Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

«...γιατί τάχα αμαρτία η συμφωνία με την επιθυμία μας;», Γιάννης Ρίτσος, Ισμήνη


«Αναρωτιέμαι κάποτε μήπως και γεννηθήκαμε μόνο και μόνο
για να παραδεχτούμε απλώς πως θα πεθάνουμε. Ωστόσο, στα διαλείμματα
αυτής της άδικης ερώτησης κινείται η ζωή μας»

Μια «άλλη Αντιγόνη», μια «άλλη Ισμήνη»

Στην Ισμήνη της «Τέταρτης Διάστασης» ο Γιάννης Ρίτσος ,προσεγγίζοντας τον μύθο των Λαβδακιδών με μια ιδιοφυή ποιητική αυθαιρεσία, επαναπροσδιορίζει τα σημαντικά και εμβαθύνει στα αιώνια ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Έργο που παραπέμπει στη ζωή και όχι στη θυσία, παρουσιάζει τη φθορά , τη μοναξιά, τη χρεωκοπία της ελπίδας και ταυτόχρονα ξετυλίγει ένα κατηγορώ ενάντια σε κάθε λογής και απόλυτης νοοτροπίας άτομα:

«...γιατί τάχα αμαρτία η συμφωνία με την επιθυμία μας;»

Μια «άλλη Αντιγόνη», που τοποθετημένη σε δυσθεώρητα ύψη, προκαλεί το θαυμασμό, αλλά όχι την οικειότητα. «Αιώνια φοβισμένη ως το θυμό μπροστά στη ζωή, μπροστά στον έρωτα, μπροστά στο φαΐ, μπροστά στο φως, μπροστά στα χρώματα, μπροστά στο δροσερό, γυμνό νερό», «πάντα μαζεμένη, αναδιπλωμένη στον εαυτό της», βλοσυρή, αλύγιστη, επιτιμητική και αλαζονική στην μάταιη δυστυχία της. Μια Αντιγόνη που «θαρρείς και ντρεπόταν που ήταν γυναίκα» κι «η μόνη θηλυκή της γενναιότητα» ήταν να διαλέξει «την ώρα και τον τρόπο του θανάτου της», «αντιστρέφοντας το αναπότρεπτο τέλος σε μιαν ευτελή στην εκτυφλωτική λαμπρότητά της αθανασία»

Μια «άλλη Ισμήνη», η μόνη που επέζησε από τη γενιά των Λαβδακιδών προσπαθώντας να μείνει έξω από το παιχνίδι της εξουσίας και του αίματος, «ένας ίσκιος στη δική της μυστική περιοχή». Μια Ισμήνη που αγαπούσε τα λουλούδια, τον Αίμονα, τη ζωή, «περίεργη για τους νεκρούς, ωραίους, σαν ταγμένους στον έρωτα», γυναίκα, μακριά «απ’ όλες τις ανόητες αντρικές φιλοδοξίες και άσκοπους ηρωισμούς». Χρόνια μετά, στο ρημαγμένο αρχοντικό, με τους νεκρούς να γεμίζουν ολόκληρο το σπίτι, προσπαθεί να αναμετρηθεί με την απόφασή της . Μια Ισμήνη που δεν πέθανε αλλά ούτε έζησε, με καταφύγιο πια τη μνήμη και κείνη τη γαλήνια βεβαιότητα: «κανένας πια δεν μπορεί να μας πάρει αυτό που δεν υπάρχει»

Τέλος, ο ίδιος ο Ρίτσος, «ακάλεστος Ξένος» στα κάθε λογής σεπτά πένθη μας, να λέει και να ξαναλέει, με άλλες λέξεις κάθε φορά, τον ίδιο παρηγορητικό λόγο: 

«Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε, έλεγε,
εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,
είναι δικά μας, και μπορούμε να τα δώσουμε...

