Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

«...άσε με ξανά στο ψύχος του θανάτου», Μένης Κουμανταρέας, Ο θησαυρός του χρόνου


«Υπάρχει ένα τέλος για όλα τα πράγματα. Για τους ανθρώπους, τα έργα της ζωής τους, τα υπάρχοντά τους. Λιώνουν κι εξαφανίζονται. Ακόμα και για τις φιλίες υπάρχει και γι' αυτές ένα τέλος»



«Είμαι ο Λάζαρος, ο Αμερικάνος...»


Αν κατά τις Γραφές εκείνος ο παλιός Λάζαρος αναστήθηκε ένα Σάββατο, σήμερα, αν και καθημερινή, ο δικός μου Λάζαρος - υπάλληλος κι αυτός όπως εγώ στα Γραφεία - αναστήθηκε με τον τρόπο του, ύστερα από χρόνια που είχα να τον ακούσω.

«Δεν με θυμάσαι;» είπε η φωνή στο τηλέφωνο. «Είμαι ο Λάζαρος, ο Αμερικάνος, που με φωνάζατε Καγκουρό κάποιες φορές».

«Πού είσαι, άνθρωπέ μου», του λέω, «τι κάνεις, πού βρίσκεσαι;»

«Βρίσκομαι», μου λέει. «Το πού μην το συζητάς». Τον πίεσα να μου πει. Η φωνή του από το ακουστικό ακουγόταν μπερδεμένη. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω καλά τις λέξεις.

«Θέλεις να μου επαναλάβεις;» προσπάθησα να του πω, μα η γραμμή έκλεισε.

Πέρασαν τρεις μέρες χωρίς νέα του, όταν πήρα ένα τηλεφώνημα από κάποιο νοσοκομείο. «Είστε ο τάδε; Έχουμε ένα μήνυμα για σας από έναν ασθενή μας, τον κύριο Ελεσίδη».Ο Λάζαρος, λοιπόν, με προσκαλούσε να τον δω.[...]


«Θα πάω να δω έναν φίλο», είπα στη δική μου άρρωστη χωρίς να της πω περισσότερα, παρ’ όλο που τον Λάζαρο τον ήξερε κι εκείνη όπως κι εγώ. Όμως δεν ήθελα να ξέρει ότι πάω σε νοσοκομείο. Και μάλιστα τι νοσοκομείο! Ειδικευμένο σ’ αυτή την κακιά αρρώστια. Ποιος ξέρει τι εικόνες μπορούσε να της δημιουργήσει.

Πήρα ένα ταξί και, όπως η Λεωφόρος είχε κίνηση - μπορεί κάποια διαδήλωση να ήταν πάλι σε εξέλιξη -, μέσα από στενά βρέθηκα επιτέλους στην πλαϊνή είσοδο και, επειδή το ασανσέρ ήταν χαλασμένο, ανέβηκα τα τρία πατώματα με την ψυχή στο στόμα, για να βρεθώ στον θάλαμο που μου είχαν υποδείξει.

Το πρώτο πράγμα που με έπιασε απ’ τη μύτη ήταν ένα μείγμα από απολυμαντικό, πολυκαιρισμένα λουλούδια και κατουρημένα στρώματα. Ο θάλαμος είχε έξι κρεβάτια και προς στιγμήν μπερδεύτηκα κι έβαλα πλώρη για το τελευταίο κοντά στο παράθυρο. Κόντευα πια να φτάσω κοντά στο άτομο που είχα εκλάβει ως Λάζαρο, όταν η φωνή του παλιού συναδέλφου μ’ έκανε ν’ αλλάξω πορεία:

«This way please».

Σαν ξεπουπουλιασμένο πουλί, καθισμένο σε κλωνάρι δέντρου που το ’δειρε η βαρυχειμωνιά, έτσι κι εκείνος κούρνιαζε στο κρεβάτι με τα γόνατα λυγισμένα και τα χέρια να τ’ αγκαλιάζουν. Κοιτούσε γύρω, στον θάλαμο των αρρώστων που είχε βρεθεί, με την εγκαρτέρηση σεισμόπληκτου.

Πλησίασα κι εκείνος άπλωσε και τα δυο του χέρια να σφίξει τα δικά μου. Ήταν κάτι που το έκανε και παλιά. Ποιος ξέρει, μπορεί να το συνήθιζαν οι Πόντιοι ή οι ξενιτεμένοι στην Αυστραλία.

«Δεν με γνώρισες», μου είπε με φωνή παιδική.

Τα μάτια του ήταν ίδια όπως παλιά, με την αφέλεια και την καθαρότητα που τον διέκριναν, μόνο που τώρα φαίνονταν μεγαλωμένα μες στην απίσχνανση του προσώπου.

«Μπερδεύτηκα», δικαιολογήθηκα.

«Are you well?» με ρώτησε, όπως πάντα ανακατεύοντας αγγλικές εκφράσεις ή λέξεις στην ομιλία του, και μάλιστα με αυστραλέζικη προφορά.

«Εγώ καλά. Εσύ τι έπαθες;»

«Ένα καρκινάκι είναι, θα περάσει».

Προσπάθησα να είμαι ψύχραιμος.

«Sure», του είπα κι εγώ για να του εντυπωθεί καλύτερα. «Θέλεις να σου πάρω κάτι απ’ έξω;» ρώτησα.

«Κανένα βιβλίο», μου είπε, «δεν έχω τίποτα να διαβάσω».

«Γράφεις κάτι;»

«Τη ζωή μου. Μα τώρα δεν έχω τις δυνάμεις πια. Θυμάσαι που σου είχα δώσει να διαβάσεις...»


Θυμόμουν, αλλά δεν θυμόμουν τι.

«Θα το φροντίσω», είπα. «Προτιμάς fiction ή κάτι άλλο;»

«Βιβλίο να ’ναι κι ό,τι να ’ναι. Οι ώρες δεν περνάν εδώ».

«Καταλαβαίνω. Κι από εξετάσεις;»

«Όλο με πηγαίνουν κάτω, με περνάνε από ακτίνες, μου δίνουν χημικά. Αν τα καγκουρό έχουνε μία τσέπη, εγώ θα βγω από δω με δύο»
.

Πήγα να γελάσω, μα με πρόλαβε εκείνος. Γελούσε και τα δόντια του κόντευαν να πεταχτούν έξω. Μπορεί και να φορούσε μασέλα.[....]


«Πες μου, τι γράφεις εσύ; Γράφεις κάτι;»

«Όλο και κάτι»
, είπα αόριστα.

«Εσύ ξέρεις, είσαι τζιμάνι σ’ αυτά. Από παλιά κανείς δεν σ’ έφτανε. Τώρα είσαι well known! Και το πιάνο;» ρώτησε ατάκα.

«Ε, το πιάνο υπάρχει σαν έπιπλο».

«Δεν παίζεις;»
είπε απορημένα σαν μικρό παιδί.

«Πώς, παίζω. Τώρα το πώς παίζω είναι άλλο ζήτημα».

«Του ’re a perfectionist. You always were».

«Σηκώνεσαι, πας καμιά βόλτα;»
θέλησα ν’ αλλάξω κουβέντα.

«Έχει έναν κήπο κάτω, μα χρειάζομαι βοήθεια».

«Θέλεις να πάμε μια βόλτα μαζί;»


Το μάτι του έλαμψε. Τον βοήθησα να φορέσει μια ρόμπα σταχτιά, χιλιοφορεμένη ποιος ξέρει από πόσους αρρώστους. Τουλάχιστον μου φάνηκε καθαρή. Πήραμε το ασανσέρ που είχε αρχίσει να λειτουργεί πάλι. Προχωρούσε βήμα βήμα σαν κάποιος που πρωτομαθαίνει να περπατά.[....]




«...μεγάλη ευτυχία να βλέπεις το χιόνι, ν’ ακούς και τα καγκουρό»

«Απ’ τους παλιούς», ρώτησα, «ήρθε κανείς να σε δει;»

«Όταν είσαι στη δουλειά, οι άλλοι θες δεν θες σε προσέχουν», είπε. «Έτσι και φύγεις, γίνεσαι αόρατος».

Αόρατος. Την είπε τη λέξη.

«Αλήθεια το λες; Το πιστεύεις;» ρώτησα.

«I swear it».

Το μάτι του γυάλιζε, ένιωθα το δέρμα του τεντωμένο, λες και ήταν να σκάσει σε χίλια κομμάτια. Μου έπιασε το μπράτσο με τα δυο του χέρια, όπως το συνήθιζε.

«Θέλω να γράψω κάτι ακόμα, αλλά δεν έχω το κουράγιο», μου είπε κι η φωνή του τσάκιζε.

«Μπορεί να το βρεις, πού ξέρεις;»

«Σύμφωνοι. Μα αυτό που θέλω να γράψω είναι κάτι...»

«Τι;»
ρώτησα σαν ηλίθιος.

«Αυτό που έζησα στην Αυστραλία έναν χειμώνα, τότε που εμείς έχουμε καλοκαίρι. Ήταν ένα ήσυχο, απίθανα ήσυχο βράδυ, απ’ αυτά που λες “Θεέ μου, δώσε μου τέτοιες στιγμές και δεν θέλω τίποτε άλλο”. Από τον ουρανό κατέβαινε μια καταπληκτική μελωδία, απ’ αυτές που σπάνια μπορεί ν’ ακούσει άνθρωπος. Ήταν οι νιφάδες του χιονιού που έπεφταν και σκέπαζαν σιγά σιγά την πόλη και τη γειτονιά. Κάτι ασυνήθιστο για κείνα τα μέρη. Κι όπως στεκόμουν στο κατώφλι μου κι άλλοι είχαν σταθεί στα δικά τους κατώφλια και στα παράθυρα, τότε είδαμε από μακριά στο highway να έρχεται μια ομάδα από... can you imagine?»

«Ξέρω ’γώ; Εκδρομείς που είχαν έρθει να δούνε το χιόνι...»

«Όχι, φίλε μου. Ήταν τα καγκουρό. Αυτά που συνήθως ζούνε στις ερημιές, τώρα είχαν έρθει κοντά στους ανθρώπους, τρομαγμένα μαζί και μαγεμένα από το φαινόμενο. Δεν σου έχει συμβεί αυτό, να τρομάζεις και συγχρόνως να νιώθεις μαγεμένος; Και τι νομίζεις πως έκαναν...»

«Ξέρω ’γώ; Κοιτούσαν κι αυτά το χιόνι».
«Όχι, φίλε μου. Τραγουδούσαν. Μάλιστα, αυτό που ακούς. Τραγουδούσαν το καθένα χωριστά κι όλα μαζί σαν χορωδία. Δοξολογούσαν τον Θεό. Γιατί πάντα υπάρχει ένας θεός για τα ζώα, όπως και για τους ανθρώπους. Τι λες;»

Είχα μείνει άφωνος.

«Κι είσαι σίγουρος ότι είχαν έρθει γι’ Αυτόν;»

«Όπως με βλέπεις και σε βλέπω. Ήταν μεγάλη ευτυχία να βλέπεις το χιόνι, ν’ ακούς και τα καγκουρό. Ήταν σαν να ’χε κατέβει στη γη. God himself. Καταλαβαίνεις; Σ’ τα λέω μην και σου δώσουν έμπνευση να τα γράψεις εσύ, my friend».
Ήθελα να του πιάσω το χέρι να τον ηρεμήσω, αυτόν τον ήσυχο τρελό, ή να τον κάνω να πει κι άλλα πιο τρελά, πιο παλαβά ακόμα. Μήπως αυτά δεν είναι τα καλύτερα, αυτά που μας ξεκουράζουν από τη φρονιμάδα μας και μας ξυπνάνε;

Κοίταζα αυτόν τον άνθρωπο, που είχα συνηθίσει τόσα χρόνια να τον βλέπω ντυμένο με κάτι καουμπόικα γιλέκα και χρωματιστά καρό πουκάμισα, τυλιγμένο τώρα μέσα στη σταχτιά ρόμπα του ιδρύματος. Έμοιαζε παγωμένος από ένα αόρατο χιόνι που έπεφτε, κι η φωνή του έβγαινε σαν καγκουρό.




Ο ήλιος έπεφτε κι είχε αρχίσει μια ψύχρα. Πήραμε πάλι την ανηφόρα για τον θάλαμο. Σταματήσαμε στο κυλικείο. Του πήρα δυο χυμούς, καραμέλες και μπισκότα.

«You are a gentleman», μου είπε.

Χωρίζοντας με έπιασε πάλι με τα δυο χέρια, σφίγγοντας όσο μπορούσε τα δικά μου.

«Θα ’ρθω πάλι», του υποσχέθηκα, «θα σου φέρω βιβλία».

«Καλοσύνη σου», σαν να μην το πολυπίστευε. «My regards to Lola».
«Λιλή».

«Ναι, Lola».


Οι άλλοι άρρωστοι σήκωναν τα κεφάλια τους και μας κοιτούσαν. Με είχε γραπώσει γερά και δεν με άφηνε να φύγω. Ένα κουδούνι χτύπησε δυνατά.

«Το επισκεπτήριο», μου είπε λυπημένα, «τέλος».[....]


Φθάνοντας σπίτι, έβαλα στο πικάπ ένα αρχαίο τραγούδι του Henry Purcell σε στίχους John Dryden, το «Τραγούδι της Παγωνιάς», τραγουδισμένο μάλιστα υπέροχα από έναν σταρ της ροκ, τον Sting. Το είχα κάποτε μεταφράσει, σε μια προσπάθεια να το ακούσω στη γλώσσα μας.

Ποια δύναμη είσαι εσύ από τα βάθη

που μ ’ έκανες να σηκωθώ αργά
και παρά τη θέλησή μου
από τις κλίνες του παντοτινού χειμώνα;

Δεν τηράς πόσο άκαμπτος, πόσο άκαμπτος
και φορτωμένος χρόνους είμαι
μακριά απ’ το ν’ αντέξω την άγρια παγωνιά;
Μόλις και μετά βίας μπορώ να κινηθώ και ν’ αναπνεύσω, 

άσε με, άσε με ξανά στο ψύχος του θανάτου. 



Salvador Dali, Winter from the 1972 «The Seasons suite»
________________

Τελειώνοντας ο δίσκος, πήγα στο πιάνο κι έπαιξα με το αυτί τη μελωδία. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν κι οι νότες έβγαιναν τραυματισμένες.

«Γύρισες;»

Η φωνή της Λιλής. Στεκόταν στον παραστάτη της πόρτας σαν μια θεά εντοιχισμένη σε ναό. Η φωνή της πάντα βαθιά και τραγουδιστή. Με μια στάξη απελπισίας.

«Πώς είναι ο φίλος σου;» Λες και μάντευε ή ήξερε ότι είχα πάει να δω έναν άρρωστο.

«Καλά», της αποκρίθηκα, «καλύτερα».

Την επόμενη μέρα έστειλα στον Λάζαρο δύο βιβλία. Ένα Παπαδιαμάντη κι ένα Χέμινγουεϋ.

Δεν έμαθα ποτέ αν πρόλαβε να τα διαβάσει.

Στο μεταξύ δεν λέει να φύγει από τ’ αυτιά μου η πένθιμη επίκληση: «Άσε με, άσε με ξανά στο ψύχος του θανάτου».


 Όπου να ’ναι, φτάνω στο τέλος της ιστορίας μου...

Ξαφνικά, ένας ήχος κόβει τη σιωπή στα δυο. Κάποιος χτυπά την πόρτα ή μου φαίνεται; Ποιος να ’ναι τέτοια ώρα νυχτιάτικα, άκουσα καλά; [.....]

Στήνω αυτί μέσα στη νύχτα. Αυτές οι ανήσυχες νύχτες που η πόλη μου περνάει τα τελευταία χρόνια, άνθρωποι που τρυπιούνται, άλλοι που παίζουν με σουγιάδες κι άλλοι που ψάχνουν στα σκουπίδια, σκουπίδια οι ίδιοι. Νύχτες που στέλνουν σκιές απρόσκλητες να ταράξουν τον ύπνο των αθώων. Άραγε, υπάρχουν αθώοι ακόμα; Ακούω τώρα τα χτυπήματα ολοκάθαρα σε τακτά διαστήματα, σαν χτύποι σφυριού σε δημοπρασία που κατοχυρώνουν κάτι φριχτό. Λες να ναι απέθαντοι βρικόλακες που κυκλοφορούν μέρα μεσημέρι; Ή μήπως ανάλγητοι χρηματιστές και κούφιοι οικονομολόγοι, αυτοί κι αν πίνουν αίμα!

Ό,τι και να ’ναι, μπορώ να μιμηθώ τον ήχο από τα χτυπήματα στο κλαβιέ, κατά προτίμηση στην τονικότητα της ντο ελάσσονος. Όμως λυπάμαι να ξοδεύω έτσι τα κελαρυστά του πρίμα και τα βαθύσκιωτα μπάσα του. Πάει η εποχή που μπορούσε κανείς ν’ αφιερωθεί απερίσπαστα στη μουσική και στο διάβασμα. Χιλιάδες θόρυβοι με αποσπούν, κινητά, σταθερά, μουσικά σκουπίδια από το ραδιόφωνο, γκαρίλες από την τηλεόραση.

Γι’ αυτό κι εγώ απομονώνομαι και με το σώβρακο και τη φανελίτσα τριγυρνώ μέσα στο σπίτι αγναντεύοντας τις ράχες των βιβλίων, σκαρφαλωμένα στα Ιμαλάια της βιβλιοθήκης, ακροβατώντας ανάμεσα σε ποίηση και πεζογραφία, και στις παρτιτούρες μου ακροβολισμένες στο πιάνο, τρέμοντας σε κάθε τρίλια και χοροπηδώντας κάθε φορά στις φούγκες. Όσο εσείς υπάρχετε, νιώθω ασφάλεια κι ένα νόημα στη ζωή.

Το ίδιο, άραγε, όπως αν είχα έναν άλλο άνθρωπο μέσα στο σπίτι; Εδώ σας θέλω!

[...] Τι μου συμβαίνει; Προσπαθώ μήπως ν’ αλλάξω τη γεωγραφία και τη γεωμετρία του σπιτιού και να πεισθώ ότι ζω σε μιαν άλλη εποχή και χώρα; Ότι είμαι ένας άλλος και πως δεν υπάρχει κανείς να χτυπά την πόρτα, απλούστατα γιατί δεν υπάρχει πόρτα;

Παρ’ όλα αυτά, σκύβω και κοιτάζω μέσα από τις γρίλιες. Θα στοιχημάτιζα ότι κάποιος βρίσκεται έξω από το σπίτι μου. Δεν γελιέμαι. Κι ας μην τον βλέπω, εκείνος σκάβει. [....]

Ό,τι και να συμβαίνει, πολύ αργά. Όπου να ’ναι, φτάνω στο τέλος της ιστορίας μου ή αυτό τέλος πάντων που θεωρείται τέλος.

Αραγε, σκέφτομαι πάλι, λες να είναι εκείνος ο ίδιος ο σκαφτιάς που άκουσα την ιστορία του ένα βροχερό βράδυ στο «Παραμύθι», το στέκι των ναυαγισμένων, όπως το ονομάζω, στη γειτονιά μου; Καθόλου δεν αποκλείεται. Καμιά φορά, εκεί που δεν το περιμένεις, τα παραμύθια ζωντανεύουν.

Αραγε, όμως, γιατί σκάβει; Προφανώς για να βρει... έναν θησαυρό, συμπληρώνω σαν αυτόματο που του πέταξαν ένα νόμισμα στη σχισμή. Όμως τι είδους θησαυρό; Ποιος θ’ απαντήσει στην ερώτηση αυτή;

Πέφτω στο κρεβάτι. 'Οπου να ’ναι, θα έρθει το γλυκό αγόρι, ο Μορφέας, να μου το ψιθυρίσει στο αυτί. Υπό τον όρο να μην το πω σε κανέναν άλλο. Κι ως τότε υπάκουος κλείνω τα μάτια, μαζί και τα κιτάπια μου. Ως εδώ, παλιέ συνάδελφε και αδελφέ μου, έχε γεια.


Μένης Κουμανταρέας, Ο θησαυρός του χρόνου, εκδόσεις Πατάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου