Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Κασσιανή· «ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας»


Ποιήτρια, όχι πόρνη....

Μέσα στο περιβάλλον της εικονομαχικής έριδας πού σηματοδότησε τον 8ο και τον 9ο αιώνα στο Βυζάντιο έζησε η ποιήτρια Κασσιανή. Μορφή αινιγματική, καθώς τα βιογραφικά στοιχεία που σώζονται για το πρόσωπό της είναι ελάχιστα και αντιφατικά.

Η σύγχυση μεταξύ της Κασσιανής και της πόρνης του Ευαγγελίου, τελείως αβάσιμη βέβαια, οφείλεται στην ταύτιση της ποιήτριας με τον υπέροχο ύμνο που έγραψε για την «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» και ο οποίος ψάλλεται κατά τον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης (δηλαδή το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης
).

Όπως
 έχει επισημανθεί, πρόκειται για συνηθισμένη περίπτωση ταύτισης συγγραφέα και λογοτεχνικού θέματος, στην οποία όμως, ας συμπληρώσουμε, βοήθησε και η ζωντάνια με την οποία η ποιήτρια αποτύπωσε στο ποίημά της την ψυχική κατάσταση της αμαρτωλής γυναίκας. Πέραν αυτής της εκδοχής, που πηγάζει απο άγνοια, οι σοβαρές θεωρίες είναι δύο:

Η
 μία θέλει την Κασσιανή να μετέχει σε καλλιστεία αγωνιζόμενη για το αυτοκρατορικο στέμμα, ενώ η άλλη τη θεωρεί γυναίκα της αριστοκρατίας της Κωνσταντινούπολης, που αρχικά έγινε μοναχή και στη συνέχεια ηγουμένη σε μονή της Πόλης.

Πράγματι, η Κασσιανή θα πρέπει να είχε μορφωθεί με τον τρόπο των Βυζαντινών γυναικών της αριστοκρατίας. Και μόνο το γεγονός ότι ποιήματά της επέζησαν στη διάρκεια των αιώνων αποδεικνύει τη ρητορική της δεινότητα και, ως εκ τούτου, την αριστοκρατική της καταγωγή, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν θα της είχε δοθεί ποτέ η δυνατότητα να αξιοποιήσει το ταλέντο της.

Η εκλογή του αυτοκράτορα Θεόφιλου
________
Η παράδοση

Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. 

Σε αυτή, που τοποθετείται χρονικά ή στο 821 ή στο 830 ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: 

«Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά », αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα.

Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: 

«Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» «Και από μία γυναίκα τα καλά », αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. 

Ο Θεόφιλος, είτε γιατί θεώρησε την Κασσιανή πολύ έξυπνη και συνεπώς πολύ δυναμική γι' αυτόν, είτε γιατί προς στιγμή εθίγη ο ανδρικός εγωϊσμός του που μια γυναίκα στάθηκε αντάξια της δικής του μόρφωσης και τον αποστόμωσε μπροστά σε τόσο κόσμο, της είπε θυμωμένος 

"ὦ γύναι εἴθε νά ἐσίγας" (γυναίκα, μακάρι να σιωπούσες), 

της γύρισε την πλάτη αμέσως και πρόσφερε το χρυσό μήλο της εκλογής στη 15άχρονη Θεοδώρα από την Παφλαγονία, αρμενικής καταγωγής.

Πάντως το επεισόδιο αυτό αμφισβητείται από τους νεώτερους ιστορικούς. Τα κύρια επιχειρήματα είναι ότι οι διηγήσεις του επεισοδίου εμφανίζονται 100 περίπου χρόνια αφού έζησε ο Θεόφιλος, το διήγημα περιέχει μοτίβα από την περιοχή του μύθου και της μεταγενέστερης δημώδους παράδοσης η οποία δημιουργήθηκε σταδιακά μέσα στους εικονολατρικούς κύκλους ως αντίδραση ενάντια στο μεροληπτικό εγκώμιο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.



Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος επισκέπτεται τη Μονή των Βλαχερνών, όπως συνήθιζε, 
για να ακούσει τα παράπονα του κόσμου. [Από χειρόγραφο]
_____________________

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. 

Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριο της όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. 

Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. 

Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν 

«ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». 

Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.


«Η ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή»

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή,

τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. 

Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, 
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. 

Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, 
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· 

κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, 
ὁ κλίνας τοὺς Οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· 

καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, 
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις· 

ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, 
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. 

Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, 
τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; 

Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Maria Magdalena - Alfred Stevens, 1887
________________

«Η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες»

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,

σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά
πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,
η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.

Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·

αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,
από το φόβο της κρύφτηκε.

Των αμαρτιών μου τα πλήθη
και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,
ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,
εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.

Η μεταφορά είναι από τον Φώτη Κόντογλου

Albert Edelfelt (1854– 1905), Christ and Mary Magdalen.
_____________

«Eγώ η γυναίκα η μολυσμένη των αμαρτιών»

Κύριε
Eγώ η γυναίκα η μολυσμένη
των αμαρτιών
στα σπλάχνα μου αισθάνθηκα
την θεότητά σου
κι έγινα μυροφόρος.

Με οδυρμούς μύρα ακουμπώ
εμπρός από τον τάφο σου.
Τα σπλάχνα μου η νύχτα τα κατέχει
Μανία η ακολασία μου
Σκοτάδι και θάνατος της σελήνης
ο έρως μου της αμαρτίας

Πάρε τα μάτια μου
μαζί με τα δάκρυά τους εσύ
που όρισες η θάλασσα
να κατάγεται από τα σύννεφα

Κλίνε πάνω απὸ τον στεναγμὸ
τον πιὸ βαθύ της καρδιάς μου
Εσύ που έκαμψες τούς ουρανούς
για να χωρέσει το άφατο..

Θέλω να φιλήσω
τα πόδια σου τα ανέγγιχτα
και να τα προστατεύω
μέσα στις θηλειές των μαλλιών μου

Στο σούρουπο του παράδεισου η Εύα
τους κρότους ακούει και ταράζεται
τρόμαξε και εκρύφτη…

Σωτήρα μου και των ψυχών σωτήρα
Ποιος το κουβάρι των αμαρτιών μου
θα έρθει να ξετυλίξει..
Στης τιμωρίας σου την άβυσσο
ποιος πώς να κρατηθεί..

Μην αποστρέψεις
το βλέμμα σου από πάνω μου
Βλέπε με. Την δούλη σου
Εσύ που είσαι το έλεος.

Γιώργος Χειμωνάς, αφιέρωση στον Οδ. Ἐλύτη, 
περιοδ. Χάρτης , τ. 21-23, Νοε 1986, σσ.474-475


Noli me Tangere, 1514, by Titian, National Gallery, London
____________

Σε ποιο πρόσωπο αναφέρεται ο ύμνος;

Στην ανάλυση του ύμνου έχει υποστηριχθεί ότι η πόρνη ταυτίζεται με τη Μαρία Μαγδαληνή, χωρίς ωστόσο η άποψη αυτή να τεκμηριώνεται. Στο ποίημα δεν μνημονεύεται κανένα όνομα γυναίκας και στα ευαγγέλια πουθενά δεν γράφεται ότι η Μαρία Μαγδαληνή ήταν πόρνη. Τα επτά δαιμόνια από τα οποία την ελευθερώνει ο Ιησούς δεν παραπέμπουν ποσώς σε έκλυτο βίο. 

Αν στραφούμε τώρα στις σκηνές όπου γυναίκες αλείφουν τον Ιησού με μύρο, βλέπουμε πως είναι η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, που πλένει τα πόδια του Κυρίου με μύρο στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο (12.3), ενώ στο κατά Ματθαίον η σκηνή διαδραματίζεται στο σπίτι του Σίμωνα, και η γυναίκα που έρχεται κρατώντας το αλαβάστρινο βάζο με το μύρο δεν αναφέρεται πουθενά πως είναι πόρνη.


Mary Magdalene by John Rogers Herbert (1859)
______________

Την πληροφορία για την αμαρτωλή γυναίκα την παίρνουμε από το κατά Λουκάν ευαγγέλιο (7.36-50), που μας δίνει την ωραιότερη περιγραφή της σκηνής. Με εξαιρετικό λυρισμό, από τον οποίο εμπνέεται και η Κασσιανή, ο ευαγγελιστής περιγράφει τη σκηνή της μετάνοιας της πόρνης. 

«Και ιδού γυνή εν τη πόλει ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω».

The Conversion of Mary Magdalene, Paolo Veronese (περίπου1548)
_______________


Το μόνο σημείο πού θα δικαιολογούσε την αναγωγή της πόρνης σε Μαγδαληνή είναι το ότι στις άλλες περιγραφές (κατά Ιωάννην 12.3, κατά Ματθαίον 26.6 και κατά Μάρκον 14.3) ο Ιησούς δράττεται της ευκαιρίας για να προφητεύσει και να αναγγείλει το θάνατό του, συνδέοντας το μύρο με το μύρο της ταφής του. 

Στις σκηνές τόσο της Σταύρωσης όσο και της Ανάστασης είναι βέβαια η Μαρία Μαγδαληνή, που με τις άλλες γυναίκες παρίσταται στα γεγονότα και φέρνει μύρο για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Ιησού. Η μυροφόρος Μαγδαληνή δεν έχει σχέση ωστόσο με τη μετανοούσα πόρνη ή με τη Μαρία του Λαζάρου, που εκδήλωσε την 
αγάπη της στο πρόσωπό του αλείφοντας τα πόδια του με μύρο.

Ο θρήνος της Μαρίας Μαγδαληνής πάνω από το νεκρό Ιησού, Arnold Bocklin
________________

Για τη σύγχυση σχετικά με την ταυτότητα της «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυνής», δηλαδή, μοιάζει να ευθύνεται αφενός η ασυμφωνία της αφήγησης της ιστορίας της πόρνης μεταξύ των ευαγγελίων και αφετέρου η θεολογική και πραγματολογική σχέση των σκηνών του μύρου.

Η σύνδεση της πόρνης με τη μυροφόρο Μαγδαληνή βασίζεται στους εισαγωγικούς στίχους του ποιήματος, όπου «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», αισθανόμενη τη θεότητα του Κυρίου, αναλαμβάνει «τάξιν», δηλαδή υπηρεσία, μυροφόρου. Για το λόγο αυτό έχει υποστηριχθεί πως η Κασσιανή ταυτίζει την αμαρτωλή γυναίκα με τη μυροφόρο Μαγδαληνή. 

Θα μπορούσαμε όμως να υποθέσουμε πως η Κασσιανή - που δεν ήταν δυνατόν να μη γνωρίζει σε βάθος τα ευαγγέλια - απλώς συνδέει τις περιγραφές των επεισοδίων που προαναφέραμε με τη σκηνή των μυροφόρων σε μια προσπάθεια μετάδοσης ενός θεολογικού μηνύματος που εξάλλου βλέπουμε να συνδυάζει και άλλα στοιχεία, όπως η συσχέτιση της αμαρτωλής με την Εύα.

Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί η ποιήτρια για την περιγραφή της ψυχικής κατάστασης της αμαρτωλής γυναίκας παρουσιάζει συγγένειες με τις αντίστοιχες περιγραφές της Σταύρωσης στην ομιλητική και την υμνογραφία. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες που παραπέμπουν στην κτίση και στην εξουσία του Κυρίου πάνω της: οι νεφέλαι, το ύδωρ της θαλάσσης, αλλά και ο κλίνας τους ουρανούς, οι οποίες δίνουν έμφαση αφενός στη φιλανθρωπία του Κυρίου και αφετέρου στη μετάνοια της γυναίκας.

Ο
κύριος των νεφελών και του ύδατος της θαλάσσης καλείται να δεχθεί τις πηγές των δακρύων της, ο παντοδύναμος Θεός που λύγισε τους ουρανούς με την άφραστη κένωσή του καλείται να σκύψει στο στεναγμό της καρδιάς της.


Jules Joseph Lefebvre (1836–1911) The Sorrows of Mary Magdalene 
____________________

Αντίστοιχη χρήση εικόνων υπηρετεί τη σειρά των αντιθέσεων που παρατηρούμε στους ύμνους του Πάθους, μόνο πού σ' αυτή την περίπτωση η δομή είναι αντιθετική: ο δημιουργός που σταυρώνεται από το δημιούργημα, ο αναμάρτητος που κατηγορείται από τους αμαρτωλούς κτλ.

Το σώμα του τροπαρίου, δηλαδή η κεντρική αφηγηματική του σκηνή, βασίζεται στον παραλληλισμο της αμαρτωλής με την Εύα: η γυναίκα φιλάει, πλένει με δάκρυα και σκουπίζει με τα μαλλιά της τα πόδια του Κυρίου, τα ίδια εκείνα πόδια που όταν άκουσε τον ήχο τους ένα δειλινό η Εύα στον Παράδεισο, κρύφτηκε από φόβο. 

Οι τελευταίοι στίχοι καταδεικνύουν την αντίθεση ανάμεσα στο πλήθος των αμαρτιών της γυναίκας και το ανέγνωρο της κρίσης του Κυρίου. Η μόνη της ελπίδα είναι η δική της μετάνοια και το έλεός του.

Εισαγωγή της Νίκης Τσιρώνη από την έκδοση ΚΑΣΣΙΑΝΗ η υμνωδός,
εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2002.(αποσπάσματα) 


Dionigi Bussola, Gesù muore sulla croce, (particolare di Maria Maddalena), 1663
_______________

Το τροπάριο της Κασσιανής και ο Κωστής Παλαμάς

Τα
 δραματικά λόγια του τροπαρίου της Κασσιανής δεν ήταν πάλι δυνατόν να μην μιλήσουν και στην περιπαθή και ευαίσθητη ψυχή του ποιητή Κ. Παλαμά, που με πολλούς τρόπους ύμνησε τον κόσμο του Βυζαντίου σε διάφορους τόνους λυρικής μέθης.

 Ζει και αυτός παρόμοιες καταστάσεις κάτω από το βάρος της δικής του αμαρτωλότητας, των τύψεων και της λαχτάρας για συγχώρεση. Τούτο το ποίημα της Κασσιανής, σαν ένα παθητικό κρυφομίλημα, εκφράζει και τη δική του κριματισμένη και αμαρτωλή ψυχή. Νιώθει και τη δική του ψυχική κατάσταση να ταυτίζεται με κείνες της Κασσιανής και της αμαρτωλής μοιχαλίδας. Πολύ συχνά, γεμάτος μυστικοπάθεια και συντριβή, αισθανόμενος την αμαρτία να τον βαραίνη βυθίζεται στη συντριβή που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου του.

Εκείνη η συντριβή, θα πη ο ίδιος, «με βυθίζει σε μια εκστατική προσδοκία, με φτερώνει και μ’ εξαγνίζει, με κάνει να διαβλέπω το είναι μου σ’ έναν καθρέφτη μαγικό, μου φέρνει δάκρυα στα μάτια». (Ποιητική)

Στην «Ποιητική» και στο «Λυρισμό του εγώ» ο ίδιος θα σημειώσει:

«Ο
 ποιητής γνωρίζει, ζει με την αντίληψη και το πάθος, με το φόβο κάποιας ενθύμησης και με την απόγνωση κάποιας συμφοράς. Είναι κάτι σαν αμαρτία και σαν ξεπεσμός, σαν κατρακύλισμα, σαν εξορία, χαμός κάποιου παράδεισου που θα λογάριαζε πως της ήταν αρχικά της ζωής του γραμμένο να κατοικήσει, ένας εκτοπισμός απάνου σε μιαν άγονη πια κι αχάριστη γη. Τον τρώει το σαράκι. Η τύψις. Κάτι που δεν τον αφήνει να πατήσει ποτέ στέρεα. Μια φοβερή αδυναμία...»


Magdalena, Sieger Koder 
________________

Από το τροπάριο της Κασσιανής στέκεται ιδιαίτερα στους στίχους της: «Νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας». Αυτόν τον «οίστρο της ακολασίας» θέλει να πετάξη από μέσα του και να υψωθή προς τον «έμπυρο ουρανό».

Α
ισθανόμενος κι αυτός συχνά την ίδια νύχτα και τον ίδιο οίστρο ακολασίας, μα και τον ίδιο ζοφώδη και ασέληνο έρωτα της αμαρτίας μέσα του, θέλησε να εκφραστή με δικό του τρόπο. 

Ενδοσκοπείται ο ίδιος και καταθέτει μια συγκλονιστική μαρτυρία που αντικαθρεπτίζει την προσωπική, την «εκ βαθέων» δραματική εξομολόγηση και υπαρξιακή τοποθέτησή του. Συνθέτει η παραφράζει το κείμενο του τροπαρίου της Κασσιανής δίνοντάς του το χρώμα της δικής του εσωτερικής κατάστασης, της αυτοσυνειδησίας του, ολόκληρης της ψυχής του, απογυμνωμένης και ανυπόκριτης. 

Σε τούτους τους στίχους του δεν εκφράζει κάποιες σκέψεις η νοήματα που συμφωνούν πολύ η λίγο με τις αρχές της Ορθοδοξίας, αλλά αποτυπώνεται ολόκληρη η στάση ζωής του Χριστιανού. Αυτή τη στάση ζωής την ονόμασε ο ίδιος «Κασσιανισμό» από το όνομα της Κασσιανής, και αποτελεί ασφαλώς μια καθαρά μεταφυσική ενατένιση της ζωής και προσεγγίζει το αληθινό νόημα της Ορθοδοξίας. Παραθέτουμε τους στίχους του:

Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας ... Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε ... Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.


Magdalena Mural Monestir Pedralbes s.XVIII
_____________


Μα και στο ποίημά του «Νέοι Ανάπαιστοι και Ίαμβοι» των «Βωμών» πάλι ο νους του πηγαίνει στη βυζαντινή καλόγρια και ποιήτρια Κασσιανή και την υμνεί μέσω της αμαρτωλής γυναίκας του Ευαγγελίου:
«Με της Κασσίας καλόγριας
τα δάκρυα, τα τροπάρια
κλαίω, βρέχω, φιλώ τ’ άχραντα,
πόρνη, του θείου ποδάρια.
Ξεπλέκω ολόμαυρα ύστερα
μαλλιά, τα κρίματά μου,
για να σφουγγίσω τ’ άχραντα
ποδάρια του έρωτά μου»


Tintoretto, Magdalena penitente (Musei Capitolini, Roma, 1598-1602)

________________

Το τροπάριο της Κασσιανής και ο Μίκης Θεοδωράκης

Ο Μίκης Θεοδωράκης, σε ηλικία 17 ετών - ζούσε εκείνη την εποχή με την οικογένειά του στην αρκαδική πρωτεύουσα - έγραψε το πρώτο πολυφωνικό του έργο, που ήταν το τροπάριο της Κασσιανής για τετράφωνη χορωδία. Η πρώτη δημόσια εκτέλεσή του έγινε τη Μεγάλη Τρίτη του 1942, στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας στην Τρίπολη. Μάλιστα επικράτησε σε διαγωνισμό μεταξύ τριών Κασσιανών που ψάλθηκαν στις εκκλησίες της Τρίπολης.

Όπως θυμάται ο ίδιος «…από μικρό παιδί έψελνα στην εκκλησία και σε ηλικία 15 ετών «διορίστηκα» μαέστρος στην Χορωδία της Αγίας Βαρβάρας στην Τρίπολη, με την υποχρέωση να γράφω κάθε Κυριακή νέες εκκλησιαστικές συνθέσεις.  Στην Τρίπολη έγραψα πολλά έργα για την εκκλησιαστική χορωδία της Αγίας Βαρβάρας, που σ’ ένα διάστημα ήμουν κι εγώ ο μαέστρος της. Έγραψα πολλά «Σε υμνούμεν», χερουβικά και μία Κασσιανή, την οποία αναπαλαίωσα, την ξανάγραψα. Μετά από σαράντα ακριβώς χρόνια στο Παρίσι πάνω σ’ αυτό το ίδιο μοτίβο στήριξα ένα από τα τελευταία μου έργα, την Τρίτη Συμφωνία»...

Σαράντα χρόνια μετά, στις 27 Μαρτίου 1983, στην εκκλησία του του Αγ.Βασιλείου στην Τρίπολη, ο Μίκης θεοδωράκης διδάσκει «το τροπάριο της Κασσιανής».
____________

Στα 1942, τη Μεγάλη Tρίτη, η Τριπoλιτσά είχε αναστατωθεί από τη μάχη των τριών Κασσιανών, όπως την ονόμασαν. Πραγματικά, μέσα στη νύχτα της ξένης Κατοχής, στα 1942, στην Τρίπολη, τρεις χορωδίες παρουσίασαν τη Μεγάλη Τρίτη τρεις “Κασσιανές” τριών συνθετών που ζούσαν στην Τρίπολη, σε τρεις διαφορετικές εκκλησίες. 

Το τύπωμα και το μοίρασμα διαφημιστικών προκηρύξεων, που προκάλεσε την παρέμβαση των αρχών κατοχής και ο αφορισμός από το δεσπότη, του Γιάννη Παναγιωτόπουλου-Κούρου, με την απαγόρευση να δοθεί η «Kασσιανή» του στη Μητρόπολη, προσέδωσε εκρηκτικό χαρακτήρα στην ατμόσφαιρα. Εκτός από τον Κούρο, ο καθηγητής μου κ. Παπασταθόπουλος είχε γράψει τη δική του «Kασσιανή», που θα την ερμήνευε ο ΜΟΤ (Μουσικός Όμιλος Τριπόλεως) στον Προφήτη Ηλία, κι εγώ τη δική μου, που θα τη δίναμε στην Αγία Βαρβάρα.

Ο Κούρος βρήκε τελικά κάποιο ξωκλήσι. Το έργο του ήταν στηριγμένο στην Αρκαδική Μουσική, δηλαδή μια απλούστευση της βυζαντινής, δικής του επινοήσεως. Ο ίδιος ήταν καθηγητής ιχνογραφίας στο γυμνάσιο, δεξιός ψάλτης στον Αη-Βασίλη, τη μητρόπολη, και κυρίως μέγας τραγουδιστής, με ειδικότητα τα επιτραπέζια «κολοκοτρωναίικα», όπως είναι γνωστά. Πολύ ψηλός, ξερακιανός, θυμόσοφος, καλαμπουρτζής και γερό ποτήρι, αποτελούσε ένα ζωντανό θρύλο. 

Στην «Κασσιανή» του, στη φράση «ως εν των Παραδείσω», είχε βάλει φωνές πού έκαναν “τσίου-τσίου”, δηλαδή τα πουλιά του Παραδείσου, πράγμα που έδινε χειροπιαστά την εικόνα και ίσως γι’ αυτήν την τόλμη ο δεσπότης τον αφόρισε. Δεδομένου ότι η βυζαντινή τέχνη θα πρέπει να παραμένει απογυμνωμένη από ειδωλολατρικά τερτίπια, όπως είναι τα «πουλάκια» ή τα «μουσικά όργανα» ή μια νέα αντίληψη για τη μελοποίηση, που να ξεφεύγει από τα ιερό πρότυπα και την παράδοση της εκκλησίας.

Η σύνθεση της δικής μου «Κασσιανής» έγινε στις αρχές του 1942. Τότε είχα μια δική μου τετράφωνη χορωδία στην Αγία Βαρβάρα, για το μέρος της Λειτουργίας. Έγραφα "Χερουβικά", "Σε υμνούμεν" και άλλα μέρη. Άρχισα τις πρόβες αμέσως. Κάθε φωνή ξεχωριστά. ‘Έτσι κάθε μέρα δούλευα τέσσερις ώρες μόνο για τις φωνές. Ανακάλυψα και ένα θαυμάσιο βαρύτονο -ήταν μόνιμος επιλοχίας- για τον οποίο έγραψα ένα μεγάλο σόλο. 

Λίγο πριν από την παρουσίαση του έργου ένας Αυστριακός αξιωματικός που δήλωνε μαέστρος στην Όπερα της Βιέννης ζήτησε να παρευρεθεί σε πρόβα που έγινε στο σπίτι μου. Ήρθε με άλλους δύο αξιωματικούς της Βέρμαχτ, κοίταξε προσεκτικά τις παρτιτούρες και μας παρακάλεσε να ξεκινήσουμε. Την τετράφωνη ανδρική χορωδία τη διηύθυνα εγώ, ενώ η νεαρή πιανίστα Αποστολάκη συνόδευε στο αρμόνιο. Το ενδιαφέρον των ξένων, που φαίνεται γνώριζαν καλά μουσική, κορυφώθηκε όταν τραγούδησε το σόλο του ο βαρύτονος Νίκος Σαλίβερος, στον οποίο ο αξιωματικός – μαέστρος έδωσε αμέσως την κάρτα του και τον κάλεσε… στη Βιέννη.

Την εποχή εκείνη στην Τρίπολη λειτουργούσε η Παιδαγωγική Ακαδημία με διευθυντή τον Ευάγγελο Παπανούτσο, τον οποίο εγώ και η παρέα μου είχαμε παρακαλέσει να μας μυήσει στον κόσμο της Φιλοσοφίας. Ήμαστε δηλαδή, μαθητές του με την… αρχαϊκή έννοια της λέξης. Ο Παπανούτσος είχε παρευρεθεί στην πρώτη συναυλία μουσικής δωματίου με συνθέσεις μου που δόθηκε στο σπίτι του Ελληνοαμερικανού Μεϊντανή και μάλιστα στο τέλος σηκώθηκε και μίλησε με λόγια θερμά για τα έργα που άκουσε.  Έτσι και μόνο η παρουσία του Παπανούτσου στη δική μου «Κασσιανή» αποτελούσε ένα… στρατηγικό πλεονέκτημα, δεδομένου ότι όπου πήγαινε αυτός, ακολουθούσε σύσσωμη η τοπική… ιντελιγκέντσια! 

Η Μεγάλη Τρίτη ήταν μια υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα. Θυμάμαι ότι είχαμε ανεβεί μαζί με τον σολίστ στο καμπαναριό για μια τελευταία πρόβα. Από 'κεί βλέπαμε τον κόσμο να συρρέει και να γεμίζει τον κήπο της εκκλησίας, φορώντας τα γιορτινά του. Η χορωδία ήταν τοποθετημένη στον γυναικωνίτη κι εγώ διηύθυνα με την πλάτη στο κοινό. Πρόλαβα όμως να δω στις πρώτες θέσεις τον πολύτιμο Παπανούτσο, τον Νίκο Δεληβοριά, τον "σταρ" δικηγόρο και μετέπειτα δήμαρχο της Απελευθέρωσης και πολλές άλλες σημαντικές προσωπικότητες.

Χάρη στον πατέρα μου, στη δική μας εκτέλεση, στην Αγία Βαρβάρα,  ήρθαν οι αρχές της πόλης. Πρόλαβα όμως να δω στις πρώτες θέσεις τον πολύτιμο Παπανούτσο, τον Νίκο Δεληβοριά, τον “σταρ” δικηγόρο και μετέπειτα δήμαρχο της Απελευθέρωσης και πολλές άλλες σημαντικές προσωπικότητες.

Ο κόσμος πατείς με πατώ σε. Ψάλαμε από το γυναικωνίτη με μεγάλο τρακ και συγκίνηση. Ακόμα θυμάμαι το φάλτσο που έκανε ο Τάκης, που ως συνήθως τραγουδούσε πάντα λίγο χαμηλά. Τον είδα να τεντώνει το λαιμό του και είπα: «Τώρα θα το κάνει», και το έκανε. Αυτό έσπασε τη μαγεία της στιγμής. Ο Παπανούτσος, όλος χαρά, μάς έσφιγγε τα χέρια στο προαύλιο της αυλής. 

Μετά και οι τρεις χορωδίες σμίξαμε σε μια υπόγεια ταβέρνα. Φάγαμε, ήπιαμε και, οι αθεόφοβοι, ψάλαμε και τις τρεις «Kασσιανές», αφήνοντας την επόμενη μέρα άφωνους τόσο τους οπαδούς μας όσο και τις Αρχές Κατοχής, που για πρώτη φορά στη ζωή τους είδαν να ξετυλίγεται μπροστά τους ένας αδυσώπητος μουσικός πόλεμος με ένα τέτοιο αναπάντεχο τέλος. Θα είπαν ασφαλώς μέσα τους "αυτοί οι Έλληνες είναι τρελοί…".

Καθώς τα θυμάμαι όλα αυτά με μεγάλη συγκίνηση, μου ήρθε ξαφνικά στον νου η σκέψη ότι η «Κασσιανή» μου ήταν έργο Φιλίας. Πραγματικά το κίνητρό μου ήταν να γράψω ένα σύνθετο έργο για τους φίλους μου, που τραγουδούσαν τότε τα πρώτα μου τραγούδια σε εκδρομές και καντάδες κάτω από τα παράθυρα των αγαπημένων μας κοριτσιών…


 
Το Τροπάριο της Κασσιανής σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Χορωδιακό-Εκκλησιαστικό έργο για τετράφωνη μικτή χορωδία και ορχήστρα. Σολίστ: Κυριάκος Καλαϊτζίδης.
___________

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Η Έλλη Λαμπέτη θυμάται: το τόπι, ένα «όχι», ένας φόνος...


Η οικογένεια Λούκου σε κυριακάτικη εκδρομή. Από δεξιά, ο πατέρας Κώστας Λούκος, 
η Φωτεινή, η Αναστασία, ο Τάκης στην αγκαλιά της και όρθια η Κούλα. 
 Η Έλλη στα πόδια του πατέρα της.
__________


Ανασκαλεύοντας μνήμες παιδικές

Η Έλλη Λαμπέτη (κατά κόσμον Έλλη Λούκου) γεννήθηκε στα Βίλια Αττικής στις 13 Απριλίου 1926 και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της σε μια πολύτεκνη και φτωχική αλλά αγαπημένη οικογένεια. Ήταν το έβδομο παιδί της οικογένειας του Κώστα Λούκου και της Αναστασίας Σταμάτη, και μάλιστα γεννήθηκε μία ώρα μετά τον δίδυμο αδελφό της, τον Τάκη.

Τα παιδικά της χρόνια στα Βίλια και στο Πόρτο Γερμενό, όπου παραθέριζε η οικογένεια, ήταν απλά, σημαδεμένα από τη φύση και τις ομορφιές της επαρχίας.

Λίγους μήνες πριν πέσει οριστικά η αυλαία της ζωής της - στις 3 Σεπτεμβρίου 1983 στο Mount Sinai Hospital των ΗΠΑ - η Έλλη Λαμπέτη ξεκαθαρίζει τους «λογαριασμούς» της, ανιχνεύοντας τ’ αποτυπώματα των βημάτων της και ξετυλίγοντας το κουβάρι 57 χρόνων ζωής. Σε μια συγκλονιστική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, λιτή γήινη, ανθρώπινη, η Έλλη Λαμπέτη στέκεται στο προσκήνιο και παίζει τον τελευταίο και πιο ρεαλιστικό ρόλο της. Τις εκμυστηρεύσεις της καταγράφει η δημοσιογράφος Φρίντα Μπιούμπι.

Στο απόσπασμα  που ακολουθεί ανασκαλεύει τις μνήμες των παιδικών της χρόνων: 

«Εκείνη τη χρονιά στη Θήβα έγινε κάτι άλλο που δε θα το ξεχάσω ποτέ. Αυτή την ιστορία, πριν πεθάνω, πρέπει να τη γράψω μόνη μου, γιατί, παρότι ήταν ένα σχετικά απλό περιστατικό, πήρε με τα χρόνια, καθώς τη μελέτησα, άλλες διαστάσεις...

Είναι λοιπόν η χρονιά που ζω στη Θήβα, μια χρονιά που θεωρώ πως ωρίμασα, πως μεγάλωσα. Μεγάλωσα μόνη μου. Πόνεσα από νοσταλγία, σκέφτηκα πολύ, φιλοσόφησα. Έμαθα να διαβάζω τα Ευαγγέλια του παππού, εκείνος μου εξηγούσε τη σημασία τους, τα έμαθα απ' έξω...


Κι έρχονται τα Χριστούγεννα και φτάνει στη Θήβα ο θείος Λάμπρος, γιος του παππού, διευθυντής τότε στην Εθνική Τράπεζα στην Αθήνα, για να κάνει Χριστούγεννα μαζί μας. Μου φέρνει κι ένα δώρο. Ένα τόπι... Πρέπει να σου πω ότι τα τόπια, τότε, στη Θήβα τουλάχιστον, ήταν η λόξα της εποχής, μια τρέλα- το παιχνίδι! Συνήθως τα φτιάχναμε μόνοι μας από καουτσούκ, αυτό που χρησιμοποιούσαν για τις σόλες παπουτσιών. Πηδούσαν πολύ, τόσο που αναγκαζόμαστε να τα δένουμε μ' ένα σπάγγο για να τα ελέγχουμε. Είχα μάθει να κάνω τα καταπληκτικότερα παιχνίδια, τα καταπληκτικότερα κόλπα με το τόπι μου...

Αλλά το τόπι που μου φέρνει ο θείος Λάμπρος είναι άλλο πράγμα. Αγοραστό! Ένα τόπι που μου φάνηκε σαν Ρέμπραντ, ένα έργο τέχνης - αυτή είναι η ανάμνηση που έχω από κείνο το τόπι. Τα χρώματα που είχε πάνω του! Δεν ήταν παιχνίδι αυτό, ήταν κάτι άλλο...



Heinrich Eduard Linde-Walther, Girl with a Ball (1939)
____________


Και είναι Κυριακή ή ανήμερα τα Χριστούγεννα - κάτι τέτοιο. Γιορτή. Λιακάδα και κρύο πολύ. Παίζω με το τόπι μου στην αυλή της γιαγιάς μου. Έχουν φυτρώσει τα κρεμμυδάκια, τα μαρούλια... Ο εξωτερικός τοίχος - ένας από κείνους τους πολύ χοντρούς, τους πέτρινους - είναι σκεπασμένος με μια κίτρινη τριανταφυλλιά. Παίζω με το τόπι μου μέσα στη λιακάδα, πανευτυχής.

Σ' αυτή την εικόνα μπαίνει κι ένας νεαρός. Είναι ξάδελφος των αποπάνω, γιατί η γιαγιά μου, καθώς είχε ανάγκη από λεφτά, νοίκιαζε τον πάνω όροφο του σπιτιού σ' αυτόν που είχε το ηλεκτρικό του χωριού. Το ηλεκτρικό τότε ήταν ιδιωτικό. Μάλιστα έσβηνε, θυμάμαι, στις έντεκα κάθε βράδυ. Έκανε πρώτα ένα προειδοποιητικό σινιάλο, ύστερα από λίγο ένα δεύτερο, διπλό, και μετά έσβηνε οριστικά.

Ο νεαρός που σου λέω είχε έρθει απ' την Κοζάνη ή κάπου βόρεια, για να κάνει Χριστούγεννα στο σπίτι της ξαδέλφης του. Είναι ένα ωραίο παιδί, ψηλό... Δεν ξέρω αν ένιωθα γι' αυτόν κάτι σαν πόθο, μάλλον όχι, γιατί ήμουν πολύ μικρή... Τον θυμάμαι να κάθεται εκεί στον ήλιο, πλάι στην τριανταφυλλιά, ακουμπισμένος στον τοίχο... Και όπως παίζω, μου φεύγει το τόπι το χρωματιστό και κυλάει στα πόδια του. Τον βλέπω τι κάνει και τρομάζω: το πατάει με το τακούνι του! Μου λέει: 

«Πες μου: σε παρακαλώ πολύ, δώσ' μου το τόπι». 

Τον κοιτάω στα μάτια, λέω: «Δώσ' μου το τόπι» - δεν μπορούσα να του πω «σε παρακαλώ»• κάτι μέσα μου μ' έκανε να μην μπορώ να του το πω.

Εξακολούθησε να με κοιτάζει ειρωνικά, προκλητικά, στα μάτια: «Πες μου, σε παρακαλώ, αν δε μου πεις θα στο σπάσω». 

Τον ακούω και τρελαίνομαι. Είναι σα ν' ακούω «θα σου σπάσω το κρανίο». 

Τον κοιτάω κατάματα, επίμονα, αλλά δεν του λέω «σε παρακαλώ». 

Λέω απλά: «Δωσ' μου το!». 

Λέει: «Όχι, θα μου πεις: σε παρακαλώ». Και τον βλέπω να πατάει το τόπι μου δυνατά, αλλά πάλι λέω: «Δώσ' μου το τόπι». 

«Θα πεις: σε παρακαλώ». «Όχι!». «Θα στο σπάσω!».


Vincenzo Irolli (1860 -1949), Bambina con palla e marionetta
__________


Δεν ήθελα να το πιστέψω ότι θα το έκανε. Ίσως κάποια στιγμή να το μετάνοιωσε κιόλας, αλλά φαίνεται ότι τον προκάλεσα εγώ με τη δική μου αντίσταση. Μια περίεργη, διεστραμμένη αντίσταση μου είχε δημιουργηθεί εκείνη την ώρα. Ανεξήγητη. Κοιταζόμαστε, επέμενα στο «
όχι» μου, κι όμως ήθελα να κάνω κάτι για να μη μου σπάσει το τόπι. Αλλά μου ήταν αδύνατο να κάνω αυτό που μου επέβαλε.


Και καθώς πίεζε με το παπούτσι του, καθώς κοιταζόμαστε, ακούω το μπαμ! Και τότε γύρισα αμέσως την πλάτη μου κι έφυγα... Νεκρή απ' την απελπισία...

Ως εδώ, όλο αυτό θα ήταν ένα δραματικό περιστατικό. Αλλά η συνέχεια του μ' έκανε να το σκεφτώ πολύ σ' όλη μου τη ζωή. Το αγόρι αυτό μετά από λίγες μέρες έκανε φόνο. Μάθαμε πως σκότωσε μια δασκάλα, μόλις διορισμένη, δεκαεννέα είκοσι χρόνων. Την είχε ερωτευτεί κι αυτή δεν τον ήθελε. Και την σκότωσε με την καραμπίνα!

Ήταν φονιάς! Πιστεύω ότι εγώ εκείνο το πρωί του ξύπνησα με την αντίσταση μου τα εγκληματικά του ένστικτα. Άναψε κάτι μέσα του με την άρνηση μου. Κι όταν η άρνηση επαναλήφθηκε απ' την κοπέλα, τη σκότωσε αδίστακτα, όπως είχε σπάσει το τόπι μου.


Φρίντα Μπιούμπι, Η Τελευταία Παράσταση, εκδόσεις Εξάντας, σελ. 65-67


Joaquín Sorolla y Bastida, El niño Jaime García Banús, 1892
Museo del Prado
___________


Το πείσμα που γεννάει ενοχή

Το επεισόδιο αποκαλύπτει αρκετά στοιχεία για τον ψυχισμό της μικρής Έλλης, πρώτα απ' όλα, το πείσμα και την υπερηφάνεια της, πάνω ακόμα κι από τον φόβο. Παρόλο που καταλαβαίνει τον κίνδυνο («τρομάζω»), αρνείται συστηματικά να πει «σε παρακαλώ», μια λέξη που θα τη γλίτωνε αμέσως. Η ίδια την ονομάζει «περίεργη, διεστραμμένη αντίσταση… ανεξήγητη». Δεν είναι λογική επιλογή αλλά κάτι βαθύτερο: μια πρώιμη ανάγκη να μην υποταχθεί, ακόμα κι όταν το τίμημα είναι οδυνηρό. 

Στην ερμηνεία που δίνει ενήλικη, τοποθετεί τον εαυτό της στο κέντρο μιας τραγωδίας: πιστεύει ότι η δική της άρνηση «ξύπνησε» τα εγκληματικά ένστικτα του νεαρού, και ότι ο φόνος της δασκάλας ήταν ουσιαστικά επανάληψη του δικού της «σπασίματος». Αυτό δείχνει από τη μια, έντονη τάση για αυτοενοχοποίηση αλλά και για δραματοποίηση, να βλέπει, δηλαδή, τον εαυτό της ως αιτία-πηγή γεγονότων μεγαλύτερων απ’ αυτήν, με σχεδόν μαγική σκέψη, σαν η δική της χειρονομία ν' αντήχησε σ’ έναν φόνο μέρες αργότερα.

Περιγράφοντας το τόπι σαν «Ρέμπραντ», σαν «έργο τέχνης», δείχνει ένα παιδί με έντονη αισθητική ευαισθησία και συναισθηματική υπερβολή, που βιώνει τα πράγματα μεγαλωμένα, σχεδόν ιερά. Αυτή η τάση να ζει τα γεγονότα σε υπερθετικό βαθμό, είτε πρόκειται για ένα παιχνίδι είτε για μια ενοχή που κουβαλά «σ’ όλη της τη ζωή», προδίδει έναν ψυχισμό προδιατεθειμένο στην ένταση, το πάθος και τη θεατρικότητα, χαρακτηριστικά που θα σφραγίσουν αργότερα την ταυτότητα της ως ηθοποιού.


«Ήμουν ευαίσθητη, πονετική και πεισματάρα...»,
Φρίντα Μπιούμπι, Η Τελευταία Παράσταση.
____________


Μπορεί η άρνηση από μόνη της να «ξυπνήσει» τον φονιά;

Η ιστορία που αφηγείται η Έλλη Λαμπέτη περιγράφει ένα παιδικό περιστατικό όπου η άρνησή της να πει «σε παρακαλώ» και να δώσει το χρωματιστό τόπι στον νεαρό άνδρα, τον ώθησε να το σπάσει βίαια. Αργότερα, ο ίδιος νεαρός έγινε φονιάς, σκοτώνοντας μια γυναίκα που τον απέρριψε ερωτικά. Η Έλλη εκφράζει την πεποίθηση πως η δική της άρνηση εκείνη τη στιγμή «ξύπνησε» ή προκάλεσε τα εγκληματικά ένστικτα του νεαρού.

Η αφήγηση είναι μια συγκλονιστική σκέψη σχετικά με το πώς μικρές εμπειρίες μπορούν να αφήσουν το αποτύπωμά τους και λειτουργούν ως πρόωρο ή μικρό «σήμα» για μελλοντική βία. Ωστόσο, η άρνηση κάποιου και η επιθετική αντίδραση σε αυτήν είναι ένα φαινόμενο που έχει πολλές διαστάσεις. Πράγματι, αν και μερικές φορές, η άρνηση ή απόρριψη μπορεί να πυροδοτήσει έντονα αρνητικά συναισθήματα που εκδηλώνονται ως επιθετικότητα, η σύνδεση δεν είναι απλή ούτε μονοδιάστατη. Η επιστήμη της ψυχολογίας τονίζει ότι η βία και το έγκλημα δεν προκαλούνται απλά από μια άρνηση ή απόρριψη, αλλά είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων - βιολογικών, ψυχολογικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών.

Η κοινωνική απόρριψη, ειδικά σε όσους έχουν δυσκολία να ελέγξουν τα συναισθήματά τους, μπορεί να προκαλέσει έντονη συναισθηματική αντίδραση, η οποία κάποιες φορές οδηγεί σε επιθετικές συμπεριφορές. Η ψυχολογία αναγνωρίζει ότι άτομα με αυξημένη επιθετικότητα ή ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά μπορεί να αντιδρούν βίαια όταν νιώθουν απειλή, απόρριψη ή αδυναμία ελέγχου.

Η άρνηση από μόνη της δεν «ξυπνάει» τον φονιά σε κάποιον. Η βία είναι αποτέλεσμα πολλών παθολογικών και ψυχολογικών παραγόντων που μπορεί να έχουν ανθεκτικές ρίζες στο παρελθόν και στη προσωπικότητα του ατόμου. Αντίθετα, άτομα με ικανότητα να διαχειρίζονται την απογοήτευση, τα συναισθήματα και τις συγκρούσεις έχουν λιγότερες πιθανότητες να γίνουν βίαια. Η ψυχολογία προτείνει πολυπαραγοντική ανάλυση τέτοιων φαινομένων και υπογραμμίζει την ανάγκη κατανόησης, πρόληψης και θεραπείας των βαθύτερων αιτιών της βίας. Η εκπαίδευση και η στήριξη σε θέματα ψυχικής υγείας παίζουν μεγάλο ρόλο.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, γράφει σχετικά: «Η πρόβλεψη της βίας ανήκει στο χώρο της ουτοπίας. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν προβλέπεται. Σημαντικός είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν τυχαία συγκυριακά γεγονότα, που την καθιστούν απρόβλεπτη, μη εντάξιμη σε στενάχωρες κατηγοριοποιήσεις και εξισώσεις. Στο μέτρο που ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να δράσει, δηλαδή ελεύθερος να επιλέξει ανάμεσα σε διαφορετικούς τρόπους δράσης, η συμπεριφορά του είναι απρόβλεπτη. Μέσα από την προσωπική του πράξη ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να διαψεύσει κάθε πρόβλεψη.»



Η Έλλη παιδί, στα πόδια του πατέρα της (λεπτομέρεια)
_________




Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Η γλώσσα δεν είναι σπουδή λέξεων αλλά μελέτη ανθρώπων, Δ. Σολωμός, Διάλογος

File:Dionysios Solomos - Google Art Project.jpg
Δ. Σολωμός, Μουσείο Μπενάκη 

Την πνευματική ελευθερία η μεγαλοφυία του Σολωμού την άγγιξε και την διαλάλησε στο «Διάλογό» του με το φίλο του σοφολογιότατο, πάνω στο συσχετισμό ελευθερίας και γλώσσας: 

«Μήγαρις έχω άλλο στο νού μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη (η γλώσσα) θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα».
«... Και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυό εις τον δρόμον της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω αν κανένας σοφολογιότατος κρώζει η κανένας Τούρκος βαδίζει, διατί διά με είναι όμοιοι και οι δύο».

Στο θέμα της γλώσσας ο Σολωμός δεν είναι απλά ο τολμηρός πρόδρομος του Ψυχάρη. Είναι ο φωτερός οδηγός όλου του κινήματος του δημοτικισμού, ως κινήματος ελευθερίας:

«Εσύ μιλείς διά ελευθερία; - λέγει ο ποιητής στον σοφολογιότατο - εσύ όπου έχεις αλυσωμένον το νού σου από όσες περισπωμένες εγράφησαν από την εφεύρεσιν της τυπογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς διά ελευθερία;».

Ο  ποιητής συνδέει την έννοια της ελευθερίας, όχι με την τυπική έννοια της γλώσσας, αλλά με την ευρύτερη έννοια της, ως μέσου διαφωτισμού του λαού, ως μέσου δηλαδή γιά την απολύτρωση του από το σκοτάδι της αμάθειας. Ετσι, και μόνος ο «Διάλογος» του Σολωμού θά αρκούσε γιά ν’ αναγνωριστεί ο ποιητής ως πολύ μεγάλος Ελληνας. Ο «Διάλογος» του είναι ένας φιλιππικός, γεμάτος αλήθεια, ζωντάνια, αγανάκτηση, ορμή και άπλετο φως:

Ποιητής:...«Σοφολογιότατε, αυτά είναι τα μαθήματα που τους δίνετε και θέλετε να τους φωτίσετε! Τότε κάνει να τους φωτίσετε και με μιά φούχτα στάχτη στα μάτια. Σας δίνω όμως την είδησιν οτι ετελείωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα, με των Τούρκων το βασίλειον. Ετελείωσε και ίσως αναθεματίσετε την ώρα της Επαναστάσεως...».

Και ο ποιητής συνεχίζει τον φιλιττπικό του κατά των σκοταδιστών:

«... Αλλη έγνοια δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξες με τα κεφάλια σας, και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία που κοιμούνται στα χώματα». 

Και συνεχίζει με μιά κεραυνωτική οργή: 

«... Κοράκοι όλοι κοράκοι αληθινοί και χειρότεροι από τον κόρακα, οπού βγήκε από την κιβωτό και εθρεφόταν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του κόσμου...».

Με αυτή την ορμή και αγανάκτηση πολεμούσε ο Σολωμός τους σοφολογιότατους, οι οποίοι προσπαθούσαν να τυφλώσουν το Γένος με την καθαρεύουσα τους, τους τόνους και τα πνεύματα της. Αγωνιζόμενος γιά τη γλώσσα καθαγίαζε ταυτόχρονα ενα μέρος της πνευματικής ελευθερίας. Η βαθύτερη ιδέα που κρύβει ο «Διάλογος» βρίσκεται στην περίφημη φράση του ποιητή:


«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού κι αν είσαι αρκετός (άξιος), κυρίεψε την».

ΠΟΙΗΤΗΣ: Σοφολογιότατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.

ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Γνωρίζεις τα [αρχαία] Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;

ΠΟΙΗΤΗΣ: Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός; 


ΠΟΙΗΤ.  Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ἀνάγκης να έχη λέξεις απὸ άλλες γλώσσες· Και η ευγένεια των γλωσσών είναι ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο πάππος σου ευγενής, αλλά πηγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπον οπού έπαιζε τη φλογέρα του βόσκοντας πρόβατα. 


 






Ο Σολωμός, η γλώσσα, η ελευθερία

Η γλώσσα για το Σολωμό δεν είναι υπόθεση της σοφίας, όπως ο μεγάλος Σηκωμός στις ημέρες του δεν έγινε με τα βιβλία. Η γλώσσα φύεται απάνου στη ρέουσα αίσθηση του παρόντος.

 Η γλωσσική μνήμη υποταγμένη στη γλωσσική ορμή συντάσσει το παρελθόν και το μέλλον του λαού στον πνευματικό άκμονα του παρόντος και σφυρηλατεί τη φόρμα της γλώσσας απάνου στη ροή της ζωής. Η γλώσσα δε μαθαίνεται με τη σπουδή των λέξεων αλλά με τη μελέτη των ανθρώπων. Όταν ο κούφιος σοφός ερωτάει το Σολωμό καταφρονητικά :

γνωρίζεις τα ελληνικά, κύριε; 

Ο ποιητής με κυριαρχημένη οργή απαντάει αντιρωτώντας: 

γνωρίζεις τους Έλληνας, κύριε; 

 Η διαφορά ανάμεσα στις δυο ερωτήσεις είναι η διαφορά ανάμεσα στο βαφτίσι και στο μνημόσυνο. Ο ποιητής βλέπει τη γλώσσα στο ζωντανό σώμα του παιδιού, το αποθεμένο στο μυστήριο της αύξησης. Ο κούφιος σοφός σπουδάζει τη γλώσσα κολυμπώντας στη φορμόλη και καμακίζοντας πτώματα. 

Ετούτος πελαγωμένος σε συλλογισμούς και σε κρίσεις πασπατεύει ένα φόρεμα δίχως σώμα, σαν το σκιάχτρο των ξωμάχων. Ο ποιητής όμως προσηλωμένος στο επέκεινα των τύπων σκύβει απάνου στον παλμό της γλώσσας, σαν τις λαβωματιές των ηρώων:

 άμε ναύρης τους πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους τες λαβωματιές, και πες τους ότι πρέπει να τες λεν τραύματα· άμε ναύρης τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσον αίμα μας ερούφηξεν ο Αλής, και ῾πες του με τι λόγια πρέπει να παρασταίνη βρέφη, παρθένες, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· 

Για το Σολωμό υπόθεση του γλωσσολόγου, που δεν τον οιστρηλατεί το δημιουργικό πνεύμα του λόγου, είναι το ρούχο μονάχα της γλώσσας. Που το κρεμάς στο καρφί ή το ξετάζεις με κρυάδα στο σάβανο. Το σώμα της όμως, που κάθε στιγμή κινδυνεύει και σφύζει και παθαίνεται, είναι καημός και κατανυχτικό μεράκι του ποιητή. 

Το να διατρέξει κανείς ολόκληρο το ποτάμι της γλώσσας, ωσότου ξεπερνώντας την ειδή να φτάσει στην ιδέα της κι ύστερα μπιστικά να πιάσει ερωτικό αλισβερίσι μαζί της, είναι ιστορία κινδύνου και τόλμης και χάρης. Μόνο με άλματα πράξης και τη δαπάνηση της προσωπικής ζωής καλύπτονται τέτοια δαιδαλικά και βαθυκύανα διαστήματα. 

Κι όσοι στοχάζονται να τα διοδέψουν με τη μελέτη μόνο και τη σπουδή ομοιάζουν εκείνους τους μωρούς, που καταπονιούνται να μετρήσουν τα βουνά με της ελιάς το φύλλο. Ο Σολωμός θα κάμει την αδυσώπητη διάκριση ανάμεσα στο συλλογισμένο τολμητία, τον ποιητή του τραγουδιού της ζωής, που όμως συνεχώς ψιθυρίζει:

μου πονεί η ψυχή μου,

και τον ασυλλόγιστο λογοκόπο, το σοφό και το λόγιο της γλώσσας των χοιρογρυλλίων: 

διαβάζω: σοφολογιώτατος, και γελώ δια χρόνους.

Εξ αιτίας αυτής της επικίνδυνης αφής των πηγών της γλώσσας, ο Σολωμός ένοιωθε στενεμένος ολοζωής, ποτέ με τη γλώσσα να μη προχωρεί και πάντα να ματαρχινάει. Η σταθερά του non finitο σε όλα τα έργα του φανερώνει, πως ουδέποτε ξεμάκρυνε από τους παγετούς του γλωσσικού Καυκάσου. Τιμωρία αντάξια για ένα δώρο, που έφερε στους έλληνες, μεγάλο σαν το φως.

σύρε και φέρε εκείθε δώρο την Αλήθεια στις πονεμένες μας ψυχές.

Ο αγώνας του Σολωμού για τη γλώσσα έχει τα γνωρίσματα του πολέμου. Η ένταση, που ξεπερνάει την πρωτοτυπία, και η σύλληψη, που ανοίγεται στο δέος του δράματος, μεταβάλλει την ειδική στάση σε γενική επανάσταση. Μέσα από το άτομο περνάει ο λαός του. 

Αίας μαστιγοφόρος ο ποιητής θέλει να επικαλεσθεί τον ήλιο, να μαρτυρήσει το δίκιο του για τη γλώσσα, όπως ακριβώς και ο Ρήγας από τον ήλιο εζήτησε να μαρτυρήσει τα πάθη του για την ελευθερία. Την ελευθερία την αναγνωρίζει από την κόψη του σπαθιού, όπως και για τη γλώσσα βαστάει στο χέρι του το σπαθί. 

Εκείνη βγαλμένη από τα κόκκαλα του λαού θα αναγεννήσει την ασφάλεια της πολιτείας, ετούτη όντας η vox populi θα καθιδρύσει την ομορφιά της ζωής:

και οι δύο αγκαλιασμένες θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας.


Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού, Ο φιλοσοφικός Σολωμός, σσ. 11-17(αποσπάσματα)
εκδόσεις "Πανεπιστημίου Αθηνών", Αθήναι 1985



Του λείπανε  οι λέξεις; 

 Ένας λαϊκός θρύλος στη Ζάκυνθο θέλει το Σολωμό  να ''αγοράζει'' λέξεις, πληρώνοντας τους Έλληνες για κάθε νέα λέξη που του έλεγαν. Το ωραιότερο και πλέον δύσκολο πλάνο της βραβευμένης με Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες (1998) ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου ''Μια αιωνιότητα και μια μέρα'' (δ/ση φωτογραφίας Αντρέας Σινάνος).



Αυτή η βαθειά ταύτιση του Σολωμού με την οσμή του χώματος και τη μνήμη των αιμάτων εγέννησε την ατόφια ελληνική του ποίηση. Ο Σολωμός ήταν ορισμένος και στενεμένος από την ίδια τη φύση του να γράψει ποίηση στην ελληνική γλώσσα και για την Ελλάδα μόνο. Οι συνθήκες της ζωής του ημπορεί να τον έφεραν στην Ευρώπη και κατά τούτο ν' ανήκει στην τάξη των μεγάλων μας εξόριστων, όπως είναι ο Κάλβος και ο Καβάφης. Αλλά τούτο είναι μια σύμπτωση, που δεν φτάνει να κλείσει το Σολωμό σ' αυτήν την ομοταξία, όπως θέλει ο Σεφέρης. Ο Σολωμός δεν ετίμησε τις ξένες λογοτεχνίες σαν τό Foscolo και το Moreas, κι ούτε θα γινόταν να τις τιμήσει. Την κιβωτό του, φτωχή ή πλούσια τίμια πάντως, την έστησε σε ατόφιο ελληνικό στυλοπόδι. 

Το γεγονός ότι αφήκε κομματιασμένο το ποιητικό του σώμα δεν οφείλεται ούτε στη διγλωσσία ούτε στην άγνοια της ελληνικής γλώσσας. Εάν τα ιταλικά του κείμενα είχαν την αξία του Κρητικού ή του Διάλογου, τότε δεν θα ήταν παρά ένας μέτριος στιχοπλόκος, που η κατάταξή του στα ιταλικά γράμματα θάδινε το μέτρο της ποιητικής του αξίας.

Η θέση του προβλήματος δεν έτέθηκε σωστά άπό τό Γιώργο Σεφέρη. Γιατί τό κέντρο του δεν ευρίσκεται στο γιατί ο Σολωμός έγραψε στην ιταλική μόνον ολοκληρωμένα ποιήματα και στην ελ-ληνική μόνον αποσπασματικά. Η ουσία του προβλήματος ευρίσκεται στο γιατί τα άρτια ιταλικά ποιήματα είναι συμβατικά και μέτρια, ενώ τα ελληνικά αποσπάσματα είναι τα μαρμαρύσσοντα δείγματα μιας ποιητικής μεγαλοφυίας. Η αίτια αυτού του παράδοξου είναι όχι ο γλωσσικός αλλά ο αισθητικός του αγώνας. Και η αισθητική του Σολωμού είναι συνάρτηση της κοσμοθεωρίας του. Και την κοσμοθεωρία του την έσκιαξαν τα μαύρα μηνύματα του καιρού του. 

Την απόδειξη ότι η ευθύνη για το αποσπασματικό δεν πέφτει στη γλώσσα, την αποτελεί το γεγονός ότι και στην ελληνική έγραψε ολοκληρωμένα ποιήματα - π.χ. οι δύο Ύμνοι και η Φαρμακωμένη. Άλλά τα ολοκληρωμένα ελληνικά του κατά κανόνα δεν είναι καλύτερα από τα ακέραια ιταλικά του τα αδιαβάθμητα.

Είναι λάθος και κρίμα να εξαντλιέται το ασύνορο της τραγικής αγωνίας του Σολωμού στα σύνορα του γλωσσικού του αγώνα. Πρόσθετη απόδειξη ότι ό Σολωμός συμπτωματικά ανήκει στην τριάδα των εξόριστων είναι η απόλυτη διάκρισή του από τους δύο άλλους, όσον αφορά στη σχέση και των τριών με την Ελλάδα σαν τόπο κατοικίας και με το δημοτικό τραγούδι σαν πηγή ευφορίας. 

Ούτε ο Κάλβος ούτε ο Καβάφης έχουν ομολογίες στην Τράπεζα της δημοτικής παράδοσης. Και αναφορικά με τον τόπο διαβίωσης ο Κάλβος έζησε το πέμπτον του αιώνος πρώτα και το έκτον ύστερα σε ξένη γή, ενώ ο Καβάφης επισκέφτηκε την Αττική σαν τούς Ιάπωνες τουρίστες. Ο Σολωμός όμως από τότε που εγύρισε στην Ελλάδα —και εγύρισε έφηβος ακόμη— έρριξε άγκυρα «στα σκεπά», και δεν άφηκε το χώμα του περισσότερο απ' ότι άφηκε ο Σωκράτης την παλαίστρα και την αγορά:

άλλ' έλάττω έξ αυτής απεδήμησας ή οί χωλοί τε καί τυφλοί καί οί άλλοι ανάπηροι.


Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού, Ο φιλοσοφικός Σολωμός, σσ 44-45
εκδόσεις "Πανεπιστημίου Αθηνών", Αθήναι 1985


Το σπίτι του Διονυσίου Σολωμού στο λόφο του Στράνη.
Φωτ. Σ.Σ. Από ένα ταξίδι στη Ζάκυνθο τον Οκτώβρη του 1997 με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο και τη Μαρούσα Θωμά για το περιοδικό Εικόνες του Κόσμου. Πηγή: www.lifo.gr


Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

"...τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: " μαθητικά της τέχνης πονήματα ....επ' αφορμή Καβάφη



Κωνσταντίνος Τσιλιμπάρης, Το νόημα της ζωής

Ακούγεται το τραγούδι των Evanescence, My immortal 



Σημασία θα έχει πάντα το ταξίδι....


     Ανεβαίνοντας  ο άνθρωπος το πρώτο σκαλί της  ζωής πρέπει σιγά σίγα να ορίζει τις επιλογές  της  ζωής του , τους στόχους του , έτσι ώστε να  γνωρίσει  το βαθύτερο  νόημα της  ζωής .
Journey Around the World by Christian Schloe.
Journey Around the World by Christian Schloe.
     Οι στόχοι και οι προτεραιότητες που βάζουμε στη ζωή μας  μάς βοηθούν να αντιμετωπίζουμε με σύνεση και σοβαρότητα τις  δυσκολίες που  τυχόν  θα βρούμε. Σ’ αυτό θα μας βοηθήσει  η μάθηση, η καλλιέργεια της  ψυχής μας, οι συναναστροφές μας  και  η συνεχής μελέτη  και εκπαίδευση.
     Μαθαίνουμε από  τα  λάθη  μας, γεμίζουμε  εμπειρίες  και φτιάχνουμε μια προσωπικότητα  δυνατή που δεν παρασύρεται  εύκολα  από  εξωτερικά  ερεθίσματα τέτοια  που μπορούν  να  μας  βγάλουν  έξω  από  τον  στόχο  μας. 
Έτσι πλησιάζουμε,  όσο  περισσότερο  μπορούμε,  στο  βαθύτερο νόημα της  ζωής  που για μένα είναι να ορίζω  εγώ  τη ζωή  μου, να  έχω  αξιοπρέπεια  και αυτοσεβασμό, να  είμαι μια  ξεχωριστή  προσωπικότητα και  να μην «άγομαι  και φέρομαι»  όπως οι μάζες, πάντα να έχω την αίσθηση  του μέτρου και τη δύναμη  να  μπορώ να προσφέρω στο συνάνθρωπο μου.
     Τέλος,  ξετυλίγοντας  το νήμα της  ζωής σου που  αρχίζει, πόσα  στ’ αλήθεια μπορείς να ονειρευτείς ;  Άσχετα αν φτάσεις στο τέλος των στόχων σου ἠ όχι σημασία για σένα θα έχει  πάντα το ταξίδι και όλα όσα  συνάντησες  σε  αυτήν την  διαδρομή……

Σταματία Σαλάπα 




Παναγιώτης Ξηντάρας,  Πράσινο 



«Η ζωή είναι όμορφη οποιαδήποτε και εάν είναι».

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ο άνθρωπος αναρωτιέται για το νόημα της ζωής. Όλοι οι κλάδοι των επιστημών και της τεχνολογίας έχουν αναπτυχθεί, ο άνθρωπος έχει ταξιδέψει στο διάστημα, κι όμως, …! Για το νόημα της ζωής πάνω στη γη, απάντηση αποδεκτή από όλους, ακόμα δεν έχει δοθεί. Πολλοί έχουν προσπαθήσει, κάποιοι μάλιστα αφιέρωσαν όλης τους τη ζωή σ’ αυτό.

Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας άλλοτε αισιόδοξα, άλλοτε ανησυχητικά και απαισιόδοξα. «Η ζωή, είναι ένα εκκρεμές που κινείται μεταξύ πόνου και απελπισίας», μας λέει ο Γερμανός φιλόσοφος Arthur Schopenhauer, «Μοναχική, φτωχή, απαίσια και σκληρή είναι η ζωή», μας λέει ο επίσης φιλόσοφος Thomas Hobbes. 

Και εκεί που είμαστε έτοιμοι να μελαγχολήσουμε, ακούμε φράσεις χιουμοριστικές από ανθρώπους που είδαν τη ζωή σαν ένα αστείο, «Μην παίρνετε τη ζωή πολύ στα σοβαρά. Όπως και να ‘χει κανένας δεν βγαίνει από αυτήν ζωντανός», λέει ο  Αμερικανός συγγραφέας Elbert Hubbard ή «Η ζωή έγινε απίστευτα καλύτερη από τότε που αναγκάστηκα να μην την παίρνω στα σοβαρά», λέει ο Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Hunter Thompson. Ευτυχώς λοιπόν, υπάρχει και αυτή η πλευρά! 

Και τότε, έρχεται ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος, να μας θυμίσει ότι η ζωή είναι πολύ σύντομη και να μας ψιθυρίσει στο αυτί «Μια φορά υπάρχουμε, δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξουμε δυο φορές και μάλλον δεν θα υπάρξουμε ποτέ ξανά». «Μικρή αστραπή η ζωή μας», συμφωνεί και ο αξέχαστος Νίκος Καζαντζάκης «μα προφταίνουμε» συμπληρώνει. Προφταίνουμε; Και αν δεν προφταίνουμε να κάνουμε όσα επιθυμούμε; «Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι  δεν ποθήσαμε αρκετά», θα μας απαντήσει. Άλλωστε, «Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα».

Δεν έχει αξία λοιπόν, τόσο το να ζήσουμε πολύ, αλλά το να ζήσουμε καλά και αξιοπρεπώς. Και πως γίνεται αυτό; Μια πρόταση έρχεται μέσα από τα λόγια του πρώτου ασκητή του Χριστιανισμού Αντωνίου του Μέγα, «Η ζωή είναι πάρα πολύ σύντομη και πρέπει να φροντίζουμε, όχι για την απόκτηση υλικών αγαθών, αλλά αιώνιων, όπως η σωφροσύνη, η ανδρεία, η αρετή και η αγάπη». Και ο γνωστός σε όλους Βραζιλιάνος συγγραφέας Paolo Coelho, όμως έχει μια ιδέα. Μας προτείνει να κοιτάξουμε δίπλα μας και να πάρουμε παράδειγμα από τα παιδιά «Τα παιδιά, μπορούν να διδάξουν τρία πράγματα στους μεγάλους» λέει, «Πρώτον να χαίρονται χωρίς να υπάρχει λόγος , δεύτερον να ασχολούνται πάντα με κάτι και τρίτον να απαιτούν με όλη τους τη δύναμη αυτό που επιθυμούν». 

Πως θα τα κάνουμε όμως, όλα αυτά, τόσο σύντομα και σωστά, αναρωτιόμαστε. Χωράει λάθη η ζωή; Τα συγχωρεί; «Μα η ζωή ενός ανθρώπου είναι ενδιαφέρουσα κυρίως όταν έχει αποτύχει, γιατί αυτό σημαίνει ότι προσπάθησε να ξεπεράσει τον εαυτό του», λέει ο Γάλλος πολιτικός Georges Clemenceau. «Σαν το ποδήλατο δηλαδή η ζωή, για να διατηρήσεις την ισορροπία σου πρέπει να συνεχίσεις να κινείσαι», λέει κάποιος ανώνυμος. 

Δεν μπορεί όμως, θα υπάρχει κάτι βασικό που σίγουρα, εάν λείπει από τη ζωή, αυτή δεν θα έχει κανένα νόημα. Η αγάπη, λένε οι περισσότεροι. «Η αγάπη είναι ζωή και εάν δεν έχεις αγάπη, σίγουρα δεν έχεις ζωή», λέει ο Ιταλικής καταγωγής συγγραφέας και διδάσκαλος Leo Buscaglia. Η προσφορά στους άλλους, θα πει ένας εξίσου σημαντικός αριθμός ανθρώπων «Να ντρέπεσαι να πεθάνεις, πριν να έχεις κερδίσει μια νίκη για λογαριασμό της ανθρωπότητας», μας λέει ο Αμερικανός Horace Mann. 

Άπειρες σκέψεις, απ’ ότι φαίνεται, κανείς δεν μπορεί να δώσει μια μόνο απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Άλλωστε δεν υπάρχει ένας τρόπος σκέψης, είναι τόσα τα νοήματα, όσα και οι άνθρωποι. Ή μπορεί να μην έχει κανένα νόημα τελικά. Μπορεί να είναι σαν το χορό. Χορεύεις, γιατί απλώς το ευχαριστιέσαι. Προσωπικά, κρατάω σαν απάντηση, τη ρήση του Γερμανού συγγραφέα και πολιτικού Johann Wolfgang Goethe, «Η ζωή είναι όμορφη οποιαδήποτε και εάν είναι».

Νεφέλη Ρεμπάπη




Γαβριέλλα Ζαννιδάκη



 Όλοι είμαστε ίσοι..

Το βαθύτερο νόημα της ζωής για μένα δε σχετίζεται με κάποιο υλικό αγαθό ή στόχο. Το βαθύτερο νόημα της ζωής είναι καθαρά θέμα ψυχολογικό. 

Η αποδοχή του εαυτού σου, αρχικά από εσένα τον ίδιο και μετά από τους άλλους.

Το να αποδέχεσαι κι εσύ ο ίδιος τους άλλους όπως είναι. Ο καθένας είναι διαφορετικός, όμως όλοι είμαστε ίσοι. Ο πλούσιος με το φτωχό, ο τίμιος και ο πονηρός, ο άντρας και η γυναίκα, το παιδί και ο ενήλικας.

 ΌΛΟΙ ΕΊΜΑΣΤΕ ΙΣΟΙ.

Έτσι, λοιπόν, για να ζήσεις μια ευτυχισμένη ζωή, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να αποδεκτείς τον εαυτό σου με τα «καλά» και τα «κακά» του, καθώς και τους άλλους. 

Αλλά να ξυπνάς και να κοιμάσαι με την ιδέα πως όλοι είμαστε ίσοι.





Αλεξάνδρα Αγγελοπούλου



Τρόσκου Ευγενία



Δεν υπάρχουν λάθη, μόνο μαθήματα..........


Life is a balance of holding on and letting go ~RumiΤο πιο σημαντικό, κατά την άποψή μου, είναι να προσπαθήσεις να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου και να πετύχεις τους στόχους σου, χωρίς να  χάσεις την αξιοπρέπειά σου. 

Επειδή στη ζωή δεν έρχονται όλα όπως τα θέλεις και χρειάζεται να κάνεις υποχωρήσεις, πρέπει να προσέξεις τους ανθρώπους που συναναστρέφεσαι. Θα πρέπει να είναι άτομα που εκτός από ευχάριστη παρέα, θα έχουν να σου προσφέρουν και άλλα πράγματα, είτε γνώσεις, είτε εμπειρίες και βοήθεια όταν την χρειάζεσαι. 

Καμιά φορά όμως παρασύρεσαι και ακολουθείς υπερβολικές τάσεις της κάθε εποχής και κάνεις λάθος επιλογές στις συναναστροφές σου. Μέσα από αυτούς τους ανθρώπους, τις λάθος επιλογές αλλά και το πέρασμα του χρόνου, θα αποκτήσεις εμπειρία η οποία δε χάνεται και σε ακολουθεί σε όλη τη ζωή σου. Μέσω αυτής της εμπειρίας πρέπει να βρεις τρόπο να ξεχωρίζεις τις καταστάσεις που προκύπτουν και να τις αντιμετωπίζεις όλο και πιο αισιόδοξα, κρατώντας στο τέλος μόνο τα θετικά στοιχεία.

 Έτσι θα μπορείς να απολαμβάνεις τη ζωή και την κάθε στιγμή της, προσπερνώντας τις δυσκολίες που εμφανίζονται. 

Τσαβαλιά Γεωργία 



Η ζωή είναι σκηνή, πάθος .... πρόβα διαρκείας....
                                                         
Πολλοί λένε ότι το βαθύτερο νόημα της ζωής είναι η οικογένεια,η φιλία και γενικά οι σχέσεις που αναπτύσσεις κατά τη διάρκεια της ζωής σου. Ενώ πιστεύω ότι εν μέρει αυτό αληθεύει,δε νομίζω ότι οι σχέσεις που δημιουργούμε ή δημιουργούνται ματαξύ μας μπορούν να αποτελούν ακόμα και το μικρότερο μέρος του νοήματος της ζωής μας. Προσωπικά,δεν πιστεύω ότι το βαθύτερο νόημα της ζωής μπορεί να περιγραφεί,διότι κανένας δεν έχει πραγματική αντικειμενικότητα.Το μυαλό μας βομβαρδίζεται συνεχώς από εικόνες,ήχους και γενικά πληροφορίες κάνοντάς το αδύνατο να μην επηρεαστούν τα πιστεύω και οι ιδέες μας. Από το πιο απλό εως το πιο περίπλοκο θέμα θα υπάρχουν πάντα διαφορετικές γνώμες και εφόσον πιστεύεις ότι μια γνώμη ή μια πράξη κάποιου άλλου είναι λάθος-κάποιες φορές και άθελά σου - μεροληπτείς

.Ένα πράγμα για το οποίο είμαι απολύτως σίγουρη είναι ότι " το φως στο τέλος του τούνελ δεν υπάρχει." Το τούνελ είναι όλο μαύρο. Όμως υπάρχει ένας καθρέπτης και το φως είναι όλα αυτά που έκανες πριν πεθάνεις. Και όσο περιορίζεις τη ζωή σου περιμένοντας και πιστεύοντας ότι στον παράδεισο, δηλαδή στο τέλος του τούνελ, θα μπορέσεις να κάνεις οτιδήποτε θέλεις,οτιδήποτε δεν έκανες στην ζωή σου, τόσο πιο αποδυναμωμένο είναι το φως. 

Παρόλο που, όταν λέμε τη λέξη ζωή εννοούμε ότι κάποιος αναπνέει,ότι κτυπάει η καρδιά του και ότι στις φλέβες του τρέχει αίμα, η ζωή και το να ζείς τη ζωή σου διαφέρει. Όλοι μπορούνε να πούνε - ή στη συγκεκριμένη περίπτωση να γράψουν - τα κλισέ, τα κοινότοπα ότι " το νόημα της ζωής είναι η φιλία, έρωτας η οικογένεια"  αλλά δεν αληθεύει. 

Η ζωή είναι για να κάνεις αυτά που θέλεις και για να νιώθεις αυτά που θέλεις - ή και δεν θέλεις -να νιώθεις. Προσωπικά, η ζωή για εμένα είναι μουσική, χορός, είναι η σκηνή και το μικρόφωνο.... ο προβολέας και το άδειο θέατρο........ακόμα και η υφή του χαρτιού που είναι τυπωμένα τα λόγια σου......Η ζωή είναι το άγχος που έχεις πριν την παράσταση, οι ''πεταλούδες'' που νιώθεις στο στομάχι σου, είναι οι εξάψεις, οι λύπες και ο ενθουσιασμός. 

Ακόμα και όταν προσπαθεις να το αποφύγεις δεν μπορείς να μη γράψεις κάποιες κοινοτοπίες. Κυρίως για το λόγο που έγιναν κοινοτοπίες. Παρ'όλα αυτά όμως δεν νομίζω ότι κανένας θα μπορέσει να βρει ποτέ το βαθύτερο νόημα της ζωής. Όχι μόνο επειδή διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο αλλά και επειδή το να κάτσεις να σκεφτείς τι σημαίνει ζωή για σένα και πραγματικά να το βρεις χρειάζεται ένα πολύ υψηλό επίπεδο αυτοκριτικής αλλά και αυτοαποδοχής, γαλήνης και χάους που ένας κοινός άνθρωπος δεν έχει.

Δανάη Καλούδη