Είναι πάντα μια γέννηση, - έλεγε ο Ξένος, -
κι ο θάνατος μια πρόσθεση, όχι αφαίρεση. Τίποτα δε χάνεται......

Όλα δικά μας – Όλα του κόσμου τούτου - 
και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας
χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε»

Γιάννης Ρίτσος, Όταν έρχεται ο ξένος (1958),Τέταρτη Διάσταση

Ο ποιητής, χρόνια μετά το αναπότρεπτο φευγιό του, πεζοπορεί ανάμεσά μας, χαμογελώντας με κατάφαση στον κόσμο ετούτο και σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.


«Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι,
το χέρι του δε μαυρίζει ποτέ. Το χέρι του
είναι αδιάβροχο στη νύχτα. Όταν θα φύγει
(γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει 
ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον
που αδιάκοπα θα λέει «ναι» και πάλι «ναι»
σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.»

Γιάννης Ρίτσος, «Ο ποιητής», Καρλόβασι, 17 Ιουλίου 1987

Frederic Leighton, Antigone (1882)

Η αδελφή μου ρύθμιζε τα πάντα μ’ ένα πρέπει ή δεν πρέπει.... 
                                                                             
Το λύγισμα 
είναι θαρρώ το μέτρο του ύψους. Οι πάντα φοβισμένοι
δεν έχουν τη δύναμη (καθώς, λόγου χάρη, η αδελφή μου) να σκύψουν
και το ύψος τους είναι μονάχα μια παγωμένη ακαμψία.
Ποια η περηφάνεια τους, λοιπόν; Ποια η αρετή τους;

Ω, η αδελφή μου ρύθμιζε τα πάντα μ’ ένα πρέπει ή δεν π ρ έ π ε ι,

λες κ’ ήταν πρόδρομος εκείνης της μελλοντικής θρησκείας
που χώρισε τον κόσμο στα δυο (στον εδώ και στον πέρα), που χώρισε 
το ανθρώπινο σώμα στα δυο, πετώντας το απ’ τη μέση και κάτω.

Πολύ τη λυπόμουν. Παρά λίγο να βλάψει και μένα. Αν την δοξάσανε
     τόσο
ήταν γιατί τους γλύτωσε απ’ το να πράξουν το ίδιο. Στο πρόσωπό της
τιμήσαν τη δική τους αντίθεση νεκρή· — αυτοσυχωρέθηκαν, 
αθωώθηκαν και ησύχασαν.

Michael Ayrton, Αντιγόνη (1942), Cheltenham Art Gallery & Museum


Μοναδική της σκέψη ήταν ο θάνατος..

                                         Αν είχε ζήσει, ω, σίγουρα, 
θα την είχαν μισήσει. Μοναδική της σκέψη 
ήταν ο θάνατος. Και τώρα λέω: μια κ’ ήξερε 
ότι δεν ήταν τρόπος να τον αποφύγει, αντί να τον προσμένει 
αργά, βαριά, γερνώντας ανωφέλευτα, προτίμησε 
να τον προλάβει, να τον προκαλέσει μάλιστα, στ’ όνομα 
μιας πονηρής κ’ ιταμής γενναιοφροσύνης, αντιστρέφοντας το φόβο
όλης της ζωής και της επιθυμίας της σε ηρωϊσμό, αντιστρέφοντας
τον ίδιο της αναπότρεπτο θάνατο σε μιαν ευτελή αθανασία
ναι, ναι, ευτελή, παρ’ όλη της την εκτυφλωτική λαμπρότητα. Πώς το 
       άντεξε, θε μου,
αυτή η αιώνια φοβισμένη ως το θυμό, η αιώνια τρομαγμένη 
μπροστά στο φαί, μπροστά στο φως, μπροστά στα χρώματα, 
μπροστά στο δροσερό, γυμνό νερό;

Yasmin Sinai,Berlin Alley Exhibition 2012,Seyhoun Art Gallery


...θαρρείς πως κουβαλούσε ένα γυμνό κρανίο...

                                                         Ποτέ της
δεν άφησε τον Αίμονα να της αγγίξει το χέρι. Πάντα μαζεμένη
σάμπως για να μη χάσει τίποτε, αναδιπλωμένη στον εαυτό της,

με το 'να χέρι της χωμένο στο μανίκι του άλλου,
με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, με τα φρύδια σμιγμένα,
πρόθυμη μόνο να παρασταθεί σ’ όλες τις δυστυχίες,
νιώθοντας ίσως περηφάνεια για τη δυστυχία της
— ποια δυστυχία;

Ποτέ της δε φόρεσε ένα κόσμημα· ως και τον αρραβώνα της 
τον καταχώνιασε σ’ ένα σεντούκι, περιφέροντας 
τη σκοτεινή αλαζονεία της μες στις νεανικές παρέες μας, 
επισείοντας πάνω απ’ τα γέλια μας το σκυθρωπό της βλέμμα 
σα γυμνό ξίφος ματαιότητας.
                                              Κι αν, κάποτε,
έκανε να βοηθήσει στο τραπέζι, να φέρει ένα πιάτο, μιαν υδρία,
θαρρείς πως κουβαλούσε στις παλάμες της ένα γυμνό κρανίο
και τ’ ακουμπούσε ανάμεσα στους αμφορείς
. Κανείς πια δε μεθούσε.


William Henry Rinehart, Η Αντιγόνη αποδίδει νεκρικές τιμές στη σορό του Πολυνείκη (1870)
Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο


..σαν ξένοι στον εαυτό μας, κι όμως σωστοί κι ειλικρινείς μαζί..

Μια νύχτα, παίζοντας, αγόρια και κορίτσια, πάνω στο χορό, κάποιος
είχε την έμπνευση ν’ αλλάξουμε ρούχα — να φορέσουν τ’ αγόρια γυναικεία
κι εμείς αντρικά. Κι ήτανε μια παράξενη πληρότητα, μια αδέξια ελευθερία
μέσα σ’ αυτή την αλλαγή, — σαν ξένοι στον εαυτό μας και ταυτόχρονα
σωστοί και ειλικρινείς. Μονάχα η αδελφή μου
έμεινε με τα μαύρα ρούχα της, στη γωνιά, πετρωμένη,
επιτιμητική κι αντιπαθητική. Κατεβήκαμε γρήγορα τις σκάλες,
βγήκαμε έξω στον κήπο, σκορπίσαμε. Τα κορίτσια,
ντυμένα αντρικά, ήταν πιο θαρρετά απ’ τα αγόρια. Κι είχε φεγγάρι —
ένα μεγάλο φεγγάρι σαν ταψί. Απ’ τα παράθυρα ερχόταν
η μουσική διυλισμένη απ’ τα φυλλώματα.

                                                                   Ο Αίμων
φορούσε το δικό μου φόρεμα κι ήταν τόσο δικός μου
που χόρεψα μέσα στο σιντριβάνι και τα νερά κρουνελίζαν
στα μαλλιά μου, στους ώμους μου, στα μάγουλά μου,
σα να ’κλαιγα — λέει· ώσπου πάγωσα ολόκληρη κι ένιωσα να ’χω γίνει
ένα άγαλμα επίχρυσο του ίδιου του εαυτού μου, φωτισμένο απ’ το φεγγάρι,
άντικρυ στα τυφλά μάτια του πατέρα. Αυτό το ρίγος μου επανέρχεται ακόμη.

Τότε ήτανε που εχάθη για τρεις μέρες η αδελφή μου.
Θαρρώ πως είχε καταφύγει στου πατέρα σας. Αυτός μας την έφερε
πάνω σ’ ένα μουλάρι. Στο σαμάρι του κρέμονταν ανάποδα
δυο λευκές κότες κι ένας κόκορας πολύχρωμος· — μου ’κανε εντύπωση
η άνεση που είχαν στην αντεστραμμένη εκείνη στάση, — μήπως κούραση;
μήπως υποταγή; γλυκιά σοφία του αναπότρεπτου; Εκείνη ούτε τα πρόσεξε.

Anthony Frederick Sandys, Αντιγόνη 


Δεν το ανεχόταν να σκύψει μπρος στην ίδια της επιθυμία..

Η αδελφή μου θαρρείς και ντρεπόταν που ήταν γυναίκα. Ίσως αυτό
να ’ταν η δυστυχία της. Κι ίσως γι’ αυτό να πέθανε. Καθένας μας ίσως
θα ’θελε να ’ναι κάτι άλλο απ’ ό,τι είναι. Άλλος τ’ αντέχει περισσότερο ή 
            λιγότερο,
άλλος καθόλου. Η μοίρα, καθώς λένε, μας δένει μες στον κύκλο του 
            ακατόρθωτου
να τριγυρνάμε γύρω γύρω στο πηγάδι, όπου μέσα του μένει
κλεισμένο, σκοτεινό, αξεδιάλυτο το πρόσωπό μας. Η αδελφή μου
αρνιόταν να παραδεχτεί και να υπακούσει, — αλύγιστη η απελπισμένη.

Ωστόσο, κάποιο μεσημέρι του καλοκαιριού, που όλοι κοιμόνταν,
την ώρα που κατέβαινα ξυπόλυτη τη σκάλα, την είδα
μπρος στο κελάρι της τραπεζαρίας, με μια γαβάθα πετιμέζι στην ποδιά της,
να τρώει μεγάλες κουταλιές μουλιασμένο ψωμί. Γύρισα κι έφυγα.
Ακούστηκαν μεμιάς τα τζιτζίκια που φώναζαν στον κήπο. Δε με είδε.

Ποτέ δεν της το ’πα. Δεν έμαθε. Πολύ τη λυπόμουν.
Πεινούσε κι εκείνη (και το ’ξερε). Μπορεί και ν’ αγαπούσε. Δεν το ανεχόταν
να σκύψει μπρος στην ίδια της επιθυμία, που δεν ήταν, βέβαια,
δικό της έργο, δική της εκλογή. Μόνο το θάνατό της, — όχι·
μόνο την ώρα και τον τρόπο τού θανάτου της μπορούσε να διαλέξει.
Κι αλήθεια, διάλεξε. Κι εκείνο της το «άκλαυτος, άφιλος»,
ιδίως εκείνο το «ανυμέναιος», ήταν η μόνη της ομολογία,
η πρώτη ωραία ταπεινοσύνη της, η μόνη θηλυκή της γενναιότητα,
η τελευταία και μόνη της ειλικρίνεια, πού έτσι σα να δικαίωσε κάπως
την πικραμένη υπεροψία της. Αυτό τη συχώρεσε στα μάτια μου.

Κι εκείνο τ’ άλλο — όταν ανοίξαμε κάποτε το βάζο με το πετιμέζι
και το ’βραμε μισοάδειο, (όλοι κοιτούσαν παραξενεμένοι)
μια κοκκινίλα ανέβηκε στα μάγουλά της. Εγώ κοίταζα αλλού. Στα παράθυρα
η μέρα ήταν κάτασπρη και δύσκολη, τόσο που ευχήθηκα μέσα μου
την τύφλωση όλων για όλα. Λίγα ανόητα τριαντάφυλλα ξεμύτιζαν
από τον κήπο ως το περβάζι. Κι ένιωσα, πρώτη μου φορά, πως ο θάνατος
δεν είναι μαύρος, αλλά άσπρος — δεν μπορείς να κρυφτείς. Δυο υπηρέτριες
τιμωρήθηκαν για κείνη την κλοπή. Θαρρώ πως από τότε
είχε αποφασισμένο πια το θάνατό της, — παραμόνευε, περίμενε.


Antigone And Ismene by Emil Teschendorff


Πεθαμένη, είχε γίνει επιτέλους γυναίκα.

Είχε τρομάξει η ανήμπορη την αμαρτία —ποια αμαρτία;—
γιατί τάχα αμαρτία η συμφωνία με την επιθυμία μας; Ποτέ της
δεν ήταν η αδελφή μου τόσο ωραία, όσο νεκρή· εγώ μόνη μου
της έβαψα έντονα τα μάγουλα (μπορεί και να θυμήθηκα
εκείνο της το ερύθημα μες στην τραπεζαρία, μπροστά στο βάζο),
της έβαψα τα χείλη βυσσινιά, και τα μάτια κατάμαυρα, τεράστια
με καμένο φελλό (ποτέ της δε βαφόταν). Της φόρεσα
πενταπλά περιδέραια να κρύψω το σημάδι του λαιμού της,
τα σκουλαρίκια εκείνα με τους δυο γυμνούς ερωτιδείς, δαχτυλίδια, βραχιόλια,
και μια φαρδιά, χρυσή πόρπη στη ζώνη της. Έτσι, βαμμένη, στολισμένη,
είχε αποχτήσει μια παράξενη ομοιότητα μ’ εμένα.
«Πώς μοιάζει της Ισμήνης», είπε σιγά ένα κορίτσι. Τώρα
είχε παραιτηθεί απ’ τις τρομερές της αποφάσεις, απ’ τούς ηθικούς κανόνες,
απ’ όλες τις ανόητες αντρικές φιλοδοξίες και ιδεοληψίες. Πεθαμένη,
είχε γίνει επιτέλους γυναίκα.


Antigone and Ismene by Thomas Armstrong


...το ανθρώπινο σώμα, ανυπεράσπιστο, ανίδεο, αμετάπειστο, εξαίσιο

Ο μικρός αδελφός μου είχε μανία με τις πόρπες· είχε μαζέψει
μια ολόκληρη συλλογή απ’ αυτές, διαφόρων εποχών, αντρικές, γυναικείες,
από φαρδιούς πολεμικούς ζωστήρες ή από παλιές λεπτεπίλεπτες ζώ
νες —
περίεργα σχήματα, περίεργα σχέδια, περίεργες παραστάσεις
ανθρώπων, θεών, πουλιών, τεράτων.
                                                            Μια φορά μου τις έδειξε.
Έλαμπαν με ποικίλες λάμψεις το φθινοπωριάτικο εκείνο ηλιοβασίλεμα.
Δεν κατάλαβα τίποτα. Εκείνος μου εξηγούσε, μου εξηγούσε
σαν κάτι να ’θελε να κρύψει· κάτι μου έμενε ανεξήγητο,
κι αυτό ακριβώς μου ’χε αρέσει. Ίσως κι εκείνος αυτό να επιδίωκε,
δηλαδή ν’ αναδείξει το ανεξήγητο.
Η κυρίαρχη λάμψη
ήταν ένα βαθύ βυσσινί καθώς το αίμα, ή χαλκοπράσινο
καθώς τα σπλάχνα του ανθρώπου. Μα εκείνο που μου ’μεινε πιότερο απ’ 
         όλα
ήταν μια αίσθηση από ακμαία σώματα, γυμνά, μετά την κίνησή τους
ν’ αφαιρέσουν ανυπόμονα τη ζώνη τους. Όταν του το ’πα, θύμωσε. (Μα 
         μήπως
υπάρχει τίποτα στον κόσμο πιο ανεξήγητο, πιο ασύλληπτο
από το τόσο απτό — κι ίσως γι’ αυτό,— το τόσο ευμετάβολο ανθρώπινο σώμα;)


Αυτός ήταν που πήγε στους Αργείους. Η αδελφή μου του ’χε αδυναμία.
Αυτός κι εκείνη ήταν απόλυτοι, εύθικτοι, άδικοι. Θέλω να πω
είχαν μιαν αντίληψη πολύ προσωπική της δικαιοσύνης. Δεν έβλεπαν
και το δίκιο των άλλων ή τη γενική αδικία. Έτσι χαθήκανε
κι αυτοί και οι άλλοι.
Όμως τις πόρπες τις κρατώ· κι είναι το μόνο
που απομένει απ’ αυτόν. Κι όπως έμαθα αργότερα,
τις είχε συγκεντρώσει από ζώνες νεκρών. Αυτή η πληροφορία
δεν άλλαξε την πρώτη μου αίσθηση καθόλου, απεναντίας την υπογράμ
μισε.

Παράξενο, — μέσα σ’ όλες αυτές τις αλλαγές, τις ταραχές, τις ανακατα
τάξεις, όπως λένε,
να μένει μόνον, ξεχωρίζοντας καθάρια πάνω απ’ όλους τους θανάτους,
το ανθρώπινο σώμα, ανυπεράσπιστο, ανίδεο, αμετάπειστο, εξαίσιο. 
        Θαρρώ
πως μόνο κάλλος είναι η άγνοια· μόνη αρετή η νεότητα·
πόσο κρατάει κι αυτή; πόσο κρατάμε; Ανανεώνεται, θα πείτε,
με τις ερχόμενες γενεές· — όχι για μας, όχι για μας — ποια, λοιπόν, η 
        ανανέωση;


Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη (1865). 
Νικηφόρος Λύτρας. Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Μήτε να κυβερνάς μήτε να κυβερνιέσαι....

Τι κατάλαβαν, θε μου, τι κέρδισαν; — Σκοτούρες, σκοτούρες, καθήκοντα,
άσκοποι ηρωισμοί· — μεγάλες πόρτες άνοιγαν, έκλειναν στο ίδιο σκοτάδι·
γύψινα, χάλκινα, μαλαματένια, βελούδινα προσωπεία,
πονηρίες, κολακείες, μεταμφιέσεις, — να κρυφτούν από ποιόν;
από τον εαυτό τους; απ’ τους άλλους; απ’ τη μοίρα; Κι η αδηφαγία της δόξας —
θαρρώ πως κάθε δόξα στηρίζεται σε πάμπολλες παρεξηγήσεις
κι οπωσδήποτε στην άρνηση της ζωής — τι να την κάνεις;

Ποτέ δε μ’ εγκατέλειψε ο φόβος μη με καθίσουν μια μέρα στο θρόνο.
Μόνον αυτοί που φοβούνται τον εαυτό τους επιδιώκουν τ’ αξιώματα, ή, μάλλον,
αυτοί που μισούν τη ζωή και τους ανθρώπους.
Δε θα μ’ άρεσε διόλου
να ’μαι περίβλεπτη, να μην έχω έναν ίσκιο, μια θέση
σε μια δική μου μυστική περιοχή, να βγάλω αργά τα σανδάλια μου,
να παίξω τα κλειδιά των συρταριών μου με ξέγνοιαστο χέρι, αφημένο
έξω από το κρεβάτι μου.[......]

Ασήκωτο βάρος, νομίζω,
να κυβερνάς και να προστάζεις. Και πάντα, στο τέλος, καθένας
κυβερνιέται απ’ αυτό που κυβερνά·
— χώρια η απέραντη κείνη υποψία
προς όλους και προς όλα, — ένας ίσκιος πουλιού να περάσει στην αίθουσα
τυχαία την ώρα του λιογέρματος, είναι ένα τιναγμένο μαχαίρι
καμωμένο από αθόρυβο μέταλλο. Για τούτο οι τύραννοι
γίνονται μέρα με τη μέρα όλο πιο τύραννοι. Όταν ο κόσμος
έχει το φόβο σου είτε την ανάγκη σου, ποτέ δεν ξέρεις τι σου ετοιμάζει.

Καλύτερα, λοιπόν, μήτε να κυβερνάς μήτε να κυβερνιέσαι (πώς να γίνει;) —
φτάνει η κυβέρνια αυτή που μας σφραγίζει πριν απ’ τη γέννησή μας· φτάνει
ο θάνατος που μας παραμονεύει· — μ’ αυτόν εξοικειώνεσαι κάπως·

Pierre Auguste Renoir, Βασιλιάς Οιδίπους (1895)

Μες στο μαλακωμένο σώμα, μένει παντοτινά σκληρή, αμετάπειστη η επιθυμία....

                                                                             Χαλαρώνει το σώμα,
ξεθωριάζει το χρώμα στα μαλλιά, στα παράθυρα, στα μάτια,
ξεσφίγγει η παλάμη, όπου μέσα της είχαν αποθέσει
ένα μεγάλο, σκληρό, χρυσό νόμισμα, κι όλη η ζωή μας
ήταν μια σύσπαση για να κρατήσουμε τούτο το νόμισμα, ένας φόβος
μη και μας πέσει, μην το χάσουμε·
αχρηστευόταν το ’να μας χέρι,
αχρηστευότανε η μισή ζωή μας, ολόκληρη η ζωή μας.

Τώρα ξεσφίχτηκε από μόνο του το χέρι, παραδόθηκε·
το νόμισμα έπεσε· μας το πήραν. Μόνο που μέσα στην παλάμη
μένει βαθύ το χάραγμα από κείνο το ατέλειωτο σφίξιμο.
Η σάρκα
μαλάκωσε, γαλήνεψε. Μπορείς πια να σαλεύεις
ελεύθερα και τα δυο σου τα χέρια. Μπορείς να βαδίζεις
κινώντας άφοβα τ’ άδεια σου χέρια μέσα στο άδειο —
μια αργή, ελαφρά κωπηλασία μες στο υπέροχο άσκοπο, ώσπου
ένα άλλο νόμισμα χάλκινο να σου βάλουν ανάμεσα στα δόντια.

Κακά ’ν’ τα ψέματα — που ’λεγε κι ο πατέρας σας. Μες στο μαλακωμένο ετούτο σώμα,
μένει παντοτινά σκληρή, αμετάπειστη η επιθυμία· κι η αίσθηση εκείνη
μιας αδικαιολόγητης αργοπορίας.
Συχνά οι γυναίκες, τέτοιες ώρες,
αγκαλιάζουν τ’ αγάλματα, φιλούν το πέτρινο στόμα τους, ονειρεύονται
πως πλαγιάζουν μαζί τους. Αν έτυχε ποτέ σας να δείτε τα χείλη
των αγαλμάτων βρεγμένα, είναι απ’ το σάλιο ερημωμένων γυναικών. Η μνήμη
είναι, βέβαια, ένα κάποιο καταφύγιο. Όμως κι αυτή εξαντλείται,
της χρειάζονται νέες παραστάσεις, έστω τυχαίες, έστω ξένες.


Η Σφίγγα (λεπτομέρεια), Gustave Moreau (1888)
Musee d'Art et d'Histoire - Metz

Φανερό πως περίμενε κάτι έκτακτο.....
                                                                                            
                                                                                               Λίγο αργότερα,
ακούστηκαν και πάλι σάλπιγγες. Οι άντρες τιναχτήκαν απ’ τον ύπνο τους,
ζώνονταν τα σπαθιά τους, πηδούσανε στ’ άλογα.

Οι θέσεις τους επάνω στα κρεβάτια μέναν για λίγο ζεστές. Μετά κρυώνανε.
Εκεί κουλουριαζόνταν οι γυναίκες και κλαίγαν. Η αδελφή μου
μέρα τη μέρα αδυνάτιζε· γινόταν πιο σκληρή· χλώμιαζε·
απόφευγε τον Αίμονα και μένα. Έβγαινε μόνη τ’ απογεύματα.
Ίσως να πήγαινε ως τις πύλες των Θηβών, ίσως και να κουβέντιαζε
με κείνη τη λεοντόκορμη γυναίκα. Τα μάτια της σε κάρφωναν
με δυο παγωμένα ερωτήματα, κι ας μη σε κοιτούσε.
Φανερό πως περίμενε κάτι έκτακτο. Τις νύχτες δεν κοιμόμασταν.

Τα σεντόνια πέφταν στο πάτωμα. Πολλές φορές έκανα πως κοιμάμαι·
την παρακολουθούσα — πλαγιασμένην πιο κει σε ασάλευτη ένταση. Μια νύχτα
το φεγγαρόφωτο είχε εισδύσει στο δωμάτιο, την έλουζε ως τη μέση·
την είδα να κινεί τα φωτισμένα δάχτυλά της σα χορεύτρια, σαν ιέρεια,
σα να ’πλεκε ένα αόρατο σκοινί, σα να ’γραφε αριθμούς στον αέρα·
κάτι μετρούσε — ίσως τα χρόνια της (ή μήπως την ανυπαρξία;)
ύστερα τα ’φερε γύρω στο λαιμό της, τ’ άφησε εκεί ασημένια,
και μονομιάς τινάχτηκε σα να τρόμαξε. Σηκώθηκε,
πήρε την άσπρη δαντελένια ομπρέλα της μητέρας, την άνοιξε
και κάθισε κάτω της, συμμαζεμένη στο κρεβάτι, σαν για να προφυλαχτεί
απ’ το φεγγάρι ή απ’ τους ίσκιους της νύχτας.Έμοιαζε έτσι
σα να ’ταν όλη τρυπημένη από μικρούς ασημογάλανους μαιάνδρους.


Jules-Eugène Lenepveu, Antigone Gives Token Burial to the Body of Her Brother Polynices


.....ωραίοι, σαν ταγμένοι στον έρωτα

Έξω
απ’ τα τείχη πληθαίναν οι νεκροί. Ήμουνα πάντα περίεργηγια τους νεκρούς· — όχι προσπάθεια εξοικείωσης με το θάνατο
ούτε και συμφιλίωσης.[....]

Τους έβλεπα
χωρίς καθόλου θλίψη, — ωραίοι, σαν ταγμένοι στον έρωτα.
Ώσπου ήρθαν οι δικοί μας νεκροί· και μεμιάς μεγαλώσαμε.

Είδα την αδελφή μου στην αυλή τα χαράματα —σημαδεμένη απ’ τη μοίρα—
κατάχλωμη. Τα χέρια της, το φόρεμά της, τα μαλλιά της όλο χώματα.
Τ’ αγιάζι το πρωινό μάς περόνιαζε. Τρέμαμε. Η μέρα κατέβαινε
απέραντα άσπρη, διάτρητη με μαύρα κοράκια.

Τι κατάλαβαν, θε μου, τι κέρδισαν; Τα άλλα τα ξέρετε.
Δεν απόμεινε τίποτα. Μόνο η πέτρινη Σφίγγα πάνω στο βράχο
έξω απ’ τις πύλες των Θηβών, αδιάφορη, απερίσπαστη —
δε θέτει πια ερωτήματα. Κόπασε ο μάταιος θόρυβος. Άδειασε ο χρόνος.

Μια ατέλειωτη Κυριακή με κλεισμένα παράθυρα. [.....]

Μια τάφρος σιωπής — όπως είπατε.[......] 


ΑΘΗΝΑ, Σεπτέμβρης–Δεκέμβρης 1966, ΣΑΜΟΣ, Δεκέβρης 1971
Γιάννης Ρίτσος, Ισμήνη, Τέταρτη Διάσταση, εκδόσεις Κέδρος

Marie Spartali Stillman, (1844-1927), Αντιγόνη 
Ιδιωτική Πινακοθήκη Simon Carter στο Woodbridge του Suffolk (Μ. Βρετανία) 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου