Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Η Έλλη Λαμπέτη θυμάται: το τόπι, ένα «όχι», ένας φόνος...


Η οικογένεια Λούκου σε κυριακάτικη εκδρομή. Από δεξιά, ο πατέρας Κώστας Λούκος, 
η Φωτεινή, η Αναστασία, ο Τάκης στην αγκαλιά της και όρθια η Κούλα. 
 Η Έλλη στα πόδια του πατέρα της.
__________


Ανασκαλεύοντας μνήμες παιδικές

Η Έλλη Λαμπέτη (κατά κόσμον Έλλη Λούκου) γεννήθηκε στα Βίλια Αττικής στις 13 Απριλίου 1926 και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της σε μια πολύτεκνη και φτωχική αλλά αγαπημένη οικογένεια. Ήταν το έβδομο παιδί της οικογένειας του Κώστα Λούκου και της Αναστασίας Σταμάτη, και μάλιστα γεννήθηκε μία ώρα μετά τον δίδυμο αδελφό της, τον Τάκη.

Τα παιδικά της χρόνια στα Βίλια και στο Πόρτο Γερμενό, όπου παραθέριζε η οικογένεια, ήταν απλά, σημαδεμένα από τη φύση και τις ομορφιές της επαρχίας.

Λίγους μήνες πριν πέσει οριστικά η αυλαία της ζωής της - στις 3 Σεπτεμβρίου 1983 στο Mount Sinai Hospital των ΗΠΑ - η Έλλη Λαμπέτη ξεκαθαρίζει τους «λογαριασμούς» της, ανιχνεύοντας τ’ αποτυπώματα των βημάτων της και ξετυλίγοντας το κουβάρι 57 χρόνων ζωής. Σε μια συγκλονιστική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, λιτή γήινη, ανθρώπινη, η Έλλη Λαμπέτη στέκεται στο προσκήνιο και παίζει τον τελευταίο και πιο ρεαλιστικό ρόλο της. Τις εκμυστηρεύσεις της καταγράφει η δημοσιογράφος Φρίντα Μπιούμπι.

Στο απόσπασμα  που ακολουθεί ανασκαλεύει τις μνήμες των παιδικών της χρόνων: 

«Εκείνη τη χρονιά στη Θήβα έγινε κάτι άλλο που δε θα το ξεχάσω ποτέ. Αυτή την ιστορία, πριν πεθάνω, πρέπει να τη γράψω μόνη μου, γιατί, παρότι ήταν ένα σχετικά απλό περιστατικό, πήρε με τα χρόνια, καθώς τη μελέτησα, άλλες διαστάσεις...

Είναι λοιπόν η χρονιά που ζω στη Θήβα, μια χρονιά που θεωρώ πως ωρίμασα, πως μεγάλωσα. Μεγάλωσα μόνη μου. Πόνεσα από νοσταλγία, σκέφτηκα πολύ, φιλοσόφησα. Έμαθα να διαβάζω τα Ευαγγέλια του παππού, εκείνος μου εξηγούσε τη σημασία τους, τα έμαθα απ' έξω...


Κι έρχονται τα Χριστούγεννα και φτάνει στη Θήβα ο θείος Λάμπρος, γιος του παππού, διευθυντής τότε στην Εθνική Τράπεζα στην Αθήνα, για να κάνει Χριστούγεννα μαζί μας. Μου φέρνει κι ένα δώρο. Ένα τόπι... Πρέπει να σου πω ότι τα τόπια, τότε, στη Θήβα τουλάχιστον, ήταν η λόξα της εποχής, μια τρέλα- το παιχνίδι! Συνήθως τα φτιάχναμε μόνοι μας από καουτσούκ, αυτό που χρησιμοποιούσαν για τις σόλες παπουτσιών. Πηδούσαν πολύ, τόσο που αναγκαζόμαστε να τα δένουμε μ' ένα σπάγγο για να τα ελέγχουμε. Είχα μάθει να κάνω τα καταπληκτικότερα παιχνίδια, τα καταπληκτικότερα κόλπα με το τόπι μου...

Αλλά το τόπι που μου φέρνει ο θείος Λάμπρος είναι άλλο πράγμα. Αγοραστό! Ένα τόπι που μου φάνηκε σαν Ρέμπραντ, ένα έργο τέχνης - αυτή είναι η ανάμνηση που έχω από κείνο το τόπι. Τα χρώματα που είχε πάνω του! Δεν ήταν παιχνίδι αυτό, ήταν κάτι άλλο...



Heinrich Eduard Linde-Walther, Girl with a Ball (1939)
____________


Και είναι Κυριακή ή ανήμερα τα Χριστούγεννα - κάτι τέτοιο. Γιορτή. Λιακάδα και κρύο πολύ. Παίζω με το τόπι μου στην αυλή της γιαγιάς μου. Έχουν φυτρώσει τα κρεμμυδάκια, τα μαρούλια... Ο εξωτερικός τοίχος - ένας από κείνους τους πολύ χοντρούς, τους πέτρινους - είναι σκεπασμένος με μια κίτρινη τριανταφυλλιά. Παίζω με το τόπι μου μέσα στη λιακάδα, πανευτυχής.

Σ' αυτή την εικόνα μπαίνει κι ένας νεαρός. Είναι ξάδελφος των αποπάνω, γιατί η γιαγιά μου, καθώς είχε ανάγκη από λεφτά, νοίκιαζε τον πάνω όροφο του σπιτιού σ' αυτόν που είχε το ηλεκτρικό του χωριού. Το ηλεκτρικό τότε ήταν ιδιωτικό. Μάλιστα έσβηνε, θυμάμαι, στις έντεκα κάθε βράδυ. Έκανε πρώτα ένα προειδοποιητικό σινιάλο, ύστερα από λίγο ένα δεύτερο, διπλό, και μετά έσβηνε οριστικά.

Ο νεαρός που σου λέω είχε έρθει απ' την Κοζάνη ή κάπου βόρεια, για να κάνει Χριστούγεννα στο σπίτι της ξαδέλφης του. Είναι ένα ωραίο παιδί, ψηλό... Δεν ξέρω αν ένιωθα γι' αυτόν κάτι σαν πόθο, μάλλον όχι, γιατί ήμουν πολύ μικρή... Τον θυμάμαι να κάθεται εκεί στον ήλιο, πλάι στην τριανταφυλλιά, ακουμπισμένος στον τοίχο... Και όπως παίζω, μου φεύγει το τόπι το χρωματιστό και κυλάει στα πόδια του. Τον βλέπω τι κάνει και τρομάζω: το πατάει με το τακούνι του! Μου λέει: 

«Πες μου: σε παρακαλώ πολύ, δώσ' μου το τόπι». 

Τον κοιτάω στα μάτια, λέω: «Δώσ' μου το τόπι» - δεν μπορούσα να του πω «σε παρακαλώ»• κάτι μέσα μου μ' έκανε να μην μπορώ να του το πω.

Εξακολούθησε να με κοιτάζει ειρωνικά, προκλητικά, στα μάτια: «Πες μου, σε παρακαλώ, αν δε μου πεις θα στο σπάσω». 

Τον ακούω και τρελαίνομαι. Είναι σα ν' ακούω «θα σου σπάσω το κρανίο». 

Τον κοιτάω κατάματα, επίμονα, αλλά δεν του λέω «σε παρακαλώ». 

Λέω απλά: «Δωσ' μου το!». 

Λέει: «Όχι, θα μου πεις: σε παρακαλώ». Και τον βλέπω να πατάει το τόπι μου δυνατά, αλλά πάλι λέω: «Δώσ' μου το τόπι». 

«Θα πεις: σε παρακαλώ». «Όχι!». «Θα στο σπάσω!».


Vincenzo Irolli (1860 -1949), Bambina con palla e marionetta
__________


Δεν ήθελα να το πιστέψω ότι θα το έκανε. Ίσως κάποια στιγμή να το μετάνοιωσε κιόλας, αλλά φαίνεται ότι τον προκάλεσα εγώ με τη δική μου αντίσταση. Μια περίεργη, διεστραμμένη αντίσταση μου είχε δημιουργηθεί εκείνη την ώρα. Ανεξήγητη. Κοιταζόμαστε, επέμενα στο «
όχι» μου, κι όμως ήθελα να κάνω κάτι για να μη μου σπάσει το τόπι. Αλλά μου ήταν αδύνατο να κάνω αυτό που μου επέβαλε.


Και καθώς πίεζε με το παπούτσι του, καθώς κοιταζόμαστε, ακούω το μπαμ! Και τότε γύρισα αμέσως την πλάτη μου κι έφυγα... Νεκρή απ' την απελπισία...

Ως εδώ, όλο αυτό θα ήταν ένα δραματικό περιστατικό. Αλλά η συνέχεια του μ' έκανε να το σκεφτώ πολύ σ' όλη μου τη ζωή. Το αγόρι αυτό μετά από λίγες μέρες έκανε φόνο. Μάθαμε πως σκότωσε μια δασκάλα, μόλις διορισμένη, δεκαεννέα είκοσι χρόνων. Την είχε ερωτευτεί κι αυτή δεν τον ήθελε. Και την σκότωσε με την καραμπίνα!

Ήταν φονιάς! Πιστεύω ότι εγώ εκείνο το πρωί του ξύπνησα με την αντίσταση μου τα εγκληματικά του ένστικτα. Άναψε κάτι μέσα του με την άρνηση μου. Κι όταν η άρνηση επαναλήφθηκε απ' την κοπέλα, τη σκότωσε αδίστακτα, όπως είχε σπάσει το τόπι μου.


Φρίντα Μπιούμπι, Η Τελευταία Παράσταση, εκδόσεις Εξάντας, σελ. 65-67


Joaquín Sorolla y Bastida, El niño Jaime García Banús, 1892
Museo del Prado
___________


Το πείσμα που γεννάει ενοχή

Το επεισόδιο αποκαλύπτει αρκετά στοιχεία για τον ψυχισμό της μικρής Έλλης, πρώτα απ' όλα, το πείσμα και την υπερηφάνεια της, πάνω ακόμα κι από τον φόβο. Παρόλο που καταλαβαίνει τον κίνδυνο («τρομάζω»), αρνείται συστηματικά να πει «σε παρακαλώ», μια λέξη που θα τη γλίτωνε αμέσως. Η ίδια την ονομάζει «περίεργη, διεστραμμένη αντίσταση… ανεξήγητη». Δεν είναι λογική επιλογή αλλά κάτι βαθύτερο: μια πρώιμη ανάγκη να μην υποταχθεί, ακόμα κι όταν το τίμημα είναι οδυνηρό. 

Στην ερμηνεία που δίνει ενήλικη, τοποθετεί τον εαυτό της στο κέντρο μιας τραγωδίας: πιστεύει ότι η δική της άρνηση «ξύπνησε» τα εγκληματικά ένστικτα του νεαρού, και ότι ο φόνος της δασκάλας ήταν ουσιαστικά επανάληψη του δικού της «σπασίματος». Αυτό δείχνει από τη μια, έντονη τάση για αυτοενοχοποίηση αλλά και για δραματοποίηση, να βλέπει, δηλαδή, τον εαυτό της ως αιτία-πηγή γεγονότων μεγαλύτερων απ’ αυτήν, με σχεδόν μαγική σκέψη, σαν η δική της χειρονομία ν' αντήχησε σ’ έναν φόνο μέρες αργότερα.

Περιγράφοντας το τόπι σαν «Ρέμπραντ», σαν «έργο τέχνης», δείχνει ένα παιδί με έντονη αισθητική ευαισθησία και συναισθηματική υπερβολή, που βιώνει τα πράγματα μεγαλωμένα, σχεδόν ιερά. Αυτή η τάση να ζει τα γεγονότα σε υπερθετικό βαθμό, είτε πρόκειται για ένα παιχνίδι είτε για μια ενοχή που κουβαλά «σ’ όλη της τη ζωή», προδίδει έναν ψυχισμό προδιατεθειμένο στην ένταση, το πάθος και τη θεατρικότητα, χαρακτηριστικά που θα σφραγίσουν αργότερα την ταυτότητα της ως ηθοποιού.


«Ήμουν ευαίσθητη, πονετική και πεισματάρα...»,
Φρίντα Μπιούμπι, Η Τελευταία Παράσταση.
____________


Μπορεί η άρνηση από μόνη της να «ξυπνήσει» τον φονιά;

Η ιστορία που αφηγείται η Έλλη Λαμπέτη περιγράφει ένα παιδικό περιστατικό όπου η άρνησή της να πει «σε παρακαλώ» και να δώσει το χρωματιστό τόπι στον νεαρό άνδρα, τον ώθησε να το σπάσει βίαια. Αργότερα, ο ίδιος νεαρός έγινε φονιάς, σκοτώνοντας μια γυναίκα που τον απέρριψε ερωτικά. Η Έλλη εκφράζει την πεποίθηση πως η δική της άρνηση εκείνη τη στιγμή «ξύπνησε» ή προκάλεσε τα εγκληματικά ένστικτα του νεαρού.

Η αφήγηση είναι μια συγκλονιστική σκέψη σχετικά με το πώς μικρές εμπειρίες μπορούν να αφήσουν το αποτύπωμά τους και λειτουργούν ως πρόωρο ή μικρό «σήμα» για μελλοντική βία. Ωστόσο, η άρνηση κάποιου και η επιθετική αντίδραση σε αυτήν είναι ένα φαινόμενο που έχει πολλές διαστάσεις. Πράγματι, αν και μερικές φορές, η άρνηση ή απόρριψη μπορεί να πυροδοτήσει έντονα αρνητικά συναισθήματα που εκδηλώνονται ως επιθετικότητα, η σύνδεση δεν είναι απλή ούτε μονοδιάστατη. Η επιστήμη της ψυχολογίας τονίζει ότι η βία και το έγκλημα δεν προκαλούνται απλά από μια άρνηση ή απόρριψη, αλλά είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων - βιολογικών, ψυχολογικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών.

Η κοινωνική απόρριψη, ειδικά σε όσους έχουν δυσκολία να ελέγξουν τα συναισθήματά τους, μπορεί να προκαλέσει έντονη συναισθηματική αντίδραση, η οποία κάποιες φορές οδηγεί σε επιθετικές συμπεριφορές. Η ψυχολογία αναγνωρίζει ότι άτομα με αυξημένη επιθετικότητα ή ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά μπορεί να αντιδρούν βίαια όταν νιώθουν απειλή, απόρριψη ή αδυναμία ελέγχου.

Η άρνηση από μόνη της δεν «ξυπνάει» τον φονιά σε κάποιον. Η βία είναι αποτέλεσμα πολλών παθολογικών και ψυχολογικών παραγόντων που μπορεί να έχουν ανθεκτικές ρίζες στο παρελθόν και στη προσωπικότητα του ατόμου. Αντίθετα, άτομα με ικανότητα να διαχειρίζονται την απογοήτευση, τα συναισθήματα και τις συγκρούσεις έχουν λιγότερες πιθανότητες να γίνουν βίαια. Η ψυχολογία προτείνει πολυπαραγοντική ανάλυση τέτοιων φαινομένων και υπογραμμίζει την ανάγκη κατανόησης, πρόληψης και θεραπείας των βαθύτερων αιτιών της βίας. Η εκπαίδευση και η στήριξη σε θέματα ψυχικής υγείας παίζουν μεγάλο ρόλο.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, γράφει σχετικά: «Η πρόβλεψη της βίας ανήκει στο χώρο της ουτοπίας. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν προβλέπεται. Σημαντικός είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν τυχαία συγκυριακά γεγονότα, που την καθιστούν απρόβλεπτη, μη εντάξιμη σε στενάχωρες κατηγοριοποιήσεις και εξισώσεις. Στο μέτρο που ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να δράσει, δηλαδή ελεύθερος να επιλέξει ανάμεσα σε διαφορετικούς τρόπους δράσης, η συμπεριφορά του είναι απρόβλεπτη. Μέσα από την προσωπική του πράξη ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να διαψεύσει κάθε πρόβλεψη.»



Η Έλλη παιδί, στα πόδια του πατέρα της (λεπτομέρεια)
_________




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου