Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Ο Έρωτας του Δον Περλιμπλίν με την Μπελίσα στον κήπο του»

Άννυ Πασπάτη (Μπελίσα), Νικήτας Τσακίρογλου (Περλιμπλίν).

Των ερώτων τα θαύματα

Ο
 έρωτας του Δον Περλιμπλίν και της Μπελίσα στον κήπο (The Love of Don Perlimplín and Belisa in the Garden) γράφτηκε το 1928 από τον ισπανό δραματουργό Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1933.

Το έργο αφηγείται την ιστορία ενός ηλικιωμένου εργένη, του Περλιμπλίν. Ο άνδρας πείθεται από την υπηρέτρια του την Μαρκόλφα να αναζητήσει γυναίκα για να παντρευτεί καθώς αυτή είναι ηλικιωμένη και σύντομα δεν θα μπορεί να τον φροντίζει. Ο Δον Περλιμπλίν εκφράζει τις αμφιβολίες του αλλά τελικά συμφωνεί να παντρευτεί την κατά πολύ νεότερη του, Μπελίσα. 

Νικήτας Τσακίρογλου (Περλιμπλίν), Μαργαρίτα Λαμπρινού (Μαρκόλφα).

Η Μπελίσα οδηγείται σε αυτόν τον γάμο παρακινούμενη από την άπληστη μητέρα της, που την πείθει πως ένας τέτοιος γάμος θα την κάνει πιο ελκυστική για τους άλλους άνδρες. 

Την πρώτη νύχτα του γάμου τους, η Μπελίσα απατάει τον Περλιμπλίν. Αυτός, όμως, θα γίνει ο μυστικοσύμβουλός της και θα χαίρεται να την ακούει να του μιλάει για τα ηδονικά όνειρα που πλέκει για κάποιον άγνωστο, ο οποίος τριγυρνάει τη νύχτα κάτω από τα παράθυρά της, με το πρόσωπο κρυμμένο μέσα στην κόκκινη κάπα του. 

Ο τυλιγμένος με κόκκινα άνθρωπος, διακρίνεται ανάμεσα στα κλαριά του κήπου, παραπατάει και πέφτει. Είναι ο Περλιμπλίν: ο μασκοφόρος εραστής ήταν αυτός. Αυτοκτονώντας σκοτώνει τον αντίζηλο του.

Η Μαρκόλφα θα τον σαβανώσει με το κόκκινο νεανικό του κοστούμι και η Μπελίσα θα αγαπήσει για πάντα και με πάθος νεκρό τον Περλιμπλίν.

Ο Λόρκα συνδυάζει με έναν μοναδικό τρόπο το κωμικό με το τραγικό στοιχείο, αναζητώντας την πνευματική ουσία του έρωτα και ανάγοντας τον από το επίπεδο του σώματος στο επίπεδο της ψυχής. 

Άννυ Πασπάτη (Μπελίσα), Νικήτας Τσακίρογλου (Περλιμπλίν).

Ο Λόρκα στο "Περλιμπλίν και Μπελίσα... "δανείζεται" τη στοιχειώδη ιστορία της λαϊκής φυλλάδας, αλλά μόνο για να την ανατρέψει εκ βάθρων και για να της δώσει περιεχόμενο τραγικό.

Ο πλούσιος, άσχημος, άχαρος γερο-φασουλής Δον Περλιμπλίν του Λόρκα... είναι ο μόνος Περλιμπλίν στον κόσμο που δεν έκανε... περλιμπλινική καριέρα! Ζει μόνος, σε μια γριά οικονόμο - υπηρέτρια που τον φροντίζει, στο αρχοντικό, μεγάλο, άχαρο σπίτι του, ανάμεσα σε αμέτρητα βιβλία που του κρατούν συντροφιά τις κρύες νύχτες του χειμώνα... και ούτε καν φαντάζεται τι σημαίνει να ονομάζεται "Δον Περλιμπλίν".

Απέναντι απ' το σπίτι του τελευταίου Ισπανού ιδαλγού, Δον Περλιμπλίν, έρχεται να εγκατασταθεί μια πανέμορφη νέα κοπέλα που με το μοιραίο της όνομα, "Μπελίσα", είναι σαν να ξεπήδησε μέσα απ' τις σελίδες του Λόπε ντε Βέγκα και κουβαλά μαζί της όλη την "προίκα" μιας μυθικής περσόνας. Είναι η προσωποποίηση της "ξελογιάστρας", αιώνιας γυναίκας, της άπιαστης, άπιστης, ποθητής μικρής ερωμένης! Ενσαρκώνει όλους τους μύχιους, ανεκπλήρωτους πόθους του Περλιμπλίν και στήνει μπροστά του ολοζώντανη τη θηλυκή μορφή που τον έλκει και τον σαγηνεύει ακαταμάχητα: της λαϊκής "κούκλας" Μπελίσα.

Έχει φτάσει πια, όπως φαίνεται, ο καιρός του δικού του: "έρως ανίκατε μάχαν"! Ή είναι σαν ο δαίμονας που προσπαθούσε μάταια τόσον καιρό να βάλει σε πειρασμό τον Δον Κιχώτη δείχνοντας του ωραία, ηλιόλουστα, υπαρκτά τοπία γυμνών γυναικών, ενώ εκείνος δεν είχε μάτια για αλλού εκτός από την αιώνια, ανύπαρκτη και ιδανική για τούτο αγαπημένη του, Δουλτσινέα, να έστρεψε τώρα το διαπεραστικό του βλέμμα επάνω στον Περλιμπλίν! 

Εδώ σε αυτό το σημείο ακριβώς, τη στιγμή που συναντιούνται ο ήρως της λαϊκής φυλλάδας "αλληλούιας" με την ηρωίδα του Λόπε, κλείνει η παρένθεση μας κι αρχίζει το έργο του Λόρκα.

Στον... ξύλινο φασουλή που έγινε άνθρωπος μέσα από τον έρωτά του, ο θεατής αναγνωρίζει μια όψη του προδομένου εαυτού του. Δεν ξέρει αν πρέπει να γελά ή να κλαίει με τα παθήματα του ήρωα, όμως τώρα σίγουρα γνωρίζει από πρώτο χέρι... τι σημαίνει να ονομάζεσαι "Δον Περλιμπλίν".


Βέρα Δεληγιάννη (Μητέρα της Μπελίσας), Άννυ Πασπάτη (Μπελίσα).

...η όμορφη Μπελίσα στον κήπο θα τον καρτερεί

Στο
 Μεγάλο Ερωτικό (1972), συναντάμε την αξεπέραστη ερμηνεία της Φλέρυς Ντανωνάκη στο τραγούδι "Πέρα στο θολό ποτάμι" από το έργο Περλιμπλίν και Μπελίσα. Μουσική Μάνος Χατζιδάκις, στίχοι: Νίκος Γκάτσος.

Πέρα στο θολό ποτάμι
έσκυψε η νύχτα να λουστεί.
Έτσι και η όμορφη Μπελίσα
μ' ένα φιλί θα δροσιστεί.

Πάνω στο πέτρινο γεφύρι
κάθεται η νύχτα δροσερή.
Έτσι και η όμορφη Μπελίσα
στον κήπο θα τον καρτερεί.


Γέλιο και κλάμα για κάθε φασουλή που αγάπησε.....

Το μονόπρακτο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα «Ο Έρωτας του Δον Περλιμπλίν με την Μπελίσα στον κήπο του» παρουσιάστηκε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 1976 μαζί με τους «Φασουλήδες του Κατσιπόρα», ιλαροτραγωδία για κουκλοθέατρο, σε σκηνοθεσία του Κώστα Μπάκα. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ο Νικήτας Τσακίρογλου και η Άννυ Πασπάτη.


Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι αποκαλυπτικός ως προς τη σκηνική πρόθεση του Λόρκα: «Amor de Don Perlimplin con Belisa en su jardin — Aleluya erotica en cuatro cuadros y un prologo — Version de Camara», «Ο Ερωτας του Δον Περλιμπλίν με την Μπελίσα στον κήπο του - Τραγούδι της αγάπης σε τέσσερις εικόνες και έναν πρόλογο - Παραλλαγή δωματίου».

Με τον όρο «versiοn de camara» ο ποιητής έδινε μια υπόσχεση. Θα επιχειρούσε κάποτε να αναπτύξει το θέμα του έργου σε έκταση τέτοια που να καλύπτει τις πολυσύνθετες προϋποθέσεις του. Η φριχτή του μοίρα δεν του επέτρεψε να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Έτσι, μας άφησε αυτή την ευλογημένη μικρογραφία, που δεν ξεπερνά τις διαστάσεις που έχουν το χαμόγελο και το δάκρυ, ενωμένα κι αξεχώριστα.

Το 1933,
 τη χρονιά που ο θίασος της Χοζεφίνας Ντίαθ ντε Άρτιγκα ανέβασε στο θέατρο Beatriz» της Μαδρίτης τον «Περλιμπλίν» ο Ισπανός ποιητής σε μια του συνέντευξη δήλωνε χαρακτηριστικά:

«Ο
Έρωτας του Δον Περλιμπλίν και της Μπελίσας είναι το σχέδιο ενός δράματος. Έβαλα σ' αυτό το έργο μόνο τις απαραίτητες λέξεις, για να διαγράψω απλώς τους χαρακτήρες..... Ο Δον Περλιμπλίν είναι ανάμεσα στους άνδρες ο λιγότερο απατημένος σύζυγος. Η απονεκρωμένη του φαντασία ζωντανεύει ύστερα από τη χυδαία απάτη της γυναίκας του. Δεν θ' αργήσει όμως να «κερατώσει» με μιας όλες μαζί τις γυναίκες...

Εκείνο
που φρόντισα στο έργο αυτό ήταν να υπογραμμίσω την αντίθεση ανάμεσα στα στοιχεία του λυρισμού και του γκροτέσκ και παράλληλα να τα συνδυάζω σε κάθε περίπτωση. Το μονόπρακτο αυτό είναι διαρθρωμένο με μουσική σαν μια μικρή όπερα δωματίου».



Στις λίγες αυτές γραμμές δίνεται συνοπτικά όλη η δραματουργική ιδιοσυγκρασία του λορκικού κειμένου. Το έργο εμφανίζει την ώριμη κυριαρχία πάνω σε μια θαυμαστή τεχνική, που oι όροι της πρέπει να αναζητηθούν στη φάρσα, το κουκλοθέατρο, το μπαλέτο, την όπερα και την παντομίμα. Οι ήρωές του είναι φτιαγμένοι από το υλικό του παραμυθιού, από την πρωτόγονη δηλαδή ουσία του θεάτρου. Νευρόσπαστα σε επιδέξια χέρια, χάρτινες φιγούρες που μιλούν, τραγουδούν και χορεύουν, αναπαριστάνοντας κάποιο δράμα της ζωής. Ο λόγος τους έχει την αφαίρεση της ποίησης. Περιορίζεται σε λέξεις ελάχιστες, φορτισμένες από όνειρο και πάθος.

Το μονόπραχτο αυτό συμπυκνώνει κατά τρόπο χαρακτηριστικό την πρωταρχική και αποκλειστική αρετή της λορκικής δραματουργίας : Ένα ποίημα που γίνεται θέατρο, αποκαλύπτοντας στη σκηνή τις πολλές, κρυφές του διαστάσεις.
Χωρίς αμφιβολία, ο Περλιμπλίν του Λόρκα είναι ο φασουλής που το 'σκασε από το κουκλοθέατρο, για να βγει στη σκηνή των ανθρώπων. Το ίδιο και η Μπελίσα, αυτή η άκαρδη, χάρτινη κούκλα. Εκείνος, το θύμα της ερωτικής θυσίας, που θα τιμωρήσει τον θύτη του, δίνοντας της την ψυχή που της έλειπε. Εκείνη, το ανέρωτο σκεύος της αγάπης, που θα νιώσει πόσα δάκρυα κοστίζει μια ένανθρώπιση. Και οι δυο μαζί: το νευροσπαστικό ειδύλλιο ενός καθημερινού ζευγαριού, που από γελοιογραφία γίνεται χορός θανάτου. Ο Περλιμπλίν, μόνο πεθαμένος θα κερδίσει την Μπελίσα— την όποια Μπελίσα— θυσιάζοντας σε αντάλλαγμα «το κορμί της κλειδαρότρυπας», που τόσο αγάπησε. Η ολοζώντανη Μπελίσα μόνο στην απουσία του θανάτου θα μάθει να κλαίει τον Έρωτά της, τον Περλιμπλίν — τον όποιο Περλιμπλίν— που ανεπίστρεπτα χάνεται.

«Το ουσιαστικό θέατρο» είχε γράψει ο Φεντερίκο Γκαρθία «είναι σχολείο γέλιου και θρήνου». Η άποψη λειτουργεί καίρια στην περίπτωση αυτής της ονειρικής μινιατούρας, που οι φιγούρες της μεταλαβαίνουν το «σκοτεινό νερό» της ύπαρξης και ακτινοβολούν ένα άμεσο και ριζικό πάθος. Το λαϊκό αυτό πάθος που έκανε έναν Ισπανό ποιητή να μπορεί να δονεί ένα μόνιμο και οικουμενικό ανθρώπινο νεύρο.

Το γέλιο και το κλάμα, αυτή η καθημερινή δισυπόστατη εκδήλωση της ζωής, παγιδεύουν συναισθηματικά τον θεατή του «Περλιμπλίν». Πρέπει να γελάσει και να κλάψει μαζί, όσο διαρκεί αυτό το λιλιπούτειο δράμα δωματίου, καθώς θα αναπολεί το δικό του χαμένο για πάντα Περλιμπλίν και τη δικιά του μακρινή Μπελίσα. Μια γκροτέσκα μίμηση μοιχείας, που καταλήγει σ' ένα ρομαντικό ειδύλλιο θανάτου, με καρφωμένο το μαχαίρι της ποίησης στην καρδιά του κάθε φασουλή πού αγάπησε.

ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ (από το πρόγραμμα της παράστασης της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου «Περλιμπλίν και Μπελίσα - Οι φασουλήδες του Κατσιπόρα (1977)»


Περλιμπλίν, μια τραγική μαριονέτα

Ο συντηρητικός πουριτανός και μυστικοπαθής Περλιμπλίν, πληγωμένος από τις απιστίες της γυναίκας του και μη μπορώντας να απελευθερώσει τον πόθο που ένιωσε για το κορμί της, όταν το είδε γυμνό από την κλειδαρότρυπα, μεταμφιέζεται σε νεαρό εραστή, της εμπνέει ένα ασυγκράτητο πάθος και παρασύροντάς την σε μια φανταστική μοιχεία, καρφώνει ένα μαχαίρι στην καρδιά του.

Μέρος
της θεματικής του κειμένου, τα σκοτεινά αισθήματα του έρωτα και του μίσους, η έλξη για τη ζωή και το θάνατο, το μυθικό πρότυπο του πόθου και η διφορούμενη φύση της μεταμφίεσης.

Θύ
μα και θύτης μαζί ο Περλιμπλίν, περνάει από τη γελοιότητα του ηλικιωμένου, απατημένου συζύγου στην καταστροφική δύναμη μιας νιότης που δεν έζησε ποτέ και μεταμορφώνεται σε τραγική μαριονέττα.


Απόσπασμα από κριτική της Ελένης Βαροπούλου για την παράσταση της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου «Περλιμπλίν και Μπελίσα - Οι φασουλήδες του Κατσιπόρα (1977)» Δημοσιεύτηκε στην Αυγή (7/11/1976)


Το παραπάνω υλικό καθώς και οι φωτογραφίες προέρχονται από το ψηφιοποιημένο αρχείο του Εθνικού Θεάτρου: http://www.nt-archive.gr/playMaterial.aspx?playID=422#photos



Αγάπη αγάπη

Νίκος Γκάτσος, Σταύρος Ξαρχάκος, Δήμητρα Γαλάνη
Από το θεατρικό έργο "Περλιμπλίν και Μπελίσα" του Λόρκα.

Αγάπη αγάπη
κουράστηκα να σε περιμένω.
Δώσ’ μου το χέρι σου το ματωμένο.

Αγάπη αγάπη
ποια χαραυγή θα σε ξαναφέρει
μ’ ένα αστροκέντητο πικρό μαχαίρι;

Αγάπη αγάπη
στο περιβόλι που σε προσμένω
στείλε το αηδόνι σου το δακρυσμένο.

Federico García Lorca by David Seymour from La maleta de Capa/Capa's Suitcase/The Mexican Suitcase. The Mexican Suitcase is a set of three small cardboard boxes in which remained saved and missing for seven decades, between 3000 and 4000 negatives that Robert Capa, Gerda Taro, and David Seymour ( Chim ) took, mainly during the Spanish Civil War-- May 1936 to the spring of 1939.:

Federico Garcia Lorca
5 Ιουνίου 1898 -19 Αυγούστου 1936

Η εκπομπή «ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ» αφιερώνει ένα από τα επεισόδια της στον Ισπανό Ποιητή και θεατρικό Συγγραφέα FEDERICO GARCIA LORCA (1898 – 1936). 

Ο Διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και λογοτέχνης ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ προσεγγίζει την ποίηση και την θεατρική πορεία του Ποιητή μέσα από τις επιρροές, που του άσκησε η ισπανική λογοτεχνία του 18ου και 19ου αιώνα, η ανδαλουσιανική ποίηση και το μαυριτάνικο και τσιγγάνικο τραγούδι. 




Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Μανόλης Αναγνωστάκης, Στο παιδί μου




Μανόλης Αναγνωστάκης, «Γηράσκω αεί αναθεωρών» 

«Αυτή η ανεξέλεγκτη και χειμαρρώδης αντιστασιολογία, πόσω μάλλον από ανθρώπους που όψιμα ανακάλυψαν αυτό το ορυχείο, ομολογώ ότι με εκνευρίζει λίγο, με μελαγχολεί. Δεν διέπομαι από κανένα πνεύμα ρεβανσισμού και δεν αισθάνομαι καλά σε ένα κλίμα φραστικού παλικαρισμού που γίνεται εκ του ασφαλούς βέβαια. Είμαι ξένος σε αυτό το κλίμα. Κυρίως με ενοχλεί ο στόμφος, τα μεγάλα λόγια, η καθυστερημένη επίδειξη τίτλων και ευσήμων που για μένα ελάχιστοι τα δικαιούνται και αυτοί είναι εκείνοι που δεν τα προβάλλουν.


Η ιστορία πλαστογραφήθηκε, εξευτελίστηκε, παραποιήθηκε. Το θέμα είναι να μην ξαναγράψουμε μια ιστορία πάλι με αποσιωπήσεις, εν ονόματι σκοπιμοτήτων δικών μας αυτή τη φορά. Αυτό μας ρίχνει σε έναν φαύλο κύκλο λειψής ενημέρωσης και κακής πληροφόρησης των νεώτερων γενιών».


Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα....

Ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ποιητής με πολιτική συνείδηση, φυλακίστηκε και καταδικάσθηκε σε θάνατο για τις ιδέες του και χαρακτηρίστηκε ως ο «ποιητής της ήττας», καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. Το ποιητικό του έργο καθόρισε την ομάδα των στρατευμένων ποιητών της μεταπολεμικής ποίησης.


Ο Μανόλης Αναγνωστάκης κατά τον Χρόνη Μπότσογλου(Γενάρης 1982)

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Πήρε μέρος στην Αντίσταση ως στέλεχος της ΕΠΟΝ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.

Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1942 από το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Εκτελώντας χρέη και αρχισυντάκτη, το 1944 συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» (1944), πόλο συσπείρωσης των προοδευτικών νέων λογοτεχνών της πόλης, και το 1945 εξέδωσε με δικά του έξοδα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές». Αν και προχώρησε στην έκδοση μιας σειράς ποιητικών συλλογών τις επόμενες δεκαετίες, θα έπρεπε να περιμένει ως το 1979, σχεδόν 35 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του, ώστε να δει να τυπώνεται η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του χωρίς δικά του έξοδα.

Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά, ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα «Αυγή», με κείμενα για θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοκτώ κειμένων» (1970), των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973).

Τα ποιήματα που ο Μανώλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.

«Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», είχε ξεκαθαρίσει, γιατί «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Ίσως επειδή, όπως είχε πει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».

Ο Αναγνωστάκης είχε προαναγγείλει τη σιωπή του με τους στίχους:

Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες. (Στόχος, 1970)

Η ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή της αυγής και λιγότερο με το λυκόφως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνουσα τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.

Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.



Portrait Of The Greek Poet Manolis Anagnostakis by Kostas Loustas


Ένας άνθρωπος που επέμενε να θέτει ερωτήματα

Πώς είναι να μιλάς μ' έναν άνθρωπο που έχει ζήσει περισσότερα από σένα, και μολαταύτα να μη θέλει να σου επιβληθεί με την πλούσια πείρα του και να σε κάνει να νιώσεις υποδεέστερος; Να μη θέλει να σου υποδείξει, αλλά απλώς να σου δείξει, να σου φανερώσει; Μ' έναν άνθρωπο λιγομίλητο, όχι από έπαρση και πόζα, αλλά επειδή ξέρει καλά πόσο βαραίνουν οι λέξεις, και πόσο βαθιά καρφώνονται αν τις έχει οξύνει η ειλικρίνεια, η τιμιότητα;

Έτσι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, από τις ξεχωριστές φωνές της πρώτης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, που χαρακτηρίστηκε γενιά της ήττας, όμως ο ίδιος δεν αποδέχτηκε ποτέ τον χαρακτηρισμό. Εκόμισε στην τέχνη την αμεσότητα που δεν τη βαλτώνει η γλυκερή αισθηματολογία και η οίηση του «στάσου να σου πω εγώ». Τον κουβεντιαστό, συντροφικό τόνο, που αποτελεί απαραγνώριστο στοιχείο της ποίησης του. Την αυστηρή όσο και βασανισμένη μελέτη του ζεστού ακόμα ιστορικού χρόνου, στη διάρκεια του οποίου τα ουμανιστικά οράματα άφησαν τη θέση τους σε βαρύτατα τραύματα, προσωπικά και συλλογικά. 

Τη σκεπτική ειρωνεία στα ποιήματα του, ήρεμη γιατί ξέρει τη δύναμη της και δεν έχει λόγους να επιδεικνύεται, και την ανελέητη -και ταυτόχρονα τερπνότατη- σάτιρα, έτσι όπως απελευθερώθηκε στα κείμενα του, πεζά και στιχουργημένα, που απαρτίζουν τον κύκλο του Μανούσου Φάσση. 

Τον αυστηρό κριτικό του νου, που δεν απιστούσε στις αρχές του ούτε όταν καταπιανόταν με το έργο οικείων και (περίπου) ομοϊδεατών, και δεν δίσταζε να «ασεβήσει» απέναντι στους «κεκυρωμένους» και να υποδείξει τις αδύναμες στιγμές τους. 

Τη μη ιδεολογική προσέγγιση της τέχνης του λόγου, την άρνηση του να τη διαβάσει με παραταξιακές ή κομματικές παρωπίδες. Ποιητής άξιος και στοχαστής με πλούσια και συνεπή αντιδογματική σκέψη, ο Αναγνωστάκης ήταν πρωτίστως πολίτης. Λυρικός, ρεαλιστής, σατιρικός, μας πρόσφερε σοβαρότατους λόγους να εμπιστευόμαστε την ποίηση, κι ας ξέρουμε μαζί του ότι η δύναμη της δεν αρκεί ν' αλλάξει τον κόσμο, καμιά φορά ούτε το άτομο.

Π. Μπουκάλας, από την εισαγωγή στην έκδοση της Καθημερινής (30-3-14)



O Μανώλης Αναγνωστάκης, μπροστά στα γραφεία της εφημερίδας Μακεδονία, 
με το γιο του (1961)

Χωρίς αυταπάτες.....

(Τώρα πια μιλάμε χωρίς αυταπάτες, χωρίς ηθικολογικές προκαταλήψεις, χωρίς καμιά επιταγή άνωθεν ευθύνης — για μια σκέτη αξιοπρέπεια. Στην  οριζοντίωση της εποχής μας να κρατήσουμε όρθιες ισχνές καλαμιές. Είναι ο πιο αχάριστος και συγχρόνως γελοίος —για τους άλλους— αγώνας, γιατί είναι δύσκολο να φανταστείς τον Δον Κιχώτη ψύχραιμο, υπολογιστικό, χωρίς αισθηματολογίες, να γνωρίζει ότι οι ανεμόμυλοι είναι πραγματικοί και μολαταύτα να τους πολεμά. Μιλάμε χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς μίσος, χωρίς καν μαχητικότητα. Επαρχιακοί θεατρίνοι μπροστά σε μιαν άδεια αίθουσα χωρίς χειροκροτήματα.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος: ο πειρασμός της έπαρσης, της περιφρόνησης των πρώην φίλων, των επιδεικτικών χειρονομιών αηδίας.

Η μάχη να δίνεται μ ε τ ά την αηδία και την επίγνωση της ματαιότητας — μη συναντηθείς σε καμιά παρακαμπτήριο μαζί τους).

Το Περιθώριο '68 '69





Στο παιδί μου

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.


ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Ο τίτλος του ποιήματος: αλληγορία

  • Ο ποιητής – πατέρας: πολιτικός, ηθικός και πνευματικός καθοδηγητής, που γαλουχεί υπεύθυνα και συνειδητά το κοινό του, το προστατεύει από το ψέμα, φωτίζει με την τέχνη του την «πλαστογραφημένη ζωή» ( «Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή. Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω» Τίτος Πατρίκιος)
  • Παιδί : οι νέοι, αναγνωστικό κοινό, ώριμοι, κατά την εκτίμηση του ποιητή, αποδέκτες της ποίησής του ( Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια)

Πώς ορίζεται η αλήθεια και πώς κατοχυρώνεται η ηθική της αξία;

Ο ποιητής προτιμά να λέει ή να αποκαθιστά την αλήθεια, την κυριολεκτική δηλαδή αναφορά σε πρόσωπα και πράγματα, είτε αυτή είναι πολιτική είτε ηθική. Αγωνιστικός και περισσότερο κοντά στην ιδέα της στρατευμένης ποίησης, ο Αναγνωστάκης πιστεύει στη ρεαλιστική άποψη της τέχνης – «καθρέφτη» της ζωής και της πραγματικότητας. 


Πώς αξιοποιεί ο ποιητής τη διπλή σημασία της λέξης «παραμύθι»

Ο ποιητής αξιοποιεί τα παρακάτω παραμυθικά μοτίβα: 
  •  Δράκους, υπερφυσικά στοιχεία εκφραστές του κακού, της σκληρότητας, της απανθρωπιάς
  •  Το πιστό σκυλί, ο Άργος, του Ομηρικού Οδυσσέα, σύμβολο εμπιστοσύνης
  •  Την Πεντάμορφη, προσωποποίηση της ψυχικής ευγένειας και καλοσύνης σε αντιπαράθεση με την ασχήμια (το Τέρας)
  •  Τον άγριο λύκο στο παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας, σύμβολο της δολιότητας και της εξαπάτησης, που τιμωρείται στο τέλος 

Όλα αυτά συμβολίζουν την απόκρυψη και παραποίηση της αλήθειας, την ωραιοποίηση της πραγματικότητας, την παραχάραξη της ιστορίας από τις κάθε λογής εξουσίες, που επιχειρούν με την κατάλληλη κάθε φορά προπαγάνδα να χειραγωγήσουν τους λαούς, άλλοτε εφησυχάζοντάς τους, και άλλοτε επισείοντας ανύπαρκτους κινδύνους για να εμφανιστούν ως σωτήρες.

Η λειτουργία των προσώπων

  • γ΄πληθυντικό (του μιλούσανε): Οι κάθε λογής εξουσίες, το δικτατορικό καθεστώς, η αριστερή κομματική διανόηση που αυστηρά πειθαρχημένη στην επίσημη γραμμή, υποκύπτει σε σκοπιμότητες, αποσιωπά, παραχαράσσει, πλαστογραφεί την ιστορία.  
  • α΄  ενικό(κάθομαι, του μιλώ, λέω, του δείχνω, του μαθαίνω, του τραγουδώ): Τα έξι πρωτοπρόσωπα ρήματα, όλα σε χρόνο ενεστώτα που τονίζει τη διάρκεια, υπογραμμίζουν το ρόλο και την ευθύνη του ποιητή απέναντι στο κοινό του. Ο ποιητής, ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός άνθρωπος οφείλει να αποκαταστήσει αλήθειες, να καταγγείλει ενόχους, να τιμήσει τη μνήμη νεκρών και ηρώων.
  • α΄πληθυντικό(να λέμε): Η μετάβαση από το α΄ενικό στο α΄πληθυντικό πρόσωπο σηματοδοτεί τη μετάβαση από την ατομική στη συλλογική - καθολική ευθύνη. Οι ποιητές και γενικότερα οι πολιτικοί και πνευματικοί άνθρωποι ενός τόπου έχουν χρέος να πουν την αλήθεια συμβάλλοντας στη σωστή διαπαιδαγώγηση των νέων.



ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

I. Διονύσης Σαββόπουλος, Τι έπαιξα στο Λαύριο 

Στο παρακάτω τραγούδι του από το δίσκο Ρεζέρβα (1979) ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν κρύβει την αμηχανία του για το ρόλο του ως τραγουδοποιού, όταν πρόκειται να απευθυνθεί στα παιδιά που ζουν στην υποβαθμισμένη περιοχή του Λαυρίου.

Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά 
στην αγορά στο Λαύριο 
είμαι μεγάλος με τιράντες και γυαλιά 
κι όλο φοβάμαι το αύριο. 

Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά 
έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα
και μας κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά 
όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα

Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει 
σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας
Μα ο χρόνος ο αληθινός 
σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος 
Μα ο χρόνος ο αληθινός 
είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός

Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά 
μα ούτε και στους μεγάλους 
πάει καιρός που έχω μάθει ξαφνικά 
πως είμαι ασχημοπαπαγάλος. 

Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά 
έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι 
και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά 
όταν γυρνάς μέσα στην πόλη

Δ. Σαββόπουλος, H σούμα, 1963-2003, Ιανός


Να συγκρίνετε τη στάση και τον προβληματισμό του τραγουδοποιού Σαββόπουλου απέναντι στο κοινό του – παιδιά αλλά και μεγάλους – με τη στάση του ποιητή – πατέρα Αναγνωστάκη απέναντι στο παιδί και κατ’ επέκταση στο δικό του κοινό. Ποιος ο ρόλος και οι αντιδράσεις των παιδιών σε καθεμιά περίπτωση;





II. Κώστας  Μόντης, Απόσπασμα από ένα άλλο τραγούδι για το μεγάλο μας αδελφό.

Δε γίνουνται σήμερα αυτά τα πράγματα, Γρηγόρη.
Αυτά τα παράτησε ο κόσμος
χιλιάδες χρόνια τώρα
και τ’ αφυδάτωσε και τα ταρίχεψε 
και τα ‘κανε παραμύθια
για τ’ αναγνωστικά των παιδιών,
γιατί αρέσουν στα παιδιά οι Θερμοπύλες
με τους χτενισμένους Σπαρτιάτες
και τα «υπό σκιάν» και τα «μολών λαβέ».
Δεν τα 'βαναν για να τα επαναλαμβάνουμε.
Έπειτα πώς έρχεσαι 
ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια να διεκδικήσεις;
Σκέφτηκες τον αριθμό;
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια δεν υπήρχε αντίρρηση,
δυόμιση χιλιάδες χρόνια
είχαν κάνει κατοχή το παραμύθι οι άνθρωποι.
Δεν μπορείς εσύ τώρα να λες όχι.

Να εξηγήσετε το νόημα που αποδίδουν στον όρο παραμύθι οι ποιητές Μαν. Αναγνωστάκης και Κώστας Μόντης στα ποιήματά τους: «Στο παιδί μου» και «Τραγούδι για το μεγάλο μας αδελφό», αντίστοιχα.




III. Γιώργος Σεφέρης, Τελευταίος Σταθμός (απόσπασμα)

Ο «Τελευταίος Σταθμός», είναι γραμμένος, σύμφωνα με την ένδειξη του ποιητή, στο λιμάνι Cava dei Tirreni, κοντά στο Σαλέρνο της Ιταλίας, στις 5 Οκτωβρίου 1944. Εκεί έχουν φτάσει από την Αίγυπτο οι ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες και είναι έτοιμες να επιστρέψουν στην Ελλάδα, από την οποία αποχωρούν οι Γερμανοί. Το δράμα φαίνεται να τελειώνει, αλλά σε λίγο θ’ αρχίσουν νέες συμφορές: ο εμφύλιος.


[…..] Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια 
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς. 
Ίσως και να 'θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες 
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες το μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα 
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν•
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας 
λεύγες και λεύγες•
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές 
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή 
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει•
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων* πόνος.

   Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου '44

* μνησιπήμων: αυτός που θυμίζει τις συμφορές, η αλγεινή ανάμνηση των δυστυχιών.
  μνησιπήμων πόνος: Αισχ. Αγαμέμνων, στ. 179 «στάζει δ’ ἐν γ’ ὕπνωι προ καρδίας μνησιπήμων πόνος» (στάζει στον ύπνο, μπρος στην καρδιά, της συμφοράς ο καημός) (Σημ. του ποιητή).


Γιατί, κατά τη γνώμη σας,  ο ποιητής προτιμά τα «παραμύθια και τις παραβολές» από τη γυμνή αλήθεια; 





IV. Ηλίας Βενέζης, «Γαλήνη» (απόσπασμα)

Το μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη Γαλήνη (1939) έχει ως θέμα του την εγκατάσταση μιας ομάδας προσφύγων στην Ανάβυσσο της Αττικής, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Στον αγώνα για επιβίωση σε έναν άγνωστο και άγονο τόπο η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο συνυπάρχει με τη νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες και την αγωνία για την τύχη εκείνων που έμειναν κρατούμενοι στα καταναγκαστικά τάγματα εργασίας της Ανατολής. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο Αντρέας, που γύρισε σώος ύστερα από δεκατέσσερις μήνες ομηρίας, κρύβει την πικρή αλήθεια από τη μάνα του Άγγελου, του φίλου του που πέθανε πριν να χαρεί τη μέρα της επιστροφής.

[….] Όλα, λοιπόν, είναι μια απλή υπόθεση βαθμού, ως πού θα πέσεις. Έτσι συνηθίζεις κι αυτό, να κάθεσαι να λες κάθε μέρα ιστορίες σε μια μητέρα για ένα παιδί που δεν είναι πια να γυρίσει.

 «Η μητέρα του να μη μάθει τίποτα», του είχε ξαναπεί ικετευτικά ο γερο-Βένης. «Μπορεί να περιμένει όλα τα χρόνια που της μένουν ακόμα και να μη λυγίσει. Αλλά να μην έχει να περιμένει - αυτό δεν το μπορεί».

 Και για να μη μάθει κείνη η μητέρα τίποτα, ο Αντρέας κάθισε και της είπε μια ιστορία. Ήταν ένα παραμύθι όλο χρώμα και συγκίνηση, γεμάτο από καλοσύνη για δυο παιδιά που βρεθήκανε μες στο μπουρίνι του πολέμου, γεμάτο από ιερή ευγνωμοσύνη κι από θερμά δάκρυα.

  — Ο Άγγελος θα 'ρθει με την άλλη αποστολή, ή με την άλλη, την άλλη. Θα 'ρθει - ήταν ο πρώτος λόγος που είπε στη μητέρα του φίλου του.

 Κι ύστερα σαν ξεμοναχιαστήκανε, το ίδιο βράδυ, στο δωμάτιό της, η θεία Μαρία τον έβαλε και της είπε απ' την αρχή όλα, ένα ένα, πώς πέρασαν στην αιχμαλωσία, όλες οι μέρες τους, δεκατέσσερις μήνες.

  Ήταν κι η δική του η μητέρα πλάι του, η θεία Σοφία. Ν' ακούσει και κείνη το παραμύθι και τίποτα άλλο να μη μάθει ποτέ. Αυτοσχεδίαζε τα γεγονότα, οι σκληρές γραμμές σβήνανε μες στο παραμύθι, έτσι όπως γίνεται στα παραμύθια με τους δράκους και με τα θεριά που τα λες μια νύχτα σ' ένα παιδί, να το αποκοιμίσεις. Η νύχτα είναι ήσυχη, πλάι εκεί κάθεται ένας μικρός άγγελος και χύνει το φως του προσώπου του απάνω στα μάτια του παιδιού, περιμένοντας νά 'ρθει η ώρα και να τα σφαλίσει. Όλα είναι ήμερα, οι δράκοι και τα θεριά σιγά σιγά σβήνουν μες σε τούτο το θερμό φως, μπερδεύονται, παίρνουν σχήματα απροσδιόριστα, το παιδάκι χαμογελά και τα μάτια αργά αργά βασιλεύουνε. Το παιδάκι αποκοιμήθηκε. Η ειρήνη να είναι μαζί του. Μια μητέρα πρέπει ν' αποκοιμηθεί. Ο Θεός να είναι μαζί της.


1. παραμυθέομαι – οῦμαι, παραμυθία, παραμύθιον: Ποια είναι η σημασία των όρων αυτών στα αρχαία ελληνικά; Συμβουλευτείτε λεξικό.

2. Πώς λειτουργεί το παραμύθι στο κείμενο του Ηλία Βενέζη; Τι συνέπειες πιστεύετε ότι θα είχε στην περίπτωση αυτή η αλήθεια, την οποία προκρίνει ο Μανόλης Αναγνωστάκης; Πόσο αντέχει ο άνθρωπος την απόλυτη αλήθεια; Στον προβληματισμό σας θα σας φανεί χρήσιμη και η ιστορία που ακολουθεί. 



Edvard Munch - Consolation (1907 ) Oslo, Norway


V. Πόση αλήθεια όμως αντέχουμε;

"Ο άνθρωπος περπατούσε σ' εκείνα τα σοκάκια της επαρχιακής πόλης. Είχε χρόνο και γι' αυτό κοντοστεκόταν για λίγο μπροστά σε κάθε βιτρίνα, σε κάθε κατάστημα, σε κάθε πλατεία.

Στρίβοντας σε μια γωνία βρέθηκε άξαφνα μπροστά σε ένα ταπεινό κατάστημα που η ταμπέλα του ήταν λευκή. Περίεργος, πλησίασε στη βιτρίνα και κόλλησε το πρόσωπο του στο κρύσταλλο για να καταφέρει να δεί μέσα στο σκοτάδι... Το μόνο που φαινόταν ήταν ένα αναλόγιο μ' ένα χειρόγραφο καρτελάκι που έγραφε: Το μαγαζί της αλήθειας
Ο άνθρωπος έμεινε έκπληκτος. Σκέφτηκε, ότι αν και διέθετε ανεπτυγμένη φαντασία, του ήταν αδύνατον να φανταστεί τί μπορεί να πουλούσαν.

Μπήκε.
Πλησίασε την κοπέλα που στεκόταν στον πρώτο πάγκο και τη ρώτησε:

"Συγνώμη. Αυτό είναι το μαγαζί της αλήθειας;"

"Μάλιστα κύριε. Τι λογής αλήθεια θέλετε; Αλήθεια μερική, αλήθεια σχετική, αλήθεια στατιστική, πλήρη αλήθεια;"

Ώστε, λοιπόν, πουλούσαν αλήθεια. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Να πηγαίνεις σ' ένα μέρος και να παίρνεις την αλήθεια, ήταν υπέροχο.

"Θέλω πλήρη αλήθεια" αποκρίθηκε ο άνθρωπος χωρίς ταλάντευση.

"Είμαι τόσο απαυδησμένος από τα ψέματα και τις πλαστογραφίες" σκέφτηκε "Δε θέλω άλλες γενικεύσεις, ούτε δικαιολογίες, δε θέλω απάτες, ούτε κοροϊδίες."

"Απόλυτη αλήθεια" διόρθωσε

"Μάλιστα κύριε. Ακολουθήστε με."

Η κοπέλα συνόδευσε τον πελάτη σ' ένα άλλο μέρος του καταστήματος και δείχνοντας έναν πωλητή με αυστηρό ύφος, είπε:

"Ο κύριος θα σας εξυπηρετήσει."

Ο πωλητής πλησίασε και περίμενε τον πελάτη να μιλήσει.

"Ήρθα να αγοράσω την απόλυτη αλήθεια."

"Αχα. Συγνώμη, γνωρίζετε την τιμή;"

"Όχι. Πόσο κοστίζει;" αποκρίθηκε τυπικά. Στην πραγματικότητα ήξερε ότι θα πλήρωνε όσο όσο για να έχει όλη την αλήθεια.

"Για όλη την αλήθεια", είπε ο πωλητής "το αντίτιμο είναι ότι ποτέ πια δε θα έχετε την ησυχία σας."

Ένα ρίγος διέτρεξε τη ράχη του ανθρώπου. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι το κόστος θα ήταν τόσο υψηλό.

"Ε..ευχαριστώ... Συγνώμη..." ψέλλισε.

Έκανε μεταβολή και βγήκε από το κατάστημα κοιτώντας το έδαφος.
Ένιωσε λίγο θλιμμένος όταν κατάλαβε ότι δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένος για την απόλυτη αλήθεια, ότι ακόμα χρειαζόταν ορισμένα ψέματα για να βρίσκει ανάπαυση, ορισμένους μύθους και εξιδανικεύσεις για να καταφεύγει, ότι ήθελε κάποιες δικαιολογίες για να μην αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό...

"Ίσως αργότερα..." σκέφτηκε.
Το μαγαζί της αλήθειας , Χόρχε Μπουκάι




VI. Και οι ψυχολόγοι τι λένε; Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά;

Έχετε βρεθεί συχνά μπροστά στο δίλημμα: «να πω όλη την αλήθεια στο παιδί μου;», «πόσο μπορεί να το αντέξει;», «μήπως ένα ψέμα είναι προτιμότερο από τη σκληρή πραγματικότητα;».

Πολλοί γονείς συγχέουν τα όρια της γνώσης που πρέπει να λαμβάνει το παιδί ανάλογα με την ηλικία του, με το αν πρέπει ή όχι να μαθαίνει την αλήθεια, αποφεύγοντας έτσι να συζητήσουν για θέματα που το ίδιο το παιδί θέτει και που αγγίζουν «επικίνδυνες» περιοχές.

Εκρηκτικοί καυγάδες, διαζύγιο γονέων, οικονομικές δυσχέρειες, προβλήματα με τον/την σύζυγο ή σύντροφο, απώλεια αγαπημένων προσώπων, επαγγελματικά προβλήματα, απογοήτευση και αγωνία σε σχέση με προβλήματα των παιδιών είναι μερικά από τα θέματα που φέρνουν το γονιό μπροστά στο βασανιστικό ερώτημα «να το πω στο παιδί ή όχι;».

Οι περισσότεροι γονείς επιλέγουν το δρόμο της απόκρυψης της αλήθειας από το παιδί. Αρνούνται το πρόβλημα, προβάλλοντας έτσι στο παιδί μια ψευδή εικόνα, ότι όλα πάνε καλά, διαστρεβλώνοντας τελικά και τη δική τους αντίληψη για την πραγματικότητα.

Το πρόβλημα ξεκινάει από τους ίδιους οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και προβάλλουν το πρόβλημά τους σαν πρόβλημα του παιδιού τους. Όμως η συγκάλυψη της αλήθειας ωφελεί ή βλάπτει  την ψυχική υγεία του παιδιού;

Μπορεί η απόκρυψη της αλήθειας να δρα ανακουφιστικά για τους γονείς την παρούσα στιγμή, αλλά μακροπρόθεσμα επιβαρύνει τον ψυχισμό του παιδιού, το οποίο γίνεται δέκτης διπλών και αντιφατικών μηνυμάτων που το αποδιοργανώνουν.
Αν δεν ειπωθεί η αλήθεια έστω και με τα λόγια που οι ενήλικες χρησιμοποιούν για να αντιμετωπίσουν τον πόνο που τους προκαλεί μια πραγματικότητα αναπόφευκτη, το παιδί φτιάχνει στο μυαλό του φαντασιώσεις πολύ πιο τραγικές για το ίδιο.
Το ψέμα προκαλεί το θυμό, την απογοήτευση και την ανασφάλεια του παιδιού το οποίο χάνει την εμπιστοσύνη στο γονιό του. 

Γι’ αυτό:

Δεν πρέπει να υποτιμάμε την ικανότητα του παιδιού να αντιλαμβάνεται την αλήθεια  και να γνωρίζουμε ότι τα παιδιά ξέρουν και καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ ότι φανταζόμαστε.
Πρέπει να σεβόμαστε την προσωπικότητα του παιδιού.
Όταν τα παιδιά είναι ενημερωμένα για την οικογενειακή τους κατάσταση τίποτα δεν τα πληγώνει, όταν δεν λέγεται για να πληγωθούν αλλά για να ειπωθεί η πραγματικότητα.
Οι γονείς να επεξεργαστούν οι ίδιοι τους φόβους και την αγωνία τους ώστε αυτοί να μην προβάλλονται πάνω στο παιδί.
Η ανοιχτή έκφραση των σκέψεών τους με ταυτόχρονη διεξοδική συζήτηση με το παιδί θα έχει θετικά αποτελέσματα.
Το παιδί πρέπει να μπορεί να εκφράσει την αγωνία που του προκαλεί το πρόβλημα.
Οι γονείς να ενθαρρύνουν και άλλους εναλλακτικούς τρόπους για να μιλήσουν με τα παιδιά: ζωγραφική, παιχνίδια, παίξιμο ρόλου.
Η αλήθεια αποτελεί μονόδρομο για μια σωστή και εποικοδομητική σχέση που αποβλέπει στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας.


Μαργαρίτα Μάνθου Κλινική Ψυχολόγος