήσει κι άλλο σ’ αυτό το «μικρό κορίτσι», το τελευταίο της παιδί, του ομολόγησε πως είπε ψέματα για τους λόγους που υποχρέωναν τον επαναπατρισμό του Πιερ, το να χωριστούνε. Πως δεν ήταν το όπιο η μόνη αιτία.

Η μητέρα διηγείται :

«Πριν ένα ή δυο μήνες, δεν ξέρω πια, ήμουν στο δωμάτιο της Ντο, ο Πάολο κι εσύ ήρθατε να δειπνήσετε. Δεν εμφανίστηκα. Το κάνω καμιά φορά, δεν το ξέρετε - για να μπορώ να σας βλέπω και τους τρεις μαζί, κρύβομαι στην κάμαρα της Ντο. Ο Θαν ήρθε, όπως συνήθως κι έβαλε στο τραπέζι το τι-κο και το ρύζι. Μετά βγήκε.

»Τότε ο Πάολο σερβιρίστηκε. Ο Πιερ ήρθε αμέσως μετά. Ο Πάολο είχε πάρει το πιο μεγάλο κομμάτι του τι-κο κι εσύ τον εί­χες αφήσει, όταν ήρθε ο Πιερ, φοβήθηκες. Ο Πιερ δεν κάθησε αμέσως. Κοίταξε το άδειο του πιάτο και το πιάτο του Πάολο. Γέ­λασε. Το γέλιο του ήταν στριγκό, τρομαχτικό. Είπα μέσα μου πως όταν πέθαινε θα είχε το ίδιο χαμόγελο. Ο Πάολο στην αρχή γέλασε, μετά είπε:

»— Για να γελάσουμε το ’κανα.

»Ο Πιερ πήρε το κομμάτι το κρέας από το πιάτο του Πάολο και το έβαλε στο δικό του. Και το έφαγε - σαν σκύλος θα ’λεγε κανείς. Και ούρλιαξε: ναι, έτσι, σαν σκύλος.

»—  Ηλίθιε. Ξέρεις καλά πως τα μεγάλα κομμάτια είναι για μένα.

»Εσύ τότε έβαλες τις φωνές. Ρώτησες:

»— Γιατί για σένα;

»Και είπε:

»—Γιατί έτσι.

»Είχες φωνάξει πολύ δυνατά. Φοβήθηκα μήπως σ’ ακούσουν απ’ το δρόμο. Είχες φωνάξει:

»— Θα ’θελα να πεθάνεις.

»Ο Πιερ έσφιξε τις γροθιές του έτοιμος να σπάσει τα μούτρα του Πάολο. Ο Πάολο άρχισε να κλαίει. Ο Πιερ φώναξε:

»—Έξω! Έξω αμέσως!

»Εσύ κι ο Πάολο φύγατε τρέχοντας.»

Η παιδούλα ζητάει συγγνώμη απ’ τη μητέρα της που πριν από λίγο της είχε αντιμιλήσει. Κλαίνε μαζί, ξαπλωμένες στο κρεβάτι.

Η μητέρα λέει:

— Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως πρέπει να αμφιβάλλω και για μένα την ίδια. Πως ο Πάολο βρισκόταν σε θανάσιμο κίν­δυνο, εξ αιτίας μου. Όμως μόλις χθες έγραψα στη Σαϊγκόν για τον επαναπατρισμό του. Ο Πιερ... έγινε πια για μένα πιο κατα­στροφικός από οποιονδήποτε άλλον...

Σιωπή. Η μητέρα γυρίζει προς την κόρη της - αυτή τη φορά κλαίγοντας.

— Εάν δεν ήσουν εδώ ο Πάολο θα ήταν νεκρός εδώ και καιρό. Και το ’ξέρα. Αυτό είναι το πιο τρομερό: το ήξερα.

Μακριά σιωπή.

Μια λύσσα πιάνει την παιδούλα. Φωνάζει:

— Δεν το ξέρεις, όμως αγαπώ τον Πάολο όσο τίποτα στον κό­σμο. Πιο πολύ κι από σένα. Κι απ’ όλα. Ο Πάολο ζει με το φόβο σου και το φόβο του Πιερ εδώ και καιρό. Είναι σαν τον καλό μου ο Πάολο, σαν παιδί μου, είναι για μένα ο πιο μεγάλος θησαυρός...

—Το ξέρω.


Η παιδούλα στριγκλίζει:

— Όχι. Δεν ξέρεις. Δεν ξέρεις τίποτα.
Η παιδούλα ηρεμεί. Αγκαλιάζει τη μητέρα της. Γλυκαίνει ξαφ­νικά και της μιλά, της εξηγεί:

— Δεν ξέρεις τίποτα πια. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό. Τί­ποτα. Πιστεύεις πως ξέρεις, μα δεν ξέρεις τίποτα. Δεν ξέρεις πια παρά μόνο γι' αυτόν, για τον Πιερ. Για τον Πάολο κι εμένα δεν ξέρεις πια τίποτα. Δεν φταις εσύ. Έτσι γίνεται. Δεν είναι τίποτα. Τίποτα. Δεν πρέπει να υποφέρεις γι’ αυτό.
Σιωπή.

Το πρόσωπο της μητέρας είναι πετρωμένο, τρομαγμένο.

Το πρόσωπο της παιδούλας είναι το ίδιο τρομοκρατημένο. Είναι άκαμπτες, η μια απέναντι στην άλλη. Και ξαφνικά χαμη­λώνουν τα μάτια από ντροπή.


Εκείνη που χαμηλώνει πρώτη τα μάτια είναι η μητέρα. Και σιωπά. Σαν σκοτωμένη. Κι ύστερα θυμάται το παιδί που ’ναι έξω και φωνάζει:

Πήγαινε, ψάξε για τον Πάολο... πήγαινε γρήγορα... ξαφνι­κά άρχισα να φοβάμαι γι’ αυτόν.


Marguerite Duras, 1930

Το τραγούδι της «μακρινής παιδικής ηλικίας..

Κάποτε-κάποτε, όταν ήταν πολύ μικρά, η μητέρα τα πήγαινε να δουν τη νύχτα την εποχή της ξηρασίας. Τους έλεγε να κοιτά­ξουν καλά τον ουρανό, μπλε σαν το καταμεσήμερο και πως φω­τίζεται η γη ως την άκρια του ματιού. Και ν’ αφουγκραστούν κα­λά τους ήχους της νύχτας, τα καλέσματα των ανθρώπων, τα γέ­λια τους, τα τραγούδια τους, κι ακόμα τα κλάματα των σκύλων, που προαισθάνονταν το θάνατο, όλ’ αυτά τα μηνύματα που μι­λούσαν ταυτόχρονα για την κόλαση της μοναξιάς και την ομορ­φιά των ύμνων που τραγουδούσαν αυτή τη μοναξιά, ακόμα κι αυτά έπρεπε να τ’ ακούσουν. 


Έλεγε πως ό,τι κρύβουμε συνήθως από τα παιδιά πρέπει αντίθετα να τους το λέμε, τη δουλειά, τους πολέμους, τους χωρισμούς, την αδικία, τη μοναξιά, το θάνατο. Ναι, πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά κι αυτή τη πλευρά της ζω­ής, ταυτόχρονα ανελέητη και μοιραία, έτσι όπως τα μαθαίνουμε να κοιτάζουν τον ουρανό, την ομορφιά της εγκόσμιας νύχτας. 

Τα παιδιά ζητούσαν συχνά απ’ τη μητέρα να τους εξηγήσει τι εν­νοεί με όλα αυτά. Η μητέρα απαντούσε πάντα στα παιδιά της πως δεν ήξερε, πως κανένας δεν ήξερε. Και πως κι αυτό ακόμα θα ’πρεπε να το ξέρουν. Να ξέρουν πάνω απ’ όλα: πως δεν ξέ­ρουμε τίποτα. Πως και οι μητέρες που έλεγαν ότι τα ξέρουν όλα, κι αυτές στην πραγματικότητα δεν ήξεραν τίποτα.

Η μητέρα. Τους θύμιζε επίσης πως αυτή η χώρα, η Ινδοκίνα, εί­ναι η πατρίδα τους, η πατρίδα των παιδιών της. Πως είχαν γεν­νηθεί εδώ και πως εδώ είχε συναντήσει τον πατέρα τους, το μόνο άντρα που είχε αγαπήσει. Αυτό τον άντρα που δεν είχαν γνωρί­σει αφού ήταν πολύ μικρά όταν πέθανε κι ακόμα τόσο μικρά με­τά το θάνατό του, ώστε να μη μπορεί να τους μιλήσει πολύ για να μη σκιάσει τα παιδικά τους χρόνια. 


Κι ακόμα πως ο χρόνος κύ­λησε γρήγορα και πως η αγάπη για τα παιδιά της είχε κατακλύσει τη ζωή της. Κι ύστερα η μητέρα έκλαιγε. Κι ο Θαν τραγουδούσε σε μια γλώσσα άγνωστη την ιστορία των παιδικών του χρόνων στα σύνορα του Σιάμ όταν η μητέρα τον είχε βρει και τον είχε φέ­ρει στο μπανγκαλόου με τ’ άλλα της παιδιά. Για να του μάθει τα γαλλικά, έλεγε, να πλένεται και να τρώει καλά κάθε μέρα.

Η παιδούλα, θυμόταν κι αυτή, κι έκλαιγε μαζί του καθώς ο Θαν τραγουδούσε το τραγούδι που τ’ όνόμαζε της «μακρινής παιδικής ηλικίας» και που με μόνο το σκοπό του Απελπισμένου βαλς διηγόταν όλα όσα είπαμε παραπάνω.


Μαργκερίτ Ντυράς, Ο Εραστής Της Βόρειας Κίνας, εκδόσεις Εξάντας (σελ. 9-11, 21-32)


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Προς τη μεριά που είναι το φως...«Η γυναίκα με τα χέρια από φως», Λιλή Λαμπρέλλη


...αν ο σκοπός δεν είναι απλά η ύπαρξη αλλά η συν - ύπαρξη

Φ
τιαγμένη από σάρκα και οστά, ευάλωτη αλλά όχι εύθραυστη. Κυρίως, όχι άτρωτη. Αυτό που σε κάνει Γυναίκα δεν είναι κάποιο υπερτιμημένο σύμβολο θηλυκότητας, φιλαρέσκειας ή ματαιοδοξίας. 

Είναι η «βασιλεία» σου στην επικράτεια της ψυχής, το συναίσθημα, το δόσιμο, η σχέση.

Ο ανταγωνισμός, η επιβολή, η κυριαρχία, η δύναμη, ας μείνουν του αρσενικού όπλα...αν ο σκοπός δεν είναι απλά η ΥΠΑΡΞΗ αλλά η ΣΥΝ - ΥΠΑΡΞΗ. 

Kyuin Shim, «Intersection»
______


Ανταγιά – Ανταύγεια, Φωτεινή

Στο παραμύθι «Η γυναίκα με τα χέρια από φως», ελληνόφωνο παραμύθι από τον Καύκασο, η γυναίκα που ακούει στο όνομα Ανταγιά – Ανταύγεια, Φωτεινή στη γλώσσα μας – βγαίνει στο πιο ψηλό παράθυρο του σπιτιού και απλώνει τα χέρια της μπροστά. 

Στο δρόμο του φωτός των χεριών της περπατά ο σύντροφός της. Ένα φωτισμένο πέρασμα που τον οδηγεί από τον εαυτό του σε αυτήν, ξεφεύγοντας από τους εχθρούς του. Μαζεύει εκείνη τα χέρια της και όλους τους ρουφά πίσω του το σκοτάδι ή η χαράδρα.

Μα μια μέρα σαν τον ρωτάνε πώς τα καταφέρνει να περνά νύχτα το στενό πέρασμα με πλήθος εχθρούς ξωπίσω του και να φτάνει στο σπίτι του σώος κι αλώβητος κάθε φορά, αυτός ξιπάζεται και αρνιέται το φωτεινό πέρασμα της σχέσης.

-  Γιατί έχω μάτι αϊτού. Γιατί είμαι ο πιο σπουδαίος καβαλάρης που γεννήθηκε ποτέ στην πλάση. Γιατί είμαι ατρόμητος. Κανένα βέλος δεν τολμάει να μ' αγγίξει, κανείς εχθρός να μ' αντικρίσει, κανείς φίλος να με παραβγεί. 


Franz Alexeevich Roubaud:The Return from the Hunt
__________

Κι εγώ; Δε βοηθάω σε τίποτα το γυρισμό σου;


Η γυναίκα του ξαφνιάστηκε από την τόση ξιπασιά. Του είπε:

-  Κι εγώ; Δε βοηθάω σε τίποτα τον γυρισμό σου;

-  Σε τι να βοηθήσεις εσύ, γυναίκα αδύναμη κι αμάθητη στα αντρίκια πράγματα; Το μόνο που μπορείς είναι να σφάξεις έναν κόκορα και να τον μαγειρέψεις για τον ερχομό μου. Ούτε καβαλικεύεις, ούτε χειρίζεσαι το τόξο, ούτε ξέρεις τα περάσματα. Κλείσε το στόμα σου, λοιπόν, τράβα να φέρεις κι άλλο κρασί, και στις κουβέντες των αντρών μην μπαίνεις.

Τότε αυτή σηκώθηκε αργά και τον κοίταξε κατάματα. Του είπε:

-  Τι άντρας είσαι εσύ που δεν τιμάς την ίδια τη γυναίκα σου; Θυμάσαι μόνο ό,τι σε βολεύει για να παινεύεσαι κι όλα τ' άλλα τα ξεχνάς. Να μου κοπούν τα χέρια αν σε βοηθήσω να βγεις απ' το σκοτάδι. Την άλλη φορά που θα πας να πολεμήσεις, γύρνα πίσω, αν είσαι άξιος να γυρίσεις, μ' όποιον τρόπο μπορείς.

Σηκώθηκε κι αυτός με τόση βία που έριξε κάτω το τραπέζι, σπάζοντας και σκορπώντας, χύνοντας ό,τι ήταν πάνω του στρωμένο.

– Τώρα θα δεις ποιος είμαι, είπε.

Κι ευθύς ανέβηκε στ' άλογό του και κάλπασε σαν άνεμος. Φύγαν οι καλεσμένοι σιωπηλοί. Έφυγε σιγά σιγά κι η μέρα κι άρχισε να πέφτει το σκοτάδι.

Ο κλέφτης κατέβηκε στην κοιλάδα και προσπάθησε ν' αρπάξει ένα κοπάδι πρόβατα. Όμως, όχι μόνο δεν τα κατάφερε, αλλά τον πήρανε χαμπάρι και τον κυνηγήσανε. Αυτός είδε κι απόειδε πως δεν μπορούσε αλλιώς να τους ξεφύγει και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Σαν μπήκε στης χαράδρας τα στενά, είχε νυχτώσει για καλά.

Η γυναίκα δέσμια του θυμού της, κράτησε τα χέρια της από φως κλειστά . Τον καβαλάρη δέσμιο της αλαζονείας του, τον ρούφηξε το σκοτάδι. 



Franz Alexeevich Roubaud, 1856-1928
___________

Η γυναίκα του αγρυπνούσε στο πιο ψηλό της δώμα. Κάποια στιγμή, τον άκουσε από μακριά με άγριες φωνές να την προστάζει να φανεί. Έσφιξε σε γροθιές τα χέρια της και δεν κουνήθηκε. Εκείνος φώναζε, ούρλιαζε... Έξαφνα, σιωπή.

Τότε, η γυναίκα έτρεξε έξω. Άπλωσε τα χέρια της στο μονοπάτι. Ως πέρα, μακριά, δεν υπήρχε ούτε καβαλάρης, ούτε άλογο. Αλαφιασμένη, έστρεψε τα χέρια στο βάθος της χαράδρας και τον είδε - μια ακίνητη σκοτεινή κουκκίδα.Έβγαλε φωνή μεγάλη και σαν τρελό κατσίκι πηδούσε από βράχο σε βράχο όλη τη νύχτα ως να κατεβεί. Το χάραμα, φτάνοντας εκεί που ήταν πεσμένος, τον πήρε αγκαλιά. Έμεινε εκεί, χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, τρεις μέρες και τρεις νύχτες και τον έκλαιγε. Ύστερα, έσκαψε τάφο και τον έθαψε.



Franz Alexeevich Roubaud, 1856-1928
_____________


...ίδιος ο άντρας της, αλλά με γελαστά μάτια και μερεμένο πρόσωπο

Τότε,
μες στη σιωπή της ερημιάς, άκουσε καλπασμό. Γύρισε κι είδε έναν καβαλάρη - της φάνηκε ίδιος ο άντρας της, όμως με γελαστά μάτια και μερεμένο πρόσωπο. Όταν αυτός πλησίασε και κατέβηκε από τ' άλογό του, η γυναίκα κατάλαβε πως ήταν ένας ξένος. Τη ρώτησε αν θέλει βοήθεια, ποιος ήταν ο καημός της και το κλάμα της αντηχούσε στα βουνά.

-  Δεν μπορείς τίποτα για μένα. Τράβα τον δρόμο σου, του αποκρίθηκε εκείνη κι έσκυψε πάνω στο μνήμα.

-  Μια γυναίκα μόνη στο βάθος της χαράδρας χρειάζεται έναν άντρα για ν' ανεβεί.

-  Άλλη γυναίκα, μπορεί. Εγώ θ' ανέβω σαν το θελήσω, δίχως βοήθεια.

-  Φεύγω, μα θα ξανάρθω, της είπε ο καβαλάρης.

Τότε, αυτή άνοιξε τα μπράτσα της στον ουρανό κι είπε:

-  Θεά του φεγγαριού, φέρε καταιγίδα και δοκίμασε τον καβαλάρη τούτον. Δείξε μου αν είναι αντρειωμένος.

Δεν πρόλαβε ν' αποσώσει τα λόγια της κι ευθύς άνοιξαν οι κρουνοί τ' ουρανού κι άστραφτε και βροντούσε. Κι αυτή μούσκεψε ως το κόκαλο, σκυμμένη στον τάφο. Έξαφνα, ένιωσε μια ζέστα να την πλημμυρίζει. Ο καβαλάρης ήταν εκεί δίπλα της και την τύλιξε στην κάπα του.

-  Πώς κατάφερες να περάσεις τα φουσκωμένα νερά μέσα στην καταιγίδα; τον ρώτησε.

-  Δεν το κατάφερα εγώ, αλλά το άλογο μου, της αποκρίθηκε αυτός, γελώντας.

Ευθύς, σα με το γέλιο του, σταμάτησε η βροχή και βγήκε ο ήλιος. Κι απ' τη μια στιγμή στην άλλη, φύτρωσαν παντού χορτάρια και πολύχρωμα λουλούδια.
Αυτή ψιθύρισε:

-  Παντού χαρά Θεού, παντού χορτάρια και λουλούδια, παντού ζωή, εκτός απ' τον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Γιατί;

Κι ο άντρας που ήταν δίπλα της της αποκρίθηκε:

-  Μπορεί γιατί εκείνος που είναι μέσα αγαπούσε τον εαυτό του μόνο - μπορεί να μην αγαπούσε τη ζωή.

-  Εκείνος που είναι μέσα μ' αγαπούσε και τον αγαπούσα.

-  Αν στ' αλήθεια σ' αγαπούσε, ο τάφος του θα πλημμύριζε λουλούδια. Κρίνε μονάχη σου, αν μπορούσε ν' αγαπήσει. Άκου με, αν θες: Πήγαινε σπίτι σου. Κάνε το πένθος σου. Εγώ θα σε περιμένω όσο χρειαστεί από την άλλη μεριά της χαράδρας.



Απ' τη μεριά που ήταν το φως...

Αυτά είπε κι έφυγε. Κι η γυναίκα γύρισε στο σπίτι της και νίφτηκε, κι ήπιε νερό κι έφαγε ψωμί και σκεφτόταν τη ζωή της σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. 

Στο πλήρωμα της τελευταίας νύχτας, βγήκε στο πιο ψηλό παράθυρο κι άπλωσε ίσια μπροστά τα φωτεινά της χέρια.

Κι είδε στην άλλη άκρη της χαράδρας έναν άντρα που αγρυπνούσε ν' ανεβαίνει στο άλογο του και,λουσμένος στο δικό της φως, κρατώντας τα γκέμια του αλόγου με χέρι σταθερό, να έρχεται πιο κοντά, όλο και πιο κοντά, πάνω από τον γκρεμό, πάνω απ' τον χείμαρρο, πάνω απ' τον θάνατο. Απ' τη μεριά που ήταν το φως.

Λιλή Λαμπρέλλη, «Η γυναίκα με τα χέρια από φως» 
(Εφτά παραμύθια σχέσης από την προφορική παράδοση), 
από τη σειρά «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια…» των εκδόσεων Πατάκη.



Ίσια εμπρός.......προς τη μεριά που είναι το φως

Μια ιστορία ζευγαριού, αλλά ιδωμένη από την πλευρά της γυναίκας. 

Η γυναίκα οδηγεί. Ο άντρας ακολουθεί και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είτε γίνεται σύντροφος είτε χάνεται για πάντα. 


Η ερωτική σχέση στην απόλυτη μορφή της. Από συμβολική άποψη θα μπορούσε να μιλάει για τη δυσκολία της ένωσης ανάμεσα στο θηλυκό - διαισθητικό - δημιουργικό κομμάτι της ψυχής μας και στο αρσενικό - δυναμικό - εγκεφαλικό μας κομμάτι, πράγμα που αφορά και τους άντρες και τις γυναίκες – και τα δυο απαραίτητα, με ζητούμενο να συνυπάρχουν σε αρμονία. 

Ούτε οδοστρωτήρες να είμαστε, σαν αυτούς που βλέπουμε να προχωρούν με αγκωνιές και δαγκωματιές ή εκείνους που αναλώνουν τη ζωή τους σε μια παραληρηματική, δημοσιοσχεσίτικη κοινωνικότητα, ούτε εσωστρεφείς δημιουργοί, «ποιητές» σε όποιο βαθμό μπορεί ο καθένας, που για να προστατευτούν από την αγριότητα επιλέγουν την απομόνωση. 

Να προχωράμε ίσια εμπρός, με έμπνευση, τόλμη και αντοχή, αλλά πάντα προς τη μεριά που είναι το φως.




Εν ειρήνη με τον εαυτό μας και τον κόσμο...

Στο δρόμο των μαγικών παραμυθιών ο ήρωας δεν κρίνεται, δεν συγκρίνεται. Είναι αξία αυταπόδεικτη. Το φως που διαλύει το σκοτάδι στο δρόμο του ,γεννιέται στη σχέση του με τον εαυτό του κι επομένως στην δύναμη του να σχετίζεται με τους άλλους ,αναγνωρίζοντας τους ως ισότιμους, άξιους της αγάπης.

Μέσα σε αυτό το φως της αναγνώρισης μας από τον άλλο, τον αγαπημένο, δεν ανθίζουμε όλοι; Και τι αξία έχει μια πορεία αυτογνωσίας , μια πορεία ενηλικίωσης, αν όχι για να μπορέσουμε να είμαστε ικανοί να συνδεθούμε με τους ανθρώπους γύρω μας; Και μέσα στο φως των αγαπητικών σχέσεων μας να ζήσουμε εν ειρήνη με τον εαυτό μας και τον κόσμο!