Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Ένας θορυβώδης περίπατος στην ψυχή του ανθρώπου, εmotions, ένας κόσμος συναισθημάτων


Τι είμαστε μες στους αιώνες χωρίς τα συναισθήματά μας;

Αγάπη, έρωτας, πόθος, μίσος, θλίψη, οργήAισθήματα ποικίλα, όσα και οι άνθρωποι. Το αίσθημα ενός ανθρώπου που πενθεί, αλλά και το αίσθημα που νιώθουμε όταν βλέπουμε κάποιον να πενθεί. Αισθήματα αρχαία (ο φθόνος, η μήνις, ο ίμερος, η ερωτική λαχτάρα, η ζήλια) που πήραν ανθρώπινη μορφή, πρώτη φορά, στην αρχαία ελληνική τέχνη, έγιναν μέχρι και θεότητες

H έκθεση «εmotions, ένας κόσμος συναισθημάτων» φιλοξενείται από τις 18 Ιουλίου ως τις 19 Νοεμβρίου του 2017 στο Μουσείο της Ακρόπολης και μάς φέρνει κοντά στην παρουσία των συναισθημάτων στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και βίο και στη σημασία που έχουν αυτά για την κατανόηση της αρχαίας ελληνικής τέχνης, λογοτεχνίας, ιστορίας, πολιτικής ζωής, κοινωνίας και θρησκείας. 

 129 αριστουργήματα, κειμήλια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, προερχόμενα από τα σπουδαιότερα μουσεία του κόσμου, φωτίζουν τον αθέατο κόσμο των συναισθημάτων στην αρχαία τέχνη, μέσα από μία έκθεση, την οποία συνδιοργανώνουν το Μουσείο της Ακρόπολης και το Ίδρυμα Ωνάση, που μετρά 42 χρόνια προσφοράς στον Πολιτισμό και την Παιδεία.

 Η έκθεση διοργανώθηκε αρχικά στο Ωνάσειο Πολιτιστικό Κέντρο της Νέας Υόρκης, όπου η προβολή του ελληνικού πολιτισμού ενθουσίασε κοινό και κριτικούς. Τον ενθουσιασμό και την υπερηφάνεια που ένιωσαν οι διοργανωτές, από τη μεγάλη επιτυχία της έκθεσης, θέλησαν να μοιραστούν με τους συμπατριώτες τους στην Ελλάδα, και ο πρόεδρος του ιδρύματος δρ Αντώνης Παπαδημητρίου έκανε την πρόταση της μεταφοράς της στο Μουσείο της Ακρόπολης, που αμέσως έγινε αποδεκτή από τον διευθυντή του μουσείου κ. Δημήτρη Παντερμαλή.


Από την έκθεση στο Ωνάσειο Πολιτιστικό Κέντρο της Νέας Υόρκης



«Έργο πολιτιστικής διπλωματίας»

- Πόσο σημαντική είναι η διάσταση της πολιτιστικής διπλωματίας που ασκείται μέσα από μια πρωτοποριακή έκθεση γνωριμίας με την ελληνική αρχαιότητα;

Δίχως συζήτηση η διάσταση αυτή είναι τεράστιας σημασίας. Όχι μόνο η έκθεση που είδατε σήμερα, αλλά κάθε θεματική έκθεση παίζει έναν πάρα πολύ σημαντικό ρόλο και πρέπει να το κατανοήσουμε. Τα αρχαιολογικά μουσεία διαθέτουν θησαυρούς, έργα εξαιρετικής τέχνης, αριστουργήματα, αλλά και ταπεινότερα, που παρουσιάζουν την καθημερινή ζωή στην αρχαία Ελλάδα. Υπό αυτό το πρίσμα οι άνθρωποι επισκέπτονται τα μουσεία και βλέπουν την ιστορία της τέχνης. Ωστόσο, μια μόνιμη έκθεση έργων τέχνης είναι αδύνατο να αφηγηθεί τις εκατοντάδες ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτά τα έργα. Σε μια μόνιμη έκθεση δεν μπορεί ο επισκέπτης εύκολα να προσλάβει τα πάντα γιατί πρέπει να κάνει συνειρμούς και χρειάζεται καθοδήγηση. Δεν μπορείς να πεις τα πάντα με μια λεζάντα. Επομένως, ο ρόλος των περιοδικών εκθέσεων αποσκοπεί στο εξής: συγκεντρώνοντας ορισμένα έργα που συνάδουν με ένα θέμα, απλώνεται κανείς τόσο πολύ και με τόσο γοητευτικό τρόπο που μπορεί να παρουσιάσει ό,τι μπορείτε να φανταστείτε για την αρχαιότητα. Αυτό κερδίζει τον επισκέπτη και ο επισκέπτης -θα τολμούσα να πω- αν ήταν κάπως αδιάφορος σε σχέση με τις αρχαιότητες, μέσα από μια περιοδική έκθεση μπορεί να τις αγαπήσει. Μια περιοδική έκθεση, λοιπόν, επιτελεί έργο πολιτιστικής διπλωματίας σε υπέρτατο βαθμό.

Νικόλαος Καλτσάς, επίτιμος διευθυντής Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στο Ωνάσειο Πολιτιστικό Κέντρο ΗΠΑ

Τα αρνητικά συναισθήματα περισσότερα από τα θετικά

- Πόσο επίκαιρα είναι τα συναισθήματα των αρχαίων Ελλήνων που απεικονίζει η έκθεση;

Επειδή τα συναισθήματα δεν έχουν να κάνουν με την λογική ή με την κατάκτηση και την αποθήκευση γνώσεων, αλλά είναι κάτι πρωταρχικό - μια ψυχοσωματική αντίδραση- δεν έχουν αλλάξει από καταβολής κόσμου. Ο Δαρβίνος είχε δίκιο αναφορικά με ό,τι έγραφε για το συναίσθημα, ότι δηλαδή οι συναισθηματικές εκφράσεις είναι εγγενείς και συνεπώς ίδιες σε όλον τον κόσμο. Με τον καιρό, αλλάζουν κάπως μόνο τα ερεθίσματα που προκαλούν συναισθήματα, γιατί αλλάζει το κοινωνικό «περιβάλλον». Ωστόσο, αυτό καθαυτό το συναίσθημα δεν αλλάζει. Είναι ίδια η αγάπη, είναι ίδια η ζήλεια. Όπως φθονούσαν στην αρχαιότητα, έτσι φθονούμε και σήμερα, αλλά ίσως για λόγους, οι οποίοι έχουν ένα διαφορετικό περιτύλιγμα. Αυτό συνειδητοποιεί κανείς στην έκθεση. Μπορεί μέσα σε μια παράσταση πάνω σε ένα αγγείο ή σε ένα γλυπτό, σε μια μορφή, να δει τον εαυτό του, ένα φίλο του, έναν εχθρό του, να δει τι μπορεί να τον συγκινεί, να τον χαροποιεί, να τον λυπεί! Δουλεύοντας για αυτήν την έκθεση κι εγώ διαπίστωσα για παράδειγμα ότι αυτά που λέμε αρνητικά συναισθήματα είναι μάλλον περισσότερα αριθμητικά από τα θετικά. Απέναντι στην χαρά, στην αγάπη και τη φιλία αντιτίθενται η λύπη, ο φόβος, ο θυμός, το μίσος, η ντροπή, η ζήλεια, ο φθόνος, η εκδίκηση κλπ.

- Υπάρχει διαφορά στον τρόπο που οι αρχαίοι Έλληνες κωδικοποιούσαν τα συναισθήματα τους ανάλογα με την κάθε ιστορική περίοδο;

Βεβαίως υπάρχει. Η κάθε περίοδος στην αρχαιότητα και αντίστοιχα η τέχνη, μέσα από την οποία απεικονίζονται και εκφράζονται τα συναισθήματα, παρουσιάζει τεράστιες διαφορές ως προς τους κώδικες που χρησιμοποιεί για να απεικονίσει κάτι. Ας πούμε ένα επεισόδιο από μια τραγωδία ή ένα συμβάν από τον Τρωϊκό πόλεμο. Ο τρόπος που απεικονίζεται το ίδιο συμβάν στην αρχαϊκή εποχή είναι διαφορετικός από ό,τι στην ελληνιστική ή στην ρωμαϊκή. Γιατί η τέχνη έχει εξελιχθεί. Από την απολύτως κωδικοποιημένη τέχνη της αρχαϊκής εποχής, την συγκρατημένη τέχνη, πάμε στην ιδεαλιστική τέχνη της κλασικής εποχής, όπου όλες οι μορφές παρουσιάζονται εξιδανικευμένες. Για παράδειγμα, στην κλασική τέχνη δεν απεικονίζεται κανένας γέρος με γηρασμένο και πλαδαρό σώμα ή με αλλοιωμένο από ρυτίδες και πλαδαρότητα πρόσωπο. Μια γενειάδα σε ένα κατά τα άλλα σχεδόν αθλητικό κορμί, ή μια βακτηρία, σηματοδοτεί την ηλικία. Οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούν συγκεκριμένους κώδικες και σύμβολα για να χαρακτηρίσουν πράγματα. Από τον 4ο αιώνα και μετά, όμως, καθώς προχωράμε προς την ελληνιστική εποχή, αρχίζει ο ρεαλισμός. Δειλά στην αρχή και μετά εξελίσσεται με αλματώδη ρυθμό.

Απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Ν. Καλτσάς στον Νίκο Άγουρο, Διευθυντή Σύνταξης της The Huffington Post Greece (21/03/2017)


Από την έκθεση στο Ωνάσειο Πολιτιστικό Κέντρο της Νέας Υόρκης


Ανθρώπινα, βαθύτατα ανθρώπινα....

«Σε κάθε πολιτισμό, οι άνθρωποι δημιουργούν λογοτεχνία και παράγουν τέχνη για να εκφράσουν ή να διεγείρουν συναισθήματα. Η σχέση των αρχαίων Ελλήνων με το συναίσθημα έχει όμως ιδιαιτερότητες. Οι αρχαίοι Έλληνες θεοποίησαν συναισθήματα, όπως τον Έρωτα, τον Πόθο και τον Φόβο και, το σημαντικότερο, δημιούργησαν λογοτεχνία, μύθους και τέχνη για εκφράσουν, για πρώτη φορά στο Δυτικό πολιτισμό, βαθύ προβληματισμό για την υφή του συναισθήματος και τις συνέπειες των ανεξέλεγκτων συναισθημάτων. Με τρόπο κατανοητό για το ευρύ κοινό, η έκθεση αυτή εξηγεί τη σημασία των συναισθημάτων για την πληρέστερη κατανόηση της ιστορίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας και της θρησκείας στην αρχαία Ελλάδα. Τα εκθέματα μας δείχνουν θεούς, ήρωες και θνητούς, άνδρες και γυναίκες, ενήλικες και παιδιά, με ένα πρόσωπο άλλοτε χαρούμενο και άλλοτε οργισμένο, άλλοτε φθονερό και άλλοτε λυπημένο, πάντοτε όμως βαθύτατα ανθρώπινο και για αυτό με διαχρονική σημασία».

Άγγελος Χανιώτης, καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών του Ινστιτούτου Ανώτατων Σπουδών (Πρίνστον) και μέλος του ΔΣ του Θυγατρικού Ιδρύματος Ωνάση στις ΗΠΑ


Από τα εγκαίνια της έκθεσης στο Ωνάσειο Πολιτιστικό Κέντρο της Νέας Υόρκης
photo by Nathalie Schueller


«Υπάρχουν πάρα πολλές πτυχές της αρχαίας ελληνικής τέχνης που την καθιστούν μοναδική σε σύγκριση με τις καλλιτεχνικές εκφράσεις άλλων σημαντικών πολιτισμών της Μεσογείου. Η έμφαση στην απόδοση συναισθημάτων είναι όμως η πτυχή εκείνη που, αν και δεν έχει μελετηθεί σε βάθος, τη μετατρέπει πραγματικά σε πρόδρομο της Δυτικής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αγγειογράφοι όπως ο Εξηκίας, ήδη στον 6o, ή ο Ζωγράφος της Πενθεσίλειας στον 5ο αιώνα π.Χ. και γλύπτες όπως ο Σκόπας στον 4ο ή οι δημιουργοί της περίφημης ζωφόρου της Περγάμου στο 2ο αιώνα π.Χ. δεν ενδιαφέρονταν απλώς να απεικονίσουν αφηγηματικά τα έργα και τις πράξεις μυθικών ηρώων και θεών, αλλά να τους εξανθρωπίσουν μέσα από καθαρώς οπτικά ψυχογραφήματα. Η εκδικητική έξαρση της Μήδειας, η οργή του Αχιλλέα, η ερωτική έξαψη του Δία ή η σεξουαλική ορμητικότητα ενός Σάτυρου διεγείρουν τη φαντασία αρχαίων Ελλήνων καλλιτεχνών και αποδίδονται αρχικά, κατά κύριο λόγο, μέσω χειρονομιών και αργότερα με τη βοήθεια εκφράσεων –συχνά υπερβολικών– του προσώπου. Και όμως, η αληθινή μεγαλουργία της αρχαίας ελληνικής τέχνης και του ενδιαφέροντός της στην απεικόνιση συναισθημάτων έγκειται στο γεγονός ότι δεν αποκλείει το ανθρώπινο στοιχείο. Η αγάπη της ανώνυμης μητέρας για το παιδί της, η απέραντη θλίψη ενός πατέρα για το χαμό του γιου του, η χαρά ενός παιδιού που τρέχει παίζοντας στους δρόμους, η υπερηφάνεια ενός αθλητή για τις νίκες του, αντιμετωπίζονται από τους αρχαίους Έλληνες δημιουργούς με την ίδια καλλιτεχνική σοβαρότητα και οξύνοια που επιδεικνύουν όταν προσπαθούν να απεικονίσουν τον εξίσου πολύπλοκο συναισθηματικό κόσμο των θεών και των ηρώων».

 Ιωάννης Μυλωνόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης και Αρχαιολογίας (Κολούμπια).


Συναισθήματα στο μέτρο του ανθρώπου.

Πρώτοι οι Έλληνες (οι πρώτες σωζόμενες λέξεις της ελληνικής γραμματείας είναι το ομηρικό Μήνιν άοιδε) μίλησαν για τα αισθήματα ή θέλησαν να τα κινητοποιήσουν στο θυμικό των θεατών μέσα από λέξεις, εικόνες ή κινήσεις του σώματος – το μειδίαμα μιας Κόρης ή το διάπλατο στόμα μιας Μέδουσας με τη γλώσσα έξω και τα δόντια τεταμένα, τη λάγνα κλίση των γοφών ενός Πόθου από πεντελικό μάρμαρο που κατά τη σωκρατική ερμηνεία εκφράζει το αίσθημα μιας ηδονής παλιάς που αποζητάς και πάλι, με το είδος της εγκαρτέρησης που τόσο γνώριμα εξέφρασε κι ο Καβάφης. Βάζοντας μέσα στο ανθρώπινο κορμί πνοή και αίμα, πάθη και αισθήματα, οι Έλληνες αναγκαστικά το έφεραν στα μέτρα τους. Το εξανθρώπισαν – όπως περίπου και τους θεούς τους.

Αλλά οι Έλληνες όλα τα ήθελαν στο μέτρο του ανθρώπου. Γι' αυτό ακόμα συγκινούν. Έτσι, όπως το Κάλλος ήταν γι' αυτούς μια κλίμακα πνευματική (και όχι απλή απόλαυση στο μάτι), έτσι και η αρχαία ελληνική τέχνη δεν ήθελε απλώς να τη θαυμάζεις αλλά να σε αλλάζει μέσα από τα αισθήματα που εκφράζει και ταυτόχρονα σου προκαλεί.

«Καμιά προκατάληψη, κανένα ταμπού δεν περιόρισε a priori την επιλογή των προς έκθεση αντικειμένων.Όλα τα συναισθήματα, από τα πιο υψηλά και θετικά έως τα πιο ταπεινά και αρνητικά, παρουσιάστηκαν με ειλικρίνεια, χωρίς τάσεις εξωραϊσμού και εξιδανίκευσης, στο βαθμό που αυτό ήταν εφικτό να γίνει με το διαθέσιμο υλικό, τόσο στα ελληνικά όσο και στα ξένα μουσεία. Τα πρόσωπα του μύθου, θεοί και ήρωες πλασμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου, ξεδιπλώνουν τα συναισθήματά τους ή προκαλούν συναισθήματα πάνω στη στιλπνή επιφάνεια των μελανόμορφων και ερυθρόμορφων αγγείων και δίνουν πνοή στο εκτυφλωτικό λευκό των ελληνικών μαρμάρων. Κάπως ταπεινότερα είναι τα τέχνεργα που έφτασαν σε μας από τον κόσμο των θνητών –με εξαίρεση τα επιβλητικά αττικά επιτύμβια μνημεία–, αλλά γεμάτα έντονα συναισθήματα, ακόμα και τα μικρά και ευτελή από την άποψη του υλικού και της τέχνης μολύβδινα ελάσματα με τις κατάρες των αδικημένων. Η μουσειολογική προσέγγιση, με την κατάλληλη ομαδοποίηση των εκθεμάτων και τις επεξηγήσεις, κατευθύνει τον επισκέπτη να διεισδύσει στο χώρο των συναισθημάτων, εκπλήσσοντάς τον με τον τρόπο που αυτά αποκαλύπτονται στα μάτια του».


Νικόλαος Καλτσάς, επίτιμος διευθυντής Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου



Έρωτας και Πόθος..

Αν και ακολουθήθηκε η διάταξη και η διαδοχή των έργων της έκθεσης που προηγήθηκε στη Νέα Υόρκη, ο καθηγητής κ. Παντερμαλής και οι συνεργάτες του έστησαν ένα διαφορετικό σκηνικό, έκπληξη για τον επισκέπτη, ο οποίος, με την είσοδό του στον χώρο, μεταφέρεται, με ευφάνταστο τρόπο, στο παρελθόν. Συναντά μια σπείρα από κατακόρυφα «λάβαρα» σε αποχρώσεις κόκκινου χρώματος, που κυμαίνεται από το ανοιχτό ρόδινο ως το βαθύ και σκοτεινό ερυθρό και φέρουν τον συμβολισμό και την ένταση των ποικίλων συναισθημάτων του ανθρώπου. Η σπείρα περικλείει μέσα της τα πιο πολύτιμα διαμάντια της τέχνης, τα λαμπερά αγάλματα του Έρωτα και του Πόθου. Λουσμένα στο φως τα δύο αριστουργήματα αφήνουν έκθαμβο τον επισκέπτη, καθώς τα ανακαλύπτει παίζοντας «κρυφτό» με τα «λάβαρα» που προσπαθούν να του τα αποκρύψουν, για να κάνουν εντονότερο το ερώτημα, που ευφυώς υποκρύπτει η έκθεση: 

«Πόσο διαφορετικός είναι τελικά ο άνθρωπος από την εποχή του Ομήρου ή του Πλάτωνα;»



Έρωτας και Πόθος, (φωτ. Γιώργος Βιτσαρόπουλος)


Το πρώτο άγαλμα, αντίγραφο έργου του Λύσιππου (2ος αι.μ.Χ ), δάνειο από το Μουσείο του Λούβρου, απεικονίζει τον ακαταμάχητο φτερωτό θεό του Έρωτα, γιο της θεάς Αφροδίτης, την ώρα που λυγίζει, με αξιοθαύμαστη ευκολία, το μυθικό τόξο του Ηρακλή, για να στερεώσει στο άνω άκρο του τη χορδή. Ο μικρός Έρωτας παριστάνεται έτσι να διαθέτει τη δύναμη του πιο δυνατού άνδρα.


Μαρμάρινο άγαλμα του Έρωτα που τεντώνει το τόξο του (2ος αι. μ.Χ.)
Παρίσι, Musée du Louvre.



Πόθος είναι η επιθυμία για κάτι μακρινό, για κάτι που λείπει σε αντίθεση με τον Ίμερο που είναι η επιθυμία για κάτι που βρίσκεται στο παρόν κατά την πλατωνική διάκριση (Κρατύλος 419 e-420)

Ένα διάσημο σύνολο αγαλμάτων Πόθου, Ίμερου και Έρωτα δημιούργησε ο περίφημος γλύπτης Σκόπας για τον ναό της Αφροδίτης στα Μέγαρα. Το άγαλμα του Καπιτωλίου αντιγράφει το αριστούργημα του Σκόπα.

Ο νεαρός θεός με τα χέρια υψωμένα σαν να αναζητεί κάτι, έχει στα πόδια του μια χήνα, ιερό πτηνό της Αφροδίτης.



Άγαλμα του Πόθου, αντίγραφο έργου του Σκόπα 
 Ρώμη, Roma Capitale, Musei Capitolini

Ενοχή, απελπισία, προσμονή.....

Απ
έναντι, μέσα σε μια σκοτεινή εσοχή, παρουσιάζεται υποφωτισμένη η τοιχογραφία με τη θυσία της Ιφιγένειας από την Πομπηία, στην οποία καταγράφονται δυνατά συναισθήματα ενοχής, απελπισίας και προσμονής. 

Στην παράσταση που αντιγράφει ένα ελληνικό ζωγραφικό πίνακα απεικονίζεται η Ιφιγένεια να ικετεύει τους θεούς απελπισμένη για την τραγική της μοίρα, ο πατέρας της τυλιγμένος στο ιμάτιό του, να κρύβει το πρόσωπο χτυπημένος από ενοχές ενώ ο μάντης Κάλχας στρέφει τα μάτια ανήσυχος προς τον ουρανό περιμένοντας τη θεϊκή παρέμβαση που τελικά θα σώσει την Ιφιγένεια.

«Η Ιφιγένεια σέρνεται βίαια από δυο ανθρώπους που πιθανότατα είναι ο Διομήδης και ο Οδυσσέας, ημίγυμνη με τα χέρια σηκωμένα ψηλά, δίνοντας την εντύπωση ότι προσπαθεί να αντισταθεί ή και ότι εκλιπαρεί τον οίκτο. 

Ο Αγαμέμνονας εικονίζεται στην άκρη της παράστασης, έχοντας το κεφάλι σκυμμένο και σκεπασμένο με τον μανδύα του: συντετριμμένος, γεμάτος ενοχές (;), μετανιωμένος(;). Το καλυμμένο πρόσωπο εκφράζει το μέγεθος της σιωπηρής οδύνης περισσότερο από οποιαδήποτε έκφραση ενός προσώπου. Είναι φανερό ότι ο καλλιτέχνης θέλησε να παρουσιάσει τον Αγαμέμνονα ως το πιο τραγικό πρόσωπο στη παράσταση, και εν τέλει η μορφή του ήρωα είναι αυτή που μάλλον κεντρίζει το ενδιαφέρον του θεατή και του δημιουργεί έντονα συναισθήματα και ταυτόχρονα ερωτηματικά. 

Αυτό, τουλάχιστον, βλέπω εγώ κι αυτή η εντύπωση μου δημιουργείται. Σε κάποιον άλλον θεατή θα μπορούσαν να κάνουν εντύπωση οι χειρονομίες της Ιφιγένειας. Αυτή δεν είναι η ομορφιά και το ενδιαφέρον μιας τέτοιας έκθεσης; ο καθένας να προσλαμβάνει και ορισμένα πράγματα διαφορετικά από τον άλλον;»

Νικόλαος Καλτσάς, επίτιμος διευθυντής Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου



Τοιχογραφία με σκηνή από τη θυσία της Ιφιγένειας. 62–79 μ.Χ. Πομπηία, Οικία του Τραγικού Ποιητή. Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale.


Συναίσθημα ή λογική....

Τα άλλα 126 εκθέματα τοποθετήθηκαν ανάμεσα στην κόκκινη σπείρα και σε ένα σπονδυλωτό περίβλημα σε χρώμα γκρι, που μετριάζει σε μεγάλο βαθμό την ένταση του κόκκινου και αντιστοιχεί συμβολικά στο λογικό κόσμο της ψυχής.

Οι
 κύριες εκθεσιακές ενότητες είναι πέντε: Η πρώτη έχει τίτλο «Η τέχνη των συναισθημάτων – τα συναισθήματα στην τέχνη». Η δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Οι χώροι των συναισθημάτων», διαρθρώνεται σε πέντε υποενότητες: «Ο ιδιωτικός χώρος», «Το πεδίο της μάχης», «Ο δημόσιος χώρος», «Οι ιεροί χώροι», «Το νεκροταφείο». Οι υπόλοιπες τρεις κύριες ενότητες είναι: «Τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα», «Τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα» και «Μήδεια». 


Άποψη της έκθεσης (φωτ. Γιώργος Βιτσαρόπουλος)

Το γελαστό παιδί.......

Η
ένταση του χαμόγελου που εκφράζεται από το μισάνοιχτο στόμα και το βλέμμα αντανακλά την αθωότητα, την εγκαρδιότητα και τη χαρά του παιδικού προσώπου. 

Η μικρή κοτσίδα πάνω από το μέτωπο συνηθίζεται σε παραστάσεις αγοριών και κοριτσιών, ιδιαίτερα στο β' μισό του 4ου αι. π.Χ., γι' αυτό και δεν αποτελεί ασφαλή ένδειξη για τη διάκριση του φύλου του παιδιού. Τα αγάλματα παιδιών, η χαρακτηριστικότερη κατηγορία αναθημάτων στο ιερό της Άρτεμης στη Βραυρώνα, αποτελούσαν δώρα ευχαριστίας των γονέων προς τη θεά είτε για την αίσια έκβαση της γέννας είτε για την ανάρρωση των παιδιών μετά από ασθένεια είτε για τη συνεχή επίβλεψη και προστασία τους από την Άρτεμη. 

Μέσα από το χαμόγελο του παιδιού εκφράζεται αφενός η τρυφερότητα και η ανεμελιά της παιδικής ηλικίας, αφετέρου η ευγνωμοσύνη προς τη θεά, καθώς με την εύνοιά της τα μεν κορίτσια ανατρέφονταν ώστε να ολοκληρωθούν με τον γάμο και την απόκτηση παιδιών, τα δε αγόρια, μετά την ενηλικίωσή τους, εντάσσονταν ως υπεύθυνοι πολίτες στην κοινωνία, συμβάλλοντας στην εύρυθμη λειτουργία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

 Κατερίνα Πέτρου - Βασιλική Σκαράκη



Κεφάλι από μαρμάρινο αναθηματικό αγαλμάτιο, 325-300 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας (Φωτογραφία: Κώστας Ξενικάκης)


Και μια δόση αλαζονείας....

Στην περίπτωση του Κούρου το συναίσθημα δεν εκφράζεται μόνο από το χαρακτηριστικό αθηναϊκό μειδίαμα, αλλά και από τις δύο επιγραφές στους μηρούς του. Αν και δεν σώζονται ολόκληρες μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Πυθέας και ο Αισχρίων από τη Βοιωτία αφιερώνουν το άγαλμα στον αργυρότοξο Απόλλωνα. 

Η επιγραφή επιβεβαιώνει την προσφορά στο θεό αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μια επιγραφή που έχουν τοποθετήσει τα ονόματα τους, δηλώνοντας υπερηφάνεια, αφού κατάφεραν να κάνουν ένα τέτοιο έργο που στοίχιζε πολλά χρήματα στην αρχαιότητα, ενώ μαρτυρά και μια δόση αλαζονείας.


Κούρος μειδιών, αφιέρωμα στον Απόλλωνα


Άγαλμα Κόρης, αφιέρωμα στη θεά Αθηνά (520-510 π.Χ)
Στο δεξί χέρι, που δεν σώζεται, θα κρατούσε μια προσφορά της στη θεά Αθηνά.
Μουσείο της Ακρόπολης

Το βλέμμα που πετρώνει και διώχνει το κακό

Η κατεξοχήν Γοργόνα / Γοργὼ ήταν η Μέδουσα, η μόνη θνητή από τις τρεις αδελφές Γοργόνες. Κόρη του Φόρκου και της Κητώς, που ήταν αδέλφια μεταξύ τους, είχε την ίδια όψη με τις αδελφές της: στο κεφάλι της περιελίσσονταν φίδια, από το στόμα εξείχαν μεγάλα δόντια όμοια με των αγριόχοιρων, είχε χάλκινα χέρια και χρυσές φτερούγες, με τις οποίες πετούσε, μάτια σπινθηροβόλα και βλέμμα διαπεραστικό. Με το βλέμμα της απολίθωνε όποιον τολμούσε να την κοιτάξει, ακόμη και οι θεοί την απέφευγαν, εκτός από τον Ποσειδώνα, που ενώθηκε μαζί της και την άφησε έγκυο. Η γέννηση των παιδιών της έγινε την ώρα του θανάτου της που τον προκάλεσε ο Περσέας, ο γιος του Δία και της Δανάης.

Το κεφάλι της, το περίφημο Γοργόνειο, το παρέλαβε η θεά από τον ήρωα και το τοποθέτησε στην ασπίδα της, επειδή, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε. Αργότερα τοποθετήθηκε μπροστά στο θώρακα της θεάς και έγινε σύμβολό της αποτρεπτικό ενάντια σε κάθε κακό.




Η μυθική Γοργώ με τα τρομακτικά χαρακτηριστικά
Αποτροπαϊκό σύμβολο,αφού η ασχήμια του μπορεί να τρομάξει και να διώξει όποιον το αντικρίζει 
Χάλκινο αναθηματικό τραγικό προσωπείο (4ος αι. π.Χ)
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου δείχνουν άντρα ηλικιωμένο με τραγική έκφραση.
Πιθανότατα σχετίζεται με το ρόλο γέροντα.
Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά


Άπελπις ικεσία.......

Ο ηλικιωμένος ιερέας του Απόλλωνα, ο Χρύσης, φτάνει με δώρα στον Αγαμέμνονα για να ζητήσει την απελευθέρωση της κόρης του. Γονατιστός με υψωμένα τα χέρια σε παράκληση και το βλέμμα καρφωμένο στα μάτια του Αγαμέμνονα περιμένει την κρίσιμη απάντηση. Εκείνος όμως ασυγκίνητος από τα λόγια του πατέρα και τα πολύτιμα δώρα χειρονομεί αρνητικά. Η Χρυσηίς πίσω από τον πατέρα της σε στάση γυναικείας συστολής αγωνιά.



Κρατήρας με τα λύτρα της Χρυσηίδας (360-350 π.Χ.), Παρίσι, Λούβρο

Εικόνα παντελούς απελπισίας....

«Σ
ε ένα αφιλόξενο, ερημικό τοπίο της Λήμνου, όπου μονάχα ένα δέντρο απλώνει τα γυμνά κλαριά του, κάθεται ο Φιλοκτήτης μελαγχολικός σε βράχο, βυθισμένος στις σκέψεις του. Με το αριστερό χέρι ανασηκώνει το πληγωμένο του πόδι για να διορθώσει τον λυμένο επίδεσμο που το περιτυλίγει. Πάνω στο βράχο παρατημένα το τόξο με τη φαρέτρα του Ηρακλή.»
Ο ζωγράφος,
 που ακόμη δεν γνωρίζουμε ποιος είναι, έχει δημιουργήσει μια εξαιρετικά εκφραστική σύνθεση σε αυτό το αγγείο. Αφορά τον Φιλοκτήτη, έναν Έλληνα ήρωα που κληρονόμησε τα βέλη του Ηρακλή, και για το λόγο αυτό έχουν τέτοια προεξέχουσα θέση εδώ. Στην ιστορία του Τρωικού Πολέμου, τα βέλη αυτά ήταν αναγκαία για την κατάκτηση της πόλης. Στον δρόμο από την Ελλάδα, δάγκωσε τον Φιλοκτήτη ένα φίδι, που προκάλεσε μια τόσο επώδυνη και δύσοσμη πληγή που οι υπόλοιποι τον παράτησαν στο νησί της Λήμνου. Ο Φιλοκτήτης, αποκαρδιωμένος, κάθεται κάτω από ένα άκαρπο δέντρο και κρατά το δεμένο πόδι του — μια εικόνα παντελούς απελπισίας. Στο τέλος, θα σωθεί και θα θεραπευτεί.

Ι. Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 5 (Τρωικός Μύθος), Εκδοτική Αθηνών



Αττική ερυθρόμορφη λήκυθος με τον Φιλοκτήτη στη Λήμνο (Γύρω στο 420 π.Χ) 
Νέα Υόρκη, The Metropolitan Museum of Art

Νεαρός κάθεται θλιμμένος στην παλαίστρα. Η στάση του σώματος, τα χέρια που κρύβουν το πρόσωπο περιγράφουν τη θλίψη κι ας μην γνωρίζουμε την αιτία της. (500 - 475 π. Χ) Αρχαιολογικό Μουσείο Αρχαίας Αγοράς, Αθήνα



Συναισθήματα εν οίκω......


Επιτύμβια στήλη του μικρού Καλλιτέλη, με το σκυλάκι του να προσπαθεί παιχνιδιάρικα να πιάσει ένα πουλί (Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας)


Δυο γυναίκες αγκαλιάζονται τρυφερά

«Δυο
γυναίκες καθισμένες σε ένα σκαλιστό ντιβάνι. Είναι φτιαγμένες από πηλό. Η μία ακουμπάει με το ένα της χέρι στο ντιβάνι και με το άλλο σφίγγει το στήθος της, τα χείλη μισάνοιχτα, με μια έκφραση συγκρατημένης οδύνης· η άλλη γέρνει προς το μέρος της, την κοιτάει στα μάτια με στοργή και έγνοια, σχεδόν οι ανάσες τους σμίγουν, μαντεύεις τα δάκρυα. 

Στις πτυχώσεις του ρούχου τους σώζεται ακόμη μια υπογάλαζη χροιά. Είναι μια σκηνή θρήνου από τη Μύρινα της Μικράς Ασίας, ένα μικρό πήλινο εύρημα της ελληνιστικής περιόδου που ανασύρθηκε πιθανότατα από κάποιον τάφο και ήρθε εδώ από το Βρετανικό Μουσείο, στο οποίο ανήκει»

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος


Ένας Σάτυρος ταΐζει στοργικά ένα σατυρίσκο..


Οι χόες είναι από τα πιο συνηθισμένα κτερίσματα σε παιδικές ταφές των κλασικών χρόνων. Συνδέονται με τη γιορτή των Ανθεστηρίων και κυρίως με τη δεύτερη μέρα που ονομαζόταν χόες, εξαιτίας αυτού του αγγείου που το χρησιμοποιούσαν ακόμα και τα μικρά παιδιά, για να δοκιμάσουν το νέο κρασί της χρονιάς.


Μπορεί ο σατυρίσκος να θυμίζει εξωτερικά ηλικιωμένο μωρό, όμως αυτή η σπάνια σκηνή έρχεται να μας θυμίσει ότι η τρυφερότητα δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του ανθρώπινου είδους. 



Ερυθρόμορφος χους τριφυλλόστομος (Τέλος 5ου - αρχές 4ου αι. π.Χ) Σάτυρος ταΐζει σατυρίσκο με θήλαστρο που έχει παράσταση χορευτή Θεσσαλονίκη, Συλλογή Γ. Τσολοζίδη




Συναισθήματα εν δήμω.....δυσπιστία και όστρακα

Προχαραγμένα όστρακα κατά του Θεμιστοκλή. Σε πηγάδι στη βόρεια πλαγιά της Ακρόπολης απορρίφθηκαν στο πρώτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. 190 όστρακα με το όνομα του Θεμιστοκλή, κυρίαρχου στην πολιτική σκηνή της Αθήνας για περισσότερο από δύο δεκαετίες. 

Τα όστρακα, κυρίως σε βάσεις από κούπες κρασιού, φαίνεται ότι είχαν προετοιμαστεί ομαδικά από μικρό αριθμό χαρακτών και προορίζονταν για διανομή σε αναλφάβητους ή αναποφάσιστους Αθηναίους πολίτες.Στα τέσσερα όστρακα που παρουσιάζονται εδώ το όνομα «Θεμιστοκλής Νικοκλέους» έχει χαραχθεί από 3 ή 4 διαφορετικούς χαράκτες. Για άγνωστο λόγο δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ. 

Ο Θεμιστοκλής, ηγέτης των δημοκρατικών, ήταν συχνά υποψήφιος για οστρακισμό τη δεκαετία του 480, αλλά οστρακίστηκε μόλις στο τέλος της δεκαετίας του 470, λόγω των φημών για την υπέρμετρη φιλοδοξία του και των επιλογών του στην εξωτερική πολιτική.


Περισσότερα από 150 όστρακα βρέθηκαν πίσω από την Ποικίλη Στοά, όπου πιθανότατα μεταφέρθηκαν κατά τον καθαρισμό της Αγοράς μετά την καταστροφή της από τους Πέρσες το 480 π.Χ. 

Σε 65 όστρακα έχει χαραχθεί το όνομα του Θεμιστοκλή και σε πολλά άλλα εκείνο του Ξάνθιππου, πατέρα του Περικλή. Ανταγωνιστές στην ηγεσία των δημοκρατικών, οι Θεμιστοκλής και Ξάνθιππος φαίνεται ότι υπήρξαν συνυποψήφιοι το 484 π.Χ. Η δυσπιστία του δήμου απέναντι στην επιφανή οικογένεια των Αλκμεωνιδών με την οποία συνδεόταν ο Ξάνθιππος οδήγησαν τον Ξάνθιππο στην εξoρία.


Δύο όστρακα εναντίον του Θεμιστοκλή από το ίδιο αγγείο. (Περίπου 484 π.Χ.)
 Μουσείο Αρχαίας Αγοράς της Αθήνας.
Αφιερώματα

Αφιέρωμα των γονέων κάποιου παιδιού στο ιερό του ποτάμιου θεού Κηφισού στην πόλη Λίλαια, στη βόρεια πλαγιά του όρους Παρνασσού, το αγαλμάτιο αυτό παριστάνει ένα όρθιο γυμνό αγόρι να πιέζει με το αριστερό του χέρι μία χήνα πάνω σε έναν πεσσό. Με το άλλο χέρι κρατά, μάλλον, έναν αστράγαλο κάτω από το στήθος, ενώ σταυρώνει τα πόδια. 

Στα κοντά μαλλιά του φορά ταινία και χαμογελώντας σκύβει το κεφάλι του προς τη χήνα. Με τη στάση του σώματος, το σταύρωμα των σκελών με χάρη και παιδική άνεση, με το χαμόγελο και με το παιχνίδι με τη χήνα, ο καλλιτέχνης κατάφερε να αποδώσει το στιγμιαίο και ταυτόχρονα μια από τις πιο ανέμελες και χαρούμενες στιγμές της παιδικής ψυχής: το συναίσθημα της χαράς και της ικανοποίησης ενός παιδιού, που χαίρεται και απολαμβάνει το μικρό – μεγάλο για αυτόν- κατόρθωμα, να πιάσει τη χήνα και να την έχει δικιά του!


Αγόρι με χήνα. Μαρμάρινο αγαλμάτιο, 3ος αι. π.Χ.
 (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).


Η μαρμάρινη πλάκα με ανάγλυφα γυναικεία γεννητικά όργανα αφιερώθηκε στο ιερό της Αφροδίτης από κάποια εταίρα με το όνομα Ζμαράγδι(ο)ν, ίσως γιατί την ίανε από κάποια ασθένεια που είχε προκληθεί εξαιτίας του επαγγέλματός της ή για να παρακαλέσει την αρωγή της ή επειδή αναγνώριζε τη δύναμή της επί των συναισθημάτων των ανθρώπων.

Ενεπίγραφο αναθηματικό ανάγλυφο, 2ος αι. π.Χ 
Αρχαιολογικό Μουσείο Πυθαγορείου Σάμου


Μαρμάρινο ενεπίγραφο ανάγλυφο με παράσταση αυτιών (2ος αι. μ.Χ.) 
Θεσσαλονίκη, Αρχαιολογικό Μουσείο


Νεκροταφεία, θλίψη κι ελπίδα...

Η νεκρή Αλεξιβώλα, όπως παραδίδει εγχάρακτη επιγραφή στο επάνω μέρος του κυβολίθου, σκύβει προς το μέρος της ανδρικής μορφής και ακουμπά το πηγούνι της με το δεξί χέρι, ενώ η ανδρική μορφή αγκαλιάζει και με τα δύο απλωμένα χέρια της το αριστερό προτεταμένο χέρι της νεκρής. 

Σε μια σκηνή όπου το τρυφερό άγγιγμα εκφράζει και προβάλλει τη στενή σχέση και τη συγγενική σύνδεση των μορφών, η κλειστή στάση των σωμάτων τους και το σκύψιμο της κεφαλής, τυποποιημένες κινήσεις και χειρονομίες του ύστατου αποχαιρετισμού, αναδίδουν τα συναισθήματα θλίψης και μελαγχολίας που τις διακατέχουν.

Μαρμάρινος κυβόλιθος με ανάγλυφη παράσταση, αρχές 3ου αι. π.Χ. 
 Αρχαιολογικό Μουσείο Θήρας


Θρήνος για έναν αξιαγάπητο χοίρο....

Θρήνος για έναν αξιαγάπητο χοίρο, θύμα τροχαίου ατυχήματος. Εικονίζεται τετράτροχη άμαξα με τέσσερις ημίονους σε κίνηση σε επικλινές έδαφος. Επάνω στην άμαξα καλυπτροφόρος οδηγός κρατάει τα ηνία και πίσω του αδιάγνωστο αντικείμενο, ίσως φαλλός. Μπροστά από τις σηκωμένες οπλές των ζώων βρίσκεται ένας όρθιος χοίρος και κάτω από τους τροχούς της άμαξας εικονίζεται ο ίδιος χοίρος στο έδαφος. 

Το επίγραμμα τον παρουσιάζει να διηγείται την τραγική του ιστορία: 

«Εγώ, ο Χοίρος, αγαπητός σε όλους, τετράποδος νιoς, είμαι θαμμένος εδώ. Άφησα τη γη της Δαλματίας, όταν με έκαναν δώρο. Πάτησα το Δυρράχιο και πόθησα την Απολλωνία, και με τα πόδια μου γύρισα όλη τη γη, μόνος κι ακαταμάχητος. Τώρα όμως άφησα το φως εξαιτίας της βίας του τροχού. Λαχταρώντας να δω την Ημαθία και το άρμα της φαλλοφορίας, τώρα βρίσκομαι θαμμένος εδώ, χωρίς να έχει φτάσει η ώρα μου να πεθάνω». 

Αφού προσφέρθηκε ως δώρο ο χοίρος, ξεκίνησε με τον κύριό του την πορεία κατά μήκος της Εγνατίας Οδού από τη Δαλματία προς την Έδεσσα για να συμμετάσχει σε διονυσιακή γιορτή, ίσως για να εκτελέσει ακροβατικά νούμερα. Σε μια κατηφόρα, ο κύριός του φαίνεται ότι έχασε τον έλεγχο της άμαξας, με αποτέλεσμα ο χοίρος, που προπορευόταν, να βρεθεί κάτω από τους τροχούς της και να σκοτωθεί. Με έκδηλη πίκρα και αγάπη ο κύριος του χοίρου τον τίμησε, εγείροντας επιτύμβιο στον τόπο του ατυχήματος. 

Μαρμάρινο, ενεπίγραφο επιτύμβιο ανάγλυφο, 2ος-3ος αι. μ.Χ. 
Αρχαιολογικός χώρος Λόγγου Έδεσσας 

Στα πεδία των μαχών....


Ο Τρωίλος ήταν νεότερος γιος της Εκάβης και του Πριάμου ή και του ίδιου του Απόλλωνα. Μία παράδοση έλεγε ότι, αν ο Τρωίλος έφτανε τα είκοσί του χρόνια, η Τροία δεν θα μπορούσε να κυριευθεί από κανέναν. Οι συνθήκες του θανάτου του διαφέρουν από παράδοση σε παράδοση. Η κεραμική μελανόμορφη υδρία από το Βούλτσι απεικονίζει τον Αχιλλέα να σκοτώνει τον Τρωίλο και να κατακρεουργεί το σώμα του.



Κεραμική μελανόμορφη υδρία από το Βούλτσι. Βρετανικό Μουσείο.



«Τέσσερα Αχιλλέως, τρία Αίαντος»

Σε μια ανάπαυλα του Τρωικού Πολέμου ο Αχιλλέας και ο Αίας παίζουν πεσσούς. Ο Αχιλλέας, σκυφτός και επικεντρωμένος στο παιχνίδι, κάνει την αποφασιστική, νικηφόρα κίνηση. Ο Αίας, με υψωμένο το δόρυ απειλητικά, χειρονομεί έντονα και μιλά, φανερά εκνευρισμένος, προς τον αντίπαλό του.

Αμφορέας με τον Αχιλλέα και τον Αίαντα να παίζουν πεσσούς 
Γύρω στο 540 π.Χ. Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig



Όταν τα συναισθήματα συγκρούονται.....

Μετά το θάνατο του Έκτορα στον Τρωικό Πόλεμο, η Πενθεσίλεια ήρθε «από τον αλαργινό Πόντο» να βοηθήσει τους Τρώες επικεφαλής στρατού από Αμαζόνες.Ο Πρίαμος τη δέχεται σα να ήταν πραγματική κόρη του.  Η γενναιότητα των Αμαζόνων και η πολεμική τους ικανότητα ήταν τέτοιες που κατόρθωσαν όχι μόνο να κυνηγήσουν τους Έλληνες και να τους αναγκάσουν να οπισθοχωρήσουν στα πλοία τους, αλλά και να σκοτώσουν πολλούς Αχαιούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Μαχάονας, γιος του Ασκληπιού κι ένας εκ των δύο γιατρών του αχαϊκού στρατεύματος. Η βασίλισσα των Αμαζόνων κάλεσε σε μονομαχία τον Αίαντα τον Τελαμώνιο, που όμως δεν αποδέχτηκε την πρόκληση, θεωρώντας την ανάξιά του.

Ο θάνατος της Πενθεσίλειας περιγράφεται με λεπτομέρεια, όχι στην Ιλιάδα, αλλά στις Ηρωίδες του Οβιδίου και την Αινειάδα του Βιργιλίου. Οι Έλληνες ζήτησαν από τον Αχιλλέα να τους βοηθήσει και ο βασιλιάς των Μυρμιδόνων ήρθε σε κατά μέτωπο σύγκρουση με την βασίλισσα Πενθεσίλεια που πολεμούσε φορώντας περικεφαλαία με πολεμική μάσκα. Η Αμαζόνα έριξε το κοντάρι της στον Αχιλλέα, αλλά αυτό έγινε κομμάτια μόλις χτύπησε την περίφημη ασπίδα του. Η Αμαζόνα έριξε και δεύτερο κοντάρι αλλά αστόχησε. Ο Αχιλλέας επιτέθηκε και την τραυμάτισε στο στήθος. Βλέποντάς την πεσμένη στο έδαφος και θανάσιμα τραυματισμένη ο Αχιλλέας την πλησίασε, έχοντας θαυμάσει το θάρρος της και της έβγαλε την περικεφαλαία. Καθώς η Πενθεσίλεια ψυχορραγούσε ο Αχιλλέας αιχμαλωτίστηκε από τη φλογερή της ματιά. Η ζωή έσβηνε σιγά-σιγά μέσα στα μάτια της ωραίας πολεμίστριας κι ο Αχιλλέας γέμισε απέραντη θλίψη. 

Ο μεγάλος ήρωας είχε ερωτευτεί εκείνη που ο ίδιος της πήρε τη ζωή. Οι ματιές των δύο νέων συναντήθηκαν σε μια απέλπιδα προσπάθεια ο έρωτας να νικήσει τον θάνατο. Έτσι, γεννήθηκε και πέθανε σε μια στιγμή ένας μεγάλος έρωτας!

Στην
 κύλικα αποτυπώνεται η τραγική στιγμή που ο Αχιλλέας έχει βυθίσει το ξίφος του στο στήθος της Πενθεσίλειας, καθώς εκείνη καταρρέει. Η ματιά της όμως και η στάση της κεφαλής της, αποκαλύπτουν τον έρωτα που ξύπνησε μέσα της εκείνη τη στιγμή για τον σπουδαίο αντίπαλο. Εκείνος ανταποκρίνεται κοιτάζοντάς τη στα μάτια με πόθο αλλά και απελπισία για το αναπόφευκτο τραγικό τέλος.

Έρωτας και θάνατος στο ίδιο βλέμμα...

Ερυθρόμορφη κύλικα (εσωτερικό) του "ζωγράφου της Πενθεσίλειας": 
Ο Αχιλλέας σκοτώνει την Πενθεσίλεια, 470-460 π.Χ. Μόναχο, Staatliche Antikensammlungen.



Κεφαλή της Πενθεσίλειας, μάρμαρο, ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνιστικού πρωτοτύπου
 Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig 
Κεφαλή του Αχιλλέα, μάρμαρο, ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνιστικού πρωτοτύπου 
 Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig 



Όταν ο πόθος νικάει το θυμό....

Ο βασιλιάς της Σπάρτης Μενέλαος, αποφασισμένος να τιμωρήσει με θάνατο την απιστία της γυναίκας του Ελένης, ορμά να την πιάσει. Εκείνη τη στιγμή όμως τον κυριεύει ο πόθος του για αυτήν, πετά το ξίφος και σπεύδει να την αγκαλιάσει. Η Ελένη, αβέβαιη για τις προθέσεις του συζύγου της, χειρονομεί παρακλητικά.


Ερυθρόμορφος αμφορέας με λαιμό, με παράσταση του Μενέλαου και της Ελένης (περ. 430–420 π.Χ.) Αποδίδεται στον Ζωγράφο του Κλεοφώντος 
Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig





Ο πόνος της εγκατάλειψης...

Σύμφωνα με τον μύθο, η Τυρώ, η κόρη του Σαλμωνέα και της Αλκιδίκης, ερωτεύτηκε βαθιά τον θεό ποταμό Ενιπέα. Συχνά κατέβαινε στις όχθες του και θρηνούσε πάνω απ' τα νερά του, γιατί ο έρωτάς της ήταν χωρίς ανταπόδοση. Όμως ο έρωτάς της ξύπνησε τον πόθο και τη ζήλια του Ποσειδώνα που πήρε τη μορφή του Ενιπέα και κοιμήθηκε μαζί της. Από την ένωση προέκυψαν δύο παιδιά, ο Νηλέας και ο Πελίας, που η άγαμη μητέρα εγκατέλειψε μετά τη γέννα μέσα στη σκάφη της μπουγάδας στις όχθες του ποταμού.

Η Τυρώ εγκαταλείπει τα παιδιά της (300-250 π.Χ)
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνας


Συναισθήματα εκτός ελέγχου.....

Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Γανυμήδης ήταν γιος του Τρώα και της Καλλιρρόης, κόρης του θεού ποταμού της Τροίας Σκάμανδρου, και ο ωραιότερος από τους θνητούς.Ο Γανυμήδης, όπως και άλλοι βασιλόπαιδες, έβοσκε τα κοπάδια του πατέρα του στα βουνά γύρω από την Τροία, όταν τον είδε ο Δίας. 

Η ομορφιά του έφηβου τράβηξε τον θεό και τον απήγαγε. Σύμφωνα με μια παράδοση ο Δίας πήρε τη μορφή του αετού ή έστειλε το αγαπημένο του πουλί και μετέφερε τον νέο στον Όλυμπο, που επιφορτίστηκε με τη δουλειά του οινοχόου, να ρίχνει δηλαδή νέκταρ στο ποτήρι του Δία, αντικαθιστώντας τη θεότητα της νιότης Ήβη σε αυτό το έργο. 

Ο Δίας, ανίκανος να αντισταθεί στην ομορφιά του νεαρού Γανυμήδη, μεταμορφώνεται σε αετό και τον αρπάζει

Παραφορά, ντροπή, αυτοκτονία....

Ο Αίας, βασιλιάς της Σαλαμίνας και ο μεγαλύτερος ήρωας της Ιλιάδας, μετά τον Αχιλλέα, απεικονίζεται λίγο πριν αυτοκτονήσει: γονατιστός, με τα χέρια και το βλέμμα προς τους ουρανούς, σε στάση ικεσίας. Μπροστά του είναι το ξίφος, του, γερά στερεωμένο στο έδαφος, με την αιχμή προς τα πάνω.

Βαθιά πληγωμένος από την άδικη απόφαση των Αχαιών να δώσουν τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα στον Οδυσσέα και όχι σε αυτόν, αποφασίζει να τους εκδικηθεί. Όμως παραφρονεί και νομίζοντας ότι σκοτώνει τους αρχηγούς των Αχαιών, στην πραγματικότητα σφάζει ένα κοπάδι από πρόβατα. Όταν συνέρχεται, συνειδητοποιεί την πλάνη του και ντροπιασμένος αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Λίγο πριν το τέλος, παρακαλεί τους θεούς να τύχει της πρέπουσας ταφής.

Λήκυθος με την αυτοκτονία του Αίαντα (γύρω στο 460 π.Χ)
Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig


Η Λήδα, ο κύκνος και ο Έρωτας...

Το ανάγλυφο εικονογραφεί την ερωτική συνεύρεση της Λήδας, βασίλισσας της Σπάρτης, με τον θεό Δία.Ο Δίας, κυριευμένος από έρωτα για την όμορφη θνητή, προκειμένου να την κατακτήσει, πήρε τη μορφή του κύκνου. Με τη βοήθεια της Αφροδίτης, η οποία μεταμορφώθηκε σε αετό που καταδίωκε δήθεν τον κύκνο, κατάφερε να βρει καταφύγιο στην αγκαλιά της Λήδας. Στη συνέχεια, η Λήδα γέννησε δύο αυγά, από τα οποία γεννήθηκαν η Ελένη της Τροίας και οι αδελφοί της Κάστωρ και Πολυδεύκης.

Οι πρωταγωνιστές εικονίζονται σε πλάγια θέση. Ο κύκνος, υπερμεγέθης με απλωμένες φτερούγες, καταλαμβάνει το κέντρο της παράστασης. Η γυμνή Λήδα, σκυμμένη με λυγισμένα γόνατα, δέχεται τον έρωτα του κύκνου που γραπώνεται με τα γαμψά του νύχια από τους μηρούς της, ενώ ένας φτερωτός Έρωτας βοηθάει στην πραγματοποίηση της ένωσης, σπρώχνοντας τον κύκνο με τα χέρια και το δεξί του πόδι. 
Μαρία Κυρίμη


Ο Δίας παίρνει τη μορφή κύκνου και κατακτά τη Λήδα
Μαρμάρινο ανάγλυφο, 1ος-2ος αι. μ.Χ. Από την Κνωσό. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

Ιεροσυλία....

Ένας μεγαλόσωμος πολεμιστής κυνηγά μιά γυναίκα, η οποία καταφεύγει στο άγαλμα της θεάς Αθηνάς για να γλυτώσει. Ο άνδρας είναι ο βασιλιάς της Σαλαμίνας Αίας, πρωταγωνιστής του Τρωικού πολέμου. Η γυναίκα είναι η Κασσάνδρα, κόρη του βασιλιά της Τροίας Πρίαμου, περίφημη για την προφητική της ικανότητα και την ομορφιά της. Το γυμνό σώμα της Κασσάνδρας προοιωνίζει την ιερόσυλη πράξη που θα ακολουθήσει.


Αμφορέας με τον βιασμό της Κασσάνδρας από τον Αίαντα (Γύρω στο 450 π.Χ)
 Νέα Υόρκη, The Metropolitan Museum of Art


Κατάρες....η γλώσσα του μολύβι να γίνει ....

Τεκμήριο για τις κατάρες των αρχαίων Ελλήνων και τον ρόλο τους στη λαϊκή κουλτούρα της εποχής. Πρόκειται για έναν μολύβδινο κατάδεσμο, μια ωοειδή μολύβδινη θήκη (βάση και κάλυμμα) που περιέχει μολύβδινο ειδώλιο ανδρός με δεμένα τα χέρια πισθάγκωνα.

Η επιγραφή ονομάζει τους αντιπάλους σε δικαστικό αγώνα. Επάνω στο δεξί σκέλος του ειδωλίου, καθώς και τρίτο στη σειρά των ονομάτων των αντιδίκων προβάλλει το όνομα «Μνησίμαχος», για τον οποίον φαίνεται πως προοριζόταν η κατάρα κατ’ εξοχήν. Τα μάγια καλούνται να δέσουν και όποιον άλλον είναι «σύνδικος» ή «μάρτυς» των αντιδὶκων.
Γύρω στο 400 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Κεραμεικού.


Κατάδεσμος εναντίον επαγγελματικού ανταγωνιστή και πιθανώς αντιδίκου. Το κείμενο είναι χαραγμένο από τα δεξιά προς τα αριστερά, αλλά πολλά από τα γράμματα είναι γραμμένα με τη σωστή κατεύθυνση. 

Στον τελευταίο στίχο το όνομα του θύματος είναι γραμμένο ανάποδα σε σχέση με την υπόλοιπη επιγραφή, ώστε η τύχη του να αντιστραφεί, όπως και τα γράμματα. Με την κατάρα ο Φίλων «δένει» τη γλώσσα, την ψυχή, τα χέρια και τα πόδια του Μικίωνα και εύχεται η γλώσσα του αντιπάλου του να γίνει μολύβι (όπως η πινακίδα) και να τρυπηθεί, τυπική έκφραση για τις κατάρες κατά αντιδίκων. 

Σε δεύτερο κατάδεσμο ανάλογου περιεχομένου, γραμμένο από τον ίδιο γραφέα, ο Φίλων καταριέται, εκτός από τον Μικίωνα, δύο ακόμα άνδρες και μια γυναίκα. Επειδή οι κατάρες στρέφονται επίσης κατά της περιουσίας και εργασίας των αντιπάλων, το υπόβαθρο ίσως ήταν επαγγελματικός ανταγωνισμός. Ένας τρίτος κατάδεσμος κατά κάποιου Φίλωνα (του ίδιου προσώπου;) ίσως να ήταν παραγγελία ενός από τα θύματά του.


Ενεπίγραφη μολύβδινη πινακίδα (4ος αι. π.Χ), Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Τρία ομοιώματα ανδρών με τα χέρια δεμένα πίσω, αντικείμενα άσκησης συμπαθητικής μαγείας, Αρχαιολογικό Μουσείο Δήλου (2ος -1ος αιώνας π.Χ)

Ο νικητής κι ο ηττημένος...

Ο
 Απόλλων, με θεϊκή ηρεμία, παίζει τη λύρα του. Είναι ο νικητής στο μουσικό αγώνα με τον σάτυρο Μαρσύα. Ο Μαρσύας κρατά τους αυλούς και με τη στάση του δηλώνει την ήττα του. Η φτερωτή Νίκη πλησιάζει τον Απόλλωνα για να του δέσει στο κεφάλι την ταινία του νικητή. Ολύμπιοι θεοί παρακολουθούν από ψηλά τον ενδιαφέροντα αγώνα.
Μια Μούσα πάνω σε υποπόδιο διαβάζει από τον ανοιχτό πάπυρο τις φρικτές συνέπειες της ήττας. Επειδή, πριν την έναρξη του αγώνα, είχε οριστεί ο νικητής να επιβάλει στον ηττημένο όποια τιμωρία ήθελε, ο Απόλλωνας, παρασυρμένος από την οργή του, έδεσε τον Μαρσύα σε πανύψηλο πεύκο ή πλάτανο και τον έγδαρε. 


Πελίκη με τον αγώνα ανάμεσα στον Απόλλωνα και τον Μαρσύα (360-350 π.Χ)
Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale

Βράζω απ’ αγανάκτησιν όταν θυμούμαι πόσον ο Ατρείδης μ’ εξουθένωσεν.......

Ο πρωταγωνιστής της Ιλιάδας, ο Αχιλλέας έντονα ενοχλημένος που ο Αγαμέμνων του πήρε την αγαπημένη του Βρισηίδα, έχει αποσυρθεί από τη μάχη. Τυλιγμένος στο ιμάτιό του, σκυφτός με το χέρι στο κεφάλι και τη ματιά του καρφωμένη στο έδαφος, εκφράζει τη βαθιά θλίψη του.

Απέναντι του ο Οδυσσέας, σε εντελώς άνετη στάση, προσπαθεί να τον μεταπείσει για να ξαναγυρίσει στη μάχη. Για την ενίσχυση του ρόλου του, ο Οδυσσέας έχει φέρει μαζί του τον πολεμιστή Διομήδη και τον γηραιό Φοίνικα, δάσκαλο του Αχιλλέα.

Στάμνος με θλιμμένο Αχιλλέα (500- 450 π.Χ)

Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig 

Μήδεια: στα δίχτυα της παραφροσύνης του προδομένου έρωτα

Η Μήδεια, τυφλωμένη από ζήλια για την απιστία του συζύγου της, ετοιμάζεται να σκοτώσει τα παιδιά της. Με το δεξί της χέρι κρατά το μαχαίρι ενώ με το αριστερό το κεφάλι του γιου της, ώστε να καταφέρει να τον σκοτώσει. Ο γιος της φαίνεται να απλώνει το αριστερό του χέρι προς την μητέρα του μία στάση που δείχνει παράκληση, με το δεξί του χέρι πιάνει αυτό της μητέρας του που ακουμπά στο κεφάλι πιθανότατα προσπαθώντας να ξεφύγει.


Ερυθρόμορφη λήκυθος που αποδίδεται στον ζωγράφο του Ιξίωνα(340-320 π.Χ)
Musée du Louvre, Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων, Παρίσι


Τρόμος και απόγνωση κυριαρχούν στο παλάτι, όπου η Γλαύκη πέφτει από το θρόνο της νεκρή. Έχει δηλητηριαστεί από το στέμμα της, γαμήλιο δώρο της Μήδειας η οποία την εκδικείται γιατί της πήρε τον άντρα, τον Ιάσονα.

Ο πατέρας της Γλαύκης, ο γέροντας βασιλιάς Κρέων με το δεξί του χέρι πάνω από το κεφάλι τραβάει τα μαλλιά του ως ένδειξη απελπισίας ενώ αφήνει να του πέσει το σκήπτρο του. Με το αριστερό του χέρι
κρατά την κόρη του και κοιτά απελπισμένα τη γυναίκα του Μερόπη, η οποία απεικονίζεται σε στάση απόγνωσης. 

Ο αδελφός της Γλαύκης, ο Ιππότης μάταια προσπαθεί να απομακρύνει το θανάσιμο στέμμα.

Η Μήδεια, τυφλή από το πάθος της, κορυφώνει την εκδίκησή της απέναντι στον Ιάσονα, με μια αποτρόπαια πράξη αρπάζει με βία το παιδί της για να του αφαιρέσει τη ζωή.

Το παιδί απελπισμένο και ανήμπορο, αποζητά τη σωτηρία του. Ο αδελφός του, με την πλάτη γυρισμένη, μάταια προσπαθεί να ξεφύγει.

Η Μήδεια θα διαφύγει με ένα άρμα σταλμένο από τον παππού της τον Ήλιο. Το άρμα οδηγεί ο δαίμονας Οίστρος προσωποποίηση της μανίας

 Δίπλα στο άρμα, ο Ιάσονας κοιτά έκπληκτος και θυμωμένος αλλά μη μπορώντας να αντιδράσει.

Πρόκειται για έναν απουλικό κρατήρα που βρέθηκε στον τάφο ενός πολεμιστή. Η εικονογραφική παράσταση του συγκεκριμένου αγγείου είναι επηρεασμένη κατά πάσα πιθανότητα από το θέατρο.


Κρατήρας με το μύθο της Μήδειας (310-300 π.Χ.) 
Μόναχο, Staatliche Antikensammlungen and Glyptothek Muenchen



Incompatible emotions by shown Coss

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

«Ας γελάσω για όλα αυτά τα χάλια γιατί δε θέλω να κλάψω…» Μ. Καραγάτσης



Πορτρέτο του Μ. Καραγάτση, φιλοτεχνημένο από τη σύζυγό του Νίκη.
 [Πηγή: anemourion.blogspot.gr]




«Ένας άνθρωπος πιο λίγος σ’ αυτόν τον κόσμο… Μικρό το κακό! Πέθανε το γουρούνι μου! Ψόφησε ο γάιδαρός μου! Ας γελάσω! […]» 

Μ.Καραγάτσης, Το χαμένο νησί, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»


Ο Μ. Καραγάτσης σε μπαλ-μασκέ στο σπίτι του τεχνοκριτικού της «Καθημερινής» Αγγέλου Προκοπίου (αριστερά), μεταμφιεσμένος σε πειρατή. Δίπλα στον Καραγάτση, η ηθοποιός Ελσα Βεργή [Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

«....Αγαπώ το φωτεινό, το γνωστό Σήμερα»


Ο Καραγάτσης είναι Μορφή. Τριάντα ολόκληρα χρόνια βασίλεψε αδιαφιλονίκητα στα ελληνικά γράμματα αυτός ο λεβέντης, που τίποτε δε φοβήθηκε. Ούτε από τα όσα λέγονται, ούτε από τα όσα γίνονται, ούτε κι από τα όσα γράφονται. Ένιωθε πως το χρέος του ήταν να χαίρεται το σήμερα, όπως προβάλλει την κάθε μέρα παρθένο κι ολόδροσο με την ευκή του Θεού. Πίστευε πως μόνο μόνο οι δειλοί, μόνο οι αβέβαιοι για τον εαυτό τους, παραγνωρίζουν το μέγιστο τούτο δώρο· και τους συμπονούσε, όταν τους έβλεπε να το εξευτελίζουν πασχίζοντας να οικονομηθούν στο συμβατικό ανθρώπινο Πάνθεο, ανάμεσα στους άλλους χλιαρούς απαθανατισμένους, που για να πληροφορηθείς τα ξεχασμένα ονόματά τους πρέπει να διαβάσεις τα χρυσωμένα γράμματα.

Ο Καραγάτσης ήξερε να ζει. Τρυγούσε το σήμερα από τον ακήρατο αφρό του ως το πικρό κατακάθι. Κι όλα τα ήθελε να είναι ολόγυρά του άφθονα:οι φίλοι, τα αισθήματα, οι πράξεις, τα λόγια, τα πράγματα.Επόμενο είναι πως μια τέτοια ζωή έχει αμέτρητες χαρές και λύπες πάμπολλες· κι επακόλουθο είναι, πως και το έργο που βγαίνει από μια τέτοια ζωή, θα έχει τις δυνατές και τις αδύναμες στιγμές του.

Ίσως, δεν γινόταν το έργο να είναι αλλιώτικο από ό,τι ήταν ο ίδιος: η έκφραση της πλησμονής και η άρνηση του μέτρου.Το μέτρο είναι μια υποχώρηση για να συνεννοηθούμε, ένας συμβιβασμός για να υπάρξουμε. Ο Καραγάτσης, όμως, δε νοιαζόταν να υπάρξει μόνο. Απαιτούσε να ζήσει. Και την έζησε τη ζωή του όσο λίγοι τη ζουν, είτε ως άτομα ενυπόστατα είτε ως υποψήφιες προτομές.

Έτοιμος την κάθε στιγμή να αγωνιστεί, να πει αδίσταχτα εκείνο που νόμιζε, να αντιδικήσει με όποιον κι αν ήταν, δικαίωνε καθημερινά την πνευματική του παρουσία. Και το ίδιο έτοιμος να φάει να πιει και να γιορτάσει, χαιρόταν ανυπόκριτα την ηδονή της ύλης. 


Μπαλ-μασκέ στο σπίτι του Μ. Καραγάτση. 
 Ο συγγραφέας με τη Ρηνιώ Παπανικόλα, το 1957. 
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]



«...άλλη ζωή δεν υπάρχει»

Ως μαχητής δε θριαμβολογούσε. Κι ενώ ως άνθρωπος ήταν ανυπόμονος και καμιά φορά οξύς, είχε απέραντη συγκατάβαση για τις αδυναμίες των άλλων και τη διάθεση πάντα να βοηθήσει.
Ήξερε πως στη ζωή έχουν όλα την καλή και την ανάποδή τους όψη. Η αυτάρκεια την ανάγκη, η νίκη την ήττα και η ζωή το θάνατο. Και ήξερε και κάτι ακόμη, πάρα πολύ σημαντικό: πως όσο κι αν σε συντρέχει το ριζικό, πως όσα πολλά κι αν μπορείς κι όσα πολλά κι αν κατορθώνεις, έρχεται κάποτε κι η στιγμή που θα πρέπει να αποδείξεις το αν είσαι πραγματικά ή αν φαίνεσαι μόνο παλικάρι.

Όταν έφτασε και για τον Καραγάτση αυτή η στιγμή, την αντιμετώπισε με την αντρεία του Διγενή και με τη σοφία του Νέστορα. Ο ίδιος όμως την είπε με τόσα λίγα:

«Εμένα ο θάνατος δε μου χτύπησε μόνο την πόρτα· την άνοιξε κι αντικρυστήκαμε».

Έπειτα από ένα τέτοιο συναπάντημα, φυσικό ήταν ο Καραγάτσης να βιάζεται. Αρχίζει να γράφει το «10», δουλεύοντας με ξεχωριστό κέφι, όμως δεν είναι γραφτό να το τελειώσει. Ο θάνατος που συνεχώς περίμενε στην ανοιχτή πόρτα, την κλείνει μια μέρα πίσω του και μένουν με τον Καραγάτση, για λίγο οι δύο τους, ενώπιος ενωπίω. Το τι να είπαν κανένας δεν το έμαθε. Υπάρχει ωστόσο μια παράγραφος στο μυθιστόρημα, που ίσως βοηθάει να μαντέψουμε κάτι:

«Αυγάτισε άξαφνα η καταχνιά· σκέπασε με ασάφεια τα πάντα. Τα δεμένα φορτηγά στου Ξαβέριου και στη Ζώνη, πήραν μορφή ονειρική. Η καμπάνα του Άι Νικόλα άρχισε ν’ αργοσημαίνει τον Όρθρο. Καναδυό ευσεβείς σταυροκοπήθηκαν βιαστικά· οι περισσότεροι δεν έδωσαν σημασία· δεν πίστευαν σε Θεό και Διάβολο, μόνοι τους έπρεπε να τα βγάλουν πέρα σε τούτη τη ζωή, άλλη ζωή δεν υπάρχει».

Το πως άλλη ζωή δεν υπάρχει, το πως όλα εδώ αρχίζουν κι εδώ τελειώνουν, σε τούτη τη ζωή και για μερικούς, μάλιστα, πολύ σύντομα, το δικαιολογημένο αυτό και τόσο ανθρώπινο παράπονο, το αφήνει ο Καραγάτσης να του ξεφύγει μόλις σε ένα κατοπινό γράμμα του. Αλλά και το συγκαλύπτει αμέσως με μια κατ’ επίφαση θετική προσέγγιση:

«Φαντάζουμαι πως όταν πεθάνω — πράμα που δε θα αργήσει — θα γραφτούν πολλά για το έργο μου και την προσωπικότητά μου. Το μεν έργο μου ίσως αμφισβητηθεί. Για την προσωπικότητά μου ήδη η κοινή γνώμη έχει διαμορφώσει την πεποίθηση πως είμαι άνθρωπος τίμιος, ευθύς, εύψυχος, αυθόρμητος, με μυαλό ξεκάθαρο και καλά οργανωμένο. Ακόμα και οι εχθροί μου παραδέχονται δημοσία αυτές τις ιδιότητές μου. Συνεπώς δεν αμφιβάλλω ότι θα μου αναγνωριστούν και μετά θάνατο....»

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1960 το απόγευμα, είχε κιόλας φτάσει στο 1517 χειρόγραφο του «10». Έβγαλε τα γυαλιά του, έκλεισε το στυλόγραφό του, σηκώθηκε να περπατήσει μερικά βήματα όπως το συνήθιζε κι ύστερα χαμογέλασε ικανοποιημένος. 

— Πολύ τα διασκεδάζω αυτά που γράφω για τους εργατοπατέρες, είπε. Βρήκα κι ωραίο ψευδώνυμο του Φώτη Μακρή. . . Ξαναφόρεσε τα γυαλιά του και διάβασε το τέλος του διαλόγου: «Κάνεις λάθος. Υπάρχει η συνδικαλιστική οργάνωση, που οδηγεί τον αγώνα». «Ποιος; σάρκασε ο Παυλόπουλος. Ο Πότης Κοντός κι η συμμορία του; Ας γελάσω!» Και γέλασε ο ίδιος ο Καραγάτσης με παιδιάστικη χαρά και νεανική ευφορία.

«Ας γελάσω!» Είναι οι δυο τελευταίες λέξεις που έγραψε. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας τον βρήκε ο θάνατος. Τον βρήκε όμως καλόκεφο κι όμορφο κι ετοιμασμένο.

Κι ας ήταν μόλις πενήντα δυο χρονώ...

Νίκος Πολίτης, Ο καλός κ’ αγαθός, Τετράδια «ΕΥΘΥΝΗΣ» 14, Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση (Είκοσι χρόνια από τον θάνατό του), σελ. 49-52

Τα προσωπικά αντικείμενα του Καραγάτση, επάνω στο γραφείο του, την ημέρα του θάνατον του. Η τελευταία σελίδα του τετραδίου με το μυθιστόρημα «10» που έμεινε ατελείωτο…




«Θεωρείς τη λογοτεχνία επάγγελμα; Ας γελάσω!» 

Μ.Καραγάτσης, Ο Κίτρινος Φάκελλος, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»


«Ας γελάσω!»

«Ας γελάσω!», – μια φράση χαρακτηριστική της εκρηκτικής ιδιοσυγκρασίας και της περιπαικτικής διάθεσης που διακατείχε τον Μ. Καραγάτση ως άτομο, λογοτέχνη, ακόμα και κριτικό. Άνθρωποι από το στενό οικογενειακό του περιβάλλον, φίλοι και παρέες, επισημαίνουν το χιούμορ – ενίοτε σκοτεινό και βαρύ -, την ειρωνεία, τον αυτοσαρκασμό, ακόμα και τη ροπή του συγγραφέα προς τις φάρσες. 

Ο αυτασαρκασμός δεν θα τον εγκαταλείψει ούτε και όταν βρίσκεται άρρωστος στο κρεβάτι, γνωρίζοντας πλέον ότι η κατάσταση της υγείας του είναι σοβαρή και μη ανατρέψιμη. Έτσι, στην τελευταία επίσκεψη της Ιουλίας Ιατρίδη στο σπίτι του, θα την υποδεχτεί με τα εξής λόγια: «Με βλέπεις; Ωραίο λείψανο δε θα κάνω;» 



....θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό

Γεννήθηκα
 στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιο. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια - σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι - τους διαφόρους «αρμοδίους», όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση, όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά». 


Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πως, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθητριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην "γυναίκα των ονείρων μου". Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω...αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά... Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ. Καθηγητής - γέρος πια - ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών...

Κάποτε
 σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, Άγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τόρριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί...

Έγραψα
πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωές μου- Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεΐζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πώς το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ. Σπύρο Μελά.

Δεν επείραξα
ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου, όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πως ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο.  

ΑΜΗΝ 

Μ. Καραγάτσης



Φιλόλογος ή Δικαστικός κλητήρας; That is the question.

«Είναι δέκα χρόνια τώρα που καταπιάστηκα με τη φιλολογία. Διάβασα πολύ, έγραψα λίγο. Ομολογώ ότι δεν έχω το γνώθι σ’ αυτόν, ή μάλλον δεν έχω καμμιάν γνώμη για τον εαυτό μου. Πλέω σε μια φοβερή αβεβαιότητα. Τα χειρόγραφα μου (δεν είναι και πολλά) τάχω στοργικά κλεισμένα σ' ένα συρτάρι. Τους ρίχνω ταχτικά ναφθαλίνη, γιατί δεν έχω το θάρρος να τα εξαφανίσω από το πρόσωπο της γης. Ποτέ όμως δεν τα πήρα υπό μάλης, για να τριγυρίσω τα γραφεία των διαφόρων περιοδικών. Αυτό το κουράγιο δεν το είχα.

 Με δισταγμό ανίχνευσα το έδαφος στο διαγωνισμό της Νέας Εστίας. Έστειλα κάτι παληό και μισόχρωμο. Επαινέθηκε, και πήρα το θάρρος. Μα αυτός ο έπαινος δεν ήταν σίγουρη απάντηση στην απορία μου. 

Κάνω τίποτα μουτζουρώνοντας χαρτί ή όχι; Κάθε υπομονή έχει και τα όρια της. Σας στέλνω μερικά δημιουργήματα μου, και σας παρακαλώ να με κρίνετε. Σας υπόσχομαι να δεχτώ την κρίση σας με βουδική γαλήνη. Οπωσδήποτε, όμως, κρίνοντάς με, θα κάνετε ένα ψυχικό, που αναμφίβολα, θα επηρεάσει την τύχη σας από ημέρα της Κρίσεως! Φιλόλογος ή Δικαστικός κλητήρας; That is the question. Σ' αυτό απαντήστε μου».

(Απόσπασμα επιστολής του Μ. Καραγάτση προς τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, λίγο καιρό μετά τον πρώτο έπαινο που απέσπασε το 1927 στον Α' Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Νέας Εστίας. Συμμετείχε με το διήγημα «Η κυρία Νίτσα» που εκτός από τον έπαινο είχε αποσπάσει και τις ευμενείς κρίσεις του ίδιου του Ξενόπουλου)


Είμαι μια ευπρεπής μετριότητα...

Επί 25 χρόνια οι κριτικοί επιμένουν να διαφωνούν ριζικώς για το έργο μου. Οι μισοί ισχυρίζονται πως είναι καλό. Οι άλλοι μισοί πως είναι κακό. 

Περιττό να πω πως εγώ διαφωνώ και με τους μεν και με τους δε. Και τούτο διότι οι μεν υπέρ-επαινούν το έργο μου βασιζόμενοι στα χειρότερα στοιχεία του. Οι δε κατά, το κατηγορούν παρεξηγώντας τα καλύτερα στοιχεία του. 

Τολμώ να νομίζω πως είμαι ο καλύτερος κριτικός στο έργο μου. Και αυτό για 2 λόγους. Πρώτον, επειδή δεν καβάλησα το καλάμι, να πιστεύω πως είμαι μεγαλοφυής συγγραφέας. Δεύτερον, επειδή δεν κατατρύχομαι από νοσηρό πνεύμα κατωτερότητας, να νομίζω πως είμαι ντιπ κατά ντιπ αποτυχημένος. Απλούστατα, είμαι μια ευπρεπής μετριότητα...
Μ. Καραγάτσης (Σε μια σπάνια ραδιοφωνική του συνέντευξη)


Ημερήσια εκδρομή στην αρχαία Κόρινθο. 
Από αριστερά η Μαρίνα Καραγάτση, ο πατέρας της, η μητέρα της Νίκη και δύο αρχαιολόγοι συμφοιτητές της Μαρίνας.[Πηγή: anemourion.blogspot.gr] 

Τούρτα κάθε 28 Οκτωβρίου....

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: .....για κάποιον ανεξήγητο λόγο, μου άρεσε πάντα να εκδηλώνω παραμορφωμένα τα αισθήματά μου. Πώς λοιπόν να καταλάβεις κι εσύ η δόλια τι ένιωθα για σένα. (Παύση) Βρε Νίκη, το ξέρεις ότι κοντά σου ποτέ μου δεν βαρέθηκα;

ΝΙΚΗ : Από καβγάδες όμως άλλο τίποτα. Με μούρλανες με τα νεύρα σου.


ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ :
Δεν το αρνούμαι. Πράγματι, και καβγαδίζαμε και στεναχωρούσε ο ένας τον άλλον. Ναι. Ήμουν δύστροπος, στραβοκέφαλος, ανοικονόμητος, ανυπόφορος. Όχι όμως ψεύτης και κάλπης. Αυτό τουλάχιστον πρέπει να το παραδεχτείς. Αλλά κι εσύ βρε παιδί μου όταν πεισμάτωνες - αχ αυτό το φοβερό αντριώτικο πείσμα σου - όλο «όχι » έλεγες. Μεταμορφωνόσουν σε ένα τεράστιο απειλητικό «όχι» που με έκανε έξω φρενών.

ΝΙΚΗ (Γελώντας):
Αλήθεια, θυμάσαι, Δημήτρη, που κάθε 28 Οκτωβρίου μου έφερνες μια τούρτα, για να γιορτάσουμε, λέει, την ονομαστική μου εορτή; 


ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (Γελώντας σηκώνει τό ποτήρι τον με το νερό προς τη Νίκη) : Στην υγειά σου. Να ’σαι καλά. Αλήθεια, πού πήγες και τη θυμήθηκες αυτήν την ιστορία; 

Μαρίνα Καραγάτση, Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι [Το αυλιδάκι], 
εκδόσεις Άγρα (σελ 202-203)

Από αριστερά ο Μιχάλης Τσαγκαράκης, η Μαρίνα και ο Μ. Καραγάτσης το 1957 στο Μόναχο.[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

«Οι Γιώτηδες.....»

Ο
 Δημητράκης συνεχώς με τα νεύρα του και τις αϋπνίες του.[....] Η Νίκη ποτές δεν μου παραπονείται, ποτές δεν μου μιλεί για τις καβγάδες των. Πάντοτες ο Δημητράκης. Τον τελευταίο καιρό όμως η κατάστασις έχει χειροτερεύσει. Πρόκειται για αυτήν την παλιογυναίκα την Γιώτα, τη γυναίκα του φίλου του, του Γιώτη. Δεν είναι αυτό το πραγματικό της όνομα. Ο Δημητράκης όμως, πάντοτες πρωτότυπος, έτσι απεφάσισε να τη φωνάζει χαϊδευτικά : «Γιώτα-Γιώτα» που είναι τα αρχικά του ονόματός της και του επιθέτου της. Και τον άνδρα της, άκουσον άκουσον, τον ονόμασε Γιώτη. Τι να είπεις... 

Φαίνεται λοιπόν πως αυτοί οι δύο, Δημητράκης και Γιώτα, έχουν σχέσεις από τον καιρό της Κατοχής. Η Νίκη πότες δεν είπε το παραμικρόν. Όποτε όμως ανέφερα αυτό το όνομα ή την εωτούσα τι κάνουν οι Γιώτηδες, απαντούσε κάπως ειρωνικώς.
Μαρίνα Καραγάτση, Το Ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι (Η γιαγιά Μίνα), εκδόσεις Άγρα (σελ. 81-82)


Στη φωτογραφία αριστερά ο Καραγάτσης στρατιώτης. Δεξιά το πορτρέτο που φιλοτέχνησε η γυναίκα του, Νίκη, με βάση αυτή τη φωτογραφία. 
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

Πώς έγινα φασίστας...

Το μικρό μαγαζί έχει ένα μειονέκτημα, που καμμιά φορά διώχνει τον καταναλωτή και τον οδηγεί στο «μεγαθήριο». Το μειονέκτημα αυτό δεν είνε κανών. Κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά εξαίρεσις μερικών ασυνειδήτων εμπόρων, που προσπαθούν να κερδίσουν εξαπατώντας τον πελάτην. [....]

Τις παραπάνω σκέψεις μου τις γέννησε η ανάμνησις ενός επεισοδίου μου – τον καιρό της κατοχής – με κάποιον ασυνείδητο παπουτσή της οδού Σταδίου. Η γυναίκα μου τού είχε παραγγείλει ένα ζευγάρι άσπρα παπούτσια και του προπλήρωσε, όπως ήταν τότε συνήθεια, όλη την αξία. Τα παπούτσια, όμως, που της παρέδωσε ήταν κακής ποιότητας και ακατάλληλα για το πόδι της. Με άλλα λόγια, ο ασυνείδητος επαγγελματίας, έχοντας πληρωθή προκαταβολικώς, επάσαρε στην πελάτισσα κάποιο έτοιμο ζευγάρι που του είχε απομείνει, ισχυριζόμενος τάχα ότι το έφτιαξε επί μέτρω! Επρόκειτο, δηλαδή, περί καθαράς απάτης. Κι όταν η γυναίκα μου του απέδειξε πως η …. παραγγελία δεν έμπαινε στο πόδι της, την εξύβρισε σκαιώς και της εδήλωσε. 

Αυτά είνε τα παπούτσια σου! Αν θέλεις τα παίρνεις! Αν δεν θέλης, μη σώσης και τα πάρης. Άλλά δεν σου φτιάχνω ούτε και σου επιστρέφω τα χρήματα.

Εκείνον τον καιρό, δεν υπήρχε κράτος και δικαιοσύνη για να βρω το δίκηο μου. Αποφάσισα λοιπόν ν’ αντιμετωπίσω την απάτη με απάτη. Και να εκμεταλλευθώ τις … φυσικές μου ιδιοτυπίες, δηλαδή τα ξανθά μου μαλλιά και τα γαλανά μου μάτια, που με κάνουν να μοιάζω με βόρρειο. Φόρεσα χακί πουκάμισο, χακί παντελόνι σορτ, και πηγαίνω στο μαγαζί του ως άνω εντιμοτάτου επαγγελματίου. Μπαίνω μέσα φουριόζος και χαιρετώ ναζιστί:


- Χάιλ Χίτλερ!

- Χάιλ Χίτλερ, μου απαντάει ο αγνός αυτός Έλλην. Τί επιθυμεί ο Κύριος;

- Να μου ντίνη αμέσως πίσω το λίρα που εκλέψατε από το κυρία Καραγάτση! Σβαϊνφόλκ! Φερφλούχτε!

Φαίνεται πως ήμουνα αγριεμένος, αν κρίνω από τα μούτρα του παπουτσή που είχαν πανιάσει.

- Αμέσως χερ ομπερστί, μου λέει τραυλίζοντας από το φόβο του. Ήταν παραξήγησις. Η κυρία δεν κατάλαβε.

- Εγώ κατάλαβα πως εσύ είσαι γκουρούνης! Να μου ντίνη αμέσως το λίρα, μη σε στείλω Χαϊνταρι! Γκοτφέρντουμ!

- Όχι χερ Γκενεράλ! Μη με κάψης τον κακόμοιρο! Να η λίρα … Ήταν παρεξήγησις…

Ετσέπωσα τη λίρα μου, εχτύπησα τα τακούνια κ’ εχαιρέτησα πάλι φασιστί.

- Χάιλ Χίτλερ!

- Χάιλ Χίτλερ! Μουρμουρίζει κι ο εξουθενωμένος παπουτσής

Και με συνοδεύει ως την πόρτα με τραγικά χαμόγελα και κωμικές υποκλίσεις.[....]

Μ. Καραγάτσης, Πώς έγινα φασίστας, 
περιοδικό Αντί (αφιέρωμα στον Μ. Καραγάτση, σ. 8-9)



Παρουσιάστηκες συ για Καραγάτσης και ΄γω για Μαραμπούς
17.10.1939
Θυμάσαι, Κόλια, ένα κοριτσάκι, που μια συννεφιασμένη μέρα του περσινού χειμώνα το κοροϊδέψαμε, σ’ εκείνο το δρομάκι πίσω απ’ τον «Ευαγγελισμό»; Παρουσιάστηκες συ για Καραγάτσης και ΄γω για Μαραμπούς. Ούτε χάσαμε ούτε κερδίσαμε κι οι δύο στην αλλαγή. Δυο παλιάνθρωποι που σκαντζάρουν τα πασαπόρτια τους, πάντα παλιάνθρωποι μένουν.

Δεν ξέρω πώς, μου ήρθε, εδώ και λίγες μέρες, κέφι να ξαναδώ το κοριτσάκι, έτσι, για να του πω πως λυπάμαι για την ανόητη φάρσα που του έκανα. Το φώναξα. Ήρθε. Και πήγαμε κάπου μακριά και μιλήσαμε.

Με ρώτησε πώς και τη θυμήθηκα, μετά τόσον καιρό. Δεν ήξερα τι ν’ αποκριθώ. Αναμάσησα τα αιώνια βρομερά λογοτεχνικά ψέματα, γιατί δεν είχε την απαιτούμενη φιλοσοφική προδιάθεση να δεχτεί την ομολογία της κυνικής αλήθειας. Άκουσε τις υποκριτικές δικαιολογίες μου με αγγελική αφέλεια, και μου είπε: «Δίχως άλλο δεν θα ΄χετε φίλους».

Τότε η πηγή της ψευτιάς στείρεψ’ εντός μου, και αποκρίθηκα: «Φίλους; Έχω έναν, μα δεν είναι δω. Λείπει ταξίδι». Κι έτσι ήρθε η κουβέντα για σένα. Και κράτησε πολύ.[......]
Γεια χαρά,



Μ. Καραγάτσης

Αλληλογραφία Νίκου Καββαδία – Μ. Καραγάτση, Εισαγωγή-
Επιμέλεια Μαίρη Μικέ, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2010




Τι θυμούνται οι πεθαμένοι, κοντά στις ρίζες των δέντρων; 

Εφυολόγος
και οξύτατα εφυογράφος, είχε αλλάξει τον αδόξαστο σε βαρύγδουπα ονόματα της ελληνικής σκηνής, με ένα καθαρά καραγάτσειο προτέρημα όταν λάθευε στην προ-κριση (και είχε λαθεμένα κρίνει την Μαίρη Αρώνη) δεν δίσταζε το ίδιο ευτόλμως να ανακαλέσει... αυτοκρινόμενος! 

Η φήμη ήθελε τον Καραγάτση αγνοούντα τη θλιβερή καθημερινότητα. Και κυρίως την πολιτική τύρβη. Πολύ πιθανόν, όμως θα ήθελα να καταθέσω δύο μαρτυρίες. Το βιβλιαράκι του, με τίτλο ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ όπου εκθέτει την άποψη του για την ανάγκη να επιλέγονται τα υποψήφια πολιτικά πρόσωπα, από τους εν δράσει διακρινόμενουs πολίτες 
(ει οι φιλόσοφοι βασιλεύουσιν κατά Μάρκον Αυρήλιον) και, σε πρακτικό επίπεδο, θυμάμαι να επιζητεί συνάντηση του κόμματος των ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΩΝ στις εκλογές του 1956, με την ακραία του καιρού αριστερά. Γνωστά τα αποτελέσματα, αλλά και τότε και τώρα - και πάντα; - αντί των διακρινομένων με γνώση και δράση... ο Γουλιμής.

 Έκτοτε ο Καραγάτσης δεν αναμείχθηκε με τα κομματικά. Τον ίδιο πάνω κάτω καιρό ετόλμησα ένα ατόπημα: Υπήκοος στα σοσιαλιστικορεαλιστικά μου αισθητικά ιδεώδη(;) κατέκρινα το μυθιστόρημα του Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ. Δεν έκρινε την... κρίση μου, αλλά για διάστημα πάνω από ένα χρόνο δεν μου ξανάπε καλημέρα. Και πως τα έφεραν οι καιροί... Τριάντα χρόνια μετά τη ΜΕΓΑΛΗ ΦΥΓΗ του, λεηλάτησα το μυθιστόρημα για την τηλεόραση, ενώ νωρίτερα ήδη είχα καταπιαστεί με τη σεναριοποίηση του ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ και του ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ ΛΙΑΠΚΙΝ. 

Δεν χάρηκα την τιμή να με... περιλούσει κατά τον σαρκαστικότατο τρόπο του. ...Τι θυμούνται οι πεθαμένοι, κοντά στις ρίζες των δέντρων; κατά πως έγραφε ο Σεφέρης στην Κορυτσά, τον χειμώνα του ’37.




Η Μαρίνα Καραγάτση υπό το στοργικό βλέμμα του ποιητή Νίκου Καββαδία.
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

..εφέτο μ’ έδειραν τα μελτέμια του Αιγαίου

«Εμένα, εφέτο μ’ έδειραν τα μελτέμια του Αιγαίου. Στη Μύκονο, στην Άντρο. Κλεισμένος σε μια κάμαρα, πλάι στο κύμα, έγραφα την ιστορία της φυλής των Ελλήνων. Γαμημένη ιστορία ξεκωλιάρας φυλής. Είναι αφάνταστο πώς κατέχουμε την τέχνη να κυλιόμαστε στο βούρκο και να περιπλανιόμαστε στ’ αστέρια. Σαράντα αιώνες αυτό το βιολί. Περισσότεροι ναι, λιγότεροι όχι. Πώς να τους ξεγράψεις, τους αφιλότιμους;»

(από επιστολή του Μ. Καραγάτση στον Νίκο Καββαδία, Αθήνα 27.9.49)

Ο Καραγάτσης με τον ποιητή Αντώνη Βουσβούνη, το 1957.



..στιγμές που τα έχανε σα μικρό παιδί.....

Ένοιωθε την ανάγκη του «άλλου» ο Καραγάτσης, του φίλου που του εμπιστεύονταν, πότε ρομαντικά πότε κυνικά, τα πάντα της ατομικής του ζωής. Ήταν βαθύς παρατηρητής, ψυχολόγος, εξομολογητικός,σκωπτικός και συναισθηματικός και στον προφορικό και στον γραπτό λόγο. Αν με το γραπτό λόγο ζητούσε τη δημιουργία, και, μέσα από τη δημιουργία, τη δόξα, με τον προφορικό λόγο, με τη φιλική εμπιστευτική κουβέντα που είχε κι’ αυτή όλη την αυθόρμητη λογοτεχνική χάρη των κειμένων του, γύρευε τη λύτρωση, την παρηγοριά, την κατανόηση, τη συμβολή, την προστασία. 

Αυτός ο δυνατός, ο συχνά ακατάδεκτος, κι’ ο εγωιστικός, ο οργανωτικός, ερχόταν στιγμές που τα έχανε σα μικρό παιδί.Το καλοκαίρι του 59, χτυπημένος πια από την αρρώστια, ήρθε στη Μύκονο, όπως κάθε χρόνο, στη Μύκονο που τόσο την αγαπούσε. Το βαπόρι έφτασε κατά τα μεσάνυχτα. Φυσούσε δυνατό μελτέμι κι’ είχε κάμποσο ταλαιπωρηθεί. Τον περιμέναμε στο μώλο. Βγήκε κατσουφιασμένος χλωμός. Τον πήγαμε στο δωμάτιο που του είχαμε προσωρινά κρατήσει. Δεν του άρεσε - και με το δίκιο του - μα εκείνη τη στιγμή δέν υπήρχε άλλο καλύτερο. Το δωμάτιο τον απέλπισε. 

Κατεβήκαμε να τσιμπήσει κάτι στο μαγερειό του Βάρναλη που ήταν η προτίμησή του. Δίπλα, σε μια καρέκλα, είχε αφήσει τη βαλιτσούλα του. Προσπαθούσαμε να τον γαληνέψουμε με αστεία και κουτσομπολιά. Άρχισε να ησυχάζει. Ξαφνικά, καθώς έτρωγε κι’ έπινε με το φαγητό του λίγο ουίσκι - οι γιατροί του το είχαν επιτρέψει - ρίχνει τη ματιά του στη βαλίτσα του. Την περιεργάζεται καλά-καλά και πετιέται επάνω, ανάστατος, κραυγάζοντας: 

«Δεν είναι αυτή η βαλίτσα μου! Έγινε λάθος, μου την αντικατάστησαν, πάω, χάθηκα, είχα μέσα τα φάρμακά μου τι θα κάνω τώρα, πού θα τη βρω; Πάμε στον τουρισμό, γρήγορα πάω, χάθηκα!» 

Κι’ άρχισε πάλι να εξετάζει τη βαλίτσα του, κατάχλωμος, με γουρλωμένα μάτια, για να δει αν επί τέλους είναι ή δεν είναι δική του, χωρίς να μπορεί να βεβαιωθεί γι’ αυτό.

Αναστατωθήκαμε κι’ εγώ κι’ η γυναίκα μου που του κρατούσαμε συντροφιά. Ξανακάθεται φουρτουνιασμένος, ψάχνει να βρει τα κλειδιά του, δεν τα βρίσκει. Το κακό χειροτερεύει. Ξανασηκώνεται και φωνάζει πάλι: 

«Θα φύγω αμέσως για την Αθήνα αν περάσει βαπόρι!» 

Μα δεν είχε πια βαπόρι για τον Πειραιά, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Στο μεταξύ, το αίνιγμα λύθηκε. Μ’ ένα πηρούνι, η γυναίκα μου άνοιξε την αμφισβητούμενη βαλίτσα, και πετάχτηκαν τα μπουκαλάκια με τα φάρμακα. Τι χαρά ήταν εκείνη που τον πλημμύρισε! Άστραψαν τα μάτια του, έγινε όλος ένα χαμόγελο, κι’ έφαγε το υπόλοιπο φαγητό με απίστευτη όρεξη. Ήταν πάλι ο Καραγάτσης, όπως τον ξέραμε, όπως τον απολαμβάναμε.

Aπό κείνη τη στιγμή άρχισε να χαίρεται τη Μύκονο, ως την ημέρα που έφυγε. Ξαναπήγε και το περσινό καλοκαίρι. Ήταν το τελευταίο του.

Αντρέας Καραντώνης, Μνήμη του Καραγάτση, 
Τετράδια «ΕΥΘΥΝΗΣ» 14, Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση
 (Είκοσι χρόνια από τον θάνατό του), σελ. 137-138)

Μύκονος 1955
[Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη, Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη]


Αν βρισκόμουν εν ζωή θα έγραφα ένα άκρως σπαρταριστό διήγημα.....

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : .... Εμείς όλα τα θυμόμαστε... Και ως προς τα προσωπικά μας, τα θυμόμαστε μεν, δε χολοσκάμε δε. Καρφάκι δεν μας καίγεται. (Παύση.)

ΝΙΚΗ : Ν’ αγιάσει το στόμα σου, Δημήτρη μου. Κοίτα να δεις που καθόμουνα μια ζωή και μαράζωνα για τις διάφορες, και για κείνη εκεί την Τόνια τα τελευταία χρόνια, που σε ξεθέωνε η αφιλότιμη αδιαφορώντας για το βαρύτατο καρδιακό σου πρόβλημα, και τρέχα γύρευε τι κάνατε εκείνο το μοιραίο απόγευμα και σ’έπιασε η μεγάλη κρίση πάνω στο κρεβάτι...

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : Ούτε που πρόλαβα να ανοίξω το βαλιτσάκι μου με τις κοραμίνες και τις ατροπίνες που το κουβαλούσα πάντοτε μαζί μου, καλού-κακού.

ΝΙΚΗ : Και τελικά σε έφεραν σηκωτό στο σπίτι οι υπάλληλοι του αδερφού σου του Τάκη. Πάλι καλά που η Μαρίνα εκείνη την ώρα έλειπε και δεν έμαθε ποτέ από πού μας είχες έρθει.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (Γελώντας) : Έτσι ακριβώς όπως τα λες έγιναν τα πράγματα. Δεν μπορείς όμως να φανταστείς τι ωραία που τα περνούσαμε με την Τόνια. Γιατί αυτό το νυμφίδιο ήταν αδερφέ μου μεγάλη ανάφτρα:

ΝΙΚΗ : « Allumeuse », που λένε και οι Γάλλοι.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Τη μια ήθελε, την άλλη δεν ήθελε.Όλο νάζια έκανε κι αυτό ερέθιζε στο έπακρο τον ανδρισμό μου. Εκεί λοιπόν, επάνω στην κρίσιμη στιγμή νιώθω ένα δυνατό «ντουπ» στο στέρνο κι έπειτα η ερωτομανής καρδιά μου αφήνιασε.
ΝΙΚΗ : Και η Ανάφτρα τα έχασε και δεν ήξερε ποιόν να πάει να ειδοποιήσει.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : Ναι. Και μέσα στην απελπισία της έτρεξε και τηλεφώνησε στον Νίκο τον Πολίτη κι αυτός έψαξε να βρει τον αδερφό μου τον Τάκη.

ΝΙΚΗ (Γελάει) : Μύλος η υπόθεση. Θυμάσαι; Ο Τάκης βρισκόταν σε μια δεξίωση στον Ιππόδρομο. Κι όταν του ήρθε η είδηση, πώς να εξηγήσει αυτός κοτζάμ Πρόεδρας της Βουλής στους άλλους της παρέας του ότι ο αδερφός του...

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : .. ο Καραγάτσης κείτεται ημιθανής στην γκαρσονιέρα του. (Μεγάλη παύση.) Τώρα λοιπόν, Νίκη μου, που τα βλέπω όλα αυτά από κάποιαν απόσταση μου φαίνονται κυριολεκτικώς κωμικοτραγικά. Είμαι βέβαιος πως αν βρισκόμουν εν ζωή θα έγραφα ένα άκρως σπαρταριστό διήγημα.

Μαρίνα Καραγάτση, Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι [Το αυλιδάκι]

εκδόσεις Άγρα (σελ. 205-206)

Ο Καραγάτσης με τη Νίκη σε κεντρική πλατεία της Σιένας στην Ιταλία.
«3 Θεριστή 1956»[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]
«Addio del Passato»

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Εγώ πάντως κι ας με λες σκληρόκαρδο σε θυμάμαι πολύ καλά εκείνη την τελευταία μου νύχτα που μπήκες λαχανιασμένη και καταϊδρωμένη στο δωμάτιό μου.

ΛΑΣΚΑΡΩ: Ναι. Ήσαστε ξαπλωμένος με τον ορό στο χέρι και διαβάζατε ένα βιβλίο. Χαρά στο κουράγιο σας, κύριε, να μπορείτε να διαβάζετε με διακόσιους ογδόντα σφυγμούς.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Ντίκενς αν δεν κάνω λάθος διάβαζα,

ΛΑΣΚΑΡΩ : Και δίπλα, στο γραφείο σας, ήταν ανοιγμένα τα χαρτιά σας, εκεί που είχατε σταματήσει το μεσημέρι το γράψιμο, πριν να βγείτε έξω. […]

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : Πες μου λοιπόν εσύ, Νίκη. Γιατί να σταματήσω το γραφτό μου στη φράση «Ας γελάσω» ; Φως φανάρι πως προαισθανόμουν ότι σε λίγες ώρες θα σαλπάριζα για το υπερπέραν και ότι αραγμένος στο εξής στο αυλιδάκι μας θα έβλεπα πια τη ζωή σαν μια συναρπαστική κωμωδία παρεξηγήσεων που μόνο για γέλια είναι και σε διαβεβαιώ καθόλου μα καθόλου για κλάματα.

ΝΙΚΗ : Αφού βρε Δημήτρη την είχες έτοιμη την απάντηση, τι κάθεσαι τώρα και με ρωτάς ; Μωρέ αλλάζουν οι άνθρωποι; Έτσι ήσουν πάντα. Ο Καραγάτσης έκανε την ερώτηση, ο Καραγάτσης έδινε και την απάντηση. Όλοι οι άλλοι γύρω του βουβοί και έντρομοι. [......]

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Το γνωρίζετε λοιπόν, φίλτατοι, ότι εγώ λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου πρόλαβα να ψιθυρίσω τις δύο-τρεις πρώτες λέξεις από την αγαπημένη μου άρια; Αυτό πώς σας φαίνεται;

ΛΑΣΚΑΡΩ : Τι άρια; Ένα τραγουδάκι μουρμουρίσατε.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Ναι, Λασκαρώ. Ένα τραγουδάκι. «Addio del Passato» σιγομουρμούρισα και μετά εμπιστεύθηκα το υπέρλαμπρό μου πνεύμα εις τας χείρας του Υψίστου. Με άλλα λόγια τα κακάρωσα.


Μαρίνα Καραγάτση, Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι, [Το αυλιδάκι]
εκδόσεις Άγρα (σελ. 208-209)


«Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου»

Τη μέρα της ταφής του, σαν έφυγε ο κόσμος, έμεινα λίγο μόνος πάνω από τον τάφο του. Οι νεκροθάφτες αποτελείωναν εκείνη την ώρα το έργο τους — χτίζαν το νεκρό μες τον τοίχο του οικογενειακού τάφου, σκέπαζαν με ασβέστη τις ρωγμές. 

Πρώτη φορά έβλεπα να χτίζουν έναν άνθρωπο — κι αυτός που χτίζαν ήταν ένα τέτοιο παλικάρι με τόσο αρσενική ματιά, με τόσο δυνατό κορμί. Ένα μόνο δεν είχε δυνατό, την καρδιά του, που ράγισε νωρίς. Αλλά πριν ραγίσει είχε βάλει τόσο πάθος ζωής μέσα στα βιβλία του, που καθώς έβλεπα το σώμα να χάνεται χτισμένο στη γη, έλεγα πως κάποιο λάθος είχε γίνει. 

Εκείνη την ώρα μια ξένη γυναίκα, άγνωστη, μαυροφορεμένη, γυρίζοντας απ' το νεκρό της είδε τον τάφο, στάθηκε μια στιγμή να παρακολουθήσει το έργο που γινόταν. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα: μια γυναίκα, ο ασβέστης που έχτιζε τον Καραγάτση, η γη.

Ηλίας Βενέζης (από το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας», ένα χρόνο μετά το θάνατο του Μ. Καραγάτση (15.9.61)

Ο Μ. Καραγάτσης το 1942 με το φακό του Τάκη Τλούπα.
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

«Είναι η σελήνη, του αμπελιού....», Τσέζαρε Παβέζε, «ο μέγας μοναχικός»

Cesare Pavese (έργο του Gianfranco Alessio)

... να περιμένεις το φως και ν’ ανυπομονείς...

Από μικρός είχα την υποψία ότι όποιος δεν κοιμόταν δεν θα γερνούσε ποτέ. Ή μήπως ο χρόνος εμφανιζόταν στις αναμνήσεις, κατά τη διάρκεια των διακοπών που σταματούσα έκπληκτος από τον ίδιο μου τον εαυτό, όταν νόμιζα ότι ξυπνούσα έτσι όπως ξυπνάει κανείς το πρωί και γνώριζα ότι μια ακόμα μέρα είχε περάσει, μια ακόμα ζωή, μια ακόμα συνάντηση. 

Η παρουσία των άλλων ήταν μια ευκαιρία που είχα να ζω και να δραπετεύω στο χρόνο, και την αναζητούσα με επιμονή ανεξάντλητη ακόμα και στη βαθιά νύχτα. Μέσα στη νύχτα, στο σκοτάδι, αυτή η παρουσία επανεμφανιζόταν και με ανάγκαζε να συζητώ σαν να είχα κάποιο συνομιλητή, και μου ήταν εύκολο να διασκεδάσω με τον ίδιο τον εαυτό μου, γιατί η μέρα και οι διακοπτόμενες συζητήσεις μου άφηναν την ήσυχη διαβεβαίωση ότι η συνομιλία μου με τους άλλους θα ξανάρχιζε την επαύριο ωστόσο τρεφόμουν στη μοναξιά. Πραγματικά, εκείνα τα χρόνια ο χρόνος εμφανιζόταν μόνον όταν κοιμόμουν ή ξανασκεφτόμουν το παρελθόν. Τα δύο πράγματα γίνονταν ένα, γιατί έβγαινα — ξυπνούσα — ξαναβλέποντας το φως και το παρόν με την ίδια δύσπιστη ανατριχίλα. Η ευχαρίστησή μου να επιστρέφω στον κόσμο, ήταν κάθε φορά ανανεωμένη.

Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι οι γέροι, οι οποίοι κοιμούνται ελάχιστα, περνούν τις ώρες του ξύπνου, και ιδιαίτερα εκείνες της αυγής, αναλογιζόμενοι το παρελθόν. Να είσαι ξύπνιος σημαίνει να σκέφτεσαι και να ζεις, να περιμένεις το φως και ν’ ανυπομονείς. Όντας γέροι και εξοικειωμένοι με το χρόνο, οι πείσμονες αισθήσεις τους και το αδύναμο αίμα τους θα έπρεπε να είχαν ανάγκη περισσότερο από τον πάταγο και το θόρυβο της ζωής. Αυτή η ζωή ήταν καμωμένη από πρόσωπα και πράγματα, από κρότους και φωνές, ήταν μια συνεχής ανταπόκριση, μια κίνηση που δεν είχε παρελθόν. Δεν καταλάβαινα αν θα μου ήταν βολετό να σταματήσω, έστω και από πλήξη και ν’ αφεθώ, όπως εκείνοι, στις αναμνήσεις. Που θα σήμαινε να νιώθεις το χρόνο και το θάνατο.


Όσο για μένα, ακόμα και οι πιο μακρινές αναμνήσεις με εξέπλητταν σαν αποκαλύψεις. Ήταν επίσης άλλο τόσο ζωηρές που με ξανατοποθετούσαν στο παρόν. Το πιο περίεργο γεγονός — αν και συχνά το προκαλούσα στην τέχνη — ήταν το ν’ αντιλαμβάνομαι ότι μια χειρονομία, κάποιο χρώμα, μια φωνή, τα είχα ήδη γνωρίσει ή ακούσει ποιος ξέρει πότε, και γι’ αυτό ανάβλυζαν από την ίδια τη συνείδησή μου μάλλον παρά από τα πράγματα γύρω μου. Με αυτή την υποψία, με αυτή τη βεβαιότητα να αισθάνομαι ριζωμένος στον κόσμο, δοκίμαζα έναν συγκρατημένο ενθουσιασμό, που, αν και εκ φύσεως ήταν περιορισμένος στα μάτια μου και στο κορμί μου, κατόρθωνε να με συνταράξει στο πέρασμά του όπως μια ανθρώπινη συνάντηση. Κι αυτά τα πάντοτε αναπάντεχα ξυπνήματα είχαν πραγματικά κάτι από την παρουσία κάποιου άλλου, την παρουσία ενός φίλου κι ακόμα κάτι από εκείνη τη σιωπηλή παρουσία αυτού που γρήγορα θα γίνει φίλος και που σιωπώντας περπατά στο πλευρό μας και μας κοιτά. 

Πράγματα που δεν είχαν ειπωθεί διαφαίνονταν στο βάθος στη στιγμή όπως ένα αντικείμενο γνωστό φαντάζει στο νερό του πυθμένα μιας στέρνας, και θ’ αρκούσε λίγη τόλμη να βουτήξεις το χέρι σου, και ν’ αγγίξεις τη μακρινή ασύλληπτη παρουσία. Αυτό συνέβαινε ιδιαίτερα πάνω στην αλλαγή των εποχών, όταν ο αέρας διαπερνιέται ολόκληρος από τα ρίγη του παρελθόντος, που δροσερά κι ανέλπιστα μας ξαναφέρνουν παλιές βεβαιότητες. Αυτό το παρελθόν, αυτά τά ρίγη, σαν να μου χάριζαν πρόσθετη ζωή, σάμπως την αίσθηση ότι κάτω από την εύθραυστη στιγμή να είχε συγκεντρωθεί ένας θησαυρός δικός μου που έπρεπε μόνο ν’ αναγνωρίσω.


Γι’ αυτό κάποιες νύχτες του Απρίλη ή του Οκτώβρη τίποτα δεν αγαπούσα περισσότερο, ξαναμπαίνοντας στο σπίτι μετά από πολλή συζήτηση με κάποιο φίλο συνομήλικο, από το να καθυστερούμε τον αποχαιρετισμό. Σιωπούσαμε ή συζητούσαμε για πράγματα αδιάφορα· στον αέρα περνούσαν φώτα αμυδρά, ήχοι, φωνές μακρινές. Μέσα από τις γωνίες στις στέγες κοίταζαν πού και πού τ’ αστέρια, κι άλλοτε μέσα από τα κλώνια κάποιου δέντρου. Όπως σ’ ένα παράξενο παιγνίδι ανέτειλε η σελήνη: σχεδιάζοντας θέατρα σκιών ανάμεσα στα σπίτια ή πάνω στο λόφο πέρα απ’ το ποτάμι κομματιασμένη πάνω στα χόρτα και χυμένη στον ουρανό.

Ο φίλος μου λούφαζε ακίνητος· εγώ ένιωθα να με διαπερνά στις αισθήσεις, στο δέρμα, η πνοή από άλλες νύχτες σαν και τούτη.


Είναι η σελήνη, του αμπελιού!

Ένα βράδυ, η σελήνη ανέτειλε στο φρύδι του λόφου. Οι μακρινές λεύκες ήταν μαύρες· η σελήνη, τεράστια, γεμάτη. Σταματήσαμε. Εγώ είπα: 

«Όλα τα χρόνια, αν και ποτέ δεν θυμάμαι καλά, τον Σεπτέμβρη η σελήνη είναι η ίδια. Εσύ το ήξερες ότι ήταν κίτρινη;»

Ο φίλος κοίταξε τη σελήνη, και συλλογιζόταν. Μου φαινόταν πραγματικά ότι δεν την είχα δει ποτέ έτσι, ενώ είχα συγχρόνως μια γεύση στο στόμα ότι χαιρετίζω σ’ αυτή κάτι το παλιό, κάτι το παιδικό, τόσο που είπα: 

«Είναι η σελήνη, του αμπελιού! Από μωρό πίστευα ότι τα τσαμπιά των σταφυλιών τα κάνει και τα ωριμάζει η σελήνη».
«Δεν ξέρω», είπε ο φίλος. «Για μένα είναι πάντα ίδια».

Τώρα το ρίγος μού πέρασε και η σελήνη με τη γεύση της του τρύγου μάς κοίταζε και τους δυο, σαν μια ύπαρξη που γνώριζα και ξανασυναντούσα. Και, όπως για μια ύπαρξη, το παρελθόν της δεν μετρούσε για μένα που ήμουν νέος και είχα καταφέρει να της πάω αντίθετα και να της μιλήσω, και ν’ ανεβώ μέχρι κει πάνω ανάμεσα στις λεύκες, μες στους γλυκούς ατμούς του θέρους που από πάντα υπάρχουν και ποτέ δεν γερνούν. 


Ο φίλος μου σιωπούσε, κι εγώ σκεφτόμουν ήδη την ευχαρίστηση που θα δοκίμαζα την επαύριο, φέρνοντας μαζί μου κάτω από τον ήλιο τη βεβαιότητα ότι και η νύχτα επίσης είναι ζωντανή.

Έτσι περνούσαν εκείνες οι μέρες μου, μονότονες και δροσερές, μες στις καινοτομίες τους. Δεν φανταζόμουν πως μια μέρα θ’ αντίκριζα τη χαρμόσυνη αναστάτωσή τους σαν μια σταματημένη ανάμνηση.

Τσέζαρε Παβέζε, Ο χρόνος, Ο κύριος Πέτρος και άλλα διηγήματα, 
Οι κλασικοί της Νεφέλης

Cesare Pavese (έργο του Poalo Galetto)