Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Μεσολόγγι, το δέλεαρ μιας εαρινής θυσίας και ταφής, Ισίδωρος Ζουργός, η αηδονόπιτα



Αλέκος Φασιανός, Το πνεύμα του Μεσολογγίου (2010)


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Ισίδωρος Ζουργός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε Παιδαγωγικά και υπηρετεί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Έχει δυο παιδιά και σήμερα εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με διάφορα περιοδικά δημοσιεύοντας ποίηση και πεζογραφία, καθώς και βιβλιογραφικά κριτικά σημειώματα. Έχει επίσης ασχοληθεί με θέματα διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο και ιστορίας της εκπαίδευσης. 


Έργα του: 


•  Λίγες και μία νύχτες, 2017
•  Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, 2014
•  Ανεμώλια, 2011
•  Η Αηδονόπιτα, 2008
•  Στη σκιά της πεταλούδας, 2005
•  Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού, 2002
•  Αποσπάσματα από το βιβλίο του ωκεανού, 2000

•  Φράουστ, 1995

Προσωποποίηση της πόλης του Μεσολογγίου (Τοιχογραφία του Μεγάρου της Βουλής)



Ένα ματωμένο οδοιπορικό στην Ελλάδα του 1821

Η Αηδονόπιτα είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα περιπέτειας, πρωταρχικά όμως είναι ένα βιβλίο για τον έρωτα και την ελευθερία.

Η περιήγηση ενός Αμερικανού φιλέλληνα στον κόσμο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 είναι η αφορμή για να ανασυσταθεί στα μάτια του αναγνώστη ο ελληνικός κόσμος του πρώιμου 19ου αιώνα, ο κόσμος του εμπορίου στα λιμάνια και στις ευρωπαϊκές παροικίες, ο κόσμος των γραμμάτων της Εσπερίας, η ελληνική φιλοκαλία και παράδοση, αλλά και ο βρόντος των όπλων του ξεσηκωμού.

Ο Γκάμπριελ Θάκερεϊ Λίντον, σπουδαστής της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, ύστερα από έναν πικρό και ατελέσφορο έρωτα αποφασίζει να περάσει τον ωκεανό συνεπαρμένος από το πνεύμα των ταξιδιών του Μπάιρον. Περνώντας από τα πιο βασικά μεσογειακά λιμάνια και καθώς αναζητά τους χάρτινους Έλληνες των βιβλίων του, η ρότα του ταξιδιού φέρνει τον νεαρό Αμερικανό στη Νάξο και από εκεί στη Θεσσαλονίκη την εποχή που η πόλη δοκιμάζεται σκληρά από έναν πολύμηνο κύκλο αίματος και τρομοκρατίας. 

Από εκεί μια καινούρια περιπλάνηση ξεκινά, στεριανή αυτήν τη φορά, στα λημέρια του Ολύμπου, στον Θεσσαλικό κάμπο, στον Ασπροπόταμο, στα αρματολίκια της Ρούμελης ως και στο έγκλειστο Μεσολόγγι. Περνούν έτσι πέντε χρόνια δράσης, στοχασμού αλλά και ενός τυραννικού έρωτα, που, εκτός από τη κύρια αφήγηση, περιγράφονται και μέσα από τις σελίδες ενός ημερολογίου, το οποίο και καταλήγει σημαντικό στα επόμενα χρόνια. 

Στις σελίδες του περνούν και καταγράφονται με το άρωμα του ρομαντισμού ο Μπάιρον, ο Ανώνυμος ο Έλληνας, συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας, γνωστοί αρματολοί, οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, πιο πολύ όμως καταγράφεται μια εσωτερική ζωή, ένας φιλοσοφικός σπαραγμός για την ανθρώπινη μοίρα και την αναζήτηση του Θεού.

Η «αηδονόπιτα» ήταν μια φράση των Ελλήνων εκείνης της εποχής που δήλωνε το ανέφικτο, το άπιαστο ιδανικό της ομορφιάς, τη ραχοκοκαλιά των ονείρων και τη σχέση τους με το αδύναμο του ανθρώπου. Το μυθιστόρημα χρησιμοποιεί αυτήν τη λέξη όχι ως χλεύη κατά του οράματος αλλά πιο πολύ ως υπόσχεση στην ανθρώπινη μοίρα πως δικαιούται ένα κομμάτι στην ελπίδα.
Κι αν θα διψάσεις για νερὸ θα στίψουμε ένα σύννεφο 
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμὶ θα σφάξουμε ένα αηδόνι 
                                           Ν. Γκάτσος, Αμοργός


Έρωτας και θάνατος!!!!

Ο Γκάμπριελ σύντομα αντικαθιστά τον έρωτά του προς την αμερικανίδα παιδική του φίλη με αυτόν προς την Λαζαρίνα, την παραμελημένη γυναίκα του οπλαρχηγού, την οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει σαν μια γυναίκα ονειρική, μια ελληνική οπτασία της λιτής ομορφιάς, με μια δυνατή απλότητα και ένα συμβολικό ευρύτερο ερωτισμό.

Από εκεί και πέρα το ερωτικό πάθος θα ταυτιστεί με το πάθος για αυτογνωσία και οι δυο εραστές θα βρεθούνε αποκλεισμένοι στο Μεσολόγγι.


"Μόλις ειν’ έτσι δυνατός ο έρωτας κι ο χάρος." (Σολωμός)
"Τι έρωτας, τι θάνατος, δεν έχεις να διαλέξεις". (δημοτικό)

"Αν ζήσεις ποτέ με την ανάσα του θανάτου στο λαιμό, όπως εμείς χτες στη σκήτη, τότε θα μπορέσεις να καταλάβεις πως η κάθε μέρα που μένεις ζωντανός είναι γιορτή. Η Ιλιάδα, Ελίζαμπεθ, όταν τη διαβάζεις, είναι ζοφερή, οι ήρωές της όμως είναι χαρούμενοι. Τι είν’ αυτό που δίνει, τέτοιες ώρες γεύση στα πράγματα; Η νίκη στο θάνατο, κι ας είναι προσωρινή." (σελ. 250)

Το κινητήριο "πάθος" φαίνεται να ανυψώνεται στη σελ. 266, στην υπέροχη, κορυφαία στιγμή όπου ο Γκάμπριελ, μάρτυρας του απροσδόκητου έρωτα μεταξύ της Λαζαρίνας και του …άντρα της αποφασίζει να… επέμβει:

"Τους πλησίασα, ήταν πια στο έλεος του φεγγαριού, τα χείλη της μου φάνηκαν υγρά. «Δεν έπρεπε να μείνουμε χωρίς σκοπιά, καπετάνιο», φώναξα, «ο τόπος είναι επικίνδυνος». Τον είδα που κούνησε σιωπηλός το κεφάλι, τα μάτια της Αφροδίτης, αυτό το μπλε της με περιεργάζονταν.
Τα πόδια μου έτρεμαν, Ελίζαμπεθ. Το είχα κάνει. Έσπασα την ομορφιά στην πιο επικίνδυνη ώρα της. Τρόμαξα το αηδόνι, τα βατράχια, τους συντρόφους μου, μετάγγισα τη ζήλια και τον τρόμο μου, έκοψα το ξενύχτι της Αφροδίτης."

"Ας
 κρατήσει τούτος ο πόλεμος όσο περισσότερο μπορεί. Δε φοβάμαι πια το θάνατο, δεν τρέμω τα φονικά. Στην ομορφιά όμως και στα μεταξύ τους βλέμματα μένω ανυπεράσπιστος." (σελ. 266)


“Death leaves a heartache no one can heal, love leaves a memory no one can steal.”    ~From a headstone in Ireland (quote)


Η άνοιξη ήταν αυτή που άνοιξε τελικά τις πόρτες του Μεσολογγίου.........

Με βαθυτάτην θλίψην σας δίδω την απευκταίαν είδησιν, 
ότι το Μεσολόγγι εντός ολίγου, ήτοι δυο τριών ημερών 
το πολύ, πίπτει εις την εξουσίαν του εχθρού εξ αιτίας της πείνας.

Επιστολή ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΑΟΥΛΗ προς την εν Ζακύνθω επιτροπήν του αγώνος



Μεσολόγγι, Απρίλιος 1826

Η άνοιξη ήταν αυτή που άνοιξε τελικά τις πόρτες του Μεσολογγίου. Το πάρσιμο έγινε απ' τις μυρωδιές της, αυτές σήκωσαν τα μάνταλα στις καστρόπορτες- τα αγριολούλουδα στις πλαγιές του Ζυγού, η ευωδιά απ' τα μωρά των φύλλων στα πλατάνια του Αγίου Συμεών, οι ανθισμένες λεμονιές της Ναυπακτίας. Το δέλεαρ μιας εαρινής θυσίας και ταφής ήταν ακατανίκητο.

Η άνοιξη άλωσε την πόλη ανήμερα της Κυριακής των Βαΐων, το κούρσος των νικητών μόνο ρήμασμα και κόκαλα. Την προηγουμένη, το βράδυ του Λαζάρου, θα λάβαινε χώρα η έγερση ζωντανών και νεκρών. Έξοδο ονόμαζαν οι παλιοί Έλληνες το τέλος της κάθε τραγωδίας. Ο Γκάμπριελ θα τη θυμόταν πιο πολύ ως ένα ορατόριο των χελιδονιών, γιατί τα έβλεπε να κάνουν μεγάλους κύκλους στον ουρανό και να περιμένουν άστεγα ώσπου όλα πια επιτέλους να τελειώσουν και να ξαναχτίσουν τις φωλιές τους πάνω στα χαλάσματα. 


Swallows - gorgeous!

Στις αρχές του Απρίλη απέτυχε και η τελευταία προσπάθεια του σταρένιου αγίου της πόλης, του προστάτη της, του Μιαούλη να ξεφορτώσει αλεύρι και ζαϊρέδες. Η τελευταία τρύπα ανεφοδιασμού εντοπίστηκε από τα πλοιάρια του κλοιού και κλείστηκε με ισχυρή δύναμη. Την ίδια νύχτα ο Γκάμπριελ κατηφόρισε απ' την ντάπια και πήγε να τη συναντήσει. Τη βρήκε έξω στην αυλή του μικρού νοσοκομείου. Μόνη ήταν, καθόταν κι ακουμπούσε στο πέτρινο χείλος ενός πηγαδιού.

«Σε περίμενα», του είπε και ανασηκώθηκε.

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, μετά τις τελευταίες συναντήσεις είχε ελπίδες πια πως ο νους της θα γιάνει, πως τα μάτια της θα πάψουν να περιφέρονται απλανή στον αέρα σαν τα ξερά άχυρα του καλοκαιριού.

«Θέλω απόψε να με σεργιανίσεις», του είπε και τον έπιασε απ' το χέρι.

Χούφτωσε την παλάμη της και της έσφιξε τα δάχτυλα. «Πάμε!» της ψιθύρισε.

Πήραν τον πρώτο δρόμο στην τύχη κι έστριβαν στα τυφλά από δω κι από κει. Δεν ήξεραν πού πάνε, δεν τους ένοιαζε, δεν κρύβονταν πια. Αυτή μ' ένα λερωμένο φόρεμα και λυτή μαύρη κόμη, αυτός λασπωμένος, με μαζεμένα τα μακριά μαλλιά του σε αλογοουρά. Τα τσαρούχια του τρύπια, στο μηρό ξεχώριζε ακόμα η παλιά πληγή απ' το τραύμα. Κάθε τόσο έσκυβε ο ένας στο αυτί του άλλου και μίλαγαν χαμηλόφωνα. Δίπλα τους σωροί τα ερείπια και τα καμένα. Απ' όλα τα σπίτια είχε αφαιρεθεί ό,τι ξύλινο υπήρχε τις μέρες του χειμώνα και είχε καεί. Στα στενά δρομάκια τα χέρια τους ακουμπούσαν τα κουφάρια των σπιτιών, τις στοίβες με τα χαλάσματα, τους κρύους φούρνους, τα πλυσταριά που είχαν γεμίσει άστεγους.

«Πέρασε ο Κασομούλης χθες, φλουρί μου, και με είδε», του είπε κάποια στιγμή. «Νοιάζεται πολύ, ήταν φορές που με κοίταγε σαν ξωτικό, ύστερα σαν να ησύχασε. Κι εσύ σκιάζεσαι, έτσι δεν είναι;»

«Δεν έχει νέα ακόμα απ' τη μάνα του και τις αδερφές του, έτσι δεν είναι;» είπε για ν' αλλάξει λίγο την κουβέντα. «Πες μου, σκιάζεσαι ακόμα;» Απόφυγε το βλέμμα της. «Ναι, σκιάζομαι...»

«Μου είπε πως θα μαζευτούν όλοι έξω απ' την εκκλησιά της Αγια-Παρασκευής, εσύ δε θα πας, φλουρί μου;»

«Θα πάνε οι καπεταναίοι και η διοίκηση, εγώ τι δουλειά έχω;.......»

Αφαιρέθηκε. Τίναξε λίγο τα μαλλιά της και χάζευε όσους δεν είχαν ύπνο και στέκονταν έξω στα κατώφλια και στις αυλές. Χαμογελούσε σ' όλους, πρόσωπα ωχρά, σκοτεινιασμένα, σιωπηλά. Μια γριά κουλουριασμένη πάνω σ' ένα γκρεμισμένο αγκωνάρι τής ανταπέδωσε το χαμόγελο, είχε δίπλα της ένα λυχνάρι και κεντούσε.

«Τι φτιάχνεις, κυρούλα;»

«Πλουμίδια», απάντησε η γριά και συνέχισε να της χαμογελάει αθώα σαν τα μωρά, το στόμα της δεν είχε καθόλου δόντια.

«Τι θα στολίσεις τέτοιες ώρες;»

«Σάβανο, τρυγόνα μου, τι άλλο; Να τα χαρώ γω τ' αρραβωνιασμένα!»


old people hands

Την καληνύχτισαν και συνέχισαν προς το σεράγι.

«Οι μέρες μας τελειώνουν, το έχεις καταλάβει;» τη ρώτησε σκυθρωπός αυτή τη φορά.

«Ποιος τα ξέρει αυτά, φλουρί μου;» 

«Ψιθυρίζεται, σου λέω, κάθε μέρα στις ντάπιες. Αν δεν έρθει σιτάρι σε δυο μέρες, θα κάνουμε γιουρούσι στον κάμπο, ειδοποίησαν κιόλας τους καπεταναίους στον Ζυγό και στη Δερβέκιστα...»

«Κοίτα εκεί!» φώναξε, «εκεί!»

Τον έπιασε απ' το χέρι και τον έσυρε μέσα σε κάτι χαλάσματα.

«Σιγά, θα γδάρεις τα πόδια σου!»

«Κοίτα, ένα δέντρο!» 

Πίσω από ένα μεσότοιχο ξεχώριζε μια κυδωνιά. Η Λαζαρίνα σκαρφάλωσε γρήγορα τον τοίχο και χώθηκε μέσα στις πέτρες και τα χώματα.

«Τα πόδια σου!» της ξαναφώναξε και πήγε πίσω της. 

Την είδε τώρα που ’χε χωθεί μες στο φύλλωμά της και την αγκάλιαζε. 

«Μικρή είναι, φλουρί μου, δυο τριών χρόνων το πολύ, πώς γλύτωσε το χειμώνα!»

Συνέχισε να την αγκαλιάζει, είχε κλείσει τώρα τα μάτια και φιλούσε τους μίσχους, τα φύλλα. Το δεντράκι τρανταζόταν ολόκληρο απ' το σφίξιμο της.

«Να κάτσουμε εδώ στα πόδια της, σε παρακαλώ, εδώ!»

Σμίξανε κάτω εκεί στη φωλιά που έφτιαχναν τα κλαδιά. Τα μαλλιά της είχαν απλωθεί πάνω στο χώμα σα ρίζες. Τα κορμιά τους λιανά σφίχτηκαν και κουλουριάστηκαν, έμοιαζαν με δυο σχοινιά που τυλίγονται, πλέξη με λαχτάρα, κόμπος σφιχτός.

«Κάνε μου ένα παιδί», του είπε κάποια στιγμή, «να σου μοιάζει, να το 'χω μέσα μου όταν φύγουμε».

«Πολλά παιδιά», της ψιθύρισε και ήξερε πως λέει ψέματα, το ήξερε καλά.

Πρώτα απ' όλα όμως το ήξερε εκείνη, της το είπαν με τρόπο οι σπουδαγμένοι, ο Μάγερ, ένας γιατρός άλλος, πως πια σακατεύτηκε.

Πριν ξημερώσει πήρε το δρόμο για το καραούλι του στην ντάπια. Ο έρωτας κάτω απ' το δέντρο και η πείνα του έγιναν άνεμος που τον έσπρωχνε, ένιωθε σάμπως τα πόδια του να ανασηκώνονται λίγο απ' τη γη, αυτά τα πόδια τα μουδιασμένα απ' τον πόθο της νύχτας, ενώ αυτά τα χέρια τα λιανά απ' την πείνα έγιναν τα καλάμια των μεγάλων φτερών που φύτρωσαν στη ράχη του. Για λίγο τού φάνηκε πως πετούσε, πως θα 'βλεπε την πόλη από ψηλά, πως θα κατέβαζε ένα ένα τα άστρα και θα τα φύτευε μέσα στα ερείπια.



Tree art

Μια φωτιά που έκαιγε μπροστά στην ντάπια του 'διωξε το αστρόφωτο και τον έφερε πίσω στη γη. Οι σύντροφοι καθισμένοι γύρω της έκαιγαν κάτι κουρελιασμένα ρούχα κι ένα υποστύλωμα της καλύβας που είχε τσακιστεί. Κάθονταν σ' έναν μεγάλο κύκλο και τραγουδούσαν. Κάποιοι ήταν πάνω στις πολεμότρυπες, άπραγοι, γιατί η νύχτα είχε κυλήσει ήσυχα. Ήξεραν στο εχθρικό ορδί πως δε χρειάζονταν άλλες δικές τους θυσίες, είχαν ξαμοληθεί εδώ και μέρες τ' αγριόσκυλα της πείνας, αυτά θα έπαιρναν την πόλη.
Τους χαιρέτησε και τράβηξε για το πόστο του ν' αλλάξει αυτούς στο καραούλι και να πάνε για ύπνο.

«Σε ζήτηξε ο γραμματικός του καπετάνιου», φώναξαν. 

«Πού είναι τώρα;» ρώτησε. 

«Θα 'ρθει την αυγή».

Άλλαξε το σύντροφο στη βάρδια και ξάπλωσε με το σισανέ στα χέρια. Τήραξε στο βάθος το εχθρικό ορδί, έκαιγαν φωτιές εδώ κι εκεί, η μέρα ερχόταν, είχαν ξυπνήσει κι ετοιμάζονταν. Η ματιά του έπεσε μπροστά στη μεγάλη τάφρο, στο σημείο που γκρεμίστηκε εκείνο το βράδυ ο Γιαννακός, εκεί όπου έμενε ακόμα άθαφτος. Χθες το πρωί είχε δει ένα κοπάδι όρνια να 
χώνονται μες στο χαντάκι. Στο θυμό του απάνω τα είχε πυροβολήσει να φύγουν, συνηθισμένα αυτά τόσους μήνες απ' τα κανόνια, δεν τρόμαξαν. Τελευταία επιθυμία του Γιαννακού ήταν να δώσει το σώμα του και να το φάνε τα παιδιά να σωθούν απ' τον Χάρο. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει τέτοιες στιγμές τι είναι ζοφερή επινόηση και τι αναγκαιότητα... Τώρα τα μάτια εκείνα, που ήταν συχνά δακρυσμένα, θα είχαν πια στεγνώσει... Τώρα τάιζε με τις σάρκες του τα πετεινά του ουρανού - δεν είχε πια μάτια.



Με το πρώτο φως της αυγής φάνηκε ο Κασομούλης, το πρόσωπό του ήταν ωχρό, είχε ξενυχτήσει όλο το βράδυ γυρνώντας στους προμαχώνες. Του είπε πως φεύγει αμέσως για το σπίτι του Τζαβέλα, σε λίγη ώρα άρχιζε η μεγάλη σύναξη. Θα ήταν όλοι οι καπεταναίοι, τα κεφάλια της διοίκησης και ο επίσκοπος.

«Να 'χετε το νου σας! Χωρίς καπεταναίους μπορεί να έχουμε ρεσάλτο, είναι πολλές μέρες στη βουβαμάρα και ο Στουρνάρης φοβάται».

«Πώς είναι ο καπετάνιος;» ρώτησε ο Γκάμπριελ.

«Μισός άνθρωπος», του αποκρίθηκε.

«Τι να ευχηθώ, Νικόλα;»

«Να κάνουμε Πάσχα στα βουνά, αυτό!»

Ο Κασομούλης του έβαλε δυο καρύδια στο χέρι κι έφυγε, Κανείς τους δεν ήξερε πως δεν επρόκειτο να ξανανταμώσουν.

Είχε ξημερώσει Σάββατο του Λαζάρου. Μέχρι το μεσημέρι ατένιζε πέρα στο εχθρικό ορδί και σκεφτόταν. Κάπου κάπου ερχόταν σκυφτά και κανένας σύντροφος, άλλαζαν δυο κουβέντες κι έφευγε πάλι. Από κάποια ώρα και μετά ο ήλιος τον ζέσταινε γλυκά, είχε αφεθεί στο χάδι του, νύσταζε και λίγο. Ήξερε πως σήμερα ήταν η γιορτή της, σήμερα που περίμεναν και την απόφαση της σύναξης. Βάλθηκε να ονειρεύεται όπως παλιά, πριν από πέντε χρόνια, όταν είχε ώρες ελεύθερες να χαζεύει στον ωκεανό. Ύστερα απ' τον ωκεανό τα μεγάλα λιμάνια, η Μασσαλία, η Μάλτα, ύστερα η χώρα των Γραικών με το λευκό αρχιπέλαγος, η Νάξος, η Σαλονίκη...

Όταν ο ήλιος στάθηκε μεσούρανα, ζήτησε για λίγο να τον αντικαταστήσουν. Ένα παλικάρι απ' τη Δερβέκιστα που είχε γείρει για ώρες και ήταν ξεκούραστο κάθισε στο καραούλι σιγοτραγουδώντας και του ζήτησε να κατέβει στην πόλη να μάθει κανένα νέο.

«Εκεί πήγαινα», του αποκρίθηκε.

Άφησε τ' άρματα και με το λερό πουκάμισο και το γελέκι πήρε το δρόμο για το νοσοκομείο. Στη χούφτα του έσφιγγε τα δυο καρύδια, δώρο για τη γιορτή της.

Βρήκε την πόλη ανάστατη, όπως δεν την είχε δει ποτέ. Έξω απ' τις πόρτες των σπιτιών οι γυναίκες είχαν βγάλει στρώματα, βελέντζες, παπλώματα. Παντού φούρια της προετοιμασίας, φασαρία και φωνές. Σεντούκια που 'χε να τα δει ο ήλιος χρόνια έστεκαν ανοιγμένα στους δρόμους, χέρια τ' ανακάτευαν βγάζοντας φορεσιές καινούργιες, κάπες, φέσια. Γυναίκες λογομαχούσαν με τους άντρες τους, παιδιά άρπαζαν νυφιάτικα στολίδια κι υφαντά και τα 'σερναν μες στα χώματα.

«Δεν τ' αφήνω εγώ τσι Τούρκοι!» άκουσε μια φωνή δίπλα, μια γυναίκα είχε βγάλει έναν μπόγο κεντίδια και τα μοίραζε τώρα στη γειτονιά.

Πέρασε από πολλούς μαχαλάδες, παντού η ίδια εικόνα, δε χρειαζόταν να ρωτήσει τι απόφαση είχε παρθεί στη σύναξη, όλος ο κόσμος ετοιμαζόταν για το φευγιό.


«Η καθημερινότητα στο Μεσολόγγι», από τον ζωγράφο Στάθη Βατανίδη Στην Πινακοθήκη Μοσχανδρέου
Η καθημερινότητα στο Μεσολόγγι», από τον ζωγράφο Στάθη Βατανίδη

Τη βρήκε στο ανώγι του νοσοκομείου ανάμεσα σε παιδιά που έκλαιγαν. Κάποιος είχε ντουφεκίσει έναν πελεκάνο στην ακρογιαλιά και τον είχε φέρει συχώριο για την ψυχή της γυναίκας του στο νοσοκομείο. Πολλά απ' τα μικρότερα είχαν κλέψει πούπουλα απ' το κατώι όταν τον έβραζαν και τώρα τα σκόρπιζαν σαν χιόνι μες στις κάμαρες. Απ' τα γκρεμισμένα παράθυρα έμπαινε άπλετο φως, σ' έναν μεγάλο τέντζερη άχνιζε ένας σκούρος ζωμός και δυο γυναίκες πάσχιζαν να βάλουν τάξη στο χάος. Έβαλε κι αυτός μια άγρια φωνή, για να τις βοηθήσει, και τα πιο πολλά ζάρωσαν φοβισμένα στις γωνιές.



Λίγη ώρα αργότερα την ξεμονάχιασε κάτω στην αυλή, της είπε χρόνια πολλά, τη φίλησε και της έβαλε στη χούφτα τα δυο καρύδια.

«Φεύγουμε το βράδυ», της είπε.

Τον κοίταξε λίγο περίεργα, τα μάτια της είχαν χάσει πάλι τον εξάντα τους και χάζευαν πέρα δώθε ασυντόνιστα.

«Δε θα 'ρθω, δε θα 'ρθω! Τα παιδιά ποιος θα τα πάρει;»

«Οι γονείς τους, Λαζαρίνα. Βγήκε διαταγή απ' τη διοίκηση, ρώτησα στο δρόμο κι έμαθα, κάθε φαμίλια θα 'βγει έξω ενωμένη».

«Αυτά είναι ορφανά, ποιος;»

«Δεν είναι όλα ορφανά, άλλα έχουν πατεράδες, άλλα θείους που πολεμάνε, θα 'ρθουν να τα μαζέψουν». «Κι όσα μείνουν;»

«Για όνομα του Θεού, καταλαβαίνεις τι μου λες; Θ' αποφασίσει η διοίκηση, κατάλαβε το. Εσύ θα 'σαι δίπλα μου το βράδυ, δίπλα μου αρματωμένη, κατάλαβες;»

Τον κοίταξε σαν χαμένη.

«Μόλις νυχτώσει θα 'μαι εδώ, να 'σαι έτοιμη».

Δεν του απάντησε, μόνο που άρχισε ν' απομακρύνεται, ύστερα τον είδε που γύρισε ξαφνικά και την έδειξε με το δάχτυλο.

 «Κοίταξε να ζήσεις», της φώναξε και βγήκε στο δρόμο.

Το βράδυ η πόλη γέμισε φανάρια, κόσμος πολύς πήγαινε κι ερχόταν μέσα στα στενά. Άντρες της φρουράς περνούσαν από σπίτι σε σπίτι και διαλαλούσαν στις φαμίλιες να ξεφορτωθούν πράγματα. Δεν είχαν καμιά ελπίδα, τους φώναζαν, αν έβγαιναν έτσι φορτωμένοι σαν τα μουλάρια.

«Έχει χαντάκια όξω!» κραύγαζαν. «Θα κάμετε άλλο βιος όξω, να σωστούμε πρώτα!»

Οι πιο πολλοί καταλάβαιναν κι άφηναν μεσοστρατίς τα συγύρια τους, προικιά, τσάντες και κειμήλια. Όλοι οι δρόμοι θύμιζαν μεγάλο παζάρι, μόνο που όλοι χαρίζανε και δεν έπαιρνε κανείς.

Οι εκκλησίες όλο το απόγευμα ήταν γεμάτες, μιλιούνια κόσμος κοινωνούσε χωρίς αντίδωρο, με το χνότο βρομισμένο απ' την πείνα γυρνούσε πίσω και χαζίρευε τα απαραίτητα. Είχε βγει σχέδιο που καθοδηγούσε τον κόσμο σε καθεμιά από τις τρεις εξόδους. Τα γυναικόπαιδα και οι φαμελίτες θα βγαίνανε απ' τ' ανατολικά στους βάλτους, ένα στενό γεφύρι ήταν ετοιμασμένο να πέσει πάνω απ' την τάφρο. Οι πληγωμένοι και οι ανήμποροι θα μένανε στην πόλη συντροφιά με την τελευταία μπαρούτη.

Προχωρημένο σούρουπο ξαναπέρασε απ' το νοσοκομείο. Είχε μαζέψει μια αντρική φορεσιά απ' τ' ανοιγμένα σεντούκια στο δρόμο και φορτωμένος μ' αυτήν και τα άρματα έφτασε στην αυλή του νοσοκομείου. Στο προαύλιο δε βρήκε ψυχή, όλα τα δώματα είχαν αδειάσει. Έβγαλε μια φωνή και δεν πήρε απάντηση. Μπήκε στο έρημο κατώι και τώρα άκουγε φωνές από πάνω. Ανέβηκε τη σκάλα και την είδε στη μέση του μεγάλου οντά.



Μαίρη Σχοινά, Μεσολόγγι (1996)


«Σε ποιον μιλάς;» τη ρώτησε.

«Έτοιμες είμαστε, φλουρί μου», του αποκρίθηκε.

«Πάρε αυτά τα ρούχα να ντυθείς, μην ξεχωρίζεις γυναίκα», της είπε κι ύστερα κοντοστάθηκε.

«Ποιοι είστε δηλαδή;»

«Εγώ και το παιδί, φλουρί μου».

Άκουσε απαλά πατήματα κι είδε ένα κοριτσάκι πέντε ως έξι χρονών να τον κρυφοκοιτάζει από ένα δώμα στο βάθος. Είχε το ένα του χέρι δεμένο με μαντίλι, που ήταν περασμένο απ' το λαιμό της.

«Τι είναι αυτό;» φώναξε ο Γκάμπριελ.

«Δεν ήρθε να το πάρει κανείς!» του απάντησε, είχε αρχίσει κιόλας να γδύνεται και να φοράει τα ρούχα που της είχε φέρει.

«Να το αφήσουμε στη διοίκηση».

«Ου! Αυτοί έχουν τώρα δουλειές με φούντες, δε θα δώσουν σημασία».

Ο Γκάμπριελ πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τη μικρή.

«Μπορείς να περπατήσεις;» της φώναξε.

Εκείνο δεν του απάντησε, συνέχισε να τον βλέπει μισοκρυμμένο πίσω απ' την πόρτα. Η Λαζαρίνα τον πλησίασε μ' αεράτο βήμα, φαινόταν χαρούμενη που θα 'φευγαν. Είχε φορέσει τα αντρικά ρούχα και γελούσε με τον εαυτό της.

«Να 'χα έναν καθρέφτη, μια λίμνη, κάτι... να με δω!»

Ο Γκάμπριελ ήταν συνοφρυωμένος και κοίταζε μια αυτήν και μια το παιδί που συνέχιζε να τον παρατηρεί μισόγυμνο και κρυμμένο σαν το αγρίμι πίσω απ' την πόρτα.

«Δεν έχουμε χρόνο, βιάσου!»

«Έτοιμη είμαι, μόνο μισό λεπτό!»

Πήρε το φόρεμα της και πλησίασε τη μικρή, το έριξε επάνω της και την σκέπασε ολόκληρη. Ύστερα έβγαλε έναν σουγιά, του άνοιξε μερικές τρύπες και με τα χέρια έσκισε γρήγορα ό,τι περίσσευε και σερνόταν στο πάτωμα.

«Να βρεις αφιόνι!» της φώναξε.

«Γιατί;»

«Για να μη βάλει τα κλάματα το παιδί και μας προδώσει, έδωσε διαταγή η διοίκηση να δώσουμε σ' όλα αφιόνι πριν ξεκινήσουμε».

«Αφιόνι έχουμε πολύ εδώ για τους πόνους, για την πείνα μόνο ψωμί δεν έχουμε...»

«Βιάσου, νυχτώνει!» της ξαναφώναξε.


François-Émile de Lansac, Η αυτοθυσία της μάνας
Episode of the siege of Missolonghi (1827). Missolonghi Pinacothèque.



Βγήκαν στο δρόμο και συνάντησαν πολλούς με φανάρια, ήσυχα χωρίς φωνές τραβούσαν όλοι προς τις εξόδους. Η Λαζαρίνα, ψηλή όπως ήταν και κουκουλωμένη με τ' αντρικά ρούχα, δύσκολα ξεχώριζες πως ήταν γυναίκα. Στο σελάχι της ήταν περασμένη μια πιστόλα κι ένα μαχαίρι με κοκάλινη λαβή. Ο Γκάμπριελ είχε περασμένη τη δερμάτινη τσάντα στον ώμο, ζωσμένος το γιαταγάνι,, και βαστούσε το σισανέ στα χέρια. Η μικρή κρατούσε το χέρι της Λαζαρίνας και δεν τον πολυπλησίαζε.

«Να ξέρεις, τούτο το παιδί μπορεί να μας κοστίσει τη ζωή!»

«Μην γκρινιάζεις, φλουρί μου. Εκεί στη Βοστόνη πιστεύετε στη μοίρα;»

Προτίμησε να μην απαντήσει στις αλαφράδες της, είχε το νου του εκεί που κατευθύνονταν, στην ντάπια της Λουνέτας.
Έσκυψε στο αυτί του και του ψιθύρισε.

«Της μοίρας είναι... Ξέρεις πώς το λεν το παιδί; Ασημίνα!»

Χωρίς να το θέλει ανατρίχιασε, ήταν απ' το φόβο μήπως είχε ξανά χαθεί ο νους της στο δάσος.

«Φρόντισε να ζήσεις μόνο», της είπε πάλι και κοίταξε μπροστά. Ο νους του ήταν τρικυμισμένος, ήξερε πολύ καλά τι τους περίμενε εκεί έξω.

Στην επόμενη στροφή συναντήθηκαν με τον Μάγερ, τη γυναίκα του την Αλτάνη και τις δυο τους κόρες. Το μάτι του Ελβετού τρεμόπαιξε που τον είδε με τη Λαζαρίνα κι ένα παιδί, αλλά δε ρώτησε.

«Το τετράδιο το πήρες;» τον ρώτησε ο Γκάμπριελ.

«Πάνω μου το 'χω, εσύ;»

«Στην τζάντα, εδώ».

«Ο Θεός μαζί μας, να μας αξιώσει να βρεθούμε όλοι μαζί στον Άγιο Συμεών».

Ασπάστηκε ο ένας τον άλλον και συνέχισαν το δρόμο. «Τ' αφιόνι το 'δωσες;» τη ρώτησε κάποια στιγμή. «Σε λίγο θα την πιάσει».

Πραγματικά η μικρή είχε αρχίσει να τρίβει τα μάτια και το βήμα της είχε βαρύνει.

«Το χέρι της πώς το έσπασε;»

«Γκρεμίστηκε η σκεπή από πάνω της, από θαύμα σώθηκε, όλοι οι δικοί της πέθαναν».

«Πώς θα την κουβαλάμε, είναι βαριά;»

«Πιο ελαφριά απ' τα κιτάπια σου και τα μελάνια».


Ary Scheffer, Ελληνίδες εκλιπαρούν την Παναγία για βοήθεια (1826).


Δεν της ξαναμίλησε, πλησίαζαν πια στην ντάπια της Λουνέτας, άντρες πολλοί ήταν συγκεντρωμένοι και περίμεναν, γυναίκες ελάχιστες, αρχηγός μπροστά στ' ασκέρι που θ' άνοιγε το δρόμο ήταν ο Μακρής.

«Πού είναι ο Κασομούλης, ο Στουρνάρης;» τον ρώτησε.

«Θα 'ναι στην άλλη την κολόνα», της είπε μόνο και βυθίστηκε στις σκέψεις του.

Προσπαθούσε τώρα να τα ταιριάξει όλα λίγο με το μυαλό του, την τάφρο, πώς θα περνούσαν, τα βόλια, πώς θα πιάνονταν μες στο σκοτάδι μη χαθούνε...

Κάθισαν κάτω στο χώμα και περίμεναν. Γύρω τους σιωπηλές συντροφιές από αρματωμένους. Δυο τρεις τούς κοίταζαν περίεργα, γιατί η έξοδος για τις φαμίλιες ήταν απ' την άλλη πλευρά. Ο Γκάμπριελ φοβόταν μια διαταγή που θα τους έστελνε προς τα εκεί, ευτυχώς ο χρόνος της πόλης τελείωνε, δεν προλάβαιναν πια.

Ήταν όλοι τους πια κάτω απ' το φως του φεγγαριού, είχε σελήνη δέκα ημερών. Η μικρή είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της Λαζαρίνας. Κάποια στιγμή έσκυψε και της έδειξε ένα κομμάτι σχοινί.

«Θα δεθούμε μέση με μέση, τα χέρια μου πρέπει να 'ναι ελεύθερα».

«Σάματις δεμένοι δεν είμαστε τόσα χρόνια;» του είπε και γέλασε.

Ύστερα έσφιξε πάνω της το κορμάκι της μικρής, μύρισε ηδονικά τα μαλλιά της κι έκλεισε τα βλέφαρα.

Όταν ένα σύννεφο έκρυψε το φεγγάρι, σκοτάδι απλώθηκε παντού. Είχε έρθει η ώρα. Άνοιξαν οι πόρτες της ντάπιας και ήσυχα άρχισαν να περνούν έξω. Το απόγευμα έπεφταν διάσπαρτες κανονιές απ' το εχθρικό ορδί, τώρα τα ταμπούρια πέρα απ' την τάφρο ήταν ήσυχα και σκοτεινά. Πολλοί απ' αυτούς που περνούσαν την πόρτα της ντάπιας για να βγουν τη φιλούσαν και δάκρυζαν. Περνούσαν ομάδες τώρα γρήγορα πάνω απ' τη γέφυρα. Όταν ακούστηκαν οι πρώτες μπαταριές απ' το βάθος, η κολόνα τους ολόκληρη έτσι όπως προχωρούσε αντιλάλησε απ’ τις φωνές. Οι Σουλιώτες, έτοιμοι από ώρα και με γυμνά γιαταγάνια, κραύγαζαν την πολεμική τους ιαχή.


Θ. Π. Βρυζάκης, Η έξοδος του Μεσολογγίου 


Μια οχλοβοή σηκώθηκε από παντού, τα ντουφέκια ξεκρεμάστηκαν απ' τους ώμους, και οι πιο πολλοί ξεθηκάρωσαν τα σπαθιά.

«Δίπλα μου!» της είπε μόνο και ξεκρέμασε κι αυτός το ντουφέκι.

Εκείνη έσφιξε τη μικρή πάνω της κι έπιασε τη γεμισμένη πιστόλα με το αριστερό. Το περπάτημα είχε γίνει πια τρεχαλητό. Ευτυχώς είχαν προλάβει να περάσουν τη γέφυρα, πίσω τους στριμώχνονταν πια στο πέρασμα της και τα βόλια πέφτανε βροχή, πολλοί έπεσαν μέσα στο χαντάκι και δεν ξανασηκώθηκαν. Συνέχιζαν να τρέχουν και να σκουντουφλάνε, δεν πυροβολούσαν ακόμα γιατί έβλεπαν μόνο δικούς τους.

Ξαφνικά φάνηκαν μπροστά τους φλόγες, οι πρώτοι Σουλιώτες είχαν πατήσει τα ταμπούρια κι αναποδογύριζαν ό,τι έβλεπαν μπροστά τους, είχαν βάλει φωτιά σε σκηνές και καλύβες. Ο Γκάμπριελ κατάλαβε πως σε λίγο έμπαιναν στην πραγματική μάχη.
Το ευεργετικό σύννεφο εγκατέλειψε όμως τότε το φεγγάρι κι άρχισε σιγά σιγά να αχνοφωτίζει ο κάμπος.

«Όλοι μαζί, μη σκορπάτε τώρα, όλοι μαζί!» ακούστηκε μια φωνή.

Τα βόλια που ως τότε περνούσαν πάνω από τα κεφάλια τους είχαν αρχίσει πια να βρίσκουν το στόχο τους, καταλάβαιναν δίπλα τους κορμιά να πέφτουν και να μην ξανασηκώνοντας
«Όλοι μαζί!» ακούστηκε πάλι η φωνή.

Είχαν μπει πια στο εχθρικό στρατόπεδο, έβλεπαν δεξιά κι αριστερά σφαγμένους Τούρκους κι Αράπηδες, σκηνές και καλύβες που είχαν λαμπαδιάσει φώτιζαν τον τόπο, οι Σουλιώτες μπροστά συνέχιζαν ν' ανοίγουν δρόμο. Βρίσκονταν όμως πια μέσα σε πυκνά εχθρικά πυρά. Πολλά κορμιά έπεφταν, κουφάρια δικών τους τους έκλειναν το δρόμο, άλλοι σκόνταφταν και  ξανασηκώνονταν.


Giuseppe Pietro Mazzola, Ibrahim attacks Messolonghi (Πινακοθήκη Μεσολογγίου)



«Μη σταματάτε!» κραύγασε ο Γκάμπριελ κι άπλωσε το χέρι να την αγγίξει.

«Καλά είμαι, προχώρα!» η φωνή της ήταν κοφτή και λαχανιασμένη απ' την τρεχάλα.

Πολύ κοντά του ξεχώρισε δυο κόκκινες στολές, άπλωσε το ντουφέκι και πυροβόλησε, ο ένας έπεσε. 

«Εκεί!» της φώναξε, «χτύπα τώρα!»

Εκείνη κοντοστάθηκε, γιατί καταλάβαινε πως το κοιμισμένο παιδί τής γλιστρούσε απ' τα χέρια. Έσκυψε και το άφησε κάτω, ένα βόλι σφύριξε από πάνω της την ώρα που είχε γείρει. Χούφτωσε την πιστόλα της με το δεξί και πυροβόλησε, είδαν και τον δεύτερο να γκρεμίζεται. Ο Γκάμπριελ πέρασε γρήγορα το ντουφέκι στον ώμο κι έσκυψε κι αυτός. Πήρε τη μικρή στην αγκαλιά του με το αριστερό χέρι και με το δεξί χούφτωσε το γιαταγάνι.

«Σήκω, πάμε!» της φώναξε μες στο χαλασμό.

Το σχοινί που τους έδενε είχε πέσει ξελυμένο κάτω. Τράβηξαν πάλι μπροστά, είδαν μπουλούκι τους δικούς τους να κοντοστέκονται, κάτι τρομερό θα πρέπει να τους είχε κόψει το δρόμο. Έτρεξαν πίσω στον σωρό κι έσπρωχναν και τους άλλους να προχωρήσουν. Μες στις φωτιές του στρατοπέδου πέντε σπαχήδες σε ψηλά αλόγατα τους έκοβαν το δρόμο. Οι πρώτοι της σειράς τους λαχανιασμένοι είχαν κοντοσταθεί και κοίταζαν με τρόμο τα ψηλά κι επιβλητικά ζώα που θα τους ποδοπατούσαν, οι σπαχήδες κρατούσαν γυμνά τα γιαταγάνια στα χέρια. 

Τρία παλικάρια απ' τον νταϊφά του Μακρή έβγαλαν κάτι άγριες κραυγές κι όρμησαν μπροστά σαν θηρία. Ο πρώτος έκοψε με την πάλα το λαιμό ενός αλόγου σύρριζα και γέμισε ολόκληρος αίματα. Οι σπαχήδες αιφνιδιάστηκαν, δεκάδες σκελετωμένοι όρμηξαν μπροστά χωρίς να λογαριάζουν τίποτα. Είχαν δρεπάνια, γιαταγάνια, ξύλα, τα χέρια τους τα ίδια.


Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται το Μεσολόγγι (Τοιχογραφία του Μεγάρου της Βουλής)


Ύστερα από λίγο χρειάστηκε να περάσουν πάνω απ' τα κουφάρια των αλόγων, δίπλα τους οι σπαχήδες με κομμένους τους λαιμούς σφάδαζαν.

«Μη σκορπάτε!» ακούστηκαν πάλι φωνές.

Συνέχιζαν να τρέχουν.

«Δίπλα μου!» της φώναξε.

«Το παιδί μη σου πέσει!» τσίριξε εκείνη, γιατί τον είδε να παραπατάει, το πόδι του είχε πέσει σε μια λακκούβα.

Καινούργιο κύμα από βόλια τούς υποδέχτηκε, οι μπροστινοί τους έπεσαν αμέσως.

«Κάτω!» της φώναξε και την έπιασε απ' το χέρι.

Έπεσε κι αυτός έτσι ώστε να μην πληγώσει τη μικρή. Ήξερε μετά από τόσα χρόνια πολέμου πως όταν ερχόταν πυκνό κύμα από βόλια όπως αυτό, σε λίγο θα ερχόταν και δεύτερο πιο πυκνό. Ήξερε πως όταν πέφτουν έτσι τα βόλια είναι που οι Αράπηδες πολεμάνε στοιχισμένοι, αλλάζουν τότε αμέσως ντουφέκια και ξαναχτυπάνε. Πραγματικά ήρθε ένα δεύτερο κύμα πιο πυκνό και φονικό απ' το πρώτο. Είδαν όλους γύρω τους να πέφτουν.

«Τώρα!» της φώναξε πάλι και τη σήκωσε.

Άρχισαν να τρέχουν μ' όλες τους τις δυνάμεις, πίσω τους ακολουθούσαν εκατοντάδες άλλοι, τέτοιες ώρες οι άνθρωποι μιμούνται ο ένας τον άλλον.

Σε λίγη ώρα κατάλαβαν πως είχαν περάσει το πρώτο ορδί. Πίσω τους άκουγαν ποδοβολητό, τους ακολουθούσαν πολλοί, όλοι είχαν προσπεράσει τις φωτιές και ήταν πάλι στο φεγγαρόφωτο. Μπροστά τους έβλεπαν πολλές σκιές, λόγια κοφτά ακούγονταν, λαχανιάσματα.

«Μια ανάσα, βρε παιδιά», είπε κάποιος.

Αρκετοί κοντοστάθηκαν, η κολόνα τους, αυτό το στοιχισμένο μπουλούκι που ήταν στην αρχή, είχε αρχίσει λίγο λίγο να σκορπίζει. Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε λίγο ακόμα το παιδί, που είχε αρχίσει να του γλιστρά απ' τα χέρια. Αφουγκράστηκε την ανάσα της στο αυτί, κοιμόταν, το αφιόνι είχε κάνει καλά τη δουλειά του.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε.

«Στάσου μια στιγμή, για το Θεό!»

Κοντοστάθηκαν για λίγο στη μέση του κάμπου, πίσω τους άκουγαν φωνές, ακολουθούσαν κι άλλοι πολλοί περπατώντας τώρα, η ανάσα τους είχε κοπεί.

«Μη σκορπάτε!» φώναξε ο Γκάμπριελ δυνατά.

Πολλοί τούς άκουσαν και το πλήθος άρχισε πάλι να μυρμηγκιάζει από πίσω τους.

«Όλοι μαζί! Μόνο έτσι έχουμε ελπίδα!» 

«Πάμε καλά ή χαθήκαμε;» ρώτησε μια γυναίκα απ' το πλήθος.

«Από δω θα βγούμε», απάντησε ένας άλλος, «ο Άγιος Συμεών είναι από δω, κουράγιο στην τρεχάλα να 'χετε!»



Όσοι είχαν άρματα άρχισαν να τα ξαναγεμίζουν στο μισοσκόταδο. Λίγα λεπτά κράτησε η ανάπαυλα μέχρι να ξαναμαζευτούν. Ένας Μεσολογγίτης που ήξερε καλά τα μέρη μπήκε μπροστά να οδηγεί.

«Να περάσουμε του Κότσικα τ' αμπέλι!» φώναξε.

«Πάμε, αδερφοί!» ακούστηκε μια άλλη φωνή, και ήταν το σύνθημα, καθώς άρχισε όλο το ανθρώπινο κοπάδι να βαδίζει πάλι γρήγορα μπροστά.

Οι άντρες του Μακρή και οι Σουλιώτες προπορευόντουσαν, δεν είχαν όμως αφήσει ίχνη, η νύχτα μπέρδευε το πλήθος, δεν άκουγαν πια τις πολεμικές ιαχές τους που ήταν παρηγοριά στο κρύο σκοτάδι.

Ξαφνικά άκουσαν τη γης να τρέμει ολάκερη, ήταν φανερό ότι πλησίαζε καβαλαρία απ' τη μεριά του Αντελικού, κάποιες γυναίκες πίσω τσίριξαν.

«Χαθήκαμε!» ακούστηκε από πολλές φωνές.

«Στην άκρια του δρόμου γρήγορα! Ταμπουρωθείτε!»

Το πλήθος σχίστηκε στα δυο και μοιράστηκε δεξιά κι αριστερά του χωματόδρομου. Έβλεπαν τώρα μπροστά τους δαδιά αναμμένα, το βροντοκόπημα των αλόγων δυνάμωνε. Αλογίσια κεφάλια, τουρμπάνια και γυμνά σπαθιά έδειχναν έναν δράκο του πολέμου με δεκάδες πόδια και χέρια που πλησίαζε, ό,τι βρισκόταν στο πέρασμα του θα ροβόλαγε στον Άδη.

«Φωτιά!» ακούστηκε μια φωνή στο σκοτάδι.

Τα καριοφίλια, οι σισανέδες και οι πιστόλες βρόντηξαν το ένα πίσω απ' το άλλο. Τα πρώτα άλογα και οι καβαλαραίοι τους πήγαν κουρμπάνι στον κάτω κόσμο. Ξεχώριζαν δαδιά να γλιστρούν απ' τα χέρια και να πέφτουν στο χώμα, υφάσματα, στολισμένες σέλες, χάμουρα, οπλές ανασηκωμένες ψηλά σαν πόδια ενός μεγάλου σκαθαριού.



Γιάννης Κολιός, Χωρίς τίτλο (2009)


Ξαπλωμένοι, στην άκρη του δρόμου άρχισαν να γεμίζουν με γρήγορες κινήσεις, οι μισοί πρόλαβαν, οι άλλοι τσαλαπατήθηκαν γρήγορα από τα πρώτα άλογα. Οι ντελήδες πετούσαν αναμμένα δαδιά μες στα χορτάρια και τους ξετρύπωναν. Πότε έδειχναν οι φωτιές έναν κιτρινιάρη γέρο, πότε χωλούς πολεμιστές σκελετωμένους, πότε γυναίκες που έκρυβαν το πρόσωπο στη γη πριν κάποιο δαδί τις φωτίσει μπρος στα ψηλά πόδια των αλόγων.

Τα μακριά γιαταγάνια των ντελήδων άρχισαν να δουλεύουν απ' τα ψηλά με δίπλα τους φανούς και τα δαδιά που διέλυαν το σκοτάδι του κάμπου. Οι πεινασμένοι κουλουριάζονταν εδώ κι εκεί αποκαμωμένοι απ' το τρεχαλητό και τον τρόμο.

Ο Γκάμπριελ άδειασε την πιστόλα στο στήθος ενός ντελή που τον πλησίασε κι έβγαλε από μέσα του μια κραυγή θηρίου, που σκέπασε όλον τον ορυμαγδό. Πέταξε την πιστόλα κι έσυρε το γιαταγάνι. Το παιδί ήταν αφημένο δίπλα τους στα χορτάρια. Βρήκε μπροστά του έναν άλλο ντελή που είχε πέσει απ' το άλογο. Ο νους του είχε θολώσει, η άγρια κραυγή είχε κάνει πέτρα όλο του το κορμί, το αίμα κυλούσε άγρια στις φλέβες του, ένιωθε πως με την πίεση θα τα έσπαγε όλα μέσα του και θα χυνόταν με δύναμη έξω σαν κόκκινο σπέρμα. Έμπηξε τα δάχτυλα στα μάτια του ιππέα και με το γιαταγάνι του 'κοψε σύρριζα το λαιμό. Έβγαλε άλλη μια κραυγή πιο άγρια απ' την πρώτη, στο χέρι τώρα κρατούσε το κομμένο κεφάλι και το έδειχνε γύρω γύρω. Απ' τους πεσμένους πυρσούς είχαν πιάσει φωτιά τα ξερόχορτα και τον φώτιζαν, σκηνή άγριας θυσίας.

«Νικήτα, πού είσαι;» κραύγασε μ' όλη του τη δύναμη κρατώντας το κομμένο κεφάλι.

Μέσα στις φωτιές που έζωσαν τον τόπο έμοιαζε με τον ίδιο το διάβολο που είχε ανέβει απ' τα καταχθόνια στον κάμπο, το αίμα κι ο ιδρώτας του μύριζαν θειάφι. Δυο τρεις απ' τους συντρόφους εδώ κι εκεί αναθάρρησαν κι όρμηξαν με τα γιαταγάνια να πελεκάνε τα γόνατα των αλόγων. Αρκετοί απ' τους ντελήδες είχαν αρχίσει να τα χάνουν, η δεισιδαιμονία τους άπλωσε πάνω στη νύχτα ένα δίχτυ τρόμου.

«Σεΐτάν!» ακούστηκε μια φωνή μέσα απ' την καβαλαρία.

Πέταξε το κεφάλι μακριά και κοίταξε γύρω του. Το παιδί ήταν πεσμένο στα χόρτα, η φωτιά σιγά σιγά το πλησίαζε. Έκανε δυο βήματα κι έπιασε το φαρί του σφαγμένου ντελή απ' τα χάμουρα. Το ζώο είχε ανοίξει διάπλατα τα πελώρια μαύρα μάτια του, αυτός ο παλιός γητευτής των αλόγων του Κόνκορντ έπρεπε να δείξει τώρα το χάρισμα του.

«Θεέ μου, βοήθα με!» είπε κι ακούμπησε τα χείλη του στο κεφάλι του αλόγου.

Δάκρυα κυλούσαν απ' τα μάτια του, τα χέρια του τα μουσκεμένα στο αίμα χάιδευαν τώρα τρυφερά το αλογίσιο κεφάλι.

«Βοήθα μας, Θεέ μου!» τα δάκρυα του κυλούσαν βρόχινα στο πιγούνι και στο λαιμό, για να ξεπλύνουν τις κούπες από το αίμα της σφαγής.


Mary Cour Burrows, The horse Whisperer 


Όλα έπειτα έγιναν τρομερά γρήγορα. Το πόδι του βρήκε τον αναβατήρα και καβάλησε, το φαρί δεν αντιστάθηκε, η μυρωδιά του αίματος και τα λόγια του γητευτή το είχαν καταβάλει. Την είδε που ανασηκώθηκε λίγα μέτρα παραπέρα από το χώμα όπου ήταν πεσμένη. Της έδειξε πιο πέρα, εκεί που ήταν ξαπλωμένο το παιδί. Γρήγορα εκείνη έτρεξε, το σήκωσε και του το 'δωσε. Της άπλωσε το χέρι και την τράβηξε στα καπούλια.

«Κρατήσου!» φώναξε και σπιρούνισε.

Βγήκαν στο δρόμο κι άρχισαν να τροχοβολάνε προς τα σκοτεινά. Σε λίγη ώρα περνούσαν μέσα από αμπέλια, το άλογο βαριοπατούσε και κάθε τόσο σκόνταφτε σε σκληρούς σβώλους από χώμα. Ο Γκάμπριελ αφίππευσε και βάδιζε μπροστά σέρνοντάς τους απ' το χαλινάρι. Κάποια στιγμή κοίταξαν πέρα στο βάθος την πολιτεία που ήταν μες στις φλόγες. 

Το Μεσολόγγι καιγόταν, η φεγγοβολή του ήταν πιο τρανή κι απ' τη σελήνη ακόμα και φώτιζε όλη τη λιμνοθάλασσα. Η Ουράνια Ιερουσαλήμ των Ρωμιών δεν υπήρχε πια, κάηκε σαν μια ξύλινη φάτνη ξημερώνοντας Μεγάλη Βδομάδα. Ελπίδα στο γένος τους δε φαίνονταν πια πουθενά.


Ισίδωρος Ζουργός, η αηδονόπιτα, εκδόσεις Πατάκη, κεφ. 40, σελ. 475-491


Eugène Delacroix , La Grèce sur les ruines de Missolonghi (1826) 
Musée des beaux-arts, Bordeaux




Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι



Διονύσιος Σολωμός - Εργοβιογραφικό σημείωμα


Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός (1798-1857) αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ελληνικής καταγωγής αλλά γεννημένος σε ένα γεωπολιτικό μεταίχμιο, στη Ζάκυνθο του 19ου αιώνα, θα ζήσει όλη του τη ζωή μακριά από το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, ως γάλλος και στη συνέχεια άγγλος πολίτης του πολυπολιτισμικού και πολύγλωσσου περιβάλλοντος των Επτανήσων (τα οποία πέρασαν διαδοχικά από την μακραίωνη κυριαρχία της Βενετίας, στη Δημοκρατική Γαλλία, υπό την εποπτεία της ρωσοτουρκικής συμμαχίας και στην κυριαρχία της Αγγλίας, πριν ενωθούν τελικά με την Ελλάδα το 1864). 

Δίγλωσσος (ιταλικά-ελληνικά) από την παιδική του ηλικία, ο Σολωμός θα ξεκινήσει και θα κλείσει την ποιητική του σταδιοδρομία ως Ιταλός ποιητής αλλά θα είναι η επιλογή του γράψει σε ελληνική γλώσσα αυτή που θα τον καταξιώσει ως ποιητή, καθιστώντας τον έναν από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ποιητές και δίνοντάς του τον τιμητικό τίτλο του εθνικού ποιητή της Ελλάδας. 

Στον σύντομο κύκλο της ζωής του και μέσα από το σχετικά μικρό και συχνότατα ανολοκλήρωτο έργο του ο Σολωμός θα κατορθώσει –χάρη στην παιδεία του, την ευαισθησία του και την ποιητική ευφυΐα του– να διαμορφώσει τη νεοελληνική ποιητική γλώσσα και να συνθέσει την ελληνική παράδοση σε μια καινούρια ενότητα με μια καινούρια τέχνη.







Η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου - τα γεγονότα 


Τρία χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του Μεσολογγίου από τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη, ο Σουλτάνος επανήλθε με νέο σχέδιο. Ανέθεσε και πάλι στον νικητή της Μάχης του Πέτα, Κιουταχή, να καταλάβει την πόλη, συνδυάζοντας αυτή τη φορά την επιχείρηση με την εκστρατεία του Ιμπρήμ στην Πελοπόννησο. Με μια πανίσχυρη στρατιά 20.000 ανδρών, ο Κιουταχής ξεκίνησε από τα Τρίκαλα στα τέλη Φεβρουαρίου του 1825 και στις 15 Απριλίου 1825 έφθασε προ του Μεσολογγίου.

Αμέσως άρχισε την πολιορκία της πόλεως, η οποία μπορεί να χωρισθεί σε δύο περιόδους: α) 15 Απριλίου έως 12 Δεκεμβρίου 1825 και β) 25 Δεκεμβρίου 1825 έως τις 11 Απριλίου 1826. Χωρίς σημαντική βοήθεια από τους υπόλοιπους Έλληνες, λόγω του εμφυλίου πολέμου και έχοντας να αντιμετωπίσουν υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, οι 12.000 ψυχές του Μεσολογγίου αντιστάθηκαν καρτερικά επί ένα χρόνο. Την οργάνωση της άμυνας ανέλαβε τριμελής επιτροπή υπό τους Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Δημήτριο Θέμελη και Γεώργιο Καναβό.

Το φρούριο της πόλεως μετά την πρώτη πολιορκία είχε βελτιωθεί, κατόπιν των προσπαθειών του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Βύρωνα και του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη. Η τάφρος έγινε βαθύτερη, ο μικρός περίβολος ενισχύθηκε με πύργους και πολύγωνα προτειχίσματα, πάνω στα οποία τοποθετήθηκαν 48 τηλεβόλα και 4 βομβοβόλα. Η νησίδα Βασιλάδι, μεταξύ της λιμνοθάλασσας και της θάλασσας, έγινε ένα είδος προκεχωρημένου οχυρού. Εκεί τοποθετήθηκαν 6 πυροβόλα και συγκεντρώθηκαν 2.000 γυναικόπαιδα για να μην επιβαρύνουν τη φρουρά της πόλης. Εντός του Μεσολογγίου υπήρχαν 10.000 άτομα, εκ των οποίων 4.000 άνδρες, άριστοι πολεμιστές από την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και ακόμη 1.000 άνδρες, δυνάμενοι να φέρουν όπλα.




Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας (15 Απριλίου-12 Δεκεμβρίου 1825) το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε μόνο από τις δυνάμεις του Κιουταχή. Οι επιθέσεις τους συντρίβονταν εύκολα ή δύσκολα από τους υπερασπιστές της πόλης. Εξάλλου, ο από θαλάσσης αποκλεισμός δεν ήταν ισχυρός και επανειλημμένως διασπάσθηκε από τον στόλο του Μιαούλη, ο οποίος ενίσχυε με πολεμοφόδια και τρόφιμα τους πολιορκούμενους. Στις 24 Ιουλίου, 1000 ρουμελιώτες πολεμιστές υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ανάγκασαν τον Κιουταχή να αποσύρει τις δυνάμεις του στις υπώρειες του όρους Ζυγός, χαλαρώνοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αλλά και ο τουρκικός στόλος, παρενοχλούμενος από τον ελληνικό, αναγκάσθηκε να ζητήσει καταφύγιο στην αγγλοκρατούμενη Κεφαλληνία.

Στις 5 Αυγούστου ο Κίτσος Τζαβέλλας, επικεφαλής δυνάμεως Σουλιωτών πολεμιστών, εισήλθε στην πόλη, αναπτερώνοντας το ηθικό των πολιορκουμένων. Όμως, στις αρχές Νοεμβρίου, ο κοινός στόλος Τούρκων και Αιγυπτίων αποβίβασε 8.000 αιγύπτιους στρατιώτες κι ένα μήνα αργότερα κατέφθασε στην περιοχή ο Ιμπραήμ που είχε σχεδόν καταστείλει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Τούρκοι, Τουρκαλβανοί και Αιγύπτιοι αριθμούσαν 25.000 άνδρες, με σύγχρονο πυροβολικό, που διοικούσαν γάλλοι αξιωματικοί. Οι Έλληνες είχαν να αντιπαρατάξουν 4.000 μαχητές.

Στις 25 Δεκεμβρίου 1825 άρχισε η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Όπως και στην πρώτη πολιορκία, πάλι υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πασάδων. Ο αιγύπτιος Ιμπραήμ επεχείρησε με τις δικές του δυνάμεις να καταλάβει το Μεσολόγγι στις 16 Ιανουαρίου 1826. Απέτυχε, όμως, και αναγκάσθηκε να συμπράξει μετά του Κιουταχή. Οι δύο στρατοί κατέστησαν ασφυκτική την πολιορκία με ανηλεή κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου και με την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας νησίδων Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου) και Κλείσοβας (25 Μαρτίου). Μετά την πτώση των δύο νησίδων, η θέση των πολιορκουμένων κατέστη δεινή, μετά και την αποτυχία του Μιαούλη να διασπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό.



Η κατάσταση πλέον μέσα στην πόλη είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και οι πολιορκούμενοι (γυναίκες, παιδιά, τραυματίες, γέροντες και μαχητές) σιτίζονταν με φύκια, δέρματα, ποντίκια και γάτες! Υπό τις συνθήκες αυτές, που καθιστούσαν αδύνατη την αποτελεσματική υπεράσπιση της πόλης, αποφασίστηκε σε συμβούλιο οπλαρχηγών και προκρίτων στις 6 Απριλίου η έξοδος και ορίστηκε γι' αυτή, η νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων (9 προς 10 Απριλίου). Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με το σχέδιο, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, υπό τους Δημήτριο Μακρή, Νότη Μπότσαρη και Κίτσο Τζαβέλα, με την ελπίδα να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές, επωφελούμενοι από τον αιφνιδιασμό των πολιορκητών. Νωρίτερα είχαν σκοτώσει τους τούρκους αιχμαλώτους, ενώ στην πόλη παρέμειναν τραυματίες και γέροι.

Όμως, το σχέδιο της εξόδου, είτε προδόθηκε, είτε δεν εφαρμόστηκε σωστά κι έτσι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ κατέσφαξαν με τα γιαταγάνια τούς μαχητές της ελευθερίας. Στο μεταξύ, μέσα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει οι σφαγές από τους Τουρκοαιγύπτιους, που είχαν εισβάλει από άλλο σημείο της πόλης.

Σε πολλά σημεία σημειώθηκαν δραματικές σκηνές: ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης, όταν κυκλώθηκε από τους εισβολείς στο σπίτι του, όπου είχαν συγκεντρωθεί τραυματίες, γέροντες και γυναικόπαιδα, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο μητροπολίτης Ρωγών Ιωσήφ ανατίναξε τον Ανεμόμυλο, στην τελευταία πράξη αντίστασης, όταν κυκλώθηκε από τους εχθρούς. Το πρωί της 10ης Απριλίου, ανήμερα των Βαΐων, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.




Οι πληροφορίες για τις απώλειες των Ελλήνων κατά την πολιορκία και την έξοδο είναι αντιφατικές. Πιθανότερο φαίνεται ότι από τους 3.000 που πήραν μέρος στην έξοδο, οι 1.700 έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι. Ανάμεσα στους νεκρούς, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Μιχαήλ Κοκκίνης, ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας, ο Νικόλαος Στορνάρης, ο γερμανός εκδότης της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά» Ιάκωβος Μάγιερ και άλλοι γερμανοί φιλέλληνες. Γύρω στα 6.000 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν για να πουληθούν στη Μεθώνη και στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Οι απώλειες για τους τουρκοαιγύπτιους εισβολής ανήλθαν σε 5.000 άνδρες.

Η Επανάσταση μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχε σχεδόν κατασταλεί. Η φλόγα της, όμως, παρέμεινε άσβεστη, καθώς η ήττα μετατράπηκε σε νίκη. Ένα νέο κύμα φιλελληνισμού αναδύθηκε μετά την αμαύρωση του Αγώνα, εξαιτίας του εμφύλιου σπαραγμού. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε εμμέσως την ευρωπαϊκή διπλωματία για τα εθνικά δίκαια των Ελλήνων. 



[Πηγή sansimera.gr]




  • Έργο ζωής του Σολωμού, παρέμεινε ανολοκλήρωτο εξαιτίας του αγώνα του ποιητή για αισθητική τελειότητα και έφτασε σε μας σε χειρόγραφα αποσπάσματα - "λυρικές ενότητες" ή "λυρικά επεισόδια", κατά τη γνώμη του Λίνου Πολίτη, εφόσον δεν έχουν αποσπασθεί από κανένα μεγαλύτερο τελειωμένο έργο.
  •  Η σύνθεση περιλαμβάνει τρία Σχεδιάσματα, που το καθένα τους αντιπροσωπεύει όχι μονάχα διαφορετικό στάδιο επεξεργασίας αλλά και διαφορετική ποιητική αντίληψη. Το αρχικό Σχεδίασμα μοιάζει με προφητικό λυρικό θρήνο για την πτώση του Μεσολογγίου. Το δεύτερο αναφέρεται στην ηρωική υπερπήδηση όλων των υλικών και ψυχικών εμποδίων των αγωνιστών και στην υπέρτατη απόφαση της Εξόδου. Το τρίτο αποτελεί μορφική ανάπλαση του δεύτερου με λιτούς, πολύ καλά δουλεμένους, χωρίς ομοιοκαταληξία στίχους.
  • Το οξύμωρο του τελικού τίτλου (προηγούμενοι τίτλοι: το Μεσολόγγι, Αδελφοποιτοί, το Χρέος) αποδίδει την αντίθεση της πολιορκίας των Μεσολογγιτών ως ύλης και της ελευθερίας που διέπνεε το πνεύμα τους.




Oι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (1977) «σε μορφή λαϊκής λειτουργίας για τραγουδιστές, αφηγήτρια, μικτή χορωδία και ορχήστρα» όπως  αναφέρει ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος. Αφηγήτρια η Ειρήνη Παπά, τραγουδιστές ο Νίκος Ξυλούρης , ο Λ. Χαλκιάς και ο Η. Κλωναρίδης. Συμμετέχει η  Χορωδία Πρεβεζας.



Σχεδίασμα  Α´

I.
Τότες ἐταραχτήκανε τὰ σωθικά μου, καὶ ἔλεγα πὼς ἦρθε ὥρα νὰ ξεψυχήσω· κ᾿ εὑρέθηκα σὲ σκοτεινὸ τόπο καὶ βροντερό, ποὺ ἐσκιρτοῦσε σὰν κλωνὶ στάρι ῾ς τὸ μύλο ποὺ ἀλέθει ὀγλήγορα, ὡσὰν τὸ χόχλο ῾ς τὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει᾿ ἐτότες ἐκατάλαβα πὼς ἐκεῖνο ἤτανε τὸ Μεσολόγγι· ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό᾿ ἐκατασκέπαζε ὅλα τὰ πάντα μαυρίλα καὶ πίσσα, γιομάτη λάμψι, βροντή, καὶ ἀστροπελέκι· καὶ ὕψωσα τὰ χέρια μου καὶ τὰ μάτια μου νὰ κάνω δέηση, καὶ ἰδοὺ μές᾿ ῾ς τὴν καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα μὲ φόρεμα μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, ὅπου ἡ σπίθα ἔγγιζε κ᾿ ἐσβενότουνε· καὶ μὲ φωνή, ποὺ μοῦ ἐφαίνονταν πὼς νικάει τὴν ταραχὴ τοῦ πολέμου, ἄρχισε·

«Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ Ἥλιου τὸ δρόμο,
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη ῾ς τὸν ὦμο,
Κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου χαράζει
Ὡς ὅπου βυθᾶ,
Τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι.»

II.
Παράμερα στέκει
Ὁ ἄντρας καὶ κλαίει·
Ἀργὰ τὸ τουφέκι
Σηκώνει, καὶ λέει·
«Σὲ τοῦτο τὸ χέρι
»Τί κάνεις ἐσύ;
»Ὁ ἐχθρός μου τὸ ξέρει
»Πῶς μοῦ εἶσαι βαρύ.»
Τῆς μάνας ὢ λαύρα!
Τὰ τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα καὶ μαῦρα,
Σὰν ἴσκιους ὀνείρου·
Λαλεῖ τὸ πουλάκι 
῾Σ τοῦ πόνου τὴ γῆ,
Καὶ βρίσκει σπειράκι,

Καὶ μάννα φθονεῖ.



Μουσική: Χ. Λεοντής(Παραστάσεις), Τραγουδά η Τάνια Τσανακλίδου


Σχεδίασμα B΄

1. 
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· 
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. 
Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· 
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: 
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι; 
Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.» 


Η πείνα (α' βαθμίδα δυσκολιών) - εκφραστικά μέσα που την υποβάλλουν

  • Εικόνα απόλυτης σιωπής, ερημιά, ακινησία, μεταφορική χρήση του στατικού ρήματος βασιλεύει, υπερβατό σχήμα(άκρα του τάφου σιωπή)
  • Συσσώρευση δραστικών ρημάτων, παρήχηση λ, ομοιοτέλευτο(λαλεί πουλί) στο α' ημιστίχιο, αντίθεση χορτάτου πουλιού με την πεινασμένη μάνα στο β' ημιστίχιο που επιτείνει την τραγικότητα.
  • Εικονιστική απόδοση πείνας (μαύρισε τα μάτια), επανάληψη (τα μάτια, στα μάτια), παρήχηση μ.
  • Ρήματα σε ενεστώτα, εξωτερική ακινησία, εσωτερική δραματικότητα/ ένταση, παράμερα = παροπλισμένος, περιθωριοποιημένος
  • Διάλογος, χρήση β΄ προσώπου, προσωποποίηση τουφεκιού, συνεκδοχή(Αγαρηνός), αντίθεση(Σουλιώτης, Αγαρηνός)
  • Η μάνα: εκπρόσωπος των άμαχων πολιορκημένων, τραγική φιγούρα γυναίκας, ανίκανη να λειτουργήσει με την ιδιότητα της μητέρας-τροφού εξαιτίας της πείνας. Βρίσκεται σε κατώτερη μοίρα από το πουλί, υποδεέστερο στην ιεραρχία των όντων, που ωστόσο βρίσκει τροφή και πετά ελεύθερο στο μεσολογγίτικο κάμπο. Σιωπηλά, χωρίς διαμαρτυρία, υπομένει με παθητική αντοχή, σύμφωνη με τη φύση της γυναίκας.
  • Ο Σουλιώτης: εκπρόσωπος των πολεμιστών, αποξενωμένος από την ιδιότητα του αγωνιστή, στο περιθώριο, εξαντλημένος και με τραγική επίγνωση της αδυναμίας του, κλαίει από ντροπή και πληγωμένο φιλότιμο. Ο εχθρός γνωρίζει την αδυναμία του και γρήγορα θα την εκμεταλλευτεί.



2. 

 Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

 H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της. 

 H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν. 

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, 
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε. 

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, 
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, 
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη. 
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, 
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, 
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· 
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο. 
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη, 
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· 
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· 
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. 

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της. 


Sunset in Sun Flower Field, Maryland


Εικόνες της φύσης στο β απόσπασμα (β' βαθμίδα δυσκολιών) — εκφραστικοί τρόποι


  • Προσωποποιημένοι ο Απρίλης και ο Έρωτας, η αναγεννημένη φύση και η δημιουργική δύναμη της ζωής, βρίσκονται σε κίνηση γιορτής-χαράς(συμμετρική διάταξη ουσιαστικών - ρημάτων)
  • Οξεία αντίθεση με την τραγική κατάσταση των πολιορκημένων. Έξω οργασμός χαράς-ελευθερία, μέσα κλοιός πολιορκίας, κίνδυνος, θάνατος (γελούνε, κλειούνε, όσ’ άνθια, τόσ’ άρματα)
  • Στ. 3-11: Μια σειρά εικόνων που αγκαλιάζουν όλη την πλάση(ουρανό, γη, θάλασσα, σύνολο ζώων, φυτά, μη έμβια-νεκρά), με φθίνουσα κλιμάκωση(μικραίνουν - λιγοστεύουν τα επιμέρους στοιχεία που τις αποτελούν), σε ποικιλία χρωμάτων που είτε δηλώνονται είτε εννοούνται.
Ένα κοπάδι λευκά πρόβατα καθρεφτίζεται στα διάφανα νερά(υπαλλαγή, μεταφορά, ήχος, κίνηση)
Μια γαλάζια πεταλούδα, ξυπνώντας από τον ευωδιαστό ύπνο της, καθρεφτίζεται στο νερό της λίμνης
Το σκουληκάκι (υποκοριστικό = μικρό, ασήμαντο, τρυφερότητα) σε γλυκιά στιγμή
Η μαύρη πέτρα, το ξερό χορτάρι ζουν μια ονειρική, μαγική φαντασμαγορία
  • Στ. 12-13: η φύση, σα να 'ναι η βαθύτερη ουσία της το νερό που αναβρύζει από παντού με τρόπο χειμαρρώδη - εκρηκτικό(χύνεται, κρένει, χίλιες βρύσες, χίλιες γλώσσες), μετατρέπεται σε πειρασμό που αυξάνει τον πόθο της ζωής και μαζί πολλαπλασιάζει την οδύνη του θανάτου. 
«Το μέγεθος της αξίας του Μισολογγίτη δεν το δείχνει εκείνο που κερδάει, αλλά εκείνο που χάνει, όχι η δόξα αλλά η θυσία»
(Δ. Λιαντίνης, χάσμα σεισμού, ο φιλοσοφικός Σολωμός, Αθήνα 1985)



Ο εσωτερικός διχασμός των πολιορκημένων

  • Έξω από τα τείχη η ζωή που πληρώνεται με την τιμή του θανάτου. Μέσα από τα τείχη ο θάνατος που εξαργυρώνεται με την ατιμία της ζωής. Ούτε μέσα να μείνει κανείς μπορεί, γιατί τον σκιάζει η ντροπή της σκλαβιάς, ούτε έξω βολεί να περάσει, γιατί τον βιάζει η απειλή του Άδη.
  • Από την άλλη μεριά και έξω γίνεται να πάει, για να κερδίσει το θάνατο που αξίζει για χίλιους θανάτους: όνειρο με ποτάμια και πέλαγα, με δάφνες και δόξα και σπίθες και με την όμορφη π' αστράφτουν τα μαλλιά της. Και μέσα μπορεί να μείνει, για να χαρεί τη ζωή, που τώρα κατάλαβε πως αξίζει για χίλιες ζωές.

(Δ. Λιαντίνης, χάσμα σεισμού, ο φιλοσοφικός Σολωμός, Αθήνα 1985)


Σχεδίασμα Γ΄

O Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη, 
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα, 
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος. 
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, 
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, 
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους, 
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους, 
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια. 
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα. 
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο, 
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο, 
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα, 
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο. 
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες· 
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! 
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε, 
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι, 
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη, 
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι, 
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του. 



Το νόημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων

Η βία, η υλική βία της ισχύος, έφερε την καταστροφή και την ερημιά, μα η αντίσταση, η θυσία, έφερε τη δόξα. Η αγωνιζόμενη ελευθερία, δε νικά μόνο- νικιέται κάποτε κιόλας. Μα και σ' αυτή την περίπτωση η ήττα της είναι καθαγιασμένη με το φωτοστέφανο του αγώνα της. Για τον ποιητή δεν έχει σημασία το ποιος θα νικήσει σε μια μάχη• αυτό και οι συνέπειες του μπορεί να ενδιαφέρουν τον ιστορικό. Για τον ποιητή σημασία έχει το ποιος κρατεί με το μέρος του τις ηθικές δυνάμεις και τις προοδευτικές, καθώς και το ποιος αγωνίζεται για το δίκιο. Ακόμα ο τρόπος με τον οποίον αγωνίζεται κι ο βαθμός για θυσία που υπάρχει στη διάθεση και στην πράξη.

Όταν ένας δυνατός παλεύει μ' έναν αδύνατο, ένας οπλισμένος μ' έναν άοπλο, οι πολλοί με τους λίγους, οι Τούρκοι με τους Έλληνες, ο Πορφύρας με το νεαρό Άγγλο στρατιώτη, το γεράκι με το αηδόνι, τότε η ψυχή μας αυθόρμητα κινείται προς το μέρος του αδύνατου, θαυμάζοντας την ψυχικήν αντοχή του και την τόλμη του. Και μόνον αυτή η ψυχική αντοχή και η τόλμη, που τον κάνει να καταφρονεί τη δύναμη του αντίπαλου και να παλεύει μέχρι θανάτου για την τιμή του ανθρώπου, για τις αρχές και τα ιδανικά, φτάνει, για να του εξασφαλίσει την ηθική νίκη μέσα μας.

Αυτό το ηθικό νόημα της ψυχικής αντίστασης — που θεωρώ ηθικό κέντρο στη Σολωμική ποίηση — το βρίσκουμε να ξετυλίγεται με όλη του τη μεγαλοπρέπεια στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Σε τούτο το ποίημα του «Χρέους», η ελευθερία ξέφυγε πια από το εθνικό και πολιτικό της νόημα κι απόχτησε περιεχόμενο πιο εσωτερικά ανθρώπινο και πιο πλατιά οικουμενικό: Το ηθικό της περιεχόμενο.

Η δύναμη σου πέλαγο κι η θέληση μου βράχος.

Ο στίχος αυτός που κλείνει, νομίζω, μέσα του όλο το τελικό νόημα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», δεν είναι πια για το Μεσολόγγι. Ξεκίνησε φυσικά απ' αυτό, από κει έπεσε στην ψυχή ο σπόρος, πού όμως, μέσα σ' αυτό το θερμοκήπι, έλαβε οικουμενικό άρωμα και πανανθρώπινη γεύση ο καρπός. Το ιστορικό γεγονός υψώθηκε σε γενικήν ιδέα, το συγκεκριμένο περιστατικό, σε σύμβολο αιώνιο. Πάνω στο ιστορικό και στο συγκεκριμένο χτίζει τώρα ο ποιητής το πλούσιο ποιητικό του όραμα. Πάνω στο πατριωτικό θεμέλιο, χτίζει τώρα το ηθικό του βίωμα με τρόπο αισθητικό.

Ποιο είναι τώρα, μετά την εμβάθυνση και την προέκταση το νόημα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»; Ότι ο άνθρωπος έχει κάτι απόλυτα κι αποκλειστικά δικό του: Την ψυχή του και τη θέληση που ξεπηδάει απ' αυτήν, όταν είναι στραμμένη σ' ένα ιδανικό ή δοσμένη σ' ένα χρέος. Ενάντια στην κάθε λογής εξωτερική δύναμη — πέλαγο, έχει ν' αντιτάξει την εσωτερική του θέληση — βράχο και ν' αγωνιστεί.

Όσο η ψυχή μένει ορθή στην έπαλξη ενός ιδανικού, ενός ηθικού χρέους κι όσο η θέληση παλεύει γι' αυτό, ο άνθρωπος, έστω και πολιορκημένος, μένει ελεύθερος" (όπως ελεύθεροι έμειναν — γιατί αντιστάθηκαν — οι Μεσολογγίτες, πολιορκημένοι όντας από τους Τούρκους κι από την πείνα κι από την άνοιξη κι από τον πόθο της ζωής). Γίνεται δούλος ο άνθρωπος από τη στιγμή που η ψυχή του αδειάζει κι η θέληση του για αντίσταση ναρκώνεται. Ο άνθρωπος με την άδεια ψυχή και τη ναρκωμένη θέληση παραδίνεται, υποδουλώνεται και είναι πλέον ηθικά νεκρός. Δεν απομένει γι' αυτόν παρά η ταχτοποίηση κι ο δρόμος για τα Σούσα της υλικής ευμάρειας «κοντά στο βασιλέα Αρταξέρξη, που σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια», όπως λέει κι ό Καβάφης στη «Σατραπεία» του.

Αν επιμείναμε στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» είναι γιατί αυτό το ποίημα αποτελεί την υψηλότερη έκφραση της ψυχής — άρα και της τέχνης — του Σολωμού, ώστε να νιώσουμε καλύτερα την πνευματική προσφορά του ποιητή στο γένος...

Κ. Μπαλάσκα, Ο Σολωμός και το 1821


Rocks in the sea


Με ποιους στίχους του αποσπάσματος 2 από το Β΄ Σχεδίασμα σχετίζονται νοηματικά οι παρακάτω στίχοι;

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη•
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
"Γλυκεία η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα".

Α. Σολωμός, Λάμπρος


Δεν το 'λπιζα να 'ν' η ζωή μέγα καλό και πρώτο !


Α. Σολωμός, Πορφύρας


Μη θες να με παρηγορήσεις για το θάνατο μου, Οδυσσέα γενναίε•
θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα 
σε κάποιον, άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιος, 
παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών.


Ομήρου Οδύσσεια, λ,στ.478-491


Ο Κάτω κόσμος είν' κακός γιατί δεν ξημερώνει,
 Γιατί δεν κράζει ο πετεινός, δεν κελαδεί τ' αηδόνι. 
Εκεί νερό δεν έχουσι και ρούχα δε φορούσι, 
Μόνο καπνό μαειρεύουσι και σκοτεινά δειπνούσι.



Δημοτικό, του Κάτω Κόσμου


Μέρα του Απρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.
Εκελαδούσαν

πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.
Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

Κ. Καρυωτάκης, Διάκος




Στο τίμημα, στο βίωμα, στη θυσία κρύβεται η ανθρώπινη ευγένεια......

Στο γοητευτικό μυθιστόρημα της Λάουρα Ρεστρέπο από την Κολομβία, Το Νησί του Πάθους, Πάθος σημαίνει μαρτύριο. Διότι πρόκειται για ένα μικρό, ακατοίκητο μεξικανικό νησί, πεταμένο στον Ειρηνικό Ωκεανό, άγονο, αφιλόξενο, άδεντρο, με δεκατρία καχεκτικά φοινικόδεντρα για σκιά, ανθυγιεινό, περιτειχισμένο από κοραλλιογενείς υφάλους, το οποίο ο νεαρός λοχαγός Ραμόν Αρνό με λίγους στρατιώτες διορίστηκαν να φρουρούν με ζήλο.

Κάποτε, η ταραγμένη πολιτική κατάσταση στο Μεξικό αλλάζει, ο κόσμος έρχεται τα πάνω κάτω, σιγοβράζει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, τυφώνας ρημάζει το νησί και σκορπίζει όσα ο λοχαγός, οι άντρες του και οι οικογένειες τους έχουν οικοδομήσει. Η νέα κυβέρνηση στην πρωτεύουσα τον έχει αποξεχάσει παντελώς, ούτε την απασχολεί το νησί και η φρούρηση του, δεν έρχεται καθόλου το πλοίο με τρόφιμα και άλλες προμήθειες, δεν υπάρχει ελπίδα να επιζήσουν.

Μέρα με τη μέρα οι κάτοικοι αδυνατίζουν, ρακένδυτοι σαπίζουν από σκορβούτο, παραληρούν, σέρνονται μαζί με τα εκατομμύρια καβούρια στη βραχώδη γη, κοιτώντας τον ορίζοντα για πλοίο απ' την πατρίδα, για ένα σημάδι πως τους θυμούνται. Έπειτα από μήνες φρίκης και απόγνωσης, αγκυροβολεί εδώ ένα πολεμικό καράβι της εχθρικής Βορείου Αμερικής. Από ανθρωπισμό ο ευγενικός πλοίαρχος καλεί τον Αρνό και τους ανθρώπους του να επιβιβαστούν και να τους μεταφέρει στο Ακαπούλκο, πίσω στη χώρα τους.

Παρά το ότι είναι αναμενόμενο πως λίγο ακόμη και θα πεθάνουν όλοι τους από πείνα και ασθένειες, ο νεαρός λοχαγός και οι άντρες του αποφασίζουν να μην αποδεχθούν τη σωτήρια πρόσκληση. Να μη φύγουν από την κόλαση, εφόσον καμιά διαταγή από την κυβέρνηση του Μεξικού δεν έφτασε να τους ζητάει να φύγουν. Θα παραμείνουν στο πόστο τους έως θανάτου κι ας τους λησμόνησαν, ας μην έχει νόημα για κανέναν η θυσία.

Είναι θαυμάσια όσα η συγγραφέας λέει για τις στιγμές ύστερα από την απόφαση του Αρνό να παραμείνει στο φριχτό, θανάσιμο νησί και στο μάταιο χρέος, όμοια με απόφαση αυτοκτονίας:

Καθισμένος πάνω στο λοξό κορμό μιας φοινικιάς, ο Αρνό εξακολουθούσε να μην ξέρει [...] Αλλά δεν τον ένοιαζε πια. Ας γινόταν ό,τι ήθελε, εκείνος μόλις είχε ζήσει την ωραιότερη μέρα της ζωής του, τη μέρα που τον καθιστούσε άντρα άξιο και αλησμόνητο, και το βασίλειο του δε βρισκόταν πια σε τούτο τον κόσμο [...] Η μοίρα δεν δίνει στον καθένα την ευκαιρία να τα παίξει όλα για όλα σε μια ύψιστη δοκιμασία, να ελέγξει το θάρρος της κάθε μιας ίνας του κορμιού του, να βάλει τη ζωή του πάνω στην κόψη του ξυραφιού για την τιμή και την ανδρεία. Σ' εκείνον την έδωσε.

Τα έξυπνα επιχειρήματα είναι και τεχνάσματα- το χειρότερο, είναι και δικαιολογίες. Οι κοσμοθεωρίες ρευστότατες σαν βουρκόνερο που προσποιείται την άσφαλτο. Οι χαρακτηρισμοί ό,τι πιο πρόχειρο, οι έντιμοι χαρακτήρες δε χρειάζονται χαρακτηρισμούς. Στο τίμημα, στο βίωμα, στη θυσία κρύβεται - όπως στο κορμί η καρδιά - η ανθρώπινη ευγένεια.

Το θέλω είναι κάτι, μετράει όμως απ' τη στιγμή που αποφασίζεις στα σοβαρά το τι κάνεις γι' αυτό το κάτι. Η ιδέα, και η σπουδαιότερη, δίχως πράξη απομένει σύννεφο ευμετάβλητο, άπιαστο, γρήγορα μεταμορφώνεται, εξαφανίζεται από το στερέωμα όπου εντυπωσιακά εμφανίστηκε. Αραιώνει και χάνεται γελοιοποιημένη.


Κυριακή Απόγευμα στη Βιέννη, Μ. Βαμβουνάκη, σελ. 92-94, εκδόσεις Ψυχογιός



Αφήνω κατά μέρος ότι Ζωή και Θάνατος συνυπάρχουν και οι σωστοί άνθρωποι ξέρουν «πώς να ζουν και πώς να πεθάνουν». Η διαφορά χρόνου των ρημάτων «ζουν» - «πεθάνουν», ενεστώς διαρκείας - αόριστος στιγμής, εκφράζει με μιας τη συνύπαρξη. Το πεθάνουν είναι μια στιγμή ζωής, η τελευταία, ίση με όλες τις άλλες πίσω της του «ζουν», που έρχεται και τις βεβαιώνει με την επισφράγιση του ανάλογου τέλους.[….]

Είτε το θέλουμε είτε όχι, ο άνθρωπος δεν είναι μόνο φυσικός, όπως το ζώο. Είναι μαζί και αφύσικος: ένα τέρας: το τέρας της φύσεως. Και γι' αυτό είναι άνθρωπος και όχι ζώο.

Δεν είναι μόνο επίσης «ζώον λόγον έχον», ή «ζώον πολιτικόν» και αγελαίον, όπως προσπαθούμε με κάθε μέσον να τον κάμουμε, φροντίζοντας να του εξασφαλίσουμε ψωμί, άνεση, βιοτική ευδαιμονία, άρτον καί θεάματα, για να τρώει και να ξεχνιέται και τίποτ' άλλο, ή όταν του βάζουμε σάγμα και χαλινάρι, για να δέχεται υπάκουα και τυφλά τη χρήση του για σκοπούς απάνθρωπους, αντίς να τον βάζουμε σκοπό, αυτοσκοπό, όλων των μέσων, όλης της δημιουργίας.

Για τούτο πιστεύω πως ο Σολωμός μας χρειάζεται σήμερα πιο πολύ παρά ποτέ και μας εδώ και πλατύτερα ακόμα.

Γ. Θέμελης, ο Σολωμός ανάμεσά μας, εκδόσεις Κωνσταντινίδη, σελ. 140-141