Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

«Δεν υπάρχει Θεός για κάποιον που έζησε για τον έπαινο των ανθρώπων», Λεβ Τολστόι, Ο πατήρ Σέργιος


Κυνηγώντας τον έπαινο των ανθρώπων...

Ε
ξωτερικώς, ο Κασάτσκι έμοιαζε με αυτούς τους λαμπρούς νέους της φρουράς που έκαναν καριέρα, μέσα του όμως βρισκόταν σε εξέλιξη μια έντονη και επίπονη διαδικασία. Η διαδικασία αυτή είχε αρχίσει από την παιδική του ηλικία ακόμη και, κατά τα φαινόμενα, ήταν εξαιρετικά πολύμορφη, παραμένοντας επί της ουσίας πάντα η ίδια, δηλαδή οτιδήποτε έκανε στη ζωή του ήθελε να αγγίζει την τελειότητα και την επιτυχία που θα προκαλούσαν τον έπαινο και την κατάπληξη των άλλων. 

Είτε αυτό ήταν οι στρατιωτικές σπουδές είτε ήταν η επιστήμη, καταπιανόταν μαζί τους και δούλευε μέχρι να έρθει η στιγμή του επαίνου και μέχρι να τον φέρουν για μια ακόμα φορά ως παράδειγμα στους άλλους. Μόλις πετύχαινε το ένα, έπιανε το άλλο. Έτσι κατέκτησε την πρωτιά στις επιστήμες, έτσι, όντας ακόμα στη σχολή, κι έχοντας παρατηρήσει μια μικρή αδεξιότητα στις συζητήσεις του στα γαλλικά, κατάφερε να τα δουλέψει τόσο ώστε να κατέχει τη γαλλική γλώσσα το ίδιο καλά με τη ρωσική· το ίδιο και με το σκάκι που, όντας ακόμα στη σχολή, έφτασε να παίζει άριστα.

Εκτός από το γενικό προορισμό της ζωής του, που συνίστατο στο να υπηρετεί τον τσάρο και την πατρίδα, είχε πάντα ένα στόχο να υλοποιήσει, και του αφιερωνόταν ολοκληρωτικά, όσο ασήμαντος κι αν ήταν, και ζούσε μόνο γι’ αυτόν μέχρι να τον πετύχει. Με το που εκπλήρωνε όμως αυτό το στόχο, ένας άλλος εμφανιζόταν αμέσως στο μυαλό του και αντικαθιστούσε τον προηγούμενο. Και αυτή η επιθυμία του να διακριθεί και, για να διακριθεί, να πετυχαίνει ένα στόχο, γέμιζε τη ζωή του.

[...] Διάλεξε μια κοπέλα, μια καλλονή, αυλική, κι όχι μόνο από την κοινωνία στην οποία ήθελε να ενταχθεί, αλλά μία την οποία προσπαθούσαν να πλησιάσουν όλοι οι πολύ υψηλά και αμετακίνητα ιστάμενοι στην υψηλή κοινωνία άνδρες. Ήταν η κόμισσα Καρότκοβα. Ο Κασάτσκι άρχισε να φλερτάρει την Καρότκοβα όχι μόνο για την καριέρα, αλλά και γιατί, καθώς ήταν ασυνήθιστα ελκυστική, την ερωτεύτηκε πολύ σύντομα. Στην αρχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα ψυχρή απέναντι του, όμως αίφνης όλα άλλαξαν και έγινε τρυφερή, ενώ η μητέρα της τον καλούσε υπερβολικά πιεστικά στο σπίτι τους.

Ο Κασάτσκι έκανε πρόταση που έγινε αποδεκτή. Η ευκολία με την οποία κατέκτησε τόση ευτυχία τον παραξένεψε, όπως επίσης τον παραξένεψε και κάτι ιδιαίτερο, αφύσικο στη συμπεριφορά και της μητέρας και της κόρης. Ήταν πολύ ερωτευμένος και τυφλωμένος, για τούτο και δεν πρόσεξε αυτό το οποίο γνώριζαν σχεδόν όλοι στην πόλη, ότι η αρραβωνιαστικιά του ένα χρόνο πριν ήταν ερωμένη του Νικολάι Παύλοβιτς.


Ο πατήρ Σέργιος, "Otets Sergiy" (1918), βουβή ταινία των Yakov Protazanov και Alexandre Volkoff, βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Λεβ Τοστόι


Του ήταν τρομερό να πει «εσύ» στον άγγελο αυτό...


[....] Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά της, με όλο το μεγάλο ανάστημά του, στηριγμένος και με τα δυο χέρια στο ξίφος του.

- Τώρα μόνο έμαθα πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η ευτυχία που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος. Και είστε εσείς, είσαι εσύ, είπε χαμογελώντας ντροπαλά, που μου την πρόσφερες!

Ήταν στην περίοδο που το «εσύ» δε συνηθιζόταν ακόμη και, καθώς την είχε εξυψώσει ηθικά, του ήταν τρομερό να πει «εσύ» στον άγγελο αυτό.

- Το έμαθα χάρη... σε σένα, έμαθα ότι είμαι καλύτερος απ’ ό,τι φανταζόμουν.

- Εγώ το ξέρω εδώ και καιρό. Γι’ αυτό και σας αγάπησα.

Ένα αηδόνι τιτίβισε εκεί κοντά, τα φυλλώματα τρεμούλιασαν από το αεράκι.

Πήρε το χέρι της και το φίλησε, ενώ δάκρυα πλημύριζαν τα μάτια του. Εκείνη κατάλαβε ότι την ευγνωμονεί που του είπε ότι τον αγάπησε. Αυτός έκανε μερικά βήματα, σιώπησε, και ύστερα πλησίασε και έκατσε.

- Ξέρετε, ξέρεις, τελοσπάντων το ίδιο είναι, σε πλησίασα όχι χωρίς κάποια ιδιοτέλεια, ήθελα να μπω στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας, αλλά μετά... Πόσο τιποτένιο μου φάνηκε, συγκρινόμενο με εσένα, όταν πια σε είχα γνωρίσει. Δε μου θυμώνεις γι’ αυτό, ε;

Δεν του απάντησε, μόνο άγγιξε το χέρι του.
Αυτός κατάλαβε ότι σήμαινε «όχι, δε θυμώνω».

- Να, πριν λίγο είπες..., δίστασε, του φάνηκε ότι παραήταν θρασύς, είπες ότι με αγάπησες, αλλά, συγχώρα με, το πιστεύω βέβαια, όμως εκτός από αυτό υπάρχει κάτι που σε ταράζει και σε ενοχλεί. Τι είναι αυτό;

«Ή τώρα ή ποτέ», σκέφτηκε εκείνη. «Ούτως ή άλλως θα το μάθει. Τώρα όμως δε θα φύγει. Αχ, τι φρικτό που θα ήταν αν έφευγε!»

Με ερωτευμένο βλέμμα παρατήρησε τη μεγάλη, καλοφτιαγμένη, δυνατή κορμοστασιά του. Τον αγαπούσε τώρα περισσότερο από τον Νικόλαο, κι αν δεν ήταν αυτοκράτορας, δε θα τον άλλαζε με εκείνον.

- Κοιτάξτε, δεν μπορώ παρά να είμαι ειλικρινής. Πρέπει να σας τα πω όλα. Με ρωτάτε τι; Αγαπούσα.

Ακούμπησε ικετευτικά το χέρι της στο δικό του.
Αυτός σιωπούσε.

- Θέλετε να μάθετε ποιον; Ναι, εκείνον, τον άνακτα.

- Όλοι τον αγαπάμε, υποθέτω όταν ήσασταν στη σχολή...

- Όχι, μετά. Ήταν μια έλξη, που μετά πέρασε. Αλλά πρέπει να σας πω...

- Ε, δεν πειράζει...

- Όχι, δεν ήταν απλό.

Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της.

- Τι; Του δοθήκατε;

Εκείνη σιωπούσε.

- Ερωμένη;

Εκείνη σιωπούσε.

Πετάχτηκε πάνω και χλομός σαν το θάνατο, με όλο του το σώμα να τρέμει, στάθηκε μπροστά της. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τον Νικολάι Παύλοβιτς να τον συγχαίρει τρυφερά όταν τον συνάντησε στη λεωφόρο Νιέφσκι.

- Θεέ μου, τι έκανα. Στίβα!

- Μη μ’ αγγίζετε, μη μ’ αγγίζετε. Ω, πόσο πονάω!

Αν ο εραστής της αρραβωνιαστικιάς του ήταν ένας απλός θνητός, θα τον σκότωνε, ήταν όμως ο λατρευτός του τσάρος.


Ο πατήρ Σέργιος, Otets Sergiy (1918), βουβή ταινία των Yakov Protazanov και Alexandre Volkoff, βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Λεβ Τοστόι


Στο Θεό αλλά από απόγνωση ...

Την
επομένη κιόλας έκανε αίτηση για άδεια και υπέβαλε παραίτηση, και προσποιούμενος τον άρρωστο, για να μη δει κανέναν, έφυγε για το χωριό.

Το καλοκαίρι το πέρασε στο χωριό, τακτοποιώντας τις υποθέσεις του. Όταν το καλοκαίρι τέλειωσε, δεν επέστρεψε στην Πετρούπολη, αλλά πήγε στο μοναστήρι να γίνει μοναχός.

Η μητέρα του τού έστελνε γράμματα προσπαθώντας να τον αποτρέψει από μια τόσο σοβαρή πράξη. Της απαντούσε ότι το κάλεσμα του Θεού είναι υπεράνω όλων των άλλων σκοπιμοτήτων, κι αυτός το ένιωσε το κάλεσμα ετούτο. Μόνο η αδελφή του, το ίδιο περήφανη και εγωίστρια μ’ αυτόν, τον καταλάβαινε.

Κατάλαβε ότι αποφάσισε να γίνει μοναχός για να είναι υπεράνω όσων ήθελαν να του δείξουν ότι είναι ανώτεροι από εκείνον. Σωστά κατάλαβε. Επιλέγοντας τον μοναστικό βίο, ο Κασάτσκι έδειχνε ότι περιφρονεί όλα όσα φαίνονταν τόσο σημαντικά στους άλλους και στον ίδιο το διάστημα που υπηρετούσε, κι ότι τώρα στεκόταν σε ένα καινούργιο, τόσο ψηλό σημείο, απ’ όπου μπορούσε να κοιτάζει με υπεροχή τους ανθρώπους που κάποτε ζήλευε. 

Ωστόσο, δεν ήταν το μόνο συναίσθημα που υπερίσχυε, όπως νόμιζε η αδελφή του η Βάριενκα. Υπήρχε μέσα του κι ένα άλλο, αυθεντικά θρησκευτικό συναίσθημα, που η Βάριενκα δεν το γνώριζε, και το οποίο, συνδυαζόμενο με το συναίσθημα της περηφάνιας και την επιθυμία να πρωτεύει, τον κατηύθυνε. Η απογοήτευσή του από τη Μαίρη (την αρραβωνιαστικιά), την οποία είχε φανταστεί ως άγγελο, και η στεναχώρια του ήταν τόσο σφοδρές, που τον οδήγησαν στην απόγνωση, και η απόγνωση πού οδηγεί; Στο Θεό, στην παιδική πίστη που ποτέ δεν κατέρρευσε μέσα του.


Ivan Mozzhukhin as «Father Sergius» Otets Sergiy (1918), βουβή ταινία των Yakov Protazanov και Alexandre Volkoff, βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Λεβ Τοστόι


Ήταν ο δαίμονας κι όχι μια απλή, καλή, γλυκιά, ντροπαλή γυναίκα....


Ο πατήρ Σέργιος ζούσε έξι χρόνια στην ερημιά. Είχε γίνει πια σαράντα εννιά χρονών. Η ζωή του ήταν σκληρή. Όχι λόγω της νηστείας και της προσευχής, αυτά δεν ήταν δυσκολίες, αλλά από την εσωτερική πάλη, που δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ήταν έτσι. Πηγές της πάλης αυτής ήταν δύο: η αμφιβολία και η σαρκική επιθυμία. Ετούτοι οι δύο εχθροί εμφανίζονταν πάντα μαζί. Νόμιζε ότι ήταν δύο διαφορετικοί εχθροί, ενώ ήταν ένας. Με το που εξαλειφόταν η αμφιβολία, εξαλειφόταν και η επιθυμία. Αλλά, πιστεύοντας ότι είναι δύο διαφορετικοί δαίμονες, πάλευε με τον καθένα ξεχωριστά.

«Ω, Θεέ μου! Ω, Θεέ μου!» σκεφτόταν. «Γιατί δε μου δίνεις πίστη; Εντάξει η σάρκα, εναντίον της πάλεψαν και ο Άγιος Αντώνιος και άλλοι, αλλά η πίστη; Αυτοί είχαν πίστη, ενώ εγώ, υπάρχουν στιγμές, ώρες, μέρες, που δεν την έχω. Γιατί να υπάρχει η πλάση, όλη αυτή η ομορφιά της, αν είναι αμαρτωλή και πρέπει να την απαρνηθώ; Γιατί τον έφτιαξες αυτό τον πειρασμό; Πειρασμός; Δεν υπάρχει παρά μόνο ένας, το να θέλω να εγκαταλείψω τις χαρές της ζωής και να ζήσω εκεί που δεν υπάρχει τίποτα», είπε μέσα του και τρόμαξε, ένιωσε απέχθεια για τον ίδιο του τον εαυτό. 

«Σίχαμα! Σίχαμα! Θες να γίνεις άγιος», άρχισε να επιπλήττει τον εαυτό του. Γονάτισε να προσευχηθεί. Όμως, με το που άρχισε να προσεύχεται, του ήρθε η εικόνα του, έτσι όπως ήταν κάποτε στο μοναστήρι: με τον καλογερίστικο σκούφο του, το μανδύα του, με τη μεγαλοπρεπή εμφάνισή του. Κούνησε το κεφάλι του. 

«Όχι, αυτό είναι απάτη. Και τους άλλους μεν μπορεί να τους κοροϊδεύω, τον εαυτό μου όμως και το Θεό δεν μπορώ. Δεν είμαι ένας μεγαλειώδης άνθρωπος, είμαι ένας αξιολύπητος, ένας γελοίος». 

Ανασήκωσε το αντερί του και κοίταξε τα θλιβερά πόδια του με το μακρύ σώβρακο. Και χαμογέλασε.



[....] τον ξύπνησε στ’ αλήθεια ένας χτύπος στην πόρτα. Σηκώθηκε μην πιστεύοντας στ’ αφτιά του. Ο χτύπος επαναλήφθηκε. Ναι, ήταν χτύπος κοντινός, στην πόρτα του, και μια γυναικεία φωνή.

«Θε
έ μου! Είναι δυνατόν να είναι αλήθεια αυτό που διάβασα στους βίους των αγίων, ότι ο διάβολος παίρνει τη μορφή γυναίκας;... Ναι, αυτή είναι φωνή γυναίκας. Φωνή τρυφερή, ντροπαλή και γλυκιά! Φτου!», έφτυσε. «Όχι, η φαντασία μου είναι», είπε και απομακρύνθηκε προς τη γωνία όπου στεκόταν το αναλόγιο, έπεσε στα γόνατα, στη συνηθισμένη εκείνη σωστή στάση, την ίδια αυτή στάση στην οποία έβρισκε παρηγοριά και χαρά. Γονάτισε, τα μαλλιά έπεσαν στο πρόσωπό του, και ακούμπησε το γυμνό μέτωπο στο νοτισμένο, παγωμένο ταπέτο.

... Έλεγε
 τον ψαλμό που, όπως του είχε πει ένα γεροντάκι, ο πατήρ Ποιμήν, απομάκρυνε τα δαιμόνια. Σήκωσε με ευκολία στα δυνατά, νευρώδη πόδια του το απισχνασμένο, ελαφρύ κορμί του και ήθελε να συνεχίσει τον ψαλμό, αλλά δεν μπορούσε, καθώς είχε στήσει ασυναίσθητα το αφτί του για να ακούσει. Ήθελε να ακούσει. Απόλυτη ησυχία. Οι σταγόνες από τη σκεπή που έσταζε έπεφταν πάντα στον μικρό κάδο, στη γωνία. Έξω ήταν σκοτάδι, ομίχλη, χιόνι. Ησυχία. Ξάφνου ένα σούρσιμο κοντά στο παράθυρο, και ευκρινώς μια φωνή, η ίδια εκείνη τρυφερή, ντροπαλή φωνή, που θα μπορούσε να ανήκει μόνο σε μια ελκυστική γυναίκα, είπε:

- Για το Θεό, ανοίξτε μου...

Του φάνηκε ότι το αίμα πλημύρισε την καρδιά του που σταμάτησε. Του κόπηκε η ανάσα. «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού...»

- Δεν είμαι δαίμονας... - καταλάβαινες ότι τα χείλη που το έλεγαν αυτό χαμογελούσαν.

- Δεν
 είμαι δαίμονας, είμαι απλώς μια αμαρτωλή γυναίκα, έχω χάσει το δρόμο μου, όχι μεταφορικώς, κυριολεκτικώς (γέλασε), έχω ξεπαγιάσει και ζητάω ένα καταφύγιο...

Κόλ
λησε το πρόσωπό του στο τζάμι. Το καντήλι αντανακλούσε το φως του πάνω στο γυαλί. Έφερε τις παλάμες γύρω από τα μάτια του και κοίταξε. Ομίχλη, σκοτάδι, δέντρο και, δεξιά, να τη. Αυτή. Ναι, μια γυναίκα με γούνα με μακρύ άσπρο τρίχωμα, γούνινο σκούφο, γλυκό, πολύ γλυκό, καλοσυνάτο, φοβισμένο πρόσωπο, εδώ, δέκα εκατοστά από το πρόσωπό του, γερμένη προς αυτόν.

Τα μάτια του
ς συναντήθηκαν και αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο. Όχι ότι είχαν ξαναδεί ο ένας τον άλλο: δεν είχαν ξανασυναντηθεί ποτέ, αλλά στο βλέμμα που αντάλλαξαν αισθάνθηκαν (ιδίως αυτός) ότι ξέρουν ο ένας τον άλλο, καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο. Μετά από αυτό το βλέμμα δεν του επιτρεπόταν να αμφιβάλλει ότι αυτός ήταν ο δαίμονας κι όχι μια απλή, καλή, γλυκιά, ντροπαλή γυναίκα.

Il Sole Anche di Notte, a 1990 Italian adaptation of Father Sergius, directed by Paolo and Vittorio Taviani, with Julian Sands as the lead.


[....] Ολη αυτή την ώρα εκείνος ήταν όρθιος πίσω από το χώρισμα και προσευχόταν. 'Εχοντας πει όλες τις νυχτερινές προσευχές, στεκόταν τώρα ακίνητος, κοιτώντας την άκρη της μύτης του, κι έχοντας φτιάξει μια έξυπνη προσευχή, επαναλάμβανε με όλο του το πνεύμα: «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησόν με».

Αλλά συνέχισε να ακούει. Άκουγε το μεταξένιο ύφασμα να φουρφουρίζει, καθώς εκείνη έβγαζε το φόρεμά της, τα πόδια της να περπατάνε γυμνά στο δάπεδο· την άκουγε να τρίβει το πόδι της με το χέρι. Ένιωθε ότι είναι ανίσχυρος κι ότι μπορεί κάθε λεπτό να καταστραφεί, για τούτο και δεν σταματούσε να προσεύχεται. Βίωνε κάτι ανάλογο μ’ αυτό που θα έπρεπε να βιώνει εκείνος ο ήρωας του παραμυθιού, που προχωρούσε χωρίς να κοιτάζει. Έτσι και ο Σέργιος, άκουγε, μάντευε ότι ο κίνδυνος, ο χαμός είναι εδώ, από πάνω του, γύρω του και μπορεί να σωθεί μόνο αν δεν της ρίξει ούτε μια ματιά. Αίφνης όμως, η ανάγκη να την κοιτάξει τον κατακυρίευσε. Την ίδια στιγμή, εκείνη είπε:

- Κοιτάξτε, είναι απάνθρωπο. Μπορεί να πεθάνω έτσι.

«Ναι, θα πάω, αλλά κάνοντας αυτό που έκανε εκείνος ο πατέρας, ο οποίος ακούμπησε το ένα χέρι στην αμαρτωλή, και το άλλο στο μαγκάλι. Μαγκάλι όμως δεν υπάρχει». Έριξε μια ματιά ένα γύρω. Η λάμπα. Έβαλε το δάκτυλό του πάνω από τη φωτιά, έτοιμος να υποφέρει, και για πολύ ώρα του φάνηκε ότι δεν αισθάνεται, αλλά ξάφνου, χωρίς να έχει καταλήξει αν πονάει και πόσο, συνοφρυώθηκε και τράβηξε το χέρι τινάζοντάς το. 

«Όχι, δεν το μπορώ αυτό».

- Για το Θεό! Ωχ, ελάτε! Πεθαίνω!

«Ε, λοιπόν, θα χαθώ; Οχι, βέβαια».



- Τώρα, έρχομαι, μουρμούρισε και ανοίγοντας την πόρτα του, χωρίς να την κοιτάει, πέρασε δίπλα της, προς το διάδρομο, όπου βρίσκονταν τα ξύλα, άγγιξε το κούτσουρο πάνω στο οποίο τα έκοβε και το τσεκούρι που ήταν στερεωμένο στον τοίχο.

- Τώρα, είπε και πιάνοντας το τσεκούρι με το δεξιό χέρι, ακούμπησε τον δείχτη του αριστερού στο κούτσουρο, σήκωσε το τσεκούρι και το κατέβασε λίγο παρακάτω από τη δεύτερη φάλαγγα. Το δάχτυλο πετάχτηκε ευκολότερα από ότι πετάγεται ένα ξύλο ιδίου πάχους, στριφογύρισε και έσκασε στην άκρη του κούτσουρου και ύστερα κάτω.

Ακούσε το ήχο που έκανε, πριν καν αισθανθεί τον πόνο. Δεν πρόλαβε όμως να εκπλαγεί για το ότι δεν πονούσε, και τον διαπέρασε ένας καυτός πόνος και η ζεστασιά του αίματος που κυλούσε. Έσφιξε γρήγορα το κομμένο δάχτυλο με το ράσο, και κρατώντας το πάνω στο πλευρό του ξαναμπήκε στο δωμάτιο, σταμάτησε μπροστά στη γυναίκα και, χαμηλώνοντας τα μάτια, ρώτησε σιγανά:

- Τι έχετε;

Εκείνη περιεργάστηκε το χλομιασμένο πρόσωπό του, με το αριστερό μάγουλό του να τρέμει, και ένιωσε ξαφνικά ντροπή. Πετάχτηκε επάνω, άρπαξε τη γούνα, και ρίχνοντάς την πάνω της, τυλίχτηκε σφιχτά.

- Να, πονούσα... κρύωσα... εγώ... Πάτερ Σέργιε... εγώ...

Σήκωσε πάνω της τα μάτια του, που είχαν φωτιστεί από ένα ήρεμο χαρούμενο φως, και είπε:

- Αγαπητή μου αδελφή, για ποιο λόγο ήθελες να χάσεις την αθάνατη ψυχή σου; Οι πειρασμοί πρέπει να μπαίνουν στη ζωή μας, αλλά αλίμονο σ’ αυτόν μέσω του οποίου μπαίνουν... Προσευχήσου ο Θεός να μας συγχωρέσει.

Εκείνη τον άκουγε και τον παρατηρούσε. Αίφνης άκουσε κάτι που έσταξε. Κοίταξε και είδε από το κρυμμένο στο ράσο χέρι να κυλάει αίμα.

- Τι κάνατε στο χέρι σας; Θυμήθηκε τον ήχο που άκουσε πριν λίγο, και, αρπάζοντας το λυχνάρι, έτρεξε στο διάδρομο όπου αντίκρισε κάτω το ματωμένο δάχτυλο. Πιο χλομή από αυτόν επέστρεψε στο δωμάτιο και ετοιμάστηκε να του μιλήσει- εκείνος όμως χώθηκε ήρεμα στο καμαράκι κλείνοντας πίσω του την πόρτα.

- Συγχωρέστε με, του είπε. Πώς θα ξεπλύνω το αμάρτημά μου;

- Φύγε.

- Αφήστε με να σας δέσω την πληγή.

- Φύγε από εδώ.


Η Πάσενκα ερχόταν στο μυαλό του σαν σωτηρία..


[
.....] Ήταν νωρίς το πρωί, μισή ώρα πριν την ανατολή του ήλιου. Όλα ήταν γκρίζα και σκοτεινά, και από τη δύση ερχόταν το κρύο αεράκι της αυγής. 

«Ναι, πρέπει να τελειώνω. Δεν υπάρχει Θεός. Πώς να τελειώνω; Να πέσω; Ξέρω να κολυμπάω, δε θα πνιγώ. Να κρεμαστώ; Ναι, με το ζωνάρι, στο κλαρί».

Αυτό του φάνηκε τόσο πιθανό και άμεσο που τον έπιασε τρόμος. Ήθελε, όπως συνήθως στις στιγμές της απόγνωσης, να προσευχηθεί. Αλλά δεν είχε σε ποιον να προσευχηθεί. Δεν υπήρχε Θεός. Έμεινε ξαπλωμένος στο ένα του χέρι. Κι ένιωσε τέτοια ανάγκη για ύπνο, που δεν μπόρεσε να κρατήσει άλλο το κεφάλι του, άπλωσε το χέρι, ακούμπησε πάνω του και αποκοιμήθηκε στη στιγμή. Όμως ο ύπνος του κράτησε μόνο μια στιγμή· ξυπνάει αμέσως και αρχίζει να βλέπει κάτι σαν όνειρο ή σαν ενθύμηση.

Βλέπει τον εαυτό του λοιπόν παιδάκι, στο σπίτι της μητέρας του στο χωριό. Πλησιάζει μια καρότσα και από την καρότσα βγαίνουν ο θείος Νικολάι Σεργκέγεβιτς, με τεράστια, σαν φτυάρι, μαύρη γενειάδα, και μαζί του ένα αδύνατο κοριτσάκι, η Πάσενκα, με μεγάλα, γλυκά μάτια κι ένα ταλαιπωρημένο, φοβισμένο πρόσωπο. Τους φέρνουν λοιπόν αυτή την Πάσενκα, στην παρέα των αγοριών. Πρέπει να παίξουν μαζί της, αλλά βαριούνται. Είναι χαζή. Καταλήγουν να τη γελοιοποιούν, την αναγκάζουν να τους δείχνει πώς ξέρει να κολυμπάει. Εκείνη ξαπλώνει χάμω και τους παριστάνει, έτσι, στην ξηρά. Κι όλοι χαχανίζουν και την κάνουν να μοιάζει χαζή. Αυτή το καταλαβαίνει και το πρόσωπό της γεμίζει κοκκινίλες και γίνεται αξιολύπητη, τόσο αξιολύπητη που τον έπιασε ντροπή και δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχάσει αυτό το στραβό, καλοκάγαθο, υποταγμένο χαμόγελο. 

Τώρα θυμάται ο Σέργιος ότι την είχε δει και μετά. Τη συνάντησε πολύ καιρό μετά, λίγο πριν γίνει μοναχός. Ήταν παντρεμένη με ένα γαιοκτήμονα που ξεπούλησε όλη την περιουσία της και τη χτυπούσε. Είχε δυο παιδιά: ένα γιο και μια κόρη. Ο γιος πέθανε μικρός.

Ο Σέργιος θυμήθηκε πόσο δυστυχισμένη την είχε δει. Μετά την ξαναείδε στο μοναστήρι, χήρα. Ήταν ίδια και απαράλλαχτη, δε θα έλεγε χαζή, αλλά άχαρη, ασήμαντη και θλιβερή. Είχε έρθει με την κόρη της και τον αρραβωνιαστικό της. Ήταν πια φτωχοί άνθρωποι. 

Αργότερα άκουσε ότι ζει σε κάποια επαρχιακή πόλη κι ότι είναι πολύ φτωχή. «Και γιατί τη σκέφτομαι;» αναρωτιόταν. Αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να τη σκέφτεται. «Πού είναι; Πώς τα πάει; Είναι το ίδιο δυστυχισμένη όσο ήταν τότε που τους έδειχνε πάνω στο πάτωμα πώς κολυμπάνε; Αλλά, γιατί τη σκέφτομαι; Τι έπαθα; Πρέπει να τελειώνω».

Τον ξανάπιασε όμως φόβος και, για να γλιτώσει από τη σκέψη αυτή, άρχισε να σκέφτεται την Πάσενκα.

Πέρασε πολλή ώρα ξαπλωμένος να σκέφτεται πότε το αναγκαίο τέλος του, πότε την Πάσενκα. Η Πάσενκα ερχόταν στο μυαλό του σαν σωτηρία. Τελικά αποκοιμήθηκε.

Και στο ύπνο του είδε έναν άγγελο που ήρθε και του είπε: «Πήγαινε στην Πάσενκα και μάθε από αυτή τι πρέπει να κάνεις, και σε τι συνίσταται η αμαρτία σου, σε τι και η σωτηρία σου».

Ξύπνησε και καταλήγοντας ότι αυτό είναι όραμα που του έστειλε ο Θεός, χάρηκε και αποφάσισε να κάνει ό,τι του είπε το όνειρο. Ήξερε την πόλη που ζούσε εκείνη, τριακόσια βέρστια μακριά, και ξεκίνησε για ’κει. [......]



Ivan Mozzhukhin as «Father Sergius» Otets Sergiy (1918), βουβή ταινία των Yakov Protazanov και Alexandre Volkoff, βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Λεβ Τοστόι 

Και σιγά-σιγά ο Θεός άρχισε να του φανερώνεται...

«Να λοιπόν τι σήμαινε το όνειρό μου. Η Πάσενκα είναι ακριβώς αυτό που όφειλα να είμαι και δεν ήμουν. Εγώ έζησα για τους ανθρώπους με την πρόφαση του Θεού, αυτή ζει για το Θεό, νομίζοντας ότι ζει για τους ανθρώπους. Ναι, ένας καλός λόγος, ένα ποτήρι νερό που προσφέρονται χωρίς τη σκέψη της ανταμοιβής, είναι πολυτιμότερα από τις ευεργεσίες που έκανα εγώ για τους ανθρώπους. 

Υπήρχε ωστόσο μια δόση επιθυμίας να υπηρετήσω το Θεό;» αναρωτιόταν και η απάντηση ήταν: «Ναι, όμως όλα αυτά μολύνθηκαν, καλύφτηκαν από την ανθρώπινη επιβράβευση. Ναι, δεν υπάρχει Θεός για κάποιον που έζησε όπως εγώ, για τον έπαινο των ανθρώπων. Τώρα όμως θα τον αναζητήσω».

Τώρα πήγαινε, όπως πήγε στην Πάσενκα, από χωριό σε χωριό, συναντώντας ή αποχαιρετώντας άλλους προσκυνητές και προσκυνήτριες, και ζητώντας στο όνομα του Χριστού λίγο ψωμί κι ένα κατάλυμα για τη νύχτα. Αραιά και πού τον απόπαιρνε καμιά κακιά νοικοκυρά, τον έβριζε κανένας πιωμένος χωριάτης, αλλά ως επί το πλείστον τον τάιζαν, τον πότιζαν, του έδιναν μάλιστα και κάτι για να πάρει μαζί του. Η αρχοντική εμφάνισή του προδιέθετε θετικά κάποιους. Ορισμένοι άλλοι, αντιθέτως, σαν να χαίρονταν που ένας αφέντης έφτασε σε τέτοια εξαθλίωση. Αλλά η πραότητά του τους νικούσε όλους.

Συχνά, βρίσκοντας ένα Ευαγγέλιο σε κανένα σπίτι, το διάβαζε, και οι άνθρωποι πάντα, παντού συγκινούνταν και εκπλήσσονταν, για το πόσο καινούργιο και ταυτόχρονα πόσο γνωστό τους ακουγόταν.

Αν του δινόταν η ευκαιρία να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους ανθρώπους, είτε με συμβουλές είτε με γνώσεις, είτε με να το να συμφιλιώσει όσους τσακώνονταν, δεν έβλεπε και δεν άκουγε τις ευχαριστίες γιατί είχε ήδη φύγει. Και σιγά-σιγά ο Θεός άρχισε να του φανερώνεται.


Father Sergius (1978 , σκηνοθεσία Igor Talankin 
 Sergei Bondarchuk as «Father Sergius»

Από την έπαρση στην ταπείνωση....

Ο Πατήρ Σέργιος δημοσιεύτηκε το 1911, σε μια συλλογή έργων του Τολστόι που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του.

Οι πρώτες ιδέες του Τολστόι για τη συγγραφή αυτής της νουβέλας ανάγονται στο διάστημα 1889-1890. Στα Ημερολόγια, στις 3 Φεβρουάριου 1890, αναφέρει τα κύρια σημεία της μελλοντικής νουβέλας και το καλοκαίρι του ίδιου έτους αρχίζει να τη δουλεύει.

Στις 6 Ιουνίου 1890 γράφει: άρχισα το «Πατήρ Σέργιος» και το μελέτησα σοβαρά. Όλο το ενδιαφέρον βρίσκεται στα ψυχολογικά στάδια από τα οποία διέρχεται ο ήρωας.
Το καλοκαίρι του 1891 το εγκαταλείπει, ασχολείται ξανά με αυτό τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, αλλά και πάλι χωρίς επιτυχία. Επτά χρόνια αργότερα επανέρχεται. Το καλοκαίρι του 1898, στις 12 Ιουνίου, γράφει στα Ημερολόγια: Σήμερα, εντελώς απροσδόκητα, ολοκλήρωσα τον Σέργιο.


Τον Οκτώβρη του 1900, ο Τολστόι μιλά γι’ αυτή τη νουβέλα στον Μαξίμ Γκόρκι, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης του τελευταίου στη Γιάσναγια Πολιάνα, και ο Γκόρκι εντυπωσιάζεται βαθύτατα. Ωστόσο ο Τολστόι δεν τη δημοσιεύει ποτέ, κυρίως για να μην υπάρξει διένεξη για τα πνευματικά δικαιώματα ανάμεσα στη γυναίκα του και στον μαθητή του, Τσέρτκωφ. Βέβαια η άμεση αναφορά στην υποκριτική και παραδόπιστη στάση της Εκκλησίας καθώς και στον κυνισμό του Τσάρου, δε θα ήταν εχέγγυα μιας ομαλής πορείας του έργου.

Tolstoy, Chertkov


Ο Πατήρ Σέργιος είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της έπαρσης ενός νέου που αφιερώνεται στη θρησκεία, και της προσπάθειάς του να κατανικήσει τους πειρασμούς. Η περηφάνια ενός νέου φερέλπιδος στρατιωτικού τον οδηγεί στην απόσυρση από τα εγκόσμια όταν μαθαίνει ότι η αρραβωνιαστικιά του υπήρξε ερωμένη κάποιου άλλου.

Στην αρχή της μοναστικής ζωής του βιώνει μια αγνή ανάταση, ωστόσο παλεύει συνεχώς με την αλαζονεία και τον πόθο. Γίνεται ασκητής, αλλά ύστερα από μια οδυνηρή αναμέτρηση με το πονηρό όλα αλλάζουν. Το κείμενο παρακολουθεί την ψυχολογική εξέλιξη του ήρωα στην προσπάθειά του να κατακτήσει την ταπείνωση και την τελείωση, την αληθινή ζωή.

Παρά το θέμα και την εξέλιξή του, το έργο δεν είναι διδακτικό. Αν και συγγενεύει με τις μικρές ηθικές ιστορίες και τις παραβολές που έγραφε ο συγγραφέας για να κατηχήσει και να μεταδώσει τις αρχές της πίστης του, ο Πατήρ Σέργιος είναι καθαρή μυθοπλασία με ψυχολογική ανάλυση και πιστή παρακολούθηση της συμπεριφοράς των ηρώων. Ο συγγραφέας δεν παρεμβαίνει, αφήνει την ιστορία να εξελιχθεί κατά τη φύση της, και μόνο στο τέλος νιώθουμε διακριτικά την παρουσία της μυθικής αυτής μορφής και την υπαινικτική της καθοδήγηση.

Λεβ Τολστόι, Ο πατήρ Σέργιος, Νουβέλες και διηγήματα, Β' τόμος, εκδόσεις Ροές

Otets Sergiy (1918), βουβή ταινία των Yakov Protazanov και Alexandre Volkoff, 
(βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Λεβ Τοστόι)
Ivan Mozzhukhin as «Father Sergius»

Father Sergius (1978), σκηνοθεσία Igor Talankin 
(βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Λεβ Τοστόι)
Sergei Bondarchuk as «Father Sergius»

Il Sole Anche di Notte (Night Sun), a 1990 Italian adaptation of Father Sergius, 
directed by Paolo and Vittorio Taviani, with Julian Sands as the lead.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου