Καταθέτω, καταθέτεις, καταθέτουμε...........
όχι χρήματα - πού να τα βρεις τέτοιους καιρούς - ούτε βέβαια τα όπλα.....μόνο δουλειά "εν τάξει" και "εν οίκω" για το "δήμο" των απανταχού εργατών φιλολόγων και όσων "φίλα προσκείμενων" μαθητών μας!!!!!
Η Ανθή μπήκε στο σώμα, την ψυχή και τη σκέψη της γυναίκας του Πρωτομάστορα... κι έγινε ένα με το γεφύρι της Άρτας!!!!
Η Σταματία έδωσε ένα διαφορετικό τέλος στο γεφύρι της Άρτας: Η Μοίρα τελικά αποφασίζει αλλιώς! Θριαμβεύει η αγάπη και η προσήλωση στο καθήκον!!! Το ζευγάρι παραμένει ενωμένο κι ευτυχισμένο!! Όπως όλοι θα θέλαμε να είναι και στη ζωή!!!!
Λογογράφος και ρητοροδιδάσκαλος, έζησε και έγραψε στο ίδιο πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο του Πελοποννησιακού πολέμου και την μεταβατική περίοδο από τον αποκαλούμενο χρυσό αιώνα στην περίοδο παρακμής της αθηναϊκής πόλης-κράτους. Η ανάμειξη του στα κοινά ήταν έμμεση, με τους λόγους του προσπάθησε να παρέμβει στην πολιτική της Αθήνας, εκφράζοντας πανελλήνιες ιδέες.
Η οικογένειά του έχασε τα χρήματά της στον πόλεμο και ο Ισοκράτης αντιμετώπισε το δίλημμα της διαβίωσης. Έγινε δικηγόρος, λογογράφος για τα δικαστήρια επί δέκα περίπου χρόνια.
Αν και επιθυμούσε απ’ ό,τι φαίνεται να γίνει ρήτορας, στερείτο της απαραίτητης δυνατής φωνής και της σκηνικής παρουσίας που απαιτείτο για αυτή την τέχνη. Έτσι, αποφάσισε να γίνει διδάσκαλος της ρητορικής, γεγονός που του απέδωσε και φήμη και χρήματα. Προσέλκυσε μαθητές από όλες τις γωνιές του ελληνόφωνου κόσμου και πολλοί από αυτούς έγιναν σημαντικοί ηγέτες της εποχής του. Ο Ισοκράτης πέθανε στην ηλικία των 98 χρόνων (338 π.Χ)
Ο Ισοκράτης στον Πανηγυρικό (380 π.Χ) προσπαθεί να ενώσει τους Έλληνες υπό τη σκέπη της Αθηναϊκής ηγεμονίας που όμως τότε, μετά την Ανταλκίδειο Ειρήνη, παρήκμαζε στρατιωτικά. Έτσι στρέφεται στο χώρο του πολιτισμού, όπου η πόλη του είχε τα πρωτεία.
Στο λόγο του που εκφωνήθηκε το 346 π.Χ. εκθέτει ένα διαφορετικό πολιτικό σχέδιο, ίδιο με εκείνο που είχε εκθέσει και στον Πανηγυρικό του. Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο οι Έλληνες οφείλουν να αναλάβουν πολεμική δράση εναντίον των Περσών. Αναγνωρίζει ότι η Αθήνα δεν μπορεί πλέον να αποτελέσει πόλο έλξης για τις υπόλοιπες πόλεις της Ελλάδος και συνεπώς δεν μπορεί να πρωτοστατήσει σε έναν τέτοιο αγώνα. Επιχειρεί να πείσει, λοιπόν, τον Φίλιππο να αναλάβει την εκστρατεία με κίνητρο τη δόξα και την υστεροφημία του, αλλά η ουσία της παρότρυνσής του είναι η αύξηση της πολεμικής ισχύος των Ελλήνων έναντι των Περσών.
Θεωρούσε κουραστικά και αφηρημένα τα επιχειρήματα του Πλάτωνα για τη μεταφυσική. Ήταν πρακτικός, προσγειωμένος άνθρωπος, που επιθυμούσε να επιλύσει άμεσα προβλήματα. Η πραγματικότητα είναι η άμεση ανθρώπινη εμπειρία: «Αυτό που βλέπεις είναι αυτό που παίρνεις». Η μεταφυσική θεώρηση είναι απώλεια χρόνου και ενέργειας. Η γνώση είναι σχετική. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τίποτα. Το μόνο που μπορούμε να έχουμε, είναι καλές απόψεις. Η καλή άποψη είναι εκείνη που βοηθά στην ερμηνεία της ζωής με τρόπο που βοηθά το δρόμο μας μέσα στη ζωή. Οι συσχετίσεις με την έσχατη πραγματικότητα δεν είναι σημαντικές. Ο Ισοκράτης θεωρεί τις αξίες σχετικές, ωστόσο συμφωνεί με τον Πλάτωνα για την προώθηση των παραδοσιακών ελληνικών αξιών. Το κάνει, όμως, για διαφορετικούς λόγους. Πιστεύει ότι οι ελληνικές αξίες είναι χρήσιμες, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αληθινές.
Στον Περί Ειρήνης λόγο του ο Ισοκράτης, μετά και την αρνητική για τους Αθηναίους έκβαση του Συμμαχικού πολέμου (357–355 π.Χ.), επιχείρησε να πείσει τους συμπολίτες του να συνάψουν συνθήκη ειρήνης τόσο με τους αποστάτες συμμάχους τους όσο και με τις υπόλοιπες πόλεις, αποδεχόμενοι ακόμη και τους δυσμενείς όρους της ειρήνης του Ανταλκίδα (387 π.Χ.).
Έχουμε συγκεντρωθεί εδώ για να συζητήσουμε στη γενική συνέλευση του λαού και να αποφασίσουμε για πόλεμο ή για ειρήνη, θέματα που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία στη ζωή των ανθρώπων· όσοι πάρουν σωστή απόφαση γι' αυτά θα ζήσουν περισσότερο ευτυχισμένοι από τους άλλους. Τόσο μεγάλη λοιπόν είναι η σπουδαιότητα των θεμάτων για τα οποία συγκεντρωθήκαμε σήμερα. [Προοίμιο 2]
Κι όμως αν θέλατε πραγματικά να αναζητήσετε τι συμφέρει την πόλη, θα ταίριαζε να δίνετε μεγαλύτερη προσοχή σε όσους εναντιώνονται στις απόψεις σας παρά σε όσους προσπαθούν να είναι αρεστοί σε σας. Ξέρετε καλά ότι, απ' όσους ανεβαίνουν εδώ για να μιλήσουν, άλλοι εύκολα μπορούν να σας εξαπατήσουν λέγοντας όσα εσείς θέλετε ―γιατί ό,τι λέγεται με σκοπό να σας ευχαριστήσει σας ρίχνει στάχτη στα μάτια και σας κάνει να μη διακρίνετε καθαρά τι είναι το καλύτερο―, ενώ από εκείνους που σας συμβουλεύουν, χωρίς να αποβλέπουν στην ευχαρίστησή σας, δε θα μπορούσατε να πάθετε τίποτα τέτοιο.[Προοίμιο 10]
Απορώ όμως και με τους γέροντες, γιατί πλέον δε θυμούνται, και με τους νέους, γιατί δεν έχουν ακούσει από κανέναν, ότι εξαιτίας αυτών που συμβουλεύουν να διατηρούμε την ειρήνη δεν πάθαμε ποτέ κακό, ενώ εξαιτίας αυτών που εύκολα προτιμούν τον πόλεμο έχουμε ήδη υποστεί πολλές και μεγάλες συμφορές. Καμιά από τις συμφορές αυτές δεν αναλογιζόμαστε, αλλά είμαστε έτοιμοι, χωρίς να κάνουμε τίποτα που να προάγει το μέλλον μας, να εξοπλίζουμε πολεμικά πλοία, να συνεισφέρουμε χρήματα και να συμμαχούμε ή να πολεμούμε με όποιους τύχει, σαν να διατρέχαμε όλους αυτούς τους κινδύνους για ένα ξένο κράτος.
Αιτία γι' αυτή τη στάση σας είναι το γεγονός ότι, αν και θα ταίριαζε να δείχνετε τον ίδιο ζήλο τόσο για τα κοινά όσο και για τις δικές σας υποθέσεις, δεν κρίνετε όλα με το ίδιο μέτρο· αντίθετα, όταν σκέφτεστε τα δικά σας, ψάχνετε να βρείτε συμβούλους πιο συνετούς από τους εαυτούς σας, όταν όμως έρχεστε εδώ στην εκκλησία του δήμου, για να αποφασίσετε για τα κοινά, αυτούς δεν τους εμπιστεύεστε και τους φθονείτε, ενώ επιδοκιμάζετε τους πλέον πονηρούς δημαγωγούς και νομίζετε ότι είναι πιο δημοφιλείς οι μέθυσοι από τους νηφάλιους, οι επιπόλαιοι από τους συνετούς και όσοι κατασπαταλούν το δημόσιο χρήμα από αυτούς που σας προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ξοδεύοντας από τα δικά τους χρήματα. Είναι λοιπόν απορίας άξιο που κάποιος τρέφει ελπίδες πως με τέτοιους συμβούλους το κράτος θα πάει μπροστά. [Προοίμιο 12-13]
Η ειρήνη δίδει τροφή στον γεωργό, ακόμα και όταν αυτός βρίσκεται εν μέσω βράχων, ο πόλεμος, τουναντίον, φέρει σ' αυτόν δυστυχία, κι όταν ακόμα βρίσκεται εν μέσω πεδιάδας.
Γιατί κατά τη διάρκεια της ειρήνης και σε περίοδο ευημερίας και οι πόλεις και οι πολίτες έχουν ηπιότερες απόψεις, επειδή δεν τους πιέζουν φοβερές ανάγκες. Ενώ ο πόλεμος, επειδή αφαιρεί τις ευκολίες της καθημερινής ζωής είναι βίαιος δάσκαλος και εξομοιώνει την ψυχική διάθεση των ανθρώπων με την πολεμική κατάσταση που επικρατεί εκείνη τη στιγμή.
«Κανείς δεν γεννιέται μισώντας ένα άλλο άτομο λόγω του χρώματος του δέρματός του, ή λόγω του background του ή της θρησκείας του. Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να μισούν, και εφόσον μάθουν να μισούν, μπορούν να μάθουν να αγαπάνε, επειδή η αγάπη έρχεται πολύ πιο φυσικά στην ανθρώπινη καρδιά από το αντίθετό της». (Νέλσον Μαντέλα)
Προκαταλήψεις: Όταν το μυαλό στήνει παγίδες
Το 1954 ο διάσημος Αμερικανός ψυχολόγος Γκόρντον Όλπορτ την όρισε ως «μια αντιπάθεια η οποία βασίζεται σε μια λανθασμένη και άκαμπτη γενίκευση». Ο Όλπορτ αντιμετώπιζε τη δημιουργία στερεότυπων ως χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους. Υποστήριζε ότι, δεδομένου ότι η ζωή μας είναι τόσο σύντομη και ότι έχουμε τόσο έντονη την ανάγκη της προσαρμογής, πρέπει να οργανώνουμε και να κατηγοριοποιούμε τα αντικείμενα και τα υποκείμενα του κόσμου σε μεγάλες κατηγορίες, προκειμένου να εξελισσόμαστε μέρα με τη μέρα. Με άλλα λόγια, τα στερεότυπα λειτουργούν ως δομές οργάνωσης που επιτρέπουν στον εγκέφαλο να αναγνωρίσει αμέσως ένα αντικείμενο, συγκρίνοντάς το με άλλα αντικείμενα τα οποία έχουν κοινά χαρακτηριστικά.
Επανάληψη αρχέτυπων Όποιος είναι εντελώς απαλλαγμένος από προκαταλήψεις, πρώτος το λίθο βαλέτω. Η Μαζαρίν Μπανατζί, ψυχολόγος από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πλειονότητα των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας, έχουν περισσότερες προκαταλήψεις από όσες φαντάζονται.
Στο πλαίσιο μιας σειράς πειραμάτων με φοιτητές, διαπίστωσε ότι μια περιοχή του εγκέφαλου που σχετίζεται με το φόβο ενεργοποιούνταν σε λευκούς σπουδαστές πιο έντονα όταν τους έδειχναν πρόσωπα μαύρων παρά όταν τους έδειχναν ανθρώπους της δικής τους φυλής. Το πιο εκπληκτικό είναι ότι τα οπτικά ερεθίσματα γίνονταν αντιληπτά μόνο από το υποσυνείδητο των φοιτητών, καθώς οι εικόνες των εγχρώμων προσώπων προβάλλονταν για κλάσματα του δευτερολέπτου ανάμεσα σε άλλες φωτογραφίες. Παρ’ όλα αυτά, οι εγκέφαλοί τους αντιδρούσαν ξεκάθαρα στις «εικόνες-φαντάσματα».
Όμως, όταν οι φοιτητές παρατηρούσαν για αρκετή ώρα τα πρόσωπα ανθρώπων διαφορετικής φυλής και το ερέθισμα προλάβαινε να καταγραφεί στη συνείδησή τους, η συμπεριφορά του εγκεφάλου τους ήταν πολύ διαφορετική. «Το συνείδητό μας μπορεί να μας απελευθερώσει από τις προκαταλήψεις του υποσυνείδητου», εξηγεί η ψυχολόγος.
Με αφετηρία την έννοια του «στερεότυπο» (στερεότυπο ονομαζόταν ένα μηχάνημα που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στα τυπογραφεία. Πάνω του υπήρχαν ψηφίδες με γράμματα και με μελάνι τύπωναν πάνω σε αυτό τις σελίδες των εφημερίδων), ο Lippmann, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, εισήγαγε πρώτος τον όρο το 1922. Υποστήριξε ότι τα στερεότυπα λειτουργούν ως «εικόνες στο μυαλό μας», «χάρτες του κόσμου», που επιτρέπουν στους ανθρώπους να χειρίζονται τον όγκο των πληροφοριών και να μειώνουν τη γνωστική πολυπλοκότητα της πραγματικότητας. Επίσης, σύμφωνα με τον Lippmann τα στερεότυπα χρησιμοποιούνται συχνά για να δικαιολογούν τη στάση και τη συμπεριφορά ανθρώπων προς άλλους. Για άλλους πάλι αποτελούν μεροληπτικές και υπεραπλουστευμένες γενικεύσεις, μια άκαμπτη αντίληψη της πραγματικότητας, ιδίως ατόμων και ομάδων. Ένας συνήθης ορισμός τους είναι ότι: τα στερεότυπα συνιστούν ένα σύνολο πεποιθήσεων σχετικά με τις προσωπικές αποδόσεις για μια ομάδα ή ένα άτομο. Τα στερεότυπα συνιστούν τον βασικό συντελεστή της προκατάληψης. Η προκατάληψη συχνά ακολουθεί τα στερεότυπα μόνο που στην περίπτωσή της έχουμε να κάνουμε πλέον με μια στάση (όχι γνώμη ή πεποίθηση) που είναι κυρίως αρνητική απέναντι στα μέλη μιας ομάδας.
Η προβληματική πλευρά των στερεοτύπων. Σύμφωνα με αυτήν, μπορεί το στερεότυπο να ανταποκρίνεται λίγο έως καθόλου στην πραγματικότητα. Να αποδίδονται χαρακτηριστικά σε άτομα μόνο και μόνο επειδή ανήκουν σε μια συγκεκριμένη ομάδα (βλ. ανάπηροι= δυστυχισμένοι, τσιγγάνοι= βρώμικοι, ψυχικά ασθενείς= επικίνδυνοι). Το στερεότυπο αφού είναι κάθε άλλο παρά αυταπόδεικτο, είναι αναμενόμενο ότι δημιουργεί διαστρεβλώσεις, ιδίως από τη στιγμή που γενικεύει κάποιος και αποδίδει χαρακτηριστικά βασιζόμενος σε υποκειμενικές υποθέσεις. Με το πέρασμα του χρόνου αυτές οι υποθέσεις, τα στερεότυπα, εδραιώθηκαν και έγιναν αντικειμενικές αλήθειες που εσωτερικεύθηκαν χωρίς προβληματισμό και πολλή σκέψη. Μάλιστα, συνήθως, δίνεται έμφαση σε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν το στερεότυπο, παρά σε αυτές που το διαψεύδουν. Από αυτό γίνεται φανερό πόσο προβληματική μπορεί να είναι η χρήση του και σε πόσο εσφαλμένα μονοπάτια μπορεί να οδηγήσει. Δίνεται έμφαση σε κάποιες μόνο πληροφορίες, ενώ αγνοούνται άλλες –συνήθως οι πρώτες ευνοούν τη συντήρηση του στερεοτύπου– ενώ οι δεύτερες, αν διαψεύδουν, τα άτομα είτε τις προσπερνούν είτε αλλάζουν το περιεχόμενό τους, ώστε να συμφωνεί με το στερεότυπο. Η αποδοχή ενός στερεοτύπου οδηγεί σε αντίστοιχη συμπεριφορά από μέρους των ανθρώπων. Επιπλέον, γεννά προσδοκίες ο στερεοτυποποιημένος πρέπει να ενεργεί επιβεβαιωτικά προς αυτές. Ουσιαστικά, καθοδηγείται να συμπεριφερθεί με τρόπο ώστε να επαληθεύσει το στερεότυπο. Δεν του δίνεται και άλλη ευκαιρία. Γίνεται, τελικά, αυτό που οι άλλοι πιστεύουν ότι είναι(αυτοεκπληρούμενη προφητεία).
Ο «πέμπτος καβαλάρης»: Το πιο επικίνδυνο στερεότυπο είναι η αμφισβήτηση της ανθρώπινης φύσης φυλών και εθνών. .......
Του Ευγένιου Τριβιζά
O χαρακτηρισμός των Ελλήνων ως απατεώνων, προδοτών και άλλων τινών δεν είναι παρά μία ακόμα περίπτωση του κοινωνιολογικού φαινομένου της επικλήσεως αρνητικών εθνικών στερεοτύπων σε περιπτώσεις κρίσεων. Αντί να κρίνονται και να κατακρίνονται αποφάσεις ή ενέργειες συγκεκριμένων ατόμων, στιγματίζεται συλλήβδην έναs ολόκληρoς λαός. Το πιο επικίνδυνο στερεότυπο είναι η αμφισβήτηση της ανθρώπινης φύσης φυλών και εθνών.
Το αρκτικόλεξο «ΡΙGS», το οποίο χρησιμοποιούν Δυτικοευρωπαίοι και Αγγλοσάξονες επενδυτές και σχολιαστές, ως συνοπτικό τρόπο αναφοράς στους λαούς της Νότιας Ευρώπης και τις οικονομίες τους, δεν είναι μόνο μια κακόγουστη προσβολή. Είναι μια σύγχρονη εκδοχή του ιστορικού φαινομένου της αμφισβήτησης της ανθρώπινης φύσης του συνανθρώπου, της διαδικασίας κατά την οποία μέλη μιας εθνικής ομάδας υποβιβάζουν τα μέλη μιας άλλης στο επίπεδο των ζώων, μεταδίδοντας έμμεσα το μήνυμα ότι είναι άξια να τύχουν παρόμοια με αυτά μεταχείρισης.
Αν και ορισμένα έντυπα, όπως οι «Financial Τimes», και τράπεζες, όπως η Βarclays, κατόπιν καταγγελιών, όπως εκείνη του Πορτογάλου υπουργού Οικονομικών, απαγόρευσαν τη χρήση του, ο όρος κινδυνεύει να καθιερωθεί. Όσοι εξακολουθούν να τον χρησιμοποιούν δεν αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα μιας τέτοιας πρακτικής. Λησμονούν ότι παρόμοιες μειωτικές εκφράσεις είχαν χρησιμοποιηθεί συστηματικά κατά το παρελθόν για να απευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη, να αναστείλουν τυχόν ενδοιασμούς, να απενεργοποιήσουν τη συναισθηματική ταύτιση και να διευκολύνουν διωγμούς, σφαγές, ακόμα και γενοκτονίες.
Της γενοκτονίας της Ρουάντας για παράδειγμα είχε προηγηθεί μια κυβερνητικά συντονισμένη εκστρατεία λεκτικής «αποκτήνωσης» των θυμάτων και κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Πόλεμου η ιαπωνική προπαγάνδα είχε χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο εναντίον των Αμερικανών. Η πιο ακραία, βέβαια περίπτωση, ήταν εκείνη του Τρίτου Ράιχ. Ένα από τα σκευάσματα που χρησιμοποιήθηκαν για τη γενοκτονία των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ήταν το παρασιτοκτόνο Ζyclon Β. Πολύ πριν, όμως, οι κρατούμενοι εξοντωθούν με παρασιτοκτόνα, είχε προηγηθεί η απομείωση της ανθρώπινης φύσης τους από τον ναζιστικό μηχανισμό προπαγάνδας.
Εκφράσεις όπως «αρουραίοι», «μολυσματικά ζωύφια» είχαν χρησιμοποιηθεί συστηματικά για τον χαρακτηρισμό τους. Και φυσικά όταν εκλαμβάνεις τους αντιπάλους σου όχι ως ανθρώπους αλλά ως κτήνη ή παράσιτα, δεν έχεις και πολλούς ενδοιασμούς για να τους εξοντώσεις προκειμένου να ανακυκλώσεις τις τρίχες ή το λίπος τους. Η λεκτική «αποκτηνωτική» βία αποτελεί συχνά τον προθάλαμο πραγματικής και όχι μόνο στη διεθνή σκηνή.
Σε έρευνά μου για τα εγκλήματα του όχλου είχα κάνει διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών υβριστικών εκφράσεων, εκείνων οι οποίοι αρνούνται τον ανδρισμό του αντιπάλου και εκείνων οι οποίοι αρνούνται την ανθρώπινη φύση του και είχα διαπιστώσει ότι η πρώτη ανοίγει τον δρόμο σε ριτουαλιστική και η δεύτερη σε πραγματική βία. Οι τραγικές συνέπειες της λεκτικής «αποκτήνωσης» είναι ο λόγος για τον οποίο οι ανθρωπολόγοι Μontagu και Μatson θεωρούν ότι οι διαδικασίες άρνησης της ανθρώπινης υπόστασης συνανθρώπων είναι «ο πέμπτος καβαλάρης της Αποκαλύψεως» . Θα ήταν υπερβολικό, βέβαια, να ισχυριστεί κανείς ότι οι χρήστες του όρου «ΡΙGS» προετοιμάζουν το έδαφος για την οικονομική κατακρεούργηση των άσωτων «γουρουνιών» του Νότου.
Είναι όμως απορίας άξιο το ότι πολιτισμένοι άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να διαδίδουν μειωτικές εκφράσεις που τόσα δεινά έχουν προκαλέσει κατά το παρελθόν. Όταν δεν αντιμετωπίζουμε τους άλλους ως άτομα, αλλά ως εκπροσώπους στερεοτύπων, όταν μία εθνότητα θεωρείται ότι ενσαρκώνει το έντιμο και το ηθικό και ο αντίπαλος το δόλιο και το ανήθικο, τότε ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για κάθε λογής βαρβαρότητα. Ούτε οι Νότιοι είναι «γουρούνια», ούτε οι Έλληνες είναι εκ γενετής απατεώνες, ούτε οι Γερμανοί επιρρεπείς σε γενοκτονίες.
Το καλό και το κακό ενυπάρχει στον καθένα και το δεύτερο μπορεί εύκολα να πυροδοτηθεί από λεκτικές κοινωνικές διαδράσεις. Ας ελπίσουμε ότι ο «πέμπτος καβαλάρης της Αποκαλύψεως», προτού συνεχίσει τη νέα του επέλαση, θα σκοντάψει στους βράχους της λογικής και της κοινής μας ανθρωπιάς.
Αυτή η γελοιογραφία μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που διαβάζω για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένες χώρες φέρονται σε μετανάστες, στα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Μετά την πρώτη προειδοποίηση και την πλήρη κατανόηση του αλλά που ακολουθεί τη φράση «Είμαστε μια πολύ ανεκτική κοινωνία», πολλοί θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με ένα τείχος θεσμικού ρατσισμού, το κερασάκι στην τούρτα της ενσωμάτωσης σου που σου διασφαλίζει ότι δεν θα αντιμετωπιστείς ως ίσο μέλος της κοινωνίας λόγω της διαφορετικής εθνικής σου προέλευσης.
«Είμαστε μια πολύ ανεκτική κοινωνία αλλά αν δεν συμπεριφέρεστε όπως εμείς τότε να πάτε από κει που “ρθατε»
Τι είναι ρατσισμός;
Είναι να χαραμίζεις τις ικανότητες των ανθρώπων και να εκμηδενίζεις τις δυνατότητες τους.
Ο ρατσισμός είναι σαν ένα άπληστο μονοπώλιο το οποίο σπάνια μπορεί να παραδεχτεί κανείς ότι αποτελεί μονοπώλιο. Στοχεύει στην εξαφάνιση του ανταγωνισμού ώστε να επωφεληθεί από αυτόν με κάθε κόστος.
Οι άνθρωποι τον υποστηρίζουν γιατί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πιστεύουν πως θα επωφεληθούν και οι ίδιοι από αυτόν.
Α! Τα χρόνια τα παλιά, βαριά φορτία φεύγαν για την Αμέρικα..........
Δώδεκα καλλιτέχνες σκιτσάρουν για το ρατσισμό
«Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί, ο ρατσισμός αποτελεί ακόμη σημαντική απειλή για άτομα, εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα» επισημαίνει ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων (21 Μαρτίου). Ο κ. Μπαν Κι Μουν μας καλεί «να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για τον τερματισμό του ρατσισμού» και να βοηθήσουμε «στην υλοποίηση του οράματος για δικαιοσύνη, ισότητα και ελευθερία από τον φόβο για όλους».
Με τον ίδιο σκοπό, το 1againstracism.gr ζήτησε από δώδεκα Έλληνες σκιτσογράφους να ενώσουν τις πένες τους, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις και τη ρατσιστική βία. Ακολουθούν με αλφαβητική σειρά τα έργα που αφιέρωσαν στην εκστρατεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες κατά του ρατσισμού, έχοντας στο μυαλό τους το σύνθημα «Και 1 θύμα ρατσιστικής βίας είναι πολύ!»
Διεθνής διάκριση για αντιρατσιστική ταινία Ελλήνων μαθητών
Το θέμα της ταινίας ήταν ανθρωπιστικό, σχετικά με το ρατσισμό και την περιθωριοποίηση παιδιών στο σχολείο, και απ ότι φαίνεται άγγιξε τους κριτές των Media Literacy Awards της Αυστρίας, οι οποίοι και την ανέδειξαν ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες της διοργάνωσης. «Είναι μια ομάδα 22 παιδιών. Η ταινία είναι εξ ολοκλήρου δικό τους δημιούργημα», λέει στην A.V. περήφανη, η υπεύθυνη καθηγήτρια κ. Λύχνου. «Μόνα τους έγραψαν το σενάριο, μόνα τους χειρίστηκαν τα μηχανήματα. Kαι όλο αυτό σε μόλις μία εβδομάδα. Εμείς οι καθηγητές αναλάβαμε μόνο το κομμάτι της ενημέρωσης».
Ο Ιβαν είναι γιος μεταναστών που ζει στους Παξούς, ένα μικρό νησί στο Ιόνιο Πέλαγος. Δεν είναι αποδεκτός στη σχολική κοινότητα. Το μεγάλο πρόβλημα έρχεται όταν τραυματίζεται σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα και μεταφέρεται στο νοσοκομείο.
Team work: Η ταινία δημιουργήθηκε σε ένα κινηματογραφικό εργαστήριο που πραγματοποιήθηκε από τις 9 έως τις 14 Απρίλη. Ήταν το πρώτο εργαστήριο τέτοιου τύπου που διοργανώθηκε στους Παξούς.
Schwarzfahrer "Ο λαθρεπιβάτης" ή "Ο Μαύρος Επιβάτης" - (1993)
Η δεκάλεπτη ταινία Schwarzfahrer (λαθρεπιβάτης, που όμως κατά λέξη σημαίνει μαύρος επιβάτης) του γερμανού σκηνοθέτη Pepe Danquart βραβεύτηκε με το Oscar καλύτερης ταινίας μικρού μήκους το 1994.
Το Schwarzfahrer (λαθρεπιβάτης) του σκηνοθέτη Pepe Danquart είναι μια ταινία μικρού μήκους παραγωγής 1993, και έχει κερδίσει το όσκαρ ταινίας μικρού μήκους το 1994.
Θέμα της, η καταδίκη του καθημερινού ρατσισμού μέσα από μια ιστορία σε ένα τραμ: Ένας νεαρός νέγρος μπαίνει σε τραμ, μια ηλικιωμένη του φέρεται άσχημα και μονολογώντας τον προσβάλλει συνεχώς και αυτόν, αλλά και τους άλλους μετανάστες. Στο τέλος ο νεαρός νέγρος, παίρνει την εκδίκησή του. Οι υπόλοιποι επιβάτες παρακολουθούν σιωπηλοί τα γεγονότα.
Steve Schapiro , Samuel Beckett, Looking at Parrot, New York, 1964
____________
«Ποιος θα το άντεχε; Μόνο μια γυναίκα»
Λίγα έργα μπορούν με τόσο εύστοχο τρόπο όσο οι «Ευτυχισμένες Μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ να αποδώσουν το υπαρξιακό κενό και την προσπάθεια του ανθρώπου να δώσει νόημα και ελπίδα στην καθημερινότητα του, αυτή την καθημερινότητα που άλλοτε τον συνθλίβει και άλλοτε τον λυτρώνει. Η μοναξιά απέναντι στο σύμπαν και η αγωνία για επικοινωνία, από τα πιο οικεία θέματα στην δραματουργική παραγωγή του Ιρλανδού συγγραφέα, εκφράζονται με σπαρακτικό τρόπο (παρά τη μάσκα του κωμικού) από την μεσήλικη Γουίννι. Το 1960, όταν ξεκίνησε ο Μπέκετ να γράφει τις «Ευτυχισμένες μέρες», είχε ήδη εδραιώσει τη φήμη του στους θεατρικούς κύκλους με το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Ο Μπέκετ σταδιακά αρχίζει να περιορίζει τα διαλογικά μέρη, να προτιμάει τον μονόλογο, να αφαιρεί τις πολλές κινήσεις των ηρώων, να δημιουργεί πιο έντονη αποσπασματικότητα και να χρησιμοποιεί κυρίως τεχνικά μέσα όπως ήχο και φωτισμό.
Όπως εξομολογήθηκε κάποτε ο ίδιος ο Μπέκετ στην ηθοποιό Μπρέντα Μπρους, κατέληξε να γράψει το έργο σκεπτόμενος ότι «το πιο τρομερό πράγμα που θα μπορούσε να σου συμβεί θα ήταν να μη σου επιτρέπεται να κοιμάσαι, κάθε φορά που θα πήγαινε να σε πάρει ο ύπνος να ακούγεται ένα δυνατό καμπάνισμα και να πετάγεσαι… και σκέφτηκα, ποιος θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει αυτό, να το υπομείνει μάλιστα τραγουδώντας; Μονάχα μια γυναίκα».
Στις «Ευτυχισμένες μέρες», η ηρωίδα είναι εγκλωβισμένη πάνω στη σκηνή σ’ έναν σωρό από σκουπίδια. Ο λόγος της είναι απόλυτα συνυφασμένος με τον επαναληπτικό σε αραιά χρονικά διαστήματα ήχο ενός κουδουνιού.
Η Γουίνι είναι μια παλιά πρωταγωνίστρια του θεάτρου που κάθε βράδυ πρέπει να υποδυθεί έναν ρόλο, χρησιμοποιώντας – αυτό που η ίδια αποκαλεί παλιό στυλ- και που κάποτε της χάρισε στιγμές δόξας. Εσκεμμένα ο Μπέκετ αφήνει απέξω το πώς και το γιατί, το παρελθόν με άλλα λόγια της ηρωίδας του. Ο θεατής δεν ξέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε η Γουίνι χωμένη μέσα στα σκουπίδια με μοναδικά της όπλα την τσάντα της και τα αντικείμενα που κατά διαστήματα ανασύρει μέσα απ’ αυτήν. Αντικείμενα θεατρικά όπως ένας καθρέφτης, ένα κραγιόν, μια οδοντόβουρτσα, μια ομπρέλα ή και απόλυτα χρηστικά για μια γυναίκα που χρησιμοποιεί απλώς το κορμί της απ’ τη μέση και πάνω. Η Γουίνι καθρεφτίζεται και βάφει τα χείλη της φέροντας τη στόφα παλιάς θεατρικής δόξας, κρατάει την ομπρέλα της έτοιμη να απογειωθεί σαν θεταρική Μαίρη Πόπινς ή βουρτσίζει συνεχώς τα δόντια της σαν να διακατέχεται από μια μανία να σιγουρευτεί ότι κι αυτή ακόμα η οδοντόβουρτσα βρίσκεται πάντα εκεί. Μοναδική παραφωνία αλλά συγχρόνως και αναγκαιότητα είναι η ύπαρξη του Γουίλι που η παρουσία του σ’ αυτήν τη χωματερή έρχεται να ενισχύσει την εικόνα της Γουίνι. Όταν ο ίδιος ο Μπέκετ σκηνοθέτησε το έργο το 1971( σ.σ: στο Schiller-Theater του Βερολίνου), έδωσε ηθελημένα μεγαλύτερη έμφαση στον Γουίλι, προσπαθώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να αναδείξει τις ιδιαίτερες αποχρώσεις του λόγου της Γουίνι. Όταν τα αντικείμενα της τσάντας της εξαντληθούν, η Γουίνι θα περάσει στη δεύτερη πράξη του έργου, χωμένη στα σκουπίδια ως τον λαιμό και με μοναδικό απόθεμα τις λέξεις. Ο ήχος του κουδουνιού θα γίνεται όλο και πιο επίμονος, σχεδόν βασανιστικός. Η Γουίνι θα στραφεί στο περιβάλλον της μνήμης της. Θα επαναλάβει την μάλλον βιωματική ιστορία που αφηγήθηκε και στην πρώτη πράξη, ανίκανη όμως να της προσδώσει ένα λογικό νόημα. Κι έτσι θα σηματοδοτήσει την αέναη συνέχιση των παραστάσεων της, πάντα θαμμένη ίσως πιο βαθιά κάθε φορά, χωρίς όμως να εξαφανιστεί εντελώς απ’τη σκηνή.
Σκίτσο σκηνής για το έργο Happy Days του Samuel Beckett.
____________
Η μοναδικότητα της κάθε μέρας που ξημερώνει.
Ο Μπέκετ εξιδανικεύει την ανθρώπινη επικοινωνία, αποδίδοντας σ΄ αυτήν την ευτυχία που αναζητούμε όλοι μας. Η Ουίνι μπορεί να είναι βυθισμένη ως στο λαιμό στην άμμο ευελπιστεί όμως πως κάποιος την ακούει ίσως ο Ουίλι, ίσως ο Θεός, με κάποιον πρέπει να επικοινωνεί για να δικαιολογήσει την παρουσία της στη ζωή. Ο Μπέκετ μέσα από την Ουίνι υπογραμμίζει την μοναδικότητα της ανθρώπινης δημιουργίας και κατ΄ επέκταση της ίδιας της ζωής, βάζοντας την ηρωίδα να χαροποιείται με οτιδήποτε ασήμαντο υπάρχει γύρω της.
Οι υπαρξιακοί προβληματισμοί δεν λείπουν από το έργο καθώς και οι συμβολικές αναφορές στην φυσική κατάληξη του ανθρώπου, το θάνατο. Η Ουίνι σκεπάζεται από την άμμο; Ή μήπως βουλιάζει η ίδια μέσα σ΄ αυτήν; Η αλλοίωση της ανθρώπινης φύσης ο άνθρωπος που γερνά και υποδέχεται μέρα με τη μέρα το θάνατο του, οφείλει σύμφωνα με τον Μπέκετ να κατανοήσει έστω και για μια στιγμή την μοναδικότητα της κάθε μέρας που ξημερώνει. Τον Μπέκετ ίσως τον είχε απασχολήσει ιδιαίτερα η έννοια του θανάτου μια και το παράδοξο είναι ότι γεννήθηκε την μέρα του παγκόσμιου χριστιανικού πένθους την Μεγάλη Παρασκευή.
Η Βάσω Μανωλίδου στις «Ευτυχισμένες Μέρες» του Samuel Beckett (1980)
Αρχείο Εθνικού Θεάτρου
____________
Στο κανάλι της επιβίωσης σέρνεται ο άνθρωπος με τα γόνατα...
Οι ήρωες μπορεί να είναι δύο άνθρωποι που η δύναμη της συνήθειας τους ανάγκασε να ζουν στον ίδιο χώρο, υπήρξαν όμως ερωτευμένοι στα χρόνια της νιότης τους. Η σχέση τους, λαβωμένη από την αποξένωση και την παραίτηση, χρίζεται αναγκαία, λόγω του γήρατος. Ο Γουίλλυ, για να βγει από την τρύπα που ζει, πρέπει να κάνει συγκεκριμένες κινήσεις, μικρές και υπομονετικές κινήσεις, να συρθεί με τα γόνατα, αφήνοντας το κεφάλι τελευταίο...
Ο Μπέκετ διδάσκει πως η σύνθεση των λέξεων και των εικόνων, στην πιο απλοποιημένη τους μορφή, περικλείουν όλη την ουσία του κόσμου. Δεν υπάρχει πιο απλός τρόπος για να εκφράσει κανείς τη σκληροτράχηλη καθημερινή πραγματικότητα που υπάρχει ανάμεσά μας, από το να σου πει πως στο κανάλι της επιβίωσης σέρνεται ο άνθρωπος με τα γόνατα... Δεν υπάρχει πιο παραστατικός τρόπος για να δηλώσει κάποιος πως η συνήθεια, το γήρας και η μοναξιά, μας βαλτώνουν, πως ο συμβατικός χρόνος είναι ένας περίπατος σε κινούμενη άμμο, από το να το αναπαραστήσει μέσα από μία εικόνα ενός ανθρώπου που βρίσκεται εγκλωβισμένος ως τη μέση μέσα σ' ένα λόφο!
Στα έργα του, ο Μπέκετ αρνείται συνειδητά την πλοκή, ακόμη πιο ολοκληρωτικά από τους υπόλοιπους συγγραφείς του θεάτρου του παραλόγου. Αντί μιας γραμμικής εξέλιξης, παρουσιάζει τη διείσδυσή του στην ανθρώπινη ύπαρξη με μια μέθοδο που ουσιαστικά είναι πολυφωνική, ακόμη κι αν αυτή επικεντρώνεται στις σιωπές.
Υπάρχουν στιγμές σιωπής που μπορεί να νοιώσει κανείς πως έχει φτάσει στην απόλυτη αλήθεια, πως αυτό που συνέλαβε το μυαλό του μοιάζει να προέρχεται από Θεία φώτιση και το κατέχει για κλάσματα δευτερολέπτου, όταν όμως πιάσει από την αρχή την αλυσίδα των σκέψεων του, είναι αδύνατον να οδηγηθεί κλιμακωτά στο ίδιο συμπέρασμα, η αλυσίδα έχει σπάσει...
Η Γουίννυ θα πει: "Υπάρχουν τόσα λίγα πράγματα που μπορεί να πει κανείς, μιλάει κανείς για όλα...". Για τον Μπέκετ, η σιωπή δεν είναι μία εχθρική διάθεση απέναντι στο λόγο, αλλά μια υποσυνείδητη ιδέα πώς θα μπορούσε κάποιος να οδηγηθεί στη σιωπή από ανάγκη να μιλήσει. Η φλυαρία της κατανάλωσης και του δυτικού πολιτισμού παρατηρείται σε πολλά επίπεδα, από το συνωστισμό των αντικειμενικών αγαθών μέχρι την επικοινωνία. Στην κενότητα που απορρέει από όλον αυτόν τον καταιγισμό άχρηστης πληροφόρησης, ανακαλύπτει το άτομο πως δεν έχει κάτι να πει, παρόλα αυτά συνεχίζει να μιλάει, στην ουσία όμως αυτό ακριβώς θέλει να πει: "πως δεν έχει κάτι να πει".
Η θέληση για εφήμερη επικοινωνία βασίζεται στο αντικειμενικό ψέμα, αναλώνεται σε σχέση αντικειμένων, ντύνει μια στάση ανειλικρίνειας με ανθρώπινη ειδή.
Η Βάσω Μανωλίδου στις «Ευτυχισμένες Μέρες» του Samuel Beckett (1980)
Αρχείο Εθνικού Θεάτρου
____________
Οι «Ευτυχισμένες Μέρες» στην ελληνική σκηνή (1980-2013)
Το 1980 η Βάσω Μανωλίδου θα τελειώσει την καριέρα της με έναν Θα παίξει τον ρόλο στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ (με Γουίλυ τον Μηνά Χατζησάββα). Ένα έργο δύσκολο, ένας πραγματικός άθλος για τον ηθοποιό που στερούμενος τα άλλα εκφραστικά του μέσα είναι υποχρεωμένος να παίξει μόνο με το πρόσωπο και τη φωνή. Η Μανωλίδου αφού χρειάστηκε να μάθει απέξω ένα μονόλογο 60 σελίδων, και να παίξει θαμμένη σχεδόν μέχρι το λαιμό, μέσα σε έναν εκτυφλωτικά φωτιζόμενο αμμόλοφο, επί 1 1/2 ώρα μόνη της πάνω στη σκηνή, τα κατάφερε προσθέτοντας επάξια το όνομά της δίπλα στα ιερά τέρατα του παγκόσμιου θεάτρου (π.χ. Πέγκυ Άσκροφτ) που υποδύθηκαν με επιτυχία αυτόν το ρόλο.
Η Βάσω Μανωλίδου ως Γουίνι στις "Ευτυχισμένες μέρες" του Σάμιουελ Μπέκετ.Ζωντανή ηχογράφηση της παράστασης που σκηνοθέτησε ο Αλέξης Μινωτής στο Εθνικό Θέατρο το 1980. Γουίλι ο Μηνάς Χατζησάββας, μετάφραση: Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, σκηνικά/ Κουστούμια: Γιάννης Τσαρούχης.
_______________
1983-1984 Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
Μετάφραση: Σκαλιόρας, Κωστής
Σκηνοθεσία: Χουρμουζιάδης, Νίκος
Διαμαντίδου, Δέσπω (ΓΟΥΙΝΙ)
Παλαντζίδης, Τάσος (ΓΟΥΙΛΙ)
___________
Η Αντιγόνη Βαλάκου, αλησμόνητη Γουίνι στις "Ευτυχισμένες Μέρες"
στο θέατρο που λειτουργεί με το όνομά της στην Καβάλα (1997)
____________
"Ευτυχισμένες μέρες" του Σάμιουελ Μπέκετ στο θέατρο Σφενδόνη
σε σκηνοθεσία Μίρκας Γεμεντζάκη - Αννας Κοκκίνου (2002)
___________
Ξεκίνα τη μέρα σου, Γουίνι
Πράξη πρώτη: Μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, με ξανθά κατά προτίμηση μαλλιά, μια σειρά πέρλες γύρω από τον λαιμό, κορσέ, μπράτσα γυμνά, θαμμένη στη γη από τη μέση και κάτω. Εκτυφλωτικό φως πάνω στο πρόσωπό της, τα χέρια της σε διαρκή κίνηση, μονολογεί ακατάπαυστα. Μοναδικός ακροατής της επί σκηνής ένας άνδρας: λέει ελάχιστα και δεν την κοιτάζει σχεδόν ποτέ.
Πράξη δεύτερη: H ίδια γυναίκα, μόνο που τώρα βρίσκεται βαθύτερα μέσα στο χώμα και μόνο το κεφάλι της προεξέχει. H ίδια φλυαρία.
«Κάποτε ίδρωνα πολύ. Τώρα σχεδόν καθόλου. H ζέστη είναι πολύ μεγαλύτερη. Ο ιδρώτας πολύ λιγότερος. Αυτό είναι που βρίσκω τόσο υπέροχο. Τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσαρμόζεται. Στις συνθήκες που αλλάζουν». H δραματική ειρωνεία είναι απόλυτη, αγγίζει τα όρια της τελειότητας: βυθισμένη στο χώμα, ακινητοποιημένη κάτω από τον ήλιο, με μοναδική συντροφιά έναν άνδρα που διαβάζει εφημερίδα, η Γουίνι βρίσκει παρ' όλα αυτά «υπέροχο» τον τρόπο με τον οποίο προσαρμοζόμαστε «στις συνθήκες που αλλάζουν».
Δεν είναι πως δεν έχει συναίσθηση της κατάστασής της: δεν δείχνει να τη θεωρεί τόσο παράξενη όμως, ούτε μοιάζει να οδηγείται σε απόγνωση εξαιτίας της. Αντιθέτως, συνεχίζει τις δραστηριότητές της κανονικά: πλένει τα δόντια της, ψαχουλεύει την τσάντα της, βγάζει το καθρεφτάκι, βάζει κραγιόν, φτιάχνει τα μαλλιά της, αναπολεί τα παλιά, εξυμνεί τους κλασικούς, ονειρεύεται, σχολιάζει, ενθουσιάζεται, ελπίζει.
Τι είναι αυτό που τη βοηθάει να αρχίζει αδιαμαρτύρητα κάθε φορά τη μέρα της με το χτύπημα του κουδουνιού; Τι είναι αυτό που τη βοηθάει να συνεχίζει χαρωπή να μονολογεί, ενώ το στόμα της λίγο λίγο γεμίζει άμμο; Στο περίφημο δοκίμιό του για τον Προυστ, ο Μπέκετ παραπέμπει στο σχόλιο του γάλλου συγγραφέα σύμφωνα με το οποίο «η συνήθεια είναι η δεύτερη φύση μας», αυτή που μας κάνει να «αγνοούμε την πρώτη» και καθιστά την ύπαρξή μας «ελεύθερη από τη σκληρότητα και τη μαγεία της». H συνήθεια απαλύνει τον φόβο, απομακρύνει τον κίνδυνο. Χαρίζει ασφάλεια, ομοιομορφία, ηρεμία. «Ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα, καμία αλλαγή. Κανένας πόνος» λέει η Γουίνι, η οποία έχει ούτως ή άλλως εξασφαλίσει ιδανικό σύμμαχο κατά της ανίας: «Υπάρχει βέβαια η τσάντα. H τσάντα. Θα μπορούσα να απαριθμήσω τα περιεχόμενά της; Όχι. Τα βάθη της ποιος ξέρει τι θησαυρούς κρύβουν. Τι παρηγοριές. Ναι, υπάρχει η τσάντα».
Όπως όλοι σχεδόν οι μπεκετικοί ήρωες, η Γουίνι είναι και αυτή θύμα του χρόνου. Του χρόνου που «δεν περνά, δεν περνά δίπλα σου αλλά στοιβάζεται γύρω σου, λεπτό πάνω στο λεπτό, απ' όλες τις πλευρές, ολοένα και πιο βαθιά», όπως γράφει αλλού ο Μπέκετ. Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε τον χρόνο ως κάτι που κινείται προς τα μπροστά - που «κυλάει», που «περνά» -, για τη Γουίνι όμως ο χρόνος μένει στάσιμος, μια αυξανόμενη μάζα που την αιχμαλωτίζει, την πνίγει. H Γουίνι, αν κάτι πρέπει να σημαίνει η κατάσταση του σώματός της, είναι ότι δεν προχωράει, δεν πάει μπροστά ούτε πίσω, μένει εδώ, στο παρόν. Δεν υπάρχει γι' αυτήν παρελθόν ή μέλλον. Τίποτε δεν κάνει το χθες να ξεχωρίζει από το σήμερα και το αύριο, τίποτε δεν αλλάζει, ποτέ, ως την τελευταία λέξη, την τελευταία πνοή.
Μια γυναίκα θαμμένη στη γη να μονομαχεί με τον χρόνο που καταβροχθίζει το σώμα, το μυαλό, τον λόγο της: δύσκολα θα βρούμε σε όλη τη δραματουργία εικόνα που να συμπυκνώνει την ύπαρξή μας με τέτοια καθαρότητα, τέτοια ακρίβεια, τέτοια δύναμη.
Η Γουίννυ, η βασική ηρωίδα του έργου, βυθισμένη ως τη μέση στο κέντρο ενός λόφου από ξερό χώμα, ξυπνάει και ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τη μέρα της. Παρά τον εύθυμο χαρακτήρα της και τη φιλαρέσκειά της, η Γουίννυ, γνωρίζει απόλυτα τα όριά της και τις ήττες της ζωής της. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει το κάθε σήμερα και το κάθε αύριο, είναι, όπως λέει και η ίδια «άγρια γελώντας μέσα στον πιο σκληρό πόνο».
Η απόλυτη πραγματικότητα του εγκλωβισμού που βρίσκεται, δεν της επιτρέπει να φύγει, να μετακινηθεί, να «πετάξει», την κρατά άρρηκτα και ασφυκτικά δεμένη με τη γη, όπου το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βουλιάζει, χάνοντας σιγά - σιγά την αίσθηση του ορίζοντα, δεν υπάρχει για αυτήν ούτε λύτρωση, ούτε τέλος. Ο εγκλωβισμός αυτός θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε και σε οποιονδήποτε, στη σχέση δύο ανθρώπων μέσα σε μια κρεβατοκάμαρα, σε μια πολυκατοικία, σε μια πόλη. Σ' αυτή τη μοναχική πορεία, την συντροφεύει, τυπικά θα έλεγε κανείς, ο σύντροφός της Γουίλλυ. Η σχέση τους, διάτρητη, αλλά αναγκαία, σηματοδοτεί ακόμη περισσότερο την αποξένωση και τη διάλυση. Και τα δύο κωμικοτραγικά πρόσωπα, ζούνε από συνήθεια, ανήμποροι, ανυπεράσπιστοι, ανίκανοι να σκεφτούν και να πράξουν. Με όπλο του το τραγικό χιούμορ, που ο Μπέκετ παίρνει από την καθημερινότητα και που θεωρεί ίσως ότι είναι το τελευταίο στήριγμα της ανθρώπινης ύπαρξης, βλέπει κανείς την τρυφερότητα που έχει ο συγγραφέας για τα πρόσωπά του και την ανθρωπιά με την οποία τα κοιτάζει. Τους βλέπει κατάκοπους από τη ζωή να επιμένουν με πείσμα να τη ζήσουν με όποιο τρόπο, με όποιο κόστος, παντού, σε κάθε ευκαιρία, υπογραμμίζει αυτή την υπομονή, την επιμονή και το κουράγιο.
«Νικήτρια απέναντι στις λέξεις που λιγοστεύουν και στο υπαρξιακό κενό»
Τα Επιδαύρια άνοιξαν με την έξοχη, αστεία και τραγική μπεκετική ηρωίδα, η οποία επανήλθε στο κέντρο της αρχαίας ορχήστρας θαμμένη σε έναν λόφο από μπάζα και με μόνα της εφόδια μια μαύρη τσάντα, μια μοβ ομπρέλα, μια οδοντόβουρτσα, ένα μπουκάλι, έναν μεγεθυντικό φακό, ένα πιστόλι. Προσεύχεται, πλένει τα δόντια της, φτιάχνει τα μαλλιά της, μακιγιάρεται, ψαχουλεύει την τσάντα της, ανοίγει την ομπρέλα της, κάνει τα πάντα για να γεμίσει τη μέρα της εξισορροπώντας την ακινησία και τη σωματικότητα, τη σημερινή γυναίκα και τη θεατρίνα του «παλιού στυλ», βουλιάζοντας στο «μνημειώδες άνυδρο σκηνικό», νικήτρια απέναντι στις λέξεις που λιγοστεύουν και στο υπαρξιακό κενό.
Εθνικό Θέατρο της Μεγάλης Βρετανίας, 24 και 25 Αυγούστου 2008
στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών στην Επίδαυρο. Γουίνι η Φιόνα Σω
___________
«Ένα πουλί με λαδωμένα φτερά», που στο τέλος το νιώθουμε να πετάει.
Η Γουίννυ μονολογεί ακατάπαυστα, το στόμα της μια πηγή που αναβλύζει απλές σκέψεις, στίχους των κλασικών, θραύσματα αναμνήσεων, φόβους και την αδιάκοπη επιθυμία της να ζήσει «άλλη μια ευτυχισμένη μέρα». Παρά τον εγκλωβισμό της, η Γουίννυ είναι εύθυμη, φιλάρεσκη, με χιούμορ, υπομονετική, γενναία και αισιόδοξη.
Σε αυτή τη θεατρική παράσταση περιγράφεται τόσο γλαφυρά η αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης, η φθορά του χρόνου, οι γεμάτες αποξένωση σχέσεις, η καθημερινή απογοήτευση και η ανυπέρβλητη μοναξιά. Η Γουίννυ εύχεται να μην είχε ανάγκη να την ακούει κάποιος, αλλά είναι ανθρώπινο... Ένα συγκινητικά ανθρώπινο έργο, όπως μόνο η αιχμηρή και ταυτόχρονα τρυφερή πένα του Μπέκετ ήξερε να «πλάθει».
Η Γουίννυ και οι «Ευτυχισμένες μέρες» καταφέρνουν να μας εμφυσήσουν ελπίδα και δύναμη να αντιμετωπίσουμε ό,τι είναι για τον καθένα από μας πηγή εγκλωβισμού. Γιατί όπως είχε πει ο Μπέκετ, η Γουίννυ είναι «ένα πουλί με λαδωμένα φτερά», στο τέλος όμως τη νιώθουμε να πετάει.
Η Γουίνι, η ηρωίδα στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ: «μισοθαμμένη» παρέα με την προσευχή, την ομπρέλα, τη μεγάλη μαύρη τσάντα και τις λέξεις, μιλάει διαρκώς, μονολογεί και δημιουργεί το δικό της σύμπαν.
Ναταλία Τσαλίκη, η ηθοποιός που την υποδύεται: «εγκλωβισμένη» στη σκηνή, με τον δικό της «μονόλογο», εξηγεί την επιλογή και το ταξίδι της στον κόσμο του Ιρλανδού νομπελίστα συγγραφέα.
Η Γουίνι είναι μια αφορμή. Λέει σπουδαία πράγματα. Είναι και σύμβολο. Αστειευόμενος ο Μπέκετ είχε πει πως μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε τέτοιες συνθήκες. Είναι ένα σύμβολο της προσπάθειας που κάνουμε για να σηκωθούμε, να καταπιούμε όλο αυτό που μας συμβαίνει, να βρούμε δύναμη να συνεχίσουμε και να πούμε "τι ευτυχισμένες μέρες ζούμε"... Αν τοποθετήσεις τη Γουίνι σε κάποια άλλη εποχή, βλέπεις ότι, εφόσον αυτή η γυναίκα βρήκε το θάρρος να μιλήσει, άρα κι εμείς μπορούμε να αντλήσουμε τη δύναμη για να συνεχίσουμε. Ο Μπέκετ πίστευε ότι η ζωή χρειάζεται "δύναμη, θάρρος και σκέψη". Και ότι είναι μια ευτυχισμένη μέρα και μόνο το ότι ζω. Επίσης ότι πρέπει να ανακαλύπτεις τη ζωή κάθε μέρα, όπως ο ίδιος ανακαλύπτει κάθε μέρα τις λέξεις. Σαν η ζωή να είναι άλλη μια γλώσσα. Το πιο δύσκολο σ' αυτό το τετ-α-τετ με τη Γουίνι ήταν η όλη συνθήκη, κυρίως να μπορέσω να πλησιάσω το πνεύμα του Μπέκετ. Μετά ήταν η συνθήκη της απομόνωσης και τελευταία η σωματική δυσκολία. Αλλά οι δυσκολίες δεν τελειώνουν, συνεχίζονται. Ερωτήματα: Τι είναι ευτυχία; Η Γουίνι είναι εγκλωβισμένη. Πόσοι εγκλωβισμένοι άνθρωποι υπάρχουν γύρω μας;
Αρκεί να ζεις; Τίποτα δεν αρκεί αν εσύ δεν είσαι δυνατός. Η ζωή από μόνη της είναι ένα δώρο. Πρέπει να νιώθεις ευλογημένος που ζεις - αυτό είναι το σημαντικό και αυτό είναι που χρωστάω στον Μπέκετ. Θέτει τα ερωτήματα που εμείς πρέπει να απαντήσουμε. Ταυτίζομαι με αυτά τα ερωτήματα. Κάθε ρόλος είναι πηγή στοχασμών και αναζητήσεων. Είναι ένα πάρε-δώσε με τη ζωή. Δίνει το ένα στο άλλο. Δεν ξεχωρίζουν αυτές οι δύο ζωές